Error(s) found: '2'

+ Unable to change databases. Unknown database 'iaennew'.
+ Unable to perform the query SELECT * FROM keywords_description WHERE (language_id = ''). No database selected.
TEXT_VISIBLE_PAGES 675-694 TEXT_OF 982
TEXT_PREVIOUS_20
TEXT_CURRENT_PAGE
TEXT_NEXT_20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/52/gif/675.gif&w=600&h=915 34. Αγγελοπούλου - Μπρούσκου, Παραμυθιακοί τύποι

ποτήρι στο τραπέζι!» Και θα πας στη δράκα, θ' ανεβείς τις σκάλες και θα πάρεις μια σκούπα, να τις σκουπίσεις, γιατί θα είναι βρώμικες. Και, από πίσω από την πόρτα, είναι τα τούμουλα και τα μούμουλα. Μπήκες, πάρτα, φεύγα, μη σε προλάβει να σε φάει».

Ε! τα 'κάνε όλα τούτα το κορίτσι κι όταν πήγε από το σπίτι, ανέβηκε τις σκάλες, τις σκούπισε και, μόλις την είδε η δράκα της λέει: «Στάσου, να σε κεράσω ένα γλυκό», κείνη πήγε ν' ακονίσει τα δόντια της! Αρπάζει το κορίτσι τα τούμουλα και τα μούμουλα και κατέβηκε κι έφυγε. Της βάζει τη φωνή η δράκα από πίσω: «Σκάλα, πλάκωσε τηνε!» «Να σε πλακώσω σένα, που ανεβαίνεις και δε με σκουπίζεις ποτέ, κι αυτή μια φορά ανέβηκε και με σκούπισε». Η δράκα την πήρε από πίσω, πέρασε στο φούρνο, της είπε: «Φουρνάρισσα, σκότωσε τηνε!» «Να σε σκοτώσω σένα, που κείνη μου 'δώσε την ποδιά της να πανίσω». Πέρασε το ποτάμι: «Ποτάμι, παρ' τηνε!» «Να σε πάρω σένα, που πέρναες κι έλεες πως το νερό είναι βρώμικο». Πέρασε απ' τη συκιά: «Συκιά, πλακώσ' τηνε!» «Να σε πλακώσω σένα, που πέρναες κι έλεες πως είναι βρώμικα τα σύκα μου κι αυτή πέρασε κι έφαγε κι είπε πως να 'χε κι η κυρά της στο τραπέζι». Πέρασε από το γάιδαρο: «Γάιδαρε, κλώτσησ' τηνε!» «Να σε κλωτσήσω σένα, που πέρναες ταχτικά κι έτρωα τα κόκαλα κι αυτή πέρασε μια φορά και μου άλλαξε τα κόκαλα και μου έβαλε άχυρα». Πέρασε από το σκύλο: «Σκύλε, φα τηνε!» «Να σε φάω σένα, που 'τρωγα τ' άχυρα και μου 'βαλε τα κόκαλα».

Τη γλίτωσε πια απ' όλες τις μεριές, πήγε στο σπίτι.

Ήθελε η μάνα του γιου να τόνε παντρέψει, είχε βρει νύφη. Και δίνει του κοριτσιού σαράντα πουκάμισσα, να πάει στο ρέμα να τα πλύνει, να τα στεγνώσει, να τα σιδερώσει, να τα παρουσιάσει σε μια μέρα, για το γάμο. Κείνη η μαύρη έκλαιε, έκλαιε, έκλαιε και τη γης μάραινε. Τι να κάνει! Την ορμήνεψε ο γιος πάλι'. «Να πας στο ποτάμι και να φωνάξεις: Κορίτσια, να 'ρθετε να πλύνουμε» - το λέω κι ανατριχιάω - «τα πουκάμισσα του μαυροτάρταρου της γης, του χρυσαετού του κόσμου!». Ε! πήγανε τα κορίτσια! αμέσως βρεθήκανε τα κορίτσια μπροστά της, δεν ήτανε μαθές εκ θεού! τα πλύνανε, τα στεγνώσανε, τα σιδερώσανε, τα παρουσίασε το κορίτσι το βράδι, τα 'δωκε στην κυρά της. Η δράκα έσκασε που δε βρήκε πρόφαση να τη νε φάει: «Α! μάγισσα, μάγισσα, ή κύρη δράκο είχες, ή μάνα μάγισσα, ή απ' το γιο μ' τον κακοθάνατο εσύ λόγια κατέχεις».

«Ούτε που μαι μάγισσα , ούτε κύρη μάγο έχω, ουτ απ' το γιο σ τον καλοθάνατο εγώ λόγια κατέχω», απάντησε εκείνη.

Αφού η δράκα έλεγε κακοθάνατο, κείνη της έλεγε καλοθάνατο. Κοίταξε, λέω την υπομονή της κοπέλας. Πόσο πια υπομόνεψε! η υπομονή νικά. Τη γλίτωσε και τώρα.

Εντέλει, στεφάνωσε το γιο με την άλλη νύφη. Και το βράδυ, την έβαλε την υπερέτρια να κρατάει τα λαμπάδια που κοιμότανε τ' αντρόγυνο. Της είπε να μη φωνάξει, για θα τη φάει. Τρέχανε τα λαμπάδια, της καίγανε τα χέρια, τρέχανε τα δάκρυα της, μόν' δεν έκοψε φωνή. «Ε!», είπε ο γαμπρός στη νύφη. «Δεν πας κι εσύ

TEXT_PAGE_SHORT675
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/52/gif/676.gif&w=600&h=91534. Αγγελοπούλου - Μπρούσκου, Παραμυθιακοί τύποι

να τα κρατήσεις λιγάκι,!" Πήγε η νύφη, και πήρε τα λαμπάδια να τα κρατήσει, κι εκείνος, την πήρε κοντά του κείνηνε (την υπερέτρια). Τρέχανε τα λαμπάδια, έκοψε φωνές η νύφη, πήγε η δράκισσα, την έφαε, βρήκε πρόφαση να τήνε φάει.

Το πρωί ξημέρωσε, είδε που 'χε φάει τη νύφη της κι η γριά νταούλιασε απ' το κακό της. Και ξανάσμιξε πια το αντρόγυνο και ζήσανε καλά κι εμείς καλύτερα.

ΛΦ 1269, 7-11. Συλλέχτηκε το 1957, στην Κάρυστο, από την Αγγελική Παπαμιχαήλ. Αφηγήτρια η Αλεξάντρα Δράκου, 40 ετών.

Υπότυπος Β

Ο Μοσκάμπαρης

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας βασιλιάς και μια βασίλισσα. Είχαν μια κόρη κι όταν έφτασε της παντρειάς, την παρακαλούσαν να την παντρέψουν. Μα εκείνη δεν ήθελε ν' ακούσει καθόλου για παντρειά. Από τα πολλά παρακάλια, γυρίζει και λέει τ' αφέντη της του βασιλέα! "Αφέντη βασιλέα, αφού λοιπόν, θέλοντας-μη θέλοντας είπατε να με παντρέψετε, διατάξτε να μου αγοράσουν είκοσι οκάδες αλεύρι, μια οκά μόσκο και μίαν οκά άμπαρη, μια σκάφη και μια πινακωτή και να μου τα φέρουν στην κάμαρη μου. Να μου φέρουν ακόμα κι ένα λαγήνι νερό. Και σαράντα μέρες δε θ' αφήσετε μηδέ πουλί πετούμενο να μπει. Μοναχά η δούλα μια φορά τη μέρα θα μπει, να βγει, να μου φέρει ένα καφεδάκι".

Όταν, λοιπόν, της αγόρασαν αυτά που διέταξε, κλειδώθηκε στην κάμαρη της κι αρπάζει μάνι-μάνι τ' αλεύρι, ρίχνει και τα μυρωδικά, αδειάζει και το νερό του λαγηνιού κι άρχισε και ζύμωνε και ζύμωνε, ώσπου και το έκαμε μοναδικό. Τότε βάζει το ζυμάρι στην μπλασταρία κι έπλασεν έναν ανθρώπακλο! μα της φάνηκε μακρύς και δεν της άρεσε και τον ξαναχάλεσε. Ώσπου από τα πολλά τον έκαμε όπως τον ήθελε. Ύστερα, αρχίνησε κι έκανε μετάνοιες μέρα-νύχτα, και παρακάλεσε τον Χριστό να της τον κάνει να μιλήσει. Πάνω πια στις σαράντα μέρες, ο ζυμαρένιος άνθρωπος έκατσε στην πινακωτή κι έλεγε! "Βαριά που κοιμόμουν κι αλαφριά που ξύπνησα!" Τότες η βασιλοπούλα ανοίγει την πόρτα και βάζει τις φωνές.' "Ανθρωποι Χριστιανοί, ελάτε να δείτε! Άκουσε ο θεός τα παρακάλια μου κι έκανε μου το ζυμαρένιο άνθρωπο να μιλά!" Τρέχει κι ο βασιλιάς κι όταν τον είδε και τον άκουσε, δίνει διαταγή να τον ντύσουν βασιλικά και να τον πάνε στη σάλα του παλατιού. "Και τώρα, πως θα τον βγάλουμε;" ρωτά ο βασιλιάς. "Μοσκάμπαρη!", φωνάζει η βασιλοπούλα. Μα δεν ήξερε να μιλήσει. Γι αυτό ο βασιλιάς είπε να τον κάτσουν

TEXT_PAGE_SHORT676
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/52/gif/677.gif&w=600&h=91534. Αγγελοπούλου - Μπρούσκου, Παραμυθιακοί τύποι

σε μια πολυθρόνα, να τον βάλουν στην πόρτα του παλατιού, να θεωρεί τον κόσμο που πάει κι έρχεται και ν' ακούει που μιλούν, να μάθει να μιλά.

Σε λίγες μέρες, πέρασε απ' έξω από το παλάτι και μια άλλη βασιλοπούλα. Τον είδε κι έχασε το νου της. Κι όταν έφυγε και πήγε στο μέρος της, δεν έφυγε στιγμή απ' το μυαλό της. Γι' αυτό έδωσε διαταγή να πάρουν δύο βαπόρια, κι άμα φτάσανε, ρίχνουν δύο βάρκες, τέσσερα κουπιά και τέσσερα παλικαρόπουλα κι έκαμναν βόλτες στο μουράγιο για να βρουν ευκαιρία να τον αρπάξουν. Ο βασιλέας είδε τα βαπόρια στο λιμάνι, είπε να πάρουν και το Μοσκάμπαρη να τα δει. Κι όπως ήταν καθιστός στο καφενείο, τρέχουν τα παλικαρόπουλα, τον αρπάζουν, τον βάζουν στη βάρκα και δρόμο για τα βαπόρια.

Η βασιλοπούλα, όταν το άκουσε, κλαίει και δέρνεται και βρίζει το βασιλέα, που έγινε αιτία να χάσει το Μοσκάμπαρη. Μάνι-μάνι, δε χάνει καιρό, διατάζει και της κάνουν τέσσερα ζευγάρια σιδερένια παπούτσια, κι όταν ετοιμάστηκε, της έδωσε ο βασιλιάς ένα πουγγί γεμάτο λίρες. Τότες έδωκε των ματιών της για να βρει το Μοσκάμπαρη.

Στο δρόμο που πήγαινε, θωρεί έναν καλόγερο. Πάει κοντά του και λέει του: "Μου δίνεις τα ρούχα σου, να σου δώσω δέκα χρυσές λίρες;" Λέει ο καλόγερος: "Σου τα δίνω". Κι έτσι ντύθηκε καλόγερος και δος του πάλι δρόμο. Ώσπου έλιωσαν τα παπούτσια. Κι όταν απόμεινε ξυπόλητη, βρέθηκε απόξω από ένα παλάτι κι είχε τόση πείνα, που όταν οι δούλες του παλατιού τίναξαν τα τραπεζομάντηλα, πήγε και μάζευε τα ψίχουλα και τα 'τρώγε.

Οι δούλες τρέχουν και πάνε και φωνάζουν τη βασίλισσα. Σαν είδε τον καλόγερο, δίνει διαταγή να του δώσουν ένα πιάτο φαί. Κι εκειδά που τρώει, θωρεί αντίκρυ στο μπαλκόνι καθιστόν το Μοσκάμπαρη. Τα 'χασε, μα δε μίλησε. Μονάχα βάνει τη χέρα της στον κόρφο της και βγάζει ένα καματερό. Το σπάει κι αρχίνησε να μαζεύει μετάξι. Οι δούλες που το είδαν τρέχουν και το λένε στη βασίλισσα: "Εσένα, κυρά μου, σου πρέπει. Δεν τ' αγοράζεις;" Τους λέει: "Ρωτήστε την πόσα το πουλά". Λέει: "Δε θέλω μαιδιά. Μοναχά θέλω μια νύχτα να μου φέρετε στην κάμαρη μου το Μοσκάμπαρη".

Η βασίλισσα σαν το άκουσε, δίνει διαταγή να τον υπνώσουν πρώτα κι ύστερα να της τον πάνε. Όταν της τον πήραν και της τον έφεραν, άρχισε να του λέει: "Μοσκάμπαρη, Μοσκάμπαρη, που σ' έκανα μακρύ και δε μου άρεσες, και σ' έκαμα κοντό και δε μου άρεσες, και σ' έκαμα του κεφιού μου κι ήρθαν και σε πήρανε". Το 'πε μια, το πε δυο, το πε τρεις, μα του κάκου. Ο Μοσκάμπαρης ροχάλιζε του καλού καιρού. Ώσπου, σύναυγα, ήρθαν οι δούλες και τον πήραν σηκωτό.

Την άλλη μέρα, ο καλόγερος σπα δεύτερο καματερό. Και πάλι τα ίδια με τις δούλες και τη βασίλισσα. Τη φορά αυτή, όταν απόμειναν μοναχοί, ο καλόγερος αρχίνησε να κλαίει πιο δυνατά και να φωνάζει: "Μοσκάμπαρη, Μοσκάμπαρη, που σ' έκανα μακρύ και δε μου άρεσες, και σ' έκαμα κοντό και δε μου άρεσες, και σ' έκαμα του κεφιού μου κι ήρθαν και σε πήρανε". Μα του κάκου. Το Μοσκάμπαρη πάλι κοιμισμένο τον έβγαλαν.

TEXT_PAGE_SHORT677
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/52/gif/678.gif&w=600&h=91534. Αγγελοπούλου - Μπρούσκου, Παραμυθιακοί τύποι

Από κάτω από την κάμαρη του καλόγερου έκαμαν νυχτέρια ραφτάδες κι άκουγαν όλη τη νύχτα. Γι' αυτό, την άλλη μέρα που πήγε να γειτονέψει ο Μοσκάμπαρης, τον ρωτούσαν να μάθουν ποιος ήταν που τα 'λέγε. Μα ετούτος τσιμουδιά δεν έβγαλε.

Την άλλη μέρα, ο καλόγερος σπάει άλλο καματερό και πάλι τα ίδια. Μοναχά που τώρα ο Μοσκάμπαρης, αντί να πιει το υπνωτικό, το 'ρίξε στον κόρφο του. Καμώθηκε στα ψέματα τον κοιμισμένο και τον πήραν στην κάμαρη του καλόγερου. Κι εκείνη πάλι, όταν έφυγαν, αρχίνησε να κλαίει, να δέρνεται και να λέει: "Μοσκάμπαρη, Μοσκάμπαρη...". Μα πριν να τελειώσει, της γνέφει να σωπάσει. Ύστερα, την αρπάζει από το χέρι και κόβουν από το πίσω πορτί που 'βγαίνε στον άγριο δρόμο. Τρεις μέρες και τρεις νύχτες περπατούσαν ώσπου έφτασαν στο Μιχαίλι κι εκεί θωρούν ένα βοσκό. Του λένε: "Τρέχα να πας να συχαριάσεις το βασιλέα πως έρχεται η κόρη του με τον Μοσκάμπαρη".

Κι ο βασιλέας σαν το άκουσε, στέλνει δώδεκα όργανα, κι όλη η πολιτεία που το 'μαθέ, έτρεξε να τους καλωσορίσει. Και γίνονταν γάμοι και χαρές κι έκαμαν τέκνα και παιδιά και γέμισε η γειτονιά.

Μήτε γω ήμουν εκεί, μήτε εσείς να το πιστέψετε.

Τα Συμαϊκά, Σύγγραμμα Περιοδικών, Β', Αθήνα 1974, 259-262. Καταγράφηκε από την Άννα Καρανικόλα-Χριστόφη.

Τπότυπος C

Η κατοικία της Καλής

Μια φορά ήταν ένας βασιλιάς κι είχε τρεις κόρες' δεν είχαν μητέρα διότι είχε πεθάνει. Τα δύο κορίτσια τα μεγαλύτερα ήταν τρελοκόριτσα. Γύριζαν από το πρωί ως το βράδυ στις διασκεδάσεις, στα γλέντια και στα πανηγύρια. Η τρίτη ήταν πολύ καλή, φρόνιμη και πολύ ωραία. Ο πατέρας τους είχε καράβια πολλά και του εβούλιαξαν όλα εκτός από δύο τα οποία είχε στην Κωνσταντινούπολη. Ήταν πολύ δυστυχισμένος και στενοχωρημένος και περνούσε την ώρα του με τη μικρότερη του κόρη η οποία λεγόταν Καλή. Τα δύο μεγαλύτερα κορίτσια δεν έδιναν σημασία στη στενοχώρια του πατέρα. Μια μέρα, πήρε μια είδηση να πάει στην Πόλη. Εφώναξε τα κορίτσια του και τα ερώτησε τι θέλανε να τους φέρει από την Πόλη. Οι δύο μεγάλες εγύρεψαν καπέλα, παπούτσια και φορέματα' η τρίτη είχε μια παραμάνα και πήγε και την ερώτησε τι να ζητήσει από τον πατέρα της να της φέρει.

TEXT_PAGE_SHORT678
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/52/gif/679.gif&w=600&h=91534. Αγγελοπούλου - Μπρούσκου, Παραμυθιακοί τύποι

Η παραμάνα συμβούλεψε την κόρη να ζητήσει ένα τριαντάφυλλο. Έτσι κι έγινε. Ο πατέρας εκάθησε πάνω στο άλογο του κι έφυγε. Πήγε στην Πόλη και βρήκε τα πλοία του κατεστραμμένα. Με τα λεφτά που κρατούσε αγόρασε δώρα για τις δύο μεγάλες κόρες του, καπέλα, παπούτσια και άλλα, που εζήτησαν. Αλλά δε βρήκε όμως τριαντάφυλλο για την Καλή, την αγαπημένη του κόρη. Κι έφυγε από την Κωνσταντινούπολη άπρακτος. Στο δρόμο του γυρισμού, τον έπιασε μεγάλη κακοκαιρία, βροντές, αστραπές και χάθηκε. Δεν ήξερε που να διευθυνθεί, όταν από μακριά βλέπει ένα φως. Πηγαίνει να δει τι είναι. Ήταν ένας πύργος. Βρεμένος και ταλαιπωρημένος έφτασε μπροστά στην πόρτα, η οποία άνοιξε μόνη της αυτόματα. Βρίσκει ένα σταύλο και κριθάρι μέσα στη φάτνη και βάζει το άλογο να φάει και να ξεκουρασθεί. Ανεβαίνει στη σκάλα του πύργου, αλλά δε βλέπει κανένα. Μπαίνει σ' ένα δωμάτιο και βρίσκει ασπρόρουχα σιδερωμένα. Άλλαξε τα βρεμένα ρούχα του, αλλά αμέσως τα 'χασέ από μπροστά του και δεν ήξερε ποιος του τα πήρε. Μπαίνει σ' άλλο δωμάτιο και βρίσκει τσάι ζεστό, κότα βραστή κι άλλα είδη τροφής και κάθεται και τρώει. Σκεφτόταν ποιος άραγε να κατοικεί στον πύργο. Μετά βρίσκει μια κρεβατοκάμαρα, έτοιμο κρεβάτι και κοιμήθηκε με την ελπίδα ότι θα βλέπε κάποιον το πρωί.

Το πρωί όμως και πάλι δεν είδε κανέναν. Κατέβηκε κάτω σ' ένα ωραίο κήπο του πύργου για να περπατήσει λίγο και να του περάσει η στενοχώρια. Στο περιβόλι αυτό είδε μια τριανταφυλλιά μ' ένα ωραίο τριαντάφυλλο. Αμέσως σκέφτηκε να κόψει το τριαντάφυλλο για να το πάει στη μικρότερη κόρη του, την Καλή, αφού στην πόλη δε βρήκε πουθενά τριαντάφυλλα κι ενώ στις άλλες κόρες είχε πάρει δώρα, στη μικρότερη δεν είχε μπορέσει να πάρει αυτό που ήθελε. Έκοψε λοιπόν το τριαντάφυλλο κι αμέσως παρουσιάζεται ένα θηρίο και του λέει: "Δε φτάνει που έφαγες και ήπιες και κοιμήθηκες στον πύργο μου, μόνο θέλησες να κόψεις και το μοναδικό τριαντάφυλλο;" Ο ξένος είπε το λόγο που τον έκαμε να το κόψει και το θηρίο λέγει: "Αφού είναι τόσο καλή η κόρη σου και την υπεραγαπάς, έλα επάνω να σου πω". Ανέβηκαν επάνω και λέγει το θηρίο: "Πάρε αυτό το μπαούλο, έχει τρεις φορεσιές, πάρε και αυτό το δαχτυλίδι, θα το χτυπήσεις τρεις φορές και θα βρεθείς στο σπίτι σου. Αυτές τις τρεις φορεσιές θα τις αλλάξει τρεις μέρες που θα είσαι εκεί. Την τρίτη μέρα, θα της πεις να χτυπήσει τρεις φορές το δαχτυλίδι στο μπαούλο και θα βρεθεί εκείνη εδώ' αν δεν έρθει, θα πεθάνουμε και οι τρεις, κι εσύ κι εγώ κι εκείνη".

Πήγε ο βασιλιάς στο παλάτι του κι αμέσως οι δύο μεγάλες κόρες έτρεξαν να πάρουν τα δώρα. Η μικρότερη δεν παρουσιάστηκε, μόνον την άλλη μέρα πήγε κρυφά στον πατέρα της, τον ρώτησε πως τα πέρασε κι εκείνος της είπε όλα όσα υπέφερε και της έδωσε το τριαντάφυλλο. Κατόπιν της είπε τα παράξενα του πύργου και τι έπρεπε να κάνει για να βρεθεί εκεί πέρα. Η κόρη τα 'χασέ αλλά δεν μπορούσε να κάμει κι αλλιώς. Όταν ήρθε η ώρα, χτύπησε τρεις φορές το δαχτυλίδι και τρέμοντας βρέθηκε στον πύργο με το θηρίο. Πώς θα το αντίκρυζε; Όπως ο πατέρας της, έτσι κι εκείνη, όλα τα βρήκε έτοιμα. Το βράδυ, μόλις είχε φάει,

TEXT_PAGE_SHORT679
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/52/gif/680.gif&w=600&h=91534. Αγγελοπούλου - Μπρούσκου, Παραμυθιακοί τύποι

φτάνει το θηρίο. "Μη φοβάσαι", της λέει, "όλα αυτά που βλέπεις είναι δικά σου". Έτσι έγινε και την άλλη μέρα και καθημερινά επί τέσσερεις μέρες. Κάθε βράδυ ερχόταν το θηρίο και της έλεγε πως ήταν η τύχη της. Όλη την ημέρα που ήταν μόνη, άνοιγε τις πόρτες και τα παράθυρα κι εγύριζε όλον τον πύργο. Παρατήρησε ότι σ' όλα πάνω έγραφε "η κατοικία της Καλής". Είδε κι έναν καθρέφτη που έγραφε το ίδιο και θυμήθηκε την κατοικία του πατέρα της. Ρίχνοντας μια ματιά στον καθρέφτη, τον βλέπει ετοιμοθάνατο κι άρχισε να κλαίει. Το βράδυ, που πήγε το θηρίο, τη ρώτησε: "Γιατί κλαις, Καλή;" "Ο πατέρας μου είναι ετοιμοθάνατος, τον είδα μέσα στον καθρέφτη". "Μην κλαις, εγώ θα σ' ετοιμάσω αύριο να πας να τον δεις".

Την άλλη μέρα, πρωί-πρωί, το θηρίο της ετοίμασε το μπαούλο, της έδωσε το δαχτυλίδι και της λέει: "θα το χτυπήσεις και θα βρεθείς στο παλάτι του πατέρα σου, αλλά δε θα μείνεις περισσότερο από τρεις μέρες εκεί. Εάν μείνεις, θα χαθείς κι εσύ κι εγώ κι ο πατέρας σου". Χτύπησε η Καλή το δαχτυλίδι και βρέθηκε στο παλάτι. Όταν την είδε ο πατέρας της αμέσως έγινε καλά, γιατί είχε αρρωστήσει επειδή δεν ήξερε τι είχε γίνει η κόρη του. Οι αδερφές της, όταν άκουσαν τα καθέκαστα, τη ζήλεψαν και της έλεγαν να καθήσει ακόμη μια μέρα και δεν θα πάθει τίποτε. Εκείνη τις άκουσε κι έμεινε μια μέρα παραπάνω. Όταν ήρθε η ώρα να φύγει, τις αποχαιρέτησε, χτύπησε το δαχτυλίδι και βρέθηκε στον πύργο. Έμεινε μοναχή όλη την ημέρα και περίμενε το βράδυ να έρθει το θηρίο. Αλλά ούτε το πρώτο, ούτε το δεύτερο βράδυ πήγε, ούτε και το τρίτο κι άρχισε η Καλή να κλαίει απαρηγόρητα γιατί το είχε αγαπήσει πολύ. Για να της περάσει η στενοχώρια, κατέβηκε στο περιβόλι και το βλέπει πεθαμένο σ' ένα αυλάκι. Μόλις το είδε άρχισε πάλι τα κλάματα. Βλέπει δύο ποντικάκια που μαλώνανε και το ένα σκότωσε το άλλο. Η Καλή παίρνει τότε λίγο χωματάκι από τη γη, το ρίχνει στο ποντικάκι και το βλέπει να ζωντανεύει. Ρίχνει τότε και στο πρόσωπο του θηρίου και για μια στιγμή χάθηκε από μπροστά της. Ανεβαίνει λυπημένη στον πύργο και βλέπει ένα ωραιότατο παλικάρι και το ρωτά που είναι το θηρίο. Εκείνο της λέει.' "Εγώ, Καλή, είμαι' με είχαν καταραστεί να μη γίνω άνθρωπος, αν δε βρεθεί γυναίκα να με γιατρέψει. Τώρα όμως, που βρέθηκες εσύ, έγινα όπως ήμουνα και πρώτα".

Τότε έστειλαν και ειδοποίησαν τον πατέρα και τη μητέρα του και τον πατέρα της Καλής κι όλοι μαζί εκάθησαν στον πύργο, έκαμαν τους γάμους της Καλής και του θηρίου κι έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.

ΛΦ 1801, 1-4. Συλλέχτηκε το 1959 από την Καλλιόπη Χαραλαμπίδου. Αφηγήτρια η Αθανασία Ζαγκλάρη από τα Αλάτσατα της Μικράς Ασίας, ετών 71.

TEXT_PAGE_SHORT680
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/52/gif/681.gif&w=600&h=91534. Αγγελοπούλου - Μπρούσκου, Παραμυθιακοί τύποι

Yπότυπος D Άτιτλο

Κάποτε ήτανε μια βασίλισσα και μια παπαδιά. Ήτανε γειτόνισσες και πολύ αγαπημένες. Αλλά και οι δύο δεν είχανε παιδιά. "Αχ! να 'χα ένα παιδάκι", όλο έλεγε και παρακαλιόταν η παπαδιά, ώσπου μια μέρα, πάει στη βασίλισσα και της λέει! "Τι να κάνουμε λειτουργίες, να παρακαλεσθούμε. Δεν παίρνουμε λίγο λιβάνι και λίγο κερί, να πάμε στο βουνό στην κορφή, να κλαίμε γονατιστές, να μας δώσει ο θεός ένα παιδάκι..."

Πάνε λοιπόν, ανεβαίνουνε στην κορφή του βουνού κι άρχισαν να κλαίνε και να παρακαλιούνται. Τέλος, κατέβηκε ένας άγγελος και τους έδωσε ένα μήλο. Πήγανε στο σπίτι, το μοιραστήκανε κι οι δύο και μείνανε έγκυες. Γέννησε η βασίλισσα κι έκανε παιδί, κορίτσι. Γεννάει κι η παπαδιά αλλά, αντίς για παιδί, γεννάει ένα κεφάλι! Μάνα, ένα κεφάλι! Πέσανε πια στα μαύρα πανιά. Κι όχι τίποτ' άλλο αλλά που 'χάνε ορκιστεί κι οι δύο να τα παντρέψουνε τα παιδιά τους, μόλις γίνουν σε ηλικία. Σε λίγα χρόνια, που μεγάλωσε το κοριτσάκι, ακούνε μια φωνή: "Να γίνει το θέλημα που είχανε πει", τους έλεγε το κεφάλι' δηλαδή τους θύμιζε τον όρκο τους. "Τι λες; τι να το κάνουμε το κεφάλι;" λέει η βασίλισσα. "Όχι, δε γίνεται". "Όχι, θα γίνει' πρέπει να γίνει", επέμεινε η παπαδιά. "Να σου πω", αναλαβαίνει ο βασιλιάς' "αν γίνει, να πάρει αυτά τα καρποφόρα δέντρα από δω, να γίνει μια πεδιάδα, με τη θάλασσα δίπλα, τότε θα γίνει".

Αλλά ξάφνου, ακούνε το κεφάλι, που το 'χαν ακουμπήσει σε μίαν άκρη εκεί, να λέει! "Βάλε με σ' ένα σακούλι, καβάλα το μαύρο άλογο, κρέμασε με στο σαμάρι. Μόλις ανέβηκε στο βουνό, πέταξε με", λέει στην παπαδιά το κεφάλι. Κι η παπαδιά του δίνει μια μ' όλη της τη δύναμη και το πετάει όσο έφτανε μακριά το μάτι της. Πράγματι, μόλις πετάχθηκε το κεφάλι, έγινε μια ωραία πεδιάδα, ύστερα, ξανάρθε κοντά της και της λέει: "Βάλε με στο σακούλι και πέταξε με στη θάλασσα". Μόλις το 'κάνε και τούτο η παπαδιά, ήρθε η θάλασσα κάτω από το μπαλκόνι. Ο βασιλιάς που ήταν παρέκει και τήραε κάτω, τα 'χασέ! Ήρθε σε απόγνωση. Τι να κάνει τώρα; Αλλά του 'ρθε να διατάξει κι άλλο: "Απέναντι στο παλάτι μου να φτιάξει έναν πύργο όλο κρύσταλλο' με την τρίχα να κλείνει και με την τρίχα ν' ανοίγει". Σε λίγες μέρες, έτοιμος κι ο πύργος από το κεφάλι. Τι να γινότανε; Τ' αποφασίσανε να τους παντρέψουνε, τη βασιλοπούλα με το κεφάλι!

Το βάλανε λοιπόν το βουβό κεφάλι ψηλά και τους στεφανώσανε. Αλλά η κοπέλα μέρα-νύχτα έκλαιγε. Τι 'ταν τούτο που τη βρήκε! Ένα κεφάλι! Μονάχο! Τι να το κάνει; Ο βασιλιάς κι η βασίλισσα ούτε που πήγαιναν να τη δουν καθόλου. Μετά από κάμποσον καιρό, περνάει μια γύφτισσα. Την είδε που ήταν στενοχωρεμένη και της λέει: "Μη στενοχωριέσαι, κόρη μου και να σου ρίξω εγώ την τύχη σου. Έλα, κατέβα κάτω να σου ειπώ τη μοίρα σου' πες μου τον πόνο σου, να σου τον αφουγκραστώ". Αφού κάθησε λοιπόν η βασιλοπούλα, αυτό κι αυτό, της λέει. "Ένα κεφάλι μου δώκανε για άντρα και μέρα δεν έχω δει". Της λέει λοιπόν η

TEXT_PAGE_SHORT681
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/52/gif/682.gif&w=600&h=91534. Αγγελοπούλου - Μπρούσκου, Παραμυθιακοί τύποι

γύφτισσα: "Στον έχει πάρει ο εξαποδώ' να σε συμβουλέψω εγώ το τι θα κάνεις. Τη νύχτα στις δώδεκα η ώρα, βάλ'το κεφάλι κοντά στο μαξιλάρι σου και κάτσε ξυπνητή, θα δεις λοιπόν και θα θαμάξει ο νους σου. Στις δώδεκα αυτός θα βγεί. Πάει στο άλλο δωμάτιο, στις νεράιδες και χορεύουνε" άκουσε με, κόρη μου, και δε θα ζημιωθείς". Πράγματι λοιπόν, εκείνη τη νύχτα καρτέραε ξάγρυπνη ώσπου, στις δώδεκα ακριβώς, ακούει ένα "κρρρούτ" κι ένας νέος βγαίνει από το σπασμένο κεφάλι και πάει στο άλλο δωμάτιο!

Την άλλη μέρα, όταν ξαναπέρασε η γύφτισσα, το και το, της λέει. "Όπως μου τα 'πες έγιναν". "Άκουσε με", της λέει. "Μόλις τον δεις και βγει από το κεφάλι, βούτα το κάκαδο και πέταξε το μέσα στο φούρνο. Αλλά να προσέξεις να ναι ο φούρνος πυρκαγιά για να ψηθεί, να ξεροψηθεί, να γίνει στάχτες". Πράγματι λοιπόν, το άλλο βράδυ, πάλι τα ίδια' πάλι ακούστηκε το "κρρρούτ" και πάλι ο όμορφος νέος βγήκε και πήγε με τις νεράιδες. Το αρπάζει λοιπόν η βασιλοπούλα το κάκαδο, κατεβαίνει στην αυλή και το πετάει στον καυτό φούρνο μέσα! Ύστερα, ήσυχη-ήσυχη, πήγε και πλάγιασε στο κρεβάτι και, κάνοντας πως κοιμάται, περίμενε να δει τι θ' απογίνει. Δεν πέρασε πολλή ώρα και να πάλι ξαναμπαίνει ο νέος στο δωμάτιο, σαν πρίγκιπας στολισμένος. Η βασιλοπούλα λοιπόν τσιμουδιά' έκανε πως κοιμότανε βαριά. Ο νέος ψάχνει από δω, ψάχνει από κει, τίποτα, να βρει το ανοιγμένο κεφάλι του. Τότε λοιπόν, ανοίγει τα μάτια της η κόρη και τον τηράει με περιέργεια. "Με κέρδισες", της λέει. "Τώρα θα μείνω άνθρωπος μαζί σου αλλά κοίτα, μην το πεις πουθενά. Τ' ακούς; πουθενά!" Έτσι της είπε' και πράγματι λοιπόν, η βασιλοπούλα ούτε μιλιά ούτε τσιριά. Πάει μια φορά η μάνα της η βασίλισσα να τη δει και τη βρίσκει χαρούμενη. "Μπα", λέει η μάνα, "δόξα τω θεώ' η θυγατέρα μου το συνήθισε το κεφάλι". Τα 'κουγε βέβαια όλ' αυτά η θυγατέρα, αλλά που να μιλήσει! Της πέρασε η στενοχώρια η πολλή. Κι έτσι πήγαιναν όλα καλά.

Πέρασε, πέρασε καιρός, την καλούνε σ' ένα γάμο. Τώρα τι να κάνει η βασιλοπούλα, "θα 'ρθεις κι εσύ", του λέει του άντρα της μια μέρα. "Όχι", της λέει εκείνος. "Μα δε μπορώ να πάω μόνη μου. θα 'ρθείς!" επέμενε η κοπέλα. "Αδύνατον, σου λέω", της απαντά ο άντρας της, "γιατί εκεί θα 'μαι απ' όλους ο πιο όμορφος κι άμα με δουν, θα σε ρωτήσουν ποιος είμαι κι εσύ θα το μαρτυρήσεις". "Όχι, δε θα το μαρτυρήσω", έκλαιγε εκείνη. "Πάμε μαζί και θα δεις". Τότε λοιπόν, αφού τον κατάφερε, ντυθήκανε τα λαμπρά τους και πήγανε στο γάμο. Μόλις έκανε να μπει εκείνος στο χορό, όλες οι κοπέλες που ήτανε εκεί τα χάσανε. "Τι όμορφος, θεούλη μου, που είναι, τι λεβέντης, αυτός καλέ θα 'ναι πριγκιπόπουλο", έλεγαν και ξανάλεγαν. Ώσπου η βασιλοπούλα η γυναίκα του δεν άντεξε, "δικός μου είναι", φώναξε χαρούμενη. Ε! αυτό ήταν. Και παπ! τον πήραν αμέσως οι νεράιδες. Εξαφανίστηκε.

Συμφορά που τη βρήκε! Έκλαιγε, χτυπιόταν, αλλά τίποτα, ποιος να νιώσει τη δυστυχία της; Βάνει λοιπόν τον πατέρα της και της φτιάνει τρία ζευγάρια σιδερένια παπούτσια για να κινήσει το δρόμο της μοίρας της, μη λάχει και τον βρει. Κινάει λοιπόν μια μέρα και πάει! Δρόμο παίρνει, δρόμο αφήνει και κανένα στο δρόμο

TEXT_PAGE_SHORT682
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/52/gif/683.gif&w=600&h=91534. Αγγελοπούλου - Μπρούσκου, Παραμυθιακοί τύποι

της δε συνάνταγε. Πέρασαν νύχτες και μέρες αμέτρητες, ώσπου φτάνει σ ένα σπίτι δρακόντων. Πέφτει στα γόνατα της γριάς της δράκαινας κλαίγοντας και της λέει τον πόνο της. Η γριά λοιπόν, ας ήτανε δράκαινα, ήταν καλή και τη λυπήθηκε. "Έννοια σου, κόρη μου", της λέει, "και θα σου πω εγώ που θα τον ευρείς. Μονάχα τώρα, που να σε κρύψω! Γιατί σαν έρθει ο γερο-δράκοντας κι οι γιοι μου, θα σε φάνε!" "Σώσε με, κρύψε με", της έλεγε και της ξανάλεγε κλαίγοντας η κόρη. Τέλος λοιπόν η δράκαινα τη μαγεύει και την κάνει καρφίτσα και την κάρφωσε στο πέτο της. Έτσι μονάχα θα τη γλίτωνε. Το μεσημέρι έρχεται ο δράκοντας κι οι γιοι της οι δράκοντες. "Ανθρώπινο κρέας μυρίζει, ανθρώπινο κρέας", έλεγαν και ξανάλεγαν κι όλο έψαχναν εδώ κι εκεί για να βρούνε τι τους έκρυβε η μάνα τους, ώσπου στο τέλος κι εκείνη η κακομοίρα τι να κάνει; Δε μπορούσε πια να κάνει κι αλλιώς. Και λοιπόν, αφού τους όρκισε όλους στο γάλα της μάνας τους, γιατί αυτός είναι ο όρκος των δράκων, ότι δε θα της κάνουν κανένα κακό, τους την παρουσιάζει. Και πράγματι λοιπόν δεν τη πειράξανε. Αφού φάγανε μαζί για το μεσημέρι, την παίρνει η γριά δράκαινα κατά μέρος και της λέει: "Τώρα που θα φύγεις από δω, πριν σ' εύρει η νύχτα, θα φτάσεις σ' ένα άλλο δρακοντόσπιτο, στης αδερφής μου. Πρόσεξε ό,τι σου ζητήσει να τη βοηθήσεις και κείνη θα σε στείλει για να 'βρεις τον άντρα σου". Κι αφού της είπε όλ' αυτά, την ξεπροβόδισε.

Δρόμο παίρνει, δρόμο αφήνει, φτάνει και στ' άλλο δρακοντόσπιτο όπως της είχε πει η δράκαινα. Βρίσκει την αδερφή της και φούρνιζε. Παίρνει γρήγορα-γρήγορα ένα ξύλο κι ένα πανί, τα βρέχει και συνταύλιζε το φούρνο. Βουτάει ύστερα και το φτυάρι, ρίχνει το ψωμί κι άρχισε εκείνο να μοσχοβολάει. Η δράκαινα λοιπόν όσο κακιά κι αν ήταν, μαλάκωσε. Ήτανε πολύ κουρασμένη και της έκανε μεγάλο καλό. "Ζήτα μου ό,τι θέλεις, κοπέλα μου", της λέει, "και θα στο κάνω". Πράγματι λοιπόν, η κοπέλα άρχισε να της διηγείται τον καημό της. Μόλις τ' άκουσε αυτό η δράκαινα, λυπήθηκε ακόμα πιο πολύ και την έστειλε στην άλλη της αδερφή, την τρίτη, πάλι δράκαινα και κείνη. "Εκείνη", της λέει, "έχει κάτι τσίνουρα τόσο μακριά. Εσύ, εκείνη την ώρα που σκύβει να μπαλώσει, μ' ένα ψαλιδάκι να της κόψεις τα τσίνουρα για να δεί". Πράγματι λοιπόν, κίνησε πάλι και τράβηξε το δρόμο της. Φτάνει στο τρίτο δρακοντόσπιτο και βρίσκει τη γριά δράκαινα να βλαστημάει χίλιες κατάρες, που δεν έβλεπε να μπαλώσει. Αμέσως παίρνει το ψαλίδι και της κόβει τα μακριά της φρύδια. Η δράκαινα τότε πετιέται ολόχαρη και λέει! "Ποιος μου 'κάνε αυτό το καλό, να του κάνω κι εγώ καλό;" Τότε της παρουσιάζεται η βασιλοπούλα κι αφού την ευχαρίστησε, άκουσε τη θλιβερή ιστορία της. Τότε σήκωσε το κεφάλι της η γριά δράκαινα και της έδωσε οδηγίες. "Άκουσε να σου πω, κόρη μου", της λέει. "θα πάρεις αυτόν το δρόμο και θα πας, θα πας, όσο βαστάν τα πόδια σου. θα φτάσεις στο τέλος σε μια ρεματιά. Εκειδά θα περιμένεις και τότε θα δεις έξι γκαμήλες, που θα 'ρθουν και θα γεμίζουν τα κανάτια τους νερό από τα έξι κανάλια. Εσύ δε θα φοβηθείς ούτε θα φύγεις, θα περιμένεις εκεί κοντά κάπου κρυμμένη κι όταν θα κινήσουν για να φύγουν, θα κρεμαστείς από την ουρά της τελευταίας. Αυτές θα μπούνε μέσα στο βουνό, που ανοίγει μόνο μια φορά το χρόνο. Εκεί θα μπεις κι εσύ. Από κει κι ύστερα, θα δεις τι θα κάνεις".

TEXT_PAGE_SHORT683
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/52/gif/684.gif&w=600&h=91534. Αγγελοπούλου - Μπρούσκου, Παραμυθιακοί τύποι

Πράγματι, λοιπόν, αφού την ευχαρίστησε η βασιλοπούλα, κινάει να πάει στο ρέμα με τα έξι κανάλια. Κι έτσι όπως τα είπε η δράκαινα, έτσι κι έγιναν. Αφού πιάστηκε από την ουρά της τελευταίας γκαμήλας, πέρασε μέσα στο μαγικό βουνό. Κοιτάει γύρω-γύρω σα χαμένη, αλλά δεν καταλάβαινε τίποτα. Όλο το βουνό κούφιο και στη μέση ένας μεγάλος πύργος όλο φως! Κανένας δεν ανέβαινε, κανένας δεν κατέβαινε στις κρυσταλλένιες σκάλες του. Αποφασίζει ν' ανεβεί τις σκάλες. Κοιτάει από δω, κοιτάει από κει, κάνει έτσι και τέλος σ' ένα δωμάτιο βλέπει τον άντρα της και κοιμότανε! Τον τραβάει, τον σκουντάει, τίποτα. Κρύβεται λοιπόν σε μίαν άκρη και περίμενε. Ώσπου σε μια στιγμή ακούει ένα "φρρρρ", και το δωμάτιο γέμισε νεράιδες. Κι άναψε ξάφνου ένας χορός, μα τι χορός! όλη τη νύχτα! Το πρωί, του δώσανε κάτι, τον κοιμήσανε και φύγανε. Έκατσε εκεί η βασιλοπούλα όλην την ημέρα και περίμενε να 'ρθει το βράδυ. Μόλις το βράδυ, βγήκε από την κρύπτη της, την πήρε το μάτι του άντρα της που χόρευε. Γρήγορα-γρήγορα, λοιπόν, πάει κοντά της και της κάνει νόημα να μη μιλήσει. Πράγματι λοιπόν η βασιλοπούλα, μιλιά! Ξανακρύφτηκε και περίμενε. Το πρωί, λοιπόν, μετά το χορό, ο νέος δεν ήπιε το μαγικό χάπι που του δώσανε οι νεράιδες, "θα κάνεις υπομονή", της λέει. "Είναι πολύ δύσκολο να φύγουμε, γι' αυτό θα προσπαθήσω να πάρω κάτι από πάνω τους, για να μην μας πιάσουν, όταν φεύγουμε". Πράγματι λοιπόν, τη νύχτα στο χορό κρυφά παίρνει από τη μικρότερη νεράιδα ένα χτένι, μια καρφίτσα κι ένα σαπούνι. Το πρωί καβαλάνε ένα άλογο κι ολόταχα όπου φύγει-φύγει. Οι νεράιδες λοιπόν τους πήραν είδηση και τους παίρνουν από πίσω. Κόντευαν να τους φτάσουν, οπότε ο νέος πετάει το χτένι, κι αμέσως γίνεται ένας βατσουριώνας, που, όσο και να 'θελαν, δεν μπορούσαν να τους φτάσουν οι νεράιδες. Αλλά ύστερα πάλι κόντευαν να τους φτάσουν. Τότε πετάνε το δαχτυλίδι και γίνεται μια απέραντη λίμνη! Αυτές αγωνιστήκανε να τους φτάσουν, αλλά τίποτε. Άδικος ο κόπος τους. Τους είχαν πια ξεφύγει. Τότε το βασιλόπουλο γυρίζει και λέει στη βασιλοπούλα: "Μόλις φτάσουμε στο σπίτι σου, θα βουλώσεις και την τελευταία τρυπίτσα, από παράθυρο μέχρι κλειδαρότρυπα, για να μην μπορούν να μπούνε μέσα. Κι εκείνες, σταματημένες απ' έξω, θα παρακαλούνε, θα φωνάζουνε, θα τάζουνε χίλια δύο πράματα, αλλά κοίτα μη γελαστείς και τους ανοίξεις, θα απαυδήσουνε και θα φύγουνε". Έτσι κι έγινε λοιπόν.

Μόλις φτάσανε το αντρόγυνο στο σπίτι τους, βουλώσανε όλες τις τρύπες κι ακούγανε απέξω που τους παρακαλούσανε οι νεράιδες. Εκείνες εκεί πια όλο και παρακαλούσαν. Αλλά η βασιλοπούλα, τίποτα. Τσιμουδιά. Ώσπου κάποια στιγμή τη ρωτάνε: "Τι είναι όρκος;" "Της μάνας σας το γάλα", απαντά από μέσα η κοπέλα. Αφού λοιπόν ορκιστήκανε, στο τέλος τους ανοίγει. Εκείνες μπαίνουν μέσα, τον βρίσκουν το νεραϊδοπαρμένο τους, τη φιλάνε μια-μια, και φεύγουνε λέγοντας στην κοπέλα: "Χαλάλι σου, τον είδαμε, τον πήρες δικό σου". Κι έτσι έζησαν αυτοί καλά στο βασίλειο τους κι εμείς καλύτερα.

ΑΦ 1509, Καλαμάτα. Καταγράφηκε το 1959 από τον Γ. Σκιαδά.

TEXT_PAGE_SHORT684
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/52/gif/685.gif&w=600&h=91534. Αγγελοπούλου - Μπρούσκου, Παραμυθιακοί τύποι

Υπότυπος -G

Η πέτρα της υπομονής

Μια φορά κι έναν καιρό ήτανε μια αρχοντοπούλα κι οι γονείς της την αγάπαγαν πολύ. Δεν την άφηναν ποτέ μοναχή. Τη φύλαγαν σαν τα μάτια τους. Κάθε πρωί σηκωνότανε κι αφού την υπηρετεύανε πρώτα οι υπηρέτριες, καθότανε στο μπαλκόνι με το κέντημα της και κένταγε. Αυτό γινόταν για πολλά χρονιά, ώσπου η κοπέλα άρχισε και μεγάλωνε. Μια μέρα απ' τις πολλές, εκεί που κένταγε, πέρασε ένας αετός, χαμήλωσε και της λέει.' "Τι κεντάς και ξεμπολιάζεις που άντρα πεθαμένονε θα πάρεις". Η κοπέλα βέβαια κατατρόμαξε ακούγοντας αυτά τα λόγια. Την άλλη μέρα, πάλι τα ίδια ο αετός. Κι η κοπέλα δεν ήξερε τίνος να το πει. Αποφάσισε τέλος να το πει στη μάνα της. "Παιδάκι μου", της λέει η μάνα της, "άμα στο ξαναπεί να του πεις: πάρε με και σύρε με κει που είναι ο πεθαμένος άντρας μου". Έτσι λοιπόν και γίνηκε. Την άλλη μέρα, σαν πέρασε ο αετός και της είπε πάλι τα ίδια, του απάντησε η κοπέλα ό,τι της είχε πει η μάνα της. Χαμηλώνει λοιπόν ο αετός, ανοίγει τα θερία φτερά του, και κάθεται η κοπέλα πάνω του. Κι εκεί που πάνε, πάνε μακριά, φτάνουν κάποτε σε μια ερημιά που βαθιά στο δάσος φαινόταν ένα σπίτι. Την κατέβασε ο αετός και την άφησε. Η κακομοίρα η κοπέλα βέβαια σκιαζόταν, αλλά, "έτσι μου 'χει η μοίρα μου", σκέφτηκε και προχώρησε για το άγνωστο σπίτι. Αφού περπάταγε όλη την ημέρα, το βράδυ φτάνει και μπαίνει στο σπίτι. Άμα μπήκε όμως τα 'χασέ. Στην πρώτη πόρτα ήτανε κρεμασμένα σαράντα κλειδιά. Τα παίρνει κι άρχισε ν' ανοίγει μια-μια κάμαρη και τι να δουν τα μάτια της', πράματα και θάματα, φαγιά, αρχοντιές, όλα εντάξει. Χαλιά πανάκριβα στρωμένα σ' όλες τις κάμαρες, λούσα, μεγαλεία... όλα πολύ όμορφα. Ανοίγει όμως και την τελευταία κάμαρη και τι να δει η μαύρη! Έναν ωραίο άντρα πεθαμένο, ξαπλωμένο με δεμένα χέρια και να κρατάει ένα χαρτί. "Α!" παίρνει και το διαβάζει: "Όποιος με φυλάξει σαράντα μέρες, σαράντα ώρες, σαράντα μινούτα, αν είναι γριά θα την κάνω μάνα μου, αν είναι άντρας θα τον κάνω αδερφό μου, κι αν είναι κοπέλα, γυναίκα μου. Να μην κοιμηθεί ούτε στιγμή όμως". Έτσι κι έκανε λοιπόν η κοπέλα. Τον φύλαξε σαράντα μέρες, σαράντα ώρες και σαράντα τέρμενα, μια ώρα όμως πριν τελειώσει το στοίχημα, ακούει κάτι γύφτισσες από κάτω να φωνάζουν: "Σκλάβες, καλές σκλάβες πουλάμε!"

"Δεν παίρνω μία;" συλλογίστηκε. Ρίχνει μια τριχιά, την ανεβάζει, την πληρώνει και φεύγουν οι άλλες. Έτσι όπως ήταν νυσταγμένη η κακομοίρα, "Σκλαβοπούλα μου", της λέει, "να πέσω λίγο στα γόνατα σου κι εσύ να με ψειρίσεις, ν αποκοιμηθώ λιγάκι, που 'χω τόσον καιρό να κοιμηθώ". Δεν πρόλαβε να γείρει κι αποκοιμήθηκε στο λεπτό. Ξυπνάει τότε το βασιλόