Συγγραφέας:Κουλούρη, Χριστίνα
 
Τίτλος:Αθλητισμός και όψεις της αστικής κοινωνικότητας
 
Υπότιτλος:Γυμναστικά και αθλητικά σωματεία (1870-1922)
 
Τίτλος σειράς:Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας
 
Αριθμός σειράς:32
 
Τόπος έκδοσης:Αθήνα
 
Εκδότης:Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς
 
Έτος έκδοσης:1997
 
Σελίδες:447
 
Αριθμός τόμων:1 τόμος
 
Γλώσσα:Ελληνικά
 
Θέμα:Κοινωνική ενσωμάτωση
 
Νεανικές οργανώσεις
 
Νοοτροπίες και συμπεριφορές
 
Τοπική κάλυψη:Ελλάδα
 
Χρονική κάλυψη:1870-1922
 
Περίληψη:Η παρούσα μελέτη επιχειρεί να συνθέσει μία ιστορία του νεότερου ελληνικού αθλητισμού. Επιθυμεί, πρώτον, να αναδείξει την ιστορικότητα των σπορ και να διαφοροποιηθεί από προσεγγίσεις που αντιμετωπίζουν το παιχνίδι και κατ’ επέκταση τα σπορ (μια μορφή παιχνιδιού) ως διαχρονικό δομικό στοιχείο του ανθρώπινου πολιτισμού. Ενδιαφέρεται, δεύτερον, να ελέγξει το ερευνητικό δίλημμα της συνέχειας ή ασυνέχειας από τα παραδοσιακά παιχνίδια στα σύγχρονα σπορ κατά τη μετάβαση από την παραδοσιακή στη σύγχρονη κοινωνία. Η συγγραφέας παρακολουθεί την εξέλιξη των αντιλήψεων σχετικά με τη σωματική άσκηση μετά τη δημιουργία του ελληνικού κράτους ώστε να δείξει τη μετάβαση από την αδιαφορία και την αμφισβήτηση στην αποδοχή και την εδραίωση. Η επισκόπηση αυτή επιτρέπει και τη διάκριση ανάμεσα στη γυμναστική και τα σπορ, μια διάκριση απαραίτητη και για την κατανόηση της λειτουργίας των αθλητικών σωματείων αλλά και, ευρύτερα, της ιστορίας του αθλητισμού. Στη συνέχεια αναζητούνται τα πρώτα ίχνη της παρουσίας των σύγχρονων σπορ στην Ελλάδα, τόσο μέσα από τις πρώιμες, μη οργανωμένες πρακτικές όσο και μέσα από τους πρώτους αθλητικούς θεσμούς, δηλ. τους αγώνες και τα γυμναστήρια. Μελετώνται επίσης τα αθλητικά σωματεία: μέσα από την ανάλυση των σκοπών τους οι κοινωνικές λειτουργίες της σωματικής άσκησης και οι διασυνδέσεις της με την εθνικιστική ιδεολογία. Τέλος, επιχειρείται να φωτισθούν οι πτυχές της σωματειακής ζωής που είναι κρυμμένες από το ορθολογικό κανονιστικό πρότυπο του καταστατικού, δηλαδή οι ανθρώπινες επαφές με τις αρμονικές η συγκρουσιακές τους όψεις, οι φιλικές σχέσεις, τα οικογενειακά δίκτυα, τα ερωτοτροπήματα ενδεχομένως που επιτρέπει η συναναστροφή όχι μόνο σε αθλητικές αλλά και σε έξω-αθλητικές συναντήσεις στο πλαίσιο πάντα του σωματείου.
 
Άδεια χρήσης:Αυτό το ψηφιοποιημένο βιβλίο του ΙΑΕΝ σε όλες του τις μορφές (PDF, GIF, HTML) χορηγείται με άδεια Creative Commons Attribution - NonCommercial (Αναφορά προέλευσης - Μη εμπορική χρήση) Greece 3.0
 
Το Βιβλίο σε PDF:Κατέβασμα αρχείου 23.64 Mb
 
Εμφανείς σελίδες: 11-30 από: 450
-20
Τρέχουσα Σελίδα:
+20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/49/gif/11.gif&w=600&h=91532. Κουλούρη, Αθλητισμός

λανθάνοντα, παρουσιάζεται σαν μια γοητευτική, αν και συχνά επώδυνη, περιπέτεια. Η σχετική βιβλιογραφία, άλλοτε σιωπηλή άλλοτε φλύαρη, αλλά πάντως γεμάτη σε μεγάλο βαθμό από ανακρίβειες και στερεότυπα, δεν προσφέρει το απαραίτητο πρώτο σκαλοπάτι πριν από την ανάλυση. Οι σιωπές και οι διαστρεβλώσεις απαιτούν πρωτίστως να γίνει ένα έργο υποδομής, με στέρεη τεκμηρίωση και καταγραφή των ίδιων των γεγονότων. Ταυτόχρονα, η προσέγγιση θα πρέπει να είναι ερμηνευτική και να μην εξαντλείται σε ένα στείρο εμπειρισμό. Αυτό προϋποθέτει την εξαρχής διαμόρφωση ενός θεωρητικού πλαισίου μέσα στο οποίο να δοκιμαστούν τα τεκμηριωτικά δεδομένα. Η παγίδα που ενδεχομένως κρύβεται σε παρόμοιες απόπειρες ελέγχου των θεωρητικών κατασκευών είναι ότι, επειδή οι ερευνητικές υποθέσεις προκύπτουν σε μεγάλο βαθμό από ξένη βιβλιογραφία, δεν ταιριάζουν απολύτως -κάποτε και καθόλου- για να ερμηνεύσουν την ελληνική κοινωνική και πολιτισμική πραγματικότητα. Το εν λόγω εγχείρημα κρύβει επίσης εν τέλει -ή καταρχάς- μια προσωπική πρόκληση: τη διερεύνηση από μια γυναίκα ενός κοινωνικού θεσμού που έχει συνδεθεί όχι μόνο με τον ανδρικό τρόπο ψυχαγωγίας αλλά και με την ίδια την ανδρική ταυτότητα.

Η παρούσα μελέτη επιχειρεί συνεπώς κατά κύριο λόγο να συνθέσει μια ιστορία του νεότερου ελληνικού αθλητισμού. Η επιλογή των συγκεκριμένων χρονικών ορίων (1870-1922) υποδηλώνει μια θέση και μια υπόθεση. Επιθυμεί, πρώτον, να αναδείξει την ιστορικότητα των σπορ και να διαφοροποιηθεί από προσεγγίσεις που αντιμετωπίζουν το παιχνίδι και κατ' επέκταση τα σπορ (μια μορφή παιχνιδιού) ως διαχρονικό δομικό στοιχείο του ανθρώπινου πολιτισμού. Ενδιαφέρεται, δεύτερον, να ελέγξει το ερευνητικό δίλημμα της συνέχειας ή ασυνέχειας από τα παραδοσιακά παιχνίδια στα σύγχρονα σπορ κατά τη μετάβαση από την παραδοσιακή στη σύγχρονη κοινωνία. Ως προς την ελληνική πραγματικότητα, η δεκαετία του 1870 αφενός και η Μικρασιατική Καταστροφή αφετέρου σηματοδοτούν σημαίνουσες αλλαγές τόσο για το σύνολο της κοινωνίας όσο και για τον αθλητισμό. Μέσα στη δεκαετία του 1870 σημειώνονται οι πρώτες ασυντόνιστες προσπάθειες για ίδρυση αθλητικών σωματείων, εντός και εκτός ελληνικού κράτους. Από τότε μπορούμε να μιλάμε επομένως για οργανωμένη άσκηση, ανεξάρτητη από τους εκπαιδευτικούς θεσμούς. Το 1922 επίσης αποτελείτο αδιαμφισβήτητο όριο για την αλλαγή της φυσιογνωμίας του ελληνικού αθλητισμού: μαζικοποιείται, κυρίως ως θέαμα, διευρύνεται η κοινωνική του βάση, εμφανίζεται ο αθλητικός ημερήσιος τύπος, ενώ αλλοιώνεται ο συσχετισμός δυνάμεων μεταξύ των διάφορων σπορ. Στο έξης, το ποδόσφαιρο θα είναι ο αδιαφιλονίκητος πρωταγωνιστής.

Η περίοδος λοιπόν ως το 1922 μπορεί να θεωρηθεί ως το προοίμιο της σύγχρονης ιστορίας των σπορ στην Ελλάδα. Τότε δημιουργούνται οι πρώτοι σύλλογοι, κάποιοι από τους οποίους δρουν μέχρι σήμερα, καθιερώνονται οι 

Σελ. 11
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/49/gif/12.gif&w=600&h=91532. Κουλούρη, Αθλητισμός

πρώτοι αθλητικοί θεσμοί και η αθλητική γραφειοκρατία, συντάσσεται η πρώτη σχετική νομοθεσία και κωδικοποιούνται οι κανόνες της αθλητικής αναμέτρησης, κατασκευάζονται ιδιαίτεροι τόποι άθλησης στις πόλεις, το αθλητικό θέαμα αποκτά περιοδικότητα και προσελκύει ένα συνεχώς διευρυνόμενο κοινό. Κυρίως όμως, η παρουσία των σπορ στην Ελλάδα του 19ου αιώνα αντανακλά τη δυναμική ευρύτερων κοινωνικών και πολιτισμικών αλλαγών. Φαίνεται πράγματι ότι η εμφάνιση και εξάπλωση της σωματικής άσκησης ως μέσου ψυχαγωγίας και δραστηριότητας της σχόλης συνδέεται με την ανάπτυξη και διεύρυνση μιας ελληνικής αστικής τάξης και την ανάπτυξη των πόλεων αλλά και με μια σειρά από ιδεολογικούς μετασχηματισμούς ως προς την αξία του σώματος. Το γεγονός εξάλλου ότι η ενασχόληση με τα σπορ γίνεται στο πλαίσιο του αθλητικού σωματείου ανταποκρίνεται στη θέση που κατακτά το φαινόμενο της εθελοντικής συσσωμάτωσης στη ζωή των ανερχόμενων μεσαίων στρωμάτων σε ολόκληρη την Ευρώπη του 19ου αιώνα. Το σωματείο εκφράζει τόσο τις πολιτικές αξίες του φιλελευθερισμού όσο και ένα νέο κώδικα συμπεριφορών που συμπυκνώνει το σύστημα αξιών της αστικής τάξης: ισότητα, ανδρισμός, ελεύθερος χρόνος και ψυχαγωγία. Το αθλητικό σωματείο δεν είναι μόνο τόπος σωματικής άσκησης για τα μέλη του· προσφέρει επίσης τη δυνατότητα ανάπτυξης μιας νέας μορφής κοινωνικότητας η οποία διακρίνεται για τον τυπικό, δημόσιο και θεσμοθετημένο χαρακτήρα της.

