Συγγραφέας:Κουλούρη, Χριστίνα
 
Τίτλος:Αθλητισμός και όψεις της αστικής κοινωνικότητας
 
Υπότιτλος:Γυμναστικά και αθλητικά σωματεία (1870-1922)
 
Τίτλος σειράς:Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας
 
Αριθμός σειράς:32
 
Τόπος έκδοσης:Αθήνα
 
Εκδότης:Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς
 
Έτος έκδοσης:1997
 
Σελίδες:447
 
Αριθμός τόμων:1 τόμος
 
Γλώσσα:Ελληνικά
 
Θέμα:Κοινωνική ενσωμάτωση
 
Νεανικές οργανώσεις
 
Νοοτροπίες και συμπεριφορές
 
Τοπική κάλυψη:Ελλάδα
 
Χρονική κάλυψη:1870-1922
 
Περίληψη:Η παρούσα μελέτη επιχειρεί να συνθέσει μία ιστορία του νεότερου ελληνικού αθλητισμού. Επιθυμεί, πρώτον, να αναδείξει την ιστορικότητα των σπορ και να διαφοροποιηθεί από προσεγγίσεις που αντιμετωπίζουν το παιχνίδι και κατ’ επέκταση τα σπορ (μια μορφή παιχνιδιού) ως διαχρονικό δομικό στοιχείο του ανθρώπινου πολιτισμού. Ενδιαφέρεται, δεύτερον, να ελέγξει το ερευνητικό δίλημμα της συνέχειας ή ασυνέχειας από τα παραδοσιακά παιχνίδια στα σύγχρονα σπορ κατά τη μετάβαση από την παραδοσιακή στη σύγχρονη κοινωνία. Η συγγραφέας παρακολουθεί την εξέλιξη των αντιλήψεων σχετικά με τη σωματική άσκηση μετά τη δημιουργία του ελληνικού κράτους ώστε να δείξει τη μετάβαση από την αδιαφορία και την αμφισβήτηση στην αποδοχή και την εδραίωση. Η επισκόπηση αυτή επιτρέπει και τη διάκριση ανάμεσα στη γυμναστική και τα σπορ, μια διάκριση απαραίτητη και για την κατανόηση της λειτουργίας των αθλητικών σωματείων αλλά και, ευρύτερα, της ιστορίας του αθλητισμού. Στη συνέχεια αναζητούνται τα πρώτα ίχνη της παρουσίας των σύγχρονων σπορ στην Ελλάδα, τόσο μέσα από τις πρώιμες, μη οργανωμένες πρακτικές όσο και μέσα από τους πρώτους αθλητικούς θεσμούς, δηλ. τους αγώνες και τα γυμναστήρια. Μελετώνται επίσης τα αθλητικά σωματεία: μέσα από την ανάλυση των σκοπών τους οι κοινωνικές λειτουργίες της σωματικής άσκησης και οι διασυνδέσεις της με την εθνικιστική ιδεολογία. Τέλος, επιχειρείται να φωτισθούν οι πτυχές της σωματειακής ζωής που είναι κρυμμένες από το ορθολογικό κανονιστικό πρότυπο του καταστατικού, δηλαδή οι ανθρώπινες επαφές με τις αρμονικές η συγκρουσιακές τους όψεις, οι φιλικές σχέσεις, τα οικογενειακά δίκτυα, τα ερωτοτροπήματα ενδεχομένως που επιτρέπει η συναναστροφή όχι μόνο σε αθλητικές αλλά και σε έξω-αθλητικές συναντήσεις στο πλαίσιο πάντα του σωματείου.
 
Άδεια χρήσης:Αυτό το ψηφιοποιημένο βιβλίο του ΙΑΕΝ σε όλες του τις μορφές (PDF, GIF, HTML) χορηγείται με άδεια Creative Commons Attribution - NonCommercial (Αναφορά προέλευσης - Μη εμπορική χρήση) Greece 3.0
 
Το Βιβλίο σε PDF:Κατέβασμα αρχείου 23.64 Mb
 
Εμφανείς σελίδες: 19-38 από: 450
-20
Τρέχουσα Σελίδα:
+20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/49/gif/19.gif&w=600&h=91532. Κουλούρη, Αθλητισμός

της εργασίας, και οι οποίες εξαρτώνται αναπόφευκτα από την ήδη ανεπτυγμένη κοινωνιολογία της εργασίας8.

Στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής η δεκαετία του 1970 υπήρξε καθοριστική ως προς την ανάπτυξη της κοινωνικής ιστορίας. Με εμφανείς τις επιρροές ευρωπαίων ιστορικών όπως ο Ε. P. Thompson, ο Eric Hobsbawm και ο Fernand Braudel, το ερευνητικό ενδιαφέρον στρέφεται προς νέες θεματικές περιοχές, όπως την ιστορία των γυναικών, των μαύρων, των πόλεων, την ιστορία του εργατικού κινήματος και την ιστορία του αθλητισμού και των σπορ, ενώ οι θεωρητικές προσεγγίσεις εμπλουτίζονται από την προβληματική ομόρων επιστημών, κυρίως της κοινωνιολογίας και της ανθρωπολογίας. Το δοκίμιο του Roland Barthes για την πάλη, του Foucault για τις στάσεις απέναντι στο σώμα, του Huizinga για το στοιχείο του παιχνιδιού στην κουλτούρα, του Norbert Elias για τη "διαδικασία πολιτισμού" αλλά και του Clifford Geertz για το "βαθύ παιχνίδι" είναι κάποια από τα έργα που επηρέασαν την ανάπτυξη της κοινωνικής ιστορίας του αθλητισμού.

Το γνωστό έργο του Huizinga Homo Ludens, δημοσιευμένο το 1938, αναλύει το στοιχείο που κατεξοχήν θεωρείται ότι χαρακτηρίζει την αθλητική δραστηριότητα, το παιχνίδι. Ο ίδιος ο Huizinga δεν προχωρεί σε παρόμοιες ταυτίσεις· αντίθετα, ανακαλύπτει το στοιχείο του παιχνιδιού σε κάθε πτυχή της κουλτούρας, ακόμη και σ' εκείνες που ορίζονται ως "ανώτερες", όπως για παράδειγμα η θρησκεία, η ποίηση, ο νόμος. Ο πολιτισμός στο σύνολό του νοείται ως παιχνίδι9. Ο Huizinga απορρίπτει κάθε βιοψυχολογική ερμηνεία, η οποία μπορεί να φωτίσει μεν σε ένα βαθμό τα κίνητρα και τα αποτελέσματα του παιχνιδιού αλλά είναι ανεπαρκής για την κατανόηση της φύσης και της σημασίας του. Παρόλο που υπάρχει μια μακρά παράδοση στοχασμού σχετικά με το παιχνίδι, ο Homo Ludens αποτελεί έναν σημαντικό σταθμό για τη νεότερη σκέψη, εντάσσοντας το παιχνίδι σε μια ιστορία της κουλτούρας. Το παιχνίδι αντιμετωπίζεται, συνεπώς, ως συμπεριφορά που εμπεριέχει ελευθερία από περιορισμούς και κατά τούτο έχει συμβάλει σημαντικά στην ανάπτυξη του πολιτισμού, εφόσον αυτή η ελευθερία είναι απαραίτητη για την καινοτομία και κατ' επέκταση για τη δημιουργία της 

————————————

8. Πβ. μια παρουσίαση των κοινωνιολογικών θεωριών για τον ελεύθερο χρόνο και τη σχόλη, μαζί με επιλογή κειμένων σε μετάφραση: Αλεξάνδρα Κορωναίου (επιμ.), Κοινωνιολογία του ελεύθερου χρόνου, μετάφρ. Κική Καψαμπέλη - Γιάννης Σταυρακάκης, Αθήνα, Νήσος, 1996.

9. "Δεν ήταν δύσκολο να δείξουμε ότι ένας ορισμένος παράγοντας παιχνιδιού λειτούργησε εντονότατα σ' ολόκληρη την πολιτισμική εξέλιξη και ότι παρήγαγε πολλές από τις θεμελιώδεις μορφές του κοινωνικού βίου. Το πνεύμα της παιγνιώδους άμιλλας είναι, ως κοινωνικά ορμέμφυτο, παλαιότερο από τον ίδιο τον πολιτισμό και εμποτίζει ολόκληρη τη ζωή σαν πραγματικό ένζυμο. [...] Ο πολιτισμός, στις αρχικές του φάσεις, παίζεται. Δεν γεννιέται από το παιχνίδι σαν ένα βρέφος που αποσπάται από τη μήτρα: γεννιέται στο και ως παιχνίδι, και ουδέποτε εγκαταλείπει το χώρο του παιχνιδιού": Johan Huizinga, Ο άνθρωπος και το παιχνίδι, (μετάφραση: Στέφανος Ροζάνης, Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος), Αθήνα 1989, σ. 257.

Σελ. 19
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/49/gif/20.gif&w=600&h=91532. Κουλούρη, Αθλητισμός

κουλτούρας10. Η θεωρία του Huizinga προκάλεσε κριτικές και αμφισβητήσεις από τις οποίες οι σημαντικότερες αναφέρονται στην παραγνώριση της οικονομικής λειτουργίας του παιχνιδιού αλλά και, κυρίως, στη σχέση μεταξύ πραγματικότητας και παιχνιδιού -η οποία ορίζεται από τον Huizinga ως αντιθετική11.

Η συναρπαστική ανθρωπολογική ανάλυση του Clifford Geertz για το "βαθύ παιχνίδι" θα επιτύχει να περιγράψει, τριανταπέντε χρόνια αργότερα, αυτή την απλή και ταυτόχρονα πολυσχιδή σχέση παιχνιδιού και κοινωνικής πραγματικότητας12. Με βάση το παράδειγμα των κοκορομαχιών στο Μπαλί, δείχνει πώς μια κοινωνία σκέφτεται και αναπαριστά τον εαυτό της, πώς "διαβάζει την εμπειρία της". Όλο το δίκτυο των συγγενικών και κοινωνικών συμμαχιών και αντιπαλοτήτων, η κοινωνική ιεραρχία επίσης, παρουσιάζονται δραματικά και μεταφορικά σε μια "συλλογικά αποδεκτή συμβολική δομή". Η συμμετοχή στο παιχνίδι, τα στοιχήματα, η νίκη, το χρήμα, οι συγκινήσεις δεν συνεπάγονται καμία αλλαγή στις κοινωνικές θέσεις· η κοινωνική κινητικότητα υπάρχει μόνο ως αίσθηση και όχι ως πραγματικότητα. Το παιχνίδι νοείται συνεπώς σαν ένας από τους πολλούς καθρέφτες μιας κοινωνίας, εκεί όπου μπορεί να αναζητηθεί η ερμηνεία της. Οι ανθρωπολογικές μελέτες πάντως που ακολούθησαν ήταν μάλλον σχηματικές και πρότειναν αναλύσεις που υπερτόνιζαν ένα μοναδικό ερμηνευτικό παράγοντα (π.χ. τη θρησκεία)13, με στόχο μια γενικευτική εξήγηση για τα παιχνίδια και τα σπορ. Παρά τις ερμηνευτικές αδυναμίες, η επικοινωνία της ανθρωπολογίας με την ιστορία διεύρυνε σημαντικά τις προσεγγίσεις, κυρίως των παραδοσιακών παιχνιδιών, και επέτρεψε τη διεπιστημονική ματιά σε ένα από τα θεωρούμενα ως "συνολικά κοινωνικά γεγονότα"14.

Τα άρθρα που έγραψε ο Norbert Elias σε συνεργασία με τον Eric Dunning από το 1966 ως το 1971 και τα οποία δημοσιεύθηκαν συγκεντρωμένα, μαζί με άλλα, το 1986 στον τόμο Quest for Excitement, δεν οριοθετούν απλώς μια τομή με τις

————————————

10. Πβ. Ε. Dunning, The Sociology of Sport. A Selection of Readings, Λονδίνο 1971, σ. 4.

11. Ο Eugen Fink αναλύει τη σχέση αυτή ως συμβιωτική, μελετώντας τη συμβολική λειτουργία του παιχνιδιού, ενώ ο Jacques Ehrmann θεωρεί ότι το παιχνίδι και η πραγματικότητα αποτελούν ένα και το αυτό πρόβλημα, γιατί το παιχνίδι δε συμβαίνει απομονωμένο ή σε αντίθεση με την υπόλοιπη πραγματικότητα. Βλ. Robert Anchor, "History and Play: Johan Huizinga and his Critics", History and Theory 17 (1978), σ. 63-93.

