Συγγραφέας:Κουλούρη, Χριστίνα
 
Τίτλος:Αθλητισμός και όψεις της αστικής κοινωνικότητας
 
Υπότιτλος:Γυμναστικά και αθλητικά σωματεία (1870-1922)
 
Τίτλος σειράς:Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας
 
Αριθμός σειράς:32
 
Τόπος έκδοσης:Αθήνα
 
Εκδότης:Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς
 
Έτος έκδοσης:1997
 
Σελίδες:447
 
Αριθμός τόμων:1 τόμος
 
Γλώσσα:Ελληνικά
 
Θέμα:Κοινωνική ενσωμάτωση
 
Νεανικές οργανώσεις
 
Νοοτροπίες και συμπεριφορές
 
Τοπική κάλυψη:Ελλάδα
 
Χρονική κάλυψη:1870-1922
 
Περίληψη:Η παρούσα μελέτη επιχειρεί να συνθέσει μία ιστορία του νεότερου ελληνικού αθλητισμού. Επιθυμεί, πρώτον, να αναδείξει την ιστορικότητα των σπορ και να διαφοροποιηθεί από προσεγγίσεις που αντιμετωπίζουν το παιχνίδι και κατ’ επέκταση τα σπορ (μια μορφή παιχνιδιού) ως διαχρονικό δομικό στοιχείο του ανθρώπινου πολιτισμού. Ενδιαφέρεται, δεύτερον, να ελέγξει το ερευνητικό δίλημμα της συνέχειας ή ασυνέχειας από τα παραδοσιακά παιχνίδια στα σύγχρονα σπορ κατά τη μετάβαση από την παραδοσιακή στη σύγχρονη κοινωνία. Η συγγραφέας παρακολουθεί την εξέλιξη των αντιλήψεων σχετικά με τη σωματική άσκηση μετά τη δημιουργία του ελληνικού κράτους ώστε να δείξει τη μετάβαση από την αδιαφορία και την αμφισβήτηση στην αποδοχή και την εδραίωση. Η επισκόπηση αυτή επιτρέπει και τη διάκριση ανάμεσα στη γυμναστική και τα σπορ, μια διάκριση απαραίτητη και για την κατανόηση της λειτουργίας των αθλητικών σωματείων αλλά και, ευρύτερα, της ιστορίας του αθλητισμού. Στη συνέχεια αναζητούνται τα πρώτα ίχνη της παρουσίας των σύγχρονων σπορ στην Ελλάδα, τόσο μέσα από τις πρώιμες, μη οργανωμένες πρακτικές όσο και μέσα από τους πρώτους αθλητικούς θεσμούς, δηλ. τους αγώνες και τα γυμναστήρια. Μελετώνται επίσης τα αθλητικά σωματεία: μέσα από την ανάλυση των σκοπών τους οι κοινωνικές λειτουργίες της σωματικής άσκησης και οι διασυνδέσεις της με την εθνικιστική ιδεολογία. Τέλος, επιχειρείται να φωτισθούν οι πτυχές της σωματειακής ζωής που είναι κρυμμένες από το ορθολογικό κανονιστικό πρότυπο του καταστατικού, δηλαδή οι ανθρώπινες επαφές με τις αρμονικές η συγκρουσιακές τους όψεις, οι φιλικές σχέσεις, τα οικογενειακά δίκτυα, τα ερωτοτροπήματα ενδεχομένως που επιτρέπει η συναναστροφή όχι μόνο σε αθλητικές αλλά και σε έξω-αθλητικές συναντήσεις στο πλαίσιο πάντα του σωματείου.
 
Άδεια χρήσης:Αυτό το ψηφιοποιημένο βιβλίο του ΙΑΕΝ σε όλες του τις μορφές (PDF, GIF, HTML) χορηγείται με άδεια Creative Commons Attribution - NonCommercial (Αναφορά προέλευσης - Μη εμπορική χρήση) Greece 3.0
 
Το Βιβλίο σε PDF:Κατέβασμα αρχείου 23.64 Mb
 
Εμφανείς σελίδες: 83-102 από: 450
-20
Τρέχουσα Σελίδα:
+20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/49/gif/83.gif&w=600&h=91532. Κουλούρη, Αθλητισμός

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄

Ακροβάτες, γυμναστές και ολυμπιονίκες:

Από τους λαϊκούς αγώνες στην επιδίωξη του ρεκόρ

ΑΓΩΝΙΣΤΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΚΑΙ ΠΛΑΝΟΔΙΟΣ ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΣ

Οι μέχρι σήμερα ιστορικές προσεγγίσεις της άθλησης και των σπορ ταλαντεύονται μεταξύ δύο ερμηνευτικών εκδοχών: αφενός, την ιστορική συνέχεια του αθλητικού φαινομένου από την παραδοσιακή στη σύγχρονη κοινωνία η αφετέρου, την εμφάνισή του σε σχέση με την ανάδυση της βιομηχανικής κοινωνίας. Η πρώτη εκδοχή -η οποία συνήθως αντιμάχεται το ιστορικό πρωτείο της Βρετανίας- υποστηρίζει την ομαλή μετάβαση από τα παραδοσιακά παιχνίδια στα σύγχρονα σπορ (π.χ. ότι το τέννις προέρχεται, στη Γαλλία, από το γαλλικό παιχνίδι paume). Η δεύτερη εκδοχή θεωρεί, αντίθετα, ότι τα σπορ αποτελούν φαινόμενο νεοτερικό, αναπόσπαστα συνδεδεμένο με την αστικοποίηση και τη βιομηχανική κοινωνία. Σύμφωνα με τη δεύτερη εκδοχή, μια σειρά από ουσιώδη χαρακτηριστικά διακρίνουν τα σπορ από τα παραδοσιακά παιχνίδια. Το σημαντικότερο είναι ότι, ενώ τα παραδοσιακά παιχνίδια εντάσσονται σε έναν ευρύτερο κύκλο εορτασμού και διασκέδασης, συνήθως θρησκευτικού χαρακτήρα, τα σπορ διακρίνονται για την αυτονομία τους. Οι αθλητικές συναντήσεις πολύ γρήγορα αποκτούν το δικό τους ημερολόγιο, ανεξάρτητο από θρησκευτικά και πολιτικά γεγονότα. Σε αντίθεση, εξάλλου, με τα παραδοσιακά παιχνίδια, τα σπορ "υπακούουν σε αυστηρούς κανόνες, που εφαρμόζονται ενιαία και ομοιόμορφα από τους μετέχοντες σε χώρους προσδιορισμένους και κατάλληλους"1. Σύμφωνα με τον ορισμό που έδωσε το 1968 ο Michel Bouet, "τα σπορ είναι μια θεσμοποιημένη δραστηριότητα της σχόλης, με πρωταρχική συμμετοχή του σώματος, στηριγμένη σε αυστηρά εξειδικευμένες δομές, η οποία ασκείται ανταγωνιστικά και ως αυτοσκοπός, με βασική επιδίωξη την επίτευξη της επίδοσης"2. Ωστόσο, ακόμη κι αν υιοθετήσουμε

————————————

1. R. Hubscher - J. Durry - Β. Jeu (εκδ.), L'histoire en mouvements. Le sport dans la société française (XIXe-XXe siècle), Παρίσι, Armand Colin, 1922, σ. 11.

2. Ο ίδιος ο Pierre de Coubertin είχε δώσει το 1922 τον ακόλουθο ορισμό των σπορ: "Τα σπορ είναι η καθ' έξιν και οικειοθελής καλλιέργεια της έντονης μυϊκής άσκησης, που στηρίζεται στην επιθυμία της προόδου και μπορεί να φτάσει ως τον κίνδυνο". Και οι δύο ορισμοί, στο ίδιο, σ. 10.

Σελ. 83
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/49/gif/84.gif&w=600&h=91532. Κουλούρη, Αθλητισμός

τη δεύτερη εκδοχή -που είναι άλλωστε και η θέση αυτής της μελέτης- και θεωρήσουμε ότι οι δύο μορφές σωματικής δραστηριότητας έχουν τελείως διαφορετικούς στόχους γιατί ανταποκρίνονται σε διαφορετικά στάδια της εξέλιξης της κοινωνίας, δεν θα πρέπει να παραγνωρίσουμε το γεγονός ότι συχνά συνυπάρχουν και μάλιστα στο πλαίσιο της ίδιας εορταστικής ευκαιρίας. Συχνότερα πάντως συμπίπτουν στο χρόνο αλλά όχι στον τόπο: ακολουθούν δύο παράλληλες, ανεξάρτητες πορείες που ανταποκρίνονται κατά κανόνα στο διαχωρισμό πόλης και υπαίθρου, λαϊκών και μεσοαστικών στρωμάτων.

Εξετάζοντας συνεπώς την εμφάνιση των σπορ στην Ελλάδα τον 19ο αιώνα, θα πρέπει καταρχάς να διερευνήσουμε εάν και κατά πόσο αποτελούν συνέχεια παιχνιδιών και αναμετρήσεων σωματικής ρώμης που προϋπήρχαν στο πλαίσιο της παραδοσιακής ελληνικής κοινωνίας· αν τα σύγχρονα σπορ εξοβελίζουν, ενσωματώνουν ή συνυπάρχουν με τις παραδοσιακές μορφές άθλησης· αν και πώς η εμφάνιση και εξάπλωσή τους συνδέονται με τον εκσυγχρονισμό της ελληνικής κοινωνίας και την άνοδο της αστικής τάξης. Μας ενδιαφέρει επιπλέον να περιγράψουμε τη διαδικασία θεσμοποίησης των σπορ και του αθλητισμού γενικότερα, την κωδικοποίηση των κανόνων που διέπουν τη διεξαγωγή τους, τις κοινωνικές και πολιτικές παραμέτρους που διατρέχουν την οργάνωσή τους.

Η ατελής γνώση της λαϊκής διασκέδασης τόσο στον αγροτικό όσο και στον αστικό χώρο δεν μας επιτρέπει να τεκμηριώσουμε επαρκώς τις υποθέσεις της μετάβασης, της αλλαγής ή της συνέχειας. Η έλλειψη μελετών ή η σιωπή των πηγών δεν μεταφράζεται προφανώς σε ιστορική παθητικότητα. Οι σκόρπιες πληροφορίες που υπάρχουν φανερώνουν ότι στο πλαίσιο των πανηγυριών που γίνονταν με την ευκαιρία κάποιας θρησκευτικής γιορτής διεξάγονταν και αθλητικοί αγώνες. Οι αγώνες συνήθως περιλάμβαναν το πήδημα, το τρέξιμο, την πάλη, το δρόμο με άλογο, το σημάδι, το λιθάρι. Στους νικητές δίνονταν χρηματικά βραβεία και συλλέγονταν και με δίσκο εισφορές από το κοινό. Οι αγωνιζόμενοι ανήκαν σε κατώτερα κοινωνικά στρώματα, κάποιοι μάλιστα -σε περιοχές υπό οθωμανική κυριαρχία- ήταν δούλοι οθωμανών αρχόντων. Στα πανηγύρια, οι αγώνες αποτελούσαν στοιχείο ψυχαγωγίας συμπληρωματικό προς το χορό, τη μουσική, το τραγούδι. "Ο δε ανδρικός κόσμος", στο πανηγύρι των Αγίων Αντωνίων, στην Αγιά, στα μισά περίπου του 19ου αιώνα, "διήρχετο τας ώρας του ως επί το πολύ εκεί όπου ήσαν μουσικά όργανα και άσματα και χοροί, τα οποία ιδιαιτέρως είλκυον ως διά μαγείας τους νέους· ούτοι προθύμως έσπευδον εκεί χάριν ψυχαγωγίας όπως λησμονήσουν τους κόπους και τας μερίμνας του βίου ευφραινόμενοι πέριξ βαρελιού οίνου και ψητού αρνιού, και χορεύοντες υπό την σκιάν πλατάνου"3.

————————————

3. Θεόδ. Χατζημιχάλης, Ένα πανηγύρι στα χρόνια της σκλαβιάς, εισαγωγή-σχόλια-επιμέλεια Γιάννη Α. Σακελλίωνος, Αθήνα 1975, σ. 103. Ο Χατζημιχάλης άρχισε να γράφει το κείμενό του το 1926. Παρόμοιες μαρτυρίες υπάρχουν και για άλλες περιοχές. Πβ. π.χ. Γ. Α.