Με βάση τις διαπιστώσεις αυτές, η ανάλυση που ακολουθεί επιδιώκει να κινηθεί σε πολλά επίπεδα, όπως περιγράφεται στην Εισαγωγή. Καταρχάς, παρακολουθείται η εξέλιξη των αντιλήψεων σχετικά με τη σωματική άσκηση μετά τη δημιουργία του ελληνικού κράτους ώστε να φανεί η μετάβαση από την αδιαφορία και την αμφισβήτηση στην αποδοχή και την εδραίωση. Η πορεία αύτη συνδέεται άρρηκτα με τις κυρίαρχες απόψεις ως προς τους σκοπούς και τα μέσα της αγωγής γενικότερα. Δεδομένου ότι η άθληση παραπέμπει πάγια στη νεότητα, τα επιχειρήματα που στοχεύουν στη νομιμοποίησή της δεν μπορούν παρά να αφορούν είτε στη διάπλαση είτε στην ψυχαγωγία των νέων. Οι εκπαιδευτικοί, θεσμοί αποτελούν, μέσα απ' αυτό το πρίσμα, τον πρώτο χώρο υποδοχής των νέων αντιλήψεων αλλά και πρακτικών. Η επισκόπηση αυτή επιτρέπει επιπλέον τη διάκριση ανάμεσα στη γυμναστική και τα σπορ, μια διάκριση απαραίτητη και για την κατανόηση της λειτουργίας των αθλητικών σωματείων αλλά και, ευρύτερα, της ιστορίας του αθλητισμού.

Στη συνέχεια αναζητούνται τα πρώτα ίχνη της παρουσίας των σύγχρονων σπορ στην Ελλάδα, τόσο μέσα από τις πρώιμες, μη οργανωμένες πρακτικές όσο και μέσα από τους πρώτους αθλητικούς θεσμούς, δηλ. τους αγώνες και τα γυμναστήρια. Μας ενδιαφέρει κυρίως να ορίσουμε τη μετάβαση από παραδοσιακούς τρόπους ψυχαγωγίας, μέσω των αναμετρήσεων σωματικής ρώμης και δεξιότητας

Σελ. 12
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/49/gif/13.gif&w=600&h=91532. Κουλούρη, Αθλητισμός

στο πλαίσιο του πανηγυριού, στους σύγχρονους τρόπους διασκέδασης μέσω της αθλητικής πρακτικής και του αθλητικού θεάματος του σταδίου και του γηπέδου. Από την αναβίωση των Ολυμπιακών Αγώνων μάλιστα, μπορούμε να παρακολουθήσουμε τη συνεπή πορεία θεσμοθέτησης του νέου ημερολογίου των αθλητικών συναντήσεων, την κωδικοποίηση και εξειδίκευσή τους, τη διατύπωση κανόνων διεθνούς ισχύος αλλά και την ίδρυση εθνικών αθλητικών θεσμών, όπως ο Σύνδεσμος Ελληνικών Γυμναστικών και Αθλητικών Σωματείων (Σ.Ε.Γ.Α.Σ.) και η Επιτροπή Ολυμπιακών Αγώνων (Ε.Ο.Α.). Στις αρχές του 20ού αιώνα, ο αθλητισμός γίνεται πεδίο σύγκρουσης κοινωνικού κύρους και πολιτικής εξουσίας και εμπλέκεται στη δίνη του Διχασμού.

Η ανάλυση των αθλητικών σωματείων ξεκινά από τη γενική παρουσίαση της εξέλιξης των μη επαγγελματικών σωματείων βάσει της σχετικής νομοθεσίας και της σχέσης με την κεντρική εξουσία. Όπως ήδη σημειώθηκε, το αθλητικό σωματείο δεν μπορεί παρά να αντιμετωπιστεί ως τμήμα της ευρύτερης εξάπλωσης των εθελοντικών οργανώσεων στον ελληνικό χώρο και, συνεπώς, η εμφάνιση και η λειτουργία του υπόκεινται στους ίδιους θεσμικούς περιορισμούς με τα υπόλοιπα είδη σωματείων. Αυτό ισχύει κατεξοχήν για τη σύνταξη των καταστατικών τα οποία ακολουθούν ένα κατά βάση ενιαίο και τυποποιημένο πρότυπο και ρυθμίζουν τη λειτουργία του σωματείου με βάση τις φιλελεύθερες αρχές της ισότητας των μελών και του αντιπροσωπευτικού συστήματος. Η μελέτη εντούτοις των ίδιων των καταστατικών αποδεικνύει τα κοινωνικά όρια -φύλου και τάξης- της αρχής της ισότητας. Αυτός είναι και ο στόχος της αποδελτίωσης ενός σώματος καταστατικών αθλητικών σωματείων για την περίοδο ως το 1900: να αναδειχθούν οι μηχανισμοί αναπαραγωγής των κοινωνικών ανισοτήτων που υπάρχουν έξω από το σωματείο καθώς και τα μέσα εμπέδωσης και διατήρησης της κοινωνικής ταυτότητας. Επίσης, μέσα από την ανάλυση των σκοπών των σωματείων, να διαφανούν οι κοινωνικές λειτουργίες της σωματικής άσκησης και οι διασυνδέσεις της με την εθνικιστική ιδεολογία. Τέλος, επιχειρούμε να φωτίσουμε τις πτυχές της σωματειακής ζωής που είναι κρυμμένες από το ορθολογικό κανονιστικό πρότυπο του καταστατικού: τις ανθρώπινες επαφές με τις αρμονικές η συγκρουσιακές τους όψεις, τις φιλικές σχέσεις, τα οικογενειακά δίκτυα, τα ερωτοτροπήματα ενδεχομένως που επιτρέπει η συναναστροφή όχι μόνο σε αθλητικές αλλά και σε έξω-αθλητικές συναντήσεις στο πλαίσιο πάντα του σωματείου.

Το γενικό αυτό σχέδιο υποθέσεων για τα αθλητικά σωματεία ελέγχεται μέσα από την ανάλυση τεσσάρων αθλητικών σωματείων της πρωτεύουσας και μιας ομάδας ειδικών σωματείων. Πρόκειται για τον Πανελλήνιο Γυμναστικό Σύλλογο, τον Εθνικό Γυμναστικό Σύλλογο, τον Όμιλο Ερετών Πειραιώς, τον Όμιλο Αντισφαίρισης Αθηνών (τότε, Lawn Tennis Club) και τους ποδηλατικούς και

Σελ. 13
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/49/gif/14.gif&w=600&h=91532. Κουλούρη, Αθλητισμός

περιηγητικούς συλλόγους. Η επιλογή υπαγορεύτηκε εν μέρει και από πρακτικά κριτήρια: πρόκειται για συλλόγους που δρουν και σήμερα και διατηρούν ένα αρκετά ενημερωμένο αρχείο για τη δράση τους από τον προηγούμενο αιώνα. Είναι όλοι τοποθετημένοι στην περιοχή της πρωτεύουσας ( Αθήνα και Πειραιά) και, επομένως, η δράση τους μπορεί να αναλυθεί σε συνδυασμό με την ανάπτυξη του σημαντικότερου ελληνικού αστικού κέντρου. Επιπλέον, έχουν διαφορετικές δραστηριότητες, ασχολούνται με διαφορετικά σπορ και, όπως φαίνεται, συσπειρώνουν διαφορετικές μερίδες της ελλαδικής αστικής τάξης. Η μελέτη τους στηρίζεται σε κοινά ερωτήματα αλλά η επεξεργασία των τεκμηρίων ακολουθεί διαφορετικούς κατά περίπτωση δρόμους. Σε γενικές γραμμές, αναζητείται η ιδιαίτερη ταυτότητα του κάθε συλλόγου και τα στοιχεία που τη συγκροτούν, το οικονομικό και ανθρώπινο μέγεθος του σωματείου, η κοινωνική και ηλικιακή σύνθεση των μελών, η άσκηση εξουσίας στο εσωτερικό του (διοίκηση και αθλητές) αλλά και σε σχέση με ευρύτερα πολιτικά δίκτυα, οι κανόνες λειτουργίας και η ρύθμιση της σωματειακής ζωής (σύστημα ποινών και πειθαρχικών κυρώσεων), οι μορφές, οι τόποι και οι συχνότητες της ενδοσωματειακής, της διασωματειακής και της ενδοαστικής κοινωνικότητας.

Η αδιαφορία που κατά κανόνα χαρακτηρίζει τη συντήρηση αρχείων και γενικότερα τεκμηρίων που αφορούν σε όψεις της ιστορίας, οι οποίες θεωρούνται ασήμαντες ή "ταπεινές", αποτέλεσε το σημαντικότερο εμπόδιο στη διεξαγωγή της παρούσας έρευνας. Αλλά ακριβώς επειδή προσέκρουσα πολλές φορές σ' αυτή την αδιαφορία και τη δυσπιστία των ανθρώπων, είναι μεγαλύτερη η ευγνωμοσύνη μου για όσους, γνωστούς και αγνώστους, διευκόλυναν απλόχερα την αναζήτηση. Πρώτα απ' όλα τις διοικήσεις και τους αφανείς εργάτες των τεσσάρων συλλόγων που άνοιξαν τα αρχεία τους (Πανελλήνιο Γ.Σ., Όμιλο Ερετών Πειραιώς, Εθνικό Γ.Σ., Όμιλο Αντισφαίρισης Αθηνών) και με φιλοξένησαν στα γραφεία τους. Έπειτα, την Επιτροπή Ολυμπιακών Αγώνων και τον Σύνδεσμο Ελληνικών Γυμναστικών και Αθλητικών Σωματείων που επίσης μου επέτρεψαν να συμβουλευθώ ό,τι έχει διασωθεί (ή έστω είναι προσιτό) από την καθοριστική για την ιστορία του αθλητισμού δραστηριότητά τους. Ειδικότερα, ο κ. Χ. Βενάρδος στον Πανελλήνιο, ο κ. Ζ. Κοκορόγιαννης στον Εθνικό, ο κ. Ν. Κάπος στον Όμιλο Ερετών, οι κ. Αχ. Λάιος και Ελ. Σκιαδάς στον Όμιλο Αντισφαίρισης, η κ. Σοφία Φραγκούδη για το αρχείο του Πανιώνιου, ο κ. Α. Μισαηλίδης για το αρχείο και τη βιβλιοθήκη του πατέρα του Ηλ. Μισαηλίδη, ο κ. Θ. Λαΐνης στη βιβλιοθήκη της Διεθνούς Ολυμπιακής Ακαδημίας, ο κ. Ι. Καπάτος στα αρχεία της Ε.Ο.Α., οι κ. Ι. Πετρίδης, Δ. Μπαγέρης και Χ. Ζανιάς στον Σ.Ε.Γ.Α.Σ. και ο

Σελ. 14
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/49/gif/15.gif&w=600&h=91532. Κουλούρη, Αθλητισμός

κ. Δ. Μποντικούλης στο Αθλητικό Μουσείο του Δήμου Αθηναίων συνεισέφεραν στα διαφορετικά στάδια της πρωτογενούς έρευνας.

Η συνεργασία επίσης με φίλους και ομοτέχνους στο πλαίσιο της Ελληνικής Αρχειακής Εταιρείας, όταν σχεδιάζαμε ένα μεγάλο ερευνητικό πρόγραμμα για την ιστορία του αθλητισμού και των Ολυμπιακών Αγώνων, υπήρξε γόνιμη για τον προβληματισμό και την τεκμηρίωση της δικής μου έρευνας. Μπορεί το πρόγραμμα, λόγω της αδιαφορίας για χρηματοδότηση, να μην πραγματοποιήθηκε εν τέλει. Οι συζητήσεις όμως με τον Ν. Παντελάκη, τον Αλ. Κράους, τον Φ. Οικονόμου, την Ελ. Φουρναράκη και τον Γ. Κόκκινο βρίσκουν τη συνέχειά τους στην παρούσα εργασία. Η έρευνα των δύο τελευταίων εξάλλου για τη γυμναστική στην εκπαίδευση, η οποία εκπονήθηκε επίσης στο πλαίσιο του Ι.Α.Ε.Ν., αποτελεί τον αναγκαίο συνομιλητή μου. Τέλος, πολλοί είναι οι φίλοι που με συνέδραμαν στη βιβλιογραφική ενημέρωση και την περιπέτεια της συγγραφής. Ξεχωριστά θα ήθελα να ευχαριστήσω τον Αλ. Πολίτη και τον Β. Τσοκόπουλο για τα "φίλαθλα" δελτία τους, τον Δ. Α. Σωτηρόπουλο, για τη συμβολή του στην προσέγγιση της κοινωνιολογικής προβληματικής, τον Τρ. Σκλαβενίτη, πάντα πρόθυμο αναγνώστη και γενναιόδωρο κριτή, καθώς και τα αλλά δύο μέλη της Επιτροπής του Ι.Α.Ε.Ν., τον Σπ. Ασδραχά και τον Γ. Γιανουλόπουλο, που για μια ακόμη φορά μου εμπιστεύθηκαν τη διεκπεραίωση μιας έρευνας.