12. Cl. Geertz, The Interpretation of Cultures, Λονδίνο, Fontana Press, 1993 (α' έκδ. 1973), σ. 412-453.

13. Πβ. Marc Auge, "Football. De l'histoire sociale à l'anthropologie religieuse", Le Débat 19, Φεβρουάριος 1982, σ. 59-67. Παρόλο που στο άρθρο αυτό ο Auge προτείνει την ανάγνωση του ποδοσφαίρου, ως θεάματος κυρίως, μέσα από το ερμηνευτικό σχήμα της ανθρωπολογίας της θρησκείας, δεν προχωρεί σε κάποιες υποθέσεις εργασίας ούτε καν σε μια συνεκτική ερμηνευτική απόπειρα.

14. "Sport, religion et violence. Débat entre Alain Ehrenberg, Roger Chartier et Marc Auge", Esprit 125, Απρίλιος 1987, σ. 67.

Σελ. 20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/49/gif/21.gif&w=600&h=91532. Κουλούρη, Αθλητισμός

προηγούμενες ερμηνευτικές προτάσεις ως προς το παιχνίδι αλλά στην ουσία εφευρίσκουν ένα νέο αντικείμενο15. Η ρήξη με την προηγούμενη παράδοση εντοπίζεται στην απόρριψη μιας "οικουμενικής" αντίληψης για τα σπορ, η οποία αναγνώριζε την ύπαρξή τους σε όλες τις κουλτούρες, αρχαίες και σύγχρονες, ευρωπαϊκές και μη, και στη διαπίστωση, αντίθετα, της ασυνέχειας ανάμεσα στα παραδοσιακά παιχνίδια και το σύγχρονο αθλητισμό. Τα ιδιαίτερα γνωρίσματα των σύγχρονων σπορ μπορούν να συνοψισθούν, κατά τους Elias και Dunning, στη μείωση της βίας, στην ύπαρξη ενιαίων κανόνων που κωδικοποιούν τις πρακτικές, στην αυτονόμηση του παιχνιδιού (και του θεάματος του παιχνιδιού) σε σχέση με τις πολεμικές ή τελετουργικές αναμετρήσεις. Τα σπορ τοποθετούνται συνεπώς στη μακρά διάρκεια της "διαδικασίας του πολιτισμού", η οποία συνίσταται στη βαθμιαία εσωτερίκευση ενός δεδομένου βαθμού αυτο-ελέγχου και ευπρέπειας (gentility). Η διαδικασία "εξαθλητισμου" (sportization) δεν είναι δυνατή παρά μόνο σε μια κοινωνία όπου "οι πολιτικές εντάσεις έχουν ειρηνική και κανονισμένη μορφή, οι ομάδες που μετέχουν στις διαμάχες για την εξουσία αποδέχονται την ισότητα των ευκαιριών ως πολιτικοί δράστες και υπακούουν σε κανόνες κοινά αποδεκτούς"16. Το ιστορικό πλαίσιο αυτών των μετασχηματισμών τοποθετείται στην Αγγλία του 18ου αιώνα, όπου τόσο τα σπορ όσο και το κοινοβούλιο εκφράζουν την ίδια αλλαγή στη δομή εξουσίας και στην κοινωνική έξη εκείνης της τάξης που αναδείχθηκε μέσα από τους προηγούμενους αιώνες ως κυρίαρχη. Οι έριδες για την εξουσία χαρακτηρίζονται πλέον από τη μείωση της βίας ενώ το κοινωνικό πρότυπο συμπεριφοράς για τις ανώτερες τάξεις βασίζεται στην αξία της ευγένειας (civility).

Η ιστορικότητα της ερμηνείας που προτείνεται από τους Elias και Dunning, αν και προέρχεται από το χώρο της κοινωνιολογικής θεωρίας, αποκαλύπτει το ευρύ φάσμα επαφής ανάμεσα στην κοινωνιολογία και την ιστορία του αθλητισμού που παρατηρείται μετά τη δεκαετία του 1970. Το κοινωνιολογικό ενδιαφέρον για τα σπορ και τον αθλητισμό προηγήθηκε της ιστορικής έρευνας, κυρίως λόγω της μαζικότητας και εμπορευματοποίησης των σπορ και, συνεπώς, της αύξουσας παρουσίας τους στη σύγχρονη κοινωνία. Η ανάλυση της οργανωμένης σωματικής δραστηριότητας εντάχθηκε στα ευρύτερα κοινωνιολογικά ρεύματα των θεωριών του εκσυγχρονισμού και του νεομαρξισμού, χωρίς ωστόσο να αποφεύγονται σχηματοποιήσεις και μονοδιάστατες θεωρήσεις. Η θεωρητική συμβολή της κοινωνιολογικής έρευνας των σπορ στην ιστορική ανάλυση συνίσταται κυρίως στην υπόθεση ότι τα σπορ δεν είναι απλώς μια σωματική δραστηριότητα αλλά "μια κοινωνική διαδικασία μέσω της οποίας παράγονται πολιτισμικά σημαινόμενα"17.

————————————

15. Πβ. τον πρόλογο του Roger Chartier στη γαλλική μετάφραση του έργου: Sport et civilisation. La violence maîtrisée, Παρίσι, Fayard, 1994, σ. 7-24.

16. Στο ίδιο, σ. 22.

17. Richard Holt, Sport and the British. A Modem History, Οξφόρδη, Oxford University Press, 1990, σ. 359.

Σελ. 21
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/49/gif/22.gif&w=600&h=91532. Κουλούρη, Αθλητισμός

Η "μορφική" θεωρία18 των Elias και Dunning, παρόλο που έθεσε τις βάσεις για μια κοινωνιολογία των σπορ, γνώρισε σημαντική κριτική, κυρίως από τους νεομαρξιστές κοινωνιολόγους, για τη θεωρητική ενσωμάτωση εκ μέρους της στοιχείων λειτουργισμού, εξελικτισμού και περιγραφισμού19. Οι αδυναμίες της θεωρίας αποκαλύπτονται από τις προτάσεις των ερευνητών που πλαισιώνουν το Κέντρο Σύγχρονων Πολιτισμικών Σπουδών (cultural studies) και την "αναπτυξιακή" κοινωνιολογία του R. Gruneau20. Οι θεωρίες αυτές, με γκραμσιανές αναφορές21, εμμένουν στην έννοια της κοινωνικής διαίρεσης και διαμάχης αντί γι' αυτήν της ομαλής μετάβασης, στο ρόλο του κράτους και της κρατικής εξουσίας στις σύγχρονες κοινωνίες, στους περιορισμούς που επιβάλλει η καπιταλιστική κοινωνία, ενώ επιχειρούν να αποφύγουν τις παγίδες μιας ατομιστικής ή δομιστικής ανάλυσης22. Αυτό που αξίζει να επισημανθεί είναι ότι οι νέες αυτές τάσεις δεν απεμπολούν την ιστορική ερμηνεία, η οποία αντίθετα, όπως και στη θεωρία των Elias και Dunning, διατηρεί την αναλυτική της δύναμη.

Η κοινωνική ιστορία εκδηλώνει το ενδιαφέρον της για τα σπορ, τα ίδια περίπου χρόνια, γύρω από τη χρονική τομή του 1980. Με εξαίρεση τη γερμανική ιστοριογραφία, που είχε ήδη προσφέρει δείγματα παρόμοιας ενασχόλησης23, η

————————————

18. Η θεωρία αυτή ονομάζεται "μορφική" (figurational) επειδή βασική της θέση είναι ότι η κοινωνική ζωή μπορεί να γίνει αντιληπτή ως μια σειρά από "μορφώματα" (configurations), δηλ. δομές από αμοιβαία εξαρτώμενα άτομα. Η ίδια τάση περιγράφεται εξάλλου ως κοινωνιολογία της "διαδικασίας", σύμφωνα με το έργο του Ν. Elias Η Διαδικασία Πολιτισμού (Über den Prozess der Zivilisation, 1939). Βλ. την ελλ. έκδοση: Η εξέλιξη του πολιτισμού. Κοινωνιογενετικές και ψυχογενετικές έρευνες, μετάφραση Έμη Βαϊκούση, τ. Α'-Β', Αθήνα, Νεφέλη, 1997.

19. Βλ. J. Horne, D. Jary, "The Figurational Sociology of Sport and Leisure of Elias and Dunning: An Exposition and a Critique" στο J. Horne, D. Jary, A. Tomlinson, ό.π., σ. 86-112. Πβ. επίσης Ε. Dunning - Chris Rojek (εκδ.), Sport and Leisure in the Civilizing Process. Critique and Counter-Critique, Λονδίνο, Macmillan, 1992.

20. Πβ. R. Gruneau, Class, Sports, and Social Development, Amherst, The University of Massachusetts Press, 1983. Η ανάλυση του Gruneau ανήκει στον ευρύτερο χώρο της θεωρίας της "δόμησης" (structuration theory) του Anthony Giddens.

21. Πρόκειται κυρίως για το έργο του John Hargreaves και της Jennifer Hargreaves. Βλ. J. Hargreaves, Sport, Power and Culture: A Social and Historical Analysis of Popular Sports in Britain, Καίμπριτζ 1986 και Jennifer Hargreaves (εκδ.), Sport, Culture and Ideology, Λονδίνο 1982.

22. Πβ. την κριτική παρουσίαση της γκραμσιανιστικής ανάλυσης για τα σπορ στο D. Harris, From Class Struggle to the Politics of Pleasure. The Effects of Gramscianism on Cultural Studies, Λονδίνο, Routledge, 1992. Βλ. επίσης την απάντηση των οπαδών της "μορφικής" κοινωνιολογίας στην κριτική των νεομαρξιστών: Chris Rojek, "The Field of Play in Sport and Leisure Studies", στο Ε. Dunning - Chris Rojek (εκδ.), ό.π., σ. 1-35.

23. Βλ. C. Diem, Weltgeschichte des Sports und des Leiberziehung, Στουτγκάρδη 1960, H. Ueberhorst (εκδ.), Geschichte der Leibesübungen, Βερολίνο - Μόναχο - Φραγκφούρτη, Bartels und Wernitz, 1980. Πρόκειται πάντως για την ιστορική προσέγγιση όχι της ανάπτυξης του

Σελ. 22
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/49/gif/23.gif&w=600&h=91532. Κουλούρη, Αθλητισμός

αγγλοσαξονική και στη συνέχεια η γαλλική ιστοριογραφία εισάγουν τη θεωρητική συζήτηση και την εμπειρική έρευνα μόλις στα τέλη της δεκαετίας του 1970. Ακόμη και οι γενικές ιστορίες που μελετούν τις αντίστοιχες κοινωνίες του τέλους του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα, περίοδο όπου η παρουσία των σπορ είναι πλέον αισθητή και αντανακλά τη δυναμική των κοινωνικών αλλαγών, παραβλέπουν αυτή την πτυχή της κοινωνικής και πολιτισμικής πραγματικότητας. Τη σφαιρική αυτή ματιά κομίζει ο Eric Hobsbawm, ο οποίος, αν και δεν αφιέρωσε μια αυτοτελή μελέτη στα σπορ, πρόσφερε ένα πειστικό ερμηνευτικό σχήμα παρουσιάζοντας τα σπορ ως στοιχείο νεοτερικό -μια από τις "εφευρημένες παραδόσεις" της καμπής του 19ου αιώνα, παράγοντα διάκρισης και συνοχής ταυτόχρονα για την ευρωπαϊκή μεσαία τάξη24.

