Συγγραφέας:Κουλούρη, Χριστίνα
 
Τίτλος:Αθλητισμός και όψεις της αστικής κοινωνικότητας
 
Υπότιτλος:Γυμναστικά και αθλητικά σωματεία (1870-1922)
 
Τίτλος σειράς:Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας
 
Αριθμός σειράς:32
 
Τόπος έκδοσης:Αθήνα
 
Εκδότης:Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς
 
Έτος έκδοσης:1997
 
Σελίδες:447
 
Αριθμός τόμων:1 τόμος
 
Γλώσσα:Ελληνικά
 
Θέμα:Κοινωνική ενσωμάτωση
 
Νεανικές οργανώσεις
 
Νοοτροπίες και συμπεριφορές
 
Τοπική κάλυψη:Ελλάδα
 
Χρονική κάλυψη:1870-1922
 
Περίληψη:Η παρούσα μελέτη επιχειρεί να συνθέσει μία ιστορία του νεότερου ελληνικού αθλητισμού. Επιθυμεί, πρώτον, να αναδείξει την ιστορικότητα των σπορ και να διαφοροποιηθεί από προσεγγίσεις που αντιμετωπίζουν το παιχνίδι και κατ’ επέκταση τα σπορ (μια μορφή παιχνιδιού) ως διαχρονικό δομικό στοιχείο του ανθρώπινου πολιτισμού. Ενδιαφέρεται, δεύτερον, να ελέγξει το ερευνητικό δίλημμα της συνέχειας ή ασυνέχειας από τα παραδοσιακά παιχνίδια στα σύγχρονα σπορ κατά τη μετάβαση από την παραδοσιακή στη σύγχρονη κοινωνία. Η συγγραφέας παρακολουθεί την εξέλιξη των αντιλήψεων σχετικά με τη σωματική άσκηση μετά τη δημιουργία του ελληνικού κράτους ώστε να δείξει τη μετάβαση από την αδιαφορία και την αμφισβήτηση στην αποδοχή και την εδραίωση. Η επισκόπηση αυτή επιτρέπει και τη διάκριση ανάμεσα στη γυμναστική και τα σπορ, μια διάκριση απαραίτητη και για την κατανόηση της λειτουργίας των αθλητικών σωματείων αλλά και, ευρύτερα, της ιστορίας του αθλητισμού. Στη συνέχεια αναζητούνται τα πρώτα ίχνη της παρουσίας των σύγχρονων σπορ στην Ελλάδα, τόσο μέσα από τις πρώιμες, μη οργανωμένες πρακτικές όσο και μέσα από τους πρώτους αθλητικούς θεσμούς, δηλ. τους αγώνες και τα γυμναστήρια. Μελετώνται επίσης τα αθλητικά σωματεία: μέσα από την ανάλυση των σκοπών τους οι κοινωνικές λειτουργίες της σωματικής άσκησης και οι διασυνδέσεις της με την εθνικιστική ιδεολογία. Τέλος, επιχειρείται να φωτισθούν οι πτυχές της σωματειακής ζωής που είναι κρυμμένες από το ορθολογικό κανονιστικό πρότυπο του καταστατικού, δηλαδή οι ανθρώπινες επαφές με τις αρμονικές η συγκρουσιακές τους όψεις, οι φιλικές σχέσεις, τα οικογενειακά δίκτυα, τα ερωτοτροπήματα ενδεχομένως που επιτρέπει η συναναστροφή όχι μόνο σε αθλητικές αλλά και σε έξω-αθλητικές συναντήσεις στο πλαίσιο πάντα του σωματείου.
 
Άδεια χρήσης:Αυτό το ψηφιοποιημένο βιβλίο του ΙΑΕΝ σε όλες του τις μορφές (PDF, GIF, HTML) χορηγείται με άδεια Creative Commons Attribution - NonCommercial (Αναφορά προέλευσης - Μη εμπορική χρήση) Greece 3.0
 
Το Βιβλίο σε PDF:Κατέβασμα αρχείου 23.64 Mb
 
Εμφανείς σελίδες: 28-47 από: 450
-20
Τρέχουσα Σελίδα:
+20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/49/gif/28.gif&w=600&h=91532. Κουλούρη, Αθλητισμός

κορμοστασιά των κλεφτών ανακαλύπτεται η λατρεία του κάλλους των αρχαιοελληνικών αγαλμάτων. Σε παρόμοια έργα, ανιχνεύεται έτσι μια διαφοροποιημένη αντίληψη για την Ελληνική Επανάσταση, εκείνη που τη συνδέει με τη σωματική και όχι αποκλειστικά με την πνευματική αναγέννηση του ελληνικού έθνους. Οι κλέφτες θεωρούνται πρωτίστως ως αθλητές, γνήσιοι απόγονοι -και γι' αυτό το λόγο- των αρχαίων ολυμπιονικών. Γίνονται λοιπόν ο κρίκος της συνέχειας ως προς ένα από τα σημαντικότερα συστατικά στοιχεία του αρχαιοελληνικού πολιτισμού, τη σωματική άσκηση και τους αθλητικούς αγώνες.

Με πιο αργούς ρυθμούς από την εθνική ιστοριογραφία, αλλά σε πλήρη αναλογία προς αυτή, η εθνική αθλητική ιστορία ανακαλύπτει -σωστότερα κατασκευάζει- μία μία τις ψηφίδες του αφηγήματος της συνέχειας. Μετά το λιθάρι και το πήδημα των κλεφτών ανακαλύπτεται ο βυζαντινός ιππόδρομος. Αναπαράγεται κατ' αυτό τον τρόπο ως τις μέρες μας, παρά τα χρόνια που έχουν παρέλθει και τα νέα δεδομένα της ιστορικής έρευνας, το ξεπερασμένο σχήμα μιας πορείας της σωματικής άσκησης από τη Μινωική Κρήτη ως σήμερα, όπου συμφύρονται αντιφατικές εκδηλώσεις και πρακτικές, όπως είναι οι αρχαίοι αγώνες, τα λαϊκά παιχνίδια, οι συλλογικοί τρόποι ψυχαγωγίας, η γυμναστική και οι σύγχρονοι Ολυμπιακοί Αγώνες.

Η μελέτη λοιπόν που θα θελήσει να θέσει εξαρχής το πρόβλημα της εμφάνισης και εξάπλωσης των σπορ και της γυμναστικής στην Ελλάδα θα πρέπει να απελευθερωθεί από τα ιδεολογήματα και τα στερεότυπα του παρελθόντος -και του παρόντος- και να επιχειρήσει να προτείνει μια πειστική ερμηνεία που θα εγγράφεται στο μεθοδολογικό πλαίσιο της κοινωνικής και πολιτισμικής ιστορίας. Σε μια παρόμοια προσέγγιση, και δεδομένου ότι τα σπορ δεν αποτελούν αποκλειστικά στοιχείο ιδιάζον μιας συγκεκριμένης στο χώρο και το χρόνο κοινωνίας, είναι χρήσιμα τα πορίσματα που κομίζει η ήδη ώριμη δυτική κοινωνιολογική και ιστορική έρευνα. Η χρήση του συγκριτικού πλαισίου θα συμβάλει να φωτίσουμε τόσο τις ιδιαιτερότητες της ελληνικής περίπτωσης όσο και τη συμμετοχή της στους ευρύτερους μετασχηματισμούς της ευρωπαϊκής κοινωνίας. Οι βασικές έννοιες, έννοιες-εργαλεία, που θα χρησιμοποιήσουμε στην ανάλυσή μας είναι η κοινωνικότητα, η εθελοντική συσσωμάτωση και ο ελεύθερος χρόνος.

ΣΩΜΑΤΕΙΑΚΗ ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΚΑΙ ΝΕΕΣ ΜΟΡΦΕΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΤΗΤΑΣ

Η κοινωνικότητα, πέρα από τους ορισμούς που συνηθίζουν να δίνουν τα λεξικά τονίζοντας την πανανθρώπινη ή την ατομική διάσταση, μπορεί να εφαρμοστεί σε συγκεκριμένες ανθρώπινες ομάδες και να ποικίλλει ιστορικά, θεωρώντας ως ιστορική κατηγορία έναν όρο δανεισμένο από τη συλλογική ψυχολογία, θα πρέπει να ερμηνεύσουμε την κοινωνικότητα ως το αποτέλεσμα συγκεκριμένων 

Σελ. 28
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/49/gif/29.gif&w=600&h=91532. Κουλούρη, Αθλητισμός

κοινωνικών, οικονομικών και εν τελεί ιστορικών σχέσεων36. Ως ερευνητικό αντικείμενο η κοινωνικότητα, στον ενικό ή τον πληθυντικό, έχει απασχολήσει τους κοινωνιολόγους από τις αρχές του αιώνα και, πιο πρόσφατα, τους ανθρωπολόγους. Η Σχολή του Σικάγο, μελετώντας το αστικό φαινόμενο, ασχολήθηκε συστηματικά με την κοινωνικότητα, αναλύοντας τις οικογενειακές και φιλικές σχέσεις καθώς και τις σχέσεις γειτνίασης. Μέσω παρόμοιων μελετών, η κοινωνικότητα απέκτησε έναν "περισσότερο εμπειρικά ορισμό που επιμένει στο κοινωνικό περιεχόμενο των σχέσεων"37. Στις περισσότερες αναλύσεις δεν περιέχεται, αφετηριακά ή συμπερασματικά, κάποιος ορισμός της κοινωνικότητας. Στην πραγματικότητα, θεωρείται ως "αυτονόητος" και, πάντως, οι ορισμοί που δίνονται είναι πάντα εξαιρετικά ευρείς. Ενδεικτικός είναι, για παράδειγμα, ο ορισμός που προτείνει η Claire Bidart: "[κοινωνικότητα είναι] το σύνολο των κοινωνικών σχέσεων, πραγματικών και βιωμένων, που συνδέουν το άτομο με άλλα άτομα με διαπροσωπικούς και/ή ομαδικούς δεσμούς"38. Η κοινωνικότητα προσδιορίζεται από μια σειρά από συνδεόμενες και αλληλεξαρτώμενες μεταβλητές, όπως π.χ. η ηλικία, το φύλο, το επάγγελμα. Οι απόπειρες ταξινόμησης και κατηγοριοποίησης των διάφορων μορφών κοινωνικότητας έχουν οδηγήσει, τους κοινωνιολόγους κυρίως, σε κάποιες τυπολογίες που μπορούν να αποδειχθούν χρήσιμες και σε μια ιστορική μελέτη. Η πρώτη διάκριση, η οποία κατεξοχήν είναι εφαρμόσιμη στη μελέτη των σωματείων, είναι μεταξύ τυπικής και άτυπης ή οργανωμένης και αυθόρμητης κοινωνικότητας. Οι κοινωνικές σχέσεις που αναπτύσσονται στο πλαίσιο των εθελοντικών συσσωματώσεων εγγράφονται στην κατηγορία της τυπικής και οργανωμένης κοινωνικότητας. Η δεύτερη διάκριση αναφέρεται στον συλλογικό (δηλ. ομαδικό) ή στον ατομικό (δηλ. διαπροσωπικό) χαρακτήρα της κοινωνικότητας, διάκριση εξίσου λειτουργική για την ανάλυση των σχέσεων που μπορούν να αναπτυχθούν μεταξύ των μελών μιας δεδομένης ομάδας, που μπορεί επίσης να είναι ένα σωματείο. Η τρίτη διάκριση, η οποία ωστόσο είναι δύσκολο να 

————————————

36. M. Agulhon, Le cercle dans la France bourgeoise 1810-1848. Étude d'une mutation de sociabilité, Παρίσι, A. Colin, 1977, σ. 8-11, και του ίδιου, "Introduction. La sociabilité est-elle objet de l'histoire?", στο É. François (επιμ.), Sociabilité et société bourgeoise en France, en Allemagne et en Suisse 1750-1850..., Παρίσι, Éditions Recherche sur les Civilisations, 1986, σ. 13-22.