Αθήνα, Δεκέμβριος 1997

Σελ. 15
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/49/gif/16.gif&w=600&h=91532. Κουλούρη, Αθλητισμός

ΣΥΝΤΟΜΟΓΡΑΦΙΕΣ

Ε.Ο.Α. Επιτροπή Ολυμπιακών Αγώνων

Π.Α.Ε.Α. Ποδηλατική και Αθλητική Επιθεώρησις της Ανατολής

Σ.Ε.Α.Γ.Σ. Σύνδεσμος Ελληνικών Αθλητικών και Γυμναστικών Σωματείων

ΦΕΚ Φύλλο Εφημερίδος της Κυβερνήσεως

BJSH British Journal of Sports History

IJHS International Journal of thé History of Sport

Σελ. 16
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/49/gif/17.gif&w=600&h=91532. Κουλούρη, Αθλητισμός

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Η ΙΣΤΟΡΙΟΓΡΑΦΙΑ ΤΟΥ ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΥ

HOMO SAPIENS ΕΝΑΝΤΙΟΝ HOMO LUDENS

Το 1971 ο Eugen Weber διαπίστωνε ότι "η παράξενη καχυποψία, έως και αντιπάθεια, που δείχνουν ακόμη και τώρα οι άνθρωποι των γραμμάτων και της σπουδής για την έρευνα των πιο ταπεινών εκδηλώσεων της σωματικής δραστηριότητας αξίζει από μόνη της μια ξεχωριστή μελέτη"1. Πράγματι, το σώμα και οι λειτουργίες του θεωρούνταν ότι ανήκαν στη δικαιοδοσία των φυσικών επιστημών, ενώ η παράδοση του δυτικού ορθολογισμού υπαγόρευε μια ριζική τομή μεταξύ σώματος και πνεύματος. Η διχοτομία αυτή, που υπαινισσόταν άλλωστε το πρωτείο του πνεύματος, απέδιδε το μεν σώμα στο βασίλειο της φύσης το δε πνεύμα σ' εκείνο του "πολιτισμού". Συνεπώς, το σώμα εμφανιζόταν στερημένο από κάθε κοινωνική σημασία και ιστορικότητα2. Η διασκέδαση, το παιχνίδι, οι συγκινήσεις, οι "ανορθολογικές" και "ασυνείδητες" τάσεις των ανθρώπων εξαιρούνταν από το ερευνητικό στόχαστρο μιας επιστήμης που περιοριζόταν στις "σοβαρές" και "ορθολογικές" πλευρές της ζωής. Μέσα σ' αυτό το πλαίσιο της δυαδικής δομής και του συστήματος αξιών της δυτικής σκέψης, τα σπορ ερμηνεύονταν ως μια ασήμαντη δραστηριότητα για τον ελεύθερο χρόνο, προσανατολισμένη στην ευχαρίστηση, αντίθετη προς την πνευματική δημιουργία και χωρίς οικονομική αξία.

Με ελάχιστες εξαιρέσεις3, το ενδιαφέρον των κοινωνικών επιστημόνων για τα σπορ εκδηλώνεται μόλις στις δεκαετίες 1970 και 1980, ανταποκρινόμενο αφενός σε μια διευρυμένη σύλληψη της κοινωνικής ιστορίας και αφετέρου στη διόγκωση

————————————

1. Eugen Weber, "Gymnastics and Sports in Fin-de-Siècle France: Opium of the Classes?", American Historical Review 76 (Φεβρ. 1971), σ. 70.

2. Πβ. J. Hargreaves, "The Body, Sport and Power Relations" στο J. Horne, D. Jary, A. Tomlinson (εκδ.), Sport, Leisure and Social Relations, Λονδίνο 1987, σ. 139-159.

3. Πρόκειται για τα έργα των Jennie Holliman (1931), Foster Rhea Bulles (1940) και John Rickard Bett (1974), σε ό,τι αφορά την Αμερική. Βλ. σχετικά Robert Lewis, "American Sport History: A Bibliographical Guide", American Studies International 29/1 (April 1991), σ. 35-36. Από το χώρο της κοινωνιολογίας, αξίζει να αναφερθούν τα ονόματα των Anthony Giddens, (1961), Roger Caillois (1961) και Gregory P. Stone (1955). Για τους Ν. Elias και Ε. Dunning βλ. παρακάτω.

Σελ. 17
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/49/gif/18.gif&w=600&h=91532. Κουλούρη, Αθλητισμός

της παρουσίας του επαγγελματικού αθλητισμού στα μαζικά μέσα ενημέρωσης. Παρακολουθεί συνεπώς αλλαγές που συντελούνται τόσο στο χώρο της επιστήμης όσο και στην κοινωνία, επιβεβαιώνοντας μ' αυτόν τον τρόπο την παρατήρηση του Max Weber ότι "οι πρόοδοι στη σφαίρα των κοινωνικών επιστημών είναι ουσιωδώς συνδεδεμένες με τις αλλαγές σε ζητήματα πολιτισμικής πρακτικής"4. Ακόμη και στη Βρετανία, όπου τα σπορ κατέχουν αναμφίβολα μια ξεχωριστή θέση από τον περασμένο αιώνα, η ιστορική κάλυψη του αθλητισμού δε συμβαδίζει με τους ρυθμούς αύξησης του κοινωνικού του αντικρίσματος. Αλλά ούτε και η κοινωνιολογία φαίνεται να ασχολήθηκε σοβαρά με αντίστοιχα θέματα, θεωρώντας τα περιθωριακά και υποβαθμίζοντας τη δυνατότητα αναλυτικής τους προσέγγισης.

Η κοινωνιολογία των σπορ εμφανίζεται παράλληλα και σε συνδυασμό με την κοινωνιολογία του ελεύθερου χρόνου, θέμα εξίσου παραμελημένο από τα κυρίαρχα ρεύματα της κοινωνιολογικής έρευνας. Η αύξουσα βαρύτητα του ελεύθερου χρόνου στις σύγχρονες κοινωνίες, με τη μείωση του εργάσιμου χρόνου ως συνέπεια των συνδικαλιστικών διεκδικήσεων και την εμπορευματοποίηση του χρόνου που αποδεσμεύθηκε, και η ανάδυση των καταναλωτικών κοινωνιών όπου το δικαίωμα στον ελεύθερο χρόνο και την κατανάλωση παραχωρείται σε πολλούς αλλά και αφαιρείται από άλλους, καθώς και η άνθηση των ποικίλων μορφών νεανικής υποκουλτούρας, υπαγόρευσαν σχεδόν αναπόφευκτα θεματικούς αναπροσανατολισμούς στο χώρο της κοινωνιολογίας. Το 1975 η νέα τάση επικυρώνεται με την ίδρυση της Εταιρείας Σπουδών για τον Ελεύθερο Χρόνο (Leisure Studies Association), καθιερώνοντας έτσι ένα νέο κλάδο με συνείδηση της ιδιαιτερότητάς του5. Η πρώτη αυτή φάση, που τοποθετείται στη δεκαετία του 1970, χαρακτηρίζεται από τη μερικότητα και αποσπασματικότητα των προσεγγίσεων αλλά συχνά και από ένα ιδεαλιστικό θεωρητικό υπόβαθρο που υποστήριζε τον "αυτόνομο" χαρακτήρα του ελεύθερου χρόνου6. Οι αναλύσεις αυτές συνδέονταν επιπλέον με την ανανέωση του ενδιαφέροντος για τη διαδικασία εκβιομηχάνισης και πρόβαλλαν την άποψη ότι η μετάβαση από μια ζωή επικεντρωμένη στην εργασία προς μια ζωή επικεντρωμένη στη σχόλη ήταν το "φυσικό" αποτέλεσμα της προϊούσας εκβιομηχάνισης7. Συγγενείς μ' αυτές τις απόψεις είναι εκείνες που εξετάζουν, και με ιστορική προοπτική, τον ελεύθερο χρόνο ως "συμπλήρωμα" η "αντιστάθμισμα"

————————————

4. Max Weber, The Methodology of the Social Sciences, Νέα Υόρκη, Free Press, 1949, σ. 106.

5. Η τάση αυτή συνδυάστηκε -όπως συνήθως συμβαίνει όταν δημιουργούνται νέοι ερευνητικοί χώροι- με την εμφάνιση νέων, εξειδικευμένων περιοδικών: Leisure Studies και Journal of Leisure Research. Αντίστοιχα εμφανίστηκαν αργότερα περιοδικά και για την ιστορία των σπορ: Sozialgeschichte des Sports, International Journal of the History of Sport και Sport/Histoire.

6. Πβ. J. Horne, D. Jary, A. Tomlinson (εκδ.), ό.π., σ. 3.

7. C. Rojek, Capitalism and Leisure Theory, Λονδίνο και Νέα Υόρκη, Tavistock, 1985, σ. 2.

Σελ. 18
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/49/gif/19.gif&w=600&h=91532. Κουλούρη, Αθλητισμός

της εργασίας, και οι οποίες εξαρτώνται αναπόφευκτα από την ήδη ανεπτυγμένη κοινωνιολογία της εργασίας8.

Στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής η δεκαετία του 1970 υπήρξε καθοριστική ως προς την ανάπτυξη της κοινωνικής ιστορίας. Με εμφανείς τις επιρροές ευρωπαίων ιστορικών όπως ο Ε. P. Thompson, ο Eric Hobsbawm και ο Fernand Braudel, το ερευνητικό ενδιαφέρον στρέφεται προς νέες θεματικές περιοχές, όπως την ιστορία των γυναικών, των μαύρων, των πόλεων, την ιστορία του εργατικού κινήματος και την ιστορία του αθλητισμού και των σπορ, ενώ οι θεωρητικές προσεγγίσεις εμπλουτίζονται από την προβληματική ομόρων επιστημών, κυρίως της κοινωνιολογίας και της ανθρωπολογίας. Το δοκίμιο του Roland Barthes για την πάλη, του Foucault για τις στάσεις απέναντι στο σώμα, του Huizinga για το στοιχείο του παιχνιδιού στην κουλτούρα, του Norbert Elias για τη "διαδικασία πολιτισμού" αλλά και του Clifford Geertz για το "βαθύ παιχνίδι" είναι κάποια από τα έργα που επηρέασαν την ανάπτυξη της κοινωνικής ιστορίας του αθλητισμού.