Η Γαλλία παρακολουθεί με σχετική καθυστέρηση τις εξελίξεις της ιστοριογραφίας του αθλητισμού στο γερμανικό και αγγλοσαξονικό χώρο, ίσως γιατί για τη γαλλική κοινωνία οι αθλητικές δραστηριότητες δεν κατείχαν τη θέση που είχαν από τις αρχές του 19ου αιώνα ήδη για τη Γερμανία η Turnbewegung (γυμναστική κίνηση) και για την Αγγλία τα σπορ. Δεν είναι εντούτοις τυχαίο ότι και στη Γαλλία η θεωρητική συζήτηση ανοίγει από την κοινωνιολογία. Η μικρή μελέτη του Pierre Bourdieu το 1978 με θέμα "Πώς μπορούμε να είμαστε σπορτίφ;" θέτει για πρώτη φορά στη γαλλική βιβλιογραφία ζητήματα σχετικά με την ιστορία των σπορ την οποία αντιμετωπίζει ως "ιστορία σχετικά αυτόνομη", ενώ επιχειρεί και κάποιες πρώτες ερμηνείες με βάση το σχήμα της κοινωνικής προσφοράς και ζήτησης: "να εξετασθεί το σύνολο των αθλητικών πρακτικών και κατανάλωσης που προσφέρονται στους κοινωνικούς παράγοντες [...] ως μια προσφορά προορισμένη να απαντήσει σε μια συγκεκριμένη κοινωνική ζήτηση"25. Οι βασικές θέσεις του Bourdieu συμφωνούν με τις αντίστοιχες των συναδέλφων του Elias και Dunning και τις κυρίαρχες τάσεις της κοινωνιολογίας των σπορ της δεκαετίας του 1970. Η ιστορική ερμηνεία είναι επίσης παρούσα, εφόσον τα σπορ αντιμετωπίζονται ως ένα σύνολο "κοινωνικών πρακτικών εντελώς ιδιαίτερων" που δεν μπορούν να αναχθούν "στο απλό τελετουργικό παιχνίδι η στην εορταστική ψυχαγωγία". Διαφέρουν συνεπώς από τα παραδοσιακά παιγνίδια και είναι προϊόν κοινωνικών, οικονομικών και πολιτισμικών αλλαγών. Παρόλο που το άρθρο του Bourdieu μπορεί να θεωρηθεί το πρώτο που παρουσιάζει τις ερευνητικές αναζητήσεις

————————————

αθλητισμού στο πλαίσιο της σύγχρονης βιομηχανικής κοινωνίας, όπως είναι η περίπτωση των αγγλικών ερευνών, αλλά της ιστορίας του γερμανικού γυμναστικού κινήματος (Turnbewegung) σε συνδυασμό με τον γερμανικό εθνικισμό.

24. Ε. Hobsbawm, "Mass - Producing Traditions: Europe, 1870-1914" στο Ε. Hobsbawn - T. Ranger (εκδ.), The Invention οf Tradition, Καίμπριτζ, Cambridge University Press, 1984, σ. 288-289, 298-303. Πβ. του ίδιου, The Age of Empire 1875-1914, Λονδίνο, Weidenfeld and Nicolson, 1987, σ. 179-183.

25. P. Bourdieu, "Comment peut-on être sportif?", Questions de sociologie, Παρίσι, Minuit, 1980, σ. 173-195.

Σελ. 23
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/49/gif/24.gif&w=600&h=91532. Κουλούρη, Αθλητισμός

για το θέμα, το πρώτο κείμενο που θα αποτυπώσει τους σύγχρονους προβληματισμούς και θα καταστρώσει ένα πρόγραμμα γι' αυτό που θα μπορούσε να είναι μια ιστορία των σπορ είναι το άρθρο των Roger Chartier και Georges Vigarello, δημοσιευμένο το 1982 26.

Μέχρι τη δεκαετία του 1970 εξάλλου, αλλά και αργότερα, παράλληλα με τις νέες τάσεις, καλλιεργείται μια "πολεμική ιστορία" του αθλητισμού, δημοσιογραφικού περισσότερο χαρακτήρα -κάποιες φορές και αυστηρά ιστοριοδιφικού- η οποία εξαντλείται στην καταγραφή των αθλητικών αναμετρήσεων και επιδόσεων, διανθισμένη με ανεκδοτολογικές περιγραφές για κάποιο σημαντικά αθλητικό σύλλογο ή για επιφανείς αθλητές. Ο επικός χαρακτήρας της αφήγησης και η αγιογραφικού τύπου βιογραφία, στοιχεία που διακρίνουν και τον αθλητικό τύπο, αποτελούν τα γνωρίσματα και αυτής της ιδιότυπης ιστοριογραφικής παραγωγής. Εκτός από την αθλητική μυθολογία, μια ομάδα έργων, κυρίως την τελευταία δεκαετία και για λόγους προφανείς, ασχολείται με τις εμπορικές όψεις της αθλητικής δραστηριότητας27. Οι συγγραφείς παρόμοιων έργων προέρχονται κατά κανόνα από το χώρο του αθλητισμού -συχνά είναι κάτοχοι σημαντικών διοικητικών θέσεων σε αθλητικά σωματεία ή στις αρμόδιες κρατικές υπηρεσίες- ή είναι δημοσιογράφοι28.

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΟΓΡΑΦΙΑ ΤΟΥ ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΕΘΝΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ

Η ανάπτυξη της ιστοριογραφίας του αθλητισμού στην Ελλάδα δεν είναι ανεξάρτητη, όπως είναι φυσικό, από τις διεθνείς και εγχώριες εξελίξεις των κοινωνικών επιστημών. Η καθυστέρηση της ένταξης των σπορ στη θεματική της ιστορίας και της κοινωνιολογίας αποτελεί συνεπώς αναπόφευκτο σύμπτωμα και της ελληνικής βιβλιογραφίας. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν δημοσιεύματα σχετικά με τον αθλητισμό, τη γυμναστική και τα σπορ ήδη από τα τέλη του προηγούμενου αιώνα. Το έναυσμα δόθηκε στην ουσία με την αναβίωση των Ολυμπιακών Αγώνων και την επιλογή της Αθήνας ως πρώτου τόπου για τη

————————————

26. R. Chartier, G. Vigarello, "Les trajectoires du sport. Pratiques et spectacle", Le Débat 19 (Φεβρ. 1982), σ. 35-58. Το άρθρο του P. Bourdieu, ό.π., ενέπνευσε σε μεγάλο βαθμό και τους Chartier και Vigarello, όπως οι ίδιοι σημειώνουν. Στη Γαλλία πάντως, σημαντική θέση κατέχουν οι ανθρωπολογικές μελέτες για τα σπορ (M. Auge, Al. Ehrenberg, J.-P. Callède). Τα τελευταία χρόνια, εξάλλου, παρατηρείται εκδοτική δραστηριότητα στην ιστορία των σπορ και της γυμναστικής με κέντρο την Λυόν και τον εκεί καθηγητή Pierre Arnaud.

27. Πβ. Ε. Pessen, "Life, baseball and the intellectuels", Reviews in American History 20 (1992), σ. 111-116 και R. Renson, M. Lämmer, J. Riordan, Practising Sport History, International HISPA Seminar, Institute of Physical Education of the Catholic University of Leuven, December 5-8, 1986, Sankt Augustin, Academia Verlag Richarz, 1987.

28. Πβ. όσα γράφει στην εισαγωγή του ο Richard Holt, Sport and Society in Modern France, Λονδίνο 1981, σ. 1-2.

Σελ. 24
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/49/gif/25.gif&w=600&h=91532. Κουλούρη, Αθλητισμός

διεξαγωγή τους. Έτσι, παρόλο που και νωρίτερα επισημαίνονται μελέτες που παρουσιάζουν, έστω και αποσπασματικά, την ιστορία της γυμναστικής, το 1896 αποτελεί την ουσιαστική αφετηρία για μια παρόμοια δραστηριότητα. Έκτοτε, απόπειρες ιστορικής σύνθεσης, εκλαϊκευτικής ή μη μορφής, σημειώνονται σταθερά, με πυκνότητες που μια εξαντλητική απογραφή θα μπορούσε να μας περιγράψει29. Η βιβλιογραφική αυτή παραγωγή παρουσιάζει αναμενόμενες ανισότητες, εφόσον ούτε ξεχωριστά κλάδο συγκροτεί ούτε οι συγγραφείς της προέρχονται από έναν συγκεκριμένο επιστημονικό χώρο. Άλλωστε, στο μεγαλύτερο μέρος της δεν έχει καν επιστημονικό χαρακτήρα.

Ως προς το περιεχόμενο, μπορούμε να απαριθμήσουμε τις γενικές ιστορίες της γυμναστικής, τις μονογραφίες για ένα συγκεκριμένο σπορ -συνήθως από τα δημοφιλέστερα κάθε εποχής- ή για κάποιον αθλητικό σύλλογο, τις τοπικές αθλητικές ιστορίες. Ένας σημαντικός αριθμός έργων, εξάλλου, αναφέρεται στην αρχαιότητα και στους αρχαίους αθλητικούς αγώνες. Παρά τις προφανείς διαφορές και αποκλίσεις, τόσο θεματικές όσο και ποιοτικές, μεταξύ όλων αυτών των έργων, είναι δυνατό να επισημανθούν κάποια κοινά χαρακτηριστικά, τα οποία επιτρέπουν και τη συνολική αποτίμηση. Πολύ σχηματικά, η ιστοριογραφία της φυσικής αγωγής στην Ελλάδα έως τα πολύ πρόσφατα χρόνια διακρίνεται από: α') ερασιτεχνισμό, β') έλλειψη αυτονομίας, γ') απουσία θεωρητικού προβληματισμού και δ') ελληνοκεντρισμό.

Ο ερασιτεχνικός και μη αυτόνομος χαρακτήρας της ιστοριογραφίας της φυσικής αγωγής οφείλεται στην καθυστέρηση με την οποία οργανώθηκε η γυμναστική εκπαίδευση στην Ελλάδα30, στην περιθωριακή θέση, ακόμη και απουσία, ειδικού κλάδου ιστορίας της γυμναστικής και του αθλητισμού στο πλαίσιο αυτής της εκπαίδευσης, αλλά και στην έλλειψη επαφής με την επιστήμη της ιστορίας. Πράγματι, οι συγγραφείς παρόμοιων έργων δεν έχουν καμία σχέση με την ιστορική επιστήμη, ούτε ως προς την επιστημονική τους κατάρτιση ούτε ως προς την επαγγελματική τους θέση. Είναι κατά κανόνα γυμναστές, καθηγητές της γυμναστικής στη μέση εκπαίδευση ή στις γυμναστικές ακαδημίες, κάτοχοι κρατικών θέσεων με αρμοδιότητες σχετικές με τη διδασκαλία της γυμναστικής ή, σπανιότερα, διοικητικά στελέχη του αθλητισμού. Η εξοικείωση με τις μεθόδους, τα αναλυτικά εργαλεία και τα προβλήματα της ιστορικής έρευνας είναι μηδαμινή έως ανύπαρκτη.

Από το χώρο της ιστορίας, της αρχαιολογίας ή, πάντως, μιας λογιοσύνης που

————————————

29. Η μόνη συστηματική βιβλιογραφία δημοσιευμάτων σχετικών με τη γυμναστική και τον αθλητισμό εκδόθηκε το 1934 και καλύπτει την περίοδο 1829-1934: Ευάγγελος Γ. Καλφαρέντζος, Ελληνική Γυμναστική Βιβλιογραφία, 1829-1931, Θεσσαλονίκη 1934. Για την περίοδο αυτή, καταγράφονται 449 δημοσιεύματα από τα οποία 35 αποτελούν ιστορικές μελέτες για τη γυμναστική και τον αθλητισμό.

30. Βλ. εδώ σ. 48 κ.εξ. και για τον όρο "φυσική αγωγή" ειδικότερα, σ. 58, σημ. 44.

Σελ. 25
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/49/gif/26.gif&w=600&h=91532. Κουλούρη, Αθλητισμός

δεν σχετίζεται με τη σωματική άσκηση, προέρχονται ωστόσο κάποιοι από εκείνους που ασχολούνται με την ιστορία της γυμναστικής στην αρχαιότητα, τους αρχαίους Ολυμπιακούς Αγώνες και τους αρχαίους αθλητικούς θεσμούς. Η ιδιαίτερη βαρύτητα που έχει για τη νεοελληνική συνείδηση η αρχαιότητα προσδίδει σ' αυτό το κομμάτι της ιστορίας του αθλητισμού μια ξεχωριστή λειτουργία. Ιδιαίτερα μετά την αναβίωση των Ολυμπιακών Αγώνων και τη διοργάνωσή τους στην Αθήνα το 1896, εγκαθιδρύεται η έννοια της συνέχειας σε έναν επιπλέον τομέα του εθνικού βίου31. Κατά συνέπεια, η ιστορία της φυσικής αγωγής ξεκινάει από την αρχαιότητα και, κατά τούτο, εγγράφεται αρμονικά στο κυρίαρχο έκτοτε ρεύμα της εθνικής ιστοριογραφίας. Σε πλήρη αναλογία με τη γενική ιστορία της Ελλάδας, η ιστορία του ελληνικού αθλητισμού ανασυνθέτει τη διαχρονική συνέχεια της σωματικής άσκησης των Ελλήνων, προσθέτοντας σταδιακά ακόμη και τις λιγότερο "αθλητικές" περιόδους, όπως το θεοκρατούμενο Βυζάντιο. Είναι αξιοσημείωτο ότι τα στάδια αυτά παρακολουθούν απολύτως τους ρυθμούς ένταξης των αντίστοιχων περιόδων στην εθνική ιστοριογραφία: πρώτα η Τουρκοκρατία και μετά το Βυζάντιο.