Σελ. 84
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/49/gif/85.gif&w=600&h=91532. Κουλούρη, Αθλητισμός

Η ένταξη των αθλητικών αγώνων στην ευρύτερη θρησκευτική εορτή, στο τοπικό πανηγύρι, προκύπτει ακόμη και από περιγραφές που, υπό την επίδραση της λαογραφικής μόδας του τέλους του 19ου αιώνα, επιδιώκουν να προβάλουν τη συνέχεια από την αρχαιοελληνική αθλητική παράδοση4.

Σε δημοτικά τραγούδια, όπου η διήγηση μας φέρνει "κοντύτερα στην καθημερινή ζωή"5, οι αναμετρήσεις στο "σπαθί" και στο "λιθάρι" μοιάζουν να ανήκουν σε τρέχουσες συνήθειες στο πλαίσιο εορτών της αγροτικής κοινωνίας:

Μια μέρα και μιαν εορτή, και μιαν λαμπρήν ημέρα,

βγήκαν να παίξουν το σπαθί, κι έριχναν το λιθάρι6.

Από τον Fauriel, τα αγωνίσματα αυτά περιγράφονται ως πολεμικές ασκήσεις, χρήσιμες για την προετοιμασία των κλεφτών για τον πόλεμο7. Είναι δύσκολο να χαράξουμε τα όρια ανάμεσα στη σκοπιμότητα και χρησιμότητα αυτών των "ασκήσεων" και το στοιχείο του παιχνιδιού που, με τη μορφή της ατομικής αναμέτρησης, εμπεριείχαν. Στις πολεμικές κοινότητες και ομάδες των αρματολών και των κλεφτών, όπου η βία ανάγεται σε αξία8, μπορούμε να υποθέσουμε πάντως ότι η διασκέδαση που επιζητούνταν ήταν συχνά βίαιη εφόσον ανήκει στο σύστημα αξιών και το πολιτισμικό πρότυπο που αυτές οι κοινότητες αναπτύσσουν. Άλλωστε, μήπως δεν ισχύει η διαπίστωση του Roger Chartier ότι "όλες οι κοινωνίες παράγουν κοινωνικές μορφές εντοπισμένες, ιδιαίτερες, συμπτωματικές, με τις οποίες αναπαριστούν τον εαυτό τους, επιδεικνύοντας και αποκρύπτοντας ταυτόχρονα τις σχέσεις που τις δομούν"9;

————————————

Μέγας, Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας, εισαγωγικό σημείωμα Μ. Γ. Μερακλής, Αθήνα, Οδυσσέας, 1988, σ. 191-192· Σταμ. Α. Αποστολάκης, Αθλητισμός και αγωνίσματα στην Κρήτη στα. χρόνια της Τουρκοκρατίας (Με σύντομη αναφορά και στα χρόνια της Κρητικής Πολιτείας), ανάτυπο από την Κρητική Εστία (περ. Δ' - τ. 2), Χανιά 1988, σ. 262 και Ν. Κ. Χριστοδούλου, Ο Γυμναστικός Σύλλογος Θεσσαλονίκης "Ο Ηρακλής" και η εξέλιξις του αθλητισμού εν Θεσσαλονίκη, Θεσσαλονίκη 1927, σ. 5-6.

4. Βλ. Γ. Δ. Παχτίκος, Ολυμπιακοί αγώνες εν Βιθυνία. Πραγματεία αναγνωσθείσα εν τω εν Αθήναις Συλλόγω των Μικρασιατών "Η Ανατολή", Αθήνα 1893. Οι αγώνες που περιγράφει ο Παχτίκος, ονομάζοντας τους ο ίδιος "Ολυμπιακούς", είναι παρόμοιοι με αυτούς που γίνονται σε άλλα πανηγύρια την ίδια εποχή. Στην περιγραφή του είναι καθαρή η προσπάθεια να αποδειχτεί η συνέχεια από την αρχαιότητα. Η μικρή (19 σελ.) μελέτη του Παχτίκου αναδημοσιεύεται σε φωτομηχανική ανατύπωση στο Παράρτημα του Δελτίου Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών{\ (1995-1996).

5. Αλ. Πολίτης (επιμ.), Κλέφτικα, Αθήνα, Ερμής, 1981, σ. 122.

6. "Η Διαμάντω", στο ίδιο, σ. 123.

7. Στο ίδιο, σ. 152-155.

8. Βλ. Σπ. Ι. Ασδραχάς, Σχόλια, Αθήνα, Αλεξάνδρεια, 1993, σ. 174.

9. "Sport, religion et violence. Débat entre A. Ehrenberg, R. Chartier et M. Auge", Esprit 125 (avril 1987), σ. 69.

Σελ. 85
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/49/gif/86.gif&w=600&h=91532. Κουλούρη, Αθλητισμός

Μετά τη δημιουργία του ελληνικού κράτους, εκτός από τους αγώνες που διεξάγονται στα επαρχιακά πανηγύρια, πλανόδιοι αθλητές, ολόκληροι θίασοι συχνά, περιοδεύουν στα αστικά κέντρα. Πρόκειται κυρίως για ακροβάτες και αθλητές της άρσεως βαρών ντυμένους με κατάσαρκα πλέγματα, που κρατούσαν μεγάλα ρόπαλα σε απομίμηση του Ηρακλή. Λόγω της εμφάνισής τους, οι θίασοι αυτοί των πλανόδιων αθλητών ονομάστηκαν συλλήβδην "ρόπαλα"10. Στην Αθήνα, έδιναν παραστάσεις τις γιορτινές μέρες ξεκινώντας από την πλατεία των ανακτόρων όπου έβγαινε για να παρακολουθήσει ο Όθων με την αυλή του. Οι παραστάσεις αυτές συνέχισαν ως τα τέλη του 19ου αιώνα τουλάχιστον αλλά φαίνεται πως σταδιακά εξέπεσαν σε θέαμα που απευθυνόταν στις κατώτερες μόνο τάξεις. Το 1887 ο Μιχαήλ Μητσάκης, κάνοντας σαφή διάκριση ως προς το είδος της διασκέδασης που επέλεγε η ανώτερη τάξη, η μέση τάξη και ο λαός (σύμφωνα με τη δική του ορολογία), εντάσσει τον πλανόδιο αθλητισμό μεταξύ των μέσων ψυχαγωγίας του "λαού": "Άλλοτε δε [ο λαός] εξίσταται προ των τολμηρών ακροβατικών γυμνασμάτων πειναλέου τινός αθλητού, ή χειροκροτεί τα θανατηφόρα πηδήματα δεκαετούς κορασίου, ή διαρρήγνυται καγχάζων προ των τερατωδών μορφασμών ειδεχθούς παληάτσου"11.

Την εποχή που ο Μητσάκης γράφει το χρονογράφημά του, τα σπορ έχουν ήδη εμφανιστεί στην ελληνική κοινωνία. Στο ίδιο κείμενο συναντούμε άλλωστε τη λέξη "σπορτ" σε μεταφορική χρήση. Στην Αθήνα λειτουργούν γυμναστήρια και έχουν ιδρυθεί οι πρώτοι αθλητικοί σύλλογοι. Καταβάλλεται ωστόσο προσπάθεια να διακριθεί η νεοτερική δραστηριότητα (γυμναστική και σπορ) από τον πλανόδιο αθλητισμό που στόχευε στο βιοπορισμό των αθλητών μέσω της παροχής ψυχαγωγικού θεάματος. Πράγματι, ενώ οι παραδοσιακές μορφές άθλησης συνυπάρχουν με τα σύγχρονα σπορ κατά τον 19ο αιώνα, είναι δύσκολο να ισχυρισθούμε ότι υπάρχει οποιαδήποτε συνέχεια μεταξύ τους. Πέρα από το στοιχείο του θεάματος και τη σχέση που αναπτύσσεται μεταξύ δρώντος και θεατή, τα οποία μπορούν να ανιχνευθούν και στις δύο περιπτώσεις, επισημαίνονται ουσιώδεις διαφορές που δημιουργούν την εικόνα μάλλον της τομής παρά της εξελικτικής σχέσης. Ο Allen Guttmann κωδικοποίησε τα χαρακτηριστικά που διακρίνουν τα νεότερα σπορ από τις παραδοσιακές σωματικές αναμετρήσεις: ισότητα, έλλειψη θρησκευτικού στοιχείου, εξειδίκευση, γραφειοκρατική οργάνωση, εξορθολογισμός, ποσοτικοποίηση, επιδόσεις (ρεκόρ)12. Για τους μετέχοντες εξάλλου, τους sportsmen, τα σπορ έχουν μια διαφορετική κοινωνική και ιδεολογική λειτουργία σε σχέση με τα παραδοσιακά παιχνίδια: παίρνουν τη μορφή του δημοκρατικού

————————————

10. Ι. Χρυσάφης, Οι σύγχρονοι διεθνείς Ολυμπιακοί αγώνες, Αθήνα 1930, σ. 30, σημ. 1.

11. Μ. Μητσάκης, "Το θέρος", στα Πεζογραφήματα, Αθήνα, Νεφέλη, 1988, σ. 79.

12. Allen Guttmann, From Ritual to Record. The Nature of Modern Sports, Νέα Υόρκη, Columbia University Press, 1978, σ. 26-55.

Σελ. 86
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/49/gif/87.gif&w=600&h=91532. Κουλούρη, Αθλητισμός

ανταγωνισμού και υπηρετούν αστικές αξίες (αξιοκρατία, ισότητα, αλληλεγγύη, υγεία).

Στην Ελλάδα του 19ου αιώνα, η εμφάνιση των σπορ δεν φαίνεται να συνδέεται με την προηγούμενη ή την παράλληλη αθλητική δραστηριότητα. Αντίθετα, τα σπορ και ο αθλητισμός εισάγονται κατά μίμηση είτε του δυτικού είτε του αρχαιοελληνικού προτύπου. Στη μεν πρώτη περίπτωση, είναι ενδεικτικό ότι η εισαγωγή τους γίνεται πρωτίστως σε περιοχές που είχαν επαφές με τη Βρετανία, όπως τα Επτάνησα, ή από ξένους που ήταν εγκατεστημένοι σε αστικά κέντρα. Η δεύτερη περίπτωση αφορά στην αναβίωση των αρχαίων αγώνων με εξέχον παράδειγμα τις Ζάππειες Ολυμπιάδες.

ΟΙ ΑΘΛΗΤΙΚΟΙ ΑΓΩΝΕΣ ΤΩΝ ΖΑΠΠΕΙΩΝ ΟΛΥΜΠΙΑΔΩΝ

Η ιδέα της αναβίωσης των αρχαίων αγώνων κυκλοφορούσε ευρύτερα από τη δεκαετία του 1830, όταν σημειώνονται και οι πρώτες αποτυχημένες απόπειρες προς αυτή την κατεύθυνση13. Η αναβίωση των αρχαίων αγώνων ανταποκρίνεται στο κυρίαρχο ιδεολογικό κλίμα στην Ευρώπη και την Ελλάδα τον περασμένο αιώνα, που εμποτίζεται με το θαυμασμό για την αρχαία Ελλάδα και το πρωτείο του παραδείγματός της. Στην Ελλάδα, ο θαυμασμός αυτός ξεπερνά κατά πολύ αρχαιολατρικές στάσεις της σύγχρονης Δυτικής Ευρώπης γιατί συνδέεται με την ίδια τη νεοελληνική ταυτότητα. Έτσι, η μίμηση των αρχαίων προγόνων θεωρείται ως απαραίτητη προϋπόθεση για την πρόοδο των νεοελλήνων απογόνων τους. Η μίμηση δεν περιορίζεται στην τέχνη ή γενικότερα την πνευματική δημιουργία αλλά περιλαμβάνει κατεξοχήν τυπολατρικά στοιχεία όπως η γλώσσα (μίμηση της αρχαίας ελληνικής μέσω της καθαρεύουσας) ή ήθη και συνήθειες των αρχαίων Ελλήνων. Μέσα σ' αυτό το ιδεολογικό κλίμα, ήταν σχεδόν αναπόφευκτο να

————————————

13. Το 1835, ο τότε υπουργός των Εσωτερικών Ιωάννης Κωλέττης πρότεινε στον Όθωνα τη διοργάνωση ετήσιων πανελλήνιων εορτών κατά το πρότυπο της αρχαιότητας (Ίσθμια, Νεμέα, Πύθια, Ολυμπιακοί) για να τιμάται η αναγέννηση της Ελλάδας με την Επανάσταση του 1821. Βλ. Κ. Αθ. Διαμαντής, Πρότασις καθιερώσεως εθνικών επετείων και δημοσίων αγώνων κατά το πρότυπον των εορτών της αρχαιότητος κατά το έτος 1835, αν. εκ του "Λειμωνάριου" προσφοράς εις τον καθηγητήν Ν. Β. Τωμαδάκην [ Αθηνά, ΟΓ'-ΟΔ'], Αθήνα 1973. Το 1837, με Β.Δ. οριζόταν να τελούνται δημόσιοι αγώνες "ονομαστί δε η ιπποδρομία, η πάλη, ο δρόμος, ο δίσκος, πηδήματα, ακοντίσματα, εθνικοί χοροί και αλλά γυμνάσματα" στο πλαίσιο της τελετής βράβευσης όσων είχαν διακριθεί στον τομέα της γεωργίας και της βιομηχανίας. Οι νικητές των αθλητικών αγώνων, εκτός από τα βραβεία που θα είχαν οριστεί, στεφανώνονταν με στεφάνι δάφνης. Β.Δ. «Περί συστάσεως επιτροπής υπό το όνομα "επιτροπή επί της εμψυχώσεως της εθνικής οικονομίας"», ΦΕΚ 5, 9 Φεβρ. 1837. Την επόμενη χρονιά επίσης, ο δήμος Λετρίνων (κοντά στην αρχαία Ολυμπία) αποφάσισε την ανασύσταση των αρχαίων Ολυμπιάδων. Βλ. Γεώργιος Π. Εμ. Γιαννόπουλος, "Η επανίδρυσις των Ολυμπιακών Αγώνων. Η πρώτη ιδέα", ΔΙΕΕΕ 9 (1926), σ. 576-577.