37. Claire Bidart, "Sociabilités: quelques variables", Revue Française de Sociologie 29/4 (nov.-déc. 1988), σ. 621.

38. Στο ίδιο, σ. 623. Αντίστοιχα, οι Étienne François και Rolf Reichardt δίνουν τον ακόλουθο ορισμό που υιοθέτησαν στη δική τους έρευνα: "η κοινωνικότητα [...] περιλαμβάνει τις συγκεκριμένες μορφές, τους τρόπους (modalités), τις δομές και τις διαδικασίες της κοινωνικοποίησης και της ώθησης σε επικοινωνία που διασχίζει όλο το πεδίο της κοινωνικής πρακτικής, ανάμεσα στην οικογένεια αφενός και το κράτος και τα συγκροτημένα σώματα (κόμματα) αφετέρου". É. François - R. Reichardt, "Les formes de sociabilité en France du milieu du XVIIIe siècle au milieu du XIXe siècle", Revue d'histoire moderne et contemporaine 34 (juillet · sept. 1987), σ. 455.

Σελ. 29
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/49/gif/30.gif&w=600&h=91532. Κουλούρη, Αθλητισμός

εφαρμοστεί στην ιστορική ανάλυση, στηρίζεται στην "ένταση" των σχέσεων που αναπτύσσονται μεταξύ των προσώπων39.

Σε μια συγχρονική ή διαχρονική προσέγγιση της κοινωνικότητας σε συνδυασμό με το φαινόμενο της εθελοντικής συσσωμάτωσης, η πυκνότητα της παρουσίας των σωματείων είναι δυνατό να θεωρηθεί ως ένας δείκτης κοινωνικότητας τυπικής, δημόσιας και θεσμοθετημένης, θα μπορούσαμε μάλιστα να υποστηρίξουμε ότι αυτά είναι και τα χαρακτηριστικά της "νέας", νεοτερικής κοινωνικότητας σε αντιδιαστολή με την παραδοσιακή, που χαρακτηριζόταν αντίστοιχα από το άτυπο, ιδιωτικό και ανοργάνωτο, χωρίς βεβαίως αυτό να σημαίνει ότι η παρουσία τυπικών μορφών κοινωνικότητας ακυρώνει την ύπαρξη, παράλληλα, άτυπων μορφών, όπως είναι για παράδειγμα το καφενείο ή, στο χωριό και στη γειτονιά, το κουρείο.

Γι' αυτό το λόγο άλλωστε η pub θεωρείται στην Αγγλία του 19ου αιώνα ως η "εθελοντική συσσωμάτωση του εργάτη", ενώ ο Π. Νιρβάνας γράφει το 1910: "Ό,τι είνε διά τον Άγγλον το χομ, το σουΐτ χομ, είνε διά τον Έλληνα το καφενεϊον"40. Χώρος ανδροκρατούμενος, όπου ανθούσαν οι πολιτικές συζητήσεις, γίνονταν οικονομικές συναλλαγές αλλά επίσης σύχναζαν λογοτέχνες και δημοσιογράφοι, το καφενείο αποτελεί για την Ελλάδα της περιόδου που εξετάζουμε τον σημαντικότερο ίσως χώρο ανδρικής άτυπης κοινωνικότητας για όλα τα κοινωνικά στρώματα. Το καφενείο μάλιστα, όπως έχει υποστηρίξει ο Maurice Agulhon, εμφανίζει συγγένεια με το σωματείο και συχνά συγχέεται μαζί του, στα μικρότερα αστικά κέντρα, όπου μπορεί να προσφέρει το χώρο για την κοινωνική επαφή μιας σταθερής πελατείας41. Το καφενείο και το σωματείο συγκροτούν αυτούς τους ενδιάμεσους χώρους όπου μπορούν να αναπτυχθούν κοινωνικοί δεσμοί "διαφορετικοί από εκείνους που χαρακτηρίζουν την οικογένεια αφενός ή από εκείνους που επιβάλλουν οι δομές εξουσίας αφετέρου"42. Άλλωστε, όπως και στο σωματείο, "αν και οι εντός καφενείου σχέσεις μπορεί να αντανακλούν γνωρίσματα εξωτερικά του καφενείου [π.χ. κοινωνική τάξη], ωστόσο αυτές οι εξωτερικές ιδιότητες έρχονται να καταγραφούν σ' ένα πεδίο σχέσεων που ανήκουν στο καφενείο, που καταρχάς διαμορφώνονται μέσα σ' αυτό και σύμφωνα με έναν κώδικα που προσιδιάζει αποκλειστικά στο καφενείο"43. Έτσι η αντίθεση ανάμεσα στον

————————————

39. Για την εφαρμογή αυτών και άλλων διακρίσεων ως προς τους διαφορετικούς τύπους κοινωνικότητας, βλ. Claire Bidart, ό.π., σ. 624-626.

40. Π. Νιρβάνας, "Μάι σουΐτ χομ!", εφ. Εστία, 25 Ιουλίου 1910 στο Γ. Παπακώστας, Φιλολογικά σαλόνια και καφενεία της Αθήνας, β' έκδ., Αθήνα, Εστία, 1991, σ. 34, σημ. 9. Για την Αγγλία, βλ. P. Bailey, Leisure and Class in Victorian England. Rational Recreation and the Contest for Control, 1830-1885, Λονδίνο 1978, σ. 171.

41. M. Agulhon, Le cercle..., ό.π., σ. 54-57.

42. Hélène Desmet-Grégoire - Fr. Georgeon (εκδ.), Cafés d'Orient revisités, Παρίσι, CNRS, 1997, σ. 20.

43. Ευθ. Παπαταξιάρχης, "Ο κόσμος του καφενείου. Ταυτότητα και ανταλλαγή στον

Σελ. 30
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/49/gif/31.gif&w=600&h=91532. Κουλούρη, Αθλητισμός

εμπορικό, δημόσιο και ανοιχτό χαρακτήρα ενός καφενείου και τον μη κερδοσκοπικό, ιδιωτικά και κλειστό ενός σωματείου, είναι μάλλον επιφανειακή γιατί στην ουσία και οι δύο χώροι είναι μάρτυρες της ίδιας, καινούριας, μορφής κοινωνικότητας.

Στα όρια του ιδιωτικού και του δημόσιου, τα σωματεία, οι μικρές ομάδες, χτίζουν τους δικούς τους τοίχους και διαγράφουν το χώρο δράσης τους μέσα στην πόλη. "Η ιδιωτική ζωή πρέπει να είναι κλεισμένη με τοίχους" έγραφε το λεξικό του Littré στα μισά περίπου του περασμένου αιώνα44. Ανάλογη είναι και η λειτουργία των σωματείων μόνο που οι τοίχοι είναι πλέον έξω από την οικογένεια. Η οργάνωση σε μικρότερες η μεγαλύτερες ομάδες αποτελεί εξάλλου μια μορφή αντίστασης απέναντι στην πολιτική εξουσία και τον κοινωνικό έλεγχο και λειτουργεί αντισταθμιστικά και μονωτικά προς το εθνικό κράτος, με την αναζήτηση συλλογικών ταυτοτήτων άλλων απ' αυτήν που επιβάλλει το έθνος-κράτος.

"Στα δημοκρατικά έθνη μόνο μέσω της συσσωμάτωσης μπορεί να εκφρασθεί η αντίσταση του λαού απέναντι στο κράτος", έγραφε ο Alexis de Toqueville στο περίφημο έργο του Η Δημοκρατία στην Αμερική45. Ο Toqueville, θαυμαστής του αμερικανικού πολιτικού συστήματος, θεωρούσε την εξάπλωση της σωματειακής οργάνωσης στην Αμερική ως κατεξοχήν εκδήλωση της αρχής της ισότητας που χαρακτήριζε την εκεί πολιτική και κοινωνική ζωή. Οι εθελοντικές συσσωματώσεις των πολιτών είχαν λοιπόν, σύμφωνα με τον Toqueville, καθαρά πολιτική λειτουργία, εφόσον αποτελούσαν το μοναδικό αντίβαρο προς τον αυταρχισμό του κράτους.

Η Αμερική δεν αποτελούσε εντούτοις την εξαίρεση. Ολόκληρη η ευρωπαϊκή ήπειρος, από την Αγγλία ως τη Ρωσία, γνώρισε στα μέσα του 19ου αιώνα μια καταπληκτική εξάπλωση της σωματειακής ζωής. Το "συνεταιριστικό πνεύμα" αποτελούσε το πνεύμα (Zeitgeist} του προηγούμενου αιώνα46. Η "κοινωνία πολιτών" λοιπόν -δηλ. το δίκτυο των εθελοντικών οργανώσεων που μεσολαβεί ανάμεσα στο άτομο και το κράτος- δραστηριοποιήθηκε και πολιτικοποιήθηκε σταδιακά όλο και περισσότερο. Υπό την επίδραση των ιδεών του Διαφωτισμού, αυτή η "κοινωνία πολιτών" σήμαινε "το πρότυπο της οικονομικής, κοινωνικής και

————————————

ανδρικό συμποσιασμό", στο Ευθ. Παπαταξιάρχης - Θ. Παραδέλλης (επιμ.), Ταυτότητες του φύλο στη σύγχρονη Ελλάδα. Ανθρωπολογικές προσεγγίσεις, Αθήνα 1992, σ. 215.