Οι απόψεις αυτές, που παγιώνονται περί τα τέλη του 19ου αιώνα, επιβάλλουν μια ιστορία του αθλητισμού "από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι των καθ' ημάς", θεμελιωμένη στην έννοια της συνέχειας. Στην ουσία πρόκειται για μια γενεαλογία της σωματικής άσκησης, η οποία ανακαλύπτεται ως ιδιάζον εθνικό χαρακτηριστικό σε κάθε ιστορική περίοδο. Το ιστοριογραφικό αυτό σχήμα παρακολουθεί αναμφισβήτητα ανάλογες ερμηνευτικές προτάσεις από τη δυτικοευρωπαϊκή ιστοριογραφία του αθλητισμού, όπου επίσης οι σύγχρονοι αγώνες, και κυρίως κάποια είδη σπορ, θεωρούνται ότι προέρχονται από μεσαιωνικά παιγνίδια. Η έννοια της εξέλιξης, η αναζήτηση της "αρχής" των φαινομένων, που χαρακτηρίζουν γενικότερα τη δυτικοευρωπαϊκή ιστοριογραφία της εποχής, μεταφέρονται mutatis mutandis στη σύγχρονή της ιστορία του αθλητισμού.

Στην Ελλάδα, παρόλο που η σύνδεση αρχαίων και νεότερων αγώνων κρυσταλλώνεται γρήγορα, η ιστορία του ελληνικού αθλητισμού βρίσκει την πρώτη συνολική έκφραση της στο έργο του Ευάγγελου Παυλίνη Ιστορία της Γυμναστικής, που δημοσιεύεται το 1927 32. Το έργο αυτό αφενός συνοψίζει και συνθέτει τις

————————————

31. Τις απόψεις αυτές για τη συνέχεια της σωματικής άσκησης στον ελληνικό χώρο από την αρχαιότητα ως την Επανάσταση τις βρίσκουμε διατυπωμένες σε συνοπτική μορφή και με συντομία στο λόγο που εκφώνησε ο Σπ. Λάμπρος στα εγκαίνια του γυμναστηρίου του Πανελληνίου Γ.Σ. στις 8 Ιανουαρίου 1895: "Επί τοις εγκαινίοις του Γυμναστηρίου του Πανελληνίου Γυμναστικού Συλλόγου", Λόγοι και άρθρα, Αθήνα 1902, σ. 241-245.

32. Το έργο γνώρισε πολλές επανεκδόσεις. Τυπώθηκε μάλιστα και το 1953 από τον Οργανισμό Εκδόσεως Σχολικών Βιβλίων. Πριν από τον Παυλίνη και ο Χρυσάφης είχε δημοσιεύσει μελέτες για την ιστορία του ελληνικού αθλητισμού αλλά δεν είχε προχωρήσει σε μια συνολική σύνθεση.

Σελ. 26
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/49/gif/27.gif&w=600&h=91532. Κουλούρη, Αθλητισμός

απόψεις που είχαν εκφραστεί από το τέλος του περασμένου αιώνα και αφετέρου κληροδοτεί μια συγκεκριμένη ερμηνευτική πρόταση για επόμενες μελέτες. Η παρουσίαση, συνεπώς, του σχήματος που προτείνει ο Παυλίνης περιγράφει στην ουσία την κυρίαρχη τάση στην ιστορία του ελληνικού αθλητισμού έως σήμερα.

Ο Παυλίνης, για να υπερπηδήσει τις αντιφάσεις που εμπλέκονται στο κρίσιμο ζήτημα της συνέχειας, υιοθετεί τη διάκριση μεταξύ γυμναστικής -την οποία ορίζει ως "συνειδητήν χρησιμοποίησιν της κινήσεως προς διάπλασιν και προαγωγήν του ανθρώπου"33- και παιγνιδιών και αγωνισμάτων. Χάρη σ' αυτή τη διάκριση μπορεί να διαπιστώσει ότι η περίοδος μετά την κατάργηση των Ολυμπιακών Αγώνων το 394 μ.Χ. και ως την ίδρυση του ελληνικού κράτους χαρακτηρίζεται μεν από μια αδιαφορία ως προς τη γυμναστική αλλά ότι συνεχίζονται τα αγωνίσματα και ο θαυμασμός προς τη σωματική ρώμη. Η συνέχεια συνεπώς εντοπίζεται όχι στη "γυμναστικήν συνείδησιν" αλλά στα παιγνίδια και τα αγωνίσματα, τα οποία στο ύστερο Βυζάντιο έχουν και δυτικοευρωπαϊκή προέλευση. Για την εποχή της Τουρκοκρατίας, οι κλέφτες προτείνονται ως το πρότυπο της σωματικής αρετής. Ωστόσο, η ανάπτυξη του Παυλίνη είναι πολύ περιορισμένη γι' αυτή την περίοδο, επειδή και η ελληνική ιστοριογραφία δεν έχει ακόμη ασχοληθεί συστηματικά με την Τουρκοκρατία.

Το ιστοριογραφικό κενό αλλά και η ασάφεια που χαρακτηρίζει την έννοια της συνέχειας επιτρέπουν, στο χώρο της ιστορίας του αθλητισμού, την επιβολή της ακόλουθης εικόνας για τη σωματική άσκηση των Ελλήνων κατά την εποχή της οθωμανικής κυριαρχίας:

"Αλλά μήπως και οι πρωτεργάται της εθνικής μας παλιγγενεσίας δεν ήσαν όλοι αθληταί; Φύσει, όχι μόνον θέσει, αθλητικοί ήρωες, οι αρματωλοί και οι κλέφτες του '21 έτρεχαν, πηδούσαν τα βουνά και τα λαγκάδια, έριχναν το λιθάρι σε απόσταση βολής, πραγματοποιούσαν ασφαλώς τα πλέον απίθανα ρεκόρ με τη σωματική ανδρεία τους. Έτσι η εθνική αυτοσυνείδησις ξύπνησε μέσα στη φυλή μας με τους πρωταθλητάς του '21. Κι αυτοί οι ίδιοι -άγνωστοι και γνωστοί ήρωες- ακολουθούσαν πιστά κι' ασυνείδητα την απ' αιώνων παράδοσι του Ελληνικού θρύλου, σαν σιδερένιοι κρίκοι μιας ίδιας αλυσίδας..."34.

Με βάση τα δημοτικά τραγούδια, η περίοδος της Τουρκοκρατίας περιγράφεται ως η καθεαυτό συνέχεια του αρχαιοελληνικού γυμναστικού ιδεώδους. Η σωματική άσκηση στην περίπτωση των κλεφτών θεωρείται πως έχει σκοπό την "τελειοποίησιν και εξευγένισιν" του σώματος και ότι αποτελεί το μέσο για την εθνική αναγέννηση και ακμή35. Στο θαυμασμό για τα ωραία σώματα και την

————————————

33. Ε. Παυλίνης, Ιστορία της γυμναστικής, Αθήνα, Ο.Ε.Σ.Β., 1953, σ. 381.

34. Αθήνα Κ. Σπανούδη, Ο αθλητισμός σύγχρονη θρησκεία, Αθήνα 1931, σ. 16-17.

35. Βλ. Α. Θ. Σπηλιωτόπουλος, Οι Ολυμπιακοί Αγώνες διά των Αιώνων. Οι αγώνες παρ' Έλλησι, Ρωμαίοις, Βυζαντινοίς και Φράγκοις. Αρματωλικοί και Νεώτεροι χρόνοι, Αθήνα 1906 (β' έκδ.), σ. 182-203. Η α' έκδοση, το 1896.

Σελ. 27
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/49/gif/28.gif&w=600&h=91532. Κουλούρη, Αθλητισμός

κορμοστασιά των κλεφτών ανακαλύπτεται η λατρεία του κάλλους των αρχαιοελληνικών αγαλμάτων. Σε παρόμοια έργα, ανιχνεύεται έτσι μια διαφοροποιημένη αντίληψη για την Ελληνική Επανάσταση, εκείνη που τη συνδέει με τη σωματική και όχι αποκλειστικά με την πνευματική αναγέννηση του ελληνικού έθνους. Οι κλέφτες θεωρούνται πρωτίστως ως αθλητές, γνήσιοι απόγονοι -και γι' αυτό το λόγο- των αρχαίων ολυμπιονικών. Γίνονται λοιπόν ο κρίκος της συνέχειας ως προς ένα από τα σημαντικότερα συστατικά στοιχεία του αρχαιοελληνικού πολιτισμού, τη σωματική άσκηση και τους αθλητικούς αγώνες.

Με πιο αργούς ρυθμούς από την εθνική ιστοριογραφία, αλλά σε πλήρη αναλογία προς αυτή, η εθνική αθλητική ιστορία ανακαλύπτει -σωστότερα κατασκευάζει- μία μία τις ψηφίδες του αφηγήματος της συνέχειας. Μετά το λιθάρι και το πήδημα των κλεφτών ανακαλύπτεται ο βυζαντινός ιππόδρομος. Αναπαράγεται κατ' αυτό τον τρόπο ως τις μέρες μας, παρά τα χρόνια που έχουν παρέλθει και τα νέα δεδομένα της ιστορικής έρευνας, το ξεπερασμένο σχήμα μιας πορείας της σωματικής άσκησης από τη Μινωική Κρήτη ως σήμερα, όπου συμφύρονται αντιφατικές εκδηλώσεις και πρακτικές, όπως είναι οι αρχαίοι αγώνες, τα λαϊκά παιχνίδια, οι συλλογικοί τρόποι ψυχαγωγίας, η γυμναστική και οι σύγχρονοι Ολυμπιακοί Αγώνες.

Η μελέτη λοιπόν που θα θελήσει να θέσει εξαρχής το πρόβλημα της εμφάνισης και εξάπλωσης των σπορ και της γυμναστικής στην Ελλάδα θα πρέπει να απελευθερωθεί από τα ιδεολογήματα και τα στερεότυπα του παρελθόντος -και του παρόντος- και να επιχειρήσει να προτείνει μια πειστική ερμηνεία που θα εγγράφεται στο μεθοδολογικό πλαίσιο της κοινωνικής και πολιτισμικής ιστορίας. Σε μια παρόμοια προσέγγιση, και δεδομένου ότι τα σπορ δεν αποτελούν αποκλειστικά στοιχείο ιδιάζον μιας συγκεκριμένης στο χώρο και το χρόνο κοινωνίας, είναι χρήσιμα τα πορίσματα που κομίζει η ήδη ώριμη δυτική κοινωνιολογική και ιστορική έρευνα. Η χρήση του συγκριτικού πλαισίου θα συμβάλει να φωτίσουμε τόσο τις ιδιαιτερότητες της ελληνικής περίπτωσης όσο και τη συμμετοχή της στους ευρύτερους μετασχηματισμούς της ευρωπαϊκής κοινωνίας. Οι βασικές έννοιες, έννοιες-εργαλεία, που θα χρησιμοποιήσουμε στην ανάλυσή μας είναι η κοινωνικότητα, η εθελοντική συσσωμάτωση και ο ελεύθερος χρόνος.