Το γνωστό έργο του Huizinga Homo Ludens, δημοσιευμένο το 1938, αναλύει το στοιχείο που κατεξοχήν θεωρείται ότι χαρακτηρίζει την αθλητική δραστηριότητα, το παιχνίδι. Ο ίδιος ο Huizinga δεν προχωρεί σε παρόμοιες ταυτίσεις· αντίθετα, ανακαλύπτει το στοιχείο του παιχνιδιού σε κάθε πτυχή της κουλτούρας, ακόμη και σ' εκείνες που ορίζονται ως "ανώτερες", όπως για παράδειγμα η θρησκεία, η ποίηση, ο νόμος. Ο πολιτισμός στο σύνολό του νοείται ως παιχνίδι9. Ο Huizinga απορρίπτει κάθε βιοψυχολογική ερμηνεία, η οποία μπορεί να φωτίσει μεν σε ένα βαθμό τα κίνητρα και τα αποτελέσματα του παιχνιδιού αλλά είναι ανεπαρκής για την κατανόηση της φύσης και της σημασίας του. Παρόλο που υπάρχει μια μακρά παράδοση στοχασμού σχετικά με το παιχνίδι, ο Homo Ludens αποτελεί έναν σημαντικό σταθμό για τη νεότερη σκέψη, εντάσσοντας το παιχνίδι σε μια ιστορία της κουλτούρας. Το παιχνίδι αντιμετωπίζεται, συνεπώς, ως συμπεριφορά που εμπεριέχει ελευθερία από περιορισμούς και κατά τούτο έχει συμβάλει σημαντικά στην ανάπτυξη του πολιτισμού, εφόσον αυτή η ελευθερία είναι απαραίτητη για την καινοτομία και κατ' επέκταση για τη δημιουργία της 

————————————

8. Πβ. μια παρουσίαση των κοινωνιολογικών θεωριών για τον ελεύθερο χρόνο και τη σχόλη, μαζί με επιλογή κειμένων σε μετάφραση: Αλεξάνδρα Κορωναίου (επιμ.), Κοινωνιολογία του ελεύθερου χρόνου, μετάφρ. Κική Καψαμπέλη - Γιάννης Σταυρακάκης, Αθήνα, Νήσος, 1996.

9. "Δεν ήταν δύσκολο να δείξουμε ότι ένας ορισμένος παράγοντας παιχνιδιού λειτούργησε εντονότατα σ' ολόκληρη την πολιτισμική εξέλιξη και ότι παρήγαγε πολλές από τις θεμελιώδεις μορφές του κοινωνικού βίου. Το πνεύμα της παιγνιώδους άμιλλας είναι, ως κοινωνικά ορμέμφυτο, παλαιότερο από τον ίδιο τον πολιτισμό και εμποτίζει ολόκληρη τη ζωή σαν πραγματικό ένζυμο. [...] Ο πολιτισμός, στις αρχικές του φάσεις, παίζεται. Δεν γεννιέται από το παιχνίδι σαν ένα βρέφος που αποσπάται από τη μήτρα: γεννιέται στο και ως παιχνίδι, και ουδέποτε εγκαταλείπει το χώρο του παιχνιδιού": Johan Huizinga, Ο άνθρωπος και το παιχνίδι, (μετάφραση: Στέφανος Ροζάνης, Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος), Αθήνα 1989, σ. 257.

Σελ. 19
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/49/gif/20.gif&w=600&h=91532. Κουλούρη, Αθλητισμός

κουλτούρας10. Η θεωρία του Huizinga προκάλεσε κριτικές και αμφισβητήσεις από τις οποίες οι σημαντικότερες αναφέρονται στην παραγνώριση της οικονομικής λειτουργίας του παιχνιδιού αλλά και, κυρίως, στη σχέση μεταξύ πραγματικότητας και παιχνιδιού -η οποία ορίζεται από τον Huizinga ως αντιθετική11.

Η συναρπαστική ανθρωπολογική ανάλυση του Clifford Geertz για το "βαθύ παιχνίδι" θα επιτύχει να περιγράψει, τριανταπέντε χρόνια αργότερα, αυτή την απλή και ταυτόχρονα πολυσχιδή σχέση παιχνιδιού και κοινωνικής πραγματικότητας12. Με βάση το παράδειγμα των κοκορομαχιών στο Μπαλί, δείχνει πώς μια κοινωνία σκέφτεται και αναπαριστά τον εαυτό της, πώς "διαβάζει την εμπειρία της". Όλο το δίκτυο των συγγενικών και κοινωνικών συμμαχιών και αντιπαλοτήτων, η κοινωνική ιεραρχία επίσης, παρουσιάζονται δραματικά και μεταφορικά σε μια "συλλογικά αποδεκτή συμβολική δομή". Η συμμετοχή στο παιχνίδι, τα στοιχήματα, η νίκη, το χρήμα, οι συγκινήσεις δεν συνεπάγονται καμία αλλαγή στις κοινωνικές θέσεις· η κοινωνική κινητικότητα υπάρχει μόνο ως αίσθηση και όχι ως πραγματικότητα. Το παιχνίδι νοείται συνεπώς σαν ένας από τους πολλούς καθρέφτες μιας κοινωνίας, εκεί όπου μπορεί να αναζητηθεί η ερμηνεία της. Οι ανθρωπολογικές μελέτες πάντως που ακολούθησαν ήταν μάλλον σχηματικές και πρότειναν αναλύσεις που υπερτόνιζαν ένα μοναδικό ερμηνευτικό παράγοντα (π.χ. τη θρησκεία)13, με στόχο μια γενικευτική εξήγηση για τα παιχνίδια και τα σπορ. Παρά τις ερμηνευτικές αδυναμίες, η επικοινωνία της ανθρωπολογίας με την ιστορία διεύρυνε σημαντικά τις προσεγγίσεις, κυρίως των παραδοσιακών παιχνιδιών, και επέτρεψε τη διεπιστημονική ματιά σε ένα από τα θεωρούμενα ως "συνολικά κοινωνικά γεγονότα"14.

Τα άρθρα που έγραψε ο Norbert Elias σε συνεργασία με τον Eric Dunning από το 1966 ως το 1971 και τα οποία δημοσιεύθηκαν συγκεντρωμένα, μαζί με άλλα, το 1986 στον τόμο Quest for Excitement, δεν οριοθετούν απλώς μια τομή με τις

————————————

10. Πβ. Ε. Dunning, The Sociology of Sport. A Selection of Readings, Λονδίνο 1971, σ. 4.

11. Ο Eugen Fink αναλύει τη σχέση αυτή ως συμβιωτική, μελετώντας τη συμβολική λειτουργία του παιχνιδιού, ενώ ο Jacques Ehrmann θεωρεί ότι το παιχνίδι και η πραγματικότητα αποτελούν ένα και το αυτό πρόβλημα, γιατί το παιχνίδι δε συμβαίνει απομονωμένο ή σε αντίθεση με την υπόλοιπη πραγματικότητα. Βλ. Robert Anchor, "History and Play: Johan Huizinga and his Critics", History and Theory 17 (1978), σ. 63-93.

12. Cl. Geertz, The Interpretation of Cultures, Λονδίνο, Fontana Press, 1993 (α' έκδ. 1973), σ. 412-453.

13. Πβ. Marc Auge, "Football. De l'histoire sociale à l'anthropologie religieuse", Le Débat 19, Φεβρουάριος 1982, σ. 59-67. Παρόλο που στο άρθρο αυτό ο Auge προτείνει την ανάγνωση του ποδοσφαίρου, ως θεάματος κυρίως, μέσα από το ερμηνευτικό σχήμα της ανθρωπολογίας της θρησκείας, δεν προχωρεί σε κάποιες υποθέσεις εργασίας ούτε καν σε μια συνεκτική ερμηνευτική απόπειρα.

14. "Sport, religion et violence. Débat entre Alain Ehrenberg, Roger Chartier et Marc Auge", Esprit 125, Απρίλιος 1987, σ. 67.

Σελ. 20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/49/gif/21.gif&w=600&h=91532. Κουλούρη, Αθλητισμός

προηγούμενες ερμηνευτικές προτάσεις ως προς το παιχνίδι αλλά στην ουσία εφευρίσκουν ένα νέο αντικείμενο15. Η ρήξη με την προηγούμενη παράδοση εντοπίζεται στην απόρριψη μιας "οικουμενικής" αντίληψης για τα σπορ, η οποία αναγνώριζε την ύπαρξή τους σε όλες τις κουλτούρες, αρχαίες και σύγχρονες, ευρωπαϊκές και μη, και στη διαπίστωση, αντίθετα, της ασυνέχειας ανάμεσα στα παραδοσιακά παιχνίδια και το σύγχρονο αθλητισμό. Τα ιδιαίτερα γνωρίσματα των σύγχρονων σπορ μπορούν να συνοψισθούν, κατά τους Elias και Dunning, στη μείωση της βίας, στην ύπαρξη ενιαίων κανόνων που κωδικοποιούν τις πρακτικές, στην αυτονόμηση του παιχνιδιού (και του θεάματος του παιχνιδιού) σε σχέση με τις πολεμικές ή τελετουργικές αναμετρήσεις. Τα σπορ τοποθετούνται συνεπώς στη μακρά διάρκεια της "διαδικασίας του πολιτισμού", η οποία συνίσταται στη βαθμιαία εσωτερίκευση ενός δεδομένου βαθμού αυτο-ελέγχου και ευπρέπειας (gentility). Η διαδικασία "εξαθλητισμου" (sportization) δεν είναι δυνατή παρά μόνο σε μια κοινωνία όπου "οι πολιτικές εντάσεις έχουν ειρηνική και κανονισμένη μορφή, οι ομάδες που μετέχουν στις διαμάχες για την εξουσία αποδέχονται την ισότητα των ευκαιριών ως πολιτικοί δράστες και υπακούουν σε κανόνες κοινά αποδεκτούς"16. Το ιστορικό πλαίσιο αυτών των μετασχηματισμών τοποθετείται στην Αγγλία του 18ου αιώνα, όπου τόσο τα σπορ όσο και το κοινοβούλιο εκφράζουν την ίδια αλλαγή στη δομή εξουσίας και στην κοινωνική έξη εκείνης της τάξης που αναδείχθηκε μέσα από τους προηγούμενους αιώνες ως κυρίαρχη. Οι έριδες για την εξουσία χαρακτηρίζονται πλέον από τη μείωση της βίας ενώ το κοινωνικό πρότυπο συμπεριφοράς για τις ανώτερες τάξεις βασίζεται στην αξία της ευγένειας (civility).

Η ιστορικότητα της ερμηνείας που προτείνεται από τους Elias και Dunning, αν και προέρχεται από το χώρο της κοινωνιολογικής θεωρίας, αποκαλύπτει το ευρύ φάσμα επαφής ανάμεσα στην κοινωνιολογία και την ιστορία του αθλητισμού που παρατηρείται μετά τη δεκαετία του 1970. Το κοινωνιολογικό ενδιαφέρον για τα σπορ και τον αθλητισμό προηγήθηκε της ιστορικής έρευνας, κυρίως λόγω της μαζικότητας και εμπορευματοποίησης των σπορ και, συνεπώς, της αύξουσας παρουσίας τους στη σύγχρονη κοινωνία. Η ανάλυση της οργανωμένης σωματικής δραστηριότητας εντάχθηκε στα ευρύτερα κοινωνιολογικά ρεύματα των θεωριών του εκσυγχρονισμού και του νεομαρξισμού, χωρίς ωστόσο να αποφεύγονται σχηματοποιήσεις και μονοδιάστατες θεωρήσεις. Η θεωρητική συμβολή της κοινωνιολογικής έρευνας των σπορ στην ιστορική ανάλυση συνίσταται κυρίως στην υπόθεση ότι τα σπορ δεν είναι απλώς μια σωματική δραστηριότητα αλλά "μια κοινωνική διαδικασία μέσω της οποίας παράγονται πολιτισμικά σημαινόμενα"17.

