Συγγραφέας:Αγγελοπούλου, Άννα
 
Μπρούσκου, Αίγλη
 
Τίτλος:Επεξεργασία παραμυθιακών τύπων και παραλλαγών AT 300-499, τ. Α΄+Β΄
 
Τίτλος σειράς:Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας
 
Αριθμός σειράς:34
 
Τόπος έκδοσης:Αθήνα
 
Εκδότης:Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς
 
Έτος έκδοσης:1999
 
Σελίδες:975
 
Αριθμός τόμων:2 τόμοι
 
Γλώσσα:Ελληνικά
 
Θέμα:Ελληνικά παραμύθια-Κατάλογος
 
Τοπική κάλυψη:Ελλάδα
 
Περίληψη:Το βιβλίο αυτό αποτελεί τον τρίτο τόμο του Καταλόγου των Ελληνικών Παραμυθιών του Γ. Α. Μέγα. Υπενθυμίζουμε ότι από το Αρχείο του Γεωργίου Α. Μέγα έχουν ήδη δημοσιευτεί δύο τόμοι. Ο πρώτος, που είναι και ο μόνος που πρόλαβε να δημοσιεύσει ο ίδιος ο συντάκτης του καταλόγου, περιέχει τους Μύθους Ζώων (AT 1-299) . Ο δεύτερος (δημοσίευμα του ΙΑΕΝ αρ. 23), που αποτελεί στην ουσία μία πρόταση επεξεργασίας του καταλόγου του Μέγα, περιλαμβάνει τους παραμυθιακούς τύπους AT 700-749 που αντιπροσωπεύουν το τελευταίο μέρος των Μαγικών Παραμυθιών. Ο παρών τρίτος τόμος περιέχει, πάντα σε αναφορά με τη διεθνή κατάταξη των Aarne-Thompson , τις ελληνικές παραλλαγές των παραμυθιακών τύπων AT 300-499, τύπων που καλύπτουν ένα μεγάλο μέρος από αυτά που ονομάζουμε Μαγικά Παραμύθια (AT 300-749).
 
Άδεια χρήσης:Αυτό το ψηφιοποιημένο βιβλίο του ΙΑΕΝ σε όλες του τις μορφές (PDF, GIF, HTML) χορηγείται με άδεια Creative Commons Attribution - NonCommercial (Αναφορά προέλευσης - Μη εμπορική χρήση) Greece 3.0
 
Το Βιβλίο σε PDF:Κατέβασμα αρχείου 24.63 Mb
 
Εμφανείς σελίδες: 351-370 από: 982
-20
Τρέχουσα Σελίδα:
+20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/52/gif/351.gif&w=600&h=91534. Αγγελοπούλου - Μπρούσκου, Παραμυθιακοί τύποι

ΠΑΡΑΜΥΘΙΑΚΟΣ ΤΥΠΟΣ AT 326

Σελ. 351
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/52/gif/352.gif&w=600&h=915 34. Αγγελοπούλου - Μπρούσκου, Παραμυθιακοί τύποι

ΛΕΥΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

Σελ. 352
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/52/gif/353.gif&w=600&h=91534. Αγγελοπούλου - Μπρούσκου, Παραμυθιακοί τύποι

ΠΑΡΑΜΥΘΙΑΚΟΣ ΤΥΠΟΣ  AT 326

Ο άφοβος

AT: The Youth Who Wanted to Learn What Fear is

Delarue-Tenèze: Jean-sans-peur

Grimm No 4: Das Märchen von einem der auszog das Furchten zu lernen

Ο Φόβος

Μια γυναίκα είχε ένα παιδί, όλο σε τέχνη το 'βαλε κι όλο εκείνο έφευγε. Του λέει η μάνα του: "Μα, παιδάκι μου, δε φοβάσαι και κάνεις αυτές τις ανοησίες;" Τότε λέει αυτό: "Τι θα πει φόβος; θα πάω να τον βρω". Κείνη τη στιγμή τ' ακούσανε κάτι κλέφτες κι είπαν, "θα το πάρομε εμείς να του δείξομε το φόβο". Το πήραν λοιπόν και το πήγαν σ' ένα νεκροταφείο και το βάλανε να ψήνει χαλβά. Καθώς ήψηνε τον χαλβά ήβγε ένα χέρι από ένα τάφο και γύρευε χαλβά. Το χέρι ήταν μιας γυναίκας πεθαμένης και το παιδί της είπε να περιμένει. Αυτή όμως όλο και γύρευε και γύρευε. Τότε το παιδί ήπιασε ένα κομμάτι ζεματιστό χαλβά και της το 'ρίξε. Αυτή κάηκε και έφυγε. Ύστερα όταν έγινε ο χαλβάς της φώναξε να της δώσει αλλά αυτή ούτε φάνηκε. Ύστερα πήγανε οι κλέφτες και τον ρωτήσανε αν ηύρε τον φόβο, αυτό είπε όχι και τους είπε και την ιστορία.

Τον πήρανε λοιπόν και τον πήγανε σε μια σπηλιά όπου οι καλομοίρες κάνανε φαντασία. Εκεί του δώσανε ένα καρφί και ένα σφυρί για να καρφώσει την νύχτα. Όταν πήγε να 'μπει μέσα, παρουσιάσθη μια καλομοίρα που πολέμα να πιάσει ένα κρεμασμένο από ψηλά παιδί. Τότε αυτός της λέει, "πάτα απάνω μου για να φτάσεις", αυτή ηνέβηκε απάνω του και αντί να πολεμά να πιάσει το κρεμασμένο, ηπολέμα να τον εζουλήσει. Είχε και στο ένα της πόδι ένα χρυσό βραχιόλι. Αυτός τότε την πιάνει, τη χτυπάει κάτω και της παίρνει το βραχιόλι. Έπειτα βρίσκει ένα κόκαλο και το καρφώνει με ένα καρφί. Τότε ακούει βροντές, βλέπει αστραπές, τρομερούς κεραυνούς και δε φοβήθηκε. Με την αστραπήν είδε το ανθρώπινο κεφάλι που ηκάρφωνε προ ολίγου το καρφί. Τότες πάνε πάλι οι κλέφτες τον ρωτούν: "Ηύρες το φόβο;" Λέει πάλι αυτός "όχι". Τους λέει ύστερα: "Ηκάρφωνα το καρφί στο κόκαλο αλλά το φόβο δεν τον ηύρα. Να πάρετε το βραχιόλι να το πουλήσετε", τους λέει, "για να μην κλέβετε πια και γω θα πάω μόνος μου να βρω τον φόβο".

Κατέβηκε λοιπόν στην ακρογιαλιά μοναχός του και είδε από μακριά ένα καράβι. Του φώναξε μ' όση δύναμη είχε μέχρι που τον ακούσανε και πήγαν και το

Σελ. 353
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/52/gif/354.gif&w=600&h=91534. Αγγελοπούλου - Μπρούσκου, Παραμυθιακοί τύποι

πήρανε μέσα στο καράβι. Εκεί που αρμενίζανε περάσανε και από ένα κάβο, τότες ήβγε μια γοργόνα και ήθελε να πνίξει το καράβι. Τότε πιάσανε να κλαίνε όλοι γιατί έπρεπε να ρίξουνε ένα στη θάλασσα της γοργόνας για να σωθούνε οι άλλοι. Αυτός όμως είπε σ' όλους να κατεβούνε κάτω στ' αμπάρια και να τον αφήσουνε μονάχο. Αυτή όλο και ηδυνάμωνε τη φουρτούνα για να πνίξει το καράβι. Αυτός τότε την άρπαξε από τα μαλλιά, την έδειρε και την ανάγκασε να δώσει όρκον πως δε θα ξαναπειράξει το καράβι. Και έτσι σωθήκανε και συνεχίζανε το ταξίδι τους.

