Συγγραφέας:Κουλούρη, Χριστίνα
 
Τίτλος:Αθλητισμός και όψεις της αστικής κοινωνικότητας
 
Υπότιτλος:Γυμναστικά και αθλητικά σωματεία (1870-1922)
 
Τίτλος σειράς:Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας
 
Αριθμός σειράς:32
 
Τόπος έκδοσης:Αθήνα
 
Εκδότης:Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς
 
Έτος έκδοσης:1997
 
Σελίδες:447
 
Αριθμός τόμων:1 τόμος
 
Γλώσσα:Ελληνικά
 
Θέμα:Κοινωνική ενσωμάτωση
 
Νεανικές οργανώσεις
 
Νοοτροπίες και συμπεριφορές
 
Τοπική κάλυψη:Ελλάδα
 
Χρονική κάλυψη:1870-1922
 
Περίληψη:Η παρούσα μελέτη επιχειρεί να συνθέσει μία ιστορία του νεότερου ελληνικού αθλητισμού. Επιθυμεί, πρώτον, να αναδείξει την ιστορικότητα των σπορ και να διαφοροποιηθεί από προσεγγίσεις που αντιμετωπίζουν το παιχνίδι και κατ’ επέκταση τα σπορ (μια μορφή παιχνιδιού) ως διαχρονικό δομικό στοιχείο του ανθρώπινου πολιτισμού. Ενδιαφέρεται, δεύτερον, να ελέγξει το ερευνητικό δίλημμα της συνέχειας ή ασυνέχειας από τα παραδοσιακά παιχνίδια στα σύγχρονα σπορ κατά τη μετάβαση από την παραδοσιακή στη σύγχρονη κοινωνία. Η συγγραφέας παρακολουθεί την εξέλιξη των αντιλήψεων σχετικά με τη σωματική άσκηση μετά τη δημιουργία του ελληνικού κράτους ώστε να δείξει τη μετάβαση από την αδιαφορία και την αμφισβήτηση στην αποδοχή και την εδραίωση. Η επισκόπηση αυτή επιτρέπει και τη διάκριση ανάμεσα στη γυμναστική και τα σπορ, μια διάκριση απαραίτητη και για την κατανόηση της λειτουργίας των αθλητικών σωματείων αλλά και, ευρύτερα, της ιστορίας του αθλητισμού. Στη συνέχεια αναζητούνται τα πρώτα ίχνη της παρουσίας των σύγχρονων σπορ στην Ελλάδα, τόσο μέσα από τις πρώιμες, μη οργανωμένες πρακτικές όσο και μέσα από τους πρώτους αθλητικούς θεσμούς, δηλ. τους αγώνες και τα γυμναστήρια. Μελετώνται επίσης τα αθλητικά σωματεία: μέσα από την ανάλυση των σκοπών τους οι κοινωνικές λειτουργίες της σωματικής άσκησης και οι διασυνδέσεις της με την εθνικιστική ιδεολογία. Τέλος, επιχειρείται να φωτισθούν οι πτυχές της σωματειακής ζωής που είναι κρυμμένες από το ορθολογικό κανονιστικό πρότυπο του καταστατικού, δηλαδή οι ανθρώπινες επαφές με τις αρμονικές η συγκρουσιακές τους όψεις, οι φιλικές σχέσεις, τα οικογενειακά δίκτυα, τα ερωτοτροπήματα ενδεχομένως που επιτρέπει η συναναστροφή όχι μόνο σε αθλητικές αλλά και σε έξω-αθλητικές συναντήσεις στο πλαίσιο πάντα του σωματείου.
 
Άδεια χρήσης:Αυτό το ψηφιοποιημένο βιβλίο του ΙΑΕΝ σε όλες του τις μορφές (PDF, GIF, HTML) χορηγείται με άδεια Creative Commons Attribution - NonCommercial (Αναφορά προέλευσης - Μη εμπορική χρήση) Greece 3.0
 
Το Βιβλίο σε PDF:Κατέβασμα αρχείου 23.64 Mb
 
Εμφανείς σελίδες: 96-115 από: 450
-20
Τρέχουσα Σελίδα:
+20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/49/gif/96.gif&w=600&h=91532. Κουλούρη, Αθλητισμός

κυρίως για ποδηλατικούς αγώνες και ιπποδρομίες, αλλά πολύ σύντομα, και καθώς το ποδόσφαιρο άρχισε να κατακτά την ελληνική κοινωνία, έγινε ο κατεξοχήν τόπος των ποδοσφαιρικών συναντήσεων. Με τη δημιουργία ποδοσφαιρικών συλλόγων εξάλλου, άρχισαν να εμφανίζονται και τα συνοικιακά γήπεδα (Γουδί, Αλεξάνδρας), τα οποία ήταν τοποθετημένα σε μια μεγαλύτερη ακτίνα από το κέντρο της πόλης απ' ό,τι ήταν τα γυμναστήρια των αθλητικών συλλόγων.

Τα διάφορα προάστια της Αθήνας (Κηφισιά, Μαρούσι) και ο Πειραιάς απέκτησαν, με τη δημιουργία των δικών τους ιδιαίτερων γυμναστικών και αθλητικών σωματείων, και ιδιαίτερους χώρους άθλησης. Ο Πειραιάς ειδικότερα και το Φάληρο είχαν τις εγκαταστάσεις των κωπηλατικών και ναυτικών σωματείων (Όμιλος Ερετών, Ναυτικός Όμιλος Φαλήρου), εκεί που και οι Αθηναίοι κατέβαιναν για περίπατο και αναψυχή τους πιο ζεστούς μήνες του χρόνου.

Στις επαρχιακές πόλεις, τα γυμναστήρια ήταν εγκατεστημένα στο κέντρο της πόλης47. Στην Πάτρα υπήρχε δημόσιο γυμναστήριο από το 1884 στο χώρο του σημερινού Δικαστικού Μεγάρου, το οποίο εξυπηρέτησε και τον Παναχαϊκό Γυμναστικό Σύλλογο ως το 1895 που απέκτησε το δικό του γήπεδο στα Ψηλαλώνια. Γυμναστήριο στα Ψηλαλώνια απέκτησε (με ενοίκιο) και η Γυμναστική Εταιρεία Πατρών το 189548. Επειδή συνήθως υπήρχε ένας μόνο γυμναστικός σύλλογος σε κάθε επαρχιακή πόλη, το ειδικό του βάρος ήταν οπωσδήποτε ανάλογο με εκείνο άλλων τοπικών συλλόγων (φιλεκπαιδευτικών, μουσικών κλπ.) που επίσης είχαν τα γραφεία τους σε κεντρικά σημεία της πόλης. Ελλείψει δημόσιου γυμναστηρίου, το γυμναστήριο του τοπικού συλλόγου ήταν τοποθετημένο σε περίοπτη και κεντρική θέση μέσα στα μικρότερα αστικά κέντρα.

ΤΑ ΠΡΩΤΑ ΣΠΟΡ: ΙΠΠΑΣΙΑ, ΞΙΦΑΣΚΙΑ, ΣΚΟΠΟΒΟΛΗ

Εκτός από τα γυμναστήρια που στοχεύουν κυρίως στην καλλιέργεια της γυμναστικής και του κλασικού αθλητισμού, λειτουργούν παράλληλα ιδιαίτεροι χώροι για την άσκηση σε ειδικά σπορ. Γύρω στα μισά του αιώνα, λειτουργούν στην Αθήνα ιδιωτικές σχολές οπλομαχίας (δηλ. ξιφασκίας) όπου δίδασκαν διάφοροι βαυαροί οπλοδιδάσκαλοι καθώς και ιταλοί και πολωνοί πρόσφυγες, ενώ ο Νικόλαος Νέγρης είχε διαθέσει είκοσι χιλιάδες δραχμές για την ίδρυση γυμναστηρίου ξιφασκίας και ιππασίας "προς εξάσκησιν των Ελλήνων εις τα δύο ταύτα πολεμικά γυμνάσια και συγχρόνως προς έντιμον περίθαλψιν των εκεί διδασκόντων και εργαζομένων αξίων τωόντι ελληνικής συμπαθείας γενναίων Πολωνών"49. Ήδη

————————————

47. Αυτό ισχύει, για παράδειγμα, για την Ανδρίτσαινα, τη Χαλκίδα, την Κύμη και την Καλαμάτα. Βλ. Δελτίον Σ.Ε.Α.Γ.Σ. 1 (1901), αρ. 3.

48. Βλ. Ν. Ε. Πολίτης, Ο πατραϊκός αθλητισμός, τ. Α'. Η πρώτη δεκαετία: 1891-1900, Πάτρα, Αχαϊκές Εκδόσεις, 1994, σ. 91-98.

49. Ι. Χρυσάφης, Οι σύγχρονοι διεθνείς..., ό.π., σ. 22.

Σελ. 96
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/49/gif/97.gif&w=600&h=91532. Κουλούρη, Αθλητισμός

ΕΙΚΟΝΑ

5. Από την Οπλομαχητική του Ν. Πύργου (1872).

από το 1843 μαρτυρείται η πρώτη -σύμφωνα με τα μέχρι τώρα διαθέσιμα στοιχεία- ιπποδρομία στην Αθήνα. Ονομάζεται "Μέγα Ολυμπιακόν θέαμα Ιππασίας" και οργανώνεται στην πλατεία Αγίου Θεοδώρου (τώρα Κλαυθμώνος) από την Εταιρεία Ιππασίας και Γυμναστικής που διευθύνεται από τον Άγγελο Ρωμανίνη50. Ιπποδρομίες έγιναν εξάλλου, όπως ήδη αναφέρθηκε, και το 1859 στο πλαίσιο των πρώτων Ζάππειων Ολυμπιάδων.

Η πρώιμη αυτή ενασχόληση με τα σπορ της ξιφασκίας, της ιππασίας και -λίγο αργότερα- της σκοποβολής δεν φαίνεται να συνδέεται με μια συνειδητή αξιολόγηση της σωματικής άσκησης αλλά ούτε ακόμη με το πρότυπο του sportsman. Και τα τρία αυτά σπορ συνδέονταν με τη στρατιωτική προετοιμασία και γι' αυτό αποτελούσαν πρακτικές κατεξοχήν των αξιωματικών. Η μεν 

————————————

50. Μέγα Ολυμπιακόν θέαμα Ιππασίας ημερήσιον εις την πλατείαν του Αγίου Θεοδώρου. Εταιρία Ιππασίας και Γυμναστικής, διευθυνομένη παρά του κ. Αγγέλου Ρωμανίνη. Δια την Πέμπτην 13 Μαΐου 1843 περί τας 5½ μ.μ. (μονόφυλλο). Ιπποδρομίες έχουν καταγραφεί και στη Ζάκυνθο το 1835. Βλ. Λ. Ζώης, "Ιππικοί αγώνες εν Ζακύνθω το 1835", εφ. Ελπίς 1489, 1904. Επρόκειτο για την αναβίωση μιας παράδοσης κοινής στη Δ. Ευρώπη, των "εφίππων διαδορατισμών", που ονομάζονταν στη Ζάκυνθο "γκιόστραι". Οι αγώνες αυτοί, κατά τους οποίους οι αριστοκράτες, έφιπποι, επιχειρούσαν να καταρρίψουν ή να διαπεράσουν αντικείμενα, γίνονταν την Πέμπτη της Τυροφάγου από το 1651 ως το 1739. Βλ. λήμμα "Γκιόστρα" στο Λ. Χ. Ζώης, Λεξικόν Ιστορικόν και Λαογραφικόν Ζακύνθου, τ. Α', Αθήνα 1963, σ. 131-132.

