Συγγραφέας:Κουλούρη, Χριστίνα
 
Τίτλος:Αθλητισμός και όψεις της αστικής κοινωνικότητας
 
Υπότιτλος:Γυμναστικά και αθλητικά σωματεία (1870-1922)
 
Τίτλος σειράς:Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας
 
Αριθμός σειράς:32
 
Τόπος έκδοσης:Αθήνα
 
Εκδότης:Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς
 
Έτος έκδοσης:1997
 
Σελίδες:447
 
Αριθμός τόμων:1 τόμος
 
Γλώσσα:Ελληνικά
 
Θέμα:Κοινωνική ενσωμάτωση
 
Νεανικές οργανώσεις
 
Νοοτροπίες και συμπεριφορές
 
Τοπική κάλυψη:Ελλάδα
 
Χρονική κάλυψη:1870-1922
 
Περίληψη:Η παρούσα μελέτη επιχειρεί να συνθέσει μία ιστορία του νεότερου ελληνικού αθλητισμού. Επιθυμεί, πρώτον, να αναδείξει την ιστορικότητα των σπορ και να διαφοροποιηθεί από προσεγγίσεις που αντιμετωπίζουν το παιχνίδι και κατ’ επέκταση τα σπορ (μια μορφή παιχνιδιού) ως διαχρονικό δομικό στοιχείο του ανθρώπινου πολιτισμού. Ενδιαφέρεται, δεύτερον, να ελέγξει το ερευνητικό δίλημμα της συνέχειας ή ασυνέχειας από τα παραδοσιακά παιχνίδια στα σύγχρονα σπορ κατά τη μετάβαση από την παραδοσιακή στη σύγχρονη κοινωνία. Η συγγραφέας παρακολουθεί την εξέλιξη των αντιλήψεων σχετικά με τη σωματική άσκηση μετά τη δημιουργία του ελληνικού κράτους ώστε να δείξει τη μετάβαση από την αδιαφορία και την αμφισβήτηση στην αποδοχή και την εδραίωση. Η επισκόπηση αυτή επιτρέπει και τη διάκριση ανάμεσα στη γυμναστική και τα σπορ, μια διάκριση απαραίτητη και για την κατανόηση της λειτουργίας των αθλητικών σωματείων αλλά και, ευρύτερα, της ιστορίας του αθλητισμού. Στη συνέχεια αναζητούνται τα πρώτα ίχνη της παρουσίας των σύγχρονων σπορ στην Ελλάδα, τόσο μέσα από τις πρώιμες, μη οργανωμένες πρακτικές όσο και μέσα από τους πρώτους αθλητικούς θεσμούς, δηλ. τους αγώνες και τα γυμναστήρια. Μελετώνται επίσης τα αθλητικά σωματεία: μέσα από την ανάλυση των σκοπών τους οι κοινωνικές λειτουργίες της σωματικής άσκησης και οι διασυνδέσεις της με την εθνικιστική ιδεολογία. Τέλος, επιχειρείται να φωτισθούν οι πτυχές της σωματειακής ζωής που είναι κρυμμένες από το ορθολογικό κανονιστικό πρότυπο του καταστατικού, δηλαδή οι ανθρώπινες επαφές με τις αρμονικές η συγκρουσιακές τους όψεις, οι φιλικές σχέσεις, τα οικογενειακά δίκτυα, τα ερωτοτροπήματα ενδεχομένως που επιτρέπει η συναναστροφή όχι μόνο σε αθλητικές αλλά και σε έξω-αθλητικές συναντήσεις στο πλαίσιο πάντα του σωματείου.
 
Άδεια χρήσης:Αυτό το ψηφιοποιημένο βιβλίο του ΙΑΕΝ σε όλες του τις μορφές (PDF, GIF, HTML) χορηγείται με άδεια Creative Commons Attribution - NonCommercial (Αναφορά προέλευσης - Μη εμπορική χρήση) Greece 3.0
 
Το Βιβλίο σε PDF:Κατέβασμα αρχείου 23.64 Mb
 
Εμφανείς σελίδες: 34-53 από: 450
-20
Τρέχουσα Σελίδα:
+20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/49/gif/34.gif&w=600&h=91532. Κουλούρη, Αθλητισμός

δηλ. την παροχή στα μέλη τους ευκαιριών για μάθηση. Η τυπολογία αυτή, παρά τις αδυναμίες της, φωτίζει την ποικιλία των σημασιών που μπορούσε να έχει η σωματειακή ζωή για τους μετέχοντες. Από την άποψη της πολιτικο-κοινωνικής λειτουργίας του εξάλλου, ο τύπος του σωματείου που περιλαμβάνει και το αθλητικό σωματείο δίπλα σε άλλες οργανώσεις όπως π.χ. τα φιλανθρωπικά σωματεία, οι φιλεκπαιδευτικοί σύλλογοι, οι πολιτικές λέσχες, τα αναγνωστήρια κλπ., διακρίνεται από τέσσερα βασικά χαρακτηριστικά: α') οργανώνει άτομα που τυπικά θεωρούνται ίσα, δεν χαίρουν ιδιαίτερων προνομίων και μετέχουν στη λειτουργία του σωματείου με την ατομική τους ψήφο, β') επιδιώκει μόνο περιορισμένους στόχους, γ') οι δραστηριότητες του αποτελούν αυτοσκοπούς και δεν στοχεύουν σε μια ευρύτερη επιρροή έξω από τον κύκλο των μελών, δ') η γραφειοκρατία του παραμένει ασθενής και η διοίκηση ασκείται από προσωπικό που κατά κανόνα δεν πληρώνεται και προέρχεται από τα μέλη του56.

Το σωματείο αποτέλεσε συνεπώς κατά τον 19ο αιώνα τμήμα της ζωής των ανερχόμενων μεσαίων στρωμάτων, των οποίων εξέφρασε τις πολιτικές αξίες και το νέο κώδικα συμπεριφορών. Ο πολλαπλασιασμός και η εξάπλωση αυτού του νέου τύπου κοινωνικής οργάνωσης, συνδέθηκε επιπλέον στενά με την ανάπτυξη των πόλεων αλλά και τη νέα οργάνωση του χρόνου.

ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΧΡΟΝΟΣ: ΧΡΟΝΟΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ;

Η ιστορία του ελεύθερου χρόνου και της σχόλης57 συναρτάται, όπως είναι φυσικό, με την ιστορία της εργασίας. Αν δεχθούμε μάλιστα την άποψη της διπλής διάστασης της εργασίας τόσο ως οικονομικής όσο και ως πολιτισμικής δραστηριότητας, τότε η ιστορική μελέτη της σχόλης μπορεί να συμβάλει σημαντικά στην κατανόηση της εργασίας, της οποίας η έρευνα μέχρι πρόσφατα είχε εγκλωβιστεί σε μια οικονομιστική λογική. Παραπληρωματικές είναι εξάλλου οι προσεγγίσεις των αντιλήψεων σχετικά με την εργασία αφενός και τον ελεύθερο χρόνο αφετέρου. Ο τρόπος με τον οποίο ορίζεται σε κάθε εποχή η εργασία, ποιες είναι οι αντιλήψεις και οι αξίες που τη συνοδεύουν και, αντίστοιχα, πότε αναδύεται η έννοια του ελεύθερου χρόνου, πώς ορίζεται αυτός και πώς καταναλώνεται από τις διάφορες κοινωνικές ομάδες, αποτελούν σημαντικές παραμέτρους μιας παρόμοιας ανάλυσης.

————————————

56. Ch. Eisenberg, ό.π., σ. 153-154.

57. Με τη λέξη "σχόλη" αποδίδεται ο αγγλικός όρος "leisure" και ο γαλλικός "loisir", ενώ ως "ελεύθερος χρόνος" μεταφράζονται οι όροι "free time", "spare time" και "temps libre". Στα γερμανικά οι δύο όροι συμφύρονται σε έναν: "Freizeit". Για την απόδοση των αγγλικών και γαλλικών όρων, βλ. και Αλεξάνδρα Κορωναίου, ό.π., σ. 129-130. Κατά την εποχή που καλύπτει η παρούσα μελέτη, ο όρος που επικρατεί είναι "σχόλη".

Σελ. 34
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/49/gif/35.gif&w=600&h=91532. Κουλούρη, Αθλητισμός

Ανθρωπολογικές μελέτες -του M. Godelier συγκεκριμένα- έχουν δείξει ότι η έννοια της "εργασίας γενικά", διακεκριμένης δηλ. από τις ατομικές μορφές της και έξω από άλλες δομές όπου ήταν ενταγμένη (συγγένεια, θρησκεία, πολιτική), αναδύθηκε στη Δύση στα τέλη του 18ου αιώνα. Επισημαίνουν επίσης ότι παρατηρούνται αλλαγές στο λεξιλόγιο που συνοδεύει την εργασία: από συμφραζόμενα πόνου και υποβάθμισης διαπιστώνεται η μετάβαση σε λέξεις που υποδηλώνουν αξιοπρέπεια και τιμή58. Το "έθος του καθήκοντος, της εργασίας και της αποταμίευσης"59 αποτελεί πράγματι τον πυρήνα του νέου συστήματος αξιών που κυριαρχεί στην Ευρώπη του 19ου και του α' μισού του 20ού αιώνα. Ο χρόνος της εργασίας επιβάλλεται άλλωστε ως κυρίαρχος κοινωνικός χρόνος, όπως ακριβώς κυριαρχούσε ο ιερός χρόνος στις παραδοσιακές και πρωτόγονες κοινωνίες. Από τον 19ο αιώνα συνεπώς και σε συνδυασμό με την ανάπτυξη του βιομηχανικού καπιταλισμού, ο εργάσιμος χρόνος επιβάλλεται ως πρωταρχικός ρυθμιστής όλων των άλλων χρήσεων του χρόνου. Η απραξία και το άσκοπο χάσιμο του χρόνου είναι αντικείμενα ηθικής καταδίκης.

Η αλλαγή είναι πολύ βαθύτερη απ' όσο φαίνεται σε πρώτο επίπεδο. Πρόκειται για μια σημαντική πολιτισμική αλλαγή που αφορά στη συνείδηση του χρόνου και η οποία παρατηρείται κατά τη μετάβαση στη σύγχρονη βιομηχανική εποχή. Η πολιτισμική αυτή αλλαγή συνδέεται με τη σειρά της με μια τεχνολογική τομή που έχει προηγηθεί και της οποίας η σημασία δεν θα πρέπει να υποτιμηθεί: το ρολόι. Από τον 14ο αιώνα, εμφανίζονται τα ρολόγια των εκκλησιών και τα δημόσια ρολόγια. Γύρω στο 1800 έχουν πολλαπλασιαστεί τα ρολόγια τσέπης και τοίχου, παρόλο που δεν γνωρίζουμε ακριβώς ποιοι τα είχαν60. Η μεγάλη διάδοση των ρολογιών μέσα στον 19ο αιώνα είναι εκείνη που εξασφάλισε πάντως στο νέο σύστημα αντίληψης του χρόνου γενική ισχύ και εφαρμογή.