44. Dictionnaire, 1863-1872. Η παραπομπή στο Michelle Perrot (επιμ.), Histoire de la vie privée, τ. Δ', Παρίσι 1987, σ. 307.

45. A. de Toqueville, Democracy in America, τ. ΙΙ, Νέα Υόρκη, Vintage Books, χ.χ., σ. 330. Βλ. τώρα και την ελληνική έκδοση: Η δημοκρατία στην Αμερική, μετάφρ. Μπάμπης Λυκούδης, εισαγωγή Γ. Μανιάτης, Αθήνα, Στοχαστής, [1997].

46. A. M. Banti - M. Meriggi (εκδ.), Elites e associazioni nell'Italia dell'Ottocento: Quaderni Storici 77 (agosto 1991), σ. 359. Σύμφωνα με τον Jonathan Barry, οι εθελοντικές συσσωματώσεις ανέλαβαν ρόλο κλειδί στη διαμόρφωση της μεσαίας τάξης ήδη από τον 18ο αιώνα: "The Making of the Middle Class? Review Article", Past and Present 145 (nov. 1994), σ. 199-200.

Σελ. 31
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/49/gif/32.gif&w=600&h=91532. Κουλούρη, Αθλητισμός

πολιτικής τάξης που επρόκειτο να κάνει για όλους πραγματικότητα την αρχή της νομικά ρυθμιζόμενης ατομικής ελευθερίας ξεπερνώντας την απολυταρχία, τα προνόμια γέννησης και την εκμετάλλευση του κλήρου"47. Βεβαίως, στο πλαίσιο της ευρύτερης αυτής εξάπλωσης του συνεταιριστικού πνεύματος διαπιστώνονται διαφορές μεταξύ των ευρωπαϊκών κρατών ως προς το πολιτικό περιεχόμενο της σωματειακής δράσης, σύμφωνα με τους ιδιαίτερους κοινωνικο-ιστορικούς παράγοντες, τις οικονομικές δομές και τους κρατικούς θεσμούς.

Στην περιοχή του πολιτικού στοχασμού, η μετατροπή του περιεχομένου της societas civilis και η ανάδειξη της διάκρισης ανάμεσα στο κράτος (και τα στρατιωτικά, αστυνομικά, νομικά, διοικητικά, παραγωγικά και πολιτισμικά όργανα του) και τον μη-κρατικό τομέα, δηλ. τη ρυθμιζόμενη από την αγορά, ελεγχόμενη από ιδιώτες και εθελοντικά οργανωμένη κοινωνία πολιτών, σε βασικά στοιχείο της σκέψης του προηγούμενου αιώνα εντοπίζονται από τα τέλη του 18ου αιώνα. Σύμφωνα με τον John Keane, η μετατροπή αυτή δεν οφειλόταν τόσο σε οικονομικούς παράγοντες -την ανάπτυξη του καπιταλισμού- αλλά σε μια μάλλον πολιτική εξέλιξη, το φόβο του κρατικού δεσποτισμού, που αποτελεί συστατικά στοιχείο των ιδεών που εκφράζονται γύρω από την ιστορική τομή της Γαλλικής Επανάστασης48.

Αν ωστόσο η εθελοντική συσσωμάτωση αποτελούσε τη θεσμική βάση για να εκφραστούν τα ιδεώδη της ορθολογικής επικοινωνίας και κοινωνικότητας και τα πολιτικά αιτήματα χειραφέτησης, ήταν ταυτόχρονα σαφή τα κοινωνικά όρια -φύλου και τάξης- ως προς την εφαρμογή της φιλελεύθερης αρχής της ισότητας. Στην πρακτική τους έκφραση, οι χειραφετικές υποσχέσεις του φιλελευθερισμού καθώς και η συνάλληλη προτεσταντική ηθική ενσωμάτωσαν τις αρχές ιεραρχίας και αποκλεισμού της τάξης και του φύλου49. Ο τύπος σωματείου λοιπόν που κυριαρχεί στον 19ο αιώνα είναι εκείνος που έχει οριστεί στη γερμανική βιβλιογραφία ως bürgerlicher Verein, συσπείρωνε δηλ. κατεξοχήν την αστική τάξη και εξέφραζε αστικές αξίες: τις αρχές της ισότητας και της ατομικότητας, με παράλληλη περιφρόνηση προς τα προνόμια της καταγωγής και του status. Τα σωματεία αυτά, παρόλο που προωθούσαν την ιδέα της τυπικής ισότητας, απλώς αναπαρήγαν τις διαφορές κοινωνικής ισχύος που ήδη υπήρχαν στο εσωτερικό της κοινωνίας, επιβεβαιώνοντας και εδραιώνοντας την αστική κυριαρχία50.

————————————

47. J. Kocka, "The European Pattern and the German Case" στο J. Kocka - A. Mitchell (εκδ.), Bourgeois Society in Nineteenth - Century Europe, Οξφόρδη, Berg, 1993, σ. 9.

48. John Keane, "Despotism and Democracy. The Origins and Development of the Distinction Between Civil Society and the State 1750-1850", στο Civil Society and the State. New European Perspectives, Λονδίνο - Νέα Υόρκη, Verso, σ. 35-71.

49. Βλ. Η. M. Wach, "Civil society, moral identity and the liberal public sphere: Manchester and Boston, 1810-40", Social History 21/3 (oct. 1996), σ. 281-303.

50. Christiane Eisenberg, "Working-Class and Middle-Class Associations. An Anglo-German

Σελ. 32
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/49/gif/33.gif&w=600&h=91532. Κουλούρη, Αθλητισμός

Οι εθελοντικές συσσωματώσεις πρόσφεραν κάτι παραπάνω από τη δυνατότητα να περνάει κάποιος τον ελεύθερο χρόνο του μεταξύ φίλων. «Έπαιξαν ένα ρόλο κλειδί στη διαμόρφωση και παγίωση των κοινωνικών σχέσεων μεταξύ των πλουσίων και ισχυρών της σύγχρονης βιομηχανικής κοινωνίας της πόλης, δημιούργησαν την αλληλεγγύη της ομάδας, έπλασαν μια συνείδηση τάξης και ρύθμισαν την αφομοίωση των "νέων ανθρώπων" των ανώτερων τάξεων»51. Η εθελοντική συσσωμάτωση λειτουργούσε επιπλέον συμπληρωματικά προς την ιδιωτική άτυπη συνάντηση (σε σπίτια) για την εκδήλωση της αστικής κοινωνικότητας στην κοινωνία της πόλης. Οι ελίτ των πόλεων είχαν καθημερινές επαφές στο σπίτι, τη δουλειά, τη σχόλη, οι οποίες ενίσχυαν τους δεσμούς που αναπτύσσονταν και τις ιδέες που εκφράζονταν στις τυπικές οργανώσεις. Όλοι αυτοί οι τόποι εμπέδωναν κοινωνικά δίκτυα που παρήγαν κώδικες αξιών και συμπεριφοράς αλλά και επαγγελματικές ή οικογενειακές συμμαχίες52.

Οι εθελοντικές οργανώσεις αποτελούσαν λοιπόν το δημόσιο χώρο έκφρασης της ανδρικής αστικής κοινωνικότητας, ήταν ανεξάρτητες από το κράτος και επιδίωκαν συγκεκριμένους ειδικούς στόχους. Η συνήθης κατηγοριοποίηση που προτείνουν άλλωστε οι μελετητές στηρίζεται στις λειτουργίες και στους στόχους τους53. Μια αρκετά πειστική τυπολογία, την οποία υιοθετεί και ο Vernon L. Lidtke54, διακρίνει τις εθελοντικές συσσωματώσεις, με βάση τη λειτουργική αξία που θεωρούνται ότι έχουν για τα μέλη τους ως συλλογικότητα, σε πέντε τύπους: α') σωματεία που επιδιώκουν την "απόλαυση μέσω της συμμετοχής και της επίδοσης", δηλ. σωματεία των οποίων οι βασικές δραστηριότητες είναι τα σπορ, ο χορός, το τραγούδι κ.τ.ό., β') σωματεία όπου πρώτιστη αξία είναι η κοινωνικότητα και όπου οι διάφορες δραστηριότητες αποτελούν απλώς το μέσο για επικοινωνία μεταξύ των μελών55, γ') σωματεία των οποίων η σημασία εντοπίζεται στο συμβολισμό πεποιθήσεων και ιδεολογιών, δ') σωματεία που προορίζονται κυρίως για την παροχή υπηρεσιών και ε') εκείνα με κύρια λειτουργία την εκπαιδευτική,

————————————

Comparison, 1820-1870", στο J. Kocka - A. Mitchell (εκδ.), ό.π., σ. 151-178. Πβ. και Α. Μ. Banti, "Der Verein", στο H.-G. Haupt (εκδ.), Orte des Alltags. Miniaturen aus der europäischen Kulturgeschichte, Μόναχο, C. H. Beck, 1993, σ. 105-110.

51. A. Cardoza, "Tra casta e classe. Clubs maschili dell'elite torinese, 1840-1914", στο A. M. Banti - M. Meriggi (εκδ.), ό.π., σ. 363-364.

52. H. M. Wach, ό.π., σ. 284.

53. Βλ. D. J. Pugliese, Voluntary associations. An annotated bibliography, Νέα Υόρκη και Λονδίνο, Garland, 1986, σ. 7-9.

54. V. L. Lidtke, The Alternative Culture. Socialist Labor in Imperial Germany, Οξφόρδη -Νέα Υόρκη, Oxford University Press, 1985, σ. 24. Το σχήμα αυτό προέρχεται από επεξεργασία του σχήματος που προτείνουν οι Charles Κ. Wartiner και Jane Emery Prather, "Four Types of Voluntary Associations", Sociological Inquiry 35 (Spring 1965), σ. 138-148.

55. Η κοινωνικότητα αποτελούσε πάντως εξέχουσα λειτουργία για σχεδόν όλους τους τύπους σωματείων.