Σελ. 97
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/49/gif/98.gif&w=600&h=91532. Κουλούρη, Αθλητισμός

ιππασία καλλιεργούνταν "κατ' ανάγκην, διότι αποτελούσεν ακόμη κυριώτατον μέσον συγκοινωνίας, αλλά και χάριν κοινωνικής διακρίσεως και κοσμικής εμφανίσεως"51. Η δε οπλομαχία ή οπλομαχητική, που περιλάμβανε την άσκηση στο ξίφος και τη σπάθη, θεωρούνταν απαραίτητη για τη λύση ζητημάτων τιμής μέσω της μονομαχίας. "Το έθιμον της αυτοδικίας, όσω βάρβαρον και αν υποτεθή, κατέστη πανταχού αναγκαία τις συμπλήρωσις του νόμου, άνευ της οποίας ο κοινωνικός βίος ήθελε καταντήσει αφόρητος ένεκα της ύβρεως και της αγροικίας", διαπίστωνε στο εισαγωγικό σημείωμα της Οπλομαχητικής ο Εμμανουήλ Ροΐδης52. Στοιχείο της αριστοκρατικής κουλτούρας, μέσα στον 19ο αιώνα η μονομαχία ενσωματώθηκε στον κώδικα ηθικής της αστικής τάξης: "πρόσφερε στο άρρεν μέλος της αστικής τάξης (Bürgertum) την ευκαιρία να αποδείξει την προσωπική του ακεραιότητα, την τιμή του και τον ανδρισμό του"53. Η μονομαχία λοιπόν, αν και απαγορευμένη από το νόμο, φαίνεται πως αποτελούσε και στην Ελλάδα, όπως στην υπόλοιπη Ευρώπη, διαδεδομένη πρακτική για την "τιμωρία ύβρεως ιδιωτικής διαφευγούσης τον πέλεκυν του νόμου"54. Πρώτα παραδείγματα μονομαχίας στην Ελλάδα καταγράφονται από την εποχή του Καποδίστρια και επαναλαμβάνονται μέσα στη δεκαετία του 1830, αποτελώντας όμως ακόμη μάλλον περιθωριακά τρόπο λύσης των διαφορών55. Η άσκηση στο ξίφος και τη σπάθη ξεπερνούσε συνεπώς την αυστηρά στρατιωτική προετοιμασία αλλά και την ίδια τη σωματική άσκηση και αποτελούσε στοιχείο της κοινωνικής ζωής.

Τόσο η ιππασία όσο και η ξιφασκία εξυπηρετούσαν συνεπώς κάποια πρακτική σκοπιμότητα. Φαίνεται άλλωστε πως εκείνη την εποχή θεωρούνταν ακόμη σχεδόν σκανδαλώδες να χάνει κάποιος το χρόνο του με ασκήσεις χωρίς πρακτική

————————————

51. Π. Ν. Μανιτάκης, ό.π., σ. 12.

52. Ν. Πύργος, Οπλομαχητική. Ξιφασκία και Σπαθασκία, Αθήνα 1872, σ. θ'.

53. Ute Frevert, "Honour and Middle-Class Culture: the History of the Duel in England and Germany", στο J. Kocka - A. Mitchell (εκδ.), Bourgeois Society in Nineteenth-Century Europe, Οξφόρδη, Berg, 1993, σ. 234.

54. Ν. Πύργος, ό.π., σ. ζ'. Πβ. και Θ. Δ. Χρυσοχοΐδης, Μονομαχητική, Αθήνα 1891.

55. Σημειώνει σε πρωτοσέλιδο άρθρο περί μονομαχίας η εφ. Αθηνά ( αρ. 200, 28 Νοεμβρίου 1834): "Η δικαιολογημένη αυτή μονομαχία λοιπόν ουδ' εις τους Έλληνας αλλ' ουδ' εις τας Ελληνικάς Κυβερνήσεις ήτο γνωστή. Πρώτον παράδειγμα είδομεν τας επί της εις την Ναυπλίαν φρουραρχίας του κυρίου Έψδεν, τον μονομαχικόν θάνατον του δυστυχούς νέου Βασιλειάδου. Ο Κυβερνήτης ακολούθως κατέτρεξε το πράγμα, αν και από καιρόν εις καιρόν δεν έλλειπαν τοιαύται προκλήσεις". Μέχρι το τέλος του αιώνα, συνεχίζονται οι μονομαχίες αλλά οι σοβαρότερες γίνονται πλέον με πιστόλι. Ο Ν. Πύργος αναφέρει εκείνες που έγιναν "μεταξύ των στρατηγών Σούτσου και Κορωναίου, των υποναυάρχων Σαχτούρη και Σταματέλου, του δικηγόρου Μανιατάκη μετά του ανθυπολοχαγού Σοφιανού, η μεταξύ των δύο πρώην πρωθυπουργών κ.κ. Δ. Ράλλη και Κωνσταντοπούλου, των Συνταγματαρχών Ν. Σμόλενιτς και Βασιλειάδου, των κ.κ. Αλφρέδ βέη και ιλάρχου Πιερράκου Μαυρομιχάλη", Ν. Πύργος, "Περί μονομαχίας", ΠΑΕΑ 1 (1898-9), σ. 372-373.

Σελ. 98
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/49/gif/99.gif&w=600&h=91532. Κουλούρη, Αθλητισμός

ωφέλεια56. Παράλληλα, οι δύο αυτές δραστηριότητες αποτελούσαν στοιχείο κοινωνικής διάκρισης. Σε αντίθεση με τη γυμναστική, που αντιμετώπιζε ακόμη τη δυσπιστία και την περιφρόνηση ή θεωρούνταν -στην καλύτερη περίπτωση- ότι είχε απλώς παιδαγωγική και υγιεινή σκοπιμότητα, τα δύο αυτά "αριστοκρατικά" σπορ αναπαρήγαν το κυρίαρχο αισθητικό πρότυπο του ευπόρου κομψού νέου για τον οποίο είχε μεγαλύτερη αξία η διατήρηση της καλής φυσικής κατάστασης και του ευθυτενούς σώματος παρά η ίδια η μυϊκή προσπάθεια και η σωματική δύναμη.

Η σκοποβολή, η οποία επίσης υπήρξε αρχικά δραστηριότητα των αξιωματικών και των ανώτερων στρωμάτων και εξυπηρέτησε μαζί με την ξιφασκία το έθιμο της μονομαχίας, δεν διατήρησε την ίδια κοινωνική αίγλη. Η έκπτωση της σκοποβολής οφείλεται μάλλον στην προοδευτική εκλαΐκευση και διάδοσή της σε ευρύτερα κοινωνικά στρώματα μέσω της αμεσότερης σύνδεσής της με τη στρατιωτική προετοιμασία αλλά και τη σχολική εκπαίδευση57. Ο πολλαπλασιασμός των σκοπευτικών συλλόγων εξάλλου από την καμπή του 19ου αιώνα, σε αντίθεση με το ολιγάριθμο των οπλομαχητικών και ιππικών ομίλων, είναι ένας επιπλέον δείκτης για την κοινωνική διαφοροποίηση της σκοποβολής.

Γύρω στο 1870 εντούτοις, οι σκοπευτικοί είναι οι πρώτοι -σύμφωνα με τα ως τώρα διαθέσιμα στοιχεία- αθλητικοί σύλλογοι που εμφανίζονται στο ελληνικό κράτος. Το 1869 ιδρύεται ο Κερκυραϊκός Σύλλογος Ριπής με πρόεδρο τον Δ. Μ. Βότσαρη, αρχηγό του Στρατού της Επτανήσου, και το 1870 η Εταιρεία της επί σκοπόν βολής στην Αθήνα, που είναι και ο μοναδικός αθλητικός σύλλογος που θα μετάσχει στο Συνέδριο των Συλλόγων το 1879. Το 1877 δημιουργείται επίσης ένας βραχύβιος Όμιλος Σκοπευτών στην Πάτρα. Ο Κερκυραϊκός Σύλλογος Ριπής συνδέει σαφώς τη δράση του με τη στρατιωτική προετοιμασία: "Ο Σύλλογος θέλει φροντίζει περί της διαδόσεως της ιδέας της συστάσεως ομοίων Συλλόγων Ριπής και αλλαχού του Κράτους, προς ανάπτυξιν του στρατιωτικού εθνικού φρονήματος και παρασκευήν τελειοτέρας οργανώσεως των αμυντικών δυνάμεων του Έθνους"58. Από το υψηλό κόστος εγγραφής και συνδρομής (30 δρχ. η εγγραφή και 36 δρχ. η ετήσια συνδρομή) συνάγεται επίσης ότι η σκοποβολή περιοριζόταν εκείνη την εποχή σε μια κοινωνική ελίτ. Η διάρκεια ζωής και η δράση αυτών των συλλόγων δεν μας είναι γνωστή. Για τον αθηναϊκό σύλλογο ο Γ. Δροσίνης γράφει ότι «απέτυχε και διελύθη η μόνον εντός των Αθηνών

————————————

56. Πβ. R. Hubscher - ]. Durry - Β. Jeu (εκδ.), ό.π., σ. 39.

57. Για την εισαγωγή της σκοποβολής στο σχολείο, βλ. εδώ, σ. 69-72.

58. Καταστατικόν Κερκυραϊκού Συλλόγου Ριπής, Κέρκυρα 1869, άρθρο 3. Το καταστατικό κυκλοφόρησε αρχικά σε μονόφυλλο με ημερομηνία 3 Ιουνίου 1869 και περιλάμβανε 35 άρθρα. Στη συνέχεια, το καταστατικό αυτό τροποποιήθηκε ώστε να περιλαμβάνει 29 άρθρα με κάποιες διαφορές από το αρχικό σχέδιο. Το δεύτερο αυτό καταστατικό έχει ημερομηνία 18 Ιουνίου 1869 και τυπώθηκε σε ανεξάρτητο φυλλάδιο των 8 σελ. (Μπενάκειος Βιβλιοθήκη της Βουλής).

Σελ. 99
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/49/gif/100.gif&w=600&h=91532. Κουλούρη, Αθλητισμός

περιορίσασα την ενέργειάν της πρώτη "Εταιρεία της επί σκοπώ βολής", η ιδρυθείσα εν στιγμή ενθουσιασμού υπό του αειμνήστου Ιωάννου Μεσσηνέζη και άλλων πολιτευτών»59. Φαίνεται λοιπόν πως οι πρώτοι σκοπευτικοί σύλλογοι που ιδρύθηκαν γύρω στο 1870, με την πάροδο του χρόνου, περιέπεσαν σε αδράνεια. Έτσι, η ίδρυση της Πανελλήνιας Σκοπευτικής Εταιρείας το 1899 εγκαινιάζει μια νέα φάση για τη σκοποβολή60 που δεν αποτελεί συνέχεια της προηγούμενης. Η Πανελλήνια Σκοπευτική Εταιρεία ήταν "η αναβίωσις εκ της αυτής σποδού της εκλειψάσης Εταιρείας της επί Σκοπόν Βολής, ης και κληρονόμος της περιουσίας υπήρξε δυνάμει διατάξεως του Καταστατικού εκείνης"61. Κληρονόμησε επίσης την περιουσία (όχι μόνο χρηματική αλλά και σε όπλα) της Εθνικής Εταιρείας62.

Τα ίδια χρόνια, η διάδοση της ξιφασκίας ακολουθεί παρόμοιους αργούς ρυθμούς. Η ενασχόληση με την ξιφασκία γίνεται ιδιωτικά, σε ειδικές σχολές, και δεν ιδρύονται σχετικοί σύλλογοι ως τις αρχές του 20ού αιώνα63. Μοναδικό σωματείο που καλλιεργεί την ξιφασκία, ο Όμιλος των Φιλόπλων που ιδρύεται το 1888 "υπό την προεδρείαν του εξίσου διαπρεπούς εν τε τη Ιατρική και τη των

————————————

59. Γ. Δροσίνης, "Η σκοπευτική άσκησις του έθνους", Η Μελέτη, 1907, σ. 96. Ως συνιδρυτές αναφέρονται οι Αλ. Κουμουνδούρος, Χαρ. Τρικούπης, Θεόδ. Δηλιγιάννης, Σ. Καραϊσκάκης: "Η Πανελλήνιος Σκοπευτική Εταιρία", Η Νίκη 1, Ιαν. 1909, σ. 11.

60. Αξίζει να επισημανθεί η διαφορά της ελληνικής περίπτωσης από την αντίστοιχη γαλλική της ίδιας περιόδου. Στη Γαλλία, παρόλο που η ανάπτυξη του αθλητισμού υπάκουσε σε αργούς ρυθμούς, κατά την τελευταία τριακονταετία του 19ου αιώνα είναι εντυπωσιακός ο πολλαπλασιασμός των σκοπευτικών εταιρειών. Ο ελληνικός αλυτρωτισμός ωστόσο δεν είχε στο χώρο του αθλητισμού τον αντίκτυπο που είχε στη Γαλλία η ατμόσφαιρα της μετά 1870 Revanche.