ΣΩΜΑΤΕΙΑΚΗ ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΚΑΙ ΝΕΕΣ ΜΟΡΦΕΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΤΗΤΑΣ

Η κοινωνικότητα, πέρα από τους ορισμούς που συνηθίζουν να δίνουν τα λεξικά τονίζοντας την πανανθρώπινη ή την ατομική διάσταση, μπορεί να εφαρμοστεί σε συγκεκριμένες ανθρώπινες ομάδες και να ποικίλλει ιστορικά, θεωρώντας ως ιστορική κατηγορία έναν όρο δανεισμένο από τη συλλογική ψυχολογία, θα πρέπει να ερμηνεύσουμε την κοινωνικότητα ως το αποτέλεσμα συγκεκριμένων 

Σελ. 28
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/49/gif/29.gif&w=600&h=91532. Κουλούρη, Αθλητισμός

κοινωνικών, οικονομικών και εν τελεί ιστορικών σχέσεων36. Ως ερευνητικό αντικείμενο η κοινωνικότητα, στον ενικό ή τον πληθυντικό, έχει απασχολήσει τους κοινωνιολόγους από τις αρχές του αιώνα και, πιο πρόσφατα, τους ανθρωπολόγους. Η Σχολή του Σικάγο, μελετώντας το αστικό φαινόμενο, ασχολήθηκε συστηματικά με την κοινωνικότητα, αναλύοντας τις οικογενειακές και φιλικές σχέσεις καθώς και τις σχέσεις γειτνίασης. Μέσω παρόμοιων μελετών, η κοινωνικότητα απέκτησε έναν "περισσότερο εμπειρικά ορισμό που επιμένει στο κοινωνικό περιεχόμενο των σχέσεων"37. Στις περισσότερες αναλύσεις δεν περιέχεται, αφετηριακά ή συμπερασματικά, κάποιος ορισμός της κοινωνικότητας. Στην πραγματικότητα, θεωρείται ως "αυτονόητος" και, πάντως, οι ορισμοί που δίνονται είναι πάντα εξαιρετικά ευρείς. Ενδεικτικός είναι, για παράδειγμα, ο ορισμός που προτείνει η Claire Bidart: "[κοινωνικότητα είναι] το σύνολο των κοινωνικών σχέσεων, πραγματικών και βιωμένων, που συνδέουν το άτομο με άλλα άτομα με διαπροσωπικούς και/ή ομαδικούς δεσμούς"38. Η κοινωνικότητα προσδιορίζεται από μια σειρά από συνδεόμενες και αλληλεξαρτώμενες μεταβλητές, όπως π.χ. η ηλικία, το φύλο, το επάγγελμα. Οι απόπειρες ταξινόμησης και κατηγοριοποίησης των διάφορων μορφών κοινωνικότητας έχουν οδηγήσει, τους κοινωνιολόγους κυρίως, σε κάποιες τυπολογίες που μπορούν να αποδειχθούν χρήσιμες και σε μια ιστορική μελέτη. Η πρώτη διάκριση, η οποία κατεξοχήν είναι εφαρμόσιμη στη μελέτη των σωματείων, είναι μεταξύ τυπικής και άτυπης ή οργανωμένης και αυθόρμητης κοινωνικότητας. Οι κοινωνικές σχέσεις που αναπτύσσονται στο πλαίσιο των εθελοντικών συσσωματώσεων εγγράφονται στην κατηγορία της τυπικής και οργανωμένης κοινωνικότητας. Η δεύτερη διάκριση αναφέρεται στον συλλογικό (δηλ. ομαδικό) ή στον ατομικό (δηλ. διαπροσωπικό) χαρακτήρα της κοινωνικότητας, διάκριση εξίσου λειτουργική για την ανάλυση των σχέσεων που μπορούν να αναπτυχθούν μεταξύ των μελών μιας δεδομένης ομάδας, που μπορεί επίσης να είναι ένα σωματείο. Η τρίτη διάκριση, η οποία ωστόσο είναι δύσκολο να 

————————————

36. M. Agulhon, Le cercle dans la France bourgeoise 1810-1848. Étude d'une mutation de sociabilité, Παρίσι, A. Colin, 1977, σ. 8-11, και του ίδιου, "Introduction. La sociabilité est-elle objet de l'histoire?", στο É. François (επιμ.), Sociabilité et société bourgeoise en France, en Allemagne et en Suisse 1750-1850..., Παρίσι, Éditions Recherche sur les Civilisations, 1986, σ. 13-22.

37. Claire Bidart, "Sociabilités: quelques variables", Revue Française de Sociologie 29/4 (nov.-déc. 1988), σ. 621.

38. Στο ίδιο, σ. 623. Αντίστοιχα, οι Étienne François και Rolf Reichardt δίνουν τον ακόλουθο ορισμό που υιοθέτησαν στη δική τους έρευνα: "η κοινωνικότητα [...] περιλαμβάνει τις συγκεκριμένες μορφές, τους τρόπους (modalités), τις δομές και τις διαδικασίες της κοινωνικοποίησης και της ώθησης σε επικοινωνία που διασχίζει όλο το πεδίο της κοινωνικής πρακτικής, ανάμεσα στην οικογένεια αφενός και το κράτος και τα συγκροτημένα σώματα (κόμματα) αφετέρου". É. François - R. Reichardt, "Les formes de sociabilité en France du milieu du XVIIIe siècle au milieu du XIXe siècle", Revue d'histoire moderne et contemporaine 34 (juillet · sept. 1987), σ. 455.

Σελ. 29
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/49/gif/30.gif&w=600&h=91532. Κουλούρη, Αθλητισμός

εφαρμοστεί στην ιστορική ανάλυση, στηρίζεται στην "ένταση" των σχέσεων που αναπτύσσονται μεταξύ των προσώπων39.

Σε μια συγχρονική ή διαχρονική προσέγγιση της κοινωνικότητας σε συνδυασμό με το φαινόμενο της εθελοντικής συσσωμάτωσης, η πυκνότητα της παρουσίας των σωματείων είναι δυνατό να θεωρηθεί ως ένας δείκτης κοινωνικότητας τυπικής, δημόσιας και θεσμοθετημένης, θα μπορούσαμε μάλιστα να υποστηρίξουμε ότι αυτά είναι και τα χαρακτηριστικά της "νέας", νεοτερικής κοινωνικότητας σε αντιδιαστολή με την παραδοσιακή, που χαρακτηριζόταν αντίστοιχα από το άτυπο, ιδιωτικό και ανοργάνωτο, χωρίς βεβαίως αυτό να σημαίνει ότι η παρουσία τυπικών μορφών κοινωνικότητας ακυρώνει την ύπαρξη, παράλληλα, άτυπων μορφών, όπως είναι για παράδειγμα το καφενείο ή, στο χωριό και στη γειτονιά, το κουρείο.

Γι' αυτό το λόγο άλλωστε η pub θεωρείται στην Αγγλία του 19ου αιώνα ως η "εθελοντική συσσωμάτωση του εργάτη", ενώ ο Π. Νιρβάνας γράφει το 1910: "Ό,τι είνε διά τον Άγγλον το χομ, το σουΐτ χομ, είνε διά τον Έλληνα το καφενεϊον"40. Χώρος ανδροκρατούμενος, όπου ανθούσαν οι πολιτικές συζητήσεις, γίνονταν οικονομικές συναλλαγές αλλά επίσης σύχναζαν λογοτέχνες και δημοσιογράφοι, το καφενείο αποτελεί για την Ελλάδα της περιόδου που εξετάζουμε τον σημαντικότερο ίσως χώρο ανδρικής άτυπης κοινωνικότητας για όλα τα κοινωνικά στρώματα. Το καφενείο μάλιστα, όπως έχει υποστηρίξει ο Maurice Agulhon, εμφανίζει συγγένεια με το σωματείο και συχνά συγχέεται μαζί του, στα μικρότερα αστικά κέντρα, όπου μπορεί να προσφέρει το χώρο για την κοινωνική επαφή μιας σταθερής πελατείας41. Το καφενείο και το σωματείο συγκροτούν αυτούς τους ενδιάμεσους χώρους όπου μπορούν να αναπτυχθούν κοινωνικοί δεσμοί "διαφορετικοί από εκείνους που χαρακτηρίζουν την οικογένεια αφενός ή από εκείνους που επιβάλλουν οι δομές εξουσίας αφετέρου"42. Άλλωστε, όπως και στο σωματείο, "αν και οι εντός καφενείου σχέσεις μπορεί να αντανακλούν γνωρίσματα εξωτερικά του καφενείου [π.χ. κοινωνική τάξη], ωστόσο αυτές οι εξωτερικές ιδιότητες έρχονται να καταγραφούν σ' ένα πεδίο σχέσεων που ανήκουν στο καφενείο, που καταρχάς διαμορφώνονται μέσα σ' αυτό και σύμφωνα με έναν κώδικα που προσιδιάζει αποκλειστικά στο καφενείο"43. Έτσι η αντίθεση ανάμεσα στον

————————————

39. Για την εφαρμογή αυτών και άλλων διακρίσεων ως προς τους διαφορετικούς τύπους κοινωνικότητας, βλ. Claire Bidart, ό.π., σ. 624-626.

40. Π. Νιρβάνας, "Μάι σουΐτ χομ!", εφ. Εστία, 25 Ιουλίου 1910 στο Γ. Παπακώστας, Φιλολογικά σαλόνια και καφενεία της Αθήνας, β' έκδ., Αθήνα, Εστία, 1991, σ. 34, σημ. 9. Για την Αγγλία, βλ. P. Bailey, Leisure and Class in Victorian England. Rational Recreation and the Contest for Control, 1830-1885, Λονδίνο 1978, σ. 171.

41. M. Agulhon, Le cercle..., ό.π., σ. 54-57.

42. Hélène Desmet-Grégoire - Fr. Georgeon (εκδ.), Cafés d'Orient revisités, Παρίσι, CNRS, 1997, σ. 20.

43. Ευθ. Παπαταξιάρχης, "Ο κόσμος του καφενείου. Ταυτότητα και ανταλλαγή στον

Σελ. 30
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/49/gif/31.gif&w=600&h=91532. Κουλούρη, Αθλητισμός

εμπορικό, δημόσιο και ανοιχτό χαρακτήρα ενός καφενείου και τον μη κερδοσκοπικό, ιδιωτικά και κλειστό ενός σωματείου, είναι μάλλον επιφανειακή γιατί στην ουσία και οι δύο χώροι είναι μάρτυρες της ίδιας, καινούριας, μορφής κοινωνικότητας.

Στα όρια του ιδιωτικού και του δημόσιου, τα σωματεία, οι μικρές ομάδες, χτίζουν τους δικούς τους τοίχους και διαγράφουν το χώρο δράσης τους μέσα στην πόλη. "Η ιδιωτική ζωή πρέπει να είναι κλεισμένη με τοίχους" έγραφε το λεξικό του Littré στα μισά περίπου του περασμένου αιώνα44. Ανάλογη είναι και η λειτουργία των σωματείων μόνο που οι τοίχοι είναι πλέον έξω από την οικογένεια. Η οργάνωση σε μικρότερες η μεγαλύτερες ομάδες αποτελεί εξάλλου μια μορφή αντίστασης απέναντι στην πολιτική εξουσία και τον κοινωνικό έλεγχο και λειτουργεί αντισταθμιστικά και μονωτικά προς το εθνικό κράτος, με την αναζήτηση συλλογικών ταυτοτήτων άλλων απ' αυτήν που επιβάλλει το έθνος-κράτος.

"Στα δημοκρατικά έθνη μόνο μέσω της συσσωμάτωσης μπορεί να εκφρασθεί η αντίσταση του λαού απέναντι στο κράτος", έγραφε ο Alexis de Toqueville στο περίφημο έργο του Η Δημοκρατία στην Αμερική45. Ο Toqueville, θαυμαστής του αμερικανικού πολιτικού συστήματος, θεωρούσε την εξάπλωση της σωματειακής οργάνωσης στην Αμερική ως κατεξοχήν εκδήλωση της αρχής της ισότητας που χαρακτήριζε την εκεί πολιτική και κοινωνική ζωή. Οι εθελοντικές συσσωματώσεις των πολιτών είχαν λοιπόν, σύμφωνα με τον Toqueville, καθαρά πολιτική λειτουργία, εφόσον αποτελούσαν το μοναδικό αντίβαρο προς τον αυταρχισμό του κράτους.

Η Αμερική δεν αποτελούσε εντούτοις την εξαίρεση. Ολόκληρη η ευρωπαϊκή ήπειρος, από την Αγγλία ως τη Ρωσία, γνώρισε στα μέσα του 19ου αιώνα μια καταπληκτική εξάπλωση της σωματειακής ζωής. Το "συνεταιριστικό πνεύμα" αποτελούσε το πνεύμα (Zeitgeist} του προηγούμενου αιώνα46. Η "κοινωνία πολιτών" λοιπόν -δηλ. το δίκτυο των εθελοντικών οργανώσεων που μεσολαβεί ανάμεσα στο άτομο και το κράτος- δραστηριοποιήθηκε και πολιτικοποιήθηκε σταδιακά όλο και περισσότερο. Υπό την επίδραση των ιδεών του Διαφωτισμού, αυτή η "κοινωνία πολιτών" σήμαινε "το πρότυπο της οικονομικής, κοινωνικής και

————————————

ανδρικό συμποσιασμό", στο Ευθ. Παπαταξιάρχης - Θ. Παραδέλλης (επιμ.), Ταυτότητες του φύλο στη σύγχρονη Ελλάδα. Ανθρωπολογικές προσεγγίσεις, Αθήνα 1992, σ. 215.