Σελ. 87
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/49/gif/88.gif&w=600&h=91532. Κουλούρη, Αθλητισμός

οδηγηθούν κάποιοι από τους λόγιους της εποχής στην ιδέα της μίμησης των αρχαίων αγώνων -στοιχείο αναπόσπαστο του κλασικού πολιτισμού-, ιδέα που για παρόμοιους λόγους κυκλοφορούσε την ίδια εποχή και στη Δυτική Ευρώπη.

Αλλά, ενώ ως προς την ιδέα καθεαυτήν δε φαίνεται να υπήρχαν ιδιαίτερες διαφωνίες, τα προβλήματα ανέκυπταν ως προς την εφαρμογή της. Οι κυρίαρχες εκείνη την εποχή αντιλήψεις σχετικά με τη σωματική άσκηση και η μονομερής καλλιέργεια των γραμμάτων που στόχευε αποκλειστικά στην ανάπτυξη του πνεύματος συνέβαλαν προφανώς στην αποτυχία ανασύστασης των αγώνων μέσα στην πρώτη δεκαετία μετά την ίδρυση του ελληνικού κράτους14. Ίσως αυτή η στάση ερμηνεύει το γεγονός ότι οι τέσσερεις Ολυμπιακοί Αγώνες που, σύμφωνα με την επιθυμία του Ευαγγέλη Ζάππα, διοργανώθηκαν στην Αθήνα από το 1859 ως το 1889 δεν ήταν αγώνες του σώματος, αλλά αγώνες του πνεύματος15. Αυτοί οι αγώνες, γνωστοί ως Ζάππειες Ολυμπιάδες, ονομάστηκαν "Ολύμπια", "ως εκ της πολλής ομοιότητας των προς τους περιωνύμους αρχαίους Ολυμπιακούς αγώνας"16. Αποτελούσαν όμως στην ουσία βιομηχανικές εκθέσεις όπου παρουσιάζονταν τα επιτεύγματα στους διάφορους τομείς της οικονομίας και στο περιθώριό τους γίνονταν και αθλητικοί αγώνες.

Ο Φίλιππος Ιωάννου, στον "Ολυμπιακό Λόγο" που εκφώνησε στα Ολύμπια του 1870, διατύπωνε με σαφήνεια τη σχέση των αρχαίων Ολυμπιακών Αγώνων με τις Ζάππειες Ολυμπιάδες:

"Εάν συγκρίνωμεν τους αρχαίους εκείνους πανηγυρικούς αγώνας προς τους καθ' ημάς τιθεμένους, ευρίσκομεν ουσιώδη τινά διαφοράν αυτών προς αλλήλους, προερχομένην εκ τούτου, ότι εις άλλα μεν πράγματα απενέμετο τότε η μεγίστη αξία, εις άλλα δε απονέμεται νυν. Κατά μεν τους αρχαίους αιώνας, ότε οι άνθρωποι άνευ χρειών επινοητών έζων φυσικωτέραν και απλουστέραν ζωήν και ήσαν υπό της εννοίας του δικαίου, δυσαγωγότεροι, χειροκρατικώτεροι δε και ετοιμότεροι

————————————

14. Πβ. και εδώ, σ. 50-51.

15. Ο Α. Ρ. Ραγκαβής, θεωρώντας ότι η πρόταση του Ευ. Ζάππα για αναβίωση των Ολυμπιακών Αγώνων "ήτον ήκιστα πρακτική και ουχί αυτού του γελοίου απέχουσα", ανέλαβε να τον πείσει για την προτεραιότητα των πνευματικών αγώνων. Για να μην απορριφθεί όμως τελείως η ιδέα του Ζάππα, πρότεινε ταυτόχρονα "να διαρκή εκάστη Ολυμπιακή έκθεσις τέσσαρας εβδομάδας, και αι τέσσαρες μεταξύ Κυριακαί ν' αφιερώνται εις διασκεδάσεις του λαού, συνισταμένας κατά τας μεν τρεις πρώτας εις αγώνας γυμνικούς, δρόμον, πάλην, άλμα, δίσκον, οπλασκίαν, ιπποδρόμιον, την δε τετάρτην εις διαγωνισμούς μουσικούς, ποιητικούς και δραματικούς" (η υπογράμμιση, δική μου). Α. Ρ. Ραγκαβής, Απομνημονεύματα, τ. Β', Αθήνα 1895, σ. 378-379. Για τις πρώτες Ζάππειες Ολυμπιάδες βλ. Ι. Χρυσάφης, "Οι πρώτοι Ολυμπιακοί Αγώνες εν Αθήναις (1859)", Ημερολόγιον της Μεγάλης Ελλάδος 3 (1924), σ. 327-337 και του ίδιου, "Οι δεύτεροι Ολυμπιακοί Αγώνες εν Αθήναις (1870)", στο ίδιο 4 (1925), σ. 261-276.

16. Εγκύκλιος 118, 8 Αυγ. 1869 "Περί τελέσεως των Ολυμπίων κατά τον Οκτώβριον του 1870 έτους", Βασ. Διατάγματα ... διά το 1870, χ.χ.

Σελ. 88
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/49/gif/89.gif&w=600&h=91532. Κουλούρη, Αθλητισμός

εις χρήσιν της βίας, η ρώμη και των σωματικών δυνάμεων η ανάπτυξις είχον φυσικώ τω λόγω μεγίστην αξίαν [...] Διό εις την σωματικήν άσκησιν απέβλεπον κυριώτερον οι πανηγυρικοί των αρχαίων αγώνες [...] Εις δε τους καθ' ημάς χρόνους, ότε διά του χριστιανισμού η εξημέρωσις των ηθών προεχώρησεν, [...] η ρώμη και των σωματικών δυνάμεων η αθλητική ανάπτυξις απέβαλον μέγα μέρος της προτέρας αυτών αξίας [...] αντί επιδείξεως ρώμης, ευκαμψίας και ευκινησίας σωματικής προετοιμήθη η επίδειξις υπεροχής εν τέχναις ωφελίμοις εις τον ανθρώπινον βίον και εν επιστήμαις φωτιζούσαις και οδηγούσαις τας τέχνας εις την πορείαν των"17.

Η προτεραιότητα των πνευματικών αγώνων χαρακτηρίζει συνολικά το θεσμό των Ζάππειων Ολυμπιάδων, σε σημείο που στα τελευταία Ολύμπια, του 1888, να μη γίνουν καθόλου αθλητικοί αγώνες παρά μόνο την επόμενη χρονιά, με πρωτοβουλία του Ιωάννη Φωκιανού, στο Κεντρικό γυμναστήριο που ο ίδιος διηύθυνε. Εντούτοις, δεν μπορούμε να παραβλέψουμε το γεγονός ότι σε όλα τα προγράμματα των Ολυμπίων περιλαμβάνονται και αθλητικοί αγώνες και ότι αυτοί συνήθως τελούνται, είτε εν μέρει είτε με μικρή συμμετοχή είτε και με πλήρη αποτυχία. Το 1859, το πρόγραμμα των αγώνων περιλαμβάνει το άλμα, το δρόμο, το δίσκο και την πάλη. Τα αγωνίσματα δρόμου συγκεκριμένα είναι το στάδιο βουποδών, ο δίαυλος και ο δόλιχος, αγωνίσματα προφανώς ακατανόητα και για τους ίδιους τους μετέχοντες. Παρόμοια είναι και τα αγωνίσματα των Ολυμπίων του 1870. Γενικά, τα προγράμματα των Ζάππειων Ολυμπιάδων αποπνέουν ένα κλίμα αρχαιολατρικής αναβίωσης, που δεν είχε καμία σχέση με τη σύγχρονη Ελλάδα. Ενώ υπήρχαν λαϊκά αγωνίσματα στο πλαίσιο των πανηγυριών, νέα αγωνίσματα "εξετάφησαν από τα λεξικά και ετέθησαν και πάλιν εις χρήσιν"18. Οι αντιδράσεις απέναντι στο πρωτόγνωρο θέαμα των αθλητικών αγώνων ήταν ποικίλες: από άλλους θεωρήθηκαν ως απόδειξη της αρχαιοελληνικής καταγωγής των νεότερων Ελλήνων19, άλλοι τους χαρακτήρισαν "διακωμώδησιν της Αρχαιότητος"20.

Εντούτοις, οι Ζάππειες Ολυμπιάδες υπήρξαν ο πρώτος αθλητικός θεσμός που κωδικοποίησε κανονισμούς αγώνων και καθιέρωσε τη διοργάνωση τους, έστω και κατά μίμηση της αρχαιότητας. Το πρωτόγνωρο θέαμα -κυρίως λόγω των

————————————

17. Φ. Ιωάννου, "Λόγος Ολυμπιακός ... κατά την Β' εορτήν των ... Ολυμπίων...", στο Ολύμπια, του 1870. Περίοδος Δευτέρα ... Μέρος Πρώτον, Αθήνα 1872, σ. 154-155.

18. Εγκύκλιος 118, 8 Αυγ. 1869 "Περί τελέσεως των Ολυμπίων κατά τον Οκτώβριον του 1870 έτους", Βασ. Διατάγματα... διά το 1870, ό.π.

19. Βλ. Δ. Χρηστίδης, "Λόγος απαγγελθείς υπό του αντιπροέδρου της Επιτροπής των Ολυμπίων ... την 14 Μαρτίου 1871...", στο Ολύμπια του 1870. Περίοδος Δευτέρα ... Μέρος Δεύτερον ..., Αθήνα 1872, σ. 220-221 και Π. Εμ. Γιαννόπουλος, "Λόγος εναρκτήριος ... 4 Μαΐου 1875" στο Ολύμπια του 1875. Περίοδος Τρίτη ..., Αθήνα 1878, σ. 1-3.

20. Ι. Χρυσάφης, ό.π., σ. 103.

Σελ. 89
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/49/gif/90.gif&w=600&h=91532. Κουλούρη, Αθλητισμός

αθλημάτων που περιέλαβε το πρόγραμμα- περιγράφηκε και σχολιάστηκε από τον Τύπο. Ένας μεγάλος αριθμός θεατών (25.000-30.000, το 1870) παρακολούθησε τους αγώνες ενώ διατυπώθηκε, στην αρχή μάλλον πειραματικά αλλά στη συνέχεια θεσμοθετημένος, ένας δημόσιος συμβολικός λόγος που συνόδευε ένα σχετικά καινοφανές δημόσιο θέαμα. Τα αρχαιοελληνικά συμφραζόμενα του λόγου ήταν σαφή. Δεν πρόκειται μόνο για τα ονόματα των αγωνισμάτων. Οι ελλανοδίκες, ο γυμνασιάρχης, οι αλυτάρχες, οι αγωνοδίκες, ο κήρυκας είναι όλοι πρόσωπα εμπνευσμένα από την αρχαιότητα. Τα βραβεία επίσης ήταν στεφάνια ελιάς και κλάδοι δάφνης και ελιάς, ο γνωστός κότινος. Η ενδυμασία των αθλητών εξάλλου για μεν τα πρώτα Ολύμπια ήταν "χιτών βραχύς εζωσμένος περί την οσφύν", για δε τα δεύτερα "κατάσαρκον πλέγμα [...] ζώμα και πέδιλα ανδρείκελον έχοντα χρώμα"21. Οι αγώνες ονομάζονταν γυμνικοί αλλά δεν ήσαν: το "ανδρείκελον" χρώμα της ενδυμασίας μιμούνταν ωστόσο το γυμνό σώμα. Η μίμηση της αρχαιότητας περιέλαβε μάλιστα σε κάποιες περιπτώσεις στοιχεία εντελώς ξένα προς τις αντιλήψεις και τις αξίες του σύγχρονου κόσμου. Το πιο χαρακτηριστικό είναι η προσπάθεια συνδυασμού των αθλητικών αγώνων με θρησκευτικές εορτές. Η πρώτη απόπειρα καταγράφεται στα Ολύμπια του 1870 όπου ο κανονισμός ορίζει: "Των αγώνων προηγείται θρησκευτική τελετή εν η γίνεται ευχή εις τον Θεόν υπέρ της των αγώνων ευοδώσεως προς ωφέλειαν και δόξαν της Πατρίδος, υπέρ του αοιδίμου αγωνοθέτου Ευαγγ. Ζάππα και υπέρ της των αγωνιζομένων υγείας"22.