61. Σ.Ε.Α.Γ.Σ., Ημερολόγιον 1910..., Αθήνα 1910, σ. 66.

62. Νοίκιασε επίσης και επισκεύασε το Σκοπευτήριο της Καλλιθέας. Η αύξηση των μελών της υπήρξε ραγδαία: από 49 μέλη το 1899, έφθασε τα 390 το 1905 και τα 600 το 1910. Π. Σ. Σαββίδης, Λεύκωμα των ... Ολυμπιακών Αγώνων 1906, Αθήνα 1907, σ. 148-149 και Σ.Ε.Α.Γ.Σ., ό.π., σ. 68. Το έργο της Π.Σ.Ε. θεωρήθηκε εξαρχής "εθνικό", στα χνάρια της Εθνικής Εταιρείας. Με εισήγηση του Παύλου Μελά, "του από της ιδρύσεως της εταιρίας υπάρξαντος ενός των δραστηριοτάτων ιδρυτών αυτής", η Π.Σ.Ε. πρόσφερε υλική και χρηματική βοήθεια στον Μακεδονικό Αγώνα, ενώ ίδρυσε τμήματα σε πόλεις της Ελλάδας και της Κρήτης. "Η Πανελλήνιος Σκοπευτική Εταιρία", ό.π., σ. 11-12.

63. Το 1906 ο Ι. Ν. Γεωργιάδης διαπιστώνει ότι η ξιφασκία είναι "ελάχιστα διαδεδομένη" στην Ελλάδα. Ι. Ν. Γεωργιάδης, "Τα εκ της ξιφασκίας αγαθά", στο Κ. Μ. Κατσαρός, Η Ελλάς κατά τους διεθνείς Ολυμπιακούς Αγώνες 1906, Αθήνα 1906, σ. 17. Το 1900 εξάλλου ως κέντρα της ξιφασκίας αναφέρονται μόνο η Αθηναϊκή Λέσχη και ο Ποδηλατικός Σύλλογος και καθηγητές ξιφασκίας ο Όθων Ηλιόπουλος και ο Λέων Πύργος, γιος του Ν. Πύργου. Αίθουσες Οπλομαχητικής διατηρούσαν επίσης ο Πανελλήνιος Γ.Σ. και ο Εθνικός Γ.Σ. ΠΑΕΑ 2 (18991900), σ. 114, 135, 140. Από τα σωματεία ξιφασκίας που έχω εντοπίσει, ο Όμιλος της Οπλομαχητικής ιδρύθηκε το 1908 ( ΦΕΚ λ' 299, 10 Δεκ. 1908), ο Σύλλογος προς διάδοσιν και ενίσχυσιν της Οπλομαχητικής εν Ελλάδι "το Ξίφος" το 1907 ( ΦΕΚ Α' 222, 6 Νοεμ. 1907) και ο Οπλομαχητικός Σύνδεσμος Αθηνών το 1917 (Καταστατικόν του Οπλομαχητικού Συνδέσμου Αθηνών ιδρυθέντος τω 1917, Αθήνα 1917).

Σελ. 100
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/49/gif/101.gif&w=600&h=91532. Κουλούρη, Αθλητισμός

όπλων επιστήμη κ. Χρήστου Ράλλη"64. Το 1896 ο Όμιλος θα συγχωνευθεί με την Αθηναϊκή Λέσχη, "κοινωνικό εντευκτήριο με αιρετά μέλη"65, που είχε ιδρυθεί το 1875 και η οποία συσπείρωνε τους εύπορους άνδρες αστούς της πρωτεύουσας66. Η ίδρυση της Αθηναϊκής Λέσχης σηματοδοτεί άλλωστε την είσοδο στην ελληνική κοινωνία του αγγλικού προτύπου κοινωνικότητας και ψυχαγωγίας που ήδη κατακτούσε την υπόλοιπη Ευρώπη. Μετά τη συγχώνευσή της με τον Όμιλο των Φιλόπλων, η Αθηναϊκή Λέσχη θα διατηρήσει για αρκετά χρόνια την αποκλειστικότητα και τα πρωτεία στο "ευγενές" σπορ της ξιφασκίας. Στο κτήριό της λειτούργησε ειδικά τμήμα οπλομαχίας "πλουτισθέν διά τελείων όντως όπλων, αιθουσών αναπαύσεως, αποδυτηρίων, λουτήρων, εν ω γνωστοί Γάλλοι οπλοδιδάσκαλοι εκάστοτε αφειδώς μισθοδοτούμενοι, διηύθυναν τας ασκήσεις"67. Στην καμπή του 19ου αιώνα άλλωστε, για τους θαμώνες της Αθηναϊκής Λέσχης, η ξιφασκία θα λειτουργεί συμπληρωματικά προς την ιππασία και το τέννις, σπορ για τα οποία ήδη θα έχουν δημιουργηθεί ξεχωριστά σωματεία.

Παρά την πρώιμη εμφάνισ΄ξ τους, η ιππασία και η ξιφασκία δεν εντάσσονται στη σύγχρονη αντίληψη για τα σπορ παρά μόνο προς τα τέλη του 19ου αιώνα. "Η λέξη είνε παλαιά, αλλά το πράγμα κάπως νέον διά την Ελλάδα", έγραφε το 1898 ο Α. Γ. Ξ. Τυπάλδος. Και προχωρώντας στον αναγκαίο ορισμό: "Σπορτ σημαίνει σύνολον ψυχαγωγιών, προ πάντων εκείνων αίτινες σκοπούσι την ανάπτυξιν της μυϊκής δυνάμεως, της επιτηδειότητος και του θάρρους"68. Την ίδια εποχή το Λεξικόν Εγκυκλοπαιδικόν των Μπαρτ και Χιρστ ορίζει εξάλλου ως εξής τη νεοτερική δραστηριότητα: "Σπορτ (αγγλιστί) σημαίνει παίγνιον, διασκέδασιν, κυρίως δε την εν υπαίθρω και συνδεομένην μετά σωματικής ασκήσεως, οίον το κυνήγιον, η αλιεία, ο δρόμος, η ιπποδρομία, το κολυμβάν, η κωπηλασία, η γυμναστική, η ποδηλασία και τα νεώτερα παίγνια τα κυρίως εν Αγγλία το κατ' αρχάς καλλιεργούμενα ως το τέννις, η ποδόσφαιρα κ.ά.".

Η λέξη "sport" πολιτογραφείται λοιπόν στο ελληνικό λεξιλόγιο προς τα τέλη του αιώνα αμετάφραστη και έτσι παρέμεινε ως τις μέρες μας. Οι λόγιοι της εποχής, αποδεχόμενοι τη νεοτερικότητα και του πράγματος και της λέξης, επιχείρησαν περιγραφές και ορισμούς. Ο Δ. Βικέλας θεωρεί ως συγγενέστερη τη

————————————

64. Η Ελλάς κατά τους Ολυμπιακούς Αγώνας του 1896. Πανελλήνιον εικονογραφημένον λεύκωμα, Αθήνα, Εστία, 1896, σ. 122.

65. Γ. Ν. Αιγιαλείδης, Το χρονικό της Αθηναϊκής Λέσχης. Η ιστορία ενός κοινωνικοπολιτιστικού σωματείου μέσα σ' έναν αιώνα (1875-1975), Αθήνα 1975.

66. Η Λέσχη ήταν άβατο για τις γυναίκες ως το 1920. Η είσοδος νέων μελών υπόκεινταν σε αυστηρούς ελέγχους. Την πρώτη δεκαετία, τα μέλη της ανέρχονταν περίπου σε 200 και στο τέλος της πρώτης εικοσαετίας είχαν αυξηθεί σε 300. Η Αθηναϊκή Λέσχη, 1875-1975. Αναμνηστικό τεύχος στην εκατονταετηρίδα της Αθηναϊκής Λέσχης, Αθήνα 1976.

67. Π. Σ. Σαββίδης Λεύκωμα ..., ό.π., σ. 148.

68. Α. Γ. Ξ. Τυπάλδος, "Σπορτ", ΠΑΕΑ 1 (1898-9), σ. 117.

Σελ. 101
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/49/gif/102.gif&w=600&h=91532. Κουλούρη, Αθλητισμός

λέξη "παίγνιον", ενώ χρησιμοποιεί και τον όρο "αθλητικά παίγνια"69. Τους όρους "παιδιά" και "αθλητικαί παιδιαί" προτιμά ο Ι. Χρυσάφης70. Ο τελευταίος αυτός όρος είναι μάλλον εν χρήσει στις αρχές του 20ού αιώνα και από τους επίσημους φορείς.

Ως προς το περιεχόμενο της έννοιας, δεν φαίνεται να υπάρχουν διαφωνίες. Γιατί προφανώς δεν εισάγεται μόνο η λέξη. Ο τρόπος ζωής και ο κώδικας ψυχαγωγίας της δυτικής αστικής τάξης, που περιλαμβάνει και τα σπορ, εισάγεται στην Ελλάδα και υιοθετείται από τα ανώτερα και, στη συνέχεια, τα μεσαία στρώματα. Πρόκειται για μια σημαντική αλλαγή στην κοινωνική έξη των ανθρώπων και της κοινωνίας που συναποτελούν που δεν ερμηνεύεται με τη μιμητική εισαγωγή ξένων προτύπων. Προφανώς και στην Ελλάδα υπήρχε η ανάγκη για μια ορθολογικά οργανωμένη, λιγότερο βίαιη και ωστόσο ευχάριστη ανταγωνιστική σωματική αναμέτρηση, που συνδεόταν με τους γενικότερους μετασχηματισμούς της ελληνικής κοινωνίας κατά το τελευταίο τρίτο του 19ου αιώνα71. Είναι άλλωστε σαφής η διάκριση που γίνεται στα κείμενα της εποχής ανάμεσα στη γυμναστική -για την οποία το ενδιαφέρον προϋπήρχε- και τα σπορ, όπου το μεν πρώτο θεωρείται μάθημα και συνδέεται με την εκπαίδευση το δε δεύτερο παραπέμπει στη διασκέδαση και την τέρψη. Απολύτως συνειδητή είναι επιπλέον η ταξική διάσταση του σπορ, "το οποίον είνε", σύμφωνα πάλι με τον Α. Γ. Ξ. Τυπάλδο, "η κυρία ενασχόλησις των πλουσίων και αέργων εν Ευρώπη"72.

Ο ΕΡΑΣΙΤΕΧΝΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΚΑΝΟΝΕΣ ΤΟΥ ΠΑΙΧΝΙΔΙΟΥ

Η διάκριση αυτή της ενασχόλησης με τα σπορ από οποιαδήποτε πρακτική χρησιμότητα, στην ουσία δηλ. η αντιδιαστολή της προς την ίδια την έννοια της εργασίας, αποτελεί και τον πυρήνα της θεωρίας του ερασιτεχνισμού, που καθόρισε τη λειτουργία των πρώτων αθλητικών συλλόγων, των αθλητικών θεσμών και, κυρίως, των Ολυμπιακών Αγώνων. Η θεωρία αυτή, αριστοκρατικής καταγωγής και συγγενής προς την καλλιτεχνική δημιουργία73, υποδηλώνει ότι η ευχαρίστηση βρίσκεται στην ίδια τη διεκπεραίωση της αθλητικής πράξης, καθιστώντας τα σπορ αυτοσκοπό. Περισσότερο από "αστικό" δόγμα, ο ερασιτεχνισμός αποτελούσε προσαρμογή παλαιότερων αριστοκρατικών παραδόσεων τιμής και στυλ

————————————

69. ΠΑΕΑ 1 (1898-9), σ. 106.

70. Στο ίδιο, σ. 332-333.

71. Για τη γρήγορη εισαγωγή του αγγλικού προτύπου στις υπόλοιπες δυτικές κοινωνίες, βλ. Ν. Elias, "Introduction", στο Ε. Dunning - Ν. Elias, Quest for Excitement. Sport and Leisure in the Civilizing Process, Οξφόρδη, Blackwell, 1986, σ. 24.

72. A. Γ. Ξ. Τυπάλδος, "Σπορτ", ό.π.

73. Πβ. Ρ. Bourdieu, "Comment peut-on être sportif?", στο Questions de Sociologie, Παρίσι, Minuit, 1980, σ. 178-179.