Η αλλαγή αυτή διευκολύνθηκε από την εξέλιξη της πουριτανικής ηθικής. Πριν από τη Βιομηχανική Επανάσταση και "πολύ πριν το ρολόι τσέπης γίνει προσιτό στον τεχνίτη", οι πουριτανοί ηθικολόγοι, προβάλλοντας με νέα έμφαση την ηθική αξία της φιλοπονίας και καταδικάζοντας την τεμπελιά, "πρόσφεραν σε κάθε άνθρωπο τον δικό του εσωτερικό μετρητή του χρόνου"61. Έτσι, σύμφωνα με τον

————————————

58. M. Godelier, "Mémorandum pour une enquête sur le travail et ses représentations", Μάρτιος 1980 (δακτυλόγραφο), σ. 5, 12-19. Πβ. και το κλασικό έργο του Max Weber, Η προτεσταντική ηθική και το πνεύμα του καπιταλισμού, μετάφραση Δημ. Κούρτοβικ, Αθήνα, Κάλβος, χ.χ., κυρίως σ. 62-72, 167-174.

59. Η έκφραση ανήκει στον Christian Lalive d'Epinay. Βλ. Αλ. Κορωναίου, ό.π., σ. 84.

60. Ε. P. Thompson, "Time, Work-Discipline and Industrial Capitalism", Past and Present 38 (Δεκ. 1967), σ. 63-66· βλ. και ελλ. μετάφρ. Ε. Π. Τόμσον, Χρόνος, εργασιακή πειθαρχία και βιομηχανικός καπιταλισμός, μετάφρ. - επίμετρο: Β. Τομανάς, Θεσσαλονίκη, Νησίδες, 1994 (β' έκδ.).

61. Στο ίδιο, σ. 87. Πβ. και Max Weber, ό.π.

Σελ. 35
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/49/gif/36.gif&w=600&h=91532. Κουλούρη, Αθλητισμός

Ε. Ρ. Thompson, η εσωτερίκευση της νέας αντίληψης του χρόνου και μιας νέας εργασιακής πειθαρχίας από τον 18ο αιώνα, που προκάλεσε σοβαρές αλλαγές στα εργασιακά ήθη -νέες πειθαρχίες, νέα κίνητρα-, θα πρέπει να συνδεθεί με την εξέλιξη της πουριτανικής ηθικής στο πάντρεμά της με τον βιομηχανικό καπιταλισμό. Πράγματι, «από τότε που ο χρόνος έγινε η αφηρημένη μονάδα υπολογισμού για κάθε ανθρώπινη πράξη, απέκτησε νόημα η σκέψη της διαίρεσης του χρόνου, της εξοικονόμησης του χρόνου, της χρήσης του χρόνου ως μέτρου για την απόδοση και της αυστηρής οριοθέτησης του "ελεύθερου" χρόνου από το χρόνο εργασίας»62.

Η ανάδυση επομένως της σύγχρονης σχόλης μέσα στον 19ο αιώνα αποτελεί τμήμα γενικότερων μετασχηματισμών που περιγράφονται με την έννοια του εκσυγχρονισμού και της νεοτερικότητας και συνδέεται με μια σειρά από σημαντικές τεχνολογικές, οικονομικές και πολιτισμικές αλλαγές. Ως σημαντικότερη, που περικλείει και πολλές άλλες, προβάλλεται η εμφάνιση και εξάπλωση της μεγάλης βιομηχανίας, που οδηγεί -στα τέλη του αιώνα- στη μείωση του ημερήσιου χρόνου εργασίας μέσω εξορθολογιστικών μέτρων, μέσω της εισαγωγής δηλ. μεθόδων επιστημονικής διαχείρισης και ακριβούς μέτρησης και σχεδιασμού της παραγωγικής διαδικασίας (τεϋλορισμός)63.

Ακόμη λοιπόν κι αν δεν δεχθούμε την ερμηνευτική άποψη που θέλει τη σχόλη να προσδιορίζεται αντιθετικά προς την εργασία, για να εκτιμήσουμε τη θέση που κατέχει ο ελεύθερος χρόνος, με τον αντικειμενικό και υποκειμενικό ορισμό του και για να γράψουμε την ιστορία του, είναι απαραίτητο να γνωρίζουμε τη θέση που, διαζευκτικά ή παραπληρωματικά, κατέχει η εργασία. Για την Ελλάδα, "η των ονομάτων επίσκεψις" θα μπορούσε να αποδειχθεί για μια ακόμη φορά χρήσιμη. Φυλλομετρώντας το Λεξικό του Κουμανούδη, συναντούμε για παράδειγμα τη λέξη "εργατικότης" πρώτη φορά το 1851 64. Να μια αρετή για την οποία θα μπορούσε να επαινεθεί ένας Έλληνας από τα μισά του αιώνα και εξής, χωρίς ωστόσο αυτό να σημαίνει ότι δεν θα μπορούσαν και πριν απ' αυτό το όριο να υπάρχουν άλλες λέξεις για παρόμοιες αρετές. Και όμως το 1892, ο Γάλλος Gaston Deschamps σημειώνει με τα μάτια του δυτικού παρατηρητή για τους 'Έλληνες: "Η γλώσσα τους ονομάζει την εργασία με τη λέξη δουλειά, που σημαίνει δουλεία"65. Είναι πιθανό ότι κι ο ίδιος αγνοούσε την προέλευση της

————————————

62. G. Huck (επιμ.), Sozialgeschichte der Freizeit. Untersuchungen zum Wandel der Alltagskultur in Deutschland, Wuppertal, Peter Hammer Verlag, 1980, σ. 14.

63. Στο ίδιο, σ. 12. Βλ. F. W. Taylor, The Principles of Scientific Management, Νέα Υόρκη, W. W. Norton, 1967 (α΄ έκδ., 1911).

64. Στ. Α. Κουμανούδης, Συναγωγή νέων λέξεων υπό των λογίων πλασθεισών από της Αλώσεως μέχρι των καθ' ημάς χρόνων (1900), προλεγόμενα Κ. Θ. Δημαράς, Αθήνα, Ερμής, 1980.

65. G. Deschamps. Η Ελλάδα σήμερα. Οδοιπορικά 1890. Ο κόσμος του Χαριλάου 

Σελ. 36
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/49/gif/37.gif&w=600&h=91532. Κουλούρη, Αθλητισμός

αντίστοιχης γαλλικής λέξης "travail" από το λατινικό tripalium που ήταν όργανο βασανισμού (τσουγκράνα με τρία δόντια).

Το γεγονός ότι στην Ευρώπη της μεσαιωνικής και της πρώιμης νεότερης εποχής υπήρχαν λέξεις αντίθετες προς την εργασία66 και συνακόλουθες συμπεριφορές σχετικοποιεί την άποψη περί ασυνέχειας μεταξύ προβιομηχανικής και βιομηχανικής εποχής και αναδεικνύει ως παραπλανητική τη διχοτόμηση μεταξύ, αντίστοιχα, μιας "κουλτούρας του πανηγυριού" και μιας "κουλτούρας της σχόλης". Η διαπίστωση αυτή δεν ακυρώνει εντούτοις την ταυτόχρονη αναγνώριση της πραγματικής μετάβασης που παρατηρείται κατά τον 18ο αιώνα και την οποία ο Peter Burke ορίζει ως "εφεύρεση του ελεύθερου χρόνου". Ο Burke θεωρεί βεβαίως ότι η μετάβαση αυτή δεν μπορεί να εξηγηθεί μόνο με τον βιομηχανικό καπιταλισμό. Με βάση τις θεωρίες του Elias περί "εκπολιτισμού" και του Foucault περί "πειθαρχίας", η έννοια του ελεύθερου χρόνου αντιμετωπίζεται ως αντίδραση απέναντι στην "πειθαρχημένη κοινωνία", απέναντι στη διαδικασία επιβολής ρυθμιστικών κανόνων (regulation) στη δυτική κοινωνία από τον 13ο ως τον 18ο αιώνα. «Στην "πειθαρχημένη κοινωνία"», γράφει ο Burke, «ακόμη και το παιχνίδι πρέπει να υπακούει σε κανόνες που ορίζουν πότε, πώς και μεταξύ ποίων είναι επιτρεπτό. Καθώς ο ελεύθερος χρόνος γινόταν όλο και πιο οργανωμένος και θεσμοθετημένος, οι άνθρωποι τον αντιλαμβάνονταν περισσότερο ως έναν ξεχωριστό τομέα παρά ως παύση μεταξύ περιόδων εργασίας. Καθώς η δουλειά γινόταν λιγότερο ψυχαγωγική και οι ώρες εργασίας καθορίζονταν αυστηρότερα, υπήρχε μεγαλύτερη ανάγκη για τις μη-ωφελιμιστικές δραστηριότητες που ονομάζουμε "σχόλη"»67.

Ως σχόλη ορίζεται πράγματι η ελεύθερη δραστηριότητα την οποία το άτομο αναλαμβάνει για τους δικούς της ανεξάρτητους στόχους, όποιοι κι αν είναι αυτοί, και εφόσον απουσιάζουν άμεσες υποχρεώσεις -εργασιακές, οικογενειακές, θρησκευτικές, κοινωνικές68. Θα πρέπει ωστόσο να είμαστε επιφυλακτικοί απέναντι στην αξιολογική επένδυση του ελεύθερου χρόνου ως χρόνου ελευθερίας και να συνυπολογίζουμε το πλέγμα των κοινωνικών καταναγκασμών που μπορούν να περιορίσουν ή και να κατευθύνουν τη δράση των υποκειμένων69. Στο πλαίσιο

————————————

Τρικούπη, μετάφρ. Α. Δαούτη, πρόλογος - σχόλια Α. Νικολοπούλου, Αθήνα, Τροχαλία, 1992, σ. 53.

66. Π.χ. οι λατινικές otium και vacatio, οι ιταλικές testa, giuoco, passatempo, diporto, ricreazione κλπ., οι γαλλικές divertissement, oisiveté, loisirs, recréation κλπ., οι αγγλικές ease, festival, feast, holiday, pastime, entertainment κλπ.

67. Βλ. Ρ. Burke, "The Invention of Leisure in Early Modern Europe", Past and Present 146 (Febr. 1995), σ. 136-150. Το παράθεμα στις σ. 149-150.

68. M. R. Marrus (εκδ.), The Emergence of Leisure, Νέα Υόρκη κ.ά., Harper Torchbooks, 1974, σ. 4.

69. Κυρίως η αμερικανική κοινωνιολογική σχολή, επηρεασμένη από την αμερικανική 

Σελ. 37
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/49/gif/38.gif&w=600&h=91532. Κουλούρη, Αθλητισμός

εξάλλου του διακριτού αυτού κοινωνικού χρόνου, ο οποίος χαρακτηρίζεται από ιδιαίτερες κοινωνικές πρακτικές και δραστηριότητες, εμφανίζονται νέοι κοινωνικοί κανόνες και διαμορφώνονται νέες κοινωνικές σχέσεις70.

Η εμφάνιση της έννοιας του ελεύθερου χρόνου και των δραστηριοτήτων της σχόλης συνιστά συνεπώς, κατά κοινή παραδοχή κοινωνιολόγων και ιστορικών, μια σημαντική αλλαγή, τόσο σημαντική μάλιστα ώστε ο όρος "επανάσταση", που με διαφορετικά επίθετα έχει κατά καιρούς χρησιμοποιηθεί για να δηλώσει ιστορικές ρήξεις, να παρουσιάζεται τώρα σε συνδυασμό με τον ελεύθερο χρόνο. Η "επανάσταση του ελεύθερου χρόνου" δηλώνει λοιπόν την αλλαγή που συντελείται κατά το πέρασμα από την προ-βιομηχανική στη βιομηχανική κοινωνία (αλλά και κατά τη διάρκεια αυτής της τελευταίας) ως προς την αντίληψη και την οργάνωση του χρόνου. Η δημιουργία ενός ελεύθερου χρόνου για τις μεσαίες και, στη συνέχεια, για τις εργατικές τάξεις, η ομογενοποίηση του χρόνου, η τυποποίηση του διαχωρισμού εργασίας και σχόλης συνεπάγονται αλλαγές στην οργάνωση της κοινωνικής ζωής αλλά και στην ίδια τη δόμηση του αστικού χώρου (με τη δημιουργία ιδιαίτερων, ιδιωτικών αλλά και δημόσιων χώρων όπου καταναλώνεται ο ελεύθερος χρόνος).

Στο β' μισό του 19ου αιώνα, στη Δ. Ευρώπη, αλλάζουν δραστικά τα χωροχρονικά πλαίσια της οικονομικής και της κοινωνικής ζωής. Η εργασία και η σχόλη δεν συνυπάρχουν πλέον, συγκεχυμένες, όπως στις προβιομηχανικές κοινωνίες, σε ένα καθημερινό και ετήσιο κυκλικό σύστημα εναλλασσόμενων απασχολήσεων, αλλά είναι σαφώς διαχωρισμένες βάσει μιας ευθύγραμμης αντίληψης του χρόνου. Στις παραδοσιακές και πρωτόγονες κοινωνίες υπήρχε πράγματι στενή σχέση μεταξύ αγροτικού κύκλου και λειτουργικού έτους. Η εργασία, λόγω των εκκλησιαστικών εορτών αλλά και κλιματολογικών λόγων, ήταν ασυνεχής, ενώ δεν υπήρχε σαφής διαχωρισμός μεταξύ εργασίας και μη-εργασίας. Η εργασία φαίνεται πως, στο πλαίσιο αυτών των κοινωνιών, θεωρούνταν συλλογικό καθήκον, έργο ή υπηρεσία που προέκυπτε από μια καθορισμένη κοινωνική σχέση. Επιπλέον, δεν υπάκουε στο ρυθμό του ρολογιού αλλά στις απαιτήσεις του κάθε έργου71.

Αλλά και οι μορφές ψυχαγωγίας -αναπόδραστα σχεδόν, θα λέγαμε- διαφέρουν ριζικά απ' αυτές της προηγούμενης περιόδου. Στη μεσαιωνική Δ. Ευρώπη, εκφράζουν την προ-βιομηχανική αντίληψη του χρόνου και στο μεγαλύτερο μέρος τους αντανακλούν τον ιστό των σχέσεων συγγένειας και γειτνίασης μεταξύ των ανθρώπων. Ένα μέρος των μεσαιωνικών διασκεδάσεων είναι προφανή προϊόντα μιας κοινωνίας οργανωμένης για τον πόλεμο (τοξοβολία, πάλη, ξιφομαχίες ιππέων), άλλες συνδέονται με οικονομικές ανάγκες (κυνήγι, ιπποδρομίες) και άλλες

————————————

ιδεολογία περί ατομικής ελευθερίας και ισότητας, ταυτίζει τον ελεύθερο χρόνο με την ελεύθερη επιλογή δραστηριοτήτων. Βλ. Αλ. Κορωναίου, ό.π., σ. 54. .

70. Σύμφωνα με την ανάλυση της Nicole Samuel. Βλ. στο ίδιο, σ. 81.

71. "Work and Leisure", Past and Present 29 (Dec. 1964), σ. 51-52.

Σελ. 38
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/49/gif/39.gif&w=600&h=91532. Κουλούρη, Αθλητισμός

ερμηνεύονται μόνο με τους όρους της περιοδικής ανακούφισης και "απελευθέρωσης" μέσα σε μια αυστηρά ιεραρχική κοινωνία (Saturnalia ή Γιορτές των Τρελών κλπ.)72. Αντίθετα, οι μορφές ψυχαγωγίας που κατακτούν τη Δύση κατά τον 19ο αιώνα αφενός προέρχονται από νέες τεχνολογίες και νέες κοινωνικές ομαδώσεις και αφετέρου εμφανίζονται ως προϊόν της ατομικής ελεύθερης επιλογής που χαρακτηρίζει τη βιομηχανική κοινωνία. Βεβαίως η μετάβαση από τον homo ludens της παραδοσιακής κοινωνίας στον ατομιστή θαμώνα του σύγχρονου κόσμου δεν έγινε εν μια νυκτί. Οι ξένοι ιστορικοί ανιχνεύουν τις αρχές του σύγχρονου ελεύθερου χρόνου στη βικτοριανή Αγγλία, σε μια δηλ. ώριμη βιομηχανική κοινωνία73. Το πλέγμα των ισχυρών αλλαγών που διάβρωσαν την αγγλική κοινωνία από τον 18ο αιώνα υπέσκαψε την υλική και πολιτισμική βάση του παραδοσιακού τρόπου ζωής και οδήγησε στη σταδιακή κατάρρευση του παλαιού προτύπου λαϊκής διασκέδασης74. Από τα μέσα του 18ου αιώνα εξάλλου, οι λαϊκές διασκεδάσεις βρίσκονται, στην Αγγλία τουλάχιστον, στο στόχαστρο ενός νέου πουριτανισμού. Η προτεσταντική άποψη υποστήριζε πως αν η διασκέδαση επιτρεπόταν εν τέλει, θα έπρεπε να είναι ορθολογική, να προετοιμάζει το σώμα και το πνεύμα για την εργασία και να μην είναι, αυτοσκοπός75. Έναν αιώνα αργότερα, περί τα μέσα του 19ου, η ιδεολογία της "έντιμης εργασίας", της "ορθολογικής" χρήσης του χρόνου και εν τέλει της ηθικά αποδεκτής, ελεγχόμενης ψυχαγωγίας δεν είχε αντίπαλο. Παρά τη διαταξική, όπως φαίνεται, ισχύ αυτής της ιδεολογίας και την προϊούσα εσωτερίκευση της πειθαρχίας (χρόνου και εργασίας) από τις εργατικές τάξεις, στο επίπεδο των πρακτικών επιβιώνουν παλαιοί τρόποι συμπεριφοράς και διασκέδασης, κυρίως στο χώρο της άτυπης κατανάλωσης του ελεύθερου χρόνου έξω από κάποιο θεσμικό πλαίσιο.

Εκτός από τη σημαντική αλλαγή των ηθών και την εξάπλωση του βιομηχανικού καπιταλισμού, η ανάπτυξη των πόλεων αποτελεί έναν επιπλέον παράγοντα που συνδέεται με την εμφάνιση της σύγχρονης σχόλης. Στοιχεία όπως η αύξηση του μη εργάσιμου χρόνου, η εμπορευματοποίηση της σχόλης και οι συνακόλουθες καταναλωτικές συμπεριφορές ανήκουν στο αστικό περιβάλλον. Οι οικονομικές λειτουργίες μιας πόλης και το πολιτισμικό της προφίλ συναρτώνται λοιπόν άμεσα με την αύξηση του ελεύθερου χρόνου και του ποσοστού που καταλαμβάνει στο σύνολο των δραστηριοτήτων του αστικού πληθυσμού. Εάν επιλέξει κάποιος έναν ευρύ ορισμό του ελεύθερου χρόνου, δείκτες της παρουσίας του μπορεί να είναι οι

————————————

72. Στο ίδιο, σ. 53-54.

73. Πβ. πάντως και τις αντιρρήσεις του P. Burke, ό.π.

74. R. W. Malcolmson, Popular Recreations in English Society 1700-1850, Καίμπριτζ, Cambridge University Press, 1973.

75. T. Mason, Association Football and English Society 1863-1915, Μπράιτον, The Harvester Press, 1980, σ. 10. Για την παρακμή των παραδοσιακών τρόπων λαϊκής διασκέδασης, βλ. D. Α. Reid, "The Decline of Saint-Monday 1766-1876", Past and Present 71 (Μάιος 1976), σ. 76-101.

Σελ. 39
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/49/gif/40.gif&w=600&h=91532. Κουλούρη, Αθλητισμός

δυνατότητες αναψυχής (συναυλίες, περίπατοι, εντευκτήρια, βιβλιοπωλεία, παιχνίδια, σπορ), η πώληση προϊόντων πολυτελούς κατανάλωσης, τα έργα υποδομής και εξωραϊσμού της πόλης (ασφαλτόστρωση και φωτισμός των δρόμων, ύδρευση κλπ.), η αρχιτεκτονική των οικιών. Η διάδοση δημόσιων χώρων όπου καταναλώνεται ο ελεύθερος χρόνος προϋποθέτει εξάλλου την ύπαρξη μιας εύπορης και σχετικά μεγάλης τοπικής ελίτ, η οποία έχει τη δυνατότητα να χρηματοδοτήσει την ίδρυση παρόμοιων χώρων, για να εξασφαλίσει μια άτυπη επαφή, της οποίας τα όρια ελέγχει με το οικονομικό φράγμα (τιμή εισιτηρίου). Όπως η εργασία, έτσι και η σχόλη χρησίμευε στην ενίσχυση των κοινωνικών διακρίσεων. Έχει εξάλλου επισημανθεί ότι η δημιουργία ενός ελεύθερου χρόνου για τις κατώτερες τάξεις σήμαινε αυτομάτως και μια διαμάχη για τον έλεγχο του, πλάι στον ήδη κεκτημένο έλεγχο του παραγωγικού χρόνου. Όπως εύστοχα σημειώνει ο Peter Bailey, "ο ελεύθερος χρόνος ήταν ένα από τα μείζονα σύνορα της κοινωνικής αλλαγής στον 19ο αιώνα και, όπως τα περισσότερα σύνορα, ήταν έδαφος που πολλοί διεκδικούσαν"76.

Χαρακτηριστική προς αυτή την κατεύθυνση είναι η περίπτωση του εργατικού αθλητισμού στη διπλή του εκδοχή, οργανωμένου είτε από τους εργοδότες (ομάδες συγκροτούνται στα μεγάλα εργοστάσια, της Peugeot, Renault κλπ. αρχικά, και έπειτα από μεσαίες και μικρές ακόμη επιχειρήσεις) είτε από τα εργατικά κόμματα77. Στη δεύτερη περίπτωση συνδυάζεται με το δικαίωμα στον ελεύθερο χρόνο. Στη Γαλλία, η Αθλητική Ένωση του Σοσιαλιστικού Κόμματος ιδρύεται το 1907 (μετά την ενοποίηση των σοσιαλιστών το 1905).

Στις αρχές του 20ού αιώνα, τα "3 οκτώ" (8 ώρες εργασίας, 8 ώρες ελεύθερος χρόνος, 8 ώρες ύπνος) αποτελούν βασικό σύνθημα των εργατικών διεκδικήσεων, οι οποίες, πλάι στις αμοιβές και τις συνθήκες εργασίας, τοποθετούν με αύξουσα βαρύτητα το δικαίωμα στον ελεύθερο χρόνο78. Αργότερα θα προστεθεί και το δικαίωμα στις διακοπές, και τα δύο ως τότε προνόμιο των μεσαίων και ανώτερων τάξεων. Η "αναζήτηση της σχόλης", που παρατηρείται στις εργατικές κινητοποιήσεις των αρχών του 20ού αιώνα, δεν αντανακλά τόσο τη διεκδίκηση της ανάπαυσης (με την παραδοσιακή έννοια των συχνών αλλά ακανόνιστων εθελοντικών απουσιών από την εργασία) αλλά μάλλον την επιθυμία για μια νέα κατανομή του εργάσιμου και μη εργάσιμου χρόνου: μια ενιαία και συμπιεσμένη εργάσιμη μέρα με μεγαλύτερες, πιο προβλέψιμες και πιο συνεχείς περιόδους προσωπικού

————————————

76. P. Bailey, ό.π., σ. 5.

77. Για τις γερμανικές εργατικές αθλητικές ενώσεις (Arbeiter-Turnvereine), βλ. V. L. Lidtke, ό.π., σ. 22-23, 33-34.

78. Πβ. και Α. Λιάκος, Εργασία και πολιτική στην Ελλάδα του Μεσοπολέμου, Το Διεθνές Γραφείο Εργασίας και η ανάδυση των κοινωνικών θεσμών, Αθήνα, Ίδρυμα Έρευνας και Παιδείας της Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος, 1993, σ. 253-259.

Σελ. 40
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/49/gif/41.gif&w=600&h=91532. Κουλούρη, Αθλητισμός

χρόνου79. Ο ελεύθερος χρόνος αποκτά συνεπώς την αμφίσημη διάσταση της χειραγώγησης αφενός και της χειραφέτησης αφετέρου. Εντούτοις, θα πρέπει να χρησιμοποιηθεί με επιφύλαξη η έννοια του κοινωνικού ελέγχου που χρησιμοποιήθηκε εν εκτάσει από την αγγλική βιβλιογραφία για να ερμηνεύσει την υιοθέτηση του νέου συστήματος αξιών και των νέων μορφών ψυχαγωγίας από τις εργατικές τάξεις. Η μονόπλευρη αυτή ανάλυση που σχηματοποιεί τις ταξικές συγκρούσεις ως εκμετάλλευση των "αδυνάτων" από τους "ισχυρούς" και επομένως υπερεκτιμά τη δυνατότητα επιβολής τρόπων σκέψης και συμπεριφοράς από την αστική στην εργατική τάξη -με τη μορφή κοινωνικού ελέγχου- δεν είναι πειστική80. Η διερεύνηση λοιπόν των μορφών αναψυχής των κατώτερων τάξεων αφενός και των ελίτ αφετέρου είναι προτιμότερο να μη γίνεται αυτόνομα και στο εσωτερικό κάθε διακριτής κουλτούρας ούτε να εξαντλείται στο σχήμα της μονόδρομης εξάρτησης της κουλτούρας των "κατώτερων" τάξεων -επομένως "παθητικής"- από την αντίστοιχη των "ανώτερων", αλλά να υπολογίζει τη δομή της κοινωνίας ως συνόλου, τις γενικότερες τάσεις της κοινωνικής αλλαγής και τις αδράνειες των νοοτροπιών ως προς την υποδοχή του καινούριου81.

ΣΠΟΡ ΚΑΙ ΑΣΤΙΚΗ ΤΑΞΗ

Δεν υπάρχει εντούτοις αμφιβολία ότι κατά τον 19ο αιώνα η εργασία και η σχόλη όχι μόνο διακρίνονται από μια παραπληρωματική σχέση, όπως ήδη περιγράφηκε, αλλά νοηματοδοτούνται αντιθετικά για να τονίσουν τις κοινωνικές διακρίσεις. Ο

————————————

79. G. S. Cross, "The Quest for Leisure: Reassessing the Eight-Hour Day in France", Journal of Social History 18 (1984), σ. 202. Στα μέσα του 19ου αιώνα, η διεκδίκηση των λιγότερων ωρών εργασίας δεν συνδεόταν ακόμη με το δικαίωμα στη σχόλη, μπορεί όμως να θεωρηθεί, σύμφωνα με τον Sebastian de Grazia, ως η αφετηρία για την εξέταση της μετάβασης στη σύγχρονη σχόλη. S. de Grazia, "Of Time, Work and Leisure", στο M. R. Marrus, ό.π., σ. 71. Το βιβλίο του S. de Grazia, Of Time, Work and Leisure εκδόθηκε το 1964 (Νέα Υόρκη, Doubleday Anchor Books).

80. Βλ. την κριτική του G. Stedman Jones, «Class expression versus social control? A critique of recent trends in the social history of "leisure"», History Workshop Journal 4 (automn 1977), σ. 162-170. Πβ. επίσης J. Κ. Wallon - J. Walvin (εκδ.), Leisure in Britain 1780-1939, Manchester University Press, 1983, σ. 3, και J. A. Mayer, "Notes towards a Working Definition of Social Control in Historical Analysis", στο S. Cohen - A. Seuil (εκδ.), Social Control and the State. Historical and Comparative Essays, Οξφόρδη, Blackwell, 1983, ο οποίος εστιάζει την κριτική του κυρίως στις μελέτες που ερμηνεύουν τις κοινωνικές μεταρρυθμίσεις της αστικής τάξης ως προσπάθειες κοινωνικού ελέγχου.

81. Την αδυναμία ενός απλουστευτικού ερμηνευτικού σχήματος ως προς τις σχέσεις ανάμεσα στην κουλτούρα των κυρίαρχων τάξεων και την κουλτούρα των "υπάλληλων τάξεων" έδειξε άλλωστε και ο Carlo Ginzburg: Το τυρί και τα σκουλήκια. Ο κόσμος ένας μυλωνά του 16ου αιώνα, μετάφρ. Κ. Κουρεμένος, Αθήνα, Αλεξάνδρεια, 1994.

Σελ. 41
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/49/gif/42.gif&w=600&h=91532. Κουλούρη, Αθλητισμός

Thorstein Veblen σ' αυτήν ακριβώς τη διχοτομική διάκριση ανάμεσα στην εργαζόμενη και την "αργόσχολη" τάξη αναφέρεται στο γνωστό έργο του Η θεωρία της Αργόσχολης Τάξης που εκδόθηκε το 1899. Χρησιμοποιώντας μια ανθρωπολογικού τύπου ανάλυση, περιγράφει τα χαρακτηριστικά αυτής της "αργόσχολης" τάξης, με ευθεία αναφορά στη σύγχρονή του αμερικανική αστική τάξη. Αντίστοιχα, ο Stendhal είχε γράψει για την υπεροχή που κατείχε στη γαλλική κοινωνία του Παλαιού Καθεστώτος "η τάξη των αργόσχολων ανθρώπων (gens des loisirs) [...] η οποία μόνη είχε αναλάβει τη διακυβέρνηση υπό τη διεύθυνση ενός βασιλιά"82. Σύμφωνα με τον Veblen, η επιδεικτική κατανάλωση υλικών αγαθών και η "επιδεικτική σχόλη", δηλαδή η μη παραγωγική κατανάλωση του χρόνου, αποτελούν διακριτικά στοιχεία συμπεριφοράς των ανώτερων τάξεων των οποίων βασικές ασχολίες είναι η άσκηση πολιτικής εξουσίας, ο πόλεμος, τα θρησκευτικά καθήκοντα και τα σπορ. Η προβολή αντιπαραγωγικών συμπεριφορών εκ μέρους αυτών των τάξεων με στόχο, τη συμβολική κατοχύρωση της κοινωνικής τους ανωτερότητας μπορεί να επισημανθεί, για παράδειγμα, στη χρήση του μπαστουνιού. Ενώ η πρώτη του χρήση είναι για περιπτώσεις αναπηρίας, η "αργόσχολη" κατά τον ορισμό του Veblen τάξη το χρησιμοποιεί "διακοσμητικά" για να δηλώσει ότι τα χέρια αυτού που κρατά το μπαστούνι δεν χρησιμοποιούνται για κάποιον παραγωγικό σκοπό. Το μπαστούνι αποτελεί, υπ' αυτήν την έννοια, ένα σύμβολο της σχόλης83.

Η θεωρία του Veblen μπορεί να λειτουργήσει ως αφετηρία για να επισημάνουμε τα συλλογικά αναγνωριστικά σημάδια της ανερχόμενης αστικής τάξης, τα οποία συνθέτουν ένα νέο ιδιαίτερο στυλ ζωής και ένα, επίσης νέο, πρότυπο κατανάλωσης του ελεύθερου χρόνου. Σ' αυτά τα στοιχεία κοινωνικής συνοχής και διάκρισης ταυτόχρονα για την αστική τάξη ο Eric Hobsbawm κατατάσσει, εκτός από άλλες ιδιαίτερες συμπεριφορές και πρακτικές, την εκπαίδευση και τα σπορ. Η σύνδεση των δύο τελευταίων στα αγγλικά public schools είναι η προφανής επιβεβαίωση αυτής της θεωρητικής θέσης.