Σελ. 33
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/49/gif/34.gif&w=600&h=91532. Κουλούρη, Αθλητισμός

δηλ. την παροχή στα μέλη τους ευκαιριών για μάθηση. Η τυπολογία αυτή, παρά τις αδυναμίες της, φωτίζει την ποικιλία των σημασιών που μπορούσε να έχει η σωματειακή ζωή για τους μετέχοντες. Από την άποψη της πολιτικο-κοινωνικής λειτουργίας του εξάλλου, ο τύπος του σωματείου που περιλαμβάνει και το αθλητικό σωματείο δίπλα σε άλλες οργανώσεις όπως π.χ. τα φιλανθρωπικά σωματεία, οι φιλεκπαιδευτικοί σύλλογοι, οι πολιτικές λέσχες, τα αναγνωστήρια κλπ., διακρίνεται από τέσσερα βασικά χαρακτηριστικά: α') οργανώνει άτομα που τυπικά θεωρούνται ίσα, δεν χαίρουν ιδιαίτερων προνομίων και μετέχουν στη λειτουργία του σωματείου με την ατομική τους ψήφο, β') επιδιώκει μόνο περιορισμένους στόχους, γ') οι δραστηριότητες του αποτελούν αυτοσκοπούς και δεν στοχεύουν σε μια ευρύτερη επιρροή έξω από τον κύκλο των μελών, δ') η γραφειοκρατία του παραμένει ασθενής και η διοίκηση ασκείται από προσωπικό που κατά κανόνα δεν πληρώνεται και προέρχεται από τα μέλη του56.

Το σωματείο αποτέλεσε συνεπώς κατά τον 19ο αιώνα τμήμα της ζωής των ανερχόμενων μεσαίων στρωμάτων, των οποίων εξέφρασε τις πολιτικές αξίες και το νέο κώδικα συμπεριφορών. Ο πολλαπλασιασμός και η εξάπλωση αυτού του νέου τύπου κοινωνικής οργάνωσης, συνδέθηκε επιπλέον στενά με την ανάπτυξη των πόλεων αλλά και τη νέα οργάνωση του χρόνου.

ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΧΡΟΝΟΣ: ΧΡΟΝΟΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ;

Η ιστορία του ελεύθερου χρόνου και της σχόλης57 συναρτάται, όπως είναι φυσικό, με την ιστορία της εργασίας. Αν δεχθούμε μάλιστα την άποψη της διπλής διάστασης της εργασίας τόσο ως οικονομικής όσο και ως πολιτισμικής δραστηριότητας, τότε η ιστορική μελέτη της σχόλης μπορεί να συμβάλει σημαντικά στην κατανόηση της εργασίας, της οποίας η έρευνα μέχρι πρόσφατα είχε εγκλωβιστεί σε μια οικονομιστική λογική. Παραπληρωματικές είναι εξάλλου οι προσεγγίσεις των αντιλήψεων σχετικά με την εργασία αφενός και τον ελεύθερο χρόνο αφετέρου. Ο τρόπος με τον οποίο ορίζεται σε κάθε εποχή η εργασία, ποιες είναι οι αντιλήψεις και οι αξίες που τη συνοδεύουν και, αντίστοιχα, πότε αναδύεται η έννοια του ελεύθερου χρόνου, πώς ορίζεται αυτός και πώς καταναλώνεται από τις διάφορες κοινωνικές ομάδες, αποτελούν σημαντικές παραμέτρους μιας παρόμοιας ανάλυσης.

————————————

56. Ch. Eisenberg, ό.π., σ. 153-154.

57. Με τη λέξη "σχόλη" αποδίδεται ο αγγλικός όρος "leisure" και ο γαλλικός "loisir", ενώ ως "ελεύθερος χρόνος" μεταφράζονται οι όροι "free time", "spare time" και "temps libre". Στα γερμανικά οι δύο όροι συμφύρονται σε έναν: "Freizeit". Για την απόδοση των αγγλικών και γαλλικών όρων, βλ. και Αλεξάνδρα Κορωναίου, ό.π., σ. 129-130. Κατά την εποχή που καλύπτει η παρούσα μελέτη, ο όρος που επικρατεί είναι "σχόλη".

Σελ. 34
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/49/gif/35.gif&w=600&h=91532. Κουλούρη, Αθλητισμός

Ανθρωπολογικές μελέτες -του M. Godelier συγκεκριμένα- έχουν δείξει ότι η έννοια της "εργασίας γενικά", διακεκριμένης δηλ. από τις ατομικές μορφές της και έξω από άλλες δομές όπου ήταν ενταγμένη (συγγένεια, θρησκεία, πολιτική), αναδύθηκε στη Δύση στα τέλη του 18ου αιώνα. Επισημαίνουν επίσης ότι παρατηρούνται αλλαγές στο λεξιλόγιο που συνοδεύει την εργασία: από συμφραζόμενα πόνου και υποβάθμισης διαπιστώνεται η μετάβαση σε λέξεις που υποδηλώνουν αξιοπρέπεια και τιμή58. Το "έθος του καθήκοντος, της εργασίας και της αποταμίευσης"59 αποτελεί πράγματι τον πυρήνα του νέου συστήματος αξιών που κυριαρχεί στην Ευρώπη του 19ου και του α' μισού του 20ού αιώνα. Ο χρόνος της εργασίας επιβάλλεται άλλωστε ως κυρίαρχος κοινωνικός χρόνος, όπως ακριβώς κυριαρχούσε ο ιερός χρόνος στις παραδοσιακές και πρωτόγονες κοινωνίες. Από τον 19ο αιώνα συνεπώς και σε συνδυασμό με την ανάπτυξη του βιομηχανικού καπιταλισμού, ο εργάσιμος χρόνος επιβάλλεται ως πρωταρχικός ρυθμιστής όλων των άλλων χρήσεων του χρόνου. Η απραξία και το άσκοπο χάσιμο του χρόνου είναι αντικείμενα ηθικής καταδίκης.

Η αλλαγή είναι πολύ βαθύτερη απ' όσο φαίνεται σε πρώτο επίπεδο. Πρόκειται για μια σημαντική πολιτισμική αλλαγή που αφορά στη συνείδηση του χρόνου και η οποία παρατηρείται κατά τη μετάβαση στη σύγχρονη βιομηχανική εποχή. Η πολιτισμική αυτή αλλαγή συνδέεται με τη σειρά της με μια τεχνολογική τομή που έχει προηγηθεί και της οποίας η σημασία δεν θα πρέπει να υποτιμηθεί: το ρολόι. Από τον 14ο αιώνα, εμφανίζονται τα ρολόγια των εκκλησιών και τα δημόσια ρολόγια. Γύρω στο 1800 έχουν πολλαπλασιαστεί τα ρολόγια τσέπης και τοίχου, παρόλο που δεν γνωρίζουμε ακριβώς ποιοι τα είχαν60. Η μεγάλη διάδοση των ρολογιών μέσα στον 19ο αιώνα είναι εκείνη που εξασφάλισε πάντως στο νέο σύστημα αντίληψης του χρόνου γενική ισχύ και εφαρμογή.

Η αλλαγή αυτή διευκολύνθηκε από την εξέλιξη της πουριτανικής ηθικής. Πριν από τη Βιομηχανική Επανάσταση και "πολύ πριν το ρολόι τσέπης γίνει προσιτό στον τεχνίτη", οι πουριτανοί ηθικολόγοι, προβάλλοντας με νέα έμφαση την ηθική αξία της φιλοπονίας και καταδικάζοντας την τεμπελιά, "πρόσφεραν σε κάθε άνθρωπο τον δικό του εσωτερικό μετρητή του χρόνου"61. Έτσι, σύμφωνα με τον

————————————

58. M. Godelier, "Mémorandum pour une enquête sur le travail et ses représentations", Μάρτιος 1980 (δακτυλόγραφο), σ. 5, 12-19. Πβ. και το κλασικό έργο του Max Weber, Η προτεσταντική ηθική και το πνεύμα του καπιταλισμού, μετάφραση Δημ. Κούρτοβικ, Αθήνα, Κάλβος, χ.χ., κυρίως σ. 62-72, 167-174.

59. Η έκφραση ανήκει στον Christian Lalive d'Epinay. Βλ. Αλ. Κορωναίου, ό.π., σ. 84.

60. Ε. P. Thompson, "Time, Work-Discipline and Industrial Capitalism", Past and Present 38 (Δεκ. 1967), σ. 63-66· βλ. και ελλ. μετάφρ. Ε. Π. Τόμσον, Χρόνος, εργασιακή πειθαρχία και βιομηχανικός καπιταλισμός, μετάφρ. - επίμετρο: Β. Τομανάς, Θεσσαλονίκη, Νησίδες, 1994 (β' έκδ.).

61. Στο ίδιο, σ. 87. Πβ. και Max Weber, ό.π.

Σελ. 35
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/49/gif/36.gif&w=600&h=91532. Κουλούρη, Αθλητισμός

Ε. Ρ. Thompson, η εσωτερίκευση της νέας αντίληψης του χρόνου και μιας νέας εργασιακής πειθαρχίας από τον 18ο αιώνα, που προκάλεσε σοβαρές αλλαγές στα εργασιακά ήθη -νέες πειθαρχίες, νέα κίνητρα-, θα πρέπει να συνδεθεί με την εξέλιξη της πουριτανικής ηθικής στο πάντρεμά της με τον βιομηχανικό καπιταλισμό. Πράγματι, «από τότε που ο χρόνος έγινε η αφηρημένη μονάδα υπολογισμού για κάθε ανθρώπινη πράξη, απέκτησε νόημα η σκέψη της διαίρεσης του χρόνου, της εξοικονόμησης του χρόνου, της χρήσης του χρόνου ως μέτρου για την απόδοση και της αυστηρής οριοθέτησης του "ελεύθερου" χρόνου από το χρόνο εργασίας»62.

Η ανάδυση επομένως της σύγχρονης σχόλης μέσα στον 19ο αιώνα αποτελεί τμήμα γενικότερων μετασχηματισμών που περιγράφονται με την έννοια του εκσυγχρονισμού και της νεοτερικότητας και συνδέεται με μια σειρά από σημαντικές τεχνολογικές, οικονομικές και πολιτισμικές αλλαγές. Ως σημαντικότερη, που περικλείει και πολλές άλλες, προβάλλεται η εμφάνιση και εξάπλωση της μεγάλης βιομηχανίας, που οδηγεί -στα τέλη του αιώνα- στη μείωση του ημερήσιου χρόνου εργασίας μέσω εξορθολογιστικών μέτρων, μέσω της εισαγωγής δηλ. μεθόδων επιστημονικής διαχείρισης και ακριβούς μέτρησης και σχεδιασμού της παραγωγικής διαδικασίας (τεϋλορισμός)63.