Σελ. 102
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/49/gif/103.gif&w=600&h=91532. Κουλούρη, Αθλητισμός

που συνιστούσαν το ιδεώδες της "υπεροχής χωρίς προσπάθεια". Μεταξύ των ασκουμένων ο ερασιτεχνισμός προϋποθέτει ένα τύπο σχέσεων που ορίζονται από το λεγόμενο "fair-play", δηλ. μια αναμέτρηση κόσμια και "πολιτισμένη", βασισμένη σε κανόνες. Τα βασικά συστατικά στοιχεία του ερασιτεχνικού ήθους μπορούν συνεπώς να συνοψιστούν κατά πρώτον στο παιγνίδι "για διασκέδαση" και δευτερευόντως στο "fair-play", στην οικειοθελή αποδοχή κανόνων και στην ανιδιοτελή (χωρίς χρηματική ανταμοιβή) συμμετοχή74. Αυτή ακριβώς η αντίληψη για τη διαφορά ερασιτέχνη (φιλάθλου) και επαγγελματία διακρίνεται και στον σχετικό ορισμό που δίνει σε μετάφραση η Ποδηλατική και Αθλητική Επιθεώρησις της Ανατολής το 1898: "Φίλαθλος είναι εκείνος, όστις έχων τα μέσα προς το ζην (περιουσίαν ή εργασίαν) επιδίδοται εις τινα άσκησιν διά τέρψιν ή υγιείαν. Επαγγελματίας δε ο επιδιδόμενος εις τας σωματικάς ασκήσεις, ίνα πορισθή εξ αυτών τα προς το ζην"75.

Η εμφάνιση και εξάπλωση του ερασιτεχνικού ήθους στα σπορ εξαρτώνται από τη διάδραση ποικίλων πολιτισμικών αλλαγών που σημειώνονται αρχικά στη Βρετανία και στη συνέχεια -κάποιες απ' αυτές, παράλληλα- στην ηπειρωτική Ευρώπη. Οι αξίες που εμπεριέχονται στην αθλητική άσκηση και οι αξίες των κυρίαρχων τάξεων στο τέλος του 19ου αιώνα είναι απολύτως ομόλογες76. Η αλλαγή των στάσεων απέναντι στο σώμα γενικότερα και στην πνευματική και σωματική υγεία ειδικότερα, ο επαναπροσδιορισμός του ανδρισμού και η νέα αντίληψη για την ανδρική ταυτότητα, η επίδραση των εξελικτικών και βιολογικών θεωριών του Δαρβίνου και του Spencer, η άνοδος του ατομικισμού σε συνδυασμό με την ανάγκη για κοινωνική συνοχή είναι κάποιες από τις παραμέτρους που προσδιορίζουν την ανάπτυξη της ιδεολογίας του ερασιτεχνισμού77.

Ως τη δεκαετία του 1870 περίπου, το περιεχόμενο του ερασιτεχνισμού δεν είχε διευκρινιστεί με σαφήνεια στη Βρετανία78. Ο όρος "ερασιτέχνης" εμφανιζόταν ως συνώνυμος του gentleman. Όπως έγραφε ο Pierre de Coubertin το 1890, επιχειρώντας να εισαγάγει τη νέα αντίληψη στη Γαλλία, «αυτός ο ερασιτέχνης [...] δεν υπάρχει ακόμη στη Γαλλία παρά σε εμβρυακή κατάσταση· τον συναντάμε

————————————

74. Ε. Dunning, "The Dynamics of Modern Sport: Notes on Achievement-Striving and the Social Significance of Sport", στο Ε. Dunning - Ν. Elias, ό.π., σ. 214.

75. ΠΑΕΑ 1 (1898-9), σ. 149.

76. Βλ. R. Chartier - G. Vigarello, "Les trajectoires du sport", Le Débat 19 (févr. 1982), σ. 43.

77. Βλ. R. Holt, Sport and the British. A Modern History, Οξφόρδη, Oxford University Press, 1990, σ. 87.

78. Στην Αγγλία, ο όρος "amateur" με αναφορά στα σπορ δεν χρησιμοποιείται πριν από το 1855 περίπου. Ε. Glader, Amateurism and Athletics, Νέα Υόρκη, Leisure Press, 1978, σ. 99. Για τις απόπειρες ορισμού του ερασιτέχνη στην Αγγλία, βλ. Eugene A. Glader, A Study of Amateurism in Sports, University of Iowa, May 1970 (δακτ. διδ. διατριβή), σ. 95-155. Πβ. και Ε. Dunning, "The Dynamics of Modern Sport...", ό.π., σ. 216.

Σελ. 103
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/49/gif/104.gif&w=600&h=91532. Κουλούρη, Αθλητισμός

στην Αμερική και στην Αγγλία, στην Αγγλία κυρίως, στις γραμμές αυτής της αρκετά ανοιχτής αστικής τάξης όπου μπορεί να ανήκει κάθε άνθρωπος καλής ανατροφής, και "καλής ανατροφής" σημαίνει το μείγμα νομιμοφροσύνης, διάκρισης και ευγένειας που συγκροτεί αυτό που ονομάζουμε gentleman»79.

Η αρχική έννοια του "ερασιτέχνη" (amateur) δεν συνδεόταν με τα σπορ: δήλωνε εκείνον που αγαπά ή προτιμά κάτι, και στη Γαλλία κατέληξε να σημαίνει τον βαθύ γνώστη (connaisseur) των καλών τεχνών80. Σε αυτή την έννοια μας παραπέμπει και η λέξη "ερασιτέχνης" που καταγράφεται στα ελληνικά γράμματα ως μετάφραση της ξενικής "dilettante amateur" για πρώτη φορά το 1887 81. Για την εφαρμογή της έννοιας στα σπορ, προτιμήθηκε στα ελληνικά η λέξη "φίλαθλος", ενώ για τη μετάφραση του "amateurisme" χρησιμοποιήθηκαν οι όροι "ερασιτεχνισμός" (1894), φιλαθλισμός (1895) και φιλαθλητισμός (1896)82.

Παρόλο που ο ερασιτεχνικός αθλητισμός αποτέλεσε τμήμα της "επιδεικτικής σχόλης" που εξασφάλιζε τη συμβολική υπεροχή της "αργόσχολης τάξης" και επομένως δεν στόχευε, όπως επισημάνθηκε, σε κάποια πρακτική ωφέλεια, αναζητήθηκαν προς τα τέλη του αιώνα τα επιχειρήματα που θα του απέδιδαν μια σκοπιμότητα, ηθικής κυρίως φύσης. Τα σπορ θεωρήθηκαν λοιπόν ότι καλλιεργούσαν τη σωματική ευρωστία αλλά και το χαρακτήρα των ασκουμένων. Η άποψη που κυριαρχούσε στα τέλη του 19ου αιώνα ήταν ότι συνέβαλλαν στην εμπέδωση ενός "ανδρικού πνεύματος" τόσο στους ασκούμενους όσο και στους θεατές83. Η αντίληψη αυτή ανταποκρινόταν στην αλλαγή που είχε συμβεί στη Δυτική Ευρώπη (και την Αμερική) ως προς τα ιδεώδη του ανδρισμού: "η αλλαγή από το ανδρικό στερεότυπο που συνδέεται με τη ζωή της κοινότητας και τις αρετές της ανδρικής ψυχής στο ανδρικό στερεότυπο της ατομικής επίδοσης και του ανδρικού σώματος"84. Η κυριότερη αλλαγή εντοπίζεται πράγματι στην άνοδο ενός σωματικού ιδεώδους του ανδρισμού.

Η λατρεία του ανδρισμού -δύναμη, σκληρότητα, θάρρος, αντοχή, σωματική δεξιότητα- είναι προφανής στην αθλητική άσκηση και αναμέτρηση και έχει διαταξικό χαρακτήρα. Πέρα από τις κοινωνικές διαιρέσεις, τα σπορ "ως θέαμα και ως πρακτική παίζουν κεντρικό ρόλο στη διατήρηση της ανδρικής 

————————————

79. Άρθρο δημοσιευμένο στη Revue Athlétique, 25 Ιουλίου 1890, σ. 378-393. Αναδημοσιεύεται στο P. de Coubertin, Textes choisis, Tome ΙΙ. Olympisme, εισαγωγή-επιλογή-παρουσίαση των κειμένων: Norbert Müller, χ.τ., Weidmann, 1986, σ. 545-550. Το παράθεμα στη σ. 547.

80. Ε. Glader, Amateurism and Athletics, ό.π., σ. 96.

81. Σ. Α. Κουμανούδης, Συναγωγή νέων λέξεων..., ό.π.

82. Στο ίδιο. Ο Δημ. Βικέλας προτίμησε ωστόσο να μη μεταφράσει τον όρο το 1895.

83. Βλ. Th. Veblen, The Theory of the Leisure Class, Fairfield N. J., August M. Kelley, 1991, σ. 261. A' έκδοση το 1899.

84. Ε. Anthony Rotundo, "Body and Soul: Changing Ideals of American Middle-Class Manhood, 1770-1920", Journal of Social History 16 (φθιν. 1983), σ. 23. Η υπογράμμιση δική μου.

Σελ. 104
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/49/gif/105.gif&w=600&h=91532. Κουλούρη, Αθλητισμός

κοινωνικότητας"85. Ο πιο εκλεπτυσμένος "ανδρισμός" του ερασιτέχνη gentleman συμφύρει τη σωματική ανδρεία με την ευγένεια και την αβρότητα απέναντι στις γυναίκες. "Ταξικές και φυλετικές αξίες αναμειγνύονται για να δημιουργήσουν κοινωνικά διακεκριμένους τρόπους για να παίζει και να παρακολουθεί κάποιος"86.

Ο ερασιτεχνισμός αποτελούσε πράγματι έναν άτυπο τρόπο αποκλεισμού των κατώτερων τάξεων. Ο αποκλεισμός αυτός επιτυγχανόταν περισσότερο μέσω των περιοριστικών διατάξεων που εμπεριέχονταν στα καταστατικά ως προς τις εγγραφές νέων μελών και μέσω των αυστηρών κανονισμών ως προς την αποδοχή χρημάτων για τη συμμετοχή σε αθλητικές αναμετρήσεις και όχι τόσο από τη σαφή ταξική διάκριση στον ορισμό του ερασιτέχνη. Γιατί "ο ερασιτεχνισμός ήταν δημοκρατικός στη θεωρία αλλά όχι στην πράξη"87. Ο ερασιτεχνισμός αποτελούσε συνεπώς στοιχείο της ιδεολογίας μιας βρετανικής ελίτ καταγωγής και πλούτου. Παρόλο που είναι δύσκολο να υποστηρίξουμε, ακολουθώντας τον John Hargreaves88, ότι η αστική τάξη, της οποίας οι αξίες ενσωματώνονται στον ερασιτεχνισμό, είχε ένα πραγματικό "ηγεμονικό σχέδιο" κοινωνικού ελέγχου επί της εργατικής τάξης, είναι εντούτοις βέβαιο ότι οι τρόποι παιχνιδιού ήταν κοινωνικά διακεκριμένοι. Τα ερασιτεχνικά αθλητικά σωματεία της Βρετανίας απέκλειαν όχι μόνο εκείνους που είχαν αγωνιστεί για χρήματα ή είχαν διδάξει επ' αμοιβή κάποιο άθλημα αλλά και όσους ασκούσαν χειρωνακτικό επάγγελμα. Ο αποκλεισμός αυτός δικαιολογούνταν με το επιχείρημα ότι εκείνος του οποίου ο καθημερινός τρόπος ζωής απαιτούσε σωματική ικανότητα κατείχε εξαρχής ένα πλεονέκτημα στις αθλητικές αναμετρήσεις που ακύρωνε τον γνήσιο ανταγωνισμό89.