44. Dictionnaire, 1863-1872. Η παραπομπή στο Michelle Perrot (επιμ.), Histoire de la vie privée, τ. Δ', Παρίσι 1987, σ. 307.

45. A. de Toqueville, Democracy in America, τ. ΙΙ, Νέα Υόρκη, Vintage Books, χ.χ., σ. 330. Βλ. τώρα και την ελληνική έκδοση: Η δημοκρατία στην Αμερική, μετάφρ. Μπάμπης Λυκούδης, εισαγωγή Γ. Μανιάτης, Αθήνα, Στοχαστής, [1997].

46. A. M. Banti - M. Meriggi (εκδ.), Elites e associazioni nell'Italia dell'Ottocento: Quaderni Storici 77 (agosto 1991), σ. 359. Σύμφωνα με τον Jonathan Barry, οι εθελοντικές συσσωματώσεις ανέλαβαν ρόλο κλειδί στη διαμόρφωση της μεσαίας τάξης ήδη από τον 18ο αιώνα: "The Making of the Middle Class? Review Article", Past and Present 145 (nov. 1994), σ. 199-200.

Σελ. 31
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/49/gif/32.gif&w=600&h=91532. Κουλούρη, Αθλητισμός

πολιτικής τάξης που επρόκειτο να κάνει για όλους πραγματικότητα την αρχή της νομικά ρυθμιζόμενης ατομικής ελευθερίας ξεπερνώντας την απολυταρχία, τα προνόμια γέννησης και την εκμετάλλευση του κλήρου"47. Βεβαίως, στο πλαίσιο της ευρύτερης αυτής εξάπλωσης του συνεταιριστικού πνεύματος διαπιστώνονται διαφορές μεταξύ των ευρωπαϊκών κρατών ως προς το πολιτικό περιεχόμενο της σωματειακής δράσης, σύμφωνα με τους ιδιαίτερους κοινωνικο-ιστορικούς παράγοντες, τις οικονομικές δομές και τους κρατικούς θεσμούς.

Στην περιοχή του πολιτικού στοχασμού, η μετατροπή του περιεχομένου της societas civilis και η ανάδειξη της διάκρισης ανάμεσα στο κράτος (και τα στρατιωτικά, αστυνομικά, νομικά, διοικητικά, παραγωγικά και πολιτισμικά όργανα του) και τον μη-κρατικό τομέα, δηλ. τη ρυθμιζόμενη από την αγορά, ελεγχόμενη από ιδιώτες και εθελοντικά οργανωμένη κοινωνία πολιτών, σε βασικά στοιχείο της σκέψης του προηγούμενου αιώνα εντοπίζονται από τα τέλη του 18ου αιώνα. Σύμφωνα με τον John Keane, η μετατροπή αυτή δεν οφειλόταν τόσο σε οικονομικούς παράγοντες -την ανάπτυξη του καπιταλισμού- αλλά σε μια μάλλον πολιτική εξέλιξη, το φόβο του κρατικού δεσποτισμού, που αποτελεί συστατικά στοιχείο των ιδεών που εκφράζονται γύρω από την ιστορική τομή της Γαλλικής Επανάστασης48.

Αν ωστόσο η εθελοντική συσσωμάτωση αποτελούσε τη θεσμική βάση για να εκφραστούν τα ιδεώδη της ορθολογικής επικοινωνίας και κοινωνικότητας και τα πολιτικά αιτήματα χειραφέτησης, ήταν ταυτόχρονα σαφή τα κοινωνικά όρια -φύλου και τάξης- ως προς την εφαρμογή της φιλελεύθερης αρχής της ισότητας. Στην πρακτική τους έκφραση, οι χειραφετικές υποσχέσεις του φιλελευθερισμού καθώς και η συνάλληλη προτεσταντική ηθική ενσωμάτωσαν τις αρχές ιεραρχίας και αποκλεισμού της τάξης και του φύλου49. Ο τύπος σωματείου λοιπόν που κυριαρχεί στον 19ο αιώνα είναι εκείνος που έχει οριστεί στη γερμανική βιβλιογραφία ως bürgerlicher Verein, συσπείρωνε δηλ. κατεξοχήν την αστική τάξη και εξέφραζε αστικές αξίες: τις αρχές της ισότητας και της ατομικότητας, με παράλληλη περιφρόνηση προς τα προνόμια της καταγωγής και του status. Τα σωματεία αυτά, παρόλο που προωθούσαν την ιδέα της τυπικής ισότητας, απλώς αναπαρήγαν τις διαφορές κοινωνικής ισχύος που ήδη υπήρχαν στο εσωτερικό της κοινωνίας, επιβεβαιώνοντας και εδραιώνοντας την αστική κυριαρχία50.

————————————

47. J. Kocka, "The European Pattern and the German Case" στο J. Kocka - A. Mitchell (εκδ.), Bourgeois Society in Nineteenth - Century Europe, Οξφόρδη, Berg, 1993, σ. 9.

48. John Keane, "Despotism and Democracy. The Origins and Development of the Distinction Between Civil Society and the State 1750-1850", στο Civil Society and the State. New European Perspectives, Λονδίνο - Νέα Υόρκη, Verso, σ. 35-71.

49. Βλ. Η. M. Wach, "Civil society, moral identity and the liberal public sphere: Manchester and Boston, 1810-40", Social History 21/3 (oct. 1996), σ. 281-303.

50. Christiane Eisenberg, "Working-Class and Middle-Class Associations. An Anglo-German

Σελ. 32
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/49/gif/33.gif&w=600&h=91532. Κουλούρη, Αθλητισμός

Οι εθελοντικές συσσωματώσεις πρόσφεραν κάτι παραπάνω από τη δυνατότητα να περνάει κάποιος τον ελεύθερο χρόνο του μεταξύ φίλων. «Έπαιξαν ένα ρόλο κλειδί στη διαμόρφωση και παγίωση των κοινωνικών σχέσεων μεταξύ των πλουσίων και ισχυρών της σύγχρονης βιομηχανικής κοινωνίας της πόλης, δημιούργησαν την αλληλεγγύη της ομάδας, έπλασαν μια συνείδηση τάξης και ρύθμισαν την αφομοίωση των "νέων ανθρώπων" των ανώτερων τάξεων»51. Η εθελοντική συσσωμάτωση λειτουργούσε επιπλέον συμπληρωματικά προς την ιδιωτική άτυπη συνάντηση (σε σπίτια) για την εκδήλωση της αστικής κοινωνικότητας στην κοινωνία της πόλης. Οι ελίτ των πόλεων είχαν καθημερινές επαφές στο σπίτι, τη δουλειά, τη σχόλη, οι οποίες ενίσχυαν τους δεσμούς που αναπτύσσονταν και τις ιδέες που εκφράζονταν στις τυπικές οργανώσεις. Όλοι αυτοί οι τόποι εμπέδωναν κοινωνικά δίκτυα που παρήγαν κώδικες αξιών και συμπεριφοράς αλλά και επαγγελματικές ή οικογενειακές συμμαχίες52.

Οι εθελοντικές οργανώσεις αποτελούσαν λοιπόν το δημόσιο χώρο έκφρασης της ανδρικής αστικής κοινωνικότητας, ήταν ανεξάρτητες από το κράτος και επιδίωκαν συγκεκριμένους ειδικούς στόχους. Η συνήθης κατηγοριοποίηση που προτείνουν άλλωστε οι μελετητές στηρίζεται στις λειτουργίες και στους στόχους τους53. Μια αρκετά πειστική τυπολογία, την οποία υιοθετεί και ο Vernon L. Lidtke54, διακρίνει τις εθελοντικές συσσωματώσεις, με βάση τη λειτουργική αξία που θεωρούνται ότι έχουν για τα μέλη τους ως συλλογικότητα, σε πέντε τύπους: α') σωματεία που επιδιώκουν την "απόλαυση μέσω της συμμετοχής και της επίδοσης", δηλ. σωματεία των οποίων οι βασικές δραστηριότητες είναι τα σπορ, ο χορός, το τραγούδι κ.τ.ό., β') σωματεία όπου πρώτιστη αξία είναι η κοινωνικότητα και όπου οι διάφορες δραστηριότητες αποτελούν απλώς το μέσο για επικοινωνία μεταξύ των μελών55, γ') σωματεία των οποίων η σημασία εντοπίζεται στο συμβολισμό πεποιθήσεων και ιδεολογιών, δ') σωματεία που προορίζονται κυρίως για την παροχή υπηρεσιών και ε') εκείνα με κύρια λειτουργία την εκπαιδευτική,

————————————

Comparison, 1820-1870", στο J. Kocka - A. Mitchell (εκδ.), ό.π., σ. 151-178. Πβ. και Α. Μ. Banti, "Der Verein", στο H.-G. Haupt (εκδ.), Orte des Alltags. Miniaturen aus der europäischen Kulturgeschichte, Μόναχο, C. H. Beck, 1993, σ. 105-110.

51. A. Cardoza, "Tra casta e classe. Clubs maschili dell'elite torinese, 1840-1914", στο A. M. Banti - M. Meriggi (εκδ.), ό.π., σ. 363-364.

52. H. M. Wach, ό.π., σ. 284.

53. Βλ. D. J. Pugliese, Voluntary associations. An annotated bibliography, Νέα Υόρκη και Λονδίνο, Garland, 1986, σ. 7-9.

54. V. L. Lidtke, The Alternative Culture. Socialist Labor in Imperial Germany, Οξφόρδη -Νέα Υόρκη, Oxford University Press, 1985, σ. 24. Το σχήμα αυτό προέρχεται από επεξεργασία του σχήματος που προτείνουν οι Charles Κ. Wartiner και Jane Emery Prather, "Four Types of Voluntary Associations", Sociological Inquiry 35 (Spring 1965), σ. 138-148.

55. Η κοινωνικότητα αποτελούσε πάντως εξέχουσα λειτουργία για σχεδόν όλους τους τύπους σωματείων.

Σελ. 33
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/49/gif/34.gif&w=600&h=91532. Κουλούρη, Αθλητισμός

δηλ. την παροχή στα μέλη τους ευκαιριών για μάθηση. Η τυπολογία αυτή, παρά τις αδυναμίες της, φωτίζει την ποικιλία των σημασιών που μπορούσε να έχει η σωματειακή ζωή για τους μετέχοντες. Από την άποψη της πολιτικο-κοινωνικής λειτουργίας του εξάλλου, ο τύπος του σωματείου που περιλαμβάνει και το αθλητικό σωματείο δίπλα σε άλλες οργανώσεις όπως π.χ. τα φιλανθρωπικά σωματεία, οι φιλεκπαιδευτικοί σύλλογοι, οι πολιτικές λέσχες, τα αναγνωστήρια κλπ., διακρίνεται από τέσσερα βασικά χαρακτηριστικά: α') οργανώνει άτομα που τυπικά θεωρούνται ίσα, δεν χαίρουν ιδιαίτερων προνομίων και μετέχουν στη λειτουργία του σωματείου με την ατομική τους ψήφο, β') επιδιώκει μόνο περιορισμένους στόχους, γ') οι δραστηριότητες του αποτελούν αυτοσκοπούς και δεν στοχεύουν σε μια ευρύτερη επιρροή έξω από τον κύκλο των μελών, δ') η γραφειοκρατία του παραμένει ασθενής και η διοίκηση ασκείται από προσωπικό που κατά κανόνα δεν πληρώνεται και προέρχεται από τα μέλη του56.

Το σωματείο αποτέλεσε συνεπώς κατά τον 19ο αιώνα τμήμα της ζωής των ανερχόμενων μεσαίων στρωμάτων, των οποίων εξέφρασε τις πολιτικές αξίες και το νέο κώδικα συμπεριφορών. Ο πολλαπλασιασμός και η εξάπλωση αυτού του νέου τύπου κοινωνικής οργάνωσης, συνδέθηκε επιπλέον στενά με την ανάπτυξη των πόλεων αλλά και τη νέα οργάνωση του χρόνου.

ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΧΡΟΝΟΣ: ΧΡΟΝΟΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ;

Η ιστορία του ελεύθερου χρόνου και της σχόλης57 συναρτάται, όπως είναι φυσικό, με την ιστορία της εργασίας. Αν δεχθούμε μάλιστα την άποψη της διπλής διάστασης της εργασίας τόσο ως οικονομικής όσο και ως πολιτισμικής δραστηριότητας, τότε η ιστορική μελέτη της σχόλης μπορεί να συμβάλει σημαντικά στην κατανόηση της εργασίας, της οποίας η έρευνα μέχρι πρόσφατα είχε εγκλωβιστεί σε μια οικονομιστική λογική. Παραπληρωματικές είναι εξάλλου οι προσεγγίσεις των αντιλήψεων σχετικά με την εργασία αφενός και τον ελεύθερο χρόνο αφετέρου. Ο τρόπος με τον οποίο ορίζεται σε κάθε εποχή η εργασία, ποιες είναι οι αντιλήψεις και οι αξίες που τη συνοδεύουν και, αντίστοιχα, πότε αναδύεται η έννοια του ελεύθερου χρόνου, πώς ορίζεται αυτός και πώς καταναλώνεται από τις διάφορες κοινωνικές ομάδες, αποτελούν σημαντικές παραμέτρους μιας παρόμοιας ανάλυσης.

————————————

56. Ch. Eisenberg, ό.π., σ. 153-154.

57. Με τη λέξη "σχόλη" αποδίδεται ο αγγλικός όρος "leisure" και ο γαλλικός "loisir", ενώ ως "ελεύθερος χρόνος" μεταφράζονται οι όροι "free time", "spare time" και "temps libre". Στα γερμανικά οι δύο όροι συμφύρονται σε έναν: "Freizeit". Για την απόδοση των αγγλικών και γαλλικών όρων, βλ. και Αλεξάνδρα Κορωναίου, ό.π., σ. 129-130. Κατά την εποχή που καλύπτει η παρούσα μελέτη, ο όρος που επικρατεί είναι "σχόλη".

Σελ. 34
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/49/gif/35.gif&w=600&h=91532. Κουλούρη, Αθλητισμός

Ανθρωπολογικές μελέτες -του M. Godelier συγκεκριμένα- έχουν δείξει ότι η έννοια της "εργασίας γενικά", διακεκριμένης δηλ. από τις ατομικές μορφές της και έξω από άλλες δομές όπου ήταν ενταγμένη (συγγένεια, θρησκεία, πολιτική), αναδύθηκε στη Δύση στα τέλη του 18ου αιώνα. Επισημαίνουν επίσης ότι παρατηρούνται αλλαγές στο λεξιλόγιο που συνοδεύει την εργασία: από συμφραζόμενα πόνου και υποβάθμισης διαπιστώνεται η μετάβαση σε λέξεις που υποδηλώνουν αξιοπρέπεια και τιμή58. Το "έθος του καθήκοντος, της εργασίας και της αποταμίευσης"59 αποτελεί πράγματι τον πυρήνα του νέου συστήματος αξιών που κυριαρχεί στην Ευρώπη του 19ου και του α' μισού του 20ού αιώνα. Ο χρόνος της εργασίας επιβάλλεται άλλωστε ως κυρίαρχος κοινωνικός χρόνος, όπως ακριβώς κυριαρχούσε ο ιερός χρόνος στις παραδοσιακές και πρωτόγονες κοινωνίες. Από τον 19ο αιώνα συνεπώς και σε συνδυασμό με την ανάπτυξη του βιομηχανικού καπιταλισμού, ο εργάσιμος χρόνος επιβάλλεται ως πρωταρχικός ρυθμιστής όλων των άλλων χρήσεων του χρόνου. Η απραξία και το άσκοπο χάσιμο του χρόνου είναι αντικείμενα ηθικής καταδίκης.

Η αλλαγή είναι πολύ βαθύτερη απ' όσο φαίνεται σε πρώτο επίπεδο. Πρόκειται για μια σημαντική πολιτισμική αλλαγή που αφορά στη συνείδηση του χρόνου και η οποία παρατηρείται κατά τη μετάβαση στη σύγχρονη βιομηχανική εποχή. Η πολιτισμική αυτή αλλαγή συνδέεται με τη σειρά της με μια τεχνολογική τομή που έχει προηγηθεί και της οποίας η σημασία δεν θα πρέπει να υποτιμηθεί: το ρολόι. Από τον 14ο αιώνα, εμφανίζονται τα ρολόγια των εκκλησιών και τα δημόσια ρολόγια. Γύρω στο 1800 έχουν πολλαπλασιαστεί τα ρολόγια τσέπης και τοίχου, παρόλο που δεν γνωρίζουμε ακριβώς ποιοι τα είχαν60. Η μεγάλη διάδοση των ρολογιών μέσα στον 19ο αιώνα είναι εκείνη που εξασφάλισε πάντως στο νέο σύστημα αντίληψης του χρόνου γενική ισχύ και εφαρμογή.

Η αλλαγή αυτή διευκολύνθηκε από την εξέλιξη της πουριτανικής ηθικής. Πριν από τη Βιομηχανική Επανάσταση και "πολύ πριν το ρολόι τσέπης γίνει προσιτό στον τεχνίτη", οι πουριτανοί ηθικολόγοι, προβάλλοντας με νέα έμφαση την ηθική αξία της φιλοπονίας και καταδικάζοντας την τεμπελιά, "πρόσφεραν σε κάθε άνθρωπο τον δικό του εσωτερικό μετρητή του χρόνου"61. Έτσι, σύμφωνα με τον

————————————

58. M. Godelier, "Mémorandum pour une enquête sur le travail et ses représentations", Μάρτιος 1980 (δακτυλόγραφο), σ. 5, 12-19. Πβ. και το κλασικό έργο του Max Weber, Η προτεσταντική ηθική και το πνεύμα του καπιταλισμού, μετάφραση Δημ. Κούρτοβικ, Αθήνα, Κάλβος, χ.χ., κυρίως σ. 62-72, 167-174.

59. Η έκφραση ανήκει στον Christian Lalive d'Epinay. Βλ. Αλ. Κορωναίου, ό.π., σ. 84.

60. Ε. P. Thompson, "Time, Work-Discipline and Industrial Capitalism", Past and Present 38 (Δεκ. 1967), σ. 63-66· βλ. και ελλ. μετάφρ. Ε. Π. Τόμσον, Χρόνος, εργασιακή πειθαρχία και βιομηχανικός καπιταλισμός, μετάφρ. - επίμετρο: Β. Τομανάς, Θεσσαλονίκη, Νησίδες, 1994 (β' έκδ.).

61. Στο ίδιο, σ. 87. Πβ. και Max Weber, ό.π.

Σελ. 35
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/49/gif/36.gif&w=600&h=91532. Κουλούρη, Αθλητισμός

Ε. Ρ. Thompson, η εσωτερίκευση της νέας αντίληψης του χρόνου και μιας νέας εργασιακής πειθαρχίας από τον 18ο αιώνα, που προκάλεσε σοβαρές αλλαγές στα εργασιακά ήθη -νέες πειθαρχίες, νέα κίνητρα-, θα πρέπει να συνδεθεί με την εξέλιξη της πουριτανικής ηθικής στο πάντρεμά της με τον βιομηχανικό καπιταλισμό. Πράγματι, «από τότε που ο χρόνος έγινε η αφηρημένη μονάδα υπολογισμού για κάθε ανθρώπινη πράξη, απέκτησε νόημα η σκέψη της διαίρεσης του χρόνου, της εξοικονόμησης του χρόνου, της χρήσης του χρόνου ως μέτρου για την απόδοση και της αυστηρής οριοθέτησης του "ελεύθερου" χρόνου από το χρόνο εργασίας»62.

Η ανάδυση επομένως της σύγχρονης σχόλης μέσα στον 19ο αιώνα αποτελεί τμήμα γενικότερων μετασχηματισμών που περιγράφονται με την έννοια του εκσυγχρονισμού και της νεοτερικότητας και συνδέεται με μια σειρά από σημαντικές τεχνολογικές, οικονομικές και πολιτισμικές αλλαγές. Ως σημαντικότερη, που περικλείει και πολλές άλλες, προβάλλεται η εμφάνιση και εξάπλωση της μεγάλης βιομηχανίας, που οδηγεί -στα τέλη του αιώνα- στη μείωση του ημερήσιου χρόνου εργασίας μέσω εξορθολογιστικών μέτρων, μέσω της εισαγωγής δηλ. μεθόδων επιστημονικής διαχείρισης και ακριβούς μέτρησης και σχεδιασμού της παραγωγικής διαδικασίας (τεϋλορισμός)63.

Ακόμη λοιπόν κι αν δεν δεχθούμε την ερμηνευτική άποψη που θέλει τη σχόλη να προσδιορίζεται αντιθετικά προς την εργασία, για να εκτιμήσουμε τη θέση που κατέχει ο ελεύθερος χρόνος, με τον αντικειμενικό και υποκειμενικό ορισμό του και για να γράψουμε την ιστορία του, είναι απαραίτητο να γνωρίζουμε τη θέση που, διαζευκτικά ή παραπληρωματικά, κατέχει η εργασία. Για την Ελλάδα, "η των ονομάτων επίσκεψις" θα μπορούσε να αποδειχθεί για μια ακόμη φορά χρήσιμη. Φυλλομετρώντας το Λεξικό του Κουμανούδη, συναντούμε για παράδειγμα τη λέξη "εργατικότης" πρώτη φορά το 1851 64. Να μια αρετή για την οποία θα μπορούσε να επαινεθεί ένας Έλληνας από τα μισά του αιώνα και εξής, χωρίς ωστόσο αυτό να σημαίνει ότι δεν θα μπορούσαν και πριν απ' αυτό το όριο να υπάρχουν άλλες λέξεις για παρόμοιες αρετές. Και όμως το 1892, ο Γάλλος Gaston Deschamps σημειώνει με τα μάτια του δυτικού παρατηρητή για τους 'Έλληνες: "Η γλώσσα τους ονομάζει την εργασία με τη λέξη δουλειά, που σημαίνει δουλεία"65. Είναι πιθανό ότι κι ο ίδιος αγνοούσε την προέλευση της

————————————

62. G. Huck (επιμ.), Sozialgeschichte der Freizeit. Untersuchungen zum Wandel der Alltagskultur in Deutschland, Wuppertal, Peter Hammer Verlag, 1980, σ. 14.

63. Στο ίδιο, σ. 12. Βλ. F. W. Taylor, The Principles of Scientific Management, Νέα Υόρκη, W. W. Norton, 1967 (α΄ έκδ., 1911).

64. Στ. Α. Κουμανούδης, Συναγωγή νέων λέξεων υπό των λογίων πλασθεισών από της Αλώσεως μέχρι των καθ' ημάς χρόνων (1900), προλεγόμενα Κ. Θ. Δημαράς, Αθήνα, Ερμής, 1980.

65. G. Deschamps. Η Ελλάδα σήμερα. Οδοιπορικά 1890. Ο κόσμος του Χαριλάου 

Σελ. 36
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/49/gif/37.gif&w=600&h=91532. Κουλούρη, Αθλητισμός

αντίστοιχης γαλλικής λέξης "travail" από το λατινικό tripalium που ήταν όργανο βασανισμού (τσουγκράνα με τρία δόντια).

Το γεγονός ότι στην Ευρώπη της μεσαιωνικής και της πρώιμης νεότερης εποχής υπήρχαν λέξεις αντίθετες προς την εργασία66 και συνακόλουθες συμπεριφορές σχετικοποιεί την άποψη περί ασυνέχειας μεταξύ προβιομηχανικής και βιομηχανικής εποχής και αναδεικνύει ως παραπλανητική τη διχοτόμηση μεταξύ, αντίστοιχα, μιας "κουλτούρας του πανηγυριού" και μιας "κουλτούρας της σχόλης". Η διαπίστωση αυτή δεν ακυρώνει εντούτοις την ταυτόχρονη αναγνώριση της πραγματικής μετάβασης που παρατηρείται κατά τον 18ο αιώνα και την οποία ο Peter Burke ορίζει ως "εφεύρεση του ελεύθερου χρόνου". Ο Burke θεωρεί βεβαίως ότι η μετάβαση αυτή δεν μπορεί να εξηγηθεί μόνο με τον βιομηχανικό καπιταλισμό. Με βάση τις θεωρίες του Elias περί "εκπολιτισμού" και του Foucault περί "πειθαρχίας", η έννοια του ελεύθερου χρόνου αντιμετωπίζεται ως αντίδραση απέναντι στην "πειθαρχημένη κοινωνία", απέναντι στη διαδικασία επιβολής ρυθμιστικών κανόνων (regulation) στη δυτική κοινωνία από τον 13ο ως τον 18ο αιώνα. «Στην "πειθαρχημένη κοινωνία"», γράφει ο Burke, «ακόμη και το παιχνίδι πρέπει να υπακούει σε κανόνες που ορίζουν πότε, πώς και μεταξύ ποίων είναι επιτρεπτό. Καθώς ο ελεύθερος χρόνος γινόταν όλο και πιο οργανωμένος και θεσμοθετημένος, οι άνθρωποι τον αντιλαμβάνονταν περισσότερο ως έναν ξεχωριστό τομέα παρά ως παύση μεταξύ περιόδων εργασίας. Καθώς η δουλειά γινόταν λιγότερο ψυχαγωγική και οι ώρες εργασίας καθορίζονταν αυστηρότερα, υπήρχε μεγαλύτερη ανάγκη για τις μη-ωφελιμιστικές δραστηριότητες που ονομάζουμε "σχόλη"»67.