Ακόμη λοιπόν κι αν δεν δεχθούμε την ερμηνευτική άποψη που θέλει τη σχόλη να προσδιορίζεται αντιθετικά προς την εργασία, για να εκτιμήσουμε τη θέση που κατέχει ο ελεύθερος χρόνος, με τον αντικειμενικό και υποκειμενικό ορισμό του και για να γράψουμε την ιστορία του, είναι απαραίτητο να γνωρίζουμε τη θέση που, διαζευκτικά ή παραπληρωματικά, κατέχει η εργασία. Για την Ελλάδα, "η των ονομάτων επίσκεψις" θα μπορούσε να αποδειχθεί για μια ακόμη φορά χρήσιμη. Φυλλομετρώντας το Λεξικό του Κουμανούδη, συναντούμε για παράδειγμα τη λέξη "εργατικότης" πρώτη φορά το 1851 64. Να μια αρετή για την οποία θα μπορούσε να επαινεθεί ένας Έλληνας από τα μισά του αιώνα και εξής, χωρίς ωστόσο αυτό να σημαίνει ότι δεν θα μπορούσαν και πριν απ' αυτό το όριο να υπάρχουν άλλες λέξεις για παρόμοιες αρετές. Και όμως το 1892, ο Γάλλος Gaston Deschamps σημειώνει με τα μάτια του δυτικού παρατηρητή για τους 'Έλληνες: "Η γλώσσα τους ονομάζει την εργασία με τη λέξη δουλειά, που σημαίνει δουλεία"65. Είναι πιθανό ότι κι ο ίδιος αγνοούσε την προέλευση της

————————————

62. G. Huck (επιμ.), Sozialgeschichte der Freizeit. Untersuchungen zum Wandel der Alltagskultur in Deutschland, Wuppertal, Peter Hammer Verlag, 1980, σ. 14.

63. Στο ίδιο, σ. 12. Βλ. F. W. Taylor, The Principles of Scientific Management, Νέα Υόρκη, W. W. Norton, 1967 (α΄ έκδ., 1911).

64. Στ. Α. Κουμανούδης, Συναγωγή νέων λέξεων υπό των λογίων πλασθεισών από της Αλώσεως μέχρι των καθ' ημάς χρόνων (1900), προλεγόμενα Κ. Θ. Δημαράς, Αθήνα, Ερμής, 1980.

65. G. Deschamps. Η Ελλάδα σήμερα. Οδοιπορικά 1890. Ο κόσμος του Χαριλάου 

Σελ. 36
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/49/gif/37.gif&w=600&h=91532. Κουλούρη, Αθλητισμός

αντίστοιχης γαλλικής λέξης "travail" από το λατινικό tripalium που ήταν όργανο βασανισμού (τσουγκράνα με τρία δόντια).

Το γεγονός ότι στην Ευρώπη της μεσαιωνικής και της πρώιμης νεότερης εποχής υπήρχαν λέξεις αντίθετες προς την εργασία66 και συνακόλουθες συμπεριφορές σχετικοποιεί την άποψη περί ασυνέχειας μεταξύ προβιομηχανικής και βιομηχανικής εποχής και αναδεικνύει ως παραπλανητική τη διχοτόμηση μεταξύ, αντίστοιχα, μιας "κουλτούρας του πανηγυριού" και μιας "κουλτούρας της σχόλης". Η διαπίστωση αυτή δεν ακυρώνει εντούτοις την ταυτόχρονη αναγνώριση της πραγματικής μετάβασης που παρατηρείται κατά τον 18ο αιώνα και την οποία ο Peter Burke ορίζει ως "εφεύρεση του ελεύθερου χρόνου". Ο Burke θεωρεί βεβαίως ότι η μετάβαση αυτή δεν μπορεί να εξηγηθεί μόνο με τον βιομηχανικό καπιταλισμό. Με βάση τις θεωρίες του Elias περί "εκπολιτισμού" και του Foucault περί "πειθαρχίας", η έννοια του ελεύθερου χρόνου αντιμετωπίζεται ως αντίδραση απέναντι στην "πειθαρχημένη κοινωνία", απέναντι στη διαδικασία επιβολής ρυθμιστικών κανόνων (regulation) στη δυτική κοινωνία από τον 13ο ως τον 18ο αιώνα. «Στην "πειθαρχημένη κοινωνία"», γράφει ο Burke, «ακόμη και το παιχνίδι πρέπει να υπακούει σε κανόνες που ορίζουν πότε, πώς και μεταξύ ποίων είναι επιτρεπτό. Καθώς ο ελεύθερος χρόνος γινόταν όλο και πιο οργανωμένος και θεσμοθετημένος, οι άνθρωποι τον αντιλαμβάνονταν περισσότερο ως έναν ξεχωριστό τομέα παρά ως παύση μεταξύ περιόδων εργασίας. Καθώς η δουλειά γινόταν λιγότερο ψυχαγωγική και οι ώρες εργασίας καθορίζονταν αυστηρότερα, υπήρχε μεγαλύτερη ανάγκη για τις μη-ωφελιμιστικές δραστηριότητες που ονομάζουμε "σχόλη"»67.

Ως σχόλη ορίζεται πράγματι η ελεύθερη δραστηριότητα την οποία το άτομο αναλαμβάνει για τους δικούς της ανεξάρτητους στόχους, όποιοι κι αν είναι αυτοί, και εφόσον απουσιάζουν άμεσες υποχρεώσεις -εργασιακές, οικογενειακές, θρησκευτικές, κοινωνικές68. Θα πρέπει ωστόσο να είμαστε επιφυλακτικοί απέναντι στην αξιολογική επένδυση του ελεύθερου χρόνου ως χρόνου ελευθερίας και να συνυπολογίζουμε το πλέγμα των κοινωνικών καταναγκασμών που μπορούν να περιορίσουν ή και να κατευθύνουν τη δράση των υποκειμένων69. Στο πλαίσιο

————————————

Τρικούπη, μετάφρ. Α. Δαούτη, πρόλογος - σχόλια Α. Νικολοπούλου, Αθήνα, Τροχαλία, 1992, σ. 53.

66. Π.χ. οι λατινικές otium και vacatio, οι ιταλικές testa, giuoco, passatempo, diporto, ricreazione κλπ., οι γαλλικές divertissement, oisiveté, loisirs, recréation κλπ., οι αγγλικές ease, festival, feast, holiday, pastime, entertainment κλπ.

67. Βλ. Ρ. Burke, "The Invention of Leisure in Early Modern Europe", Past and Present 146 (Febr. 1995), σ. 136-150. Το παράθεμα στις σ. 149-150.

68. M. R. Marrus (εκδ.), The Emergence of Leisure, Νέα Υόρκη κ.ά., Harper Torchbooks, 1974, σ. 4.

69. Κυρίως η αμερικανική κοινωνιολογική σχολή, επηρεασμένη από την αμερικανική 

Σελ. 37
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/49/gif/38.gif&w=600&h=91532. Κουλούρη, Αθλητισμός

εξάλλου του διακριτού αυτού κοινωνικού χρόνου, ο οποίος χαρακτηρίζεται από ιδιαίτερες κοινωνικές πρακτικές και δραστηριότητες, εμφανίζονται νέοι κοινωνικοί κανόνες και διαμορφώνονται νέες κοινωνικές σχέσεις70.

Η εμφάνιση της έννοιας του ελεύθερου χρόνου και των δραστηριοτήτων της σχόλης συνιστά συνεπώς, κατά κοινή παραδοχή κοινωνιολόγων και ιστορικών, μια σημαντική αλλαγή, τόσο σημαντική μάλιστα ώστε ο όρος "επανάσταση", που με διαφορετικά επίθετα έχει κατά καιρούς χρησιμοποιηθεί για να δηλώσει ιστορικές ρήξεις, να παρουσιάζεται τώρα σε συνδυασμό με τον ελεύθερο χρόνο. Η "επανάσταση του ελεύθερου χρόνου" δηλώνει λοιπόν την αλλαγή που συντελείται κατά το πέρασμα από την προ-βιομηχανική στη βιομηχανική κοινωνία (αλλά και κατά τη διάρκεια αυτής της τελευταίας) ως προς την αντίληψη και την οργάνωση του χρόνου. Η δημιουργία ενός ελεύθερου χρόνου για τις μεσαίες και, στη συνέχεια, για τις εργατικές τάξεις, η ομογενοποίηση του χρόνου, η τυποποίηση του διαχωρισμού εργασίας και σχόλης συνεπάγονται αλλαγές στην οργάνωση της κοινωνικής ζωής αλλά και στην ίδια τη δόμηση του αστικού χώρου (με τη δημιουργία ιδιαίτερων, ιδιωτικών αλλά και δημόσιων χώρων όπου καταναλώνεται ο ελεύθερος χρόνος).

Στο β' μισό του 19ου αιώνα, στη Δ. Ευρώπη, αλλάζουν δραστικά τα χωροχρονικά πλαίσια της οικονομικής και της κοινωνικής ζωής. Η εργασία και η σχόλη δεν συνυπάρχουν πλέον, συγκεχυμένες, όπως στις προβιομηχανικές κοινωνίες, σε ένα καθημερινό και ετήσιο κυκλικό σύστημα εναλλασσόμενων απασχολήσεων, αλλά είναι σαφώς διαχωρισμένες βάσει μιας ευθύγραμμης αντίληψης του χρόνου. Στις παραδοσιακές και πρωτόγονες κοινωνίες υπήρχε πράγματι στενή σχέση μεταξύ αγροτικού κύκλου και λειτουργικού έτους. Η εργασία, λόγω των εκκλησιαστικών εορτών αλλά και κλιματολογικών λόγων, ήταν ασυνεχής, ενώ δεν υπήρχε σαφής διαχωρισμός μεταξύ εργασίας και μη-εργασίας. Η εργασία φαίνεται πως, στο πλαίσιο αυτών των κοινωνιών, θεωρούνταν συλλογικό καθήκον, έργο ή υπηρεσία που προέκυπτε από μια καθορισμένη κοινωνική σχέση. Επιπλέον, δεν υπάκουε στο ρυθμό του ρολογιού αλλά στις απαιτήσεις του κάθε έργου71.

Αλλά και οι μορφές ψυχαγωγίας -αναπόδραστα σχεδόν, θα λέγαμε- διαφέρουν ριζικά απ' αυτές της προηγούμενης περιόδου. Στη μεσαιωνική Δ. Ευρώπη, εκφράζουν την προ-βιομηχανική αντίληψη του χρόνου και στο μεγαλύτερο μέρος τους αντανακλούν τον ιστό των σχέσεων συγγένειας και γειτνίασης μεταξύ των ανθρώπων. Ένα μέρος των μεσαιωνικών διασκεδάσεων είναι προφανή προϊόντα μιας κοινωνίας οργανωμένης για τον πόλεμο (τοξοβολία, πάλη, ξιφομαχίες ιππέων), άλλες συνδέονται με οικονομικές ανάγκες (κυνήγι, ιπποδρομίες) και άλλες

————————————

ιδεολογία περί ατομικής ελευθερίας και ισότητας, ταυτίζει τον ελεύθερο χρόνο με την ελεύθερη επιλογή δραστηριοτήτων. Βλ. Αλ. Κορωναίου, ό.π., σ. 54. .