Στην Ελλάδα, η διάκριση ερασιτεχνών και επαγγελματιών εμφανίζεται αρκετά νωρίς, πριν ακόμα το περιεχόμενο της έννοιας αποσαφηνιστεί στη Δυτική Ευρώπη. Όπως ήδη αναφέρθηκε, το 1859 στις πρώτες Ζάππειες Ολυμπιάδες, οι διαγωνιζόμενοι στην ιπποδρομία κατατάχθηκαν σε δύο κατηγορίες, τους φιλάθλους και τους επαγγελματίες. Οι ιππικοί αγώνες φαίνεται πως αποτελούσαν, πράγματι, το μόνο άθλημα όπου εφαρμοζόταν αυτή η διάκριση, εφόσον και το 1883, στις ιπποδρομίες που προκηρύσσει η Ιππική Εταιρεία, οι gentlemen riders αποτελούν ειδική κατηγορία στην οποία ανήκουν οι εταίροι της Εταιρείας και οι εν ενεργεία αξιωματικοί του ελληνικού στρατού90. Δεν διαθέτουμε ωστόσο

————————————

85. R. Holt, ό.π., σ. 365.

86. Στο ίδιο, σ. 366.

87. Στο ίδιο, σ. 117.

88. J. Hargreaves, Sport, Power and Culture: A Social and Historical Analysis of Popular Sports in Britain, Καίμπριτζ 1986. Η ανάλυση του Hargreaves στηρίζεται στη γκραμσιανή έννοια της ηγεμονίας.

89. Βλ. P. Bailey, Leisure and Class in Victorian England, Rational Recreation and the Contest for Control, 1830-1885, Λονδίνο, Routledge and Kegan Paul, 1978, σ. 131.

90. Προκήρυξη των αγώνων της Ιππικής Εταιρείας στην Εφημερίδα 196, 15 Ιουλίου

Σελ. 105
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/49/gif/106.gif&w=600&h=91532. Κουλούρη, Αθλητισμός

μέχρι στιγμής μαρτυρίες για τη χρήση της διάκρισης σε άλλες αθλητικές συναντήσεις ως τους Ολυμπιακούς του 1896. Στα καταστατικά των αθλητικών συλλόγων που μας είναι γνωστά δεν αναφέρεται παρόμοιος όρος για την έγκριση της εγγραφής νέων μελών ή για τη συμμετοχή σε αγώνες. Το ζήτημα δεν φαίνεται να απασχολούσε ιδιαίτερα όσους ασχολούνταν με τον αθλητισμό ως τη δεκαετία του 1890, δεδομένου μάλιστα ότι οι περισσότεροι -και οι σημαντικότεροι- σύλλογοι που είχαν ιδρυθεί μέχρι το 1895 προέρχονταν από την πρωτοβουλία γυμναστών, δηλ. επαγγελματιών δασκάλων της γυμναστικής, με εξέχον παράδειγμα τον Πανελλήνιο.

Το πρώτο αθλητικό σωματείο που ενέταξε τον ορισμό του φιλάθλου στο καταστατικό του και έθεσε ως απαραίτητη προϋπόθεση εγγραφής τη φίλαθλη ιδιότητα ήταν ο Αθλητικός Όμιλος Αθηνών που ιδρύθηκε το 1895 από τον Κωνσταντίνο Μάνο. Σύμφωνα με το εν λόγω καταστατικό, «θεωρείται φίλαθλος πας ο ουδέποτε μετασχών αγώνος ανοικτού εις τους τυχόντας, ουδέ αγωνισθείς διά χρηματικόν βραβείον, ή διά χρήματα, εξ οιασδήποτε πηγής και αν προέρχωνται ταύτα, ή προς εξ επαγγέλματος αθλητάς, και όστις εις ουδεμίαν περίοδον του βίου του υπήρξε καθηγητής ή μισθωτός παραινέτης σωματικών γυμνασμάτων. Πας ο μη τηρών τους όρους τούτους θεωρείται "εξ επαγγέλματος" (professional). Πας δε σύλλογος περιέχων μέλη εξ επαγγέλματος αθλητάς, έχει χάση την ιδιότητα του φιλάθλου και δεν δύναται να διαγωνισθή προς τον Όμιλον»91.

Με την τελευταία φράση, αλλά και σύμφωνα με τις απόψεις που ο Κ. Μάνος ανέπτυξε ανώνυμα στην εφημερίδα Το Άστυ92, θεωρούνται ως επαγγελματικά όλα τα γυμναστικά σωματεία που αριθμούν μεταξύ των μελών τους επαγγελματίες γυμναστές. Χαρακτηριζόμενα ως επαγγελματικά τα σωματεία αυτά δεν θα είχαν το δικαίωμα να μετάσχουν στους Ολυμπιακούς του 1896. Κυρίως όμως ο αποκλεισμός αφορούσε τα δύο μεγαλύτερα αθηναϊκά γυμναστικά σωματεία, τον Πανελλήνιο και τον Εθνικό, τα οποία προφανώς στόχευαν σε μια διάκριση των αθλητών τους το 1896. Ο πρόεδρος του Πανελληνίου Ι. Φωκιανός και ο διευθυντής του γυμναστηρίου του Εθνικού Ι. Χρυσάφης αντέδρασαν με άρθρα τους στον ημερήσιο τύπο, υποστηρίζοντας, μεταξύ άλλων, ότι ο αποκλεισμός ως μη φιλάθλων των γυμναστών αφορούσε τους ίδιους ως άτομα και όχι και τους συλλόγους στους οποίους ανήκαν93. Το θέμα πήρε μεγάλες διαστάσεις, εφόσον σχετιζόταν με

————————————

1883. Η "Ιππική Εταιρία της Ελλάδος" είχε ιδρυθεί το 1882: Β.Δ. περί εγκρίσεως του καταστατικού της εν Αθήναις ιδρυθείσης εταιρίας υπό την επωνυμίαν "Ιππική Εταιρία της Ελλάδος" (14 Μαΐου 1882), ΦΕΚ 80, 19 Αυγ. 1882, σ. 433.

91. "Κανονισμός του Αθλητικού Ομίλου Αθηνών", ΦΕΚ Γ' 103, 25 Οκτωβρίου 1895.

92. Στο φύλλο της 9ης Οκτωβρίου 1895. Το καταστατικό του Αθλητικού Ομίλου Αθηνών είχε ψηφιστεί από τα ιδρυτικά μέλη στις 6 Οκτωβρίου 1895. Το άρθρο του Μάνου αναδημοσιεύει ο Ι. Χρυσάφης, Οι σύγχρονοι διεθνείς..., ό.π., σ. 262-263.

93. Για τη διαμάχη γενικά, βλ. στο ίδιο, σ. 261-284.

Σελ. 106
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/49/gif/107.gif&w=600&h=91532. Κουλούρη, Αθλητισμός

τη συμμετοχή της Ελλάδας στους αγώνες που θα γίνονταν στην πρωτεύουσά της, και ζητήθηκε η γνώμη της Διεθνούς Ολυμπιακής Επιτροπής. Η απάντηση καθησύχασε τους ελληνικούς συλλόγους που ήδη λειτουργούσαν, περιορίζοντας το χαρακτηρισμό "εξ επαγγέλματος" σε άτομα.

Το θέμα του ερασιτεχνισμού ήταν ο αρχικός λόγος σύγκλισης το 1894 του Διεθνούς Αθλητικού Συνεδρίου στο Παρίσι. Στο Συνέδριο αυτό, το οποίο αποφάσισε και την ανασύσταση των Ολυμπιακών Αγώνων, δόθηκε ο ορισμός του ερασιτέχνη και καθορίστηκαν οι κανόνες της συμμετοχής στους Ολυμπιακούς Αγώνες με βάση ακριβώς την αρχή του ερασιτεχνισμού. Εντούτοις, πολλά ζητήματα ήταν ακόμη ανοιχτά καθώς υπήρχαν διαφορές μεταξύ των χωρών και της αθλητικής τους πρακτικής. Ο ορισμός λοιπόν του 1894 δεν ήταν τελεσίδικος και αναθεωρήθηκε αρκετές φορές στη συνέχεια από τη Διεθνή Ολυμπιακή Επιτροπή. Εξάλλου, ο de Coubertin θεωρούσε ότι αυτό που είχε σημασία ήταν το πνεύμα και όχι το γράμμα του ερασιτεχνισμού και ήταν αντίθετος με μια στενή ερμηνεία του94.

Έτσι, η διαμάχη που ξέσπασε στην Ελλάδα ανάμεσα στον Κ. Μάνο που υποστήριζε την "κατά γράμμα" εφαρμογή των κανονισμών και τους υπολοίπους που επέμεναν στο "πνεύμα" ανταποκρινόταν σε μια γενικότερη σύγχυση ως προς . το περιεχόμενο της έννοιας αλλά και στην έλλειψη τοπικής παράδοσης. Υπέκρυπτε επιπλέον μια κοινωνική σύγκρουση ανάμεσα σε μια ανώτερη και μια μεσαία αστική τάξη. Μέχρι την αναβίωση των Ολυμπιακών Αγώνων, η ανώτερη τάξη δεν ασχολούνταν με τον κλασικό αθλητισμό ούτε με τη γυμναστική αλλά ήταν προσανατολισμένη προς τα σπορ -την ιππασία, την ξιφασκία και τη σκοποβολή. Αντίθετα, ο χώρος της γυμναστικής και των αθλητικών αγώνων κατέχονταν από τους εκπροσώπους μιας μεσαίας τάξης, κυρίως γυμναστές αλλά και άτομα που συνδέονταν με την εκπαίδευση ή το στρατό καθώς και φοιτητές του Εθνικού Πανεπιστημίου. Άλλωστε και ο Μάνος προσπάθησε να διαχωρίσει τελείως τη γυμναστική από τον αθλητισμό, καταργώντας στο γυμναστήριο του συλλόγου του95 τις γυμναστικές ασκήσεις και εισάγοντας αποκλειστικά την εξειδίκευση σε συγκεκριμένο άθλημα. "Διότι δι' εμέ", έγραφε, Ολυμπιακοί Αγώνες είναι μόνον οι εν τω Σταδίω τελούμενοι, και ιδίως μόνον το πένταθλον. Το ακροβατικόν των επί μονοζύγου και διζύγου και κρίκων γυμνάσεων και η ασχημία της ποδηλατοδρομίας ομολογώ ότι ουδόλως με συγκινούν. Αναγνωρίζω την χρησιμότητα της γυμναστικής διά την απαραίτητον παρασκευήν του σώματος και εκτιμώ το ποδήλατον ως άριστον διαμετακομιστικόν μέσον αλλά νομίζω ότι ο ολυμπιακός κότινος πρέπει να είναι η θεία αμοιβή ευγενεστέρων άθλων"96.

————————————

94. Βλ. P. de Coubertin, Textes choisis..., ό.π., σ. 544, 545-547, 565-567.

95. Στον Αθλητικό Όμιλο Αθηνών παραχωρήθηκε κατ' αποκλειστικότητα για προετοιμασία των αθλητών του το Δημόσιο Κεντρικό Γυμναστήριο.

96. Κ. Μάνος, "Μετά τους αγώνας", Η Ελλάς κατά τους Ολυμπιακούς αγώνας του 1896..., ό.π., σ. 129.

Σελ. 107
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/49/gif/108.gif&w=600&h=91532. Κουλούρη, Αθλητισμός

Οι δύο πλευρές είχαν και διαφορετικά πρότυπα: ο μεν Αθλητικός Όμιλος ακολουθούσε το βρετανικό παράδειγμα της ερασιτεχνικής άθλησης, οι δε αθηναϊκοί γυμναστικοί σύλλογοι ήταν πιο κοντά στο γερμανοελβετικό σύστημα που στόχευε στην παιδαγωγική ωφέλεια της σωματικής άσκησης σε ατομικό και εθνικό επίπεδο. Χαρακτηριστική είναι η αντίδραση του Ι. Φωκιανού απέναντι στον Κ. Μάνο: "Δια της στάσεως και του δημοσιεύματός σας τί ζητείτε; η Ελλάς να ομόση πίστιν, να πολιτογραφηθή Αγγλίς και να προσέλθη υπό την σκέπην σας εις τους αγώνας ως υποτεταγμένη δούλη σαθρών θεωριών;"97.