Ως σχόλη ορίζεται πράγματι η ελεύθερη δραστηριότητα την οποία το άτομο αναλαμβάνει για τους δικούς της ανεξάρτητους στόχους, όποιοι κι αν είναι αυτοί, και εφόσον απουσιάζουν άμεσες υποχρεώσεις -εργασιακές, οικογενειακές, θρησκευτικές, κοινωνικές68. Θα πρέπει ωστόσο να είμαστε επιφυλακτικοί απέναντι στην αξιολογική επένδυση του ελεύθερου χρόνου ως χρόνου ελευθερίας και να συνυπολογίζουμε το πλέγμα των κοινωνικών καταναγκασμών που μπορούν να περιορίσουν ή και να κατευθύνουν τη δράση των υποκειμένων69. Στο πλαίσιο

————————————

Τρικούπη, μετάφρ. Α. Δαούτη, πρόλογος - σχόλια Α. Νικολοπούλου, Αθήνα, Τροχαλία, 1992, σ. 53.

66. Π.χ. οι λατινικές otium και vacatio, οι ιταλικές testa, giuoco, passatempo, diporto, ricreazione κλπ., οι γαλλικές divertissement, oisiveté, loisirs, recréation κλπ., οι αγγλικές ease, festival, feast, holiday, pastime, entertainment κλπ.

67. Βλ. Ρ. Burke, "The Invention of Leisure in Early Modern Europe", Past and Present 146 (Febr. 1995), σ. 136-150. Το παράθεμα στις σ. 149-150.

68. M. R. Marrus (εκδ.), The Emergence of Leisure, Νέα Υόρκη κ.ά., Harper Torchbooks, 1974, σ. 4.

69. Κυρίως η αμερικανική κοινωνιολογική σχολή, επηρεασμένη από την αμερικανική 

Σελ. 37
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/49/gif/38.gif&w=600&h=91532. Κουλούρη, Αθλητισμός

εξάλλου του διακριτού αυτού κοινωνικού χρόνου, ο οποίος χαρακτηρίζεται από ιδιαίτερες κοινωνικές πρακτικές και δραστηριότητες, εμφανίζονται νέοι κοινωνικοί κανόνες και διαμορφώνονται νέες κοινωνικές σχέσεις70.

Η εμφάνιση της έννοιας του ελεύθερου χρόνου και των δραστηριοτήτων της σχόλης συνιστά συνεπώς, κατά κοινή παραδοχή κοινωνιολόγων και ιστορικών, μια σημαντική αλλαγή, τόσο σημαντική μάλιστα ώστε ο όρος "επανάσταση", που με διαφορετικά επίθετα έχει κατά καιρούς χρησιμοποιηθεί για να δηλώσει ιστορικές ρήξεις, να παρουσιάζεται τώρα σε συνδυασμό με τον ελεύθερο χρόνο. Η "επανάσταση του ελεύθερου χρόνου" δηλώνει λοιπόν την αλλαγή που συντελείται κατά το πέρασμα από την προ-βιομηχανική στη βιομηχανική κοινωνία (αλλά και κατά τη διάρκεια αυτής της τελευταίας) ως προς την αντίληψη και την οργάνωση του χρόνου. Η δημιουργία ενός ελεύθερου χρόνου για τις μεσαίες και, στη συνέχεια, για τις εργατικές τάξεις, η ομογενοποίηση του χρόνου, η τυποποίηση του διαχωρισμού εργασίας και σχόλης συνεπάγονται αλλαγές στην οργάνωση της κοινωνικής ζωής αλλά και στην ίδια τη δόμηση του αστικού χώρου (με τη δημιουργία ιδιαίτερων, ιδιωτικών αλλά και δημόσιων χώρων όπου καταναλώνεται ο ελεύθερος χρόνος).

Στο β' μισό του 19ου αιώνα, στη Δ. Ευρώπη, αλλάζουν δραστικά τα χωροχρονικά πλαίσια της οικονομικής και της κοινωνικής ζωής. Η εργασία και η σχόλη δεν συνυπάρχουν πλέον, συγκεχυμένες, όπως στις προβιομηχανικές κοινωνίες, σε ένα καθημερινό και ετήσιο κυκλικό σύστημα εναλλασσόμενων απασχολήσεων, αλλά είναι σαφώς διαχωρισμένες βάσει μιας ευθύγραμμης αντίληψης του χρόνου. Στις παραδοσιακές και πρωτόγονες κοινωνίες υπήρχε πράγματι στενή σχέση μεταξύ αγροτικού κύκλου και λειτουργικού έτους. Η εργασία, λόγω των εκκλησιαστικών εορτών αλλά και κλιματολογικών λόγων, ήταν ασυνεχής, ενώ δεν υπήρχε σαφής διαχωρισμός μεταξύ εργασίας και μη-εργασίας. Η εργασία φαίνεται πως, στο πλαίσιο αυτών των κοινωνιών, θεωρούνταν συλλογικό καθήκον, έργο ή υπηρεσία που προέκυπτε από μια καθορισμένη κοινωνική σχέση. Επιπλέον, δεν υπάκουε στο ρυθμό του ρολογιού αλλά στις απαιτήσεις του κάθε έργου71.

Αλλά και οι μορφές ψυχαγωγίας -αναπόδραστα σχεδόν, θα λέγαμε- διαφέρουν ριζικά απ' αυτές της προηγούμενης περιόδου. Στη μεσαιωνική Δ. Ευρώπη, εκφράζουν την προ-βιομηχανική αντίληψη του χρόνου και στο μεγαλύτερο μέρος τους αντανακλούν τον ιστό των σχέσεων συγγένειας και γειτνίασης μεταξύ των ανθρώπων. Ένα μέρος των μεσαιωνικών διασκεδάσεων είναι προφανή προϊόντα μιας κοινωνίας οργανωμένης για τον πόλεμο (τοξοβολία, πάλη, ξιφομαχίες ιππέων), άλλες συνδέονται με οικονομικές ανάγκες (κυνήγι, ιπποδρομίες) και άλλες

————————————

ιδεολογία περί ατομικής ελευθερίας και ισότητας, ταυτίζει τον ελεύθερο χρόνο με την ελεύθερη επιλογή δραστηριοτήτων. Βλ. Αλ. Κορωναίου, ό.π., σ. 54. .

70. Σύμφωνα με την ανάλυση της Nicole Samuel. Βλ. στο ίδιο, σ. 81.

71. "Work and Leisure", Past and Present 29 (Dec. 1964), σ. 51-52.

Σελ. 38
Φόρμα αναζήτησης
Αναζήτηση λέξεων και φράσεων εντός του βιβλίου: Αθλητισμός και όψεις της αστικής κοινωνικότητας
Αποτελέσματα αναζήτησης
    Ψηφιοποιημένα βιβλία
    Σελίδα: 19
    32. Κουλούρη, Αθλητισμός

    της εργασίας, και οι οποίες εξαρτώνται αναπόφευκτα από την ήδη ανεπτυγμένη κοινωνιολογία της εργασίας8.

    Στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής η δεκαετία του 1970 υπήρξε καθοριστική ως προς την ανάπτυξη της κοινωνικής ιστορίας. Με εμφανείς τις επιρροές ευρωπαίων ιστορικών όπως ο Ε. P. Thompson, ο Eric Hobsbawm και ο Fernand Braudel, το ερευνητικό ενδιαφέρον στρέφεται προς νέες θεματικές περιοχές, όπως την ιστορία των γυναικών, των μαύρων, των πόλεων, την ιστορία του εργατικού κινήματος και την ιστορία του αθλητισμού και των σπορ, ενώ οι θεωρητικές προσεγγίσεις εμπλουτίζονται από την προβληματική ομόρων επιστημών, κυρίως της κοινωνιολογίας και της ανθρωπολογίας. Το δοκίμιο του Roland Barthes για την πάλη, του Foucault για τις στάσεις απέναντι στο σώμα, του Huizinga για το στοιχείο του παιχνιδιού στην κουλτούρα, του Norbert Elias για τη "διαδικασία πολιτισμού" αλλά και του Clifford Geertz για το "βαθύ παιχνίδι" είναι κάποια από τα έργα που επηρέασαν την ανάπτυξη της κοινωνικής ιστορίας του αθλητισμού.

    Το γνωστό έργο του Huizinga Homo Ludens, δημοσιευμένο το 1938, αναλύει το στοιχείο που κατεξοχήν θεωρείται ότι χαρακτηρίζει την αθλητική δραστηριότητα, το παιχνίδι. Ο ίδιος ο Huizinga δεν προχωρεί σε παρόμοιες ταυτίσεις· αντίθετα, ανακαλύπτει το στοιχείο του παιχνιδιού σε κάθε πτυχή της κουλτούρας, ακόμη και σ' εκείνες που ορίζονται ως "ανώτερες", όπως για παράδειγμα η θρησκεία, η ποίηση, ο νόμος. Ο πολιτισμός στο σύνολό του νοείται ως παιχνίδι9. Ο Huizinga απορρίπτει κάθε βιοψυχολογική ερμηνεία, η οποία μπορεί να φωτίσει μεν σε ένα βαθμό τα κίνητρα και τα αποτελέσματα του παιχνιδιού αλλά είναι ανεπαρκής για την κατανόηση της φύσης και της σημασίας του. Παρόλο που υπάρχει μια μακρά παράδοση στοχασμού σχετικά με το παιχνίδι, ο Homo Ludens αποτελεί έναν σημαντικό σταθμό για τη νεότερη σκέψη, εντάσσοντας το παιχνίδι σε μια ιστορία της κουλτούρας. Το παιχνίδι αντιμετωπίζεται, συνεπώς, ως συμπεριφορά που εμπεριέχει ελευθερία από περιορισμούς και κατά τούτο έχει συμβάλει σημαντικά στην ανάπτυξη του πολιτισμού, εφόσον αυτή η ελευθερία είναι απαραίτητη για την καινοτομία και κατ' επέκταση για τη δημιουργία της 

    ————————————

    8. Πβ. μια παρουσίαση των κοινωνιολογικών θεωριών για τον ελεύθερο χρόνο και τη σχόλη, μαζί με επιλογή κειμένων σε μετάφραση: Αλεξάνδρα Κορωναίου (επιμ.), Κοινωνιολογία του ελεύθερου χρόνου, μετάφρ. Κική Καψαμπέλη - Γιάννης Σταυρακάκης, Αθήνα, Νήσος, 1996.

    9. "Δεν ήταν δύσκολο να δείξουμε ότι ένας ορισμένος παράγοντας παιχνιδιού λειτούργησε εντονότατα σ' ολόκληρη την πολιτισμική εξέλιξη και ότι παρήγαγε πολλές από τις θεμελιώδεις μορφές του κοινωνικού βίου. Το πνεύμα της παιγνιώδους άμιλλας είναι, ως κοινωνικά ορμέμφυτο, παλαιότερο από τον ίδιο τον πολιτισμό και εμποτίζει ολόκληρη τη ζωή σαν πραγματικό ένζυμο. [...] Ο πολιτισμός, στις αρχικές του φάσεις, παίζεται. Δεν γεννιέται από το παιχνίδι σαν ένα βρέφος που αποσπάται από τη μήτρα: γεννιέται στο και ως παιχνίδι, και ουδέποτε εγκαταλείπει το χώρο του παιχνιδιού": Johan Huizinga, Ο άνθρωπος και το παιχνίδι, (μετάφραση: Στέφανος Ροζάνης, Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος), Αθήνα 1989, σ. 257.