————————————

15. Πβ. τον πρόλογο του Roger Chartier στη γαλλική μετάφραση του έργου: Sport et civilisation. La violence maîtrisée, Παρίσι, Fayard, 1994, σ. 7-24.

16. Στο ίδιο, σ. 22.

17. Richard Holt, Sport and the British. A Modem History, Οξφόρδη, Oxford University Press, 1990, σ. 359.

Σελ. 21
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/49/gif/22.gif&w=600&h=91532. Κουλούρη, Αθλητισμός

Η "μορφική" θεωρία18 των Elias και Dunning, παρόλο που έθεσε τις βάσεις για μια κοινωνιολογία των σπορ, γνώρισε σημαντική κριτική, κυρίως από τους νεομαρξιστές κοινωνιολόγους, για τη θεωρητική ενσωμάτωση εκ μέρους της στοιχείων λειτουργισμού, εξελικτισμού και περιγραφισμού19. Οι αδυναμίες της θεωρίας αποκαλύπτονται από τις προτάσεις των ερευνητών που πλαισιώνουν το Κέντρο Σύγχρονων Πολιτισμικών Σπουδών (cultural studies) και την "αναπτυξιακή" κοινωνιολογία του R. Gruneau20. Οι θεωρίες αυτές, με γκραμσιανές αναφορές21, εμμένουν στην έννοια της κοινωνικής διαίρεσης και διαμάχης αντί γι' αυτήν της ομαλής μετάβασης, στο ρόλο του κράτους και της κρατικής εξουσίας στις σύγχρονες κοινωνίες, στους περιορισμούς που επιβάλλει η καπιταλιστική κοινωνία, ενώ επιχειρούν να αποφύγουν τις παγίδες μιας ατομιστικής ή δομιστικής ανάλυσης22. Αυτό που αξίζει να επισημανθεί είναι ότι οι νέες αυτές τάσεις δεν απεμπολούν την ιστορική ερμηνεία, η οποία αντίθετα, όπως και στη θεωρία των Elias και Dunning, διατηρεί την αναλυτική της δύναμη.

Η κοινωνική ιστορία εκδηλώνει το ενδιαφέρον της για τα σπορ, τα ίδια περίπου χρόνια, γύρω από τη χρονική τομή του 1980. Με εξαίρεση τη γερμανική ιστοριογραφία, που είχε ήδη προσφέρει δείγματα παρόμοιας ενασχόλησης23, η

————————————

18. Η θεωρία αυτή ονομάζεται "μορφική" (figurational) επειδή βασική της θέση είναι ότι η κοινωνική ζωή μπορεί να γίνει αντιληπτή ως μια σειρά από "μορφώματα" (configurations), δηλ. δομές από αμοιβαία εξαρτώμενα άτομα. Η ίδια τάση περιγράφεται εξάλλου ως κοινωνιολογία της "διαδικασίας", σύμφωνα με το έργο του Ν. Elias Η Διαδικασία Πολιτισμού (Über den Prozess der Zivilisation, 1939). Βλ. την ελλ. έκδοση: Η εξέλιξη του πολιτισμού. Κοινωνιογενετικές και ψυχογενετικές έρευνες, μετάφραση Έμη Βαϊκούση, τ. Α'-Β', Αθήνα, Νεφέλη, 1997.

19. Βλ. J. Horne, D. Jary, "The Figurational Sociology of Sport and Leisure of Elias and Dunning: An Exposition and a Critique" στο J. Horne, D. Jary, A. Tomlinson, ό.π., σ. 86-112. Πβ. επίσης Ε. Dunning - Chris Rojek (εκδ.), Sport and Leisure in the Civilizing Process. Critique and Counter-Critique, Λονδίνο, Macmillan, 1992.

20. Πβ. R. Gruneau, Class, Sports, and Social Development, Amherst, The University of Massachusetts Press, 1983. Η ανάλυση του Gruneau ανήκει στον ευρύτερο χώρο της θεωρίας της "δόμησης" (structuration theory) του Anthony Giddens.

21. Πρόκειται κυρίως για το έργο του John Hargreaves και της Jennifer Hargreaves. Βλ. J. Hargreaves, Sport, Power and Culture: A Social and Historical Analysis of Popular Sports in Britain, Καίμπριτζ 1986 και Jennifer Hargreaves (εκδ.), Sport, Culture and Ideology, Λονδίνο 1982.

22. Πβ. την κριτική παρουσίαση της γκραμσιανιστικής ανάλυσης για τα σπορ στο D. Harris, From Class Struggle to the Politics of Pleasure. The Effects of Gramscianism on Cultural Studies, Λονδίνο, Routledge, 1992. Βλ. επίσης την απάντηση των οπαδών της "μορφικής" κοινωνιολογίας στην κριτική των νεομαρξιστών: Chris Rojek, "The Field of Play in Sport and Leisure Studies", στο Ε. Dunning - Chris Rojek (εκδ.), ό.π., σ. 1-35.

23. Βλ. C. Diem, Weltgeschichte des Sports und des Leiberziehung, Στουτγκάρδη 1960, H. Ueberhorst (εκδ.), Geschichte der Leibesübungen, Βερολίνο - Μόναχο - Φραγκφούρτη, Bartels und Wernitz, 1980. Πρόκειται πάντως για την ιστορική προσέγγιση όχι της ανάπτυξης του

Σελ. 22
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/49/gif/23.gif&w=600&h=91532. Κουλούρη, Αθλητισμός

αγγλοσαξονική και στη συνέχεια η γαλλική ιστοριογραφία εισάγουν τη θεωρητική συζήτηση και την εμπειρική έρευνα μόλις στα τέλη της δεκαετίας του 1970. Ακόμη και οι γενικές ιστορίες που μελετούν τις αντίστοιχες κοινωνίες του τέλους του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα, περίοδο όπου η παρουσία των σπορ είναι πλέον αισθητή και αντανακλά τη δυναμική των κοινωνικών αλλαγών, παραβλέπουν αυτή την πτυχή της κοινωνικής και πολιτισμικής πραγματικότητας. Τη σφαιρική αυτή ματιά κομίζει ο Eric Hobsbawm, ο οποίος, αν και δεν αφιέρωσε μια αυτοτελή μελέτη στα σπορ, πρόσφερε ένα πειστικό ερμηνευτικό σχήμα παρουσιάζοντας τα σπορ ως στοιχείο νεοτερικό -μια από τις "εφευρημένες παραδόσεις" της καμπής του 19ου αιώνα, παράγοντα διάκρισης και συνοχής ταυτόχρονα για την ευρωπαϊκή μεσαία τάξη24.

Η Γαλλία παρακολουθεί με σχετική καθυστέρηση τις εξελίξεις της ιστοριογραφίας του αθλητισμού στο γερμανικό και αγγλοσαξονικό χώρο, ίσως γιατί για τη γαλλική κοινωνία οι αθλητικές δραστηριότητες δεν κατείχαν τη θέση που είχαν από τις αρχές του 19ου αιώνα ήδη για τη Γερμανία η Turnbewegung (γυμναστική κίνηση) και για την Αγγλία τα σπορ. Δεν είναι εντούτοις τυχαίο ότι και στη Γαλλία η θεωρητική συζήτηση ανοίγει από την κοινωνιολογία. Η μικρή μελέτη του Pierre Bourdieu το 1978 με θέμα "Πώς μπορούμε να είμαστε σπορτίφ;" θέτει για πρώτη φορά στη γαλλική βιβλιογραφία ζητήματα σχετικά με την ιστορία των σπορ την οποία αντιμετωπίζει ως "ιστορία σχετικά αυτόνομη", ενώ επιχειρεί και κάποιες πρώτες ερμηνείες με βάση το σχήμα της κοινωνικής προσφοράς και ζήτησης: "να εξετασθεί το σύνολο των αθλητικών πρακτικών και κατανάλωσης που προσφέρονται στους κοινωνικούς παράγοντες [...] ως μια προσφορά προορισμένη να απαντήσει σε μια συγκεκριμένη κοινωνική ζήτηση"25. Οι βασικές θέσεις του Bourdieu συμφωνούν με τις αντίστοιχες των συναδέλφων του Elias και Dunning και τις κυρίαρχες τάσεις της κοινωνιολογίας των σπορ της δεκαετίας του 1970. Η ιστορική ερμηνεία είναι επίσης παρούσα, εφόσον τα σπορ αντιμετωπίζονται ως ένα σύνολο "κοινωνικών πρακτικών εντελώς ιδιαίτερων" που δεν μπορούν να αναχθούν "στο απλό τελετουργικό παιχνίδι η στην εορταστική ψυχαγωγία". Διαφέρουν συνεπώς από τα παραδοσιακά παιγνίδια και είναι προϊόν κοινωνικών, οικονομικών και πολιτισμικών αλλαγών. Παρόλο που το άρθρο του Bourdieu μπορεί να θεωρηθεί το πρώτο που παρουσιάζει τις ερευνητικές αναζητήσεις

————————————

αθλητισμού στο πλαίσιο της σύγχρονης βιομηχανικής κοινωνίας, όπως είναι η περίπτωση των αγγλικών ερευνών, αλλά της ιστορίας του γερμανικού γυμναστικού κινήματος (Turnbewegung) σε συνδυασμό με τον γερμανικό εθνικισμό.

24. Ε. Hobsbawm, "Mass - Producing Traditions: Europe, 1870-1914" στο Ε. Hobsbawn - T. Ranger (εκδ.), The Invention οf Tradition, Καίμπριτζ, Cambridge University Press, 1984, σ. 288-289, 298-303. Πβ. του ίδιου, The Age of Empire 1875-1914, Λονδίνο, Weidenfeld and Nicolson, 1987, σ. 179-183.

25. P. Bourdieu, "Comment peut-on être sportif?", Questions de sociologie, Παρίσι, Minuit, 1980, σ. 173-195.

Σελ. 23
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/49/gif/24.gif&w=600&h=91532. Κουλούρη, Αθλητισμός

για το θέμα, το πρώτο κείμενο που θα αποτυπώσει τους σύγχρονους προβληματισμούς και θα καταστρώσει ένα πρόγραμμα γι' αυτό που θα μπορούσε να είναι μια ιστορία των σπορ είναι το άρθρο των Roger Chartier και Georges Vigarello, δημοσιευμένο το 1982 26.

Μέχρι τη δεκαετία του 1970 εξάλλου, αλλά και αργότερα, παράλληλα με τις νέες τάσεις, καλλιεργείται μια "πολεμική ιστορία" του αθλητισμού, δημοσιογραφικού περισσότερο χαρακτήρα -κάποιες φορές και αυστηρά ιστοριοδιφικού- η οποία εξαντλείται στην καταγραφή των αθλητικών αναμετρήσεων και επιδόσεων, διανθισμένη με ανεκδοτολογικές περιγραφές για κάποιο σημαντικά αθλητικό σύλλογο ή για επιφανείς αθλητές. Ο επικός χαρακτήρας της αφήγησης και η αγιογραφικού τύπου βιογραφία, στοιχεία που διακρίνουν και τον αθλητικό τύπο, αποτελούν τα γνωρίσματα και αυτής της ιδιότυπης ιστοριογραφικής παραγωγής. Εκτός από την αθλητική μυθολογία, μια ομάδα έργων, κυρίως την τελευταία δεκαετία και για λόγους προφανείς, ασχολείται με τις εμπορικές όψεις της αθλητικής δραστηριότητας27. Οι συγγραφείς παρόμοιων έργων προέρχονται κατά κανόνα από το χώρο του αθλητισμού -συχνά είναι κάτοχοι σημαντικών διοικητικών θέσεων σε αθλητικά σωματεία ή στις αρμόδιες κρατικές υπηρεσίες- ή είναι δημοσιογράφοι28.

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΟΓΡΑΦΙΑ ΤΟΥ ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΕΘΝΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ

Η ανάπτυξη της ιστοριογραφίας του αθλητισμού στην Ελλάδα δεν είναι ανεξάρτητη, όπως είναι φυσικό, από τις διεθνείς και εγχώριες εξελίξεις των κοινωνικών επιστημών. Η καθυστέρηση της ένταξης των σπορ στη θεματική της ιστορίας και της κοινωνιολογίας αποτελεί συνεπώς αναπόφευκτο σύμπτωμα και της ελληνικής βιβλιογραφίας. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν δημοσιεύματα σχετικά με τον αθλητισμό, τη γυμναστική και τα σπορ ήδη από τα τέλη του προηγούμενου αιώνα. Το έναυσμα δόθηκε στην ουσία με την αναβίωση των Ολυμπιακών Αγώνων και την επιλογή της Αθήνας ως πρώτου τόπου για τη

————————————

26. R. Chartier, G. Vigarello, "Les trajectoires du sport. Pratiques et spectacle", Le Débat 19 (Φεβρ. 1982), σ. 35-58. Το άρθρο του P. Bourdieu, ό.π., ενέπνευσε σε μεγάλο βαθμό και τους Chartier και Vigarello, όπως οι ίδιοι σημειώνουν. Στη Γαλλία πάντως, σημαντική θέση κατέχουν οι ανθρωπολογικές μελέτες για τα σπορ (M. Auge, Al. Ehrenberg, J.-P. Callède). Τα τελευταία χρόνια, εξάλλου, παρατηρείται εκδοτική δραστηριότητα στην ιστορία των σπορ και της γυμναστικής με κέντρο την Λυόν και τον εκεί καθηγητή Pierre Arnaud.

27. Πβ. Ε. Pessen, "Life, baseball and the intellectuels", Reviews in American History 20 (1992), σ. 111-116 και R. Renson, M. Lämmer, J. Riordan, Practising Sport History, International HISPA Seminar, Institute of Physical Education of the Catholic University of Leuven, December 5-8, 1986, Sankt Augustin, Academia Verlag Richarz, 1987.

28. Πβ. όσα γράφει στην εισαγωγή του ο Richard Holt, Sport and Society in Modern France, Λονδίνο 1981, σ. 1-2.

Σελ. 24
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/49/gif/25.gif&w=600&h=91532. Κουλούρη, Αθλητισμός

διεξαγωγή τους. Έτσι, παρόλο που και νωρίτερα επισημαίνονται μελέτες που παρουσιάζουν, έστω και αποσπασματικά, την ιστορία της γυμναστικής, το 1896 αποτελεί την ουσιαστική αφετηρία για μια παρόμοια δραστηριότητα. Έκτοτε, απόπειρες ιστορικής σύνθεσης, εκλαϊκευτικής ή μη μορφής, σημειώνονται σταθερά, με πυκνότητες που μια εξαντλητική απογραφή θα μπορούσε να μας περιγράψει29. Η βιβλιογραφική αυτή παραγωγή παρουσιάζει αναμενόμενες ανισότητες, εφόσον ούτε ξεχωριστά κλάδο συγκροτεί ούτε οι συγγραφείς της προέρχονται από έναν συγκεκριμένο επιστημονικό χώρο. Άλλωστε, στο μεγαλύτερο μέρος της δεν έχει καν επιστημονικό χαρακτήρα.

Ως προς το περιεχόμενο, μπορούμε να απαριθμήσουμε τις γενικές ιστορίες της γυμναστικής, τις μονογραφίες για ένα συγκεκριμένο σπορ -συνήθως από τα δημοφιλέστερα κάθε εποχής- ή για κάποιον αθλητικό σύλλογο, τις τοπικές αθλητικές ιστορίες. Ένας σημαντικός αριθμός έργων, εξάλλου, αναφέρεται στην αρχαιότητα και στους αρχαίους αθλητικούς αγώνες. Παρά τις προφανείς διαφορές και αποκλίσεις, τόσο θεματικές όσο και ποιοτικές, μεταξύ όλων αυτών των έργων, είναι δυνατό να επισημανθούν κάποια κοινά χαρακτηριστικά, τα οποία επιτρέπουν και τη συνολική αποτίμηση. Πολύ σχηματικά, η ιστοριογραφία της φυσικής αγωγής στην Ελλάδα έως τα πολύ πρόσφατα χρόνια διακρίνεται από: α') ερασιτεχνισμό, β') έλλειψη αυτονομίας, γ') απουσία θεωρητικού προβληματισμού και δ') ελληνοκεντρισμό.

Ο ερασιτεχνικός και μη αυτόνομος χαρακτήρας της ιστοριογραφίας της φυσικής αγωγής οφείλεται στην καθυστέρηση με την οποία οργανώθηκε η γυμναστική εκπαίδευση στην Ελλάδα30, στην περιθωριακή θέση, ακόμη και απουσία, ειδικού κλάδου ιστορίας της γυμναστικής και του αθλητισμού στο πλαίσιο αυτής της εκπαίδευσης, αλλά και στην έλλειψη επαφής με την επιστήμη της ιστορίας. Πράγματι, οι συγγραφείς παρόμοιων έργων δεν έχουν καμία σχέση με την ιστορική επιστήμη, ούτε ως προς την επιστημονική τους κατάρτιση ούτε ως προς την επαγγελματική τους θέση. Είναι κατά κανόνα γυμναστές, καθηγητές της γυμναστικής στη μέση εκπαίδευση ή στις γυμναστικές ακαδημίες, κάτοχοι κρατικών θέσεων με αρμοδιότητες σχετικές με τη διδασκαλία της γυμναστικής ή, σπανιότερα, διοικητικά στελέχη του αθλητισμού. Η εξοικείωση με τις μεθόδους, τα αναλυτικά εργαλεία και τα προβλήματα της ιστορικής έρευνας είναι μηδαμινή έως ανύπαρκτη.

Από το χώρο της ιστορίας, της αρχαιολογίας ή, πάντως, μιας λογιοσύνης που

————————————

29. Η μόνη συστηματική βιβλιογραφία δημοσιευμάτων σχετικών με τη γυμναστική και τον αθλητισμό εκδόθηκε το 1934 και καλύπτει την περίοδο 1829-1934: Ευάγγελος Γ. Καλφαρέντζος, Ελληνική Γυμναστική Βιβλιογραφία, 1829-1931, Θεσσαλονίκη 1934. Για την περίοδο αυτή, καταγράφονται 449 δημοσιεύματα από τα οποία 35 αποτελούν ιστορικές μελέτες για τη γυμναστική και τον αθλητισμό.

30. Βλ. εδώ σ. 48 κ.εξ. και για τον όρο "φυσική αγωγή" ειδικότερα, σ. 58, σημ. 44.

Σελ. 25
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/49/gif/26.gif&w=600&h=91532. Κουλούρη, Αθλητισμός

δεν σχετίζεται με τη σωματική άσκηση, προέρχονται ωστόσο κάποιοι από εκείνους που ασχολούνται με την ιστορία της γυμναστικής στην αρχαιότητα, τους αρχαίους Ολυμπιακούς Αγώνες και τους αρχαίους αθλητικούς θεσμούς. Η ιδιαίτερη βαρύτητα που έχει για τη νεοελληνική συνείδηση η αρχαιότητα προσδίδει σ' αυτό το κομμάτι της ιστορίας του αθλητισμού μια ξεχωριστή λειτουργία. Ιδιαίτερα μετά την αναβίωση των Ολυμπιακών Αγώνων και τη διοργάνωσή τους στην Αθήνα το 1896, εγκαθιδρύεται η έννοια της συνέχειας σε έναν επιπλέον τομέα του εθνικού βίου31. Κατά συνέπεια, η ιστορία της φυσικής αγωγής ξεκινάει από την αρχαιότητα και, κατά τούτο, εγγράφεται αρμονικά στο κυρίαρχο έκτοτε ρεύμα της εθνικής ιστοριογραφίας. Σε πλήρη αναλογία με τη γενική ιστορία της Ελλάδας, η ιστορία του ελληνικού αθλητισμού ανασυνθέτει τη διαχρονική συνέχεια της σωματικής άσκησης των Ελλήνων, προσθέτοντας σταδιακά ακόμη και τις λιγότερο "αθλητικές" περιόδους, όπως το θεοκρατούμενο Βυζάντιο. Είναι αξιοσημείωτο ότι τα στάδια αυτά παρακολουθούν απολύτως τους ρυθμούς ένταξης των αντίστοιχων περιόδων στην εθνική ιστοριογραφία: πρώτα η Τουρκοκρατία και μετά το Βυζάντιο.

Οι απόψεις αυτές, που παγιώνονται περί τα τέλη του 19ου αιώνα, επιβάλλουν μια ιστορία του αθλητισμού "από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι των καθ' ημάς", θεμελιωμένη στην έννοια της συνέχειας. Στην ουσία πρόκειται για μια γενεαλογία της σωματικής άσκησης, η οποία ανακαλύπτεται ως ιδιάζον εθνικό χαρακτηριστικό σε κάθε ιστορική περίοδο. Το ιστοριογραφικό αυτό σχήμα παρακολουθεί αναμφισβήτητα ανάλογες ερμηνευτικές προτάσεις από τη δυτικοευρωπαϊκή ιστοριογραφία του αθλητισμού, όπου επίσης οι σύγχρονοι αγώνες, και κυρίως κάποια είδη σπορ, θεωρούνται ότι προέρχονται από μεσαιωνικά παιγνίδια. Η έννοια της εξέλιξης, η αναζήτηση της "αρχής" των φαινομένων, που χαρακτηρίζουν γενικότερα τη δυτικοευρωπαϊκή ιστοριογραφία της εποχής, μεταφέρονται mutatis mutandis στη σύγχρονή της ιστορία του αθλητισμού.

Στην Ελλάδα, παρόλο που η σύνδεση αρχαίων και νεότερων αγώνων κρυσταλλώνεται γρήγορα, η ιστορία του ελληνικού αθλητισμού βρίσκει την πρώτη συνολική έκφραση της στο έργο του Ευάγγελου Παυλίνη Ιστορία της Γυμναστικής, που δημοσιεύεται το 1927 32. Το έργο αυτό αφενός συνοψίζει και συνθέτει τις

————————————

31. Τις απόψεις αυτές για τη συνέχεια της σωματικής άσκησης στον ελληνικό χώρο από την αρχαιότητα ως την Επανάσταση τις βρίσκουμε διατυπωμένες σε συνοπτική μορφή και με συντομία στο λόγο που εκφώνησε ο Σπ. Λάμπρος στα εγκαίνια του γυμναστηρίου του Πανελληνίου Γ.Σ. στις 8 Ιανουαρίου 1895: "Επί τοις εγκαινίοις του Γυμναστηρίου του Πανελληνίου Γυμναστικού Συλλόγου", Λόγοι και άρθρα, Αθήνα 1902, σ. 241-245.

32. Το έργο γνώρισε πολλές επανεκδόσεις. Τυπώθηκε μάλιστα και το 1953 από τον Οργανισμό Εκδόσεως Σχολικών Βιβλίων. Πριν από τον Παυλίνη και ο Χρυσάφης είχε δημοσιεύσει μελέτες για την ιστορία του ελληνικού αθλητισμού αλλά δεν είχε προχωρήσει σε μια συνολική σύνθεση.

Σελ. 26
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/49/gif/27.gif&w=600&h=91532. Κουλούρη, Αθλητισμός

απόψεις που είχαν εκφραστεί από το τέλος του περασμένου αιώνα και αφετέρου κληροδοτεί μια συγκεκριμένη ερμηνευτική πρόταση για επόμενες μελέτες. Η παρουσίαση, συνεπώς, του σχήματος που προτείνει ο Παυλίνης περιγράφει στην ουσία την κυρίαρχη τάση στην ιστορία του ελληνικού αθλητισμού έως σήμερα.

Ο Παυλίνης, για να υπερπηδήσει τις αντιφάσεις που εμπλέκονται στο κρίσιμο ζήτημα της συνέχειας, υιοθετεί τη διάκριση μεταξύ γυμναστικής -την οποία ορίζει ως "συνειδητήν χρησιμοποίησιν της κινήσεως προς διάπλασιν και προαγωγήν του ανθρώπου"33- και παιγνιδιών και αγωνισμάτων. Χάρη σ' αυτή τη διάκριση μπορεί να διαπιστώσει ότι η περίοδος μετά την κατάργηση των Ολυμπιακών Αγώνων το 394 μ.Χ. και ως την ίδρυση του ελληνικού κράτους χαρακτηρίζεται μεν από μια αδιαφορία ως προς τη γυμναστική αλλά ότι συνεχίζονται τα αγωνίσματα και ο θαυμασμός προς τη σωματική ρώμη. Η συνέχεια συνεπώς εντοπίζεται όχι στη "γυμναστικήν συνείδησιν" αλλά στα παιγνίδια και τα αγωνίσματα, τα οποία στο ύστερο Βυζάντιο έχουν και δυτικοευρωπαϊκή προέλευση. Για την εποχή της Τουρκοκρατίας, οι κλέφτες προτείνονται ως το πρότυπο της σωματικής αρετής. Ωστόσο, η ανάπτυξη του Παυλίνη είναι πολύ περιορισμένη γι' αυτή την περίοδο, επειδή και η ελληνική ιστοριογραφία δεν έχει ακόμη ασχοληθεί συστηματικά με την Τουρκοκρατία.

Το ιστοριογραφικό κενό αλλά και η ασάφεια που χαρακτηρίζει την έννοια της συνέχειας επιτρέπουν, στο χώρο της ιστορίας του αθλητισμού, την επιβολή της ακόλουθης εικόνας για τη σωματική άσκηση των Ελλήνων κατά την εποχή της οθωμανικής κυριαρχίας:

"Αλλά μήπως και οι πρωτεργάται της εθνικής μας παλιγγενεσίας δεν ήσαν όλοι αθληταί; Φύσει, όχι μόνον θέσει, αθλητικοί ήρωες, οι αρματωλοί και οι κλέφτες του '21 έτρεχαν, πηδούσαν τα βουνά και τα λαγκάδια, έριχναν το λιθάρι σε απόσταση βολής, πραγματοποιούσαν ασφαλώς τα πλέον απίθανα ρεκόρ με τη σωματική ανδρεία τους. Έτσι η εθνική αυτοσυνείδησις ξύπνησε μέσα στη φυλή μας με τους πρωταθλητάς του '21. Κι αυτοί οι ίδιοι -άγνωστοι και γνωστοί ήρωες- ακολουθούσαν πιστά κι' ασυνείδητα την απ' αιώνων παράδοσι του Ελληνικού θρύλου, σαν σιδερένιοι κρίκοι μιας ίδιας αλυσίδας..."34.

Με βάση τα δημοτικά τραγούδια, η περίοδος της Τουρκοκρατίας περιγράφεται ως η καθεαυτό συνέχεια του αρχαιοελληνικού γυμναστικού ιδεώδους. Η σωματική άσκηση στην περίπτωση των κλεφτών θεωρείται πως έχει σκοπό την "τελειοποίησιν και εξευγένισιν" του σώματος και ότι αποτελεί το μέσο για την εθνική αναγέννηση και ακμή35. Στο θαυμασμό για τα ωραία σώματα και την

————————————

33. Ε. Παυλίνης, Ιστορία της γυμναστικής, Αθήνα, Ο.Ε.Σ.Β., 1953, σ. 381.

34. Αθήνα Κ. Σπανούδη, Ο αθλητισμός σύγχρονη θρησκεία, Αθήνα 1931, σ. 16-17.

35. Βλ. Α. Θ. Σπηλιωτόπουλος, Οι Ολυμπιακοί Αγώνες διά των Αιώνων. Οι αγώνες παρ' Έλλησι, Ρωμαίοις, Βυζαντινοίς και Φράγκοις. Αρματωλικοί και Νεώτεροι χρόνοι, Αθήνα 1906 (β' έκδ.), σ. 182-203. Η α' έκδοση, το 1896.

Σελ. 27
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/49/gif/28.gif&w=600&h=91532. Κουλούρη, Αθλητισμός

κορμοστασιά των κλεφτών ανακαλύπτεται η λατρεία του κάλλους των αρχαιοελληνικών αγαλμάτων. Σε παρόμοια έργα, ανιχνεύεται έτσι μια διαφοροποιημένη αντίληψη για την Ελληνική Επανάσταση, εκείνη που τη συνδέει με τη σωματική και όχι αποκλειστικά με την πνευματική αναγέννηση του ελληνικού έθνους. Οι κλέφτες θεωρούνται πρωτίστως ως αθλητές, γνήσιοι απόγονοι -και γι' αυτό το λόγο- των αρχαίων ολυμπιονικών. Γίνονται λοιπόν ο κρίκος της συνέχειας ως προς ένα από τα σημαντικότερα συστατικά στοιχεία του αρχαιοελληνικού πολιτισμού, τη σωματική άσκηση και τους αθλητικούς αγώνες.

Με πιο αργούς ρυθμούς από την εθνική ιστοριογραφία, αλλά σε πλήρη αναλογία προς αυτή, η εθνική αθλητική ιστορία ανακαλύπτει -σωστότερα κατασκευάζει- μία μία τις ψηφίδες του αφηγήματος της συνέχειας. Μετά το λιθάρι και το πήδημα των κλεφτών ανακαλύπτεται ο βυζαντινός ιππόδρομος. Αναπαράγεται κατ' αυτό τον τρόπο ως τις μέρες μας, παρά τα χρόνια που έχουν παρέλθει και τα νέα δεδομένα της ιστορικής έρευνας, το ξεπερασμένο σχήμα μιας πορείας της σωματικής άσκησης από τη Μινωική Κρήτη ως σήμερα, όπου συμφύρονται αντιφατικές εκδηλώσεις και πρακτικές, όπως είναι οι αρχαίοι αγώνες, τα λαϊκά παιχνίδια, οι συλλογικοί τρόποι ψυχαγωγίας, η γυμναστική και οι σύγχρονοι Ολυμπιακοί Αγώνες.

Η μελέτη λοιπόν που θα θελήσει να θέσει εξαρχής το πρόβλημα της εμφάνισης και εξάπλωσης των σπορ και της γυμναστικής στην Ελλάδα θα πρέπει να απελευθερωθεί από τα ιδεολογήματα και τα στερεότυπα του παρελθόντος -και του παρόντος- και να επιχειρήσει να προτείνει μια πειστική ερμηνεία που θα εγγράφεται στο μεθοδολογικό πλαίσιο της κοινωνικής και πολιτισμικής ιστορίας. Σε μια παρόμοια προσέγγιση, και δεδομένου ότι τα σπορ δεν αποτελούν αποκλειστικά στοιχείο ιδιάζον μιας συγκεκριμένης στο χώρο και το χρόνο κοινωνίας, είναι χρήσιμα τα πορίσματα που κομίζει η ήδη ώριμη δυτική κοινωνιολογική και ιστορική έρευνα. Η χρήση του συγκριτικού πλαισίου θα συμβάλει να φωτίσουμε τόσο τις ιδιαιτερότητες της ελληνικής περίπτωσης όσο και τη συμμετοχή της στους ευρύτερους μετασχηματισμούς της ευρωπαϊκής κοινωνίας. Οι βασικές έννοιες, έννοιες-εργαλεία, που θα χρησιμοποιήσουμε στην ανάλυσή μας είναι η κοινωνικότητα, η εθελοντική συσσωμάτωση και ο ελεύθερος χρόνος.

ΣΩΜΑΤΕΙΑΚΗ ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΚΑΙ ΝΕΕΣ ΜΟΡΦΕΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΤΗΤΑΣ

Η κοινωνικότητα, πέρα από τους ορισμούς που συνηθίζουν να δίνουν τα λεξικά τονίζοντας την πανανθρώπινη ή την ατομική διάσταση, μπορεί να εφαρμοστεί σε συγκεκριμένες ανθρώπινες ομάδες και να ποικίλλει ιστορικά, θεωρώντας ως ιστορική κατηγορία έναν όρο δανεισμένο από τη συλλογική ψυχολογία, θα πρέπει να ερμηνεύσουμε την κοινωνικότητα ως το αποτέλεσμα συγκεκριμένων 

Σελ. 28
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/49/gif/29.gif&w=600&h=91532. Κουλούρη, Αθλητισμός

κοινωνικών, οικονομικών και εν τελεί ιστορικών σχέσεων36. Ως ερευνητικό αντικείμενο η κοινωνικότητα, στον ενικό ή τον πληθυντικό, έχει απασχολήσει τους κοινωνιολόγους από τις αρχές του αιώνα και, πιο πρόσφατα, τους ανθρωπολόγους. Η Σχολή του Σικάγο, μελετώντας το αστικό φαινόμενο, ασχολήθηκε συστηματικά με την κοινωνικότητα, αναλύοντας τις οικογενειακές και φιλικές σχέσεις καθώς και τις σχέσεις γειτνίασης. Μέσω παρόμοιων μελετών, η κοινωνικότητα απέκτησε έναν "περισσότερο εμπειρικά ορισμό που επιμένει στο κοινωνικό περιεχόμενο των σχέσεων"37. Στις περισσότερες αναλύσεις δεν περιέχεται, αφετηριακά ή συμπερασματικά, κάποιος ορισμός της κοινωνικότητας. Στην πραγματικότητα, θεωρείται ως "αυτονόητος" και, πάντως, οι ορισμοί που δίνονται είναι πάντα εξαιρετικά ευρείς. Ενδεικτικός είναι, για παράδειγμα, ο ορισμός που προτείνει η Claire Bidart: "[κοινωνικότητα είναι] το σύνολο των κοινωνικών σχέσεων, πραγματικών και βιωμένων, που συνδέουν το άτομο με άλλα άτομα με διαπροσωπικούς και/ή ομαδικούς δεσμούς"38. Η κοινωνικότητα προσδιορίζεται από μια σειρά από συνδεόμενες και αλληλεξαρτώμενες μεταβλητές, όπως π.χ. η ηλικία, το φύλο, το επάγγελμα. Οι απόπειρες ταξινόμησης και κατηγοριοποίησης των διάφορων μορφών κοινωνικότητας έχουν οδηγήσει, τους κοινωνιολόγους κυρίως, σε κάποιες τυπολογίες που μπορούν να αποδειχθούν χρήσιμες και σε μια ιστορική μελέτη. Η πρώτη διάκριση, η οποία κατεξοχήν είναι εφαρμόσιμη στη μελέτη των σωματείων, είναι μεταξύ τυπικής και άτυπης ή οργανωμένης και αυθόρμητης κοινωνικότητας. Οι κοινωνικές σχέσεις που αναπτύσσονται στο πλαίσιο των εθελοντικών συσσωματώσεων εγγράφονται στην κατηγορία της τυπικής και οργανωμένης κοινωνικότητας. Η δεύτερη διάκριση αναφέρεται στον συλλογικό (δηλ. ομαδικό) ή στον ατομικό (δηλ. διαπροσωπικό) χαρακτήρα της κοινωνικότητας, διάκριση εξίσου λειτουργική για την ανάλυση των σχέσεων που μπορούν να αναπτυχθούν μεταξύ των μελών μιας δεδομένης ομάδας, που μπορεί επίσης να είναι ένα σωματείο. Η τρίτη διάκριση, η οποία ωστόσο είναι δύσκολο να 

————————————

36. M. Agulhon, Le cercle dans la France bourgeoise 1810-1848. Étude d'une mutation de sociabilité, Παρίσι, A. Colin, 1977, σ. 8-11, και του ίδιου, "Introduction. La sociabilité est-elle objet de l'histoire?", στο É. François (επιμ.), Sociabilité et société bourgeoise en France, en Allemagne et en Suisse 1750-1850..., Παρίσι, Éditions Recherche sur les Civilisations, 1986, σ. 13-22.

37. Claire Bidart, "Sociabilités: quelques variables", Revue Française de Sociologie 29/4 (nov.-déc. 1988), σ. 621.

38. Στο ίδιο, σ. 623. Αντίστοιχα, οι Étienne François και Rolf Reichardt δίνουν τον ακόλουθο ορισμό που υιοθέτησαν στη δική τους έρευνα: "η κοινωνικότητα [...] περιλαμβάνει τις συγκεκριμένες μορφές, τους τρόπους (modalités), τις δομές και τις διαδικασίες της κοινωνικοποίησης και της ώθησης σε επικοινωνία που διασχίζει όλο το πεδίο της κοινωνικής πρακτικής, ανάμεσα στην οικογένεια αφενός και το κράτος και τα συγκροτημένα σώματα (κόμματα) αφετέρου". É. François - R. Reichardt, "Les formes de sociabilité en France du milieu du XVIIIe siècle au milieu du XIXe siècle", Revue d'histoire moderne et contemporaine 34 (juillet · sept. 1987), σ. 455.

Σελ. 29
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/49/gif/30.gif&w=600&h=91532. Κουλούρη, Αθλητισμός

εφαρμοστεί στην ιστορική ανάλυση, στηρίζεται στην "ένταση" των σχέσεων που αναπτύσσονται μεταξύ των προσώπων39.

Σε μια συγχρονική ή διαχρονική προσέγγιση της κοινωνικότητας σε συνδυασμό με το φαινόμενο της εθελοντικής συσσωμάτωσης, η πυκνότητα της παρουσίας των σωματείων είναι δυνατό να θεωρηθεί ως ένας δείκτης κοινωνικότητας τυπικής, δημόσιας και θεσμοθετημένης, θα μπορούσαμε μάλιστα να υποστηρίξουμε ότι αυτά είναι και τα χαρακτηριστικά της "νέας", νεοτερικής κοινωνικότητας σε αντιδιαστολή με την παραδοσιακή, που χαρακτηριζόταν αντίστοιχα από το άτυπο, ιδιωτικό και ανοργάνωτο, χωρίς βεβαίως αυτό να σημαίνει ότι η παρουσία τυπικών μορφών κοινωνικότητας ακυρώνει την ύπαρξη, παράλληλα, άτυπων μορφών, όπως είναι για παράδειγμα το καφενείο ή, στο χωριό και στη γειτονιά, το κουρείο.

Γι' αυτό το λόγο άλλωστε η pub θεωρείται στην Αγγλία του 19ου αιώνα ως η "εθελοντική συσσωμάτωση του εργάτη", ενώ ο Π. Νιρβάνας γράφει το 1910: "Ό,τι είνε διά τον Άγγλον το χομ, το σουΐτ χομ, είνε διά τον Έλληνα το καφενεϊον"40. Χώρος ανδροκρατούμενος, όπου ανθούσαν οι πολιτικές συζητήσεις, γίνονταν οικονομικές συναλλαγές αλλά επίσης σύχναζαν λογοτέχνες και δημοσιογράφοι, το καφενείο αποτελεί για την Ελλάδα της περιόδου που εξετάζουμε τον σημαντικότερο ίσως χώρο ανδρικής άτυπης κοινωνικότητας για όλα τα κοινωνικά στρώματα. Το καφενείο μάλιστα, όπως έχει υποστηρίξει ο Maurice Agulhon, εμφανίζει συγγένεια με το σωματείο και συχνά συγχέεται μαζί του, στα μικρότερα αστικά κέντρα, όπου μπορεί να προσφέρει το χώρο για την κοινωνική επαφή μιας σταθερής πελατείας41. Το καφενείο και το σωματείο συγκροτούν αυτούς τους ενδιάμεσους χώρους όπου μπορούν να αναπτυχθούν κοινωνικοί δεσμοί "διαφορετικοί από εκείνους που χαρακτηρίζουν την οικογένεια αφενός ή από εκείνους που επιβάλλουν οι δομές εξουσίας αφετέρου"42. Άλλωστε, όπως και στο σωματείο, "αν και οι εντός καφενείου σχέσεις μπορεί να αντανακλούν γνωρίσματα εξωτερικά του καφενείου [π.χ. κοινωνική τάξη], ωστόσο αυτές οι εξωτερικές ιδιότητες έρχονται να καταγραφούν σ' ένα πεδίο σχέσεων που ανήκουν στο καφενείο, που καταρχάς διαμορφώνονται μέσα σ' αυτό και σύμφωνα με έναν κώδικα που προσιδιάζει αποκλειστικά στο καφενείο"43. Έτσι η αντίθεση ανάμεσα στον

————————————

39. Για την εφαρμογή αυτών και άλλων διακρίσεων ως προς τους διαφορετικούς τύπους κοινωνικότητας, βλ. Claire Bidart, ό.π., σ. 624-626.

40. Π. Νιρβάνας, "Μάι σουΐτ χομ!", εφ. Εστία, 25 Ιουλίου 1910 στο Γ. Παπακώστας, Φιλολογικά σαλόνια και καφενεία της Αθήνας, β' έκδ., Αθήνα, Εστία, 1991, σ. 34, σημ. 9. Για την Αγγλία, βλ. P. Bailey, Leisure and Class in Victorian England. Rational Recreation and the Contest for Control, 1830-1885, Λονδίνο 1978, σ. 171.

41. M. Agulhon, Le cercle..., ό.π., σ. 54-57.

42. Hélène Desmet-Grégoire - Fr. Georgeon (εκδ.), Cafés d'Orient revisités, Παρίσι, CNRS, 1997, σ. 20.

43. Ευθ. Παπαταξιάρχης, "Ο κόσμος του καφενείου. Ταυτότητα και ανταλλαγή στον

Σελ. 30
Φόρμα αναζήτησης
Αναζήτηση λέξεων και φράσεων εντός του βιβλίου: Αθλητισμός και όψεις της αστικής κοινωνικότητας
Αποτελέσματα αναζήτησης
    Ψηφιοποιημένα βιβλία
    Σελίδα: 11
    32. Κουλούρη, Αθλητισμός

    λανθάνοντα, παρουσιάζεται σαν μια γοητευτική, αν και συχνά επώδυνη, περιπέτεια. Η σχετική βιβλιογραφία, άλλοτε σιωπηλή άλλοτε φλύαρη, αλλά πάντως γεμάτη σε μεγάλο βαθμό από ανακρίβειες και στερεότυπα, δεν προσφέρει το απαραίτητο πρώτο σκαλοπάτι πριν από την ανάλυση. Οι σιωπές και οι διαστρεβλώσεις απαιτούν πρωτίστως να γίνει ένα έργο υποδομής, με στέρεη τεκμηρίωση και καταγραφή των ίδιων των γεγονότων. Ταυτόχρονα, η προσέγγιση θα πρέπει να είναι ερμηνευτική και να μην εξαντλείται σε ένα στείρο εμπειρισμό. Αυτό προϋποθέτει την εξαρχής διαμόρφωση ενός θεωρητικού πλαισίου μέσα στο οποίο να δοκιμαστούν τα τεκμηριωτικά δεδομένα. Η παγίδα που ενδεχομένως κρύβεται σε παρόμοιες απόπειρες ελέγχου των θεωρητικών κατασκευών είναι ότι, επειδή οι ερευνητικές υποθέσεις προκύπτουν σε μεγάλο βαθμό από ξένη βιβλιογραφία, δεν ταιριάζουν απολύτως -κάποτε και καθόλου- για να ερμηνεύσουν την ελληνική κοινωνική και πολιτισμική πραγματικότητα. Το εν λόγω εγχείρημα κρύβει επίσης εν τέλει -ή καταρχάς- μια προσωπική πρόκληση: τη διερεύνηση από μια γυναίκα ενός κοινωνικού θεσμού που έχει συνδεθεί όχι μόνο με τον ανδρικό τρόπο ψυχαγωγίας αλλά και με την ίδια την ανδρική ταυτότητα.

    Η παρούσα μελέτη επιχειρεί συνεπώς κατά κύριο λόγο να συνθέσει μια ιστορία του νεότερου ελληνικού αθλητισμού. Η επιλογή των συγκεκριμένων χρονικών ορίων (1870-1922) υποδηλώνει μια θέση και μια υπόθεση. Επιθυμεί, πρώτον, να αναδείξει την ιστορικότητα των σπορ και να διαφοροποιηθεί από προσεγγίσεις που αντιμετωπίζουν το παιχνίδι και κατ' επέκταση τα σπορ (μια μορφή παιχνιδιού) ως διαχρονικό δομικό στοιχείο του ανθρώπινου πολιτισμού. Ενδιαφέρεται, δεύτερον, να ελέγξει το ερευνητικό δίλημμα της συνέχειας ή ασυνέχειας από τα παραδοσιακά παιχνίδια στα σύγχρονα σπορ κατά τη μετάβαση από την παραδοσιακή στη σύγχρονη κοινωνία. Ως προς την ελληνική πραγματικότητα, η δεκαετία του 1870 αφενός και η Μικρασιατική Καταστροφή αφετέρου σηματοδοτούν σημαίνουσες αλλαγές τόσο για το σύνολο της κοινωνίας όσο και για τον αθλητισμό. Μέσα στη δεκαετία του 1870 σημειώνονται οι πρώτες ασυντόνιστες προσπάθειες για ίδρυση αθλητικών σωματείων, εντός και εκτός ελληνικού κράτους. Από τότε μπορούμε να μιλάμε επομένως για οργανωμένη άσκηση, ανεξάρτητη από τους εκπαιδευτικούς θεσμούς. Το 1922 επίσης αποτελείτο αδιαμφισβήτητο όριο για την αλλαγή της φυσιογνωμίας του ελληνικού αθλητισμού: μαζικοποιείται, κυρίως ως θέαμα, διευρύνεται η κοινωνική του βάση, εμφανίζεται ο αθλητικός ημερήσιος τύπος, ενώ αλλοιώνεται ο συσχετισμός δυνάμεων μεταξύ των διάφορων σπορ. Στο έξης, το ποδόσφαιρο θα είναι ο αδιαφιλονίκητος πρωταγωνιστής.

    Η περίοδος λοιπόν ως το 1922 μπορεί να θεωρηθεί ως το προοίμιο της σύγχρονης ιστορίας των σπορ στην Ελλάδα. Τότε δημιουργούνται οι πρώτοι σύλλογοι, κάποιοι από τους οποίους δρουν μέχρι σήμερα, καθιερώνονται οι