Ο "νέος εκείνος της καλής τάξεως" συγκέντρωσε στο σύλλογο του "όλην την αριστοκρατικήν τάξιν των Αθηνών"98 και κατόρθωσε, χάρη και στην εύνοια του Διαδόχου, ο Αθλητικός Όμιλος να γίνει το κατεξοχήν κέντρο της προετοιμασίας των αθλητών για τους Ολυμπιακούς του 1896. Στους προκριματικούς αγώνες που οργάνωσε, το κοινό έδινε το κοινωνικό στίγμα του Ομίλου. Σύμφωνα με μια περιγραφή της εποχής, "ολίγος κόσμος της ανωτέρας τάξεως, αρκετοί νέοι φέροντες μονόκλ και οι ενδιαφερόμενοι διά τα σπορτ των Παρισίων, ολίγαι κυρίαι λεπταί, διυλισμέναι, με το άρωμα το εκλεκτόν της αριστοκρατίας [...] Όλοι οι παρευρισκόμενοι [...] κύριοι ωμίλουν γαλλικά, διεσταύρουν γυμναστικούς όρους γαλλιστί, γαλλιστί εφιλοφρόνουν τας κυρίας, γαλλιστί εμέτρων τα βήματα και τα μέτρα των διαγωνιζομένων"99.

Με την ευκαιρία της αναβίωσης των Ολυμπιακών Αγώνων λοιπόν, η ανώτερη αστική τάξη επιχείρησε να μονοπωλήσει τη συμμετοχή και να παραγκωνίσει εκείνους που επί χρόνια ασχολούνταν με τους αθλητικούς αγώνες. Κίνητρό της ήταν προφανώς η διεθνής αίγλη των αγώνων και η φιλοδοξία της να συμπαραταχθεί με τους εκπροσώπους του δυτικού ερασιτεχνισμού. Το ενδιαφέρον άλλωστε αυτής της "αριστοκρατικής τάξης" για τον κλασικό αθλητισμό υπήρξε καθαρά συγκυριακό και μετά το 1896 ασχολήθηκε με ενθουσιασμό με τα νεοτερικά σπορ, όπως το ποδήλατο και το τέννις. Στη συγκυρία της αναβίωσης ωστόσο, ο ερασιτεχνισμός υπήρξε, και στην ελληνική περίπτωση, το μέσο και η πρόφαση για την κοινωνική διάκριση και τον κοινωνικό αποκλεισμό.

Στους Ολυμπιακούς του 1896 οι νικητές δεν βραβεύτηκαν λοιπόν με 

————————————

97. Άρθρο του Ι. Φωκιανού στην Εφημερίδα (12 Οκτ. 1895), στο Ι. Χρυσάφης, Οι σύγχρονοι διεθνείς..., ό.π., σ. 269.

98. Στο ίδιο, σ. 282 και 279 αντίστοιχα. Ο Κ. Μάνος το 1896 ήταν 27 ετών. Γιος του στρατηγού Θρασύβουλου Μάνου και της Ρωξάνης Μαυρομιχάλη είχε σπουδάσει στη Λειψία και στη Χαϊδελβέργη. Τον Μάιο του 1893 είχε υπάρξει, για λίγες μέρες, δάσκαλος της αυτοκράτειρας της Αυστρίας Ελισάβετ. Στις αρχές του 20ού αιώνα θα υπηρετήσει ως δήμαρχος Χανίων (1901-2), θα μετάσχει στον Μακεδονικό Αγώνα και στη συνέλευση του Θερίσου (1905) και θα εκλεγεί βουλευτής Αττικής (1909,1911). Το 1913, το αεροπλάνο όπου επέβαινε, θα πέσει στον Λαγκαδά και θα πεθάνει σε ηλικία 44 ετών.

99. Στο ίδιο, σ. 282, 283.

Σελ. 108
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/49/gif/109.gif&w=600&h=91532. Κουλούρη, Αθλητισμός

χρηματικά βραβεία όπως γινόταν, για παράδειγμα, στις Ζάππειες Ολυμπιάδες. Ένα μετάλλιο, ένα δίπλωμα και ο κότινος καθιστούσαν τον αγώνα "στεφανίτη" και επικύρωναν το ερασιτεχνικό πνεύμα του οποίου τα προαπαιτούμενα είχε καθορίσει η Διεθνής Ολυμπιακή Επιτροπή. Ο Αλέξ. Φιλαδελφεύς, με ενθουσιασμό, υπογραμμίζει τη σημασία του ερασιτεχνισμού το 1896:

"Εάν ήτο χρυσός ή τι άλλο εκ πολυτίμου ύλης το έπαθλον οίος εξευτελισμός διά το ευγενές του αγώνος και το ιδεώδες της αμίλλης! Ο αγών ο στεφανίτης, θα ήτο χρηματίτης και το Στάδιον θα μετεβάλλετο εις χρηματιστήριον. Οι Ολυμπιονίκαι θα ηρώτων εις τί είδους νόμισμα θα επληρώνοντο και θα ηρεύνων από βαθέος όρθρου το δελτίον του χρηματιστηρίου διά να μάθωσι την διαφοράν του συναλλάγματος και την τιμήν του φράγκου!"100

Η ΑΝΑΒΙΩΣΗ ΤΩΝ ΟΛΥΜΠΙΑΚΩΝ ΑΓΩΝΩΝ:

ΜΙΑ ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ, ΕΝΑ ΣΥΓΧΡΟΝΟ ΘΕΑΜΑ

Το γεγονός της αναβίωσης των Ολυμπιακών Αγώνων έχει πολλές σημασίες και πολλές συνέπειες, οι οποίες κυρίως δεν αφορούν -παρά την ευρέως διαδεδομένη άποψη- στην πρωτοτυπία της σύλληψης και της εκτέλεσης. Άλλωστε, όπως ήδη φάνηκε, τόσο στην Ελλάδα όσο και στην υπόλοιπη Ευρώπη κυκλοφορούσε η ιδέα της αναβίωσης και οργανώνονταν αγώνες κατά μίμηση των αρχαίων πριν από την πρωτοβουλία του de Coubertin. Η σημασία της πρωτοβουλίας του de Coubertin έγκειται στη διεθνοποίηση των αγώνων σε αντίθεση με όσους είχαν οργανωθεί ως το 1892 στις διάφορες χώρες, οι οποίοι είχαν τοπικό χαρακτήρα όπως και οι αρχαίοι ολυμπιακοί. Από το 1896 λοιπόν καθιερώνεται ένας παγκόσμιος θεσμός με τετραετή κανονική επανάληψη που θα αποτελέσει συστατικό στοιχείο του σύγχρονου κόσμου και θα συνδεθεί -αναπόφευκτα προφανώς- με τους πολιτικούς, οικονομικούς και ιδεολογικούς μετασχηματισμούς του 20ού αιώνα. Το μεγαλειώδες θέαμα των σύγχρονων Ολυμπιακών -όλο και πιο επιτηδευμένο και επεξεργασμένο- συνιστά επίσης μια από τις νεότερες τελετουργίες κοσμικού χαρακτήρα, που αντικαθιστούν σε ένα βαθμό τις θρησκευτικές τελετουργίες της παραδοσιακής κοινωνίας. Μήπως δεν είναι άλλωστε οι σύγχρονοι Ολυμπιακοί Αγώνες μια από τις "εφευρημένες παραδόσεις" της νεοτερικής κοινωνίας και του διεθνούς συστήματος των εθνικών κρατών, σύμφωνα με τον ορισμό του Ε. Hobsbawm101;

Για την Ελλάδα, ειδικότερα, η αναβίωση αυτή έχει πολλαπλές διαστάσεις, καταρχάς στη συγκυρία του τέλους του 19ου αιώνα, που θα μπορούσαν να 

————————————

100. Α. Φιλαδελφεύς, "Η ημέρα της απονομής των επάθλων", στο Η Ελλάς κατά τους Ολυμπιακούς..., ό.π., σ. 128.

101. Πβ. Ε. Hobsbawm - T. Ranger (εκδ.), The Invention of Tradition..., ό.π., σ. 301.

Σελ. 109
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/49/gif/110.gif&w=600&h=91532. Κουλούρη, Αθλητισμός

συνοψιστούν στις ακόλουθες: α') η διοργάνωση των πρώτων σύγχρονων Ολυμπιακών στην Αθήνα συνέβαλε στην αναβίωση της ιδέας του αρχαίου κλέους και ενίσχυσε, στο φαντασιακό επίπεδο, τη συλλογική αυτοεικόνα, τροφοδοτώντας τα αλυτρωτικά οράματα· β') η αναβίωση λειτούργησε επιταχυντικά για την ανάπτυξη του αθλητισμού στην Ελλάδα τόσο στο χώρο της εκπαίδευσης και της διδασκαλίας της φυσικής αγωγής όσο και στο χώρο της οργανωμένης άσκησης μέσω των αθλητικών συλλόγων· γ' ) από τους Ολυμπιακούς του 1896 αρχίζει στην ουσία η "θεαματοποίηση" των σπορ και του αθλητισμού, παρόλο που η μαζικότητα του 1896 δεν επαναλαμβάνεται πριν από τη Μεσολυμπιάδα του 1906· δ') διατυπώθηκε ένα σύστημα διεθνών κανόνων λειτουργίας των αθλητικών θεσμών και διεξαγωγής των αγώνων που θα διέπει στο εξής τις ανάλογες διαδικασίες στην Ελλάδα· ε') επικράτησε η εξειδίκευση των αθλητών ενώ η επιδίωξη της επίδοσης έγινε ο βασικός στόχος της σωματικής άσκησης, κυρίως στο χώρο των σωματείων που καλλιεργούσαν τον κλασικό αθλητισμό· στ') ο αθλητισμός έγινε διακύβευμα της πολιτικής εξουσίας και χώρος πολιτικής διαμάχης, όπου συγκρούστηκαν η κεντρική εξουσία και ισχυρές κοινωνικές ομάδες που έλεγχαν τους νεότευκτους αθλητικούς θεσμούς (τον Σ.Ε.Α.Γ.Σ. - Σύνδεσμο Ελληνικών Αθλητικών και Γυμναστικών Σωματείων και την Ε.Ο.Α. - Επιτροπή Ολυμπιακών Αγώνων).

Οι πρώτοι σύγχρονοι διεθνείς Ολυμπιακοί Αγώνες τελέστηκαν στην Αθήνα στα τέλη Μαρτίου με αρχές Απριλίου 1896 με τη συμμετοχή 36 ξένων και 29 ελλήνων αθλητών102. Η έναρξη των αγώνων ήταν προγραμματισμένη για τη Δευτέρα του Πάσχα, 25 Μαρτίου. Την Κυριακή του Πάσχα, 24 Μαρτίου 1896, υπό καταρρακτώδη βροχή, έγιναν στο προαύλιο του Σταδίου τα αποκαλυπτήρια του ανδριάντα του Γεωργίου Αβέρωφ. Χάρη στη γενναία χορηγία του για την αναστήλωση του κατεστραμμένου αρχαίου Σταδίου, το όνειρο της αναβίωσης των Ολυμπιακών Αγώνων γινόταν πραγματικότητα. "Ήτο φανερόν ότι η απλή περιέργεια είχε μεταβληθή πλέον εις ψυχοπάθειαν, ότι η απλή προσδοκία

————————————

102. Υπάρχουν πολλές περιγραφές των Ολυμπιακών Αγώνων του 1896, σύγχρονες με το γεγονός. Από τις αυτοτελείς παραθέτω όσες χρησιμοποίησα: Οι Ολυμπιακοί Αγώνες 776 π.Χ. - 1896. Μέρος Α'. Οι αγώνες εν τη αρχαιότητι υπό Σπ. Λάμπρου και Ν. Πολίτου μετά προλόγου υπό Τιμ. Φιλήμονος. Μέρος Β'. Οι Ολυμπιακοί αγώνες 1896, υπό Δ. Κουμπερτέν, Τιμ. Φιλήμονος, Ν. Πολίτου και Χαρ. Αννίνου (μετά γαλλικής μεταφράσεως του όλου υπό Léon Olivier), Αθήνα 1896· Α. Γ. Γάγαλης - Μ. Ε. Καζής - Σ. Κ. Ιωαννίδης, Περιγραφή των εν Αθήναις πρώτων διεθνών Ολυμπιακών αγώνων, Αθήνα 1896· Κ. Παρασκευόπουλος (εκδ.), Το δεκαήμερον των Ολυμπιακών αγώνων..., Αθήνα 1896· Α. Αργυρός, Οι πρώτοι εν Αθήναις διεθνείς Ολυμπιακοί αγώνες του 1896..., Αθήνα 1896· D. Georgiades, Les jeux olympiques à Athènes, Παρίσι 1896· Η Ελλάς κατά τους Ολυμπιακούς αγώνας του 1896, Αθήνα, Εστία, 1896· Ι. Ε. Χρυσάφης, "Οι πρώτοι διεθνείς Ολυμπιακοί Αγώνες εν Αθήναις (1896)", Ημερολόγιον της Μεγάλης Ελλάδος 5 (1926), σ. 283-304.

Σελ. 110
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/49/gif/111.gif&w=600&h=91532. Κουλούρη, Αθλητισμός

είχεν υψωθή εις φρόνημα", γράφει για τη μέρα εκείνη ο καθηγητής της Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών Σπυρίδων Λάμπρος103.

Την εβδομάδα από 25 Μαρτίου ως 1 Απριλίου 1896 η Αθήνα βυθίστηκε στη μαγεία μιας πρωτόγνωρης σε θόρυβο, ένταση και ενθουσιασμό γιορτής. Εβδομήντα χιλιάδες κόσμος, γράφουν οι εφημερίδες, πλημμύρισαν την πόλη, φωνάζοντας, χειρονομώντας, διασκεδάζοντας. Η Σταδίου, οι πλατείες Ομονοίας και Συντάγματος, φωταγωγημένες "δια τόξων εκ φωτοβολίδων αεριόφωτος"104. Στο περιθώριο των αγώνων, παραστάσεις αρχαίων δραμάτων, φιλαρμονικές, λαμπαδηφορία105. Στο Στάδιο, το αδιαχώρητο, ιδιαίτερα την πρώτη και την τελευταία ημέρα των αγώνων. Γεμάτο και το Ποδηλατοδρόμιο του Φαλήρου χωρητικότητας 7.000 θεατών, που είχε κατασκευαστεί ειδικά για τους αγώνες.

Η συρροή του πλήθους και οι αντιδράσεις του κοινού στο Στάδιο και το Ποδηλατοδρόμιο είναι στοιχεία συστατικά των αγώνων, σχεδόν εξίσου σημαντικά με την άμιλλα και τις επιδόσεις των αθλητών. Ο εξορθολογισμός και η εξειδίκευση που χαρακτηρίζουν τα σύγχρονα σπορ δεν περιορίζονται στους αγωνιζόμενους αλλά επεκτείνονται και στους θεατές. Καταρχάς πρόκειται για μια διάκριση των ρόλων ανάμεσα σε όλο και περισσότερο εκπαιδευμένους αθλητές και σε όλο και περισσότερο μη ασκημένους θεατές106. Πρόκειται επιπλέον για την, άτυπη, διατύπωση των κανόνων της συμπεριφοράς του θεατή, οι οποίοι αποτελούν το συμπλήρωμα του "fair-play" του αγωνιστικού χώρου. Τα πάθη των θεατών έπρεπε συνεπώς να ελεγχθούν με αυστηρούς κανόνες, ανάλογους με τους κανόνες του παιχνιδιού. Ο σεβασμός του παίκτη για τον αντίπαλο, που υπαγορευόταν από το πνεύμα του "fair-play", αντιστοιχούσε στην επιδοκιμασία του θεατή για την αντίπαλη ομάδα, όταν έπαιζε καλά. Δημιουργήθηκε λοιπόν με εθιμικό τρόπο μια "κουλτούρα του θεάσθαι", χωρίς αυτό να σημαίνει ωστόσο ότι η συμπεριφορά των θεατών ήταν ομοιογενής και κανονικοποιημένη.

Για τους Έλληνες του τέλους του 19ου αιώνα, το αθλητικό θέαμα δεν ήταν βεβαίως πρωτόγνωρο. Οπωσδήποτε όμως δεν ήταν συχνό και δεν προσείλκυε μεγάλο αριθμό θεατών. Η κοινωνική σύνθεση του κοινού παραμένει επίσης απροσδιόριστη, εκτός από τις περιπτώσεις που γνωρίζουμε την τιμή του εισιτηρίου ή που οι αθλητικές συναντήσεις γίνονταν σε κλειστούς χώρους (γυμναστήρια συλλόγων, γήπεδα τέννις κλπ.). Οι Ολυμπιακοί του 1896 εντούτοις λειτούργησαν καταλυτικά για την προσέλευση κοινού. Μεγάλος αριθμός θεατών ταξίδευσε

————————————

103. Σπ. Λάμπρος, "Τα αθλητικά και γυμναστικά αγωνίσματα εν τω Σταδίω", Λόγοι και Άρθρα, Αθήνα 1902, σ. 717.

104. Οι Ολυμπιακοί Αγώνες 776 π.Χ. - 1896. Μέρος Β'..., ό.π., σ. 24.

105. Η λαμπαδηφορία έγινε το βράδυ της 31ης Μαρτίου με συμμετοχή στρατιωτικών σωμάτων, εμποροϋπαλλήλων, φοιτητών, μαθητών.

106. Για τα χαρακτηριστικά και τη συμπεριφορά του σύγχρονου θεατή αθλητικών αγώνων, βλ. A. Guttmann, Sports Spectators, Νέα Υόρκη, Columbia University Press, 1986, σ. 83-124.

Σελ. 111
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/49/gif/112.gif&w=600&h=91532. Κουλούρη, Αθλητισμός

από την επαρχία αλλά και από τα εκτός Ελλάδας ελληνικά κέντρα για να παρακολουθήσει τους αγώνες. Για παράδειγμα, κάθε μέρα μεταξύ των θεατών υπολογιζόταν ότι υπήρχαν γύρω στους 2.000 Πατρινοί, ενώ την ημέρα του Μαραθωνίου έφθασαν τους 3.000 107. Η τιμή του εισιτηρίου ήταν μάλλον υψηλή σύμφωνα με τα δεδομένα της εποχής108 και οι οργανωτές τη μείωσαν για τη μέρα του Μαραθωνίου, όταν το ενδιαφέρον του κόσμου είχε κορυφωθεί. Εκείνη τη μέρα άλλωστε "είχεν ερημωθή η πόλις εντελώς και μόνον οι ασθενείς έμενον εις τας οικίας των"109. Όσοι δεν βρήκαν θέση στο Στάδιο είχαν συγκεντρωθεί κατά μήκος της διαδρομής και κυρίως από την είσοδο της πόλης ως το Στάδιο.

Ο ενθουσιασμός για τον Μαραθώνιο δρόμο δεν είχε καμία σχέση με το συναρπαστικό του θεάματος. Υπήρχαν σίγουρα αθλήματα πολύ πιο συναρπαστικά που θα μπορούσαν να προσελκύσουν το ενδιαφέρον του κοινού. Από τις σύγχρονες περιγραφές προκύπτει ότι το κίνητρο του "θεάσθαι" δεν συνδεόταν με τον αθλητισμό καθεαυτόν αλλά με το εθνικό συναίσθημα. Όταν αγωνιζόταν έλληνας αθλητής, η παρουσία του κοινού ήταν πυκνότερη και η συμμετοχή του ζωηρότερη. Όταν, στην πάλη, χρειάστηκε να αγωνιστεί Έλληνας εναντίον Έλληνα ακούστηκαν "φωναί αποδοκιμασίας". "Κατήφεια και απογοήτευσις" εκδηλώθηκε όταν ο Αμερικανός Γκάρετ νίκησε στη δισκοβολία τον Παρασκευόπουλο. Αντίθετα, δάκρυα, χειροκροτήματα, μαντήλια και καπέλα στον αέρα συνοδεύουν τις ελληνικές νίκες110. Ο Μαραθώνιος λοιπόν, πολύ πριν από την έναρξη των αγώνων, απέκτησε χαρακτήρα εθνικό.

"Σχεδόν αφ' ης ημέρας ερρίφθη το πρώτον η ιδέα των Αγώνων, πάντες εν Ελλάδι εις αυτό και μόνον εξ όλων των αγωνισμάτων απέβλεψαν κατά πρώτον. Βαθμηδόν δε και κατ' ολίγον εκαλλιεργήθη και ερριζοβόλησεν η ιδέα ότι Έλλην έπρεπε να είνε ο νικητής του Μαραθωνίου δρόμου. [...] Όσον επλησίαζεν η ημέρα του αγώνος, τόσον ηύξανε το φλογερόν του λαού ενδιαφέρον και τόσον εκραταιούτο παρ' αυτώ ο πόθος όπως Έλλην και ουχί ξένος αναδειχθή νικητής. Όθεν υποσχέσεις πολλαί και αμοιβαί ήρξαντο προκηρυσσόμεναι. Ξενοδόχοι, ράπται, κουρείς και άλλοι επαγγελματίαι εδημοσίευον δηλώσεις εις τας εφημερίδας, υποσχόμενοι ότι παρείχαν δωρεάν εις τον ευτυχή νικητήν του Μαραθωνίου δρόμου, εάν ήτο Έλλην, την εκ του επαγγέλματός των υπηρεσίαν, οι μεν επί ωρισμένον χρόνον, οι δε ίσοβίως· έτεροι, δε έτασσον αμοιβάς ή δώρα"111.

Μέσα σ' αυτό το κλίμα είναι κατανοητό γιατί η νίκη του Λούη πανηγυρίστηκε τόσο έξαλλα και γιατί προκάλεσε τέτοια συγκίνηση. Πέραν του ότι ο Λούης

————————————

107. Ν. Ε. Πολίτης, ό.π., σ. 131.

108. Οι Ολυμπιακοί αγώνες - Μέρος Β'..., ό.π., σ. 61.

109. Η Ελλάς κατά τους Ολυμπιακούς..., ό.π., σ. 115.

110. Βλ. Οι Ολυμπιακοί αγώνες - Μέρος Β'..., ό.π., σ. 59, 72, 85.

111. Στο ίδιο, σ. 74-75.

Σελ. 112
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/49/gif/113.gif&w=600&h=915 32. Κουλούρη, Αθλητισμός

ΕΙΚΟΝΑ

6. Δημήτριος Τόφαλος.

Σελ. 113
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/49/gif/114.gif&w=600&h=91532. Κουλούρη, Αθλητισμός

υπήρξε ο πρώτος αθλητής-ήρωας, ένα πρότυπο που θα κυριαρχήσει μέσα στον 20ό αιώνα, υπήρξε κυρίως ένα εθνικό σύμβολο, από εκείνα που η "μικρά Ελλάς" χρειαζόταν για να κατοχυρώσει, και στα μάτια των ξένων, το ένδοξο παρελθόν της112. Η μαζικότητα της παρακολούθησης των αγώνων του 1896 συνεπώς δεν σήμαινε αυτομάτως και την καθιέρωση του αθλητικού θεάματος γενικά. Αυτό αποδείχτηκε στη συνέχεια, όταν ο πρώτος ενθουσιασμός εξέπνευσε και όταν οι αγώνες δεν είχαν διεθνή αλλά τοπικό χαρακτήρα. Δεν είναι τυχαίο ότι η ανανέωση του ενδιαφέροντος και η μαζική παρακολούθηση αγώνων παρατηρούνται μόλις το 1906 με την οργάνωση της Μεσολυμπιάδας στην Αθήνα113.

ΟΙ ΗΡΩΕΣ ΤΩΝ ΣΤΑΔΙΩΝ

Ως το 1906, η διοργάνωση Πανελλήνιων Αγώνων και η πιο συστηματική λειτουργία αθλητικών θεσμών καθώς και το μεγαλύτερο ενδιαφέρον του Τύπου για τις αθλητικές ειδήσεις είχαν καθιερώσει το αθλητικό θέαμα -έστω και αν δεν ήταν μαζικό- και είχαν δημιουργήσει τη φήμη γύρω από κάποιους αθλητές που διακρίνονταν για τις επιδόσεις τους. Έτσι, αν ο Λούης ήταν άγνωστος στο αθηναϊκό κοινό ως την ώρα της νίκης του, δεν συνέβαινε το ίδιο με τον Τόφαλο, ολυμπιονίκη της άρσης βαρών το 1906.

Ο Τόφαλος, αθλητής της Γυμναστικής Εταιρείας Πατρών, είχε αναδειχθεί πανελληνιονίκης και παγκόσμιος ρέκορντμαν της άρσης βαρών "δια μιας χειρός και δι' αμφοτέρων" στους Πανελλήνιους Αγώνες που είχαν γίνει την προηγούμενη χρονιά114. Ο επιβλητικός του όγκος και οι επιδόσεις του είχαν δημιουργήσει γύρω από το όνομά του μια φήμη που άγγιζε τα όρια του μύθου και που κατέληξε στη γνωστή παροιμιώδη έκφραση. Στη Μεσολυμπιάδα του 1906 λοιπόν, το κοινό πήγε στο Στάδιο για να δει τον Τόφαλο να κερδίζει. Ο αντίπαλός του, ο Ούγγρος Στάινμπαχ, αντιμετώπισε τη συκοφαντία, την αποδοκιμασία έως και το

————————————

112. Βλ. μεταξύ άλλων το ποίημα του Αργύρη Εφταλιώτη, "Ωδή στον Λούη τον πρώτο νικητή της πρώτης Νέας Ολυμπιάδος", στο Η Ελλάς κατά τους Ολυμπιακούς..., ό.π., σ. 121-122.

113. Μαζική παρακολούθηση αγώνων παρατηρήθηκε κατά τους σχολικούς γυμναστικούς αγώνες του 1900 στο Στάδιο όπου όμως η είσοδος ήταν ελεύθερη: "Το Στάδιον ανέζησε μετά τεσσάρων ετών νέκραν και ερήμωσιν, και ήτο η εορτή εκείνη μία αναβίωσις των Ολυμπιακών αγώνων". ΠΑΕΑ 2 (1899-1900), σ. 157. Ωστόσο, ένας σημαντικός αριθμός των θεατών (πάνω από 5.000) είχαν πληρώσει για να παρακολουθήσουν τους αγώνες, όπως προκύπτει από τα έσοδα της Ε.Ο.Α. "Πρακτικά Ε.Ο.Α.", συνεδρ. 14 Μάρτ. 1903.

114. Π. Σ. Σαββίδης, Πανελλήνιον Λεύκωμα, Αθήνα 1905, σ. 52. Περισσότερα στοιχεία για τον Δημ. Τόφαλο, γιο εύπορου πατρινού επιχειρηματία, και την αθλητική του σταδιοδρομία, βλ. Ν. Ε. Πολίτης, Ο πατραϊκός αθλητισμός. Β'. Από την εποχή του Τόφαλου ως την ίδρυση της Παναχαϊκής, Πάτρα, Αχαϊκές Εκδόσεις, 1997.

Σελ. 114
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/49/gif/115.gif&w=600&h=91532. Κουλούρη, Αθλητισμός

μίσος των θεατών115. Ο Τόφαλος, όπως και ο Λούης, ήταν εθνικός ήρωας116, συμβόλιζε την ελληνική υπεροχή επί των άλλων εθνών. Και αυτή η λειτουργία του πρωταθλητή ως εθνικού ήρωα υπερκαλύπτει -στην πρώιμη αυτή φάση ανάπτυξης του ελληνικού αθλητισμού- το καθεαυτό πρότυπο του πρωταθλητή, του ήρωα δηλαδή της ατομικής επίδοσης και της υπεροχής μέσα από τον ανταγωνισμό, που θα κυριαρχήσει στη διάρκεια του 20ού αιώνα.

Στην καμπή του 19ου αιώνα, οι πολιτισμικές και ιδεολογικές αλλαγές που έχουν επέλθει στην ευρωπαϊκή κοινωνία αποτελούν το απαραίτητο υπόβαθρο πάνω στο οποίο κτίζεται και εφευρίσκεται μια σύγχρονη μυθολογία, με τους θεούς και τα κατορθώματά τους: η αθλητική μυθολογία. Σ' αυτή τη μυθολογία, ο ήρωας, το εξαιρετικό άτομο, κατέχει κεντρική θέση. Στην ουσία αποτελεί τη συγκεκριμένη έκφραση όλης της λογικής των σπορ, η οποία συνίσταται στην ανάδειξη του καλύτερου και στην προβολή της εξαιρετικής επίδοσης. Ταυτόχρονα όμως προϋποθέτει μια σειρά από σημαντικές αλλαγές στην κουλτούρα του σώματος. "Τα σωματικά περιγράμματα, οι σιλουέτες των ανθρώπων, δεν ποικίλλουν τόσο σύμφωνα με τις ανατομικές διαφορές ενός δεδομένου πληθυσμού όσο σύμφωνα με την ποικιλία των σωματικών αναφορών από μια κοινωνία σε μια άλλη και από μια εποχή στην επόμενη"117. Έτσι και η απεικόνιση καθώς και η εξύμνηση του γυμνασμένου ανδρικού σώματος που εμφανίζονται στην Ελλάδα στην καμπή του 19ου αιώνα είναι στοιχεία νεοτερικά και σηματοδοτούν μια σημαντική αλλαγή στις νοοτροπίες.

Η αλλαγή αυτή είναι περισσότερο εμφανής στους τρόπους απεικόνισης των αθλητών, είτε μέσω της λογοτεχνικής περιγραφής είτε μέσω της φωτογράφισής τους. Και ο μεν Λούης φωτογραφίζεται σταθερά με την εθνική ενδυμασία, σχεδόν αποσυνδεόμενος πλήρως από τη σωματική επίδοση και επιβεβαιώνοντας τη θέση του ως εθνικού συμβόλου. Έχει εξάλλου ενδιαφέρον ότι για τους δημοτικιστές ο Λούης αποτελεί επιπλέον την ενσάρκωση της αγνής αγροτικής ζωής, που διακρίνεται από το πρότυπο του επιτηδευμένου διανοούμενου της πρωτεύουσας118.

————————————

115. Την προηγούμενη της αναμέτρησης, διαδόθηκε η φήμη ότι ο Στάινμπαχ ήταν επαγγελματίας αθλητής. Για την άγρια αντίδραση του κόσμου, βλ. Π. Σ. Σαββίδης, Λεύκωμα ... Ολυμπιακών αγώνων 1906, ό.π., σ. 39-43.

116. Ο ολυμπιονίκης μπορεί να είναι, εκτός από εθνικός, και τοπικός ήρωας. Είναι η περίπτωση του Νικ. Ανδριακόπουλου, αθλητή του Παναχαϊκού Γ. Σ., που αναδείχτηκε ολυμπιονίκης το 1896 στην "αναρρίχησι επί κάλω". Η υποδοχή που του επιφύλαξε η Πάτρα κατά την επιστροφή του άγγιζε τα όρια της αποθέωσης. Βλ. σχετικά Ν. Ε. Πολίτης, Ο πατραϊκός αθλητισμός. Α'. Η πρώτη δεκαετία: 1891-1900, Πάτρα, Αχαϊκές Εκδόσεις, 1994, σ. 146-148. Ανάλογη ήταν η υποδοχή των πατρινών αθλητών που διέπρεψαν στη Μεσολυμπιάδα του 1906. Ν. Ε. Πολίτης, Ο πατραϊκός αθλητισμός. Β'..., ό.π., σ. 53-55.

117. Ph. Perrot, Le travail des apparences. Le corps féminin XVIII-XIXe siècle, Παρίσι, Seuil, 1984, σ. 9.

118. Βλ. το ποίημα του Αλέξ. Πάλλη, "Λούης (αλίμονο!)", στο Ταμπουράς και κόπανος,

Σελ. 115
Φόρμα αναζήτησης
Αναζήτηση λέξεων και φράσεων εντός του βιβλίου: Αθλητισμός και όψεις της αστικής κοινωνικότητας
Αποτελέσματα αναζήτησης
    Ψηφιοποιημένα βιβλία
    Σελίδα: 96
    32. Κουλούρη, Αθλητισμός

    κυρίως για ποδηλατικούς αγώνες και ιπποδρομίες, αλλά πολύ σύντομα, και καθώς το ποδόσφαιρο άρχισε να κατακτά την ελληνική κοινωνία, έγινε ο κατεξοχήν τόπος των ποδοσφαιρικών συναντήσεων. Με τη δημιουργία ποδοσφαιρικών συλλόγων εξάλλου, άρχισαν να εμφανίζονται και τα συνοικιακά γήπεδα (Γουδί, Αλεξάνδρας), τα οποία ήταν τοποθετημένα σε μια μεγαλύτερη ακτίνα από το κέντρο της πόλης απ' ό,τι ήταν τα γυμναστήρια των αθλητικών συλλόγων.

    Τα διάφορα προάστια της Αθήνας (Κηφισιά, Μαρούσι) και ο Πειραιάς απέκτησαν, με τη δημιουργία των δικών τους ιδιαίτερων γυμναστικών και αθλητικών σωματείων, και ιδιαίτερους χώρους άθλησης. Ο Πειραιάς ειδικότερα και το Φάληρο είχαν τις εγκαταστάσεις των κωπηλατικών και ναυτικών σωματείων (Όμιλος Ερετών, Ναυτικός Όμιλος Φαλήρου), εκεί που και οι Αθηναίοι κατέβαιναν για περίπατο και αναψυχή τους πιο ζεστούς μήνες του χρόνου.

    Στις επαρχιακές πόλεις, τα γυμναστήρια ήταν εγκατεστημένα στο κέντρο της πόλης47. Στην Πάτρα υπήρχε δημόσιο γυμναστήριο από το 1884 στο χώρο του σημερινού Δικαστικού Μεγάρου, το οποίο εξυπηρέτησε και τον Παναχαϊκό Γυμναστικό Σύλλογο ως το 1895 που απέκτησε το δικό του γήπεδο στα Ψηλαλώνια. Γυμναστήριο στα Ψηλαλώνια απέκτησε (με ενοίκιο) και η Γυμναστική Εταιρεία Πατρών το 189548. Επειδή συνήθως υπήρχε ένας μόνο γυμναστικός σύλλογος σε κάθε επαρχιακή πόλη, το ειδικό του βάρος ήταν οπωσδήποτε ανάλογο με εκείνο άλλων τοπικών συλλόγων (φιλεκπαιδευτικών, μουσικών κλπ.) που επίσης είχαν τα γραφεία τους σε κεντρικά σημεία της πόλης. Ελλείψει δημόσιου γυμναστηρίου, το γυμναστήριο του τοπικού συλλόγου ήταν τοποθετημένο σε περίοπτη και κεντρική θέση μέσα στα μικρότερα αστικά κέντρα.

    ΤΑ ΠΡΩΤΑ ΣΠΟΡ: ΙΠΠΑΣΙΑ, ΞΙΦΑΣΚΙΑ, ΣΚΟΠΟΒΟΛΗ

    Εκτός από τα γυμναστήρια που στοχεύουν κυρίως στην καλλιέργεια της γυμναστικής και του κλασικού αθλητισμού, λειτουργούν παράλληλα ιδιαίτεροι χώροι για την άσκηση σε ειδικά σπορ. Γύρω στα μισά του αιώνα, λειτουργούν στην Αθήνα ιδιωτικές σχολές οπλομαχίας (δηλ. ξιφασκίας) όπου δίδασκαν διάφοροι βαυαροί οπλοδιδάσκαλοι καθώς και ιταλοί και πολωνοί πρόσφυγες, ενώ ο Νικόλαος Νέγρης είχε διαθέσει είκοσι χιλιάδες δραχμές για την ίδρυση γυμναστηρίου ξιφασκίας και ιππασίας "προς εξάσκησιν των Ελλήνων εις τα δύο ταύτα πολεμικά γυμνάσια και συγχρόνως προς έντιμον περίθαλψιν των εκεί διδασκόντων και εργαζομένων αξίων τωόντι ελληνικής συμπαθείας γενναίων Πολωνών"49. Ήδη

    ————————————

    47. Αυτό ισχύει, για παράδειγμα, για την Ανδρίτσαινα, τη Χαλκίδα, την Κύμη και την Καλαμάτα. Βλ. Δελτίον Σ.Ε.Α.Γ.Σ. 1 (1901), αρ. 3.

    48. Βλ. Ν. Ε. Πολίτης, Ο πατραϊκός αθλητισμός, τ. Α'. Η πρώτη δεκαετία: 1891-1900, Πάτρα, Αχαϊκές Εκδόσεις, 1994, σ. 91-98.

    49. Ι. Χρυσάφης, Οι σύγχρονοι διεθνείς..., ό.π., σ. 22.