70. Σύμφωνα με την ανάλυση της Nicole Samuel. Βλ. στο ίδιο, σ. 81.

71. "Work and Leisure", Past and Present 29 (Dec. 1964), σ. 51-52.

Σελ. 38
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/49/gif/39.gif&w=600&h=91532. Κουλούρη, Αθλητισμός

ερμηνεύονται μόνο με τους όρους της περιοδικής ανακούφισης και "απελευθέρωσης" μέσα σε μια αυστηρά ιεραρχική κοινωνία (Saturnalia ή Γιορτές των Τρελών κλπ.)72. Αντίθετα, οι μορφές ψυχαγωγίας που κατακτούν τη Δύση κατά τον 19ο αιώνα αφενός προέρχονται από νέες τεχνολογίες και νέες κοινωνικές ομαδώσεις και αφετέρου εμφανίζονται ως προϊόν της ατομικής ελεύθερης επιλογής που χαρακτηρίζει τη βιομηχανική κοινωνία. Βεβαίως η μετάβαση από τον homo ludens της παραδοσιακής κοινωνίας στον ατομιστή θαμώνα του σύγχρονου κόσμου δεν έγινε εν μια νυκτί. Οι ξένοι ιστορικοί ανιχνεύουν τις αρχές του σύγχρονου ελεύθερου χρόνου στη βικτοριανή Αγγλία, σε μια δηλ. ώριμη βιομηχανική κοινωνία73. Το πλέγμα των ισχυρών αλλαγών που διάβρωσαν την αγγλική κοινωνία από τον 18ο αιώνα υπέσκαψε την υλική και πολιτισμική βάση του παραδοσιακού τρόπου ζωής και οδήγησε στη σταδιακή κατάρρευση του παλαιού προτύπου λαϊκής διασκέδασης74. Από τα μέσα του 18ου αιώνα εξάλλου, οι λαϊκές διασκεδάσεις βρίσκονται, στην Αγγλία τουλάχιστον, στο στόχαστρο ενός νέου πουριτανισμού. Η προτεσταντική άποψη υποστήριζε πως αν η διασκέδαση επιτρεπόταν εν τέλει, θα έπρεπε να είναι ορθολογική, να προετοιμάζει το σώμα και το πνεύμα για την εργασία και να μην είναι, αυτοσκοπός75. Έναν αιώνα αργότερα, περί τα μέσα του 19ου, η ιδεολογία της "έντιμης εργασίας", της "ορθολογικής" χρήσης του χρόνου και εν τέλει της ηθικά αποδεκτής, ελεγχόμενης ψυχαγωγίας δεν είχε αντίπαλο. Παρά τη διαταξική, όπως φαίνεται, ισχύ αυτής της ιδεολογίας και την προϊούσα εσωτερίκευση της πειθαρχίας (χρόνου και εργασίας) από τις εργατικές τάξεις, στο επίπεδο των πρακτικών επιβιώνουν παλαιοί τρόποι συμπεριφοράς και διασκέδασης, κυρίως στο χώρο της άτυπης κατανάλωσης του ελεύθερου χρόνου έξω από κάποιο θεσμικό πλαίσιο.

Εκτός από τη σημαντική αλλαγή των ηθών και την εξάπλωση του βιομηχανικού καπιταλισμού, η ανάπτυξη των πόλεων αποτελεί έναν επιπλέον παράγοντα που συνδέεται με την εμφάνιση της σύγχρονης σχόλης. Στοιχεία όπως η αύξηση του μη εργάσιμου χρόνου, η εμπορευματοποίηση της σχόλης και οι συνακόλουθες καταναλωτικές συμπεριφορές ανήκουν στο αστικό περιβάλλον. Οι οικονομικές λειτουργίες μιας πόλης και το πολιτισμικό της προφίλ συναρτώνται λοιπόν άμεσα με την αύξηση του ελεύθερου χρόνου και του ποσοστού που καταλαμβάνει στο σύνολο των δραστηριοτήτων του αστικού πληθυσμού. Εάν επιλέξει κάποιος έναν ευρύ ορισμό του ελεύθερου χρόνου, δείκτες της παρουσίας του μπορεί να είναι οι

————————————

72. Στο ίδιο, σ. 53-54.

73. Πβ. πάντως και τις αντιρρήσεις του P. Burke, ό.π.

74. R. W. Malcolmson, Popular Recreations in English Society 1700-1850, Καίμπριτζ, Cambridge University Press, 1973.

75. T. Mason, Association Football and English Society 1863-1915, Μπράιτον, The Harvester Press, 1980, σ. 10. Για την παρακμή των παραδοσιακών τρόπων λαϊκής διασκέδασης, βλ. D. Α. Reid, "The Decline of Saint-Monday 1766-1876", Past and Present 71 (Μάιος 1976), σ. 76-101.

Σελ. 39
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/49/gif/40.gif&w=600&h=91532. Κουλούρη, Αθλητισμός

δυνατότητες αναψυχής (συναυλίες, περίπατοι, εντευκτήρια, βιβλιοπωλεία, παιχνίδια, σπορ), η πώληση προϊόντων πολυτελούς κατανάλωσης, τα έργα υποδομής και εξωραϊσμού της πόλης (ασφαλτόστρωση και φωτισμός των δρόμων, ύδρευση κλπ.), η αρχιτεκτονική των οικιών. Η διάδοση δημόσιων χώρων όπου καταναλώνεται ο ελεύθερος χρόνος προϋποθέτει εξάλλου την ύπαρξη μιας εύπορης και σχετικά μεγάλης τοπικής ελίτ, η οποία έχει τη δυνατότητα να χρηματοδοτήσει την ίδρυση παρόμοιων χώρων, για να εξασφαλίσει μια άτυπη επαφή, της οποίας τα όρια ελέγχει με το οικονομικό φράγμα (τιμή εισιτηρίου). Όπως η εργασία, έτσι και η σχόλη χρησίμευε στην ενίσχυση των κοινωνικών διακρίσεων. Έχει εξάλλου επισημανθεί ότι η δημιουργία ενός ελεύθερου χρόνου για τις κατώτερες τάξεις σήμαινε αυτομάτως και μια διαμάχη για τον έλεγχο του, πλάι στον ήδη κεκτημένο έλεγχο του παραγωγικού χρόνου. Όπως εύστοχα σημειώνει ο Peter Bailey, "ο ελεύθερος χρόνος ήταν ένα από τα μείζονα σύνορα της κοινωνικής αλλαγής στον 19ο αιώνα και, όπως τα περισσότερα σύνορα, ήταν έδαφος που πολλοί διεκδικούσαν"76.

Χαρακτηριστική προς αυτή την κατεύθυνση είναι η περίπτωση του εργατικού αθλητισμού στη διπλή του εκδοχή, οργανωμένου είτε από τους εργοδότες (ομάδες συγκροτούνται στα μεγάλα εργοστάσια, της Peugeot, Renault κλπ. αρχικά, και έπειτα από μεσαίες και μικρές ακόμη επιχειρήσεις) είτε από τα εργατικά κόμματα77. Στη δεύτερη περίπτωση συνδυάζεται με το δικαίωμα στον ελεύθερο χρόνο. Στη Γαλλία, η Αθλητική Ένωση του Σοσιαλιστικού Κόμματος ιδρύεται το 1907 (μετά την ενοποίηση των σοσιαλιστών το 1905).

Στις αρχές του 20ού αιώνα, τα "3 οκτώ" (8 ώρες εργασίας, 8 ώρες ελεύθερος χρόνος, 8 ώρες ύπνος) αποτελούν βασικό σύνθημα των εργατικών διεκδικήσεων, οι οποίες, πλάι στις αμοιβές και τις συνθήκες εργασίας, τοποθετούν με αύξουσα βαρύτητα το δικαίωμα στον ελεύθερο χρόνο78. Αργότερα θα προστεθεί και το δικαίωμα στις διακοπές, και τα δύο ως τότε προνόμιο των μεσαίων και ανώτερων τάξεων. Η "αναζήτηση της σχόλης", που παρατηρείται στις εργατικές κινητοποιήσεις των αρχών του 20ού αιώνα, δεν αντανακλά τόσο τη διεκδίκηση της ανάπαυσης (με την παραδοσιακή έννοια των συχνών αλλά ακανόνιστων εθελοντικών απουσιών από την εργασία) αλλά μάλλον την επιθυμία για μια νέα κατανομή του εργάσιμου και μη εργάσιμου χρόνου: μια ενιαία και συμπιεσμένη εργάσιμη μέρα με μεγαλύτερες, πιο προβλέψιμες και πιο συνεχείς περιόδους προσωπικού

————————————

76. P. Bailey, ό.π., σ. 5.

77. Για τις γερμανικές εργατικές αθλητικές ενώσεις (Arbeiter-Turnvereine), βλ. V. L. Lidtke, ό.π., σ. 22-23, 33-34.

78. Πβ. και Α. Λιάκος, Εργασία και πολιτική στην Ελλάδα του Μεσοπολέμου, Το Διεθνές Γραφείο Εργασίας και η ανάδυση των κοινωνικών θεσμών, Αθήνα, Ίδρυμα Έρευνας και Παιδείας της Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος, 1993, σ. 253-259.

Σελ. 40
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/49/gif/41.gif&w=600&h=91532. Κουλούρη, Αθλητισμός

χρόνου79. Ο ελεύθερος χρόνος αποκτά συνεπώς την αμφίσημη διάσταση της χειραγώγησης αφενός και της χειραφέτησης αφετέρου. Εντούτοις, θα πρέπει να χρησιμοποιηθεί με επιφύλαξη η έννοια του κοινωνικού ελέγχου που χρησιμοποιήθηκε εν εκτάσει από την αγγλική βιβλιογραφία για να ερμηνεύσει την υιοθέτηση του νέου συστήματος αξιών και των νέων μορφών ψυχαγωγίας από τις εργατικές τάξεις. Η μονόπλευρη αυτή ανάλυση που σχηματοποιεί τις ταξικές συγκρούσεις ως εκμετάλλευση των "αδυνάτων" από τους "ισχυρούς" και επομένως υπερεκτιμά τη δυνατότητα επιβολής τρόπων σκέψης και συμπεριφοράς από την αστική στην εργατική τάξη -με τη μορφή κοινωνικού ελέγχου- δεν είναι πειστική80. Η διερεύνηση λοιπόν των μορφών αναψυχής των κατώτερων τάξεων αφενός και των ελίτ αφετέρου είναι προτιμότερο να μη γίνεται αυτόνομα και στο εσωτερικό κάθε διακριτής κουλτούρας ούτε να εξαντλείται στο σχήμα της μονόδρομης εξάρτησης της κουλτούρας των "κατώτερων" τάξεων -επομένως "παθητικής"- από την αντίστοιχη των "ανώτερων", αλλά να υπολογίζει τη δομή της κοινωνίας ως συνόλου, τις γενικότερες τάσεις της κοινωνικής αλλαγής και τις αδράνειες των νοοτροπιών ως προς την υποδοχή του καινούριου81.

