Συγγραφέας:Κουλούρη, Χριστίνα
 
Τίτλος:Αθλητισμός και όψεις της αστικής κοινωνικότητας
 
Υπότιτλος:Γυμναστικά και αθλητικά σωματεία (1870-1922)
 
Τίτλος σειράς:Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας
 
Αριθμός σειράς:32
 
Τόπος έκδοσης:Αθήνα
 
Εκδότης:Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς
 
Έτος έκδοσης:1997
 
Σελίδες:447
 
Αριθμός τόμων:1 τόμος
 
Γλώσσα:Ελληνικά
 
Θέμα:Κοινωνική ενσωμάτωση
 
Νεανικές οργανώσεις
 
Νοοτροπίες και συμπεριφορές
 
Τοπική κάλυψη:Ελλάδα
 
Χρονική κάλυψη:1870-1922
 
Περίληψη:Η παρούσα μελέτη επιχειρεί να συνθέσει μία ιστορία του νεότερου ελληνικού αθλητισμού. Επιθυμεί, πρώτον, να αναδείξει την ιστορικότητα των σπορ και να διαφοροποιηθεί από προσεγγίσεις που αντιμετωπίζουν το παιχνίδι και κατ’ επέκταση τα σπορ (μια μορφή παιχνιδιού) ως διαχρονικό δομικό στοιχείο του ανθρώπινου πολιτισμού. Ενδιαφέρεται, δεύτερον, να ελέγξει το ερευνητικό δίλημμα της συνέχειας ή ασυνέχειας από τα παραδοσιακά παιχνίδια στα σύγχρονα σπορ κατά τη μετάβαση από την παραδοσιακή στη σύγχρονη κοινωνία. Η συγγραφέας παρακολουθεί την εξέλιξη των αντιλήψεων σχετικά με τη σωματική άσκηση μετά τη δημιουργία του ελληνικού κράτους ώστε να δείξει τη μετάβαση από την αδιαφορία και την αμφισβήτηση στην αποδοχή και την εδραίωση. Η επισκόπηση αυτή επιτρέπει και τη διάκριση ανάμεσα στη γυμναστική και τα σπορ, μια διάκριση απαραίτητη και για την κατανόηση της λειτουργίας των αθλητικών σωματείων αλλά και, ευρύτερα, της ιστορίας του αθλητισμού. Στη συνέχεια αναζητούνται τα πρώτα ίχνη της παρουσίας των σύγχρονων σπορ στην Ελλάδα, τόσο μέσα από τις πρώιμες, μη οργανωμένες πρακτικές όσο και μέσα από τους πρώτους αθλητικούς θεσμούς, δηλ. τους αγώνες και τα γυμναστήρια. Μελετώνται επίσης τα αθλητικά σωματεία: μέσα από την ανάλυση των σκοπών τους οι κοινωνικές λειτουργίες της σωματικής άσκησης και οι διασυνδέσεις της με την εθνικιστική ιδεολογία. Τέλος, επιχειρείται να φωτισθούν οι πτυχές της σωματειακής ζωής που είναι κρυμμένες από το ορθολογικό κανονιστικό πρότυπο του καταστατικού, δηλαδή οι ανθρώπινες επαφές με τις αρμονικές η συγκρουσιακές τους όψεις, οι φιλικές σχέσεις, τα οικογενειακά δίκτυα, τα ερωτοτροπήματα ενδεχομένως που επιτρέπει η συναναστροφή όχι μόνο σε αθλητικές αλλά και σε έξω-αθλητικές συναντήσεις στο πλαίσιο πάντα του σωματείου.
 
Άδεια χρήσης:Αυτό το ψηφιοποιημένο βιβλίο του ΙΑΕΝ σε όλες του τις μορφές (PDF, GIF, HTML) χορηγείται με άδεια Creative Commons Attribution - NonCommercial (Αναφορά προέλευσης - Μη εμπορική χρήση) Greece 3.0
 
Το Βιβλίο σε PDF:Κατέβασμα αρχείου 23.64 Mb
 
Εμφανείς σελίδες: 69-88 από: 450
-20
Τρέχουσα Σελίδα:
+20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/49/gif/69.gif&w=600&h=91532. Κουλούρη, Αθλητισμός

χάριν του άνευ χάριτος νεωτέρου στροβίλου και των άλλων αηδών επεισάκτων ξένων πρέπει και πάλιν να ισχύσωσι και περιληφθώσιν εις το πρόγραμμα των αγωνισμάτων· πρέπει ούτοι να εισαχθώσιν εις πάντα τα σχολεία και πρέπει να μάθωμεν πάντες να χορεύωμεν αυτούς"87.

Η σημαντική αυτή αλλαγή ως προς το περιεχόμενο της σωματικής άσκησης, η οποία δίνει το προβάδισμα στις "αθλητικές παιδιές" (δηλ. τα σπορ) έναντι της γυμναστικής, θα πρέπει να συνδεθεί επιπλέον με τη σταδιακή επιβολή του βρετανικού προτύπου εκείνη την εποχή στο μεγαλύτερο μέρος της Ευρώπης και τις νέες αξίες που αναδύονται και κυριαρχούν. "Μέλημα υγιεινής για τους μεν, νέα παιδαγωγική για τους δε, τα σπορ συνενώνουν τους υποστηρικτές μιας σωματικής και ηθικής αναγέννησης των ελίτ και τους πρωταγωνιστές της ηθικής της δύναμης"88. Έτσι, στο συμβολικό επίπεδο, τα σπορ αντανακλούν τις θεωρίες του κοινωνικού δαρβινισμού και του "αγώνα για τη ζωή" που προβάλλουν τις φυσικές ανισότητες και αναπτύσσουν την ηθική των "δυνατών". Παράλληλα ανταποκρίνονται σε μια ηθική των "νικητών", σύμφωνα με τις δημοκρατικές αξίες, οι οποίες προωθούν την αξιοκρατία της άμιλλας. Τα σπορ θεωρούνται λοιπόν ότι αναπτύσσουν την προσωπική πρωτοβουλία, τη θέληση, την εγκαρτέρηση, την ψυχραιμία και την ταχύτητα της απόφασης89. Οι νέες αυτές ιδιότητες που χάρη στα σπορ κοσμούν τη φερέλπιδα νεότητα των αρχών του 20ού αιώνα συναντούν άλλωστε τις στρατιωτικές ικανότητες των οποίων η επιδίωξη δεν εγκαταλείπεται.

ΣΚΟΠΙΜΟΤΗΤΕΣ ΤΗΣ ΓΥΜΝΑΣΤΙΚΗΣ

ΚΑΙ ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΤΟΥ ΣΟΥΗΔΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ

Το στρατιωτικό πνεύμα που συνοδεύει τη διδασκαλία της γυμναστικής μοιάζει άλλοτε να υποχωρεί από το σχολικό πρόγραμμα και άλλοτε να εκδηλώνεται, συχνά σε βάρος της σωματικής διάπλασης και της υγείας - που απωθούνται σε ένα δευτερεύοντα ρόλο. Έτσι το πρόγραμμα του 1900 δεν κάνει καμία νύξη για τη στρατιωτική προετοιμασία αλλά ορίζει ως στόχο της διδασκαλίας της γυμναστικής στο σχολείο την "εύρυθμον ανάπτυξιν και ενίσχυσιν του σώματος των νέων, την εξέγερσιν του θάρρους και της πεποιθήσεως τούτων εις εαυτούς"90 ενώ, αντίστοιχα, το 1907, αρκετά χρόνια μετά την κατάργηση των στρατιωτικών ασκήσεων στα σχολεία, εισάγεται η σκοποβολή στα γυμνάσια και στις δύο ανώτερες τάξεις των Ελληνικών σχολείων91.

————————————

87. ΠΑΕΑ 1 (1898-9), σ. 115.

88. R. Hubscher - J. Durry - Β. Jeu (εκδ.), ό.π., σ. 72.

89. Στο ίδιο, σ. 71.

90. Δ. Αντωνίου, ό.π., τ. Α', σ. 429.

91. Στο ίδιο, β. 566-567. Είναι εντυπωσιακή η σύμπτωση, για μια ακόμη φορά, της 

Σελ. 69
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/49/gif/70.gif&w=600&h=91532. Κουλούρη, Αθλητισμός

Η διδασκαλία της σκοποβολής στους μαθητές των ανωτέρων τάξεων της Μέσης Εκπαίδευσης "όπου τούτο δυνατόν" προβλεπόταν ήδη από το νόμο ,ΒΧΚΑ' (1899), φαίνεται όμως πως δεν είχε ως τότε εφαρμοστεί92. Το 1905 ο Σύλλογος προς Διάδοσιν Ωφελίμων Βιβλίων, πρόεδρος και ιδρυτής του οποίου ήταν ο Δ. Βικέλας, είχε αποφασίσει σε συνεδρίασή του να προωθήσει την "εισαγωγήν της διδασκαλίας της Σκοποβολής ως μέρους απαραιτήτου της σωματικής αγωγής των Ελληνοπαίδων"93. Όταν το 1907 νομοθετηθεί η σχολική σκοποβολή, ο Σ.Ω.Β. θα προσφέρει έπαθλο για τους σχολικούς σκοπευτικούς αγώνες94 ενώ ο Παρίσης Μπελλένης, πλούσιος έμπορος της Αιγύπτου, θα δωρήσει το απαραίτητο ποσό για την ανέγερση Σκοπευτικής Σχολής σε οικόπεδο δίπλα στον Ιλισό που παραχωρεί η Επιτροπή των Ολυμπίων. Η Σχολή θα ονομαστεί από το όνομα του χορηγού Μπελλένειος. Η Επιτροπή Ολυμπιακών Αγώνων συγκροτεί από το 1907 ειδική Επιτροπή Σχολικής Σκοποβολής95, που επιβλέπει τη λειτουργία της Μπελλενείου, ενώ σε αλληλογραφία της με το υπουργείο παιδείας διατυπώνει τη βεβαιότητα ότι σύντομα η σκοποβολή θα εισαχθεί και στα δημοτικά σχολεία. Την άποψη αυτή συμμερίζεται και ο Γ. Δροσίνης σε άρθρο του την ίδια χρονιά στη Μελέτη, όπου προτείνει αφενός τη διδασκαλία της σκοποβολής σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης από το δημοτικό ως το Πανεπιστήμιο και αφετέρου σειρά μέτρων εκτός σχολείου για τη σκοπευτική άσκηση των πολιτών κάθε ηλικίας. Στην εκτός σχολείου διάδοση της σκοποβολής καίριος θεωρείται ο ρόλος των συλλόγων. Σύμφωνα με τον Δροσίνη, είναι απαραίτητη "η ενίσχυσις των σκοπευτικών εταιρειών διά της κυβερνητικής προστασίας και η οργάνωσίς των κατά τύπον ομοιόμορφον, ει δυνατόν, εντεύθεν και πέραν των ορίων του

————————————

χρονολογίας με τις εξελίξεις στο γαλλικό εκπαιδευτικό σύστημα. Το 1907, ο υπουργός παιδείας Aristide Briand με σειρά εγκυκλίων του επιβάλλει τη δημιουργία σχολικών σκοπευτικών συλλόγων σε όλα τα δημόσια εκπαιδευτικά ιδρύματα. R. Hubscher - J. Durry - Β. Jeu (εκδ.), ό.π., σ. 47.

92. Άρθρο 9. Το ίδιο άρθρο προέβλεπε και τη διδασκαλία της κολύμβησης και της κωπηλασίας.

93. Έγγρ. 11028/18 Ιαν. 1907, Σ.Ω.Β. προς Ε.Ο.Α., Αρχείο Αλληλογραφίας Ε.Ο.Α. Στις αρχές του 20ού αιώνα, ο Σ.Ω.Β. επιδεικνύει ιδιαίτερη φροντίδα για τη σωματική άσκηση και μέσω των εκδόσεών του, κάποιων μάλιστα "εντολή και φροντίδι της Χριστιανικής Αδελφότητος των Νέων". Η Γυμναστική του Ι. Χρυσάφη (1905), Οι Αγώνες (1906), Παιδιαί του G. Draper, Οι μέλλοντες στρατιώται του Baden-Powell συγκαταλέγονται στις εκδόσεις του Σ.Ω.Β. Η ενασχόληση του Σ.Ω.Β. με τη σχολική σκοποβολή εντοπίζεται στα χρόνια 1905-1910. Βλ. Σ.Ω.Β., Χρονικά της τεσσαρακονταετίας 1899-1939, Αθήνα 1939, σ. 39, 41, 46-47, 62-63. Το 1906, εξάλλου, σε σύσκεψη που είχε γίνει στα γραφεία του, είχε αποφασιστεί η ίδρυση Κεντρικής Γυμναστικής Σχολής σύμφωνα με το σουηδικό πρότυπο. Στο ίδιο, σ. 42.

94. Τα έπαθλα που δίνονταν στους μαθητές ήταν κυνηγετικά όπλα. Το 1914 προσφέρθηκε και ένα ποδήλατο ως έπαθλο.

95. Αρχείο Αλληλογραφίας Ε.Ο.Α.

Σελ. 70
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/49/gif/71.gif&w=600&h=915 32. Κουλούρη, Αθλητισμός

ΕΙΚΟΝΕΣ

2-3. Σχολικοί αγώνες στο Παναθηναϊκό Στάδιο (1900).

Σελ. 71
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/49/gif/72.gif&w=600&h=91532. Κουλούρη, Αθλητισμός

ελευθέρου Κράτους", αλλά και "η προσθήκη εις πάντα Σύλλογον γυμναστικόν και Όμιλον αθλητικών παιδιών μικρού σκοπευτηρίου προς άσκησιν των μελών του"96.

Το 1907 μεταρρυθμίστηκε και η μέθοδος και το περιεχόμενο της σχολικής γυμναστικής. Η Ελλανόδικος Επιτροπή των σχολικών αγώνων που έγιναν στην Αθήνα υπέβαλε εκείνη τη χρονιά έκθεση, με την οποία πρότεινε την εισαγωγή του σουηδικού γυμναστικού συστήματος στην Ελλάδα καθώς και ένα πλήρες σύστημα σχολικής σωματικής αγωγής, το οποίο περιλαμβάνει την παιδαγωγική γυμναστική, την αγωνιστική και τα παιχνίδια97. Και η μεν παιδαγωγική γυμναστική θεωρείται, σύμφωνα με την έκθεση, ότι "απεργάζεται ασφαλώς τους υγιείς, ευτάκτους και καλούς άνδρας, τους νομοταγείς πολίτας, τους πειθαρχικούς στρατιώτας, τας υγιείς και καλάς συζύγους και μητέρας, τας ακμαίας και ανανεουμένας εις ζωήν και δράσιν γενεάς", η δε αγωνιστική, συμπληρωματική προς την πρώτη, "αναπτύσσει το πνεύμα της μαχιμότητος, του γενναίου και ανδρικού συναγωνισμού, τον πόθον της Νίκης και την διά των ιδίων μέσων απόκτησιν αυτής αλλά και την καρτερίαν και ευψυχίαν εν τη αποτυχία"98. Τα παιχνίδια, τέλος, στα οποία δίνεται ιδιαίτερη σημασία στο πλαίσιο και άλλων εκπαιδευτικών συστημάτων, θεωρούνται ότι παρέχουν "τέρψιν, χαράν και ευχαρίστησιν", "εξημερώνοντας" έτσι και τους δυσκολότερους παιδικούς χαρακτήρες. Η βασική ωφέλεια της παιδιάς έγκειται, κατά τους συντάκτες της έκθεσης, στο ότι "προφυλάσσει τους παίδας από την πρόωρον μίμησιν των ανδρικών συνηθειών, τας κοινάς έξεις και την ανηθικότητα διά της παροχής τερπνής και υγιεινής συνάμα ασχολίας κατά τας ώρας της σχολής"99.

Στο ίδιο πνεύμα κινούνται και τα βασιλικά διατάγματα "περί σχολικών γυμναστικών και σκοπευτικών συλλόγων και ομάδων προσκόπων" και "περί ιδρύσεως γυμναστηρίων, σκοπευτηρίων κλπ." τον Φεβρουάριο και τον Αύγουστο του 1915 αντίστοιχα100. Σύμφωνα με τη νέα αυτή νομοθεσία, ενισχύεται η θέση της σκοποβολής με τον λεπτομερή προσδιορισμό του περιεχομένου της διδασκαλίας της και την τέλεση σκοπευτικών εξετάσεων και αγώνων μεταξύ των σχολείων. Αφετέρου, όλα τα σχολεία της μέσης εκπαίδευσης, δημόσια και ιδιωτικά, 

————————————

96. Γ. Δροσίνης, "Η σκοπευτική άσκησις του Έθνους", Η Μελέτη, 1907, σ. 94-102. Το άρθρο κυκλοφόρησε και σε ανεξάρτητο φυλλάδιο "δαπάνη Παρίση Μπελλένη". Βλ. και Σ.Ω.Β., Χρονικά...., ό.π., σ. 47.

97. Έκθεσις της επί των εν Αθήναις σχολικών αγώνων κατά το 1907 Ελλανοδίκου Επιτροπής, [Αθήνα 1907]. Μέλη της Επιτροπής ήταν οι Μ. Νεγρεπόντης, Αλ. Μερκάτης, Μ. Στελλάκης, Αλ. Ραγκαβής, Φ. Γεωργαντάς, Γ. Μπαλτατζής, Αθ. Ζίνης, Σ. Ρωσσέτης.

98. Στο ίδιο, σ. 2, 3.

99. Στο ίδιο, σ. 14. Ως καταλληλότερα θεωρούνται τα παιχνίδια "δια της σφαίρας", ως πιο ενδεδειγμένα "και εξ εθνικών παραδόσεων".

100. ΦΕΚ Α' 76, 21 Φεβρουαρίου 1915 και Α' 270, 1 Αυγούστου 1915.

Σελ. 72
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/49/gif/73.gif&w=600&h=91532. Κουλούρη, Αθλητισμός

θεωρούνται ότι αποτελούν γυμναστικούς και σκοπευτικούς συλλόγους και ομάδες προσκόπων. Σκοπός είναι να συμπληρωθεί η "διανοητική διδασκαλία" με μια πρακτικότερη που θα τρέψει τον "ιδιωτικόν βίον των παίδων [...] προς τας υγιείς και ανδρώδεις έξεις και τα χρηστά ήθη". Καινοτόμο στοιχείο, σε σχέση με προηγούμενα νομοθετήματα, είναι η εισαγωγή του προσκοπισμού και των αρχών του στη διδασκαλία της σωματικής αγωγής. Ο προσκοπισμός είχε άλλωστε ήδη αρχίσει να κατακτά με γοργούς ρυθμούς την αστική κοινωνία της πρωτεύουσας με την υποστήριξη και της βενιζελικής κυβέρνησης101. Το διάταγμα του Φεβρουαρίου 1915 αναφέρει αναλυτικά τις αρχές του προσκοπισμού τις οποίες οφείλουν να τηρούν οι μαθητές (άρθρο 7) καθώς και ένα ευρύτατο πρόγραμμα διδασκαλίας τόσο θεωρητικό102 όσο και πρακτικό103 με στόχο τη "ρύθμισιν" του ιδιωτικού βίου των μαθητών αλλά και τη "μόρφωσιν του χαρακτήρας" και τη "δημιουργίαν ούτως ισχυράς βουλήσεως και πνεύματος πρωτοβουλίας και αυτενεργείας" και την "προς τον μετέπειτα στρατιωτικόν βίον βαθμιαίαν εξοικείωσιν και προπαρασκευήν κατά ενιαίον σύστημα και μέθοδον".

Είναι προφανές ότι η στρατιωτική προετοιμασία αποτελεί έναν από τους βασικούς στόχους της σχολικής σωματικής αγωγής αλλά το περιεχόμενό της έχει αλλάξει από τον προηγούμενο αιώνα. Στην ουσία η στρατιωτική προετοιμασία δε σημαίνει πλέον την εκμάθηση δεξιοτήτων απαραίτητων στο πεδίο της μάχης αλλά τη διάπλαση χαρακτήρων ετοίμων να πειθαρχήσουν και να αγωνισθούν και σωμάτων ικανών να ανταποκριθούν σε συνθήκες πολέμου104. Οι σχολικοί αγώνες, εξάλλου, οργανώνονται έτσι ώστε να μην οδηγούν τα παιδιά στην αλαζονική διεκδίκηση της ατομικής διάκρισης και νίκης αλλά στην "εκτέλεσιν του καθήκοντος".

————————————

101. Ο προσκοπισμός ιδρύθηκε το 1908 από τον στρατηγό Baden-Powell. Από την αρχή είχε έντονο εθνικιστικό προσανατολισμό, υιοθετήθηκε από τα μεσαία και ανώτερα κοινωνικά στρώματα και απευθυνόταν στα αγόρια. Βλ. πρόχειρα J. R. Gillis, Youth and History. Tradition and Change in European Age Relations 1770-Present, Νέα Υόρκη και Λονδίνο, Academic Press, 1974, σ. 145-148. Στην Ελλάδα εισάγεται το 1910 από τον Αθ. Λευκαδίτη, καθηγητή της γυμναστικής στο εκπαιδευτήριο Μακρή, και γνωρίζει γρήγορα ενθουσιώδη ανταπόκριση, όπως και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Πβ. Π. Δ. Καγκελάρης, Αθανάσιος Λευκαδίτης 1872-1944. Ιδρυτής του ελληνικού προσκοπισμού, Αθήνα 1972. Για την εξέλιξη του προσκοπισμού στην Ελλάδα, βλ. Ησαΐας Ησαΐας, Ιστορία του ελληνικού προσκοπισμού, τ. Α', Αθήνα 1949.

102. "Σύντομοι και απλαί αφηγήσεις εκ της συγχρόνου πολεμικής και στρατιωτικής ιστορίας της Ελλάδος και της λαογραφίας" (άρθρο 4, παρ. 6).

103. Κολύμβηση, κωπηλασία, σκοποβολή, εκδρομές, αγώνες, εθνικοί χοροί και τραγούδια κ. α.

104. Πβ. Γαρεάτης, "Η Γυμναστική", Το Δημοτικόν Σχολείον (1901-1903), σ. 58-60· Τηλ. Καράκαλος, "Η Γυμναστική εις το Κράτος και τον Στρατόν", ΠΑΕΑ 1 (1898-9), σ. 131-133. Το παράδειγμα της Γερμανίας αποτελεί για μια ακόμη φορά το σημείο αναφοράς για παρόμοιες συνδέσεις.

Σελ. 73
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/49/gif/74.gif&w=600&h=91532. Κουλούρη, Αθλητισμός

Παράλληλα, η γυμναστική εμφανίζεται να προετοιμάζει για πολλούς κοινωνικούς ρόλους: τους άνδρες ως υγιείς και νομοταγείς πολίτες, τις γυναίκες ως υγιείς και άξιες μητέρες. Οι γυμνασμένες και υγιείς γυναίκες "θέλουσι παράγει ομοίους βλαστούς και κατά την υγείαν και κατά την διάπλασιν του σώματος". Σε κείμενα της εποχής παρουσιάζεται πράγματι ως επιτακτικότερη η ανάγκη να γυμνασθούν τα κορίτσια, γιατί, σε αντίθεση με τα αγόρια, "ως εκ του χαρακτήρας των ή εξ αγωγής [...] διέρχονται τον πλείστον χρόνον εν σχολείοις ή οίκίαις καθήμενα ή εν θρανίοις, ή εργαζόμενα χειροτεχνικώς ή παίζοντα κλειδοκύμβαλον κτλ."105. Σε πλήρη αναλογία με την κριτική που ασκείται στη σχολαστική και ανθυγιεινή εκπαίδευση των αγοριών, επισημαίνονται οι ελλείψεις της γυναικείας σωματικής αγωγής: στενοί και σκοτεινοί χώροι άσκησης, μονομερής άσκηση που δεν αναπτύσσει συνολικά το γυναικείο σώμα αλλά και καταστρέφει την "σωματικήν της γυναικός καλλονήν"106.

Το σουηδικά σύστημα γυμναστικής, το οποίο υποκαθιστά πλέον οριστικά το παλαιότερο γερμανοελβετικό σύστημα που διακρινόταν από τα φορητά γυμναστικά όργανα και τα συμπλέγματα, εισάγεται επισήμως το 1909, με το νέο αναλυτικό πρόγραμμα της γυμναστικής για τα σχολεία αρρένων και θηλέων δημοτικής και μέσης εκπαιδεύσεως107.

Επιχειρείται εξάλλου, μέσω εγκυκλίων, η εξασφάλιση στη γυμναστική κύρους ανάλογου με αυτό που έχουν τα υπόλοιπα μαθήματα, ώστε να μη μειώνεται η σημασία "της τε γυμναστικής και των διδασκόντων αυτήν εις την συνείδησιν των μαθητών"108. Το 1899, σύμφωνα με τον Ι. Χρυσάφη, ούτε 500 μαθητές από τους 30.000 που είχε η πρωτεύουσα δεν πήγαιναν στα γυμναστήρια109. Για την αδιαφορία αυτή ευθύνονταν και οι γονείς οι οποίοι έβλεπαν με δυσπιστία την καινούρια "μόδα" της γυμναστικής και θεωρούσαν άσκοπη δαπάνη τα χρήματα για την

————————————

105. Χριστίνα Ν. Κορδογιάννη, "Περί γυμναστικής και ιδία, περί σχολικής γυμναστικής σουηδικού συστήματος", στο Τ. Ζευγώλης, Κυκλαδκόν Ημερολόγιον 1908, Ερμούπολη 1907, σ. 80.

106. Βλ. Κ. Α. Οικονομίδης, "Η γυμναστική εν τοις σχολείοις των θηλέων", ΠΑΕΑ 1 (1898-9), σ. 343-346.

107. Βλ. Δ. Αντωνίου, ό.π., τ. Α', σ. 568-599. Το επόμενο αναλυτικό πρόγραμμα για τη γυμναστική δημοσιεύεται το 1925, επί κυβερνήσεως Θ. Πάγκαλου. Υπέρ της κατάργησης του γερμανικού και της εισαγωγής του σουηδικού γυμναστικού συστήματος είχε ταχθεί και η Χριστίνα Ν. Κορδογιάννη, που είχε πάρει το πτυχίο της γυμνάστριας από το Αρσάκειο: "Περί γυμναστικής...", ό.π., 77-83.

108. Εγκύκλιος 1262/9890 (27 Ιουνίου 1912) "Περί εξομοιώσεως των γυμναστών προς τους λοιπούς λειτουργούς της μέσης εκπαιδεύσεως", στο ίδιο, τ. Α', σ. 602-603. Πβ. επίσης τις εγκυκλίους 5900/21 Μαρτίου 1912 και 12626/27 Ιουνίου 1912 στο Υπουργείον των Εκκλησιαστικών και της Δημοσίας Εκπαιδεύσεως, Η Γυμναστική. Τεύχος Α', Αθήνα 1912 σ 70-72.

109. Ι. Χρυσάφης, "Μελέτη περί γυμναστικής", ΠΑΕΑ 1 (1898-9), σ. 298.

Σελ. 74
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/49/gif/75.gif&w=600&h=91532. Κουλούρη, Αθλητισμός

άσκηση (συνδρομή σε γυμναστήριο και κατάλληλα ρούχα)110. Η γυμναστική ανήκε άλλωστε στα μαθήματα εκείνα που υποτιμώνταν αφενός από τους μαθητές -λόγω της διαδικασίας βαθμολόγησής τους κυρίως- και αφετέρου από τους άλλους καθηγητές της μέσης εκπαίδευσης, που αντιμετώπιζαν τους γυμναστές ως υποδεέστερους. Είναι χαρακτηριστικό ότι σύμφωνα με τη στατιστική του 1911, υπήρχαν μόλις 40 γυμναστές σε ένα σύνολο 1.511 δασκάλων και καθηγητών, ενώ οι δαπάνες για τη γυμναστική ανέρχονταν σε 57.600 δρχ. τη στιγμή που για τα γραφικά έξοδα των σχολείων του κράτους διαθέτονταν 46.645 δρχ.111.

Και οι φοιτητές όμως δεν ανταποκρίθηκαν, όπως φαίνεται, στην υποχρεωτική παρακολούθηση της γυμναστικής που επέβαλλε ο νόμος ,ΒΧΚΑ'. Την πρώτη χρονιά εφαρμογής του μέτρου (1899-1900), "ενεγράφησαν [στο Ακαδημαϊκό Γυμναστήριο] -αναγκασθέντες υπό του νόμου προφανώς- εν όλω πεντακόσιοι φοιτηταί, εκ των οποίων 67 πρωτοετείς και 32 δευτεροετείς μόνον εφοίτησαν, 50 δε τριτοετείς και τελειόφοιτοι. Και εις τας εξετάσεις προσήλθον 65 δευτεροετείς -διότι πάλιν εξηναγκάσθησαν υπό του νόμου, ο οποίος ως γνωστόν υποχρεοί τους δευτεροετείς μόνον- δηλαδή 33 επί πλέον, οι οποίοι διά πρώτην φοράν κατά την ημέραν των αγώνων επάτησαν το πόδι των εις το Γυμναστήριον"112. Το 1907 μάλιστα, ξέσπασαν βίαια επεισόδια που προκάλεσαν την επέμβαση της αστυνομίας, όταν οι φοιτητές αντέδρασαν στη νέα διάταξη που επέβαλλε ως απαραίτητη προϋπόθεση για την προσέλευση στις εξετάσεις την υποχρεωτική ανεξαιρέτως παρακολούθηση των μαθημάτων της γυμναστικής στο Ακαδημαϊκό Γυμναστήριο. Τα επεισόδια αυτά έμειναν γνωστά ως τα "Γυμναστικά"113.

Η γενική διαπίστωση των γυμναστών, συνεπώς, και γενικότερα όσων ενδιαφέρονταν για τη διάδοση της γυμναστικής στη νεολαία ήταν ότι "η γυμναστική και ο αθλητισμός παρημελήθησαν μέχρι τινός. [...] παρά τω λαώ και τη νεολαία δεν

————————————

110. «"Καινούριες μόδες κι' αυτές τώρα· γυμναστικές, τρεχάματα, σκίσιμο βρακιών και στραπατσάρισμα ρούχων, δραχμές κάθε μήνα στους Συλλόγους, φανέλλες και παπούτσια κι' από διάβασμα ας πη κι' άλλος. Πρόοδος κι' αυτή! Εμείς βρε αδερφέ στον καιρό μας δεν είχαμε τέτοιους μπελάδες και δεν εχαθήκαμε πάλι!", ανακράζεις εν οργή και δικαία αγανακτήσει αγαθέ μου pater familiae». Ι. Χρυσάφης, "Η Γυμναστική. Αφιερούται εις τους Έλληνας γονείς", ΠΑΕΑ 1 (1898-9), σ. 153.

111. [Ι. Ε. Χρυσάφης], ό.π., σ. 36-37.

112. ΠΑΕΑ 2 (1899-1900), σ. 182. Σύμφωνα με το Β.Δ. "Περί εξετάσεων εις την γυμναστικήν των δευτεροετών φοιτητών του Εθνικού Πανεπιστημίου και των μαθητών της Β' τάξεως της Σχολής των Βιομηχάνων Τεχνών" (31 Ιαν. 1900), οι φοιτητές που δεν είχαν υποστεί εξετάσεις στη γυμναστική δεν μπορούσαν να προσέλθουν στις πτυχιακές εξετάσεις. Υπουργείον των Εκκλησιαστικών και της Δημοσίας Εκπαιδεύσεως, Η Γυμναστική..., ό.π., σ. 102-105.

113. Βλ. Ελ. Σκιαδάς, 100 χρόνια νεώτερη ελληνική ολυμπιακή Ιστορία. Επιτροπή Ολυμπιακών Αγώνων 1896-1996, Αθήνα 1996, σ. 185-188.

Σελ. 75
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/49/gif/76.gif&w=600&h=91532. Κουλούρη, Αθλητισμός

έτυχον υποδοχής οίαν ήλπιζέ τις"114. Η αιτία ανευρίσκεται στη λανθασμένη και στρεβλή ιδέα που υπήρχε ως προς το χαρακτήρα και τους στόχους της σωματικής άσκησης. Ο Άγγελος Φέτσης, γυμναστής στο Βαρβάκειο και εκδότης ενός από τα πρώτα αθλητικά περιοδικά, της Νίκης, έγραφε το 1909: "ο λαός μέχρις εσχάτων και νυν έτι ουδέν άλλο εφρόνει περί γυμναστικής και γυμναστηρίου ή ότι χρησιμεύουσι προς εκμάθησιν ακροβατικών τινών κινήσεων χρησίμων τοις αγοραίοις θαυματοποιοίς"115.

ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΕΣ ΓΥΜΝΑΣΤΕΣ

Η κριτική αυτή προέρχεται κατά κανόνα από εκείνους που ασχολούνταν επαγγελματικά με τη γυμναστική, είτε διδάσκοντας σε σχολεία είτε εργαζόμενοι στα γυμναστήρια των αθλητικών συλλόγων. Η κανονική λειτουργία της Σχολής Γυμναστών αλλά και η αλλαγή στην αντιμετώπιση της γυμναστικής που επιταχύνθηκε και επιβεβαιώθηκε με τους Ολυμπιακούς του 1896, επέτρεψαν στα τέλη του αιώνα τη δημιουργία στους λειτουργούς της γυμναστικής μιας επαγγελματικής συνείδησης. Έτσι, το 1899 ιδρύθηκε ο Σύνδεσμος των Ελλήνων Γυμναστών "σκοπόν έχων την διαρρύθμισιν Ελληνικού Γυμναστικού Συστήματος και την προαγωγήν του γυμναστικού κλάδου"116. Η Ποδηλατική και Αθλητική Επιθεώρησις της Ανατολής σχολιάζει το γεγονός:

"Ομολογουμένως ήτο απαραίτητος η ίδρυσις του Σωματείου τούτου προς υποστήριξιν των δικαίων αξιώσεων των καλών τούτων δημοσίων υπαλλήλων, προς ους τοιαύτην αστοργίαν η Πολιτεία απέδειξεν, αποστερήσασα αυτούς πασών των κατά χρονικάς περιόδους υλικών αποζημιώσεων άστινας εις τους λοιπούς υπαλλήλους αυτής παρέχει, και παραχωρούσα μόνον γλίσχρον τι μισθάριον, μη επαρκούν ούτε προς ευπρεπή ενώπιον των μαθητών των παρουσίαν"117.

Στις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα, η εκπαίδευση των γυμναστών διέπεται πλέον από κανονικότητα και συνέχεια. Η Σχολή Γυμναστών που είχε ιδρυθεί το 1899 λειτούργησε κανονικά ως το 1916-1917 και παρήγαγε 209 γυμναστές118. Το 1918, η Σχολή μετασχηματίστηκε σε Διδασκαλείο Γυμναστικής,

————————————

114. Άγγ. Ι. Φέτσης, «Η "Νίκη" προς τους φιλάθλους αναγνώστας αυτής», περ. Η Νίκη, έτος Α', αρ. 1, Ιαν. 1909, σ. 2.

115. Στο ίδιο.

116. ΠΑΕΑ 1 (1898-9), σ. 327. Πρόεδρος εξελέγη ο Σωτ. Πέππας, τότε διευθυντής του Κεντρικού Γυμναστηρίου, ενώ πάρεδρο μέλος ήταν η Κατίνα Αθανασίου, καθηγήτρια της γυμναστικής στο Αρσάκειο. Πβ. και το καταστατικό της "Ενώσεως Ελλήνων Γυμναστών εν Αθήναις", ΦΕΚ Α' 163, 21 Ιουνίου 1904.

117. Στο ίδιο.

118. Δ. Αντωνίου, ό.π., τ. Α', σ. 40. Διευθυντής ήταν ο Σ. Πέππας.

Σελ. 76
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/49/gif/77.gif&w=600&h=91532. Κουλούρη, Αθλητισμός

τριετές για τα αγόρια και διετές για τα κορίτσια, κατά το πρότυπο του γυμναστικού Ινστιτούτου της Στοκχόλμης119. Το πρόγραμμα διδασκαλίας αντανακλά ακριβώς τις εξελίξεις ως προς το περιεχόμενο της γυμναστικής εκπαίδευσης, περιλαμβάνοντας -πέρα από γνώσεις που περιέχονταν ήδη στα προγράμματα της Σχολής Γυμναστών- "μηχανική και φυσιολογία των ασκήσεων", "ορθοπεδική και θεραπευτική γυμναστική, τρίψι και κινησιοθεραπεία", "προσκοπισμό". Η γυμναστική συνεπώς παύει να νομιμοποιείται αποκλειστικά μέσω της συμβολής της στη στρατιωτική προετοιμασία αλλά προσκτάται το κύρος της επιστημονικής γνώσης, συνδεόμενη με την παιδαγωγική και την Ιατρική.

Η γυμναστική εμφανίζεται να έχει τόσο προληπτική όσο και θεραπευτική ισχύ για πολλά νοσήματα. Κυρίαρχη είναι η άποψη για την προληπτική της χρησιμότητα, ιδίως ως προς νόσους που συνοδεύονται από υψηλά ποσοστά θνησιμότητας όπως π.χ. η φυματίωση120. Η θεραπευτική γυμναστική ήταν γνωστή στην Ελλάδα από τις αρχές του 20ού αιώνα. Το Μάιο του 1901 είχε εισαχθεί η θεραπεία των διαστροφών της σπονδυλικής στήλης και των δυσμορφιών του κορμού μέσω της γυμναστικής στο γυμναστήριο του Πανελληνίου121. Η καινοτομία αυτή βρήκε θετική ανταπόκριση στην κοινωνία της εποχής, όπου ήδη εμφανιζόταν κυρίαρχος ο λόγος περί υγείας του σώματος. Στην εφημερίδα Καιροί το άρθρο με τίτλο "Όχι πλέον καμπούρηδες" τονίζει τα αγαθά της μεθόδου:

"Το ζήτημα είναι ότι η καμπούρα θεραπεύεται και ότι αν αφήσωμεν οι Αθηναίοι την πολιτικήν των σύρτα φέρτα από το γραφείον εις το καφφενείον, ημπορούμεν να αποκτήσωμεν ωραία κορμιά, μέσα εις ένα γυμναστήριον, ότι αν ευρεθή κάποιος να εδρεύση ένα ορθοπεδικόν τοιούτον και διά τας δεσποινίδας, όπως υπάρχουν εις την Ευρώπην, τα ωραία σώματα των Ατθίδων δεν θα είνε σπάνια και ότι μαζί με την καμπούραν θα λείψουν από τον τόπον μας τα κινεζικώς κιτρινόχροα πρόσωπα παιδιών, νεανίδων, ανθρώπων, που διατρέχουν την ηλικίαν του σφρίγους και του κάλλους"122.

Με το νόμο του 1918, ρυθμίστηκε και η γυμναστική εκπαίδευση των γυναικών, εφόσον στο διετές Διδασκαλείο θηλέων προετοιμάζονται για δασκάλες της γυμναστικής στα σχολεία μέσης εκπαίδευσης των θηλέων. Οι διαφορές μεταξύ των δύο τμημάτων του Διδασκαλείου -αγοριών και κοριτσιών- εντοπίζονται στα αντικείμενα της διδασκαλίας, τα οποία προσαρμόζονται αντίστοιχα στην

————————————

119. Στο Διδασκαλείο γίνονταν δεκτοί κάτοχοι απολυτηρίου γυμνασίου ή άλλου ισότιμου σχολείου και οι απόφοιτοι του διορίζονταν ως καθηγητές γυμναστικής στα σχολεία της μέσης εκπαίδευσης: στο ίδιο, τ. Β', σ. 300-303. Διευθυντής ήταν ο Ι. Χρυσάφης. Το 1920 το Διδασκαλείο της Γυμναστικής έγινε διτάξιο για αγόρια και κορίτσια: στο ίδιο, τ. Β', σ. 354.

120. Πβ. Κ. Α. Οικονομίδης, "Υγεία και μακροβιότης", ΠΑΕΑ 1 (1898-9), σ. 205-206, 305-306.

121. Πανελλήνιος Γυμναστικός Σύλλογος, Επετηρίς 1902-1903, Αθήνα 1903, σ. 12.

122. εφ. Καιροί, 1901. Το άρθρο υπογράφεται με τα αρχικά Δημ. Δημ.

Σελ. 77
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/49/gif/78.gif&w=600&h=91532. Κουλούρη, Αθλητισμός

ανδρική και τη γυναικεία "φύση" και τον κοινωνικό ρόλο κάθε φύλου. Από την εκπαίδευση των γυμναστριών απουσιάζει συνεπώς κάθε γνώση σχετική με τη στρατιωτική προετοιμασία, ενώ προστίθεται η "νοσηλευτική και παιδοκομία".

Το Διδασκαλείο γυμναστικής μετέχει και στην αθλητική δραστηριότητα, εφόσον "λογίζεται ως φίλαθλον αθλητικόν σωματείον", εκπροσωπείται στο Σύνδεσμο των Ελληνικών Αθλητικών και Γυμναστικών Σωματείων και μετέχει στους Πανελλήνιους και Ολυμπιακούς αγώνες123.

ΓΥΜΝΑΣΤΙΚΗ ΚΑΙ ΣΤΡΑΤΟΣ

Σε επίπεδο θεσμών, εκτός από το σχολείο, ο στρατός αποτελεί επίσης ένα χώρο όπου κατεξοχήν αναπτύχθηκε και καλλιεργήθηκε η σωματική άσκηση. Η σύντομη ανασκόπηση που προηγήθηκε έδειξε εξάλλου τις πολλαπλές εξαρτήσεις του εκπαιδευτικού από το στρατιωτικό θεσμό ως προς τη σωματική άσκηση: α') οι στόχοι και το περιεχόμενο της σχολικής γυμναστικής προσαρμόζονται στη στρατιωτική προετοιμασία του έθνους· β') οι διδάσκαλοι της γυμναστικής, ελλείψει εξειδικευμένων, προέρχονται για πολλές δεκαετίες από το στράτευμα. Αντίστοιχα μπορούμε να ανιχνεύσουμε τις, ασθενέστερες, εξαρτήσεις του στρατού από το σχολείο: η πρόοδος της σχολικής γυμναστικής, έτσι ώστε να αναδειχθεί και να αναγνωρισθεί ως επιστημονική γνώση, επιτρέπει την εισαγωγή της στη στρατιωτική εκπαίδευση. Το 1890 εκδόθηκαν από το Υπουργείο Στρατιωτικών δύο εγχειρίδια, ένα για τη γυμναστική και ένα για την οπλομαχητική, πιστές μεταφράσεις των αντίστοιχων γαλλικών124. Το μεν εγχειρίδιο της γυμναστικής περιείχε κανονισμούς εφαρμοσμένης γυμναστικής, γυμναστικής ευκαμψίας, κολύμβησης, πυγμαχίας, ραβδομαχίας, το δε εγχειρίδιο της οπλομαχητικής τη διδασκαλία του ξίφους ασκήσεως και της σπάθης.

Παρόλο που τα συγκεκριμένα εγχειρίδια είχαν την έγκριση του Υπουργείου Στρατιωτικών και προορίζονταν κατεξοχήν για το στράτευμα, η οπλομαχητική δεν αφορούσε αποκλειστικά στη στρατιωτική εκπαίδευση. Ο ίδιος ο Ν. Πύργος, που μετέφρασε αυτά τα δύο εγχειρίδια, είχε εκδώσει από το 1872 τη δική του Οπλομαχητική, που αποτελούσε εράνισμα από γαλλικά αντίστοιχα βιβλία. Η οπλομαχητική, που συνίστατο στην ξιφασκία και τη σπαθασκία, δεν απευθυνόταν μόνο στους αξιωματικούς αλλά θεωρούνταν απαραίτητη για τη λύση ζητημάτων τιμής μέσω της μονομαχίας125.

————————————

123. Δ. Αντωνίου, ό.π., τ. Β', σ. 319.

124. Εγχειρίδιον γυμναστικής εγκεκριμένον υπό του Κου επί των Στρατιωτικών Υπουργού, Αθήνα 1890· Εγχειρίδιον οπλομαχητικής εγκριθέν υπό του Κου επί των Στρατιωτικών Υπουργού, Αθήνα 1890. Μεταφραστής ήταν ο Ν. Πύργος.

125. Βλ. εδώ, σ. 98.

Σελ. 78
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/49/gif/79.gif&w=600&h=91532. Κουλούρη, Αθλητισμός

Μεμονωμένες περιπτώσεις εισαγωγής της γυμναστικής στο στρατό επισημαίνονται στο τέλος της δεκαετίας του 1890, όταν στο δεύτερο πυροβολικό σύνταγμα καταρτίζεται εξοπλισμένο γυμναστήριο ενώ οργανώνονται και αγώνες μεταξύ των στρατιωτών126. Η επιχειρηματολογία που συνοδεύει αυτή την πρωτοβουλία εναρμονίζεται πλήρως με τον κυρίαρχο πλέον λόγο για την εθνική σκοπιμότητα της σωματικής άσκησης των νέων γενικά και την ηθική ωφέλεια από την κατανάλωση του ελεύθερου χρόνου με αθλητικές δραστηριότητες.

"Η Γυμναστική εισαγομένη εις τον στρατόν θα αποδώση εις αυτόν τον προορισμόν του και θα αναβιβάση αυτόν εις την περιωπήν, αφ' ης πολλά λάθη πολιτικά και εθνικαί ατυχίαι τον κατεβίβασαν. Εν τη σωματική ασκήσει ο στρατιώτης θα εύρη την προσήκουσαν κατά τας ώρας της σχολής τέρψιν και θ' αποκτήση την χάριν και την ευκαμψίαν και την εξωτερικήν επίδειξιν, ήτις θα χαρακτηρίση αυτόν λεβέντην και παλληκαρόπουλο και όχι κουφόνι και μπαρμπάτσικο. Εν αυτή θ' ανεύρη νέον και άγνωστον είδος ψυχαγωγίας ανυψούν το φρόνημα, εδραιούν την πειθαρχίαν, εμβάλλον αυτοπεποίθησιν, δημιουργούν τον στρατιωτικόν χαρακτήρα και απεργαζόμενον την εθνικήν ανατροφήν"127.

Χάρη στη γυμναστική, ο στρατιώτης θα διοχετεύσει τον ελεύθερο χρόνο του -ο οποίος συνήθως σφραγίζεται από "θλίψιν και ανίαν"- σε μια υγιεινή και σύμφωνη με τους κανόνες της ηθικής δραστηριότητα, και όχι στην οινοποσία ή σε επικίνδυνες συναναστροφές "εν τοις γνωστοίς καταγωγείοις συμφυρμού των οπλιτών"128.

Αλλά και στο μέτωπο, στα χρόνια του πολέμου, θεωρείται ότι "η καλλιτέρα, η πρακτικωτέρα και η ευγενεστέρα ψυχαγωγία διά τον Στρατιώτην είναι να καταγίνεται ούτος εις τας αθλητικάς ασκήσεις και τας αγωνιστικάς παιδιάς"129. Τα χρόνια 1921-1922 στη Μ. Ασία διοργανώνονται αγώνες μεταξύ των στρατιωτών, πολλοί από τους οποίους ανήκουν σε αθλητικούς συλλόγους του ελληνικού κράτους, και των αθλητών των συλλόγων της Σμύρνης130.

Το 1911 η γαλλική στρατιωτική αποστολή που μετακλήθηκε για την εκπαίδευση των ελλήνων στρατιωτών ανέθεσε σε ειδική επιτροπή, με εισηγητή τον Ι. Χρυσάφη, τη σύνταξη νέου κανονισμού γυμναστικής για το στρατό. Ο κανονισμός αυτός ετοιμάστηκε την ίδια χρονιά με βάση το πρόγραμμα της γυμναστικής για τα σχολεία, που είχε δημοσιευθεί το 1909, και που εισήγαγε το σουηδικό γυμναστικό σύστημα. "Τότε το πρώτον εδοκιμάσθη και παρ' ημίν", γράφει ο Ι.

————————————

126. ΠΑΕΑ 1 (1898-9), σ. 150· 2 (1899-1900), σ. 14-16.

127. Στο ίδιο 1 (1899-1900), σ. 15.

128. Στο ίδιο.

129. περ. Η Νίκη 3 (1922), σ. 13.

130. Πρόκειται για αθλητικούς και ποδοσφαιρικούς αγώνες. Βλ. ενδεικτικά Η Νίκη 3 (1922), σ. 12-13, 104-105, 120-121.

Σελ. 79
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/49/gif/80.gif&w=600&h=91532. Κουλούρη, Αθλητισμός

Χρυσάφης131, "η κοινή συνεργασία διά την σωματικήν αγωγήν σχολείου και στρατεύματος".

Η σχέση σχολείου και στρατού μπορεί εξάλλου να ανιχνευθεί και στο επίπεδο του δημόσιου συμβολικού λόγου, αυτού που αρθρώνεται στις σχολικές παρελάσεις, τους επετειακούς εορτασμούς, τις γυμναστικές επιδείξεις και τους σχολικούς αγώνες. Οι τελετουργικές πρακτικές, που χαρακτηρίζουν άλλωστε γενικότερα τις δημόσιες επετειακές αλλά και τις αθλητικές εκδηλώσεις, χρησιμεύουν στη δημιουργία μιας "ισχυρής συλλογικής αναπαράστασης της κοινωνικής και πολιτικής τάξης", η οποία στηρίζεται σε μια συμβολική γλώσσα και επικαλείται τη νομιμοφροσύνη των πολιτών132. Για την εκπαίδευση ειδικότερα, είναι προφανής η φρονηματιστική λειτουργία του συμβολικού λόγου των δημόσιων σχολικών εκδηλώσεων καθώς και το περιεχόμενο και οι ιδεολογικές συνδηλώσεις του. Ενδεικτική είναι η περιγραφή του σχολικού εορτασμού της 25 Μαρτίου 1900:

"Κατά την 25 Μαρτίου 165.000 αγνοί ελληνόπαιδες επλημμύρισαν τους ναούς και οιονεί καταθέσαντες τον όρκον της προς την πατρίδα αγάπης προσηυχήθησαν με την άδολον ψυχήν των υπέρ του μεγαλείου αυτής, μεθ' ο εν στρατιωτική τάξει και εν πατριωτικοίς άσμασι παρήλασαν εις τας πόλεις, κώμας και τα χωρία διαπιστούντες ότι η γενεά αυτών έσται κρείσσων των προγενεστέρων. Η προ της Μητροπόλεως δε των Αθηνών παράταξις πέντε μυριάδων μαθητών των δημοτικών σχολείων με τας σημαίας και τα τύμπανά των και η μετά πατριωτικών ασμάτων διέλευσις αυτών με ήθος και βάδισμα στρατιωτικόν διά των κυριωτέρων της πόλεως οδών ανερρίπισε τας χρηστάς περί του μέλλοντος της πατρίδος ελπίδας, ας ατυχούς πολέμου έκβασις είχε μοιραίως συναρπάση"133.

Οι ίδιες σκοπιμότητες, που υπαγορεύουν τη συναρμογή εκπαιδευτικού και στρατιωτικού προτύπου, επιτρέπουν στα τέλη του αιώνα την υπαγωγή του εκκλησιαστικού στον εθνικό λόγο. Δεν πρόκειται απλώς για την αναγνώριση της προτεραιότητας της εθνικής έναντι της θρησκευτικής αγωγής στο πλαίσιο του εκπαιδευτικού συστήματος, διεργασία που φαίνεται να έχει ολοκληρωθεί μέσα

————————————

131. [Ι. Ε. Χρυσάφης], ό.π., σ. 54. Είχε προηγηθεί ο νόμος ,ΓΥΒ' "περί στρατιωτικής προπαιδεύσεως" το 1909, που όριζε την τριετή προετοιμασία πριν από την κατάταξη στο στρατό με ασκήσεις γυμναστικής και σκοποβολής, ο οποίος παρέμεινε ανεφάρμοστος. Το 1906, εξάλλου, είχε αποφασιστεί η ίδρυση στρατιωτικής σχολής γυμναστών. Π. Μανιτάκης, ό.π., σ. 195, 197-8, και Σ.Ω.Β., Χρονικά..., ό.π., σ. 42.

132. Βλ. John Hargreaves, Sport, Power and Culture. A Social and Historical Analysis of Popular Sports in Britain, Καίμπριτζ 1986, σ. 12.

133. "Η Δημοτική Εκπαίδευσις εν Ελλάδι κατά το 1900", Εθνική Αγωγή 4 (1901), σ. 3-4. Πβ. και "Περί καθιερώσεως ημέρας εορτής της Εθνικής Σημαίας καθ' άπαντα τα σχολεία των αρρένων του Κράτους (22 Σεπτεμβρίου 1908)", Παιδαγωγικόν Δελτίον 4 (1910), σ. 227-229.

Σελ. 80
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/49/gif/81.gif&w=600&h=91532. Κουλούρη, Αθλητισμός

στη δεκαετία του 1880 134. Πρόκειται για την αποδοχή της προτεραιότητας των εθνικών, ελλαδοκεντρικών, συμφερόντων από τους ίδιους τους εκπροσώπους της Εκκλησίας. Παρόλο που το ζήτημα απαιτεί μεγαλύτερη διερεύνηση, είναι χαρακτηριστικές οι απόψεις του Νεκτάριου Πενταπόλεως για τη γυμναστική. Με βάση τη διαπίστωση ότι "ου καιρός του καθεύδειν αλλά του γρηγορείν, μη άλλοι ανθ' ημών στήσωσι τα τρόπαια εν τη Ανατολή, ήτις κλήρος έλαχε τη Ελλάδι"135, θεωρεί τη σωματική άσκηση ως μέσο επίτευξης των εθνικών στόχων. Η σύμμετρη ανάπτυξη της ψυχής και του σώματος, που υποστηρίζει, έρχεται προφανώς σε αντίθεση με τον μέχρι πρότινος κυρίαρχο λόγο της Εκκλησίας ως προς την προτεραιότητα της ψυχικής καλλιεργείας και την ασημαντότητα της σάρκας.

Η αλλαγή αυτή επιβεβαιώνει μια βαθύτερη στροφή που έχει συντελεστεί στον τομέα των ηθών και των νοοτροπιών ως το γύρισμα του 19ου αιώνα. Στις αρχές του αιώνα μας, η αξία της σωματικής άσκησης έχει πλέον εδραιωθεί με μια σειρά από επιχειρήματα κοινά σε ολόκληρη την Ευρώπη που ζούσε την προετοιμασία και την εμπειρία του Μεγάλου Πολέμου. Εθνικές διεκδικήσεις που θέτουν το γυμνασμένο σώμα στην υπηρεσία της πατρίδας, ιδεολογικοί μετασχηματισμοί που αναδεικνύουν το νέο ανδρικό ιδεώδες, σωματικό πλέον παρά πνευματικό, νέες αισθητικές αντιλήψεις ως προς το κάλλος, νομιμοποίηση των σπορ ως στοιχείου της ψυχαγωγίας μιας ανερχόμενης αστικής τάξης, συμπλέουν με τη νομοθετική κατοχύρωση του μαθήματος της γυμναστικής στην Ελλάδα ως απαραίτητου στοιχείου για τη διάπλαση της νεότητας. Γύρω από το σχολικό θεσμό δεν αναπτύσσεται μόνο η σχετική επιχειρηματολογία για τη φυσική αγωγή και τη σκοπιμότητα της· οργανώνεται επίσης ένα δίκτυο ανθρώπων και θεσμών που ασχολούνται αποκλειστικά ή κατεξοχήν με τον αθλητισμό και τη γυμναστική. Οι άνθρωποι αυτοί είναι οι ίδιοι νέοι, όπως εκείνοι που αναλαμβάνουν την ίδρυση αθλητικών συλλόγων, ή ενδιαφέρονται για την άσκηση -και εν τέλει τη διαπαιδαγώγηση- των νέων. Κάποιοι είναι γυμναστές, οι οποίοι αποκτούν επαγγελματική συνείδηση από την καμπή του 19ου αιώνα, άλλοι εκπαιδευτικοί και άλλοι, τέλος, εκπρόσωποι της αθηναϊκής ελίτ, που εντάσσουν και τον αθλητισμό στη δημόσια δράση τους. Ο χώρος αυτός, που αναπτύσσεται έξω από και δίπλα στο σχολείο, αποκτά τη δική του δυναμική, κατά παράδοξο τρόπο μέσα από μια νομοθεσία που αφορά πρωτίστως στην εκπαίδευση (το νόμο ,ΒΧΚΑ' του 1899) και σε άμεση εξάρτηση από την κρατική εξουσία. Αυτό ισχύει εντούτοις για ένα μέρος της αθλητικής δραστηριότητας, εκείνο που συνδέεται με τη γυμναστική και τον κλασικό αθλητισμό. Τα σπορ έχουν τη δική τους κοινωνική και ιδεολογική

————————————

134. Βλ. Χριστίνα Κουλούρη, Ιστορία και γεωγραφία, στα ελληνικά σχολεία (1834-1914). Γνωστικό αντικείμενο και ιδεολογικές προεκτάσεις. Ανθολόγιο κειμένων - Βιβλιογραφία σχολικών εγχειριδίων, Αθήνα, Ι.Α.Ε.Ν., 1988, σ. 68-88.

135. Πενταπόλεως Νεκτάριος, "Περί γυμναστικής", Ελληνισμός 4 (1901), σ. 318-322.

Σελ. 81
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/49/gif/82.gif&w=600&h=915 32. Κουλούρη, Αθλητισμός

λειτουργία, σε σχέση πάντως αν όχι με τη διάπλαση, οπωσδήποτε με την ψυχαγωγία της νεότητας.

ΕΙΚΟΝΑ

4. Οι πρωταθλητές της Γυμναστικής Εταιρείας Πατρών (1910).

Σελ. 82
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/49/gif/83.gif&w=600&h=91532. Κουλούρη, Αθλητισμός

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄

Ακροβάτες, γυμναστές και ολυμπιονίκες:

Από τους λαϊκούς αγώνες στην επιδίωξη του ρεκόρ

ΑΓΩΝΙΣΤΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΚΑΙ ΠΛΑΝΟΔΙΟΣ ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΣ

Οι μέχρι σήμερα ιστορικές προσεγγίσεις της άθλησης και των σπορ ταλαντεύονται μεταξύ δύο ερμηνευτικών εκδοχών: αφενός, την ιστορική συνέχεια του αθλητικού φαινομένου από την παραδοσιακή στη σύγχρονη κοινωνία η αφετέρου, την εμφάνισή του σε σχέση με την ανάδυση της βιομηχανικής κοινωνίας. Η πρώτη εκδοχή -η οποία συνήθως αντιμάχεται το ιστορικό πρωτείο της Βρετανίας- υποστηρίζει την ομαλή μετάβαση από τα παραδοσιακά παιχνίδια στα σύγχρονα σπορ (π.χ. ότι το τέννις προέρχεται, στη Γαλλία, από το γαλλικό παιχνίδι paume). Η δεύτερη εκδοχή θεωρεί, αντίθετα, ότι τα σπορ αποτελούν φαινόμενο νεοτερικό, αναπόσπαστα συνδεδεμένο με την αστικοποίηση και τη βιομηχανική κοινωνία. Σύμφωνα με τη δεύτερη εκδοχή, μια σειρά από ουσιώδη χαρακτηριστικά διακρίνουν τα σπορ από τα παραδοσιακά παιχνίδια. Το σημαντικότερο είναι ότι, ενώ τα παραδοσιακά παιχνίδια εντάσσονται σε έναν ευρύτερο κύκλο εορτασμού και διασκέδασης, συνήθως θρησκευτικού χαρακτήρα, τα σπορ διακρίνονται για την αυτονομία τους. Οι αθλητικές συναντήσεις πολύ γρήγορα αποκτούν το δικό τους ημερολόγιο, ανεξάρτητο από θρησκευτικά και πολιτικά γεγονότα. Σε αντίθεση, εξάλλου, με τα παραδοσιακά παιχνίδια, τα σπορ "υπακούουν σε αυστηρούς κανόνες, που εφαρμόζονται ενιαία και ομοιόμορφα από τους μετέχοντες σε χώρους προσδιορισμένους και κατάλληλους"1. Σύμφωνα με τον ορισμό που έδωσε το 1968 ο Michel Bouet, "τα σπορ είναι μια θεσμοποιημένη δραστηριότητα της σχόλης, με πρωταρχική συμμετοχή του σώματος, στηριγμένη σε αυστηρά εξειδικευμένες δομές, η οποία ασκείται ανταγωνιστικά και ως αυτοσκοπός, με βασική επιδίωξη την επίτευξη της επίδοσης"2. Ωστόσο, ακόμη κι αν υιοθετήσουμε

————————————

1. R. Hubscher - J. Durry - Β. Jeu (εκδ.), L'histoire en mouvements. Le sport dans la société française (XIXe-XXe siècle), Παρίσι, Armand Colin, 1922, σ. 11.

2. Ο ίδιος ο Pierre de Coubertin είχε δώσει το 1922 τον ακόλουθο ορισμό των σπορ: "Τα σπορ είναι η καθ' έξιν και οικειοθελής καλλιέργεια της έντονης μυϊκής άσκησης, που στηρίζεται στην επιθυμία της προόδου και μπορεί να φτάσει ως τον κίνδυνο". Και οι δύο ορισμοί, στο ίδιο, σ. 10.

Σελ. 83
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/49/gif/84.gif&w=600&h=91532. Κουλούρη, Αθλητισμός

τη δεύτερη εκδοχή -που είναι άλλωστε και η θέση αυτής της μελέτης- και θεωρήσουμε ότι οι δύο μορφές σωματικής δραστηριότητας έχουν τελείως διαφορετικούς στόχους γιατί ανταποκρίνονται σε διαφορετικά στάδια της εξέλιξης της κοινωνίας, δεν θα πρέπει να παραγνωρίσουμε το γεγονός ότι συχνά συνυπάρχουν και μάλιστα στο πλαίσιο της ίδιας εορταστικής ευκαιρίας. Συχνότερα πάντως συμπίπτουν στο χρόνο αλλά όχι στον τόπο: ακολουθούν δύο παράλληλες, ανεξάρτητες πορείες που ανταποκρίνονται κατά κανόνα στο διαχωρισμό πόλης και υπαίθρου, λαϊκών και μεσοαστικών στρωμάτων.

Εξετάζοντας συνεπώς την εμφάνιση των σπορ στην Ελλάδα τον 19ο αιώνα, θα πρέπει καταρχάς να διερευνήσουμε εάν και κατά πόσο αποτελούν συνέχεια παιχνιδιών και αναμετρήσεων σωματικής ρώμης που προϋπήρχαν στο πλαίσιο της παραδοσιακής ελληνικής κοινωνίας· αν τα σύγχρονα σπορ εξοβελίζουν, ενσωματώνουν ή συνυπάρχουν με τις παραδοσιακές μορφές άθλησης· αν και πώς η εμφάνιση και εξάπλωσή τους συνδέονται με τον εκσυγχρονισμό της ελληνικής κοινωνίας και την άνοδο της αστικής τάξης. Μας ενδιαφέρει επιπλέον να περιγράψουμε τη διαδικασία θεσμοποίησης των σπορ και του αθλητισμού γενικότερα, την κωδικοποίηση των κανόνων που διέπουν τη διεξαγωγή τους, τις κοινωνικές και πολιτικές παραμέτρους που διατρέχουν την οργάνωσή τους.

Η ατελής γνώση της λαϊκής διασκέδασης τόσο στον αγροτικό όσο και στον αστικό χώρο δεν μας επιτρέπει να τεκμηριώσουμε επαρκώς τις υποθέσεις της μετάβασης, της αλλαγής ή της συνέχειας. Η έλλειψη μελετών ή η σιωπή των πηγών δεν μεταφράζεται προφανώς σε ιστορική παθητικότητα. Οι σκόρπιες πληροφορίες που υπάρχουν φανερώνουν ότι στο πλαίσιο των πανηγυριών που γίνονταν με την ευκαιρία κάποιας θρησκευτικής γιορτής διεξάγονταν και αθλητικοί αγώνες. Οι αγώνες συνήθως περιλάμβαναν το πήδημα, το τρέξιμο, την πάλη, το δρόμο με άλογο, το σημάδι, το λιθάρι. Στους νικητές δίνονταν χρηματικά βραβεία και συλλέγονταν και με δίσκο εισφορές από το κοινό. Οι αγωνιζόμενοι ανήκαν σε κατώτερα κοινωνικά στρώματα, κάποιοι μάλιστα -σε περιοχές υπό οθωμανική κυριαρχία- ήταν δούλοι οθωμανών αρχόντων. Στα πανηγύρια, οι αγώνες αποτελούσαν στοιχείο ψυχαγωγίας συμπληρωματικό προς το χορό, τη μουσική, το τραγούδι. "Ο δε ανδρικός κόσμος", στο πανηγύρι των Αγίων Αντωνίων, στην Αγιά, στα μισά περίπου του 19ου αιώνα, "διήρχετο τας ώρας του ως επί το πολύ εκεί όπου ήσαν μουσικά όργανα και άσματα και χοροί, τα οποία ιδιαιτέρως είλκυον ως διά μαγείας τους νέους· ούτοι προθύμως έσπευδον εκεί χάριν ψυχαγωγίας όπως λησμονήσουν τους κόπους και τας μερίμνας του βίου ευφραινόμενοι πέριξ βαρελιού οίνου και ψητού αρνιού, και χορεύοντες υπό την σκιάν πλατάνου"3.

————————————

3. Θεόδ. Χατζημιχάλης, Ένα πανηγύρι στα χρόνια της σκλαβιάς, εισαγωγή-σχόλια-επιμέλεια Γιάννη Α. Σακελλίωνος, Αθήνα 1975, σ. 103. Ο Χατζημιχάλης άρχισε να γράφει το κείμενό του το 1926. Παρόμοιες μαρτυρίες υπάρχουν και για άλλες περιοχές. Πβ. π.χ. Γ. Α.

Σελ. 84
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/49/gif/85.gif&w=600&h=91532. Κουλούρη, Αθλητισμός

Η ένταξη των αθλητικών αγώνων στην ευρύτερη θρησκευτική εορτή, στο τοπικό πανηγύρι, προκύπτει ακόμη και από περιγραφές που, υπό την επίδραση της λαογραφικής μόδας του τέλους του 19ου αιώνα, επιδιώκουν να προβάλουν τη συνέχεια από την αρχαιοελληνική αθλητική παράδοση4.

Σε δημοτικά τραγούδια, όπου η διήγηση μας φέρνει "κοντύτερα στην καθημερινή ζωή"5, οι αναμετρήσεις στο "σπαθί" και στο "λιθάρι" μοιάζουν να ανήκουν σε τρέχουσες συνήθειες στο πλαίσιο εορτών της αγροτικής κοινωνίας:

Μια μέρα και μιαν εορτή, και μιαν λαμπρήν ημέρα,

βγήκαν να παίξουν το σπαθί, κι έριχναν το λιθάρι6.

Από τον Fauriel, τα αγωνίσματα αυτά περιγράφονται ως πολεμικές ασκήσεις, χρήσιμες για την προετοιμασία των κλεφτών για τον πόλεμο7. Είναι δύσκολο να χαράξουμε τα όρια ανάμεσα στη σκοπιμότητα και χρησιμότητα αυτών των "ασκήσεων" και το στοιχείο του παιχνιδιού που, με τη μορφή της ατομικής αναμέτρησης, εμπεριείχαν. Στις πολεμικές κοινότητες και ομάδες των αρματολών και των κλεφτών, όπου η βία ανάγεται σε αξία8, μπορούμε να υποθέσουμε πάντως ότι η διασκέδαση που επιζητούνταν ήταν συχνά βίαιη εφόσον ανήκει στο σύστημα αξιών και το πολιτισμικό πρότυπο που αυτές οι κοινότητες αναπτύσσουν. Άλλωστε, μήπως δεν ισχύει η διαπίστωση του Roger Chartier ότι "όλες οι κοινωνίες παράγουν κοινωνικές μορφές εντοπισμένες, ιδιαίτερες, συμπτωματικές, με τις οποίες αναπαριστούν τον εαυτό τους, επιδεικνύοντας και αποκρύπτοντας ταυτόχρονα τις σχέσεις που τις δομούν"9;

————————————

Μέγας, Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας, εισαγωγικό σημείωμα Μ. Γ. Μερακλής, Αθήνα, Οδυσσέας, 1988, σ. 191-192· Σταμ. Α. Αποστολάκης, Αθλητισμός και αγωνίσματα στην Κρήτη στα. χρόνια της Τουρκοκρατίας (Με σύντομη αναφορά και στα χρόνια της Κρητικής Πολιτείας), ανάτυπο από την Κρητική Εστία (περ. Δ' - τ. 2), Χανιά 1988, σ. 262 και Ν. Κ. Χριστοδούλου, Ο Γυμναστικός Σύλλογος Θεσσαλονίκης "Ο Ηρακλής" και η εξέλιξις του αθλητισμού εν Θεσσαλονίκη, Θεσσαλονίκη 1927, σ. 5-6.

4. Βλ. Γ. Δ. Παχτίκος, Ολυμπιακοί αγώνες εν Βιθυνία. Πραγματεία αναγνωσθείσα εν τω εν Αθήναις Συλλόγω των Μικρασιατών "Η Ανατολή", Αθήνα 1893. Οι αγώνες που περιγράφει ο Παχτίκος, ονομάζοντας τους ο ίδιος "Ολυμπιακούς", είναι παρόμοιοι με αυτούς που γίνονται σε άλλα πανηγύρια την ίδια εποχή. Στην περιγραφή του είναι καθαρή η προσπάθεια να αποδειχτεί η συνέχεια από την αρχαιότητα. Η μικρή (19 σελ.) μελέτη του Παχτίκου αναδημοσιεύεται σε φωτομηχανική ανατύπωση στο Παράρτημα του Δελτίου Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών{\ (1995-1996).

5. Αλ. Πολίτης (επιμ.), Κλέφτικα, Αθήνα, Ερμής, 1981, σ. 122.

6. "Η Διαμάντω", στο ίδιο, σ. 123.

7. Στο ίδιο, σ. 152-155.

8. Βλ. Σπ. Ι. Ασδραχάς, Σχόλια, Αθήνα, Αλεξάνδρεια, 1993, σ. 174.

9. "Sport, religion et violence. Débat entre A. Ehrenberg, R. Chartier et M. Auge", Esprit 125 (avril 1987), σ. 69.

Σελ. 85
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/49/gif/86.gif&w=600&h=91532. Κουλούρη, Αθλητισμός

Μετά τη δημιουργία του ελληνικού κράτους, εκτός από τους αγώνες που διεξάγονται στα επαρχιακά πανηγύρια, πλανόδιοι αθλητές, ολόκληροι θίασοι συχνά, περιοδεύουν στα αστικά κέντρα. Πρόκειται κυρίως για ακροβάτες και αθλητές της άρσεως βαρών ντυμένους με κατάσαρκα πλέγματα, που κρατούσαν μεγάλα ρόπαλα σε απομίμηση του Ηρακλή. Λόγω της εμφάνισής τους, οι θίασοι αυτοί των πλανόδιων αθλητών ονομάστηκαν συλλήβδην "ρόπαλα"10. Στην Αθήνα, έδιναν παραστάσεις τις γιορτινές μέρες ξεκινώντας από την πλατεία των ανακτόρων όπου έβγαινε για να παρακολουθήσει ο Όθων με την αυλή του. Οι παραστάσεις αυτές συνέχισαν ως τα τέλη του 19ου αιώνα τουλάχιστον αλλά φαίνεται πως σταδιακά εξέπεσαν σε θέαμα που απευθυνόταν στις κατώτερες μόνο τάξεις. Το 1887 ο Μιχαήλ Μητσάκης, κάνοντας σαφή διάκριση ως προς το είδος της διασκέδασης που επέλεγε η ανώτερη τάξη, η μέση τάξη και ο λαός (σύμφωνα με τη δική του ορολογία), εντάσσει τον πλανόδιο αθλητισμό μεταξύ των μέσων ψυχαγωγίας του "λαού": "Άλλοτε δε [ο λαός] εξίσταται προ των τολμηρών ακροβατικών γυμνασμάτων πειναλέου τινός αθλητού, ή χειροκροτεί τα θανατηφόρα πηδήματα δεκαετούς κορασίου, ή διαρρήγνυται καγχάζων προ των τερατωδών μορφασμών ειδεχθούς παληάτσου"11.

Την εποχή που ο Μητσάκης γράφει το χρονογράφημά του, τα σπορ έχουν ήδη εμφανιστεί στην ελληνική κοινωνία. Στο ίδιο κείμενο συναντούμε άλλωστε τη λέξη "σπορτ" σε μεταφορική χρήση. Στην Αθήνα λειτουργούν γυμναστήρια και έχουν ιδρυθεί οι πρώτοι αθλητικοί σύλλογοι. Καταβάλλεται ωστόσο προσπάθεια να διακριθεί η νεοτερική δραστηριότητα (γυμναστική και σπορ) από τον πλανόδιο αθλητισμό που στόχευε στο βιοπορισμό των αθλητών μέσω της παροχής ψυχαγωγικού θεάματος. Πράγματι, ενώ οι παραδοσιακές μορφές άθλησης συνυπάρχουν με τα σύγχρονα σπορ κατά τον 19ο αιώνα, είναι δύσκολο να ισχυρισθούμε ότι υπάρχει οποιαδήποτε συνέχεια μεταξύ τους. Πέρα από το στοιχείο του θεάματος και τη σχέση που αναπτύσσεται μεταξύ δρώντος και θεατή, τα οποία μπορούν να ανιχνευθούν και στις δύο περιπτώσεις, επισημαίνονται ουσιώδεις διαφορές που δημιουργούν την εικόνα μάλλον της τομής παρά της εξελικτικής σχέσης. Ο Allen Guttmann κωδικοποίησε τα χαρακτηριστικά που διακρίνουν τα νεότερα σπορ από τις παραδοσιακές σωματικές αναμετρήσεις: ισότητα, έλλειψη θρησκευτικού στοιχείου, εξειδίκευση, γραφειοκρατική οργάνωση, εξορθολογισμός, ποσοτικοποίηση, επιδόσεις (ρεκόρ)12. Για τους μετέχοντες εξάλλου, τους sportsmen, τα σπορ έχουν μια διαφορετική κοινωνική και ιδεολογική λειτουργία σε σχέση με τα παραδοσιακά παιχνίδια: παίρνουν τη μορφή του δημοκρατικού

————————————

10. Ι. Χρυσάφης, Οι σύγχρονοι διεθνείς Ολυμπιακοί αγώνες, Αθήνα 1930, σ. 30, σημ. 1.

11. Μ. Μητσάκης, "Το θέρος", στα Πεζογραφήματα, Αθήνα, Νεφέλη, 1988, σ. 79.

12. Allen Guttmann, From Ritual to Record. The Nature of Modern Sports, Νέα Υόρκη, Columbia University Press, 1978, σ. 26-55.

Σελ. 86
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/49/gif/87.gif&w=600&h=91532. Κουλούρη, Αθλητισμός

ανταγωνισμού και υπηρετούν αστικές αξίες (αξιοκρατία, ισότητα, αλληλεγγύη, υγεία).

Στην Ελλάδα του 19ου αιώνα, η εμφάνιση των σπορ δεν φαίνεται να συνδέεται με την προηγούμενη ή την παράλληλη αθλητική δραστηριότητα. Αντίθετα, τα σπορ και ο αθλητισμός εισάγονται κατά μίμηση είτε του δυτικού είτε του αρχαιοελληνικού προτύπου. Στη μεν πρώτη περίπτωση, είναι ενδεικτικό ότι η εισαγωγή τους γίνεται πρωτίστως σε περιοχές που είχαν επαφές με τη Βρετανία, όπως τα Επτάνησα, ή από ξένους που ήταν εγκατεστημένοι σε αστικά κέντρα. Η δεύτερη περίπτωση αφορά στην αναβίωση των αρχαίων αγώνων με εξέχον παράδειγμα τις Ζάππειες Ολυμπιάδες.

ΟΙ ΑΘΛΗΤΙΚΟΙ ΑΓΩΝΕΣ ΤΩΝ ΖΑΠΠΕΙΩΝ ΟΛΥΜΠΙΑΔΩΝ

Η ιδέα της αναβίωσης των αρχαίων αγώνων κυκλοφορούσε ευρύτερα από τη δεκαετία του 1830, όταν σημειώνονται και οι πρώτες αποτυχημένες απόπειρες προς αυτή την κατεύθυνση13. Η αναβίωση των αρχαίων αγώνων ανταποκρίνεται στο κυρίαρχο ιδεολογικό κλίμα στην Ευρώπη και την Ελλάδα τον περασμένο αιώνα, που εμποτίζεται με το θαυμασμό για την αρχαία Ελλάδα και το πρωτείο του παραδείγματός της. Στην Ελλάδα, ο θαυμασμός αυτός ξεπερνά κατά πολύ αρχαιολατρικές στάσεις της σύγχρονης Δυτικής Ευρώπης γιατί συνδέεται με την ίδια τη νεοελληνική ταυτότητα. Έτσι, η μίμηση των αρχαίων προγόνων θεωρείται ως απαραίτητη προϋπόθεση για την πρόοδο των νεοελλήνων απογόνων τους. Η μίμηση δεν περιορίζεται στην τέχνη ή γενικότερα την πνευματική δημιουργία αλλά περιλαμβάνει κατεξοχήν τυπολατρικά στοιχεία όπως η γλώσσα (μίμηση της αρχαίας ελληνικής μέσω της καθαρεύουσας) ή ήθη και συνήθειες των αρχαίων Ελλήνων. Μέσα σ' αυτό το ιδεολογικό κλίμα, ήταν σχεδόν αναπόφευκτο να

————————————

13. Το 1835, ο τότε υπουργός των Εσωτερικών Ιωάννης Κωλέττης πρότεινε στον Όθωνα τη διοργάνωση ετήσιων πανελλήνιων εορτών κατά το πρότυπο της αρχαιότητας (Ίσθμια, Νεμέα, Πύθια, Ολυμπιακοί) για να τιμάται η αναγέννηση της Ελλάδας με την Επανάσταση του 1821. Βλ. Κ. Αθ. Διαμαντής, Πρότασις καθιερώσεως εθνικών επετείων και δημοσίων αγώνων κατά το πρότυπον των εορτών της αρχαιότητος κατά το έτος 1835, αν. εκ του "Λειμωνάριου" προσφοράς εις τον καθηγητήν Ν. Β. Τωμαδάκην [ Αθηνά, ΟΓ'-ΟΔ'], Αθήνα 1973. Το 1837, με Β.Δ. οριζόταν να τελούνται δημόσιοι αγώνες "ονομαστί δε η ιπποδρομία, η πάλη, ο δρόμος, ο δίσκος, πηδήματα, ακοντίσματα, εθνικοί χοροί και αλλά γυμνάσματα" στο πλαίσιο της τελετής βράβευσης όσων είχαν διακριθεί στον τομέα της γεωργίας και της βιομηχανίας. Οι νικητές των αθλητικών αγώνων, εκτός από τα βραβεία που θα είχαν οριστεί, στεφανώνονταν με στεφάνι δάφνης. Β.Δ. «Περί συστάσεως επιτροπής υπό το όνομα "επιτροπή επί της εμψυχώσεως της εθνικής οικονομίας"», ΦΕΚ 5, 9 Φεβρ. 1837. Την επόμενη χρονιά επίσης, ο δήμος Λετρίνων (κοντά στην αρχαία Ολυμπία) αποφάσισε την ανασύσταση των αρχαίων Ολυμπιάδων. Βλ. Γεώργιος Π. Εμ. Γιαννόπουλος, "Η επανίδρυσις των Ολυμπιακών Αγώνων. Η πρώτη ιδέα", ΔΙΕΕΕ 9 (1926), σ. 576-577.

Σελ. 87
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/49/gif/88.gif&w=600&h=91532. Κουλούρη, Αθλητισμός

οδηγηθούν κάποιοι από τους λόγιους της εποχής στην ιδέα της μίμησης των αρχαίων αγώνων -στοιχείο αναπόσπαστο του κλασικού πολιτισμού-, ιδέα που για παρόμοιους λόγους κυκλοφορούσε την ίδια εποχή και στη Δυτική Ευρώπη.

Αλλά, ενώ ως προς την ιδέα καθεαυτήν δε φαίνεται να υπήρχαν ιδιαίτερες διαφωνίες, τα προβλήματα ανέκυπταν ως προς την εφαρμογή της. Οι κυρίαρχες εκείνη την εποχή αντιλήψεις σχετικά με τη σωματική άσκηση και η μονομερής καλλιέργεια των γραμμάτων που στόχευε αποκλειστικά στην ανάπτυξη του πνεύματος συνέβαλαν προφανώς στην αποτυχία ανασύστασης των αγώνων μέσα στην πρώτη δεκαετία μετά την ίδρυση του ελληνικού κράτους14. Ίσως αυτή η στάση ερμηνεύει το γεγονός ότι οι τέσσερεις Ολυμπιακοί Αγώνες που, σύμφωνα με την επιθυμία του Ευαγγέλη Ζάππα, διοργανώθηκαν στην Αθήνα από το 1859 ως το 1889 δεν ήταν αγώνες του σώματος, αλλά αγώνες του πνεύματος15. Αυτοί οι αγώνες, γνωστοί ως Ζάππειες Ολυμπιάδες, ονομάστηκαν "Ολύμπια", "ως εκ της πολλής ομοιότητας των προς τους περιωνύμους αρχαίους Ολυμπιακούς αγώνας"16. Αποτελούσαν όμως στην ουσία βιομηχανικές εκθέσεις όπου παρουσιάζονταν τα επιτεύγματα στους διάφορους τομείς της οικονομίας και στο περιθώριό τους γίνονταν και αθλητικοί αγώνες.

Ο Φίλιππος Ιωάννου, στον "Ολυμπιακό Λόγο" που εκφώνησε στα Ολύμπια του 1870, διατύπωνε με σαφήνεια τη σχέση των αρχαίων Ολυμπιακών Αγώνων με τις Ζάππειες Ολυμπιάδες:

"Εάν συγκρίνωμεν τους αρχαίους εκείνους πανηγυρικούς αγώνας προς τους καθ' ημάς τιθεμένους, ευρίσκομεν ουσιώδη τινά διαφοράν αυτών προς αλλήλους, προερχομένην εκ τούτου, ότι εις άλλα μεν πράγματα απενέμετο τότε η μεγίστη αξία, εις άλλα δε απονέμεται νυν. Κατά μεν τους αρχαίους αιώνας, ότε οι άνθρωποι άνευ χρειών επινοητών έζων φυσικωτέραν και απλουστέραν ζωήν και ήσαν υπό της εννοίας του δικαίου, δυσαγωγότεροι, χειροκρατικώτεροι δε και ετοιμότεροι

————————————

14. Πβ. και εδώ, σ. 50-51.

15. Ο Α. Ρ. Ραγκαβής, θεωρώντας ότι η πρόταση του Ευ. Ζάππα για αναβίωση των Ολυμπιακών Αγώνων "ήτον ήκιστα πρακτική και ουχί αυτού του γελοίου απέχουσα", ανέλαβε να τον πείσει για την προτεραιότητα των πνευματικών αγώνων. Για να μην απορριφθεί όμως τελείως η ιδέα του Ζάππα, πρότεινε ταυτόχρονα "να διαρκή εκάστη Ολυμπιακή έκθεσις τέσσαρας εβδομάδας, και αι τέσσαρες μεταξύ Κυριακαί ν' αφιερώνται εις διασκεδάσεις του λαού, συνισταμένας κατά τας μεν τρεις πρώτας εις αγώνας γυμνικούς, δρόμον, πάλην, άλμα, δίσκον, οπλασκίαν, ιπποδρόμιον, την δε τετάρτην εις διαγωνισμούς μουσικούς, ποιητικούς και δραματικούς" (η υπογράμμιση, δική μου). Α. Ρ. Ραγκαβής, Απομνημονεύματα, τ. Β', Αθήνα 1895, σ. 378-379. Για τις πρώτες Ζάππειες Ολυμπιάδες βλ. Ι. Χρυσάφης, "Οι πρώτοι Ολυμπιακοί Αγώνες εν Αθήναις (1859)", Ημερολόγιον της Μεγάλης Ελλάδος 3 (1924), σ. 327-337 και του ίδιου, "Οι δεύτεροι Ολυμπιακοί Αγώνες εν Αθήναις (1870)", στο ίδιο 4 (1925), σ. 261-276.

16. Εγκύκλιος 118, 8 Αυγ. 1869 "Περί τελέσεως των Ολυμπίων κατά τον Οκτώβριον του 1870 έτους", Βασ. Διατάγματα ... διά το 1870, χ.χ.

Σελ. 88
Φόρμα αναζήτησης
Αναζήτηση λέξεων και φράσεων εντός του βιβλίου: Αθλητισμός και όψεις της αστικής κοινωνικότητας
Αποτελέσματα αναζήτησης
    Ψηφιοποιημένα βιβλία
    Σελίδα: 69
    32. Κουλούρη, Αθλητισμός

    χάριν του άνευ χάριτος νεωτέρου στροβίλου και των άλλων αηδών επεισάκτων ξένων πρέπει και πάλιν να ισχύσωσι και περιληφθώσιν εις το πρόγραμμα των αγωνισμάτων· πρέπει ούτοι να εισαχθώσιν εις πάντα τα σχολεία και πρέπει να μάθωμεν πάντες να χορεύωμεν αυτούς"87.

    Η σημαντική αυτή αλλαγή ως προς το περιεχόμενο της σωματικής άσκησης, η οποία δίνει το προβάδισμα στις "αθλητικές παιδιές" (δηλ. τα σπορ) έναντι της γυμναστικής, θα πρέπει να συνδεθεί επιπλέον με τη σταδιακή επιβολή του βρετανικού προτύπου εκείνη την εποχή στο μεγαλύτερο μέρος της Ευρώπης και τις νέες αξίες που αναδύονται και κυριαρχούν. "Μέλημα υγιεινής για τους μεν, νέα παιδαγωγική για τους δε, τα σπορ συνενώνουν τους υποστηρικτές μιας σωματικής και ηθικής αναγέννησης των ελίτ και τους πρωταγωνιστές της ηθικής της δύναμης"88. Έτσι, στο συμβολικό επίπεδο, τα σπορ αντανακλούν τις θεωρίες του κοινωνικού δαρβινισμού και του "αγώνα για τη ζωή" που προβάλλουν τις φυσικές ανισότητες και αναπτύσσουν την ηθική των "δυνατών". Παράλληλα ανταποκρίνονται σε μια ηθική των "νικητών", σύμφωνα με τις δημοκρατικές αξίες, οι οποίες προωθούν την αξιοκρατία της άμιλλας. Τα σπορ θεωρούνται λοιπόν ότι αναπτύσσουν την προσωπική πρωτοβουλία, τη θέληση, την εγκαρτέρηση, την ψυχραιμία και την ταχύτητα της απόφασης89. Οι νέες αυτές ιδιότητες που χάρη στα σπορ κοσμούν τη φερέλπιδα νεότητα των αρχών του 20ού αιώνα συναντούν άλλωστε τις στρατιωτικές ικανότητες των οποίων η επιδίωξη δεν εγκαταλείπεται.

    ΣΚΟΠΙΜΟΤΗΤΕΣ ΤΗΣ ΓΥΜΝΑΣΤΙΚΗΣ

    ΚΑΙ ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΤΟΥ ΣΟΥΗΔΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ

    Το στρατιωτικό πνεύμα που συνοδεύει τη διδασκαλία της γυμναστικής μοιάζει άλλοτε να υποχωρεί από το σχολικό πρόγραμμα και άλλοτε να εκδηλώνεται, συχνά σε βάρος της σωματικής διάπλασης και της υγείας - που απωθούνται σε ένα δευτερεύοντα ρόλο. Έτσι το πρόγραμμα του 1900 δεν κάνει καμία νύξη για τη στρατιωτική προετοιμασία αλλά ορίζει ως στόχο της διδασκαλίας της γυμναστικής στο σχολείο την "εύρυθμον ανάπτυξιν και ενίσχυσιν του σώματος των νέων, την εξέγερσιν του θάρρους και της πεποιθήσεως τούτων εις εαυτούς"90 ενώ, αντίστοιχα, το 1907, αρκετά χρόνια μετά την κατάργηση των στρατιωτικών ασκήσεων στα σχολεία, εισάγεται η σκοποβολή στα γυμνάσια και στις δύο ανώτερες τάξεις των Ελληνικών σχολείων91.

    ————————————

    87. ΠΑΕΑ 1 (1898-9), σ. 115.

    88. R. Hubscher - J. Durry - Β. Jeu (εκδ.), ό.π., σ. 72.

    89. Στο ίδιο, σ. 71.

    90. Δ. Αντωνίου, ό.π., τ. Α', σ. 429.

    91. Στο ίδιο, β. 566-567. Είναι εντυπωσιακή η σύμπτωση, για μια ακόμη φορά, της