Στις Ζάππειες Ολυμπιάδες δεν ήταν ωστόσο παρούσα μόνο η αρχαιότητα. Η παρουσία του σύγχρονου κόσμου επιβεβαιώνεται από τα σύγχρονα αθλήματα που εισάγονται αλλά και από αλλά επιμέρους στοιχεία που ανήκουν στο νεότερο αθλητισμό, όπως για παράδειγμα η έννοια του φιλάθλου (amateur). Τα πρώτα Ολύμπια του 1859 περιλάμβαναν, εκτός από τους "δημοτελείς γυμνικούς αγώνας", και "ιπποδρόμιον εγχωρίων ίππων"23. Στις ιπποδρομίες εφαρμόστηκε για πρώτη φορά η διάκριση των αγωνιζομένων σε φιλάθλους και επαγγελματίες. Στην πρώτη κατηγορία, ως φίλαθλοι, αγωνίστηκαν "οι επιθυμούντες κ.κ. αξιωματικοί και όσοι των πολιτών ή ξένων είχον προς διασκέδασιν αυτών ίππους", ενώ ως επαγγελματίες αγωνίστηκαν "οι μετερχόμενοι το εμπόριον των ίππων, οι αγωγείς, αμαξηλάται κ.λ.π."24. Για τη συμμετοχή στους γυμνικούς αγώνες δεν απαιτήθηκε αντίθετα η φίλαθλος ιδιότητα. Ο αγώνας ήταν "χρηματίτης" και οι μετέχοντες οπωσδήποτε δεν είχαν καμία εξοικείωση με το αθλητικό πνεύμα και τον ερασιτεχνισμό του sportsman. Όπως σημειώνει η εφημερίδα Αιών, "εκ του

————————————

21. "Προγράμματα και Κανονισμοί των Ολυμπιακών Αγώνων γυμνικών τε και λεμβοδρομικών", Ολύμπια του 1870 ..., ό.π., σ. 57, 58, 59.

22. Στο ίδιο, σ. 57.

23. Ι. Χρυσάφης, ό.π., σ. 29.

24. Στο ίδιο, σ. 44.

Σελ. 90
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/49/gif/91.gif&w=600&h=91532. Κουλούρη, Αθλητισμός

πτωχού Λαού εισίν οι αγωνιζόμενοι· αγωνίζονται ίνα διασκεδάσωσιν ημάς!"25. Η Αυγή έγραφε ότι αγωνίστηκε "εις αόμματος επαίτης" και η Αθηνά, αντιπαραβάλλοντας τους αγώνες αυτούς προς τους αρχαίους, σημείωνε: "Και μάγκαις εβάλαμεν ν' αγωνισθώσι" 26. Αλλά και στα σαφώς επιτυχημένα Ολύμπια του 1870, οι μετέχοντες στους αγώνες ανήκαν στις κατώτερες τάξεις, όπως προκύπτει από τα επαγγέλματα των νικητών -όσα καταγράφονται. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του Ευ. Παυλίνη, ήταν "εργατικοί και χειρώνακτες" γιατί "οι νέοι της καλυτέρας κοινωνικής τάξεως δεν έστεργον να ασχολούνται περί την γυμναστικήν"27. Εξαίρεση αποτελούν οι τρεις φοιτητές που αναδείχτηκαν νικητές στην "αναρρίχησι επί κάλω"28.

"Του Σταδίου εγκαταλειφθέντος ελευθέρου [...] εις την βάναυσον αξίαν των απαιδεύτων"29 στους αγώνες του 1859 και του 1870, ο Ιωάννης Φωκιανός που ανέλαβε τη διοργάνωση των αγώνων για τα τρίτα Ολύμπια του 1875 προσπάθησε να προσελκύσει μορφωμένους νέους για να προβληθεί η αξία της άθλησης. Γι' αυτό και στον "Κανονισμό Προσωρινού Γυμναστηρίου των Ολυμπίων" (1874), το οποίο ιδρύθηκε για την προετοιμασία εκείνων που επρόκειτο να λάβουν μέρος στους αγώνες, οριζόταν ότι γίνονταν δεκτοί μόνο φοιτητές και μαθητές των γυμνασίων άνω των 17 ετών30. Η Εφημερίς έγραφε: "Οι αγώνες ούτοι εφέτος ανυψούνται πολύ διότι η κατερχόμενη εις αυτούς τάξις των νέων είναι πολυτιμοτέρα βεβαίως και παρέχει αξιομίμητον παράδειγμα ταις νέαις γενεαίς [...] πας αγωνιστής εν τοις Ολυμπίοις υποτίθεται ότι θα ήνε νέος των γραμμάτων ή του σχολείου τουλάχιστον"31.

Τα Ολύμπια του 1870 και του 1875 περιέλαβαν στο πρόγραμμά τους, παρόλο που εν τέλει δεν έγιναν, ιπποδρομίες, αμαξοδρομίες, λεμβοδρομίες, κολύμβηση και σκοπευτικούς αγώνες. Ο εκσυγχρονισμός των αγώνων προτείνεται και από τον Αιώνα: "Ευελπιστούμεν ότι [...] εις τους αγώνας των προσεχών Ολυμπίων θα προστεθώσιν οι νεώτεροι της επί σκοπόν βολής, του ξιφισμού, του σπαθισμού, του λογχισμού, οι ιππικοί αγώνες και τα γυμνάσια της εθνοφυλακής, όπως ανταποκρίνωνται τα Ολύμπια προσφορώτερον προς το πνεύμα της αρχαίας Ελλάδος και του αειμνήστου αγωνοθέτου αυτών"32. Στους αγώνες του 1875 ο Φωκιανός προσέθεσε αγώνες "εκ της νεωτέρας γυμναστικής άνευ βραβείων", δηλαδή από τη γερμανική οργανική γυμναστική: "άλμα υπέρ το δίζυγον, άλμα διά του μονοζύγου,

————————————

25. Αιών 1827,16 Νοεμβρίου 1859.

26. Ι. Χρυσάφης, ό.π.., σ. 37-41.

27. Ευ. Παυλίνης, "Το έργον του Φωκιανού", Ιωάννης Φωκιανός..., ό.π., σ. 14.

28. Ι. Χρυσάφης, ό.π. σ. 78-79.

29. Στο ίδιο, σ. 104.

30. Στο ίδιο, σ. 92-93.

31. Εφημερίς 135, 15 Μαΐου 1875.

32. Αιών 2620,16 Νοεμβρίου 1870.

Σελ. 91
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/49/gif/92.gif&w=600&h=91532. Κουλούρη, Αθλητισμός

ακριδωταί κινήσεις εν τω διζύγω" κλπ.33. Είναι εντούτοις ενδιαφέρουσα η διαφορετική αυτή τη φορά αντίδραση της εφημερίδας Αιών:

"Ευχόμεθα άλλοτε κρείττων να γίνη σκέψις περί των κατά τα Ολύμπια τελουμένων αγώνων, καταστώσι δε ούτοι πρακτικώτεροι. Οπόσον μεγαλοπρεπές, οπόσον σοβαρόν, οπόσον εθνικόν θα ήτο το θέαμα, οπόσον ηθέλομεν τιμηθή ενώπιον των ξένων, εάν χθες, αντί να παρουσιάσωμεν εν τω Σταδίω δωδεκάδα ανδρών, ασκηθέντων εις αγωνίσματα, άτινα οι κοινότατοι των σχοινοβατών εκτελούσι σήμερον, παρουσιάζομεν λόχους παιδιών στρατιωτικώς συντεταγμένων, γινωσκόντων την χρήσιν των όπλων της σήμερον, ή τάγματα εθνοφυλακής, ήτοι πολιτών ενόπλων, καλώς ενδεδυμένων, ησκημένων εις την χρήσιν των όπλων και εις τας στρατιωτικάς κινήσεις, πυροβολιστάς τελείους και ιππείς αξιομάχους, θέαμα τοιούτον βεβαίως ήθελε συγκινήσει τας ψυχάς πάντων, ήθελε προκαλέσει τον σεβασμόν του πλήθους και ήθελε καταστήσει τους παρισταμένους ξένους δικαιοτέρους εις τας περί ημών κρίσεις των, ενώ τα χθες γενόμενα, και από των Ελλήνων και από των Ξένων, απέσπασαν κρίσεις δυσμενείς, προυκάλεσαν δε μειδιάματα προσβάλλοντα την Εθνικήν Φιλοτιμίαν"34.

Πλήρως εναρμονισμένο με τον κυρίαρχο εκείνη την εποχή χαρακτήρα της γυμναστικής, που συνέδεε τη σωματική άσκηση με τη στρατιωτική προετοιμασία, το σχόλιο του Αιώνα, επικυρώνει τη γενική ακόμη δυσπιστία απέναντι στην άσκοπη, μη χρησιμοθηρική άσκηση του σώματος. Η υπόθεση αυτή επιβεβαιώνεται εξάλλου από τη μικρή συμμετοχή στους αγώνες του 1875. Μόνο 24 νέοι "των γραμμάτων" μετείχαν στους αγώνες, αν και μεταξύ των ονομάτων μπορούμε να διακρίνουμε, φοιτητές ακόμα, μετέπειτα προσωπικότητες της αθηναϊκής ζωής, όπως τον Σπ. Μερκούρη, τον Γ. Δροσίνη, τον Κ. Μηλιώτη Κομνηνό, τον Μάρκο Μίνδλερ κ.ά.

Με την πάροδο των δεκαετιών και την αλλαγή στον τρόπο αντιμετώπισης της σωματικής άσκησης, αλλάζει και η κοινωνική σύνθεση εκείνων που ασχολούνται με τη γυμναστική και τον αθλητισμό. Στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1889, οι οποίοι έγιναν στο Κεντρικό Γυμναστήριο με πρωτοβουλία του Ιω. Φωκιανού, διαπιστώνουμε -εκτός από την επικράτηση του γερμανικού γυμναστικού συστήματος35- την κυριαρχία των φοιτητών και των μαθητών, άλλων γνωστών από τη μετέπειτα δράση τους (όπως ο Χρ. Μπρισιμιτζάκης) και άλλων από γνωστές αθηναϊκές οικογένειες (όπως ο Αναστ. Φιλαδελφεύς). Νέα αθλήματα προστίθενται, εξάλλου, όπως η άρση βαρών, τα οποία ωστόσο δεν διαφοροποιούν το συνολικό πνεύμα των αγώνων που ακολουθεί ακόμη τη γερμανική

————————————

33. Ι. Χρυσάφης, ό.π., σ. 90.

34. Αιών 3133, 19 Μαΐου 1875.

35. Οι αθλητές ήταν "σωστοί γερμανοί" και το γυμναστήριο έμοιαζε με "γυμναστήριον τη: Γερμανίας", σύμφωνα με την Εστία.. Βλ. Ι. Χρυσάφης, ό.π., σ. 123.

Σελ. 92
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/49/gif/93.gif&w=600&h=91532. Κουλούρη, Αθλητισμός

σχολή. Στοιχείο εκσυγχρονισμού είναι η στολή των αθλητών. Το μακρύ λευκό παντελόνι, το λευκό υποκάμισο "μετά λαιμοδέτου" και η γαλάζια ζώνη36 αντικαθιστούν στις δύο τελευταίες Ζάππειες Ολυμπιάδες τους αρχαϊκούς χιτώνες και τα "κατάσαρκα πλέγματα" που ήταν οι στολές των ακροβατών.