ΣΠΟΡ ΚΑΙ ΑΣΤΙΚΗ ΤΑΞΗ

Δεν υπάρχει εντούτοις αμφιβολία ότι κατά τον 19ο αιώνα η εργασία και η σχόλη όχι μόνο διακρίνονται από μια παραπληρωματική σχέση, όπως ήδη περιγράφηκε, αλλά νοηματοδοτούνται αντιθετικά για να τονίσουν τις κοινωνικές διακρίσεις. Ο

————————————

79. G. S. Cross, "The Quest for Leisure: Reassessing the Eight-Hour Day in France", Journal of Social History 18 (1984), σ. 202. Στα μέσα του 19ου αιώνα, η διεκδίκηση των λιγότερων ωρών εργασίας δεν συνδεόταν ακόμη με το δικαίωμα στη σχόλη, μπορεί όμως να θεωρηθεί, σύμφωνα με τον Sebastian de Grazia, ως η αφετηρία για την εξέταση της μετάβασης στη σύγχρονη σχόλη. S. de Grazia, "Of Time, Work and Leisure", στο M. R. Marrus, ό.π., σ. 71. Το βιβλίο του S. de Grazia, Of Time, Work and Leisure εκδόθηκε το 1964 (Νέα Υόρκη, Doubleday Anchor Books).

80. Βλ. την κριτική του G. Stedman Jones, «Class expression versus social control? A critique of recent trends in the social history of "leisure"», History Workshop Journal 4 (automn 1977), σ. 162-170. Πβ. επίσης J. Κ. Wallon - J. Walvin (εκδ.), Leisure in Britain 1780-1939, Manchester University Press, 1983, σ. 3, και J. A. Mayer, "Notes towards a Working Definition of Social Control in Historical Analysis", στο S. Cohen - A. Seuil (εκδ.), Social Control and the State. Historical and Comparative Essays, Οξφόρδη, Blackwell, 1983, ο οποίος εστιάζει την κριτική του κυρίως στις μελέτες που ερμηνεύουν τις κοινωνικές μεταρρυθμίσεις της αστικής τάξης ως προσπάθειες κοινωνικού ελέγχου.

81. Την αδυναμία ενός απλουστευτικού ερμηνευτικού σχήματος ως προς τις σχέσεις ανάμεσα στην κουλτούρα των κυρίαρχων τάξεων και την κουλτούρα των "υπάλληλων τάξεων" έδειξε άλλωστε και ο Carlo Ginzburg: Το τυρί και τα σκουλήκια. Ο κόσμος ένας μυλωνά του 16ου αιώνα, μετάφρ. Κ. Κουρεμένος, Αθήνα, Αλεξάνδρεια, 1994.

Σελ. 41
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/49/gif/42.gif&w=600&h=91532. Κουλούρη, Αθλητισμός

Thorstein Veblen σ' αυτήν ακριβώς τη διχοτομική διάκριση ανάμεσα στην εργαζόμενη και την "αργόσχολη" τάξη αναφέρεται στο γνωστό έργο του Η θεωρία της Αργόσχολης Τάξης που εκδόθηκε το 1899. Χρησιμοποιώντας μια ανθρωπολογικού τύπου ανάλυση, περιγράφει τα χαρακτηριστικά αυτής της "αργόσχολης" τάξης, με ευθεία αναφορά στη σύγχρονή του αμερικανική αστική τάξη. Αντίστοιχα, ο Stendhal είχε γράψει για την υπεροχή που κατείχε στη γαλλική κοινωνία του Παλαιού Καθεστώτος "η τάξη των αργόσχολων ανθρώπων (gens des loisirs) [...] η οποία μόνη είχε αναλάβει τη διακυβέρνηση υπό τη διεύθυνση ενός βασιλιά"82. Σύμφωνα με τον Veblen, η επιδεικτική κατανάλωση υλικών αγαθών και η "επιδεικτική σχόλη", δηλαδή η μη παραγωγική κατανάλωση του χρόνου, αποτελούν διακριτικά στοιχεία συμπεριφοράς των ανώτερων τάξεων των οποίων βασικές ασχολίες είναι η άσκηση πολιτικής εξουσίας, ο πόλεμος, τα θρησκευτικά καθήκοντα και τα σπορ. Η προβολή αντιπαραγωγικών συμπεριφορών εκ μέρους αυτών των τάξεων με στόχο, τη συμβολική κατοχύρωση της κοινωνικής τους ανωτερότητας μπορεί να επισημανθεί, για παράδειγμα, στη χρήση του μπαστουνιού. Ενώ η πρώτη του χρήση είναι για περιπτώσεις αναπηρίας, η "αργόσχολη" κατά τον ορισμό του Veblen τάξη το χρησιμοποιεί "διακοσμητικά" για να δηλώσει ότι τα χέρια αυτού που κρατά το μπαστούνι δεν χρησιμοποιούνται για κάποιον παραγωγικό σκοπό. Το μπαστούνι αποτελεί, υπ' αυτήν την έννοια, ένα σύμβολο της σχόλης83.

Η θεωρία του Veblen μπορεί να λειτουργήσει ως αφετηρία για να επισημάνουμε τα συλλογικά αναγνωριστικά σημάδια της ανερχόμενης αστικής τάξης, τα οποία συνθέτουν ένα νέο ιδιαίτερο στυλ ζωής και ένα, επίσης νέο, πρότυπο κατανάλωσης του ελεύθερου χρόνου. Σ' αυτά τα στοιχεία κοινωνικής συνοχής και διάκρισης ταυτόχρονα για την αστική τάξη ο Eric Hobsbawm κατατάσσει, εκτός από άλλες ιδιαίτερες συμπεριφορές και πρακτικές, την εκπαίδευση και τα σπορ. Η σύνδεση των δύο τελευταίων στα αγγλικά public schools είναι η προφανής επιβεβαίωση αυτής της θεωρητικής θέσης.

Η Βρετανία πρόσφερε το πρότυπο και το λεξιλόγιο για την ανάπτυξη των σπορ αλλά η διάδοσή τους ήταν ταχύτατη και στις άλλες χώρες της ευρωπαϊκής ηπείρου και στην Αμερική. Στο τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα μάλιστα τα σπορ θεσμοποιούνται τόσο σε εθνικό όσο και σε διεθνές επίπεδο με την αναβίωση των Ολυμπιακών Αγώνων. "Στην πραγματικότητα", σημειώνει ο Ε. Hobsbawm, "η εξαιρετική ταχύτητα με την οποία κάθε μορφή οργανωμένου σπορ κατέκτησε την αστική κοινωνία μεταξύ 1870 και αρχών της δεκαετίας του 1900 υποδηλώνει

————————————

82. Mémoires d'un touriste, τ. Β', Παρίσι 1981, σ. 175. Η παραπομπή στο Adeline Daumard (επιμ.), Oisiveté et loisirs dans les sociétés occidentales au XIXème siècle, Abbeville, Centre de recherche d'histoire sociale de l'Université de Picardie, 1983, σ. 10.

83. Th. Veblen, The Theory of the Leisure Class, Fairfield N. J., Augustus M. Kelley, 1991, σ. 265 (ελλ. μετάφρ. Γιώργου Νταλιάνη, επιμ. Φ. Ρ. Σοφιανού, Αθήνα, Κάλβος, 1982).

Σελ. 42
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/49/gif/43.gif&w=600&h=91532. Κουλούρη, Αθλητισμός

ότι, ικανοποιούσε μια κοινωνική ανάγκη που ξεπερνούσε κατά πολύ την άσκηση στο ύπαιθρο"84.

Τα σπορ ανταποκρίνονται πράγματι τόσο στη νέα μορφή κοινωνικότητας που αναδύεται μέσα στον προηγούμενο αιώνα όσο και στην κοινωνικά διαφοροποιημένη χρήση του ελεύθερου χρόνου. Ως προς το πρώτο θα αρκούσε να σημειώσει κανείς α') την ανάδειξη των σπορ σε δημόσιο θέαμα που απευθυνόταν σε ένα συνεχώς διευρυνόμενο τμήμα των μεσαίων τάξεων -και στη συνέχεια των εργατικών, β') το γεγονός ότι έφερναν σε επαφή ανθρώπους ισοδύναμου κοινωνικού status, τους οποίους δεν συνέδεαν άλλοι κοινωνικοί ή οικονομικοί δεσμοί και γ') τη συμμετοχή των σπορ σ' αυτό το νέο πρότυπο βίου και συμπεριφοράς των μεσαίων τάξεων85. Ως προς το δεύτερο, πέρα από το οικονομικό φράγμα που προσδιορίζει την κοινωνική απήχηση για σπορ όπως το τέννις ή η ιππασία π.χ., η βασικότερη παράμετρος κοινωνικής διαφοροποίησης είναι ο ερασιτεχνισμός. Είναι προφανές ότι κανένας ερασιτέχνης δεν θα μπορούσε να διαπρέψει σε ένα σπορ παρά μόνο αν διέθετε πολύ περισσότερο ελεύθερο χρόνο για εξάσκηση απ' ό,τι μπορούσαν τα μέλη των εργαζόμενων τάξεων, εκτός βεβαίως αν πληρώνονταν. Ο ερασιτεχνισμός είχε το πλεονέκτημα ότι ένωνε τις μεσαίες τάξεις με την αριστοκρατία και επιπλέον ότι απέκτησε θεσμικό κύρος μέσω των Ολυμπιακών Αγώνων.

Η εμφάνιση των σπορ και ειδικότερα του αθλητικού σωματείου αποτελεί λοιπόν φαινόμενο νεοτερικό που δεν θα πρέπει να ενταχθεί σε μια γενεαλογία της σωματικής άσκησης. Αντανακλά τις νέες μορφές κοινωνικότητας που δομούν τη συλλογική ζωή και οι οποίες συνδέονται με τις κοινωνικές και δημογραφικές αλλαγές που προκάλεσαν η αστικοποίηση και η εκβιομηχάνιση. Εξαρτάται επίσης από μια σειρά αλλαγών στο επίπεδο των στάσεων και των νοοτροπιών ως προς την αντίληψη για το σώμα, ενώ "μετέχει στην ευρύτερη ιδεολογική αλλαγή της υποβάθμισης της ανισότητας της θέσης (état) σε όφελος της ανισότητας της αξίας (mérite)86.