Η Βρετανία πρόσφερε το πρότυπο και το λεξιλόγιο για την ανάπτυξη των σπορ αλλά η διάδοσή τους ήταν ταχύτατη και στις άλλες χώρες της ευρωπαϊκής ηπείρου και στην Αμερική. Στο τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα μάλιστα τα σπορ θεσμοποιούνται τόσο σε εθνικό όσο και σε διεθνές επίπεδο με την αναβίωση των Ολυμπιακών Αγώνων. "Στην πραγματικότητα", σημειώνει ο Ε. Hobsbawm, "η εξαιρετική ταχύτητα με την οποία κάθε μορφή οργανωμένου σπορ κατέκτησε την αστική κοινωνία μεταξύ 1870 και αρχών της δεκαετίας του 1900 υποδηλώνει

————————————

82. Mémoires d'un touriste, τ. Β', Παρίσι 1981, σ. 175. Η παραπομπή στο Adeline Daumard (επιμ.), Oisiveté et loisirs dans les sociétés occidentales au XIXème siècle, Abbeville, Centre de recherche d'histoire sociale de l'Université de Picardie, 1983, σ. 10.

83. Th. Veblen, The Theory of the Leisure Class, Fairfield N. J., Augustus M. Kelley, 1991, σ. 265 (ελλ. μετάφρ. Γιώργου Νταλιάνη, επιμ. Φ. Ρ. Σοφιανού, Αθήνα, Κάλβος, 1982).

Σελ. 42
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/49/gif/43.gif&w=600&h=91532. Κουλούρη, Αθλητισμός

ότι, ικανοποιούσε μια κοινωνική ανάγκη που ξεπερνούσε κατά πολύ την άσκηση στο ύπαιθρο"84.

Τα σπορ ανταποκρίνονται πράγματι τόσο στη νέα μορφή κοινωνικότητας που αναδύεται μέσα στον προηγούμενο αιώνα όσο και στην κοινωνικά διαφοροποιημένη χρήση του ελεύθερου χρόνου. Ως προς το πρώτο θα αρκούσε να σημειώσει κανείς α') την ανάδειξη των σπορ σε δημόσιο θέαμα που απευθυνόταν σε ένα συνεχώς διευρυνόμενο τμήμα των μεσαίων τάξεων -και στη συνέχεια των εργατικών, β') το γεγονός ότι έφερναν σε επαφή ανθρώπους ισοδύναμου κοινωνικού status, τους οποίους δεν συνέδεαν άλλοι κοινωνικοί ή οικονομικοί δεσμοί και γ') τη συμμετοχή των σπορ σ' αυτό το νέο πρότυπο βίου και συμπεριφοράς των μεσαίων τάξεων85. Ως προς το δεύτερο, πέρα από το οικονομικό φράγμα που προσδιορίζει την κοινωνική απήχηση για σπορ όπως το τέννις ή η ιππασία π.χ., η βασικότερη παράμετρος κοινωνικής διαφοροποίησης είναι ο ερασιτεχνισμός. Είναι προφανές ότι κανένας ερασιτέχνης δεν θα μπορούσε να διαπρέψει σε ένα σπορ παρά μόνο αν διέθετε πολύ περισσότερο ελεύθερο χρόνο για εξάσκηση απ' ό,τι μπορούσαν τα μέλη των εργαζόμενων τάξεων, εκτός βεβαίως αν πληρώνονταν. Ο ερασιτεχνισμός είχε το πλεονέκτημα ότι ένωνε τις μεσαίες τάξεις με την αριστοκρατία και επιπλέον ότι απέκτησε θεσμικό κύρος μέσω των Ολυμπιακών Αγώνων.

Η εμφάνιση των σπορ και ειδικότερα του αθλητικού σωματείου αποτελεί λοιπόν φαινόμενο νεοτερικό που δεν θα πρέπει να ενταχθεί σε μια γενεαλογία της σωματικής άσκησης. Αντανακλά τις νέες μορφές κοινωνικότητας που δομούν τη συλλογική ζωή και οι οποίες συνδέονται με τις κοινωνικές και δημογραφικές αλλαγές που προκάλεσαν η αστικοποίηση και η εκβιομηχάνιση. Εξαρτάται επίσης από μια σειρά αλλαγών στο επίπεδο των στάσεων και των νοοτροπιών ως προς την αντίληψη για το σώμα, ενώ "μετέχει στην ευρύτερη ιδεολογική αλλαγή της υποβάθμισης της ανισότητας της θέσης (état) σε όφελος της ανισότητας της αξίας (mérite)86.

Ο Ν. Elias θέτει το ερώτημα: «Τι είδους κοινωνία είναι αυτή όπου όλο και περισσότεροι άνθρωποι χρησιμοποιούν μέρος του ελεύθερου χρόνου τους για να μετάσχουν ή για να παρακολουθήσουν αυτές τις μη βίαιες διαμάχες (αναμετρήσεις) σωματικής δεξιότητας και δύναμης που ονομάζουμε "σπορ";»87. Η απάντηση που ο ίδιος δίνει βρίσκεται στη θεωρία της "διαδικασίας πολιτισμού" (civilizing process), μια θεωρία η οποία εντούτοις βρίσκει την εφαρμογή της σε μια κοινωνία πολύ διαφορετική από την ελληνική του 19ου αιώνα. Για την Ελλάδα του περασμένου αιώνα, η εμφάνιση του αθλητικού σωματείου και η εξάπλωση της σωματικής άσκησης και των σπορ αποτελούν χωρίς αμφιβολία φαινόμενα

————————————

84. Ε. J. Hobsbawm, The Age of Empire 1875-1914, ό.π., σ. 183.

85. Ε. J. Hobsbawm, "Mass-Producing Traditions: Europe, 1870-1914", ό.π., σ. 298-300.

86. "Sport, religion et violence...", Esprit, ό.π., σ. 67.

87. Ν. Elias, ό.π., σ. 19.

Σελ. 43
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/49/gif/44.gif&w=600&h=91532. Κουλούρη, Αθλητισμός

νεοτερικά που συνδέονται όμως με τους ιδιαίτερους μετασχηματισμούς της ελληνικής κοινωνίας. Τα αίτια και οι διαδικασίες μένει να διερευνηθούν. Άλλωστε, όπως εύστοχα σημειώνει ο Clifford Geertz, "οι κοινωνίες, όπως και οι ανθρώπινες ζωές, περιέχουν οι ίδιες την ερμηνεία τους. Απομένει να μάθουμε πώς να τις προσεγγίζουμε"88.

————————————

88. Clifford Geertz, "Deep Play: Notes on the Balinese Cockfight", The Interpretation of Cultures, Λονδίνο 1993 (α΄ έκδ. 1973), σ. 453.

Σελ. 44
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/49/gif/45.gif&w=600&h=915 32. Κουλούρη, Αθλητισμός

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ

«Απεδέχθημεν την θρησκείαν της γυμναστικής»

Η εξάπλωση της σωματικής άσκησης

Σελ. 45
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/49/gif/46.gif&w=600&h=915 32. Κουλούρη, Αθλητισμός

ΛΕΥΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

Σελ. 46
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/49/gif/47.gif&w=600&h=91532. Κουλούρη, Αθλητισμός

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄

Η άσκηση του σώματος.

Εκπαιδευτική πράξη και διάπλαση της νεότητας

ΓΥΜΝΑΣΤΙΚΗ ΚΑΙ ΣΠΟΡ: ΔΙΑΚΡΙΣΕΙΣ ΚΑΙ ΕΠΙΚΑΛΥΨΈΙΣ

Η διάκριση της σωματικής άσκησης σε γυμναστική και σπορ, παρά τα συχνά συγκεχυμένα τους όρια στον 19ο αιώνα, αποτελεί κάτι παραπάνω από μεθοδολογικό εργαλείο. Η ανάπτυξη των δύο αυτών δραστηριοτήτων υπήρξε αναμφίβολα παράλληλη -και επάλληλη- αλλά η ιδεολογική και κοινωνική τους εμβέλεια διαφορετική. Η διαφορά που συνήθως επισημαίνεται είναι ότι η γυμναστική παρέπεμπε στις αξίες της πειθαρχίας και της συλλογικότητας και απέκτησε γρήγορα απήχηση στα κατώτερα στρώματα ενώ τα σπορ εμπνέονταν από τη φιλελεύθερη ιδεολογία και τον ατομικισμό και περιορίζονταν στις εύπορες κατηγορίες του πληθυσμού, επιβεβαιώνοντας τη συμφωνία μεταξύ κοινωνικών και αθλητικών πρακτικών. Η γυμναστική εξάλλου κατεξοχήν χρησιμοποιήθηκε ως μέσο αγωγής -εκτός από τη Βρετανία όπου τα σπορ ανέλαβαν αυτό το ρόλο στο πλαίσιο του εκπαιδευτικού ιδεώδους που καλλιεργήθηκε στα public schools.

Η ανάπτυξη του αθλητισμού στην Ελλάδα, η δημιουργία γυμναστικών και αθλητικών σωματείων και η εισαγωγή της γυμναστικής στην εκπαίδευση αποτελούν λοιπόν φαινόμενα αλληλένδετα των οποίων την πορεία μπορούμε να παρακολουθήσουμε μέσα στον 19ο αιώνα και μετά τη δημιουργία του ελληνικού κράτους. Λόγω της ιδιάζουσας βαρύτητας που είχε στην ελληνική πνευματική ζωή η κλασική Ελλάδα, η ανάπτυξη του αθλητισμού συνδέθηκε πολύ πιο έντονα απ' ό,τι σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες με την κλασική αθλητική παράδοση. Έτσι, τα αθλήματα που καλλιεργούνται και ο χαρακτήρας των πρώτων αθλητικών σωματείων εμπνέονται σε μεγάλο βαθμό από την αρχαιοελληνική παράδοση. Αντίστοιχα, τα πρόσωπα που θα πλαισιώσουν και θα υποστηρίξουν την ανάπτυξη του αθλητισμού συνδέονται κατά τις πρώτες δεκαετίες με την εκπαίδευση. Η σωματική άσκηση εξάλλου θα στηρίξει τη νομιμοποίησή της στην παιδαγωγική της αναγκαιότητα και γι' αυτό θα παρουσιασθεί κατεξοχήν με τη μορφή της γυμναστικής και όχι των σπορ.