Όταν ξάφνου πατήσανε ένα βράχο. Αυτός τότε είπε στο πλήρωμα να τον βγάλουνε στο βράχο. Δεν ήθελε όμως κανείς γιατί τους έσωσε την ζωή. Αυτός όμως επέμενε και στο τέλος πια τον βγάλανε. Βλέπει από δω βλέπει από κει και στο τέλος είδε σε μια μεριά του βράχου ένα χαλκά. Πάει κοντά και ήπιασε και τον τραβά. Στο τέλος κατάφερε και τον σήκωσε και άνοιξε μια πόρτα απ' όπου είδε μια σκάλα, την κατέβηκε και βρέθηκε μπροστά σ' ένα στρωμένο τραπέζι που είχε πάνω τρία σερβίτσια, τρία κουτάλια, τρία πιάτα. Τότε κρύφτηκε κάτω από το σκεπασμένο με ένα τραπεζομάντηλο τραπέζι για να δει τι θα γίνει. Ύστερα από λίγο είδε τρεις περιστέρες που πήγανε στο παράθυρο, από κει πήγανε σε μια λεκάνη με νερό και σε λίγο βγήκαν τρεις κοπέλες. Ύστερα πήγαν στο τραπέζι και κάτσανε να φάνε και να πιούνε. Όταν η μια σήκωσε το ποτήρι για να πιεί, είπε "εις υγείαν εκείνου που μου έκαψε το χέρι στο νεκροταφείο". Και η άλλη πάλι έλεγεν "εις υγείαν εκείνου του νέου που κάρφωσε το κόκαλο και που μ έριξε κάτω και πήρε το χαλκά". Και η τρίτη έλεγε, "εις υγείαν εκείνου του μασκαρά που μ' έπιασε στο καράβι και με όρκισεν να μην πειράζω πια το καράβι". Εκεί πετιέται και αυτός που ήταν από κάτω απ' το τραπέζι και λέει: "Βρε, εδώ είμαι και εγώ". Τότες αυτές του είπαν ότι οι κλέφτες είναι φυλακή, γιατί ένας Εβραίος είπε ότι ο χαλκάς που είχανε ήταν δικός του. Και τώρα ητοιμάζανε να τους κρεμάσουνε. Ύστερα του δώσανε πέντε χαλκάδες και να πάει να τους ανακατέψει και να τους δώσει του Εβραίου για να διαλέξει ποιος είναι ο δικός του, να βγει ψεύτης να τον κρεμάσουνε και να σωθούνε οι φίλοι τους οι κλέφτες. Αυτός λοιπόν πήγε στο δικαστήριο και ηνεκάτεψε τους χαλκάδες και τους έδωκε του Εβραίου. Αυτός τους ήβλεπε, τους ξανάβλεπε και στο τέλος είπε πως δεν ξέρει ποιος είναι ο δικός του. Τον καταλάβανε λοιπόν πως ήταν ψεύτης και τον κρεμάσανε. Τότε αυτός τους δίνει όλους στους κλέφτες για να μη κλέβουνε πια και πάει να βρει το φόβο.

Πάει σε μια πολιτεία που το παλάτι της ήταν στοιχειωμένο γιατί όποιος πήγαινε να κοιμηθεί πέθαινε, είχε πεθάνει ο βασιλιάς και ύστερα στοίχειωσε το παλάτι. Όταν το βασιλόπουλο έμαθε ότι αυτός ψάχνει το φόβο, είπε να του τον πάνε. Πάει αυτός και ζήτησε μαγκάλι με φωτιά. Τη φωτιά οι καλομοίρες τη φοβούνται. Έτσι λοιπόν ηκάθουντα μες στο παλάτι. Κατά τα μεσάνυχτα παρουσιάστηκαν κάτι μαύρα γατάκια και του πάνε να παίξουνε χαρτιά, ύστερα πήγανε και τον τσαγκρουνίσανε. Τότε αυτός πιάνει αναμμένα κάρβουνα και τους τα πετά και έτσι φύγανε. Ύστερα από λίγο ήπιασε να πηγαίνει κοντά του ένας καναπές με καρούλια, ύστερα άρχισε να φεύγει και να παίρνει κι αυτόν μαζί του. Τότε λέει αυτός,

Σελ. 354
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/52/gif/355.gif&w=600&h=91534. Αγγελοπούλου - Μπρούσκου, Παραμυθιακοί τύποι

"δε θα με πάρεις από τη φωτιά μου", και έτσι ο καναπές έφυγε μόνος του. Εκεί παρουσιάστηκε ο γερο-βασιλιάς ο πεθαμένος. Του είπε ότι είναι ο πατέρας του βασιλόπουλου και ότι έχει ένα θησαυρό που ο γιος του δεν τον ξέρει. Τον πήγε να του δείξει που τον είχε κρυμμένο και αυτός πήγε μαζί του. Αφού του τον έδειξε, τον πήγε σ' ένα κρεβάτι με σούστα που όποιος έπεφτε απάνω τον έκοβε το φάντασμα του βασιλέα. Ο γερο-βασιλιάς πάλευε να τον ρίξει απάνω αλλά ο άνθρωπος τα κατάφερε και έριξε το βασιλιά. Τότε κόπηκε το φάντασμα. Το πρωί πήγε ο αραμπάς για να πάρει τον άνθρωπο νομίζοντας τον πεθαμένο αλλά τον ηύρε ζωντανό και. πεθαμένο το στοιχειό. Τότε ο γιος του βασιλιά από την χαρά του του έδωσε για γυναίκα του την κόρη του και αμέτρητους θησαυρούς. Αυτός όμως ήθελε να φύγει να πάει να βρει το φόβο. Η γυναίκα του τότε του έφτιαξε γλυκίσματα και πάνω πάνω του 'βαλε μια πέρδικα ζωντανή. Ύστερα τα 'βαλε σε κουτιά όλα τα γλυκά. Αυτός αφού τα πήρε ξεκίνησε με άλογα και στρατιώτες. Όταν κουραστήκανε κάτσανε να φάνε και λίγο. Μόλις όμως αυτός πάει να ανοίξει τα κουτιά, και ξαφνικά ηπετάχτηκε η ζωντανή πέρδικα και αυτός τρόμαξε και λιποθύμησε. Τότε πια είδε πως ηύρε το φόβο και πήρε την απόφαση να γυρίσει πίσω στη γυναίκα του.

ΛΦ 1567, 1-5, Ικαρία.

ΣΥΝΘΕΤΙΚΗ ΠΑΡΑΛΛΑΓΗ

Ι. Ο ήρωας

α: Είναι ένα νέος· α1: άφοβος' α2: πολύ δυνατός· α3: γιος ληστή· α4: οι γονείς του δε θέλουν να του μάθουν τι είναι φόβος" α5: σε μικρή ηλικία κάνει διάφορα κατορθώματα' α6: στο σχολείο δέρνει (σκοτώνει) το παιδί που τον πειράζει' α7: δε στεριώνει σε καμιά δουλειά' α8: οι συγχωριανοί του προσπαθούν να τον τρομάξουν αλλά δεν τα καταφέρνουν.

β: Ο νέος ξεκινά σε αναζήτηση του φόβου' β1: ξεκινά να μάθει πως πεθαίνει ο κόσμος' β2: καυχιέται για τη δύναμη του και ξεκινά να βρει αν υπάρχει κανένας δυνατότερος του στον κόσμο.

ΙΙ. Αναζητώντας το φόβο, ο νέος αποδεικνύει ότι είναι άφοβος

α: Ο νέος ζει με τους κλέφτες' α1: τους δράκους· α2: σηκώνει μόνος του το

Σελ. 355
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/52/gif/356.gif&w=600&h=91534. Αγγελοπούλου - Μπρούσκου, Παραμυθιακοί τύποι

καζάνι που χρειάζονται και οι σαράντα μαζί για να το σηκώσουν α3: τον κάνουν υπηρέτη τους' α4.' σύντροφο τους· α5; του υποδεικνύουν το μέρος που θα βρει το φόβο" α6: ή τον στέλνουν κάπου για να χαθεί.

β: Στον τρομερό τόπο' β1: στο μνήμα' β2: στη βρύση' β3: στον τόπο με τα αίματα' β4: την ώρα που μαγειρεύει' β5: ένα χέρι βγαίνει από κάτω και ζητά ή κλέβει το φαΐ του' β6: το χύνει' β7: τον τραβά' β8: ο νέος δε φοβάται' β9: χτυπάει το χέρι' β10: το τραβά πιο δυνατά' β11: του κόβει ένα δάχτυλο' β12: κερδίζει το βραχιόλι του χεριού.

γ: Έχει άλλες τρομερές εμπειρίες' γ1: μια γυναίκα με την πρόφαση ότι θέλει να πιάσει κάτι που κρέμεται ψηλά σκαρφαλώνει πάνω του' γ2'. πηγαίνοντας να ξεκρεμάσει τη γυναίκα που κρέμεται' γ3: εκείνη προσπαθεί να τον βυθίσει' γ4: τη νικάει' γ5: εκείνη γίνεται άφαντη' γ6: και του μένει το βραχιόλι της.

δ: Συναντά πρόσωπα που ισχυρίζονται ότι είναι ο φόβος, ο νέος δεν τα πιστεύει' δ1: παλεύει μαζί τους και τα νικά.