Ο Ν. Elias θέτει το ερώτημα: «Τι είδους κοινωνία είναι αυτή όπου όλο και περισσότεροι άνθρωποι χρησιμοποιούν μέρος του ελεύθερου χρόνου τους για να μετάσχουν ή για να παρακολουθήσουν αυτές τις μη βίαιες διαμάχες (αναμετρήσεις) σωματικής δεξιότητας και δύναμης που ονομάζουμε "σπορ";»87. Η απάντηση που ο ίδιος δίνει βρίσκεται στη θεωρία της "διαδικασίας πολιτισμού" (civilizing process), μια θεωρία η οποία εντούτοις βρίσκει την εφαρμογή της σε μια κοινωνία πολύ διαφορετική από την ελληνική του 19ου αιώνα. Για την Ελλάδα του περασμένου αιώνα, η εμφάνιση του αθλητικού σωματείου και η εξάπλωση της σωματικής άσκησης και των σπορ αποτελούν χωρίς αμφιβολία φαινόμενα

————————————

84. Ε. J. Hobsbawm, The Age of Empire 1875-1914, ό.π., σ. 183.

85. Ε. J. Hobsbawm, "Mass-Producing Traditions: Europe, 1870-1914", ό.π., σ. 298-300.

86. "Sport, religion et violence...", Esprit, ό.π., σ. 67.

87. Ν. Elias, ό.π., σ. 19.

Σελ. 43
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/49/gif/44.gif&w=600&h=91532. Κουλούρη, Αθλητισμός

νεοτερικά που συνδέονται όμως με τους ιδιαίτερους μετασχηματισμούς της ελληνικής κοινωνίας. Τα αίτια και οι διαδικασίες μένει να διερευνηθούν. Άλλωστε, όπως εύστοχα σημειώνει ο Clifford Geertz, "οι κοινωνίες, όπως και οι ανθρώπινες ζωές, περιέχουν οι ίδιες την ερμηνεία τους. Απομένει να μάθουμε πώς να τις προσεγγίζουμε"88.

————————————

88. Clifford Geertz, "Deep Play: Notes on the Balinese Cockfight", The Interpretation of Cultures, Λονδίνο 1993 (α΄ έκδ. 1973), σ. 453.

Σελ. 44
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/49/gif/45.gif&w=600&h=915 32. Κουλούρη, Αθλητισμός

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ

«Απεδέχθημεν την θρησκείαν της γυμναστικής»

Η εξάπλωση της σωματικής άσκησης

Σελ. 45
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/49/gif/46.gif&w=600&h=915 32. Κουλούρη, Αθλητισμός

ΛΕΥΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

Σελ. 46
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/49/gif/47.gif&w=600&h=91532. Κουλούρη, Αθλητισμός

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄

Η άσκηση του σώματος.

Εκπαιδευτική πράξη και διάπλαση της νεότητας

ΓΥΜΝΑΣΤΙΚΗ ΚΑΙ ΣΠΟΡ: ΔΙΑΚΡΙΣΕΙΣ ΚΑΙ ΕΠΙΚΑΛΥΨΈΙΣ

Η διάκριση της σωματικής άσκησης σε γυμναστική και σπορ, παρά τα συχνά συγκεχυμένα τους όρια στον 19ο αιώνα, αποτελεί κάτι παραπάνω από μεθοδολογικό εργαλείο. Η ανάπτυξη των δύο αυτών δραστηριοτήτων υπήρξε αναμφίβολα παράλληλη -και επάλληλη- αλλά η ιδεολογική και κοινωνική τους εμβέλεια διαφορετική. Η διαφορά που συνήθως επισημαίνεται είναι ότι η γυμναστική παρέπεμπε στις αξίες της πειθαρχίας και της συλλογικότητας και απέκτησε γρήγορα απήχηση στα κατώτερα στρώματα ενώ τα σπορ εμπνέονταν από τη φιλελεύθερη ιδεολογία και τον ατομικισμό και περιορίζονταν στις εύπορες κατηγορίες του πληθυσμού, επιβεβαιώνοντας τη συμφωνία μεταξύ κοινωνικών και αθλητικών πρακτικών. Η γυμναστική εξάλλου κατεξοχήν χρησιμοποιήθηκε ως μέσο αγωγής -εκτός από τη Βρετανία όπου τα σπορ ανέλαβαν αυτό το ρόλο στο πλαίσιο του εκπαιδευτικού ιδεώδους που καλλιεργήθηκε στα public schools.

Η ανάπτυξη του αθλητισμού στην Ελλάδα, η δημιουργία γυμναστικών και αθλητικών σωματείων και η εισαγωγή της γυμναστικής στην εκπαίδευση αποτελούν λοιπόν φαινόμενα αλληλένδετα των οποίων την πορεία μπορούμε να παρακολουθήσουμε μέσα στον 19ο αιώνα και μετά τη δημιουργία του ελληνικού κράτους. Λόγω της ιδιάζουσας βαρύτητας που είχε στην ελληνική πνευματική ζωή η κλασική Ελλάδα, η ανάπτυξη του αθλητισμού συνδέθηκε πολύ πιο έντονα απ' ό,τι σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες με την κλασική αθλητική παράδοση. Έτσι, τα αθλήματα που καλλιεργούνται και ο χαρακτήρας των πρώτων αθλητικών σωματείων εμπνέονται σε μεγάλο βαθμό από την αρχαιοελληνική παράδοση. Αντίστοιχα, τα πρόσωπα που θα πλαισιώσουν και θα υποστηρίξουν την ανάπτυξη του αθλητισμού συνδέονται κατά τις πρώτες δεκαετίες με την εκπαίδευση. Η σωματική άσκηση εξάλλου θα στηρίξει τη νομιμοποίησή της στην παιδαγωγική της αναγκαιότητα και γι' αυτό θα παρουσιασθεί κατεξοχήν με τη μορφή της γυμναστικής και όχι των σπορ.

Με κέντρο τους εκπαιδευτικούς θεσμούς θα λειτουργήσουν λοιπόν κατά τα πρώτα χρόνια, και ως τη στιγμή της εμφάνισης της οργανωμένης άσκησης, οι πρώτοι

Σελ. 47
Φόρμα αναζήτησης
Αναζήτηση λέξεων και φράσεων εντός του βιβλίου: Αθλητισμός και όψεις της αστικής κοινωνικότητας
Αποτελέσματα αναζήτησης
    Ψηφιοποιημένα βιβλία
    Σελίδα: 28
    32. Κουλούρη, Αθλητισμός

    κορμοστασιά των κλεφτών ανακαλύπτεται η λατρεία του κάλλους των αρχαιοελληνικών αγαλμάτων. Σε παρόμοια έργα, ανιχνεύεται έτσι μια διαφοροποιημένη αντίληψη για την Ελληνική Επανάσταση, εκείνη που τη συνδέει με τη σωματική και όχι αποκλειστικά με την πνευματική αναγέννηση του ελληνικού έθνους. Οι κλέφτες θεωρούνται πρωτίστως ως αθλητές, γνήσιοι απόγονοι -και γι' αυτό το λόγο- των αρχαίων ολυμπιονικών. Γίνονται λοιπόν ο κρίκος της συνέχειας ως προς ένα από τα σημαντικότερα συστατικά στοιχεία του αρχαιοελληνικού πολιτισμού, τη σωματική άσκηση και τους αθλητικούς αγώνες.

    Με πιο αργούς ρυθμούς από την εθνική ιστοριογραφία, αλλά σε πλήρη αναλογία προς αυτή, η εθνική αθλητική ιστορία ανακαλύπτει -σωστότερα κατασκευάζει- μία μία τις ψηφίδες του αφηγήματος της συνέχειας. Μετά το λιθάρι και το πήδημα των κλεφτών ανακαλύπτεται ο βυζαντινός ιππόδρομος. Αναπαράγεται κατ' αυτό τον τρόπο ως τις μέρες μας, παρά τα χρόνια που έχουν παρέλθει και τα νέα δεδομένα της ιστορικής έρευνας, το ξεπερασμένο σχήμα μιας πορείας της σωματικής άσκησης από τη Μινωική Κρήτη ως σήμερα, όπου συμφύρονται αντιφατικές εκδηλώσεις και πρακτικές, όπως είναι οι αρχαίοι αγώνες, τα λαϊκά παιχνίδια, οι συλλογικοί τρόποι ψυχαγωγίας, η γυμναστική και οι σύγχρονοι Ολυμπιακοί Αγώνες.

    Η μελέτη λοιπόν που θα θελήσει να θέσει εξαρχής το πρόβλημα της εμφάνισης και εξάπλωσης των σπορ και της γυμναστικής στην Ελλάδα θα πρέπει να απελευθερωθεί από τα ιδεολογήματα και τα στερεότυπα του παρελθόντος -και του παρόντος- και να επιχειρήσει να προτείνει μια πειστική ερμηνεία που θα εγγράφεται στο μεθοδολογικό πλαίσιο της κοινωνικής και πολιτισμικής ιστορίας. Σε μια παρόμοια προσέγγιση, και δεδομένου ότι τα σπορ δεν αποτελούν αποκλειστικά στοιχείο ιδιάζον μιας συγκεκριμένης στο χώρο και το χρόνο κοινωνίας, είναι χρήσιμα τα πορίσματα που κομίζει η ήδη ώριμη δυτική κοινωνιολογική και ιστορική έρευνα. Η χρήση του συγκριτικού πλαισίου θα συμβάλει να φωτίσουμε τόσο τις ιδιαιτερότητες της ελληνικής περίπτωσης όσο και τη συμμετοχή της στους ευρύτερους μετασχηματισμούς της ευρωπαϊκής κοινωνίας. Οι βασικές έννοιες, έννοιες-εργαλεία, που θα χρησιμοποιήσουμε στην ανάλυσή μας είναι η κοινωνικότητα, η εθελοντική συσσωμάτωση και ο ελεύθερος χρόνος.

    ΣΩΜΑΤΕΙΑΚΗ ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΚΑΙ ΝΕΕΣ ΜΟΡΦΕΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΤΗΤΑΣ

    Η κοινωνικότητα, πέρα από τους ορισμούς που συνηθίζουν να δίνουν τα λεξικά τονίζοντας την πανανθρώπινη ή την ατομική διάσταση, μπορεί να εφαρμοστεί σε συγκεκριμένες ανθρώπινες ομάδες και να ποικίλλει ιστορικά, θεωρώντας ως ιστορική κατηγορία έναν όρο δανεισμένο από τη συλλογική ψυχολογία, θα πρέπει να ερμηνεύσουμε την κοινωνικότητα ως το αποτέλεσμα συγκεκριμένων