Με κέντρο τους εκπαιδευτικούς θεσμούς θα λειτουργήσουν λοιπόν κατά τα πρώτα χρόνια, και ως τη στιγμή της εμφάνισης της οργανωμένης άσκησης, οι πρώτοι

Σελ. 47
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/49/gif/48.gif&w=600&h=91532. Κουλούρη, Αθλητισμός

υποτυπώδεις αθλητικοί θεσμοί: τα γυμναστήρια και οι αγώνες. Ταυτόχρονα σημειώνονται αλλεπάλληλες απόπειρες εισαγωγής της σωματικής άσκησης στα σχολεία. Μέχρι τη δεκαετία του 1870, συνεπώς, οι σωματικές ασκήσεις, που δύσκολα θα μπορούσε να υποστηριχτεί ότι αποτελούν ένα αυτόνομο πεδίο δραστηριότητας, αναζητούν και σταδιακά αποκτούν την ηθική τους νομιμοποίηση. Από το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα και κυρίως μετά το 1880, η σχολική γυμναστική αναπτύσσεται παράλληλα και σε επικοινωνία με την οργανωμένη άσκηση (γυμναστική και σπορ) που καλλιεργείται από τους αθλητικούς συλλόγους.

ΑΝΤΙΒΑΣΙΛΕΙΑ ΚΑΙ ΓΕΡΜΑΝΙΚΟ ΓΥΜΝΑΣΤΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ

Κατά τις πρώτες δεκαετίες μετά την ίδρυση του ελληνικού κράτους, η ανατροφή των παιδιών είναι μάλλον μονομερής και εντοπίζεται σχεδόν αποκλειστικά στην πνευματική καλλιέργεια του νέου άνθρωπου, παραγνωρίζοντας όχι μόνο την άσκηση αλλά και την υγιεινή του σώματος. Έτσι, παρόλο που σύμφωνα με το Β.Δ. της 6/18 Φεβρουαρίου 1834 προβλέπονται "δις της εβδομάδος σωματικαί γυμνασίαι", φαίνεται ότι, λόγω της ανεπάρκειας των δασκάλων για τη διδασκαλία της γυμναστικής αλλά και της έλλειψης κατάλληλων χώρων, το μάθημα αυτό δε διδάχθηκε ποτέ. Μετά την κατάργηση του Διδασκαλείου το 1864, άλλωστε, επισημοποιείται η απουσία κάθε φροντίδας για ειδική εκπαίδευση των δασκάλων1. Με την ανασύσταση του Διδασκαλείου το 1878, το μάθημα αρχίζει πλέον να διδάσκεται στα δημοτικά σχολεία από τους δασκάλους που αποκτούν μια πληρέστερη κατάρτιση2.

Για τη Μέση Εκπαίδευση, το Β.Δ. της 31 Δεκεμβρίου 1836, που ρύθμιζε την οργάνωση και το πρόγραμμα διδασκαλίας των Ελληνικών σχολείων και γυμνασίων, όριζε: "Εις το διάστημα των ωρών της αναπαύσεως και των ημερών της διακοπής οι μαθηταί επιδίδονται υπό την επίβλεψιν των διδασκάλων εις γυμναστικάς και άλλας ασκήσεις"3. Φαίνεται, πράγματι, πως τα πρώτα εκείνα

————————————

1. Για μια σύντομη επισκόπηση της ιστορίας της γυμναστικής στα σχολεία ως το τέλος του 19ου αιώνα, βλ. την εισηγητική έκθεση του υπουργού των εκκλησιαστικών και της δημοσίας εκπαιδεύσεως Αθ. Ευταξία: ΦΕΚ Α' 255, 20 Νοεμβρίου 1899. Μέρος της έκθεσης αυτής δημοσιεύθηκε επίσης στο περιοδικό Εθνική Αγωγή, τ. Α' (1899), σ. 363-364, με τον τίτλο "Αι γυμναστικαί πρόοδοι εν Ελλάδι". Επίσης, όλη η σχετική με τη γυμναστική νομοθεσία καταγράφεται στο έργο του Ευ. Γ. Καλφαρέντζου, Περίληψις γυμναστικής νομοθεσίας 1834-1933, Θεσσαλονίκη 1937.

2. Σύμφωνα με το πρόγραμμα του Διδασκαλείου το 1878 το μάθημα της γυμναστικής περιλαμβάνει ελεύθερες ασκήσεις, τακτικές ασκήσεις, γυμναστικές παιδιές, ενόργανη γυμναστική και κολύμβηση. Βλ. Δ. Αντωνίου, Τα προγράμματα της Μέσης Εκπαίδευσης (1833-1929), τ. Β', Αθήνα, Ι.Α.Ε.Ν., 1988, σ. 78.

3. Β.Δ. "Περί του κανονισμού των Ελληνικών Σχολείων και Γυμνασίων", ΦΕΚ 87, 31.

Σελ. 48
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/49/gif/49.gif&w=600&h=91532. Κουλούρη, Αθλητισμός

χρόνια ύπαρξης του ελληνικού κράτους εκδηλώθηκε μια στοιχειώδης μέριμνα για τη διάδοση της γυμναστικής.

Η διδασκαλία της γυμναστικής σύμφωνα με το γερμανικό σύστημα καταγράφεται καταρχάς στο Ορφανοτροφείο της Αίγινας:

"Εις το ορφανοτροφείον υπήρχε και διδάσκαλος της γυμναστικής κατά τον Γερμανικόν τρόπον· όλα σχεδόν τα ορφανά εγυμνάζοντο, και ο διδάσκαλος, και άλλως άνθρωπος χρηστός και τίμιος, εγνώριζε καλώς το έργον του· αλλ' απεβλήθη εις τέλος· διότι δεν ηθέλησε να ορκισθή ότι ο Καποδίστριας διά την οποίαν αυτός ο ίδιος πονηρώς και κακοβούλως έπλασεν εταιρείαν του Ηρακλέους εζήτει όρκον παρά πάντων των υπαλλήλων οποιωνδήποτε, και εστερήθησαν ούτω τα ορφανά και της εις την υγείαν αναγκαίας γυμναστικής"4.

Το 1834 ιδρύθηκε το πρώτο ελληνικό γυμναστήριο στο Ναύπλιο υπό τη διεύθυνση του γερμανού γυμναστή Κορκ, που περιλάμβανε όλα τα τότε γυμναστικά όργανα, ενώ στη συνέχεια λειτούργησαν γυμναστήρια στην Αίγινα, τη Σύρο και την Αθήνα5. Στάλθηκε επίσης στο Μόναχο ο Γεώργιος Παγών για να ειδικευθεί στη γυμναστική και όταν επέστρεψε, ανέλαβε αφενός τη διδασκαλία της γυμναστικής στο Διδασκαλείο της Αίγινας και αφετέρου δημοσίευσε το πρώτο ελληνικό γυμναστικό σύγγραμμα, την Περίληψιν της Γυμναστικής, που εκδόθηκε το 1837 6.

Ο Παγών, ο οποίος περιγράφεται "με μακράν λευκήν κόμην και βαθύν ατημέλητον πώγωνα", δεν ασχολήθηκε μόνο με τη γυμναστική υπό τη στενή έννοια, αλλά και με την κολύμβηση και την πεζοπορία, οδηγώντας συχνά τους μαθητές του σε μακρινές εκδρομές7. Η Περίληψις της γυμναστικής βασίζεται στα γερμανικά εγχειρίδια των Guts Muths και Jahn και εισηγείται την αναγκαιότητα της ισόρροπης ανάπτυξης πνεύματος και σώματος τόσο για τα αγόρια όσο και για τα κορίτσια, σύμφωνα με το ακόλουθο αξίωμα: "Εκπαίδευε τον άνθρωπον προς εφικτήν ωραιότητα και εντελεστάτην χρησιμότητα του σώματος, ως υπηρέτου του πνεύματος"8. Κατά τον Παγώντα, "η γυμναστική υπάρχει εργασία έχουσα

————————————

Δεκ. 1836, άρθρο 14. (= Δ. Αντωνίου, ό.π., τ. Α', 1987, σ. 87-88).

4. εφ. Αθηνά 133, 26 Ιουλίου 1833, σ. 535.

5. Βλ. εδώ, σ. 93-95.

6. Βλ. [Ι. Ε. Χρυσάφης], Η σωματική αγωγή και η στρατιωτική προπαίδευσις της νεότητος και η ενδεικνυομένη οργάνωσις αυτών, Αθήνα 1925 (Δελτίον Υπουργείου Εκκλησιαστικών και Δημοσίας Εκπαιδεύσεως, Παράρτημα 15), σ. 6-8.

7. Πβ. Ιω. Κονδυλάκης, "Αναβίωσις της Γυμναστικής", Ενώ Διέβαινα. Χρονογραφήματα, Αθήνα 1916, σ. 20-23. Το κείμενο έχει γραφεί τον Ιανουάριο του 1897. Ευχαριστώ κι απ' αυτή τη θέση τον Αλέξη Πολίτη που το έθεσε υπόψη μου.

8. Γ. Θ. Παγών, Περίληψις της γυμναστικής... προς χρήσιν των δημοδιδασκάλων..., Αθήνα 1837, σ. 4.

Σελ. 49
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/49/gif/50.gif&w=600&h=91532. Κουλούρη, Αθλητισμός

πρόσχημα την τέρψιν και χαράν της νεολαίας"9 και αποτελεί απαραίτητο συστατικό στοιχείο της αγωγής των νέων.

Έχοντας εκπαιδευτεί στο Μόναχο, ο Παγών ήταν φυσικό να έχει επηρεαστεί από το γερμανικό σύστημα που ακμάζει από τις αρχές του 19ου αιώνα και είναι γνωστό ως Turnbewegung. Ήδη από τον 18ο αιώνα, με το κίνημα των Φιλανθρωπιστών, του οποίου ηγούνταν ο Johann Bernardt Basedow, επιχειρήθηκε μια μεταρρύθμιση του σχολικού προγράμματος με την εισαγωγή της σωματικής άσκησης. Τα μαθήματα εναλλάσσονταν με γυμναστική, παιχνίδια και εκδρομές. Στα τέλη του 18ου αιώνα, ο Johann Cristoph Guts Muths θα συγκροτήσει, με βάση αυτή την παράδοση, το πληρέστερο ως τότε σύστημα φυσικής αγωγής για το σχολείο10. Ο Friedrich Ludwig Jahn είναι ωστόσο εκείνος πού, στις αρχές του 19ου αιώνα, θα μετατρέψει το σύστημα αγωγής του Guts Muths σε κίνημα "εθνικής αναγέννησης" σύμφωνα με το πνεύμα του Fichte. Στη Γερμανία συνεπώς η Turnbewegung δεν περιορίστηκε στο χώρο της εκπαίδευσης. Έγινε στοιχείο της γερμανικής κουλτούρας και αναδείχτηκε σε μείζονα πολιτικό παράγοντα καθ' όλο τον 19ο αιώνα. Οι πολιτικοί στόχοι του κινήματος βεβαίως δεν ήταν ούτε ενιαίοι ούτε ομοιογενείς και σύντομα δημιουργήθηκαν διαφορετικά ρεύματα στους κόλπους του, που ορίζονταν από μια συντηρητική και από μια φιλελεύθερη τάση11. Η εξαγωγή των Turnen12 προς άλλες ευρωπαϊκές χώρες, όπως π.χ. στην Ελλάδα, δεν σήμαινε προφανώς και διατήρηση της πολιτικής τους λειτουργίας. Στην Ελλάδα αντιμετωπίστηκαν λοιπόν ως σύστημα αγωγής, και ακόμη κι αν η γυμναστική συνδέθηκε αργότερα με στρατιωτικούς στόχους, αυτό συνέβη κατεξοχήν μέσα στο πλαίσιο της σχολικής εκπαίδευσης.

Ωστόσο, κάθε πρώιμη κίνηση για ανάπτυξη της γυμναστικής, που εκδηλώθηκε στα χρόνια της Αντιβασιλείας, υπό την επίδραση ακριβώς της ζωηρής γυμναστικής κίνησης στη Γερμανία, καταδικάστηκε σε πλήρη αδράνεια εξαιτίας του "ακράτου της εποχής εκείνης Λογιωτατισμού" και της μονομερούς καλλιεργείας των γραμμάτων13. Άλλωστε οι πρωτοβουλίες του Παγώντα αντιμετώπιζαν την καχυποψία ή, στην καλύτερη περίπτωση, την έκπληξη των Αθηναίων. "Ο κόσμος εθεώρει ματαίας τας ασκήσεις του και τας περιεφρόνει, σχεδόν όπως 

————————————

9. Στο ίδιο, σ. 1.

10. Βλ. P. C. McIntosh - J. G. Dixon - A. D. Munrow - R. F. Willetts, Landmarks in the History of Physical Education, Λονδίνο, Routledge and Kegan Paul, 3 1981, σ. 117-118.

11. H. Ueberhorst, Geschichte der Leibesübungen, τ. Ε', Βερολίνο-Μόναχο-Φραγκφούρτη 1980, σ. 257.

12. Με τον όρο αυτό δηλωνόταν το σύνολο των σωματικών ασκήσεων, κυρίως οι ασκήσεις με όργανα αλλά και η πεζοπορία, η ξιφασκία και η κολύμβηση.

13. Βλ. Ι. Χρυσάφης, Οι σύγχρονοι διεθνείς Ολυμπιακοί αγώνες, Αθήνα 1930, σ. 20-21 και Π. Μανιτάκης, 100 χρόνια νεοελληνικού αθλητισμού 1830-1930, Αθήνα 1962, σ. 12.

Σελ. 50
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/49/gif/51.gif&w=600&h=91532. Κουλούρη, Αθλητισμός

περιεφρόνει των σαλτιμπάγκων τα κυβιστήματα"14. Η ταύτιση της γυμναστικής με την ακροβασία προκαλούσε την περιφρόνηση, εφόσον η επίδειξη που περιεχόταν στις ασκήσεις-θέαμα των σύγχρονων πλανόδιων αθλητών χαρακτηριζόταν ως χυδαία αλλά και γιατί η σωματική δύναμη θεωρούνταν φυσική ιδιότητα των εργαζόμενων τάξεων. Γι' αυτό άλλωστε και οι απόπειρες επιβολής της γυμναστικής επιχείρησαν να εγκαθιδρύσουν μια κοινωνική απόσταση από τις λαϊκές σωματικές ασκήσεις15.

Μόνο το 1848 εντοπίζεται πρόσκληση του Όθωνα προς τον τότε υπουργό των εκκλησιαστικών και της δημοσίας εκπαιδεύσεως να συντάξει σχέδιο διατάγματος "περί εισαγωγής καταλλήλου γυμναστικής εις άπαντα τα σχολεία του κράτους". Η πρόσκληση περιέχει και στοιχειώδεις οδηγίες ως προς το χαρακτήρα, αυτής της εκπαίδευσης: "εκείνα τα γυμνάσματα μόνον, τα οποία συντείνουσι μεν εις την διατήρησιν καλής υγείας και ισόμερον ανάπτυξιν απάντων των μελών του σώματος, δεν φέρουσιν όμως χαρακτήρα παλαιστρικών και εντέχνων γυμνασμάτων, μάλλον επιτηδείων εις την εξαγρίωσιν του ήθους, ή την καλήν των παίδων αγωγήν"16. Στις επόμενες δεκαετίες, μπορούν να καταγραφούν οι αθλητικοί αγώνες που έγιναν στο περιθώριο της πρώτης Ζάππειας Ολυμπιάδας το 1859 και η "ειδική σχολή υπαξιωματικών προγυμναστών" που ιδρύθηκε στην Αθήνα το 1860 17. Την ίδια μάλιστα χρονιά, το 1860, δημοσιεύθηκαν και Οδηγίαι διά την διδασκαλίαν της γυμναστικής.

Ο ΙΑΤΡΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ ΥΠΕΡ ΤΗΣ ΣΩΜΑΤΙΚΗΣ ΑΣΚΗΣΗΣ

Κατά τη διάρκεια αυτής της πρώτης περιόδου αναπτύσσεται ένας λόγος ευνοϊκός για την εισαγωγή της γυμναστικής στο σχολικό πρόγραμμα, με επιχειρήματα

————————————

14. Ιω. Κονδυλάκης, ό.π., σ. 21. Χαρακτηριστικό είναι ότι το βιβλίο του Παγώντα δεν αξιοποιήθηκε στην εκπαίδευση όπως φανερώνει το γεγονός ότι το 1848 υπήρχαν ακόμη 775 αντίτυπα στην αποθήκη της Β. Τυπογραφίας από τα 1.500 των οποίων την εκτύπωση είχε χρηματοδοτήσει η κυβέρνηση. Βλ. Τρ. Ε. Σκλαβενίτης, Η Σχολική Βιβλιοθήκη το 19ο αιώνα. Η Βιβλιοθήκη του Γυμνασίου και του Ελληνικού Σχολείου Ναυπλίου (1833-1935), Αθήνα 1995, σ. 170. Άλλωστε η επανέκδοση που πραγματοποιείται το 1855 αποτελεί μικρή μόλις επιτομή 16 σελ. της πρώτης έκδοσης. Γ. Θ. Παγών, Επιτομή εκ της Περιλήψεως της Γυμναστικής, Αθήνα 1855.

15. R. Hubscher - J. Durry - Β. Jeu (εκδ.), L'histoire en mouvements. Le sport dans la société française (XIXe-XXe siècle), Παρίσι, A. Colin, 1992, σ. 40.

16. Γενικά Αρχεία του Κράτους, Οθωνικό Αρχείο, φ. 66.

17. Της σχολής αυτής απόφοιτος ήταν και ο Νικόλαος Πύργος, ο οποίος σπούδασε στη συνέχεια οπλομαχία στη Γαλλία και μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα υπήρξε, μαζί με τον Ι. Φωκιανό, διδάσκαλος της γυμναστικής στην πρώτη κρατική σχολή γυμναστών. Βλ. [Ι. Ε. Χρυσάφης], ό.π., σ. 10.

Σελ. 51
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/49/gif/52.gif&w=600&h=91532. Κουλούρη, Αθλητισμός

που διαγράφουν τις αντιλήψεις σχετικά με την ωφέλεια και τη σκοπιμότητα της σωματικής άσκησης. Διατυπώνονται τότε απόψεις, που θα επαναληφθούν με μεγαλύτερη πυκνότητα στις επόμενες δεκαετίες και που θα συγκροτήσουν, μετασχηματιζόμενες και μαζί με άλλες, το ιδεολογικό περίβλημα της αξιολόγησης του σώματος και, κατά συνέπεια, της άσκησης του. Η αξιολόγηση της σωματικής άσκησης στηρίζεται στη σύνδεσή της με την εκπαίδευση, εμμένοντας στη διαμορφωτική λειτουργία της γυμναστικής για τους μαθητές και τους νέους γενικότερα. Παρόλο λοιπόν που αναγνωρίζεται η υπεροχή του πνεύματος έναντι του "ευτελούς τούτου σαρκίου", η ευρωστία και υγεία του σώματος θεωρούνται απαραίτητες για το συμφέρον της πολιτείας "υπό την έποψιν την πολιτικήν και καθαρώς πατριωτικήν". Η γυμναστική στο σχολείο στοχεύει, σύμφωνα μ' αυτή την άποψη, στην "ευρωστίαν και ρώμην του σώματος του πολίτου, αντιθέτως προς την υγιεινήν και ιατρικήν φροντίζουσα εν γένει περί της ευεξίας του σώματος του ανθρώπου"18.

Τα επιχειρήματα υπέρ της σωματικής αγωγής των νέων προέρχονται εκείνη την εποχή ωστόσο κατεξοχήν από την ιατρική επιστήμη και οπωσδήποτε δεν είναι τυχαίο ότι δύο από τα πρωιμότερα σχετικά κείμενα έχουν γραφεί από γιατρούς. Φαίνεται πως ο γιατρός Γρηγόριος Καλλιρρόης είναι ο πρώτος που εξέδωσε βιβλίο υγιεινής με ιδιαίτερα κεφάλαια για τη σωματική άσκηση. Οι Παραγγελίαι περί υγείας και μακροβιότητας, που τυπώθηκαν στη Βενετία το 1829, είναι το πρώτο, απ' όσο γνωρίζω, βιβλίο που πραγματεύεται διεξοδικά την ιατρική αναγκαιότητα της γυμναστικής, προτείνοντας μάλιστα συγκεκριμένα είδη άσκησης όπως η πεζοπορία, η ιππασία, η κολύμβηση και το κυνήγι. Συνοψίζει εξάλλου σε μια πρώιμη εποχή τα επιχειρήματα υπέρ της γυμναστικής που θα ακουστούν συστηματικά στην Ελλάδα μόλις προς τα τέλη του αιώνα:

"[η γυμναστική] δίδει δύναμιν και χάριν εις το σώμα, προξενεί σταθεραν υγείαν, συνειθίζει τον άνθρωπον εις τους κόπους, και εις τας μεταβολάς του καιρού, διπλασιάζει την γενναιότητα, σβύνει όλα τα πάθη, και ανάπτει μόνον τον έρωτα της δόξης και της πατρίδος, και αν δεν ωφελή εις τα πολιτικά ήθη, σχηματίζει όμως αληθείς πολίτας, και υπερασπιστάς της πατρίδος, αξίους να αντιπαρατάττωνται προς τον εχθρόν, και να φυλάττουν ανενόχλητον την πατρίδα των. [...] προφυλάττει τον άνθρωπον από τα ελαττώματα και τας αταξίας της οκνηρίας, συνειθίζει τον πτωχόν και δυστυχή να υποφέρη τους κόπους και να εργάζεται

————————————

18. Στη βιβλιοκρισία του για το έργο του Δ. Σ. Στρούμπου Το μέλλον ήτοι περί ανατροφής και παιδεύσεως, ο Κ. Φρεαρίτης επισημαίνει την παράλειψη της γυμναστικής, σημαντικού στοιχείου της αγωγής και προτείνει την εισαγωγή της σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης, από το δημοτικά ως το Πανεπιστήμιο. Πανδώρα 5 (1854-5), σ. 526-527. Στο παράθεμα, οι υπογραμμίσεις ανήκουν στον συγγραφέα.

19. Γ. Καλλιρρόης, Παραγγελίαι περί υγείας και μακροβιότητας Έτι δε και πρόχειροι

Σελ. 52
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/49/gif/53.gif&w=600&h=91532. Κουλούρη, Αθλητισμός

Παρόμοια είναι και τα επιχειρήματα ενός άλλου γιατρού και καθηγητή στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, του Γ. Α. Μακκά, ο οποίος το 1855, στην επέτειο της ίδρυσης του Πανεπιστημίου, θα εκφωνήσει "Λόγον περί Γυμναστικής". Ο Μακκάς συνδέει με μεγαλύτερη έμφαση τη γυμναστική με την εκπαίδευση υπογραμμίζοντας ότι "αυτή και αληθώς είναι και παρά τοις αρχαίοις πάντοτ' εθεωρείτο ου μόνον ως μέρος πολύτιμον και αναπόσπαστον της τελείας παιδείας του ανθρώπου, αλλά και μέρος της ιατρικής αυτής"20. Η γυμναστική μπορεί πράγματι, σύμφωνα με το σουηδικά παράδειγμα που επικαλείται ο Μακκάς, να χρησιμεύσει τόσο στην προληπτική όσο και στη θεραπευτική ιατρική. Η ταυτόχρονη και αρμονική ανάπτυξη του πνεύματος και του σώματος και για τα δύο φύλα, με την εισαγωγή της γυμναστικής στο σχολείο και το στρατό και την ίδρυση δημόσιων γυμναστηρίων, παρουσιάζεται συνεπώς στον Λόγο αυτό ως αρχή επιβεβλημένη από την αρχαία και τη σύγχρονη ιατρική. Η αξιολόγηση της σωματικής άσκησης θα στηριχθεί σε ένα συνδυασμό ιατρικών και παιδαγωγικών επιχειρημάτων που στις πρώτες δεκαετίες θα στοχεύουν περισσότερο στην ατομική βελτίωση ενώ προς τα τέλη του αιώνα θα υπηρετούν συλλογικές αξίες.

Μετά την πτώση του Όθωνα, τον Δεκέμβριο 1862, εισάγεται με ψήφισμα της προσωρινής κυβέρνησης του Δ. Βούλγαρη η γυμναστική στα γυμνάσια και η οπλασκία στο Πανεπιστήμιο21. Με το ίδιο ψήφισμα, δημιουργείται η Πανεπιστημιακή Φάλαγγα, ένοπλο σώμα φοιτητών που διοικούνταν από τους καθηγητές του Πανεπιστημίου και ήταν επιφορτισμένο με την τήρηση της τάξης στην πρωτεύουσα22. Είναι χαρακτηριστικό το σκεπτικό που αιτιολογούσε το ψήφισμα του 1862: "θέλοντες να θεραπεύσωμεν την μεγίστην βλάβην της σπουδαζούσης νεολαίας, ην κατεδίκασε το παρελθόν να διάγη βίον αντίθετον προς τον προορισμόν του ελευθέρου πολίτου και επιβλαβή εις τας σπουδάς του μαθητού". Ένα χρόνο αργότερα, ο Επαμεινώνδας Δεληγιώργης, σε λόγο του προς την Εθνοσυνέλευση, απέδωσε την παραμέληση της σωματικής αγωγής σε εσκεμμένη ενέργεια

————————————

θεραπείαι συνήθων τινών και αιφνίδιων παθημάτων ερανισθείσαι εκ παλαιών και νεωτέρων, Βενετία 1829, σ. 246, 273.

20. "Λόγος του Καθηγητού Γ. Α. Μακκά, περί Γυμναστικής", Πανδώρα 6 (1855-6), σ. 180 και σε αυτοτελές τεύχος: Γ. Α. Μακκάς, Λόγος περί γυμναστικής του σώματος ως μέρος της κατά τους αρχαίους τελείας παιδείας, Εκφωνηθείς εν τω Πανεπιστημίω την 20 Μαΐου [...], Αθήνα 1855. Μαζί με τα έργα του Καλλιρρόη και του Μακκά θα πρέπει να κατατάξουμε και το μικρό φυλλάδιο ενός άλλου γιατρού, του Α. Ζωηρού, ο οποίος αρκετά αργότερα εκδίδει στα γαλλικά τις Questions d'hygiène publique. II. De la gymnastique dans l'éducation de la jeunesse, Κωνσταντινούπολη 1869, αλλά και τη διατριβή του Ηρακλή Βασιάδη De Veterum Graecorum Gymnastice..., Βερολίνο 1858.

21. Δ. Αντωνίου, ό.π., τ. Α', σ. 163-164.

22. Η Πανεπιστημιακή Φάλαγγα διαλύθηκε το 1864 για να επανασυσταθεί δέκα χρόνια αργότερα. Βλ. πρόχειρα Χ. Λάζος, Ελληνικό φοιτητικό κίνημα 1821-1973. Κοινωνικοί και πολιτικοί αγώνες, Αθήνα, Γνώση, 1987, σ. 139-157.

Σελ. 53
Φόρμα αναζήτησης
Αναζήτηση λέξεων και φράσεων εντός του βιβλίου: Αθλητισμός και όψεις της αστικής κοινωνικότητας
Αποτελέσματα αναζήτησης
    Ψηφιοποιημένα βιβλία
    Σελίδα: 34
    32. Κουλούρη, Αθλητισμός

    δηλ. την παροχή στα μέλη τους ευκαιριών για μάθηση. Η τυπολογία αυτή, παρά τις αδυναμίες της, φωτίζει την ποικιλία των σημασιών που μπορούσε να έχει η σωματειακή ζωή για τους μετέχοντες. Από την άποψη της πολιτικο-κοινωνικής λειτουργίας του εξάλλου, ο τύπος του σωματείου που περιλαμβάνει και το αθλητικό σωματείο δίπλα σε άλλες οργανώσεις όπως π.χ. τα φιλανθρωπικά σωματεία, οι φιλεκπαιδευτικοί σύλλογοι, οι πολιτικές λέσχες, τα αναγνωστήρια κλπ., διακρίνεται από τέσσερα βασικά χαρακτηριστικά: α') οργανώνει άτομα που τυπικά θεωρούνται ίσα, δεν χαίρουν ιδιαίτερων προνομίων και μετέχουν στη λειτουργία του σωματείου με την ατομική τους ψήφο, β') επιδιώκει μόνο περιορισμένους στόχους, γ') οι δραστηριότητες του αποτελούν αυτοσκοπούς και δεν στοχεύουν σε μια ευρύτερη επιρροή έξω από τον κύκλο των μελών, δ') η γραφειοκρατία του παραμένει ασθενής και η διοίκηση ασκείται από προσωπικό που κατά κανόνα δεν πληρώνεται και προέρχεται από τα μέλη του56.

    Το σωματείο αποτέλεσε συνεπώς κατά τον 19ο αιώνα τμήμα της ζωής των ανερχόμενων μεσαίων στρωμάτων, των οποίων εξέφρασε τις πολιτικές αξίες και το νέο κώδικα συμπεριφορών. Ο πολλαπλασιασμός και η εξάπλωση αυτού του νέου τύπου κοινωνικής οργάνωσης, συνδέθηκε επιπλέον στενά με την ανάπτυξη των πόλεων αλλά και τη νέα οργάνωση του χρόνου.

    ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΧΡΟΝΟΣ: ΧΡΟΝΟΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ;

    Η ιστορία του ελεύθερου χρόνου και της σχόλης57 συναρτάται, όπως είναι φυσικό, με την ιστορία της εργασίας. Αν δεχθούμε μάλιστα την άποψη της διπλής διάστασης της εργασίας τόσο ως οικονομικής όσο και ως πολιτισμικής δραστηριότητας, τότε η ιστορική μελέτη της σχόλης μπορεί να συμβάλει σημαντικά στην κατανόηση της εργασίας, της οποίας η έρευνα μέχρι πρόσφατα είχε εγκλωβιστεί σε μια οικονομιστική λογική. Παραπληρωματικές είναι εξάλλου οι προσεγγίσεις των αντιλήψεων σχετικά με την εργασία αφενός και τον ελεύθερο χρόνο αφετέρου. Ο τρόπος με τον οποίο ορίζεται σε κάθε εποχή η εργασία, ποιες είναι οι αντιλήψεις και οι αξίες που τη συνοδεύουν και, αντίστοιχα, πότε αναδύεται η έννοια του ελεύθερου χρόνου, πώς ορίζεται αυτός και πώς καταναλώνεται από τις διάφορες κοινωνικές ομάδες, αποτελούν σημαντικές παραμέτρους μιας παρόμοιας ανάλυσης.

    ————————————

    56. Ch. Eisenberg, ό.π., σ. 153-154.

    57. Με τη λέξη "σχόλη" αποδίδεται ο αγγλικός όρος "leisure" και ο γαλλικός "loisir", ενώ ως "ελεύθερος χρόνος" μεταφράζονται οι όροι "free time", "spare time" και "temps libre". Στα γερμανικά οι δύο όροι συμφύρονται σε έναν: "Freizeit". Για την απόδοση των αγγλικών και γαλλικών όρων, βλ. και Αλεξάνδρα Κορωναίου, ό.π., σ. 129-130. Κατά την εποχή που καλύπτει η παρούσα μελέτη, ο όρος που επικρατεί είναι "σχόλη".