ε: Ο νέος κάνει άλλα κατορθώματα' ε1: νικά το διάβολο με τα κέρατα' ε2: σκοτώνει το ανθρωποφάγο τέρας που κοιμάται με ανοιχτά τα μάτια' ε3: το θεριό μέσα στο πηγάδι' ε4: το φίδι που τρώει τα μικρά των γερανών και εκείνοι τον ανεβάζουν στον πάνω κόσμο' ε5: δένει το σκύλο με τα τρία κεφάλια και τα φίδια στην πλάτη και αρπάζει το βραχιόλι της δράκισσας.

στ! Στο στοιχειωμένο μέρος' στ1: τα μεσάνυχτα' στ2: βλέπει να κατεβαίνει από το ταβάνι ένα πλάσμα' στ3: το φάντασμα του πεθαμένου βασιλιά' στ4: σε χωριστά μέλη· στ5: που ενώνονται' στο: ο κρεμασμένος πέφτει κάτω και σκοτώνεται' στ7: ο νέος παλεύει με το φάντασμα' στ8'. που τον οδηγεί σε ένα θησαυρό' στ9: ο νέος νικά το φάντασμα' στ10: το φάντασμα εξαφανίζεται όταν του λέει είσαι συγχωρεμένος' στ11 '. του ζητά να το θάψει' στ12: να του βγάλει τις αλυσίδες.

ΙΙΙ. Το κλέψιμο του βραχιολιού της νεράιδας

α: Ο ήρωας ταξιδεύοντας μ' ένα πλοίο συναντά τη γοργόνα' α1: την αδελφή του Μέγα Αλέξανδρου' α2: που θέλει να βυθίσει το πλοίο' α3: να φάει κάποιον από το πλήρωμα' α4: ο νέος τη νικά' α5: την αφήνει ελεύθερη όταν του υπόσχεται ότι δε θα ξαναπειράξει κανέναν.

β: Τραβώντας ένα χαλκά, ο νέος κατεβαίνει στο υπόγειο δωμάτιο και συναντά τις τρεις νεράιδες' β1: με τη μορφή περιστερών που λούζονται και γίνονται κοπέλες' β2: που ήταν οι προηγούμενοι αντίπαλοι του (είναι αυτές που είχε νικήσει στις προηγούμενες περιπέτειες του)' β3: πίνουν στην υγεία του" β4: ο νέος αρπάζει τα μαντίλια τους και παντρεύεται τη μικρότερη.

γ! Το παιδί" γ1; οι κλέφτες· γ2: που έχουν ανοίξει μαγαζιά' γ3: βάζουν ενέχυρο το βραχιόλι της νεράιδας' γ4: σ' έναν Εβραίο' γ5: που στη συνέχεια ισχυρίζεται

Σελ. 356
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/52/gif/357.gif&w=600&h=91534. Αγγελοπούλου - Μπρούσκου, Παραμυθιακοί τύποι

ότι το βραχιόλι είναι δικό του' γ6: το δικαστήριο θα δικαιώσει όποιον φέρει το ταίρι του' γ7: ο νέος πηγαίνει στις νεράιδες· γ8: που του δίνουν άλλα όμοια βραχιόλια· γ9: ο νέος αθωώνεται' γ10: ο Εβραίος τιμωρείται· γ11: η νεράιδα καταριέται τον κλέφτη που έχει πάρει το βραχιόλι να μικρύνει, αυτός φοβισμένος το επιστρέφει.

IV. Ο ήρωας γνωρίζει τελικά το φόβο και παντρεύεται

α: Ο νέος νιώθει φόβο με το ξαφνικό πέταγμα ενός πουλιού· α1: ο νέος σκιάζεται όταν πουλιά ξεπετιούνται μέσα από ένα κουτί με γλυκά που του ετοίμασε η γυναίκα του' α2: τον σκοτώνουν και τον ανασταίνουν αλλά του βάζουν το κεφάλι ανάποδα κι ο νέος τρομάζει από το θέαμα' α3: πουλιά πετούν πάνω από τη θάλασσα αφήνοντας πίσω τους μια σκιά.

β: Παντρεύεται την κόρη του βασιλιά' β1: παντρεύεται τη νεράιδα' β2: αλλά αυτή βρίσκει το μαντίλι της και ξαναφεύγει" β3: γίνεται βασιλιάς' β4: γυρνά στο σπίτι του' β5: δε βρίσκει το φόβο.

ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΠΑΡΑΛΛΑΓΩΝ

ΗΠΕΙΡΟΣ

1. ΛΦ 922, 7-9, Κόνιτσα, "Ο φόβος". Ι: α, α1, α6, β. ΙΙ: γ2, γ3, γ4, γ6, στ7, στ8, στ9. IV: α, β.

ΘΕΣΣΑΛΙΑ

2. ΛΦ 143, 21-22, Καλαμπάκα, "Ο γενναίος και ο φόβος". 7: α1, β. ΙΙ: α1, α6, β4, β5, β8. IV: β5.

3. ΛΦ 1368, 1-4, Καλαμπάκα, άτιτλο. 7: α4. ΙΙ: α, α6, β4, β5, β8, γ1, γ3, γ4, γ5, γ6. ΙΙΙ: β, β4, γ, γ3, γ1ΐ. 7F: β1, β2.

4. Hôeg, 8, 41-44, "Le garçon qui veut connaître la peur". 7: α8 (σκοτώνει τους τριάντα εννιά γυμνούς καλόγερους που έβαλε ο ηγούμενος να τον τρομάξουν αλλά μετά τους ζωντανεύει με το νερό του βρυκόλακα, σκοτώνει το βρυκόλακα που του έδωσε ένα μπάτσο), β. ΙΙ: στ9 (τους σαϊταναραίους). IV: α2.

Σελ. 357
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/52/gif/358.gif&w=600&h=91534. Αγγελοπούλου - Μπρούσκου, Παραμυθιακοί τύποι

ΘΡΑΚΗ

5. ΛΑ 326, 2, Αίνος (σημ. Τουρκία), άτιτλο. Γ. α, α1. ΙΙ: α1, α2, ε (περνά τη νύχτα στο δωμάτιο της στρίγκλας). IV'. α1.

6. ΛΑ 2343, 393-396, Έβρος, άτιτλο. Ι: β1. ΙΙ: στ, στ11. Ζητά σαν χάρη από το βρυκόλακα να του πει πότε θα πεθάνει. Του υπόσχεται να τον ειδοποιήσει τρεις ώρες πριν. Όταν ο βρυκόλακας τον ειδοποιεί, δεν τον πιστεύει. Τον σκοτώνει ο φίλος της γυναίκας του.

ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ

7. ΛΑ 1180, (ΣΜ 10), 13, Μεσημέρι Θεσσαλονίκης, άτιτλο. 7: β. ΙΙ: α1, α3, ε (σκοτώνει το θηρίο της θάλασσας, οι δράκοι από το φόβο τους σκοτώνονται). IV: α1.

8. ΑΦ 1034, Ανταρτικό Φλώρινας, "Ο Φόβος". 7: α, α1. ΙΙ: στ, στ2, στ4 (οι διάβολοι), μένει άφοβος και τους προσφέρει να πιουν κρασί. IV'. α.

9. ΛΦ 1327, 17-22, περιοχή Πρέσπας, "Στράο" (= φόβος). 7: β. ΙΙ: β3, β4, β6, β8, δ, ε1, στ1, στ2, στ3, στ4, στ5, στ 10. ΙΙΙ: α, α4. IV: β4.

10. Λαογρ. ΣΤ', 640-643, Σέρρες, άτιτλο. Ι: β2 (Ο πατέρας: "παιδί μου, μην καυχιέσαι γιατί είναι άλλοι που σε βάζουν μέσα στο βρακί τους"). Συναντά: α) ένα τυφλό γέρο που φυσώντας με το ένα ρουθούνι έκανε αέρα για να λιχνίσουν στο αλώνι τα παιδιά του. Δοκιμή δύναμης σφίγγοντας ένα κορμό δέντρου' το χέρι του παιδιού το σπάει β) δίνει μια στο κεφάλι του αράπη, "αχ! ένας ψύλλος με τσίμπησε", κυνηγά να τον πιάσει, κρύβεται μέσα στο βρακί ενός άλλου αράπη που έπαιζε φλογέρα με μια λεύκα και από το ζωνάρι του έσερνε σαράντα αραπάδες. Αυτός χτυπάει με τη λεύκα τον αράπη που κυνηγούσε το παιδί και τον βγάζει από το βρακί του. Έτσι πείθεται για την αλήθεια της παροιμίας που του είπε ο πατέρας του.

ΝΗΣΙΑ ΤΟΥ ΑΙΓΑΙΟΥ

α. Νησιά Ανατολικού Αιγαίου

11. ΛΑ 2457, 206-208, Χίος, άτιτλο. ΙΙ: στ, στί2.

12. ΛΦ 1567, 1-5, Ικαρία, "Ο Φόβος". 7: α7, β. ΙΙ: α, α5, β1, β4, β5, β8, β12, στη σπηλιά των Καλομοίρων καρφώνει ένα ανθρώπινο κόκαλο, γ1, γ3, γ4, γ6, στ, στ3, στο. ΙΙΙ: α, α2, α4, α5, β, β1, β2, β3, γ4, γ5, γ8, γ10. IV: α1 (η κόρη του βασιλιά), β3.

13. Argenti-Rose 1, 33, 548-552, Χίος, "Ο φόβος". 7: α, α6, β. ΙΙ: δ (τρία κορίτσια που εμφανίζονται διαδοχικά όταν μπήγει τις βελόνες που του έδωσε μια

Σελ. 358
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/52/gif/359.gif&w=600&h=91534. Αγγελοπούλου - Μπρούσκου, Παραμυθιακοί τύποι

τσιγγάνα στο έδαφος), 81. ΙΙΙ: α (συναντά γοργόνες), αϊ (τις κόρες του βασιλιά Αλέξανδρου), α3, α4, συνέχεια όπως στο AT 300, α3.

14. Σταματιάδης, 9, 561-566, Σάμος, άτιτλο. Ι: α, α2, α6, β. ΙΙ: α1, α2, α4, γ6, ε (νικά το ανθρώπινο κεφάλι με τα μακριά μαλλιά που τυλίγονται γύρω του). ΙΙΙ: α, α3, α4, α5, β2, β3, γ, γ4, γ5, γ6, γ7, γ8, γ9, γ 10. IV: β1.

β. Κυκλάδες

15. ΛΑ 2758, 371-384, Κίμωλος, άτιτλο. Ι: α6, β. ΙΙ: α1, β1, β4, β5, β9 (το σπάει), γ2, γ6, ε4. ΙΙΙ: α1, α3, α4, α5, β1, γ4, γ5, γ8. IV: α1, β3.

16. ΣΠ 57, 1-20, Πάρος, "Ο γιος της γριάς". 7: α. ΙΙ: α1, α2, ε5, α, α3, α4, γ4, γ5, γ8, γ10, ε5. ΙΙΙ: α, α4, γ5, γ6, γ8. IV: α.

ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΣ

17. ΛΑ 1189, (ΣΜ 19), 85-86, Πύργος, "Μητέρα και γιος". Ι: α1, β. ΙΙ: α1, α.2, ε3. IV: α, β4.

18. ΛΦ 942, 14-16, Καλαμάτα, Μάνη, "Ο Άφοβος". 7: α1, α6, β. ΙΙ: στ1, στ2, στ9. IV: β.

19. ΣΠ 43, (ΛΑ 570), 6-11, Σαρατζά Πηλίας, άτιτλο. ΙΙ: α, α6. IV: α.

ΣΤΈΡΕΑ ΕΛΛΑΔΑ

20. ΛΑ 326, 1, Άγραφα, "Οι νιράιδις κι ου άφουβους" (κλέφτες, Εβραίος). Ι: α, α1. ΙΙ: α, α3, α6 (στο μέρος που έχει νεράιδες), β, β1, β4, β5, β11, β12 (χρυσά κομπολόγια). ΙΙΙ: γ4, γ5, γ7, γ8.

21. ΛΦ 1634, 7-40, Μεσολλόγι, "Ο ληστής". 7: α2, α6. ΙΙ: α, α6, β2, β7, β10, β1ΐ. ΙΙΙ: γ, γ], γ3, γ4, γ5, γ6, γ7, γ8, γ9. IV: β1.

ΜΙΚΡΑ ΑΣΙΑ - ΠΟΝΤΟΣ - ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑ

23. Επιφανίου-Πετρ. Δ', 43-52, "Ο άφοβος". 7: α, αϊ (τον μοίραναν οι μοίρες να γίνει άφοβος, αλλά αν φοβηθεί μια φορά να χάσει την αφοβία του). ΙΙ: ε (σκοτώνει άγρια ζώα, ληστές, κλέφτες). IV: α1, β3.

ΚΥΠΡΟΣ

24. ΛΦ 1616, 32-39, Κεδάρων Πάφου, "Ο πελλός που τον Φόον". Ι: α, α2 (ο

τεμπέλης και τρελός σηκώνει το σιδερένιο ρόπαλο που κανείς δε μπορούσε να

Σελ. 359
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/52/gif/360.gif&w=600&h=91534. Αγγελοπούλου - Μπρούσκου, Παραμυθιακοί τύποι

σηκώσει), β (για να τον σκοτώσει). ΙΙ: β, β1, β2, β3, β4, το χτυπάει και γίνεται σκλάβος του. Χτυπάει το άλογο που, όταν το καβαλάει, θέλει να τον γκρεμίσει και το κάνει σκλάβο του. Κόβει το κρέας που δεν τρώγεται και το κάνει και αυτό σκλάβο του, κρυφακούει τη συνομιλία των σατανάδων, ε (παλάτι), ε4 (χτυπά το φάντασμα του στοιχειωμένου βασιλιά), ε6 (του δίνει γράμμα να γίνει βασιλιάς αυτός και να πάρει τη βασίλισσα). IV'. α, παραδέχεται ότι γνώρισε το φόβο και ζει καλά με τη γυναίκα του.

ΑΔΗΛΟΥ ΤΟΠΟΥ 25. ΛΦ 919, 3-4, άτιτλο. Ι: α, α1, β. ΙΓ. γ, γ1, γ2, γ3, ε2. IV: β.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

Το παραμύθι διηγείται την ιστορία ενός αγοριού που δεν γνωρίζει τι είναι φόβος και φεύγει σε αναζήτηση του. Ταξιδεύοντας στον κόσμο έχει μια σειρά μακάβριων περιπετειών σε εκκλησίες, νεκροταφεία ή στοιχειωμένα σπίτια, αλλά τελικά μαθαίνει τι είναι φόβος με το ξαφνικό πέταγμα ενός πουλιού που συχνά η γυναίκα του έχει κρύψει μέσα στο φαγητό που του ετοίμασε για το ταξίδι. Η συλλογή των αδελφών Grimm περιλαμβάνει μια πολύ γνωστή παραλλαγή του παραμυθιού με τίτλο "Von einem der auszog das Furchten zu lernen". H παραλλαγή, πάντως, της πρώτης έκδοσης (1812) των Grimm δεν είναι όμοια με εκείνη των επόμενων εκδόσεων που έγιναν διάσημες, αν και μέρος της πρώτης ενσωματώθηκε στη δεύτερη αυτή εκδοχή. Σε ένα παραμύθι του Straparola (Nottipiacevoli, IV, 5), βρίσκουμε, αν όχι μια ολόκληρη παραλλαγή, τουλάχιστον κάποια ομοιότητα με τα παραμύθια της αναζήτησης του φόβου! ο ήρωας αναχωρεί για να βρει όχι το φόβο αλλά το θάνατο. Τελικά μια γριά, που είναι η προσωποποίηση της ζωής, για να του δείξει τι είναι ο θάνατος, του κόβει το κεφάλι και του το τοποθετεί ανάποδα. Ο ήρωας, έντρομος μπροστά στη θέα του πισινού του, την παρακαλεί να τον επαναφέρει στην προηγούμενη κατάσταση του.

Από το μακρύ κατάλογο των παραλλαγών που έχουν συγκεντρώσει οι Boite και Polivka, φαίνεται ότι ο γεωγραφικός χώρος διάδοσης του παραμυθιού περιλαμβάνει την Ευρώπη και τη Βόρεια Αμερική. Οι Boite και Polivka1 σημειώνουν ως

1 J Boite - G Polivka, Anrnerkungen zu den Kinder ., ό π., σ 22-37

Σελ. 360
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/52/gif/361.gif&w=600&h=91534. Αγγελοπούλου - Μπρούσκου, Παραμυθιακοί τύποι

ινδική παραλλαγή του παραμυθιού μια Jataka, μεταφρασμένη από τον Rouse (IV, αρ. 489), που όμως δε φαίνεται να έχει σχέση με τη δυτικοευρωπαϊκή αφήγηση. Φαίνεται λοιπόν ότι η αφήγηση είναι κυρίως ευρωπαϊκή αγγίζοντας μόλις τις παρυφές των Βαλκανίων. Στον κατάλογο των Boite και Polivka δεν παρατίθεται καμία παραλλαγή από την Ελλάδα, αλλά μόνο από τους γειτονικούς λαούς: μία τουρκική, μία ουγγρική και δύο ρουμανικές παραλλαγές.

Η ελληνική μορφή του παραμυθιού εμφανίζεται αρκετά διαφοροποιημένη από το σχήμα που παρουσιάζει ο Διεθνής Κατάλογος. Στις ελληνικές παραλλαγές, ο ήρωας αποδεικνύει ότι από μικρό παιδί είναι άφοβος. Δε φοβάται ούτε τους ανθρώπους, ούτε τους ληστές που τον παίρνουν στη δούλεψη τους, ούτε τους δράκους. Ανάμεσα στις πιο συνηθισμένες περιπέτειες του, είναι οι διαδοχικές συναντήσεις του με τρεις μυστηριώδεις γυναίκες, που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο του επιτίθενται αλλά εκείνος τις νικά. Η μία από τις τρεις αυτές γυναίκες συχνά είναι γοργόνα που απειλεί να βουλιάξει το καράβι με το οποίο ταξιδεύει ο ήρωας. Εκείνος παλεύει μαζί της και τη νικά. Από τη μία ή την άλλη γυναίκα ο ήρωας κερδίζει ένα βραχιόλι που στη συνέχεια το διεκδικεί ένας Εβραίος. Ο δικαστής θα δικαιώσει όποιον μπορέσει να φέρει το ταίρι του. Ο ήρωας ανακαλύπτει τις τρεις γυναίκες που πίνουν στην υγεία εκείνου που τις νίκησε, στη συνέχεια τον αναγνωρίζουν και του δίνουν τα όμοια βραχιόλια που χρειάζεται. Έτσι ο νέος δικαιώνεται και παντρεύεται την κόρη του βασιλιά ή τη μικρότερη από τις τρεις νεράιδες.

Το παραμύθι αυτό απασχόλησε τον R. M. Dawkins2 που θίγει το θέμα της ιδιαιτερότητας των ελληνικών παραλλαγών και επισημαίνει ότι η σπανιότητα με την οποία εμφανίζεται το παραμύθι αυτό στα Βαλκάνια και στο Αιγαίο αυξάνει το ενδιαφέρον που παρουσιάζουν οι ελληνικές παραλλαγές. Μελετώντας τρεις ελληνικές παραλλαγές, σε συνδυασμό με μία τουρκική και μία γεωργιανή, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι το παραμύθι, όπως απαντάται στην Ελλάδα, διαφέρει σημαντικά από τα αντίστοιχα ευρωπαϊκά παραμύθια. Είναι φανερό, συνεχίζει, ότι τα επεισόδια του αγώνα με τις τρεις αδελφές, οι νίκες του ήρωα, η αναγνώριση και ο γάμος του με τη μικρότερη, μπορούν να αποτελέσουν μίαν ιστορία εντελώς ανεξάρτητη από το μοτίβο της αναζήτησης και ανακάλυψης του φόβου, ιστορία που αυτόνομα συναντάται εξάλλου και σε άλλα παραμύθια (AT 400 , AT 460, όπ. βλ. ανάλυση).

Σύμφωνα με τον Dawkins, έχουμε εδώ μια ένωση δύο ξεχωριστών ιστοριών, της ιστορίας του ανθρώπου, που αναζητεί το φόβο (όπως αυτή έρχεται στις παρυφές του ελληνικού κόσμου από την Ευρώπη) και μιας ιστορίας με ανατολική προέλευση όπου ο ήρωας ανταγωνίζεται τρεις γυναίκες και υπάρχει και συμφυρμός

2 R M Dawkins, Modem Greek Folktales , ό.η , αρ 78, σ. 457.

3 Βλ την παραλλαγή που δημοσιεύουμε στο AT 400 (Η νεράιδα) και την παραλλαγή της Νίκης Πέρδικα, "Ο Γιαννάκης, ο γιος της ορφανής", αρ. 10 στον κατάλογο παραλλαγών του AT 301B (Ο Δακρυγιάννης).

Σελ. 361
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/52/gif/362.gif&w=600&h=91534. Αγγελοπούλου - Μπρούσκου, Παραμυθιακοί τύποι

με το παραμύθι του δρακοντοκτόνου ήρωα (AT 300). Συχνά το μοτίβο του φόβου αναφέρεται, στην αρχή του παραμυθιού για να λησμονηθεί στη συνέχεια. Επιπλέον στην ανατολική εκδοχή οι περιπέτειες του ήρωα δεν αποτελούν πια μέρος μιας αναζήτησης, αλλά είναι περισσότερο μια σειρά δοκιμασιών που πρέπει να περάσει ο ήρωας για να μπορέσει να ξεπληρώσει τα χρέη του προς τους ληστές ή για να θριαμβεύσει.

Έτσι, στην Ελλάδα, ο ήρωας πρώτα καταλαβαίνει ότι δε φοβάται τους άνδρες (ζωντανούς και νεκρούς) κι ύστερα ότι δε φοβάται τις γυναίκες, ακόμα και τις πιο τρομερές. Αν τελικά γνωρίζει το φόβο, μετά από τις τρομερές δοκιμασίες που αντιμετωπίζει, είναι γιατί τον σκιάζει ένα τυχαίο γεγονός: βλέπει να περνάει πάνω από τη θάλασσα η σκιά ενός σμήνους πουλιών, για παράδειγμα, θα παρατηρούσαμε εξάλλου ότι σε όλες τις παραλλαγές όπου εμφανίζεται το μοτίβο του φόβου, πρόκειται μάλλον για μια φυσική αίσθηση, όπως το ρίγος, η ανατριχίλα, που δε συνοδεύεται απαραίτητα από συναισθήματα τρόμου.

Ο A J. Greimas4 υποστηρίζει ότι το περιεχόμενο του παραμυθιού αυτού είναι καθαρά επικό και ότι ανήκει σε παλιότερες εποχές της μυθολογίας της Λιθουανίας. Οι παραλλαγές που εξετάζει παρουσιάζουν τριών ειδών δοκιμασίες: α) με ζωντανούς, β) με νεκρούς, γ) με ζωντανούς-νεκρούς (βρυκόλακες, vêles). Ο ήρωας θριαμβεύει και στους δύο κόσμους. Τέλος, αντιμετωπίζει τον αφέντη του κάτω κόσμου, Velnias, με τον οποίο αγωνίζονται με έναν άκμωνα κι ένα σφυρί. Στην αρχή, φαίνεται, πως ο Velnias υπερέχει γιατί χτυπάει το σφυρί πιο εύκολα, αλλά ο ήρωας τον παγιδεύει με πονηριά και τον νικάει. Ο Greimas συμπεραίνει ότι το μοτίβο του φόβου δε βρίσκεται σε οργανική σχέση με τον υπόλοιπο κορμό της αφήγησης. Ωστόσο η αναζήτηση του φόβου σχετίζεται με την αναζήτηση του θανάτου όπως και στην παραλλαγή του Straparola H γνώση του θανάτου και της σεξουαλικότητας αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για την ενηλικίωση του ήρωα που, μετά την εμπειρία αυτή, συνήθως παντρεύεται.

Ο Géza Roheim5 μελετά την Κοκκινοσκουφίτσα και τον Άφοβο με βάση τις αρχές της φροϋδικής ερμηνείας των ονείρων που μεταθέτει στην ερμηνεία των παραμυθιών. Υποστηρίζει ότι, για να παντρευτεί, ο ήρωας πρέπει να γνωρίσει το άγχος του ευνουχισμού, το άγχος του θανάτου. Το παραμύθι χρησιμοποιεί τη γλώσσα της μετάθεσης της εικόνας. Χωρίς άγχος δεν θα υπήρχε ηρωική μυθολογία, καταλήγει. Ο νεαρός ήρωας αγνοεί, στην αρχή της αφήγησης, τα στοιχειώδη περί ζωής και θανάτου. Οι περιπέτειες του είναι η αναζήτηση της γνώσης της απαρχής της ζωής και του εξανθρωπισμού μέσα από το φόβο του θανάτου, πριν οδηγηθεί στην πολύπλοκη εμπειρία του γάμου.

4 A J Greimas, Du Sens, éd du Seuil, Paris 1986

5 G Roheim, Fire on the Dragon and other psycho-analytic essays on Folklore, εκδ. Alan Dundes, Princeton University Press, 1992

Σελ. 362
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/52/gif/363.gif&w=600&h=915 34. Αγγελοπούλου - Μπρούσκου, Παραμυθιακοί τύποι

ΠΑΡΑΜΥΘΙΑΚΟΙ ΤΥΠΟΙ

AT 327 (Α, Β, C) ΚΑΙ AT 328

Σελ. 363
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/52/gif/364.gif&w=600&h=915 34. Αγγελοπούλου - Μπρούσκου, Παραμυθιακοί τύποι

ΛΕΥΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

Σελ. 364
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/52/gif/365.gif&w=600&h=91534. Αγγελοπούλου - Μπρούσκου, Παραμυθιακοί τύποι

ΠΑΡΑΜΥΘΙΑΚΟΙ ΤΥΠΟΙ  AT 327 (Α, Β) και AT 328

Ο Δεκατρείς

AT 327A: Grimm No 3: Hansel und Gretel

AT 327B: Delarue-Tenèze: Le petit Poucet

AT 327B: Delarue-Tenèze: Le garçon qui vole les trésors de l'ogre

AT 328: The Children and thé Ogre

AT 328: The Boy Steals thé Giant's Treasure

AT 328: Delarue-Tenèze: Les enfants abandonnés dans la forêt

Παραλλαγή πρώτη: Ο Δεκατρής

Μια φορά κι έναν καιρό ήτανε ένας πατέρας που είχε δεκατρία παιδιά. Το μικρότερο από αυτά το έλεγαν Δεκατρή. Επειδή όμως ήταν φτωχοί και δεν είχαν να τα ταΐσουν αποφάσισε μαζί με τη γυναίκα του να τα πάνε και να τα αφήσουν σε ένα δάσος για να τα φάνε οι λύκοι. Ο Δεκατρής όμως άκουσε τη κουβέντα του πατέρα τους με τη μητέρα τους. Τους πήραν λοιπόν όλους και ξεκίνησαν να πάνε δήθεν να κόψουν ξύλα στο δάσος. Ο Δεκατρής όμως είχε γεμίσει την τσέπη του με καλαμπόκι που το έσπερνε στο δρόμο.

Όταν έφτασαν βαθιά στο δάσος, οι γονείς είπαν στα παιδιά να σκορπιστούν να μαζέψουν ξύλα και, άμα τα συγκεντρώσουν, να έρθουν στο μέρος που ήταν και αυτοί για να ξεκινήσουν για το σπίτι. Αυτοί όμως έφυγαν κρυφά και όταν γύρισαν τα παιδιά δεν τους βρήκαν. Το κατάλαβαν ότι τους παράτησαν και ο Δεκατρής άρχισε να μαζεύει τα καλαμποκόσπυρα που είχε σπείρει το πρωί κι έτσι το βράδυ ξαναγύρισαν στο σπίτι. Μόλις τους είδαν οι γονείς τους, κατάλαβαν ότι με τη βοήθεια του καλαμποκιού ξαναγύρισαν κι αποφάσισαν να τους πάνε σε άλλο δασός πιο μακριά. Άκουσε πάλι τη συζήτηση ο Δεκατρής αλλά, επειδή είχαν κρύψει το καλαμπόκι, γέμισε τις τσέπες του με σιτάρι. Μόλις τους ξαναπήραν για το δάσος άρχισε να σπέρνει το σιτάρι.

Όταν έφτασαν μέσα στο δάσος μακριά, τους είπαν πάλι να μαζέψουν ξύλα και σε λίγο να συγκεντρωθούν για να φύγουν για το σπίτι. Όταν γύρισαν όμως, ο Δεκατρής και τ' αδέρφια του δε βρήκαν τους γονείς τους γιατί είχαν φύγει. Ο Δεκατρής άρχισε να ψάχνει για να βρει το σιτάρι, αλλά οι γονείς τους είχαν μαζέψει λίγο απ' αυτό και το άλλο το έφαγαν τα πουλιά κι έτσι δεν μπόρεσαν να ξαναγυρίσουν

Σελ. 365
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/52/gif/366.gif&w=600&h=91534. Αγγελοπούλου - Μπρούσκου, Παραμυθιακοί τύποι

στο σπίτι. Αφού περιπλανήθηκαν μέσα στο δάσος πολλή ώρα, πήραν ύστερα ένα δρόμο χωρίς να ξέρουν που πηγαίνουν. Μετά από λίγη ώρα - είχε πια νυχτώσει - είδαν από μακριά ένα φως. Όταν έφτασαν εκεί χτύπησαν την πόρτα της καλύβας για να τους βάλουν μέσα. Σ' εκείνη την καλύβα ζούσε ένας δράκοντας. Μόλις τα είδε η γυναίκα του δράκοντα, τους άνοιξε και τους είπε: "Πηγαίνετε εκεί στο μπαλκόνι και κοιμηθείτε απόψε μαζί με τα δικά μου παιδιά, αλλά αν πεινάσει ο δράκοντας τη νύχτα, μπορεί να σηκωθεί να σας φάει. Γι' αυτό μη μιλάτε καθόλου".

Όταν ήρθε ο δράκοντας το βράδυ τα μεσάνυχτα πείνασε. Η δράκαινα του είπε ότι ήρθαν κάτι παιδιά και κοιμούνται μαζί με τα δικά τους. Ο δράκοντας τότε αποφάσισε να τα φάει. "Πρόσεξε", του είπε η δράκαινα, "να μη φας τα δικά μας παιδιά που έχουν τις σκούφιες, αλλά τα άλλα". Μόλις τ' άκουσε ο Δεκατρής, βγάζει γρήγορα τις σκούφιες και τις περνάει στα κεφάλια των αδερφών του κι αφήνει τα παιδιά του δράκοντα χωρίς σκούφιες. Ο δράκοντας έφαγε τα δικά του τα παιδιά. Εν τω μεταξύ ο Δεκατρής και τ' αδέρφια του πήδησαν απ' το μπαλκόνι κι έφυγαν.

Όταν έφτασαν μακριά είδαν ένα βασιλιά κοντά στο παλάτι του, ανεβασμένο στο άλογο του. "Φαίνομαι καλός;" τους ρώτησε. "Καλός φαίνεσαι", του απάντησαν, "μα αν είχες το άλογο του δράκοντα, θα ήσουν ακόμα καλύτερος". "Και ποιος θα πάει να το φέρει;" "Ο Δεκατρής", απάντησαν τ' αδέρφια του, που δεν τον χώνευαν, επειδή ήταν εξυπνότερος απ' αυτούς.

Ξεκίνησε λοιπόν ο Δεκατρής, κι έφτασε στο κατώγι του δράκοντα. Αλλά το άλογο του χλιμιντρούσε, μόλις αντίκρυζε ξένο. Τ' άκουσε λοιπόν ο Δράκοντας από πάνω. Κατέβηκε κάτω και το τάισε κι ο Δεκατρής κρύφτηκε πίσω από ένα σωρό ξύλα. Ξαναπήγε να το πιάσει όταν έφυγε ο Δράκοντας, ξαναχλιμιντρισε το άλογο. Κατέβηκε ο Δράκοντας και το άρχισε στο ξύλο το άλογο του, λέγοντας του: "Εγώ σε τάισα, τι έχεις και φωνάζεις;" Σε λίγο ξανάγινε το ίδιο και μόλις πρόλαβε ο Δεκατρής να κρυφτεί. Τότε ο Δεκατρής το πήρε με το καλό το άλογο, ανέβηκε καβάλα, και το άλογο, ευχαριστημένο που μπήκε και λίγο βάρος πάνω του, δε μίλησε. Το πήγε στο βασιλιά. "Φαίνομαι καλός τώρα;" ξαναρώτησε. "Καλός φαίνεσαι", του είπαν, "αλλά αν είχες και το πάπλωμα του Δράκοντα, θα σουνα καλύτερος". "Και ποιος θα πάει να το φέρει;" "Ο Δεκατρής".

Πήγε ο Δεκατρής στο σπίτι του Δράκοντα. Το πάπλωμα ήταν απλωμένο στο μπαλκόνι. Ήταν ένα πελώριο χρυσοκέντητο πάπλωμα, αλλά είχε και πολλά κουδούνια. Το τράβηξε λίγο ο Δεκατρής, αλλά τα κουδούνια βρόντησαν. Βγήκε ο Δράκοντας, αλλά ο Δεκατρής κρύφτηκε και δεν τον είδε. Ξανατράβηξε. Βγήκε γρήγορα ο Δράκοντας και τον έπιασε. Κι επειδή τον είχε βάλει να φάει τα παιδιά του, τον έπιασε, τον έδεσε, τον κρέμασε πάνω από ένα πελώριο καζάνι κι είπε στη γυναίκα του να σκίσει ξύλα, να βράσει το νερό και ύστερα να κόψει το σκοινί για να πέσει μέσα ο Δεκατρής και να τον φάει, σαν θα γύριζε απ το κυνήγι.

Σελ. 366
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/52/gif/367.gif&w=600&h=91534. Αγγελοπούλου - Μπρούσκου, Παραμυθιακοί τύποι

Καθώς έσκιζε τα ξύλα η γριά, ο Δεκατρής της λέει: "Δεν τα σκίζουν έτσι τα ξύλα, έτσι παιδεύεσαι περισσότερο". "Και πως τα σκίζουνε;" ρώτησε. "Να πώς, να σου το πω. Λύσε με και κατέβασε με, να σου δείξω μια στιγμή και ύστερα με ξαναδένεις", είπε ο Δεκατρής. Μόλις τον έλυσε, πήρε το τσεκούρι και είπε! "Πρόσεχε μη σκύβεις, γιατί θα σε χτυπήσει το τσεκούρι", και με μια τσεκουριά στο κεφάλι σκότωσε τη δράκαινα και την έβαλε μέσα στο καζάνι να βράσει, πήρε το πάπλωμα και το πήγε στο βασιλιά. "Φαίνομαι καλός τώρα;", ξαναρώτησε. "Καλός φαίνεσαι, αλλά που να 'χες και τον ίδιο το Δράκοντα ζωντανό", απάντησαν τ' αδέρφια του Δεκατρή. "Και ποιος θα πάει να τον φέρει;" "Ο Δεκατρής", του είπαν.

Ξανακίνησε ο Δεκατρής. Στο σπίτι του Δράκοντα κοντά, βρίσκει ένα γέροντα. "Πού πας;" του λέει ο Δεκατρής. "Πάω στο σπίτι του φίλου μου του Δράκου να τον δω". "Α, εκεί πάω κι εγώ", και του διηγήθηκε τι ήθελε να κάνει. Τότε ο γέρος του λέει: "Για να πετύχεις αυτό που θέλεις, πρέπει να βρεις ένα γέροντα σαν κι εμένα, να τον γδάρεις, να φορέσεις το τομάρι του και να πας στο Δράκο". "Πού θα βρω καλύτερο γέροντα από σένα;", του λέει ο Δεκατρής, "εσύ έτσι κι έτσι τα ψωμιά σου τα 'φαγες". Σκοτώνει το γέροντα, παίρνει το τομάρι του, το φοράει και πάει στο Δράκο. "Ε, καλώς το φίλο!", είπε ο Δράκοντας, "καιρό είχα να σε δω, πως ήρθες κατά δω!". Του έβαλε ύστερα να φάει. Φάγανε μαζί μια καρδάρα με χοντρόγαλο. Ύστερα ο Δεκατρής τρεμουλιαστά, κάνοντας όπως κι ο γέρος που σκότωσε, του είπε: "Ξέρεις φίλε μου, πέθανε αυτές τις μέρες ένας γνωστός μου και θέλω να φτιάσω μια κάσα. Αυτός είναι σαν και σένα μεγάλος. Έρχεσαι λοιπόν να δοκιμάσω στα δικά σου μέτρα την κάσα;" "Γιατί όχι;" απάντησε ο Δράκοντας. Τον έβαλε λοιπόν μέσα στην κάσα ξαπλωμένο, κι αφού κάρφωσε όλα τα γύρω, έβαλε ένα σανίδι επάνω, του έμπηξε γρήγορα καρφιά, και έκλεισε το Δράκο μέσα. Έκοψε ύστερα την κάσα στον ώμο του, φανέρωσε στο Δράκοντα ότι ήταν ο Δεκατρής, που ο Δράκος νόμιζε ότι τον είχε φάει, και τον πήγε στο βασιλιά.

Πήρε τότε ο βασιλιάς το Δεκατρή και τ' αδέρφια του και τα 'βαλε γύρω στο θρόνο του και κάθονταν ήσυχοι. Σε μια στιγμή όμως ο Δράκος σπάζει το κασόνι που ήταν μέσα και ορμά επάνω τους. Έφαγε το βασιλιά και τ' αδέρφια του Δεκατρή και μόνο ο Δεκατρής το 'σκάσε τρέχοντας κι ανέβηκε σ' ένα ψηλό δέντρο παίρνοντας πάνω και δύο μεγάλες πέτρες. Σε λίγο φτάνει από κάτω ο Δράκοντας κι άρχισε να τρώει το δέντρο αφρίζοντας από λύσσα γιατί τον έβαλε να φάει τη γυναίκα και τα παιδιά του, για να γκρεμίσει κάτω τον Δεκατρή. Ο πονηρός Δεκατρής όμως του λέει: "τώρα το κατάλαβα ότι δε γλιτώνω με κανένα τρόπο κι ότι θα με φας. Γιατί λοιπόν να παιδεύεσαι έτσι; άνοιξε το στόμα σου και κλείσε τα μάτια σου για να πηδήξω μέσα και να με ευχαριστηθείς". Μόλις όμως το 'κάνε αυτό ο Δράκοντας, του αμολάει τις πέτρες μες στο στόμα και τον ξέκανε το Δράκοντα. Μετά κατέβηκε, πήρε το πάπλωμα και το άλογο του Δράκοντα, έστειλε και βρήκε τους γονείς του και τους διηγήθηκε τι είχε συμβεί. Κι ο κόσμος εκτιμώντας την

Σελ. 367
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/52/gif/368.gif&w=600&h=91534. Αγγελοπούλου - Μπρούσκου, Παραμυθιακοί τύποι

εξυπνάδα και τα κατορθώματα του τον έκανε βασιλιά και έζησε ύστερα ευτυχισμένος στη χώρα εκείνη.

ΛΦ 725, 1-5. Παραλλαγή που συλλέχτηκε από τον Δημήτριο Κουτρούμπα στην Καστανιά της Ευρυτανίας

Παραλλαγή δεύτερη: Ο Τυρίμος

Μίαν φοράν και ένα καιρόν είχεν τρία αδέρφια που ήσαν φτωχά και δεν είχαν που τον ήλιον μοίραν, παρά μόνον εζούσαν που την δουλειάν τους που ξενοδουλεύασι και οι τρεις μεροκάματον στους πλουσίους του χωριού. Μίαν φοράν εδουλεύκαν εις του δράκου, εθέριζαν τα χωράφια του που ήταν κοντά στο χωριό τους, ο δράκος ετάιζεν τους καλά και προσπαθούσεν με κάθε τρόπον πως να τους παχύνει. Μα ο Τυρίμος δεν άργησεν να καταλάβει τους σκοπούς του, για τούτον μίαν νύκτα που ο Δράκος εδιάταξεν τους δούλους του να τους δώσουν κρασί πολύ να πιούσιν, ο Τυρίμος ένεψεν στ αδέρφια του αντί να το πίνουν να το χύνουν μέσα στο πουκάμισο τους, μα τα δεν εκαταλάβαν και έπιναν ώσπου και μέθυσαν και εκοιμηθήκαν πάνω στο τραπέζι. Εσηκώσαν τους οι δούλοι και επήραν τους του δράκου και τους έφαγεν.

Ο Τυρίμος επήγεν να πέσει στα ρούχα του και κατά τα μεσάνυχτα ένιωσεν τον δράκον που ήρθεν κοντά να τον φάει, εξερόβηξεν ο Τυρίμος και ο δράκος εσυντρομάχτην. "Τι έχεις ρε και δεν κοιμάσαι;" λέγει του ο δράκος. "Είναι εκείνο το άλογο σου και φωνάζει και δεν με αφήνει να κοιμηθώ". Πάει ο δράκος και τρώει το άλογόν του. Γυρίζει ύστερα να δει εάν εκοιμήθηκεν ο Τυρίμος, αλλά ακούει τον και ξεροβήχει. "Τι έχεις ρε και δεν κοιμάσαι πάλιν;" "Είναι εκείνος ο ταύρος σου και κλωτσά και θέλει να πα στην μάναν του και δεν με αφήνει να πάω να κοιμηθώ". Πάει ο δράκος και τρώει και το ταυρίν του. Έτσι ο Τυρίμος πότε στο ένα πότε στο άλλο έστελλεν τον δράκο ώσπου και τον έκαμεν να τα φάει όλα τα ζωντανά που ήταν μες στον σταύλον.

Το πρωί ο δράκος εσηκώθην και επήγεν στο θέρος μα, πριν πάει, έδωσεν διαταγήν στους δούλους του να πιάσουν τον Τυρίμον και να τον σφάξουν και να κρεμάσουν το συκώτι του πάνω στην πόρταν να το φάει όσο να έρθει, και το κορμί του να το βάλουν να βράζει μέσα στο καζάνι και την κεφαλήν του να την πετάξουν να την φάνε οι αετοί. Τούτην την διαταγήν άκουσέν την η κόρη του δράκου και, μόλις έφυγεν ο δράκος, η κόρη έτρεξεν στον Τυρίμον και του τα είπεν όλα. Ο Τυρίμος

Σελ. 368
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/52/gif/369.gif&w=600&h=91534. Αγγελοπούλου - Μπρούσκου, Παραμυθιακοί τύποι

έπεσεν στην σκέψιν, αλλά η κόρη του δράκου που τον αγάπησε γιατί ήταν παλικάρι έβγαλέν του την σκέψιν. "Άκουσε να σου πω", του λέγει, "αν σου περνά να πιάσεις τους δούλους και να τους δέσεις να μην βλέπουν τι να κάνω εγώ, να σε βοηθήσω να πιάσουμεν την δρακούναν την μάναν μου να την σφάξουμε για να την φάει αυτήν στον τόπον σου". Έτσι και γίνηκεν. Αρπάσσει τους δούλους και τους έδεσαν στον σταύλον. Πάει βρίσκει την Δρακούναν και εκοιμάτουν βαθιά. Σφάζει μαζί με την κόρην και έκαναν όπως είπεν ο δράκος.

Μόλις ήρθεν ο δράκος και είδεν το συκώτι στην πόρταν κρεμασμένο ετρελλάθηκε από την χαράν του διότι ενόμισεν πως ήταν ο Τυρίμος. Ύστερα, έτσι χορτάτος και ευχαριστημένος, επήγε να πέσει να κοιμηθεί κοντά στην δρακούναν του, μα στον τόπον της ηυρεν ένα μεγάλο ξύλο τυλιγμένο με κάτι ρούχα. Ο δράκος εκατάλαβεν την απάτην και έτρεξεν να εύρει τον Τυρίμον, μα ο Τυρίμος όλη μέρα έκαμεν ένα κασόνι ξύλινον και εμπήκεν μέσα και εκάρφωσέν το που πάνω και τον εβοήθησεν και η κόρη του δράκου και επισσώσαν το να μην μπαίνει νερό μέσα και το έριψαν μες τον ποταμόν για να ρέξει στην απέναντι όχθη, που ο δράκος δεν είχεν δικαίωμα να πατήσει το πόδι του γιατί όριζεν ο μέγας βασιλιάς το μέρος. Ο δράκος βλέπει το που μακριά και βάζει τες μουγκαρκές μα πιον δεν μπορούσεν να κάμει τίποτα. "Καλά, ρε Τυρίμο", λέγει του που μέσα του, "εγέλασές μου και αυτήν την φοράν μα θα σε εύρω και θα σε φάω εγώ".

Ας αφήσωμεν τον δράκον τώρα κι ας έρθωμεν στον Τυρίμον. Ο Τυρίμος μόλις έφθασεν στο βασίλειον που είχεν ο μέγας βασιλιάς επήγεν και ηυρεν τον και είπεν του τα κατορθώματα του. Ο βασιλιάς είπεν του μόλις τον άκουσεν ! "Δεν σου πιστεύω Τυρίμο, για να σου πιστέψω θα σου βάλω τρία στοιχήματα και αν τα καταφέρεις τότε κι εγώ θα τα πιστέψω. Το ένα, θέλω να μου φέρεις το πάπλωμα το χρυσόν που σκεπάζεται ο δράκος, το άλλο, να μου φέρεις το δακτυλίδι που έχει ο δράκος στο μεσαίον του δάκτυλον και είναι σφιχτόν του και έχει τώρα χρόνια να το βγάλει από το χέριν του, και το τρίτον, να μου φέρεις το άλογόν του το μαύρον που καβαλικεύει ο ίδιος με τα χαλινάρι και την σέλαν την χρυσήν".

Ο Τυρίμος έκατσεν στην σκέψιν μα δεν έμεινεν πολλήν ώραν, εσηκώθην και επήγεν να σάσει τα πράγματα του και επερίμενεν να νυκτώσει για να φύει να πάει στου δράκου. Μόλις άρχισεν να σκοτεινιάζει και όλοι εκοιμόνταν, πάει ο Τυρίμος που πάνω στο κρεβάτι που εροχάλιζεν ο δράκος κουκουλωμένος με το πάπλωμα το χρυσό και ρίχνει που πάνω ένα κουτί ψύλλους και ένα κουτί ψείρες που τα έφερε μαζί του, μόλις ο δρακός ένιωσεν τα άρχισε να κλωτσά τα ρούχα που ήταν σκεπασμένος. Μόλις έπεσεν το πάπλωμα χάμω αρπασσει το ο Τυρίμος και φεύγει. Ύστερα έρχεται και σαν είχεν το χέρι του κρεμασμένο απόξω γύρνει πάνω στο δακτυλίδι ένα μπουκάλι λάδι και γλυστρά και πέφτει χάμω, αρπασσει το και εκείνο και φεύγει. Επήγεν κατόπι στον σταύλον για το άλογόν, τούτο το στοίχημα ήταν δύσκολον γιατί, γυρόν που το λαιμόν του, ο δράκος είχε δεμένα καμπανέλια και μόλις το επλησίαζεν κανένας επαίζασιν τα καμπανέλια και άκουεν ο δράκος και έρχετουν κοντά. Ο Τυρίμος εσοφίστηκεν πρώτα-πρώτα να πάει κοντά του,

Σελ. 369
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/52/gif/370.gif&w=600&h=91534. Αγγελοπούλου - Μπρούσκου, Παραμυθιακοί τύποι

μόλις επήγεν τα καμπανέλια έπαιξαν, ακούει τα ο δράκος, σηκώνεται που τα ρούχα, πάει κοντά στο άλογόν του και δε βρίσκει κανέναν γιατί ο Τυρίμος εχώστηκεν. Στράφηκεν στα ρούχα του να κοιμηθεί πάλιν, όσον και τον πηρεν ο ύπνος, ακούει πάλιν τα καμπανέλια να παίζουν, πάει κοντά πάλιν, δε βρίσκει κανέναν, "έπιασέν τον η μούγια τον γέριμον αλόπως", λέει που μέσα του και πήγεν να κοιμηθεί χωρίς έννοια. Ο Τυρίμος όταν επήγεν δυο-τρεις φορές κι ο δράκος δεν εσηκώΟηκεν, καβαλικεύει το άλογόν και φεύγει. Έως ότου ξυπνήσει ο δράκος και σηκωθεί, ο Τυρίμος ήταν μακριά πιον. Βλέπει τον ο δράκος που μακριά πέρα του ποταμού καβαλημένον πάνω στο άλογόν και να φεύγει, έβαλεν μίαν μουγκαρκάν και έσπασεν.

Ο Τυρίμος την άλλην ημέραν επήγεν στον βασιλιάν και επήρεν του τα στοιχήματα και ο μέγας βασιλιάς έμεινε θαυμαστός που είχεν τέτοιο παλικάρι μέσα στο βασίλειον του. Τότε του έδωσε την βασιλοπούλαν του για γυναίκαν του και το μισόν βασίλειον να το κυβερνά και έκαμαν σαράντα μέρες γάμον και εδιασκεδάζαν.

ΛΦ 52, 1-6 Παραλλαγή που συλλέχτηκε από τον Γεώργιο Αναξαγόρου το 1958 στην Κύπρο

ΣΥΝΘΕΤΙΚΗ ΠΑΡΑΛΛΑΓΗ

Ι. Ο ήρωας

α: Ο ήρωας' α1: είναι ο νεότερος· α2: ο πιο μικροσκοπικός' α3: από τους αδερφούς του' α4: είναι αναποδογεννημένος' α5: είναι μικρός σαν ρεβύθι' α6: έχει μία (ή περισσότερες) αδερφές· α7'. είναι ορφανός' α8: άλλο.

β: Ονομάζεται' β1: Τυρίμος· β2: Δεκατρής β3: Κοντορεβυθούλης' β4: άλλο.

II. Η απομάκρυνση από το σπίτι

α: Τα παιδιά φεύγουν από το σπίτι τους· α1: για να βρουν δουλειά' α2: για να βρουν την τύχη τους' α3: γιατί ο πατέρας τους δεν έχει να τα ζήσει και τα στέλνει να δουλέψουν α4: άλλο.

ΠΑ. Η εγκαταλείψει των παιδιών στο δάσος

α: Οι γονείς αποφασίζουν να εγκαταλείψουν τα παιδιά τους' α1: γιατί δεν

Σελ. 370
Φόρμα αναζήτησης
Αναζήτηση λέξεων και φράσεων εντός του βιβλίου: Επεξεργασία παραμυθιακών τύπων και παραλλαγών AT 300-499, τ. Α΄+Β΄
Αποτελέσματα αναζήτησης
    Ψηφιοποιημένα βιβλία
    Σελίδα: 351
    34. Αγγελοπούλου - Μπρούσκου, Παραμυθιακοί τύποι

    ΠΑΡΑΜΥΘΙΑΚΟΣ ΤΥΠΟΣ AT 326