Συνεπώς, ήδη πριν από την έναρξη της δεκαετίας κατά την οποία ανασυστάθηκαν οι Ολυμπιακοί Αγώνες, μέσα από τον τριακονταετή θεσμό των Ζάππειων Ολυμπιάδων έχει αναδειχθεί -στοιχειωδώς έστω- μια αγωνιστική παράδοση που από την αρχαιολατρική έμπνευση οδηγήθηκε στην ενσωμάτωση στοιχείων του σύγχρονου αθλητισμού, συναρμοσμένων κατεξοχήν με τη γερμανική γυμναστική πρακτική. Η αγωνιστική αυτή παράδοση διοχετεύτηκε, με τη φροντίδα των ανθρώπων που πρωτοπορούσαν στην αναγνώριση της αξίας της σωματικής άσκησης και των πρώτων φιλάθλων, στους αγώνες που πυκνά πλέον οργανώνονται μέσα στη δεκαετία του 1890 και με κορύφωση τους Διεθνείς Ολυμπιακούς του 1896. Παράλληλα, η άθληση κατακτά τον δικό της ιδιαίτερο χώρο μέσα στην πόλη: το γυμναστήριο, το στάδιο και, αργότερα, το γήπεδο.

ΤΟΠΟΙ ΑΘΛΗΣΗΣ

Είτε με κρατική φροντίδα είτε με ιδιωτική πρωτοβουλία, η άθληση απέκτησε από την εποχή των πρώτων, πρώιμων προσπαθειών για την καθιέρωση της τους δικούς της χώρους. Οι χώροι αυτοί είναι τοποθετημένοι μέσα στα αστικά κέντρα, εφόσον η μεν ανάπτυξη της γυμναστικής συνδέεται με τους εκπαιδευτικούς θεσμούς η δε εμφάνιση και εξάπλωση των σπορ ακολουθεί τους ρυθμούς αστικοποίησης και εκσυγχρονισμού. Η δημιουργία ιδιαίτερων χώρων άθλησης ευνοεί η επικυρώνει την καθιέρωση της σωματικής άσκησης ως αυτόνομης δραστηριότητας στο πλαίσιο των ασχολιών των κατοίκων της πόλης. Με την πάροδο του αιώνα και στο μέτρο που διαμορφώνεται και ορίζεται η έννοια του ελεύθερου χρόνου και της σχόλης, οι χώροι αυτοί θα αποτελέσουν έναν από τους "τόπους" της κατανάλωσης του ελεύθερου χρόνου, πλάι σε άλλους -εξίσου εξειδικευμένους- όπως το θέατρο, η όπερα, το αναγνωστήριο, το καφενείο. Η θέση των χώρων άθλησης μέσα στον πολεοδομικά ιστό είναι επίσης σημαίνουσα, σύμφωνα με τη διάκριση σε "κέντρο" και "περιφέρεια" αλλά και σύμφωνα με την κοινωνική διαστρωμάτωση κατά συνοικίες.

Τα πρώτα γυμναστήρια που ιδρύθηκαν στο ελληνικό κράτος (Ναύπλιο, Αίγινα, Σύρος) δεν ανταποκρίνονταν σε μια πραγματική κοινωνική ζήτηση. Λειτούργησαν με κρατική ή κοινοτική υποστήριξη αλλά για βραχύ χρονικό διάστημα ακριβώς λόγω του μειωμένου έως ανύπαρκτου ενδιαφέροντος για τη σωματική άσκηση. Στο πλαίσιο της προσπάθειας που καταγράψαμε στο προηγούμενο 

————————————

36. Στο ίδιο, σ. 118.

Σελ. 93
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/49/gif/94.gif&w=600&h=91532. Κουλούρη, Αθλητισμός

κεφάλαιο για την εισαγωγή του γερμανικού γυμναστικού συστήματος στα χρόνια της Αντιβασιλείας, τα γυμναστήρια αυτά εξοπλίζονται με τα γυμναστικά όργανα που χρησιμοποιούσαν οι Turner (δίζυγα, μονόζυγα, τραπέζια, αιώρες κλπ.). Η γερμανική παράδοση παραμένει ισχυρή αλλά ποικίλλεται από τη δεκαετία του 1870 με τη συγγενή της ελβετική παράδοση μέσω του Ελβετού Λουδοβίκου Μπορέλ. Ο Μπορέλ, ο οποίος είχε αρχικά κληθεί από τον Βασ. Βούλγαρη για να διδάσκει γυμναστική στο Παιδαγωγείο του, υπήρξε ο εισηγητής της "παιδαγωγικής ή καλαισθητικής γυμναστικής", που εκτελούνταν με κινητά όργανα (αλτήρες, κοντούς, κορύνες, σιδηρές ράβδους κλπ.) με τη συνοδεία τραγουδιών ή μουσικής και περιλάμβανε πολύπλοκες ασκήσεις, τα περίφημα "συμπλέγματα"37.

Ως τη δεκαετία του 1870, μοναδικό κρατικό γυμναστήριο στην Αθήνα ήταν το Δημόσιο Γυμναστήριο38. Αυτό το γυμναστήριο είχε ιδρυθεί αρχικά από τη βασίλισσα Αμαλία, το 1858, απέναντι από το τότε Υπουργείο Στρατιωτικών και στη θέση του μετέπειτα Πτωχοκομείου39, για να γυμνάζεται ένας ακόλουθός της. Το 1860 το γυμναστήριο διατέθηκε για τη γύμναση φοιτητών και μαθητών και αργότερα και πολιτών με εισιτήριο 20 λεπτά. Τη διεύθυνσή του ανέλαβε ο Γερμανός Ottendorf. Το 1868 πήρε τον τίτλο του "Δημόσιου Γυμναστηρίου" και δημοσιεύτηκε ο κανονισμός του. Εκτός από τον Ottendorf, ορίστηκε ως διδάσκων και ο Παγών αλλά και οι δύο αντικαταστάθηκαν αργότερα από τον μαθητή τους Ιω. Φωκιανό40. Μετά την εμπειρία των δεύτερων Ζάππειων Ολυμπιάδων (1870), η επιτροπή που είχε αναλάβει τη διοργάνωση των αθλητικών αγώνων41 αποφάσισε να ιδρύσει δημόσιο γυμναστήριο δίπλα στο Στάδιο. Η απόφαση αυτή όμως δεν πραγματοποιήθηκε κι έτσι ο Ιω. Φωκιανός χρησιμοποίησε το ήδη υπάρχον δημόσιο γυμναστήριο για την προετοιμασία των αθλητών της τρίτης Ολυμπιάδας. Το Δημόσιο Γυμναστήριο, χάρη στον ζήλο του Φωκιανού, ήταν το μοναδικό κέντρο σωματικής άσκησης, η οποία ωστόσο περιοριζόταν τότε "εν μικρά μερίδι της Αθηναϊκής νεολαίας"42.

————————————

37. Στο ίδιο, σ. 113, σημ. 1.

38. Εκτός από το γυμναστήριο των Πυροσβεστών που λειτουργούσε στο χώρο της Παλαιάς Βουλής και όπου ασκούνταν και, λίγοι, πολίτες υπό την καθοδήγηση των πυροσβεστών. Βλ. Π. Ν. Μανιτάκης, 100χρόνια, νεοελληνικού αθλητισμού 1830-1930, Αθήνα 1962, σ. 12.

39. Το γυμναστήριο βρισκόταν απέναντι από το σημερινό Βυζαντινό Μουσείο, επί της λεωφόρου Κηφισίας (τώρα Β. Σοφίας) στη γωνία της οδού Πλουτάρχου.

40. Π. Ν. Μανιτάκη;, ό.π., σ. 15, 16.

41. Η επιτροπή αποτελούνταν από τους Κ. Βουσάκη, Φίλιππο Ιωάννου και Γ. Παπαδόπουλο και μετά το τέλος των αγώνων υπέβαλε έκθεση όπου επισήμαινε τις ελλείψεις της γυμναστικής εκπαίδευσης και πρότεινε μέτρα θεραπείας. [Ι. Ε. Χρυσάφης], Η σωματική αγωγή και η στρατιωτική προπαίδευσις της νεότητος και η ενδεικνυομένη οργάνωσις αυτών, Αθήνα 1925 (Δελτίον Υπουργείου Εκκλησιαστικών και Δημοσίας Εκπαιδεύσεως, Παράρτημα 15), σ. 13-14.

42.1. Χρυσάφης, "Γυμναστική Επιθεώρησις της τελευταίας δεκαετίας 1888-1898", ΠΑΕΑ 1 (1898-9), σ. 118.

Σελ. 94
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/49/gif/95.gif&w=600&h=91532. Κουλούρη, Αθλητισμός

Το 1878 ιδρύθηκε, δίπλα στο Στάδιο, το Κεντρικό Γυμναστήριο, που αργότερα μετονομάστηκε σε "Φωκιανός". Πρώτος του διευθυντής ορίστηκε ο Λ. Μπορέλ και το 1879, μετά το θάνατό του, ανατέθηκε η διεύθυνση στον Ιω. Φωκιανό, ο οποίος παρέμεινε σ' αυτή τη θέση ως το θάνατό του (1896)43.

Το Δημόσιο Γυμναστήριο δεν ήταν απλώς ένας χώρος σωματικής άσκησης όπου οι νέοι φίλαθλοι της εποχής επιζητούσαν να βελτιώσουν τη φυσική τους κατάσταση και την υγεία τους. Το γυμναστήριο ήταν ένας χώρος αναψυχής και συνάντησης και, για τους γυμναζόμενους, ένας τόπος σχόλης που λειτουργούσε συμπληρωματικά ή εναλλακτικά προς άλλους. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του Μ. Μίνδλερ, "εκείνο ήτο το καφενείον μας, το ζαχαροπωλείον μας, το ουζοπωλείον μας, το ντάνσιγκ μας, το φάι-βο-κλοκ"44.

Εκτός από το Δημόσιο Γυμναστήριο, λειτουργούσαν ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του 1870 τα ιδιωτικά γυμναστήρια που ανήκαν στους γυμναστικούς συλλόγους. Τα γυμναστήρια αυτά αποκτούν τη θέση τους στη ζωή της πόλης μετά τη δημιουργία αθλητικών σωματείων με διάρκεια ζωής και οργανωμένες εγκαταστάσεις. Είναι η περίπτωση, για παράδειγμα, των γυμναστηρίων του Πανελληνίου Γ.Σ. στο Πεδίο του Άρεως και του Εθνικού Γ.Σ. κοντά στους Στύλους του Ολυμπίου Διός αλλά και των εγκαταστάσεων του Ομίλου Αντισφαίρισης (τότε Lawn Tennis Club) ακριβώς δίπλα από τον Εθνικό και απέναντι από το Ζάππειο. Στην Αθήνα, τα γυμναστήρια αυτά εγκαθίστανται στις παρυφές η λίγο έξω από τα όρια της πόλης. Η λεωφόρος Κηφισίας (τώρα Βασ. Σοφίας), η οδός Πατησίων και η περιοχή γύρω από το Στάδιο είναι οι περιοχές όπου τοποθετούνται, στα τέλη του αιώνα, οι ιδιαίτεροι χώροι προορισμένοι για την άθληση45.

Το ίδιο το Στάδιο, ιδιαίτερα μετά την αναμαρμάρωσή του για τους Ολυμπιακούς του 1896, είναι χώρος άσκησης και διεξαγωγής αγώνων46. Παρόμοια είναι και η χρήση του Ποδηλατοδρομίου του Φαλήρου, του οποίου η διαχείριση -όπως και του Σταδίου- ανήκει στην Επιτροπή Ολυμπιακών Αγώνων. Το Ποδηλατοδρόμιο χρησιμοποιήθηκε κατά τα πρώτα χρόνια μετά την ίδρυσή του (1896)

————————————

43. Π. Ν. Μανιτάκης, ό.π., σ. 21. Κατά το διάστημα 1875-1879 ο Φωκιανός εργάστηκε στη Θεσσαλονίκη ως διδάσκαλος των μαθηματικών και της γυμναστικής στο Διδασκαλείο του Συλλόγου προς διάδοσιν των ελληνικών γραμμάτων. Π. Σ. Σαββίδης, "Ιστορία της Γυμναστικής, 1833-1901", Αθλητικόν Λεύκωμα, Αθήνα 1901, σ. 5.

44. Μ. Μίνδλερ (πρόεδρος ΣΕΑΓΣ), " Αναμνήσεις", στο Ιωάννης Φωκιανός..., ό.π., σ. 40.

45. Στην οδό Μουρούζη μετέφερε το 1910 το γυμναστήριό του ο Διαγόρας από του Μακρυγιάννη όπου λειτουργούσε κατά την προηγούμενη διετία (1908-1910). Και το γυμναστήριο του Εθνικού εξάλλου, πριν να μεταφερθεί απέναντι από το Ζάππειο, βρισκόταν στη συμβολή των οδών Βασ. Σοφίας και Κουμπάρη. Στην οδό Πατησίων είχε το "ασκητήριόν" του ο Ποδοσφαιρικός Όμιλος (1908), και το "ιππευτήριό" του ο Ιππικός Όμιλος (Πεδίο του Άρεως).

46. Το Στάδιο είχε χρησιμοποιηθεί ως τόπος διεξαγωγής των αθλητικών αγώνων των Ζάππειων Ολυμπιάδων το 1870 και το 1875.

Σελ. 95
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/49/gif/96.gif&w=600&h=91532. Κουλούρη, Αθλητισμός

κυρίως για ποδηλατικούς αγώνες και ιπποδρομίες, αλλά πολύ σύντομα, και καθώς το ποδόσφαιρο άρχισε να κατακτά την ελληνική κοινωνία, έγινε ο κατεξοχήν τόπος των ποδοσφαιρικών συναντήσεων. Με τη δημιουργία ποδοσφαιρικών συλλόγων εξάλλου, άρχισαν να εμφανίζονται και τα συνοικιακά γήπεδα (Γουδί, Αλεξάνδρας), τα οποία ήταν τοποθετημένα σε μια μεγαλύτερη ακτίνα από το κέντρο της πόλης απ' ό,τι ήταν τα γυμναστήρια των αθλητικών συλλόγων.

Τα διάφορα προάστια της Αθήνας (Κηφισιά, Μαρούσι) και ο Πειραιάς απέκτησαν, με τη δημιουργία των δικών τους ιδιαίτερων γυμναστικών και αθλητικών σωματείων, και ιδιαίτερους χώρους άθλησης. Ο Πειραιάς ειδικότερα και το Φάληρο είχαν τις εγκαταστάσεις των κωπηλατικών και ναυτικών σωματείων (Όμιλος Ερετών, Ναυτικός Όμιλος Φαλήρου), εκεί που και οι Αθηναίοι κατέβαιναν για περίπατο και αναψυχή τους πιο ζεστούς μήνες του χρόνου.

Στις επαρχιακές πόλεις, τα γυμναστήρια ήταν εγκατεστημένα στο κέντρο της πόλης47. Στην Πάτρα υπήρχε δημόσιο γυμναστήριο από το 1884 στο χώρο του σημερινού Δικαστικού Μεγάρου, το οποίο εξυπηρέτησε και τον Παναχαϊκό Γυμναστικό Σύλλογο ως το 1895 που απέκτησε το δικό του γήπεδο στα Ψηλαλώνια. Γυμναστήριο στα Ψηλαλώνια απέκτησε (με ενοίκιο) και η Γυμναστική Εταιρεία Πατρών το 189548. Επειδή συνήθως υπήρχε ένας μόνο γυμναστικός σύλλογος σε κάθε επαρχιακή πόλη, το ειδικό του βάρος ήταν οπωσδήποτε ανάλογο με εκείνο άλλων τοπικών συλλόγων (φιλεκπαιδευτικών, μουσικών κλπ.) που επίσης είχαν τα γραφεία τους σε κεντρικά σημεία της πόλης. Ελλείψει δημόσιου γυμναστηρίου, το γυμναστήριο του τοπικού συλλόγου ήταν τοποθετημένο σε περίοπτη και κεντρική θέση μέσα στα μικρότερα αστικά κέντρα.

ΤΑ ΠΡΩΤΑ ΣΠΟΡ: ΙΠΠΑΣΙΑ, ΞΙΦΑΣΚΙΑ, ΣΚΟΠΟΒΟΛΗ

Εκτός από τα γυμναστήρια που στοχεύουν κυρίως στην καλλιέργεια της γυμναστικής και του κλασικού αθλητισμού, λειτουργούν παράλληλα ιδιαίτεροι χώροι για την άσκηση σε ειδικά σπορ. Γύρω στα μισά του αιώνα, λειτουργούν στην Αθήνα ιδιωτικές σχολές οπλομαχίας (δηλ. ξιφασκίας) όπου δίδασκαν διάφοροι βαυαροί οπλοδιδάσκαλοι καθώς και ιταλοί και πολωνοί πρόσφυγες, ενώ ο Νικόλαος Νέγρης είχε διαθέσει είκοσι χιλιάδες δραχμές για την ίδρυση γυμναστηρίου ξιφασκίας και ιππασίας "προς εξάσκησιν των Ελλήνων εις τα δύο ταύτα πολεμικά γυμνάσια και συγχρόνως προς έντιμον περίθαλψιν των εκεί διδασκόντων και εργαζομένων αξίων τωόντι ελληνικής συμπαθείας γενναίων Πολωνών"49. Ήδη

————————————

47. Αυτό ισχύει, για παράδειγμα, για την Ανδρίτσαινα, τη Χαλκίδα, την Κύμη και την Καλαμάτα. Βλ. Δελτίον Σ.Ε.Α.Γ.Σ. 1 (1901), αρ. 3.

48. Βλ. Ν. Ε. Πολίτης, Ο πατραϊκός αθλητισμός, τ. Α'. Η πρώτη δεκαετία: 1891-1900, Πάτρα, Αχαϊκές Εκδόσεις, 1994, σ. 91-98.

49. Ι. Χρυσάφης, Οι σύγχρονοι διεθνείς..., ό.π., σ. 22.

Σελ. 96
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/49/gif/97.gif&w=600&h=91532. Κουλούρη, Αθλητισμός

ΕΙΚΟΝΑ

5. Από την Οπλομαχητική του Ν. Πύργου (1872).

από το 1843 μαρτυρείται η πρώτη -σύμφωνα με τα μέχρι τώρα διαθέσιμα στοιχεία- ιπποδρομία στην Αθήνα. Ονομάζεται "Μέγα Ολυμπιακόν θέαμα Ιππασίας" και οργανώνεται στην πλατεία Αγίου Θεοδώρου (τώρα Κλαυθμώνος) από την Εταιρεία Ιππασίας και Γυμναστικής που διευθύνεται από τον Άγγελο Ρωμανίνη50. Ιπποδρομίες έγιναν εξάλλου, όπως ήδη αναφέρθηκε, και το 1859 στο πλαίσιο των πρώτων Ζάππειων Ολυμπιάδων.

Η πρώιμη αυτή ενασχόληση με τα σπορ της ξιφασκίας, της ιππασίας και -λίγο αργότερα- της σκοποβολής δεν φαίνεται να συνδέεται με μια συνειδητή αξιολόγηση της σωματικής άσκησης αλλά ούτε ακόμη με το πρότυπο του sportsman. Και τα τρία αυτά σπορ συνδέονταν με τη στρατιωτική προετοιμασία και γι' αυτό αποτελούσαν πρακτικές κατεξοχήν των αξιωματικών. Η μεν 

————————————

50. Μέγα Ολυμπιακόν θέαμα Ιππασίας ημερήσιον εις την πλατείαν του Αγίου Θεοδώρου. Εταιρία Ιππασίας και Γυμναστικής, διευθυνομένη παρά του κ. Αγγέλου Ρωμανίνη. Δια την Πέμπτην 13 Μαΐου 1843 περί τας 5½ μ.μ. (μονόφυλλο). Ιπποδρομίες έχουν καταγραφεί και στη Ζάκυνθο το 1835. Βλ. Λ. Ζώης, "Ιππικοί αγώνες εν Ζακύνθω το 1835", εφ. Ελπίς 1489, 1904. Επρόκειτο για την αναβίωση μιας παράδοσης κοινής στη Δ. Ευρώπη, των "εφίππων διαδορατισμών", που ονομάζονταν στη Ζάκυνθο "γκιόστραι". Οι αγώνες αυτοί, κατά τους οποίους οι αριστοκράτες, έφιπποι, επιχειρούσαν να καταρρίψουν ή να διαπεράσουν αντικείμενα, γίνονταν την Πέμπτη της Τυροφάγου από το 1651 ως το 1739. Βλ. λήμμα "Γκιόστρα" στο Λ. Χ. Ζώης, Λεξικόν Ιστορικόν και Λαογραφικόν Ζακύνθου, τ. Α', Αθήνα 1963, σ. 131-132.

Σελ. 97
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/49/gif/98.gif&w=600&h=91532. Κουλούρη, Αθλητισμός

ιππασία καλλιεργούνταν "κατ' ανάγκην, διότι αποτελούσεν ακόμη κυριώτατον μέσον συγκοινωνίας, αλλά και χάριν κοινωνικής διακρίσεως και κοσμικής εμφανίσεως"51. Η δε οπλομαχία ή οπλομαχητική, που περιλάμβανε την άσκηση στο ξίφος και τη σπάθη, θεωρούνταν απαραίτητη για τη λύση ζητημάτων τιμής μέσω της μονομαχίας. "Το έθιμον της αυτοδικίας, όσω βάρβαρον και αν υποτεθή, κατέστη πανταχού αναγκαία τις συμπλήρωσις του νόμου, άνευ της οποίας ο κοινωνικός βίος ήθελε καταντήσει αφόρητος ένεκα της ύβρεως και της αγροικίας", διαπίστωνε στο εισαγωγικό σημείωμα της Οπλομαχητικής ο Εμμανουήλ Ροΐδης52. Στοιχείο της αριστοκρατικής κουλτούρας, μέσα στον 19ο αιώνα η μονομαχία ενσωματώθηκε στον κώδικα ηθικής της αστικής τάξης: "πρόσφερε στο άρρεν μέλος της αστικής τάξης (Bürgertum) την ευκαιρία να αποδείξει την προσωπική του ακεραιότητα, την τιμή του και τον ανδρισμό του"53. Η μονομαχία λοιπόν, αν και απαγορευμένη από το νόμο, φαίνεται πως αποτελούσε και στην Ελλάδα, όπως στην υπόλοιπη Ευρώπη, διαδεδομένη πρακτική για την "τιμωρία ύβρεως ιδιωτικής διαφευγούσης τον πέλεκυν του νόμου"54. Πρώτα παραδείγματα μονομαχίας στην Ελλάδα καταγράφονται από την εποχή του Καποδίστρια και επαναλαμβάνονται μέσα στη δεκαετία του 1830, αποτελώντας όμως ακόμη μάλλον περιθωριακά τρόπο λύσης των διαφορών55. Η άσκηση στο ξίφος και τη σπάθη ξεπερνούσε συνεπώς την αυστηρά στρατιωτική προετοιμασία αλλά και την ίδια τη σωματική άσκηση και αποτελούσε στοιχείο της κοινωνικής ζωής.

Τόσο η ιππασία όσο και η ξιφασκία εξυπηρετούσαν συνεπώς κάποια πρακτική σκοπιμότητα. Φαίνεται άλλωστε πως εκείνη την εποχή θεωρούνταν ακόμη σχεδόν σκανδαλώδες να χάνει κάποιος το χρόνο του με ασκήσεις χωρίς πρακτική

————————————

51. Π. Ν. Μανιτάκης, ό.π., σ. 12.

52. Ν. Πύργος, Οπλομαχητική. Ξιφασκία και Σπαθασκία, Αθήνα 1872, σ. θ'.

53. Ute Frevert, "Honour and Middle-Class Culture: the History of the Duel in England and Germany", στο J. Kocka - A. Mitchell (εκδ.), Bourgeois Society in Nineteenth-Century Europe, Οξφόρδη, Berg, 1993, σ. 234.

54. Ν. Πύργος, ό.π., σ. ζ'. Πβ. και Θ. Δ. Χρυσοχοΐδης, Μονομαχητική, Αθήνα 1891.

55. Σημειώνει σε πρωτοσέλιδο άρθρο περί μονομαχίας η εφ. Αθηνά ( αρ. 200, 28 Νοεμβρίου 1834): "Η δικαιολογημένη αυτή μονομαχία λοιπόν ουδ' εις τους Έλληνας αλλ' ουδ' εις τας Ελληνικάς Κυβερνήσεις ήτο γνωστή. Πρώτον παράδειγμα είδομεν τας επί της εις την Ναυπλίαν φρουραρχίας του κυρίου Έψδεν, τον μονομαχικόν θάνατον του δυστυχούς νέου Βασιλειάδου. Ο Κυβερνήτης ακολούθως κατέτρεξε το πράγμα, αν και από καιρόν εις καιρόν δεν έλλειπαν τοιαύται προκλήσεις". Μέχρι το τέλος του αιώνα, συνεχίζονται οι μονομαχίες αλλά οι σοβαρότερες γίνονται πλέον με πιστόλι. Ο Ν. Πύργος αναφέρει εκείνες που έγιναν "μεταξύ των στρατηγών Σούτσου και Κορωναίου, των υποναυάρχων Σαχτούρη και Σταματέλου, του δικηγόρου Μανιατάκη μετά του ανθυπολοχαγού Σοφιανού, η μεταξύ των δύο πρώην πρωθυπουργών κ.κ. Δ. Ράλλη και Κωνσταντοπούλου, των Συνταγματαρχών Ν. Σμόλενιτς και Βασιλειάδου, των κ.κ. Αλφρέδ βέη και ιλάρχου Πιερράκου Μαυρομιχάλη", Ν. Πύργος, "Περί μονομαχίας", ΠΑΕΑ 1 (1898-9), σ. 372-373.

Σελ. 98
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/49/gif/99.gif&w=600&h=91532. Κουλούρη, Αθλητισμός

ωφέλεια56. Παράλληλα, οι δύο αυτές δραστηριότητες αποτελούσαν στοιχείο κοινωνικής διάκρισης. Σε αντίθεση με τη γυμναστική, που αντιμετώπιζε ακόμη τη δυσπιστία και την περιφρόνηση ή θεωρούνταν -στην καλύτερη περίπτωση- ότι είχε απλώς παιδαγωγική και υγιεινή σκοπιμότητα, τα δύο αυτά "αριστοκρατικά" σπορ αναπαρήγαν το κυρίαρχο αισθητικό πρότυπο του ευπόρου κομψού νέου για τον οποίο είχε μεγαλύτερη αξία η διατήρηση της καλής φυσικής κατάστασης και του ευθυτενούς σώματος παρά η ίδια η μυϊκή προσπάθεια και η σωματική δύναμη.

Η σκοποβολή, η οποία επίσης υπήρξε αρχικά δραστηριότητα των αξιωματικών και των ανώτερων στρωμάτων και εξυπηρέτησε μαζί με την ξιφασκία το έθιμο της μονομαχίας, δεν διατήρησε την ίδια κοινωνική αίγλη. Η έκπτωση της σκοποβολής οφείλεται μάλλον στην προοδευτική εκλαΐκευση και διάδοσή της σε ευρύτερα κοινωνικά στρώματα μέσω της αμεσότερης σύνδεσής της με τη στρατιωτική προετοιμασία αλλά και τη σχολική εκπαίδευση57. Ο πολλαπλασιασμός των σκοπευτικών συλλόγων εξάλλου από την καμπή του 19ου αιώνα, σε αντίθεση με το ολιγάριθμο των οπλομαχητικών και ιππικών ομίλων, είναι ένας επιπλέον δείκτης για την κοινωνική διαφοροποίηση της σκοποβολής.

Γύρω στο 1870 εντούτοις, οι σκοπευτικοί είναι οι πρώτοι -σύμφωνα με τα ως τώρα διαθέσιμα στοιχεία- αθλητικοί σύλλογοι που εμφανίζονται στο ελληνικό κράτος. Το 1869 ιδρύεται ο Κερκυραϊκός Σύλλογος Ριπής με πρόεδρο τον Δ. Μ. Βότσαρη, αρχηγό του Στρατού της Επτανήσου, και το 1870 η Εταιρεία της επί σκοπόν βολής στην Αθήνα, που είναι και ο μοναδικός αθλητικός σύλλογος που θα μετάσχει στο Συνέδριο των Συλλόγων το 1879. Το 1877 δημιουργείται επίσης ένας βραχύβιος Όμιλος Σκοπευτών στην Πάτρα. Ο Κερκυραϊκός Σύλλογος Ριπής συνδέει σαφώς τη δράση του με τη στρατιωτική προετοιμασία: "Ο Σύλλογος θέλει φροντίζει περί της διαδόσεως της ιδέας της συστάσεως ομοίων Συλλόγων Ριπής και αλλαχού του Κράτους, προς ανάπτυξιν του στρατιωτικού εθνικού φρονήματος και παρασκευήν τελειοτέρας οργανώσεως των αμυντικών δυνάμεων του Έθνους"58. Από το υψηλό κόστος εγγραφής και συνδρομής (30 δρχ. η εγγραφή και 36 δρχ. η ετήσια συνδρομή) συνάγεται επίσης ότι η σκοποβολή περιοριζόταν εκείνη την εποχή σε μια κοινωνική ελίτ. Η διάρκεια ζωής και η δράση αυτών των συλλόγων δεν μας είναι γνωστή. Για τον αθηναϊκό σύλλογο ο Γ. Δροσίνης γράφει ότι «απέτυχε και διελύθη η μόνον εντός των Αθηνών

————————————

56. Πβ. R. Hubscher - ]. Durry - Β. Jeu (εκδ.), ό.π., σ. 39.

57. Για την εισαγωγή της σκοποβολής στο σχολείο, βλ. εδώ, σ. 69-72.

58. Καταστατικόν Κερκυραϊκού Συλλόγου Ριπής, Κέρκυρα 1869, άρθρο 3. Το καταστατικό κυκλοφόρησε αρχικά σε μονόφυλλο με ημερομηνία 3 Ιουνίου 1869 και περιλάμβανε 35 άρθρα. Στη συνέχεια, το καταστατικό αυτό τροποποιήθηκε ώστε να περιλαμβάνει 29 άρθρα με κάποιες διαφορές από το αρχικό σχέδιο. Το δεύτερο αυτό καταστατικό έχει ημερομηνία 18 Ιουνίου 1869 και τυπώθηκε σε ανεξάρτητο φυλλάδιο των 8 σελ. (Μπενάκειος Βιβλιοθήκη της Βουλής).

Σελ. 99
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/49/gif/100.gif&w=600&h=91532. Κουλούρη, Αθλητισμός

περιορίσασα την ενέργειάν της πρώτη "Εταιρεία της επί σκοπώ βολής", η ιδρυθείσα εν στιγμή ενθουσιασμού υπό του αειμνήστου Ιωάννου Μεσσηνέζη και άλλων πολιτευτών»59. Φαίνεται λοιπόν πως οι πρώτοι σκοπευτικοί σύλλογοι που ιδρύθηκαν γύρω στο 1870, με την πάροδο του χρόνου, περιέπεσαν σε αδράνεια. Έτσι, η ίδρυση της Πανελλήνιας Σκοπευτικής Εταιρείας το 1899 εγκαινιάζει μια νέα φάση για τη σκοποβολή60 που δεν αποτελεί συνέχεια της προηγούμενης. Η Πανελλήνια Σκοπευτική Εταιρεία ήταν "η αναβίωσις εκ της αυτής σποδού της εκλειψάσης Εταιρείας της επί Σκοπόν Βολής, ης και κληρονόμος της περιουσίας υπήρξε δυνάμει διατάξεως του Καταστατικού εκείνης"61. Κληρονόμησε επίσης την περιουσία (όχι μόνο χρηματική αλλά και σε όπλα) της Εθνικής Εταιρείας62.

Τα ίδια χρόνια, η διάδοση της ξιφασκίας ακολουθεί παρόμοιους αργούς ρυθμούς. Η ενασχόληση με την ξιφασκία γίνεται ιδιωτικά, σε ειδικές σχολές, και δεν ιδρύονται σχετικοί σύλλογοι ως τις αρχές του 20ού αιώνα63. Μοναδικό σωματείο που καλλιεργεί την ξιφασκία, ο Όμιλος των Φιλόπλων που ιδρύεται το 1888 "υπό την προεδρείαν του εξίσου διαπρεπούς εν τε τη Ιατρική και τη των

————————————

59. Γ. Δροσίνης, "Η σκοπευτική άσκησις του έθνους", Η Μελέτη, 1907, σ. 96. Ως συνιδρυτές αναφέρονται οι Αλ. Κουμουνδούρος, Χαρ. Τρικούπης, Θεόδ. Δηλιγιάννης, Σ. Καραϊσκάκης: "Η Πανελλήνιος Σκοπευτική Εταιρία", Η Νίκη 1, Ιαν. 1909, σ. 11.

60. Αξίζει να επισημανθεί η διαφορά της ελληνικής περίπτωσης από την αντίστοιχη γαλλική της ίδιας περιόδου. Στη Γαλλία, παρόλο που η ανάπτυξη του αθλητισμού υπάκουσε σε αργούς ρυθμούς, κατά την τελευταία τριακονταετία του 19ου αιώνα είναι εντυπωσιακός ο πολλαπλασιασμός των σκοπευτικών εταιρειών. Ο ελληνικός αλυτρωτισμός ωστόσο δεν είχε στο χώρο του αθλητισμού τον αντίκτυπο που είχε στη Γαλλία η ατμόσφαιρα της μετά 1870 Revanche.

61. Σ.Ε.Α.Γ.Σ., Ημερολόγιον 1910..., Αθήνα 1910, σ. 66.

62. Νοίκιασε επίσης και επισκεύασε το Σκοπευτήριο της Καλλιθέας. Η αύξηση των μελών της υπήρξε ραγδαία: από 49 μέλη το 1899, έφθασε τα 390 το 1905 και τα 600 το 1910. Π. Σ. Σαββίδης, Λεύκωμα των ... Ολυμπιακών Αγώνων 1906, Αθήνα 1907, σ. 148-149 και Σ.Ε.Α.Γ.Σ., ό.π., σ. 68. Το έργο της Π.Σ.Ε. θεωρήθηκε εξαρχής "εθνικό", στα χνάρια της Εθνικής Εταιρείας. Με εισήγηση του Παύλου Μελά, "του από της ιδρύσεως της εταιρίας υπάρξαντος ενός των δραστηριοτάτων ιδρυτών αυτής", η Π.Σ.Ε. πρόσφερε υλική και χρηματική βοήθεια στον Μακεδονικό Αγώνα, ενώ ίδρυσε τμήματα σε πόλεις της Ελλάδας και της Κρήτης. "Η Πανελλήνιος Σκοπευτική Εταιρία", ό.π., σ. 11-12.

63. Το 1906 ο Ι. Ν. Γεωργιάδης διαπιστώνει ότι η ξιφασκία είναι "ελάχιστα διαδεδομένη" στην Ελλάδα. Ι. Ν. Γεωργιάδης, "Τα εκ της ξιφασκίας αγαθά", στο Κ. Μ. Κατσαρός, Η Ελλάς κατά τους διεθνείς Ολυμπιακούς Αγώνες 1906, Αθήνα 1906, σ. 17. Το 1900 εξάλλου ως κέντρα της ξιφασκίας αναφέρονται μόνο η Αθηναϊκή Λέσχη και ο Ποδηλατικός Σύλλογος και καθηγητές ξιφασκίας ο Όθων Ηλιόπουλος και ο Λέων Πύργος, γιος του Ν. Πύργου. Αίθουσες Οπλομαχητικής διατηρούσαν επίσης ο Πανελλήνιος Γ.Σ. και ο Εθνικός Γ.Σ. ΠΑΕΑ 2 (18991900), σ. 114, 135, 140. Από τα σωματεία ξιφασκίας που έχω εντοπίσει, ο Όμιλος της Οπλομαχητικής ιδρύθηκε το 1908 ( ΦΕΚ λ' 299, 10 Δεκ. 1908), ο Σύλλογος προς διάδοσιν και ενίσχυσιν της Οπλομαχητικής εν Ελλάδι "το Ξίφος" το 1907 ( ΦΕΚ Α' 222, 6 Νοεμ. 1907) και ο Οπλομαχητικός Σύνδεσμος Αθηνών το 1917 (Καταστατικόν του Οπλομαχητικού Συνδέσμου Αθηνών ιδρυθέντος τω 1917, Αθήνα 1917).

Σελ. 100
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/49/gif/101.gif&w=600&h=91532. Κουλούρη, Αθλητισμός

όπλων επιστήμη κ. Χρήστου Ράλλη"64. Το 1896 ο Όμιλος θα συγχωνευθεί με την Αθηναϊκή Λέσχη, "κοινωνικό εντευκτήριο με αιρετά μέλη"65, που είχε ιδρυθεί το 1875 και η οποία συσπείρωνε τους εύπορους άνδρες αστούς της πρωτεύουσας66. Η ίδρυση της Αθηναϊκής Λέσχης σηματοδοτεί άλλωστε την είσοδο στην ελληνική κοινωνία του αγγλικού προτύπου κοινωνικότητας και ψυχαγωγίας που ήδη κατακτούσε την υπόλοιπη Ευρώπη. Μετά τη συγχώνευσή της με τον Όμιλο των Φιλόπλων, η Αθηναϊκή Λέσχη θα διατηρήσει για αρκετά χρόνια την αποκλειστικότητα και τα πρωτεία στο "ευγενές" σπορ της ξιφασκίας. Στο κτήριό της λειτούργησε ειδικά τμήμα οπλομαχίας "πλουτισθέν διά τελείων όντως όπλων, αιθουσών αναπαύσεως, αποδυτηρίων, λουτήρων, εν ω γνωστοί Γάλλοι οπλοδιδάσκαλοι εκάστοτε αφειδώς μισθοδοτούμενοι, διηύθυναν τας ασκήσεις"67. Στην καμπή του 19ου αιώνα άλλωστε, για τους θαμώνες της Αθηναϊκής Λέσχης, η ξιφασκία θα λειτουργεί συμπληρωματικά προς την ιππασία και το τέννις, σπορ για τα οποία ήδη θα έχουν δημιουργηθεί ξεχωριστά σωματεία.

Παρά την πρώιμη εμφάνισ΄ξ τους, η ιππασία και η ξιφασκία δεν εντάσσονται στη σύγχρονη αντίληψη για τα σπορ παρά μόνο προς τα τέλη του 19ου αιώνα. "Η λέξη είνε παλαιά, αλλά το πράγμα κάπως νέον διά την Ελλάδα", έγραφε το 1898 ο Α. Γ. Ξ. Τυπάλδος. Και προχωρώντας στον αναγκαίο ορισμό: "Σπορτ σημαίνει σύνολον ψυχαγωγιών, προ πάντων εκείνων αίτινες σκοπούσι την ανάπτυξιν της μυϊκής δυνάμεως, της επιτηδειότητος και του θάρρους"68. Την ίδια εποχή το Λεξικόν Εγκυκλοπαιδικόν των Μπαρτ και Χιρστ ορίζει εξάλλου ως εξής τη νεοτερική δραστηριότητα: "Σπορτ (αγγλιστί) σημαίνει παίγνιον, διασκέδασιν, κυρίως δε την εν υπαίθρω και συνδεομένην μετά σωματικής ασκήσεως, οίον το κυνήγιον, η αλιεία, ο δρόμος, η ιπποδρομία, το κολυμβάν, η κωπηλασία, η γυμναστική, η ποδηλασία και τα νεώτερα παίγνια τα κυρίως εν Αγγλία το κατ' αρχάς καλλιεργούμενα ως το τέννις, η ποδόσφαιρα κ.ά.".

Η λέξη "sport" πολιτογραφείται λοιπόν στο ελληνικό λεξιλόγιο προς τα τέλη του αιώνα αμετάφραστη και έτσι παρέμεινε ως τις μέρες μας. Οι λόγιοι της εποχής, αποδεχόμενοι τη νεοτερικότητα και του πράγματος και της λέξης, επιχείρησαν περιγραφές και ορισμούς. Ο Δ. Βικέλας θεωρεί ως συγγενέστερη τη

————————————

64. Η Ελλάς κατά τους Ολυμπιακούς Αγώνας του 1896. Πανελλήνιον εικονογραφημένον λεύκωμα, Αθήνα, Εστία, 1896, σ. 122.

65. Γ. Ν. Αιγιαλείδης, Το χρονικό της Αθηναϊκής Λέσχης. Η ιστορία ενός κοινωνικοπολιτιστικού σωματείου μέσα σ' έναν αιώνα (1875-1975), Αθήνα 1975.

66. Η Λέσχη ήταν άβατο για τις γυναίκες ως το 1920. Η είσοδος νέων μελών υπόκεινταν σε αυστηρούς ελέγχους. Την πρώτη δεκαετία, τα μέλη της ανέρχονταν περίπου σε 200 και στο τέλος της πρώτης εικοσαετίας είχαν αυξηθεί σε 300. Η Αθηναϊκή Λέσχη, 1875-1975. Αναμνηστικό τεύχος στην εκατονταετηρίδα της Αθηναϊκής Λέσχης, Αθήνα 1976.

67. Π. Σ. Σαββίδης Λεύκωμα ..., ό.π., σ. 148.

68. Α. Γ. Ξ. Τυπάλδος, "Σπορτ", ΠΑΕΑ 1 (1898-9), σ. 117.

Σελ. 101
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/49/gif/102.gif&w=600&h=91532. Κουλούρη, Αθλητισμός

λέξη "παίγνιον", ενώ χρησιμοποιεί και τον όρο "αθλητικά παίγνια"69. Τους όρους "παιδιά" και "αθλητικαί παιδιαί" προτιμά ο Ι. Χρυσάφης70. Ο τελευταίος αυτός όρος είναι μάλλον εν χρήσει στις αρχές του 20ού αιώνα και από τους επίσημους φορείς.

Ως προς το περιεχόμενο της έννοιας, δεν φαίνεται να υπάρχουν διαφωνίες. Γιατί προφανώς δεν εισάγεται μόνο η λέξη. Ο τρόπος ζωής και ο κώδικας ψυχαγωγίας της δυτικής αστικής τάξης, που περιλαμβάνει και τα σπορ, εισάγεται στην Ελλάδα και υιοθετείται από τα ανώτερα και, στη συνέχεια, τα μεσαία στρώματα. Πρόκειται για μια σημαντική αλλαγή στην κοινωνική έξη των ανθρώπων και της κοινωνίας που συναποτελούν που δεν ερμηνεύεται με τη μιμητική εισαγωγή ξένων προτύπων. Προφανώς και στην Ελλάδα υπήρχε η ανάγκη για μια ορθολογικά οργανωμένη, λιγότερο βίαιη και ωστόσο ευχάριστη ανταγωνιστική σωματική αναμέτρηση, που συνδεόταν με τους γενικότερους μετασχηματισμούς της ελληνικής κοινωνίας κατά το τελευταίο τρίτο του 19ου αιώνα71. Είναι άλλωστε σαφής η διάκριση που γίνεται στα κείμενα της εποχής ανάμεσα στη γυμναστική -για την οποία το ενδιαφέρον προϋπήρχε- και τα σπορ, όπου το μεν πρώτο θεωρείται μάθημα και συνδέεται με την εκπαίδευση το δε δεύτερο παραπέμπει στη διασκέδαση και την τέρψη. Απολύτως συνειδητή είναι επιπλέον η ταξική διάσταση του σπορ, "το οποίον είνε", σύμφωνα πάλι με τον Α. Γ. Ξ. Τυπάλδο, "η κυρία ενασχόλησις των πλουσίων και αέργων εν Ευρώπη"72.

Ο ΕΡΑΣΙΤΕΧΝΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΚΑΝΟΝΕΣ ΤΟΥ ΠΑΙΧΝΙΔΙΟΥ

Η διάκριση αυτή της ενασχόλησης με τα σπορ από οποιαδήποτε πρακτική χρησιμότητα, στην ουσία δηλ. η αντιδιαστολή της προς την ίδια την έννοια της εργασίας, αποτελεί και τον πυρήνα της θεωρίας του ερασιτεχνισμού, που καθόρισε τη λειτουργία των πρώτων αθλητικών συλλόγων, των αθλητικών θεσμών και, κυρίως, των Ολυμπιακών Αγώνων. Η θεωρία αυτή, αριστοκρατικής καταγωγής και συγγενής προς την καλλιτεχνική δημιουργία73, υποδηλώνει ότι η ευχαρίστηση βρίσκεται στην ίδια τη διεκπεραίωση της αθλητικής πράξης, καθιστώντας τα σπορ αυτοσκοπό. Περισσότερο από "αστικό" δόγμα, ο ερασιτεχνισμός αποτελούσε προσαρμογή παλαιότερων αριστοκρατικών παραδόσεων τιμής και στυλ

————————————

69. ΠΑΕΑ 1 (1898-9), σ. 106.

70. Στο ίδιο, σ. 332-333.

71. Για τη γρήγορη εισαγωγή του αγγλικού προτύπου στις υπόλοιπες δυτικές κοινωνίες, βλ. Ν. Elias, "Introduction", στο Ε. Dunning - Ν. Elias, Quest for Excitement. Sport and Leisure in the Civilizing Process, Οξφόρδη, Blackwell, 1986, σ. 24.

72. A. Γ. Ξ. Τυπάλδος, "Σπορτ", ό.π.

73. Πβ. Ρ. Bourdieu, "Comment peut-on être sportif?", στο Questions de Sociologie, Παρίσι, Minuit, 1980, σ. 178-179.

Σελ. 102
Φόρμα αναζήτησης
Αναζήτηση λέξεων και φράσεων εντός του βιβλίου: Αθλητισμός και όψεις της αστικής κοινωνικότητας
Αποτελέσματα αναζήτησης
    Ψηφιοποιημένα βιβλία
    Σελίδα: 83
    32. Κουλούρη, Αθλητισμός

    ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄

    Ακροβάτες, γυμναστές και ολυμπιονίκες:

    Από τους λαϊκούς αγώνες στην επιδίωξη του ρεκόρ

    ΑΓΩΝΙΣΤΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΚΑΙ ΠΛΑΝΟΔΙΟΣ ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΣ

    Οι μέχρι σήμερα ιστορικές προσεγγίσεις της άθλησης και των σπορ ταλαντεύονται μεταξύ δύο ερμηνευτικών εκδοχών: αφενός, την ιστορική συνέχεια του αθλητικού φαινομένου από την παραδοσιακή στη σύγχρονη κοινωνία η αφετέρου, την εμφάνισή του σε σχέση με την ανάδυση της βιομηχανικής κοινωνίας. Η πρώτη εκδοχή -η οποία συνήθως αντιμάχεται το ιστορικό πρωτείο της Βρετανίας- υποστηρίζει την ομαλή μετάβαση από τα παραδοσιακά παιχνίδια στα σύγχρονα σπορ (π.χ. ότι το τέννις προέρχεται, στη Γαλλία, από το γαλλικό παιχνίδι paume). Η δεύτερη εκδοχή θεωρεί, αντίθετα, ότι τα σπορ αποτελούν φαινόμενο νεοτερικό, αναπόσπαστα συνδεδεμένο με την αστικοποίηση και τη βιομηχανική κοινωνία. Σύμφωνα με τη δεύτερη εκδοχή, μια σειρά από ουσιώδη χαρακτηριστικά διακρίνουν τα σπορ από τα παραδοσιακά παιχνίδια. Το σημαντικότερο είναι ότι, ενώ τα παραδοσιακά παιχνίδια εντάσσονται σε έναν ευρύτερο κύκλο εορτασμού και διασκέδασης, συνήθως θρησκευτικού χαρακτήρα, τα σπορ διακρίνονται για την αυτονομία τους. Οι αθλητικές συναντήσεις πολύ γρήγορα αποκτούν το δικό τους ημερολόγιο, ανεξάρτητο από θρησκευτικά και πολιτικά γεγονότα. Σε αντίθεση, εξάλλου, με τα παραδοσιακά παιχνίδια, τα σπορ "υπακούουν σε αυστηρούς κανόνες, που εφαρμόζονται ενιαία και ομοιόμορφα από τους μετέχοντες σε χώρους προσδιορισμένους και κατάλληλους"1. Σύμφωνα με τον ορισμό που έδωσε το 1968 ο Michel Bouet, "τα σπορ είναι μια θεσμοποιημένη δραστηριότητα της σχόλης, με πρωταρχική συμμετοχή του σώματος, στηριγμένη σε αυστηρά εξειδικευμένες δομές, η οποία ασκείται ανταγωνιστικά και ως αυτοσκοπός, με βασική επιδίωξη την επίτευξη της επίδοσης"2. Ωστόσο, ακόμη κι αν υιοθετήσουμε

    ————————————

    1. R. Hubscher - J. Durry - Β. Jeu (εκδ.), L'histoire en mouvements. Le sport dans la société française (XIXe-XXe siècle), Παρίσι, Armand Colin, 1922, σ. 11.

    2. Ο ίδιος ο Pierre de Coubertin είχε δώσει το 1922 τον ακόλουθο ορισμό των σπορ: "Τα σπορ είναι η καθ' έξιν και οικειοθελής καλλιέργεια της έντονης μυϊκής άσκησης, που στηρίζεται στην επιθυμία της προόδου και μπορεί να φτάσει ως τον κίνδυνο". Και οι δύο ορισμοί, στο ίδιο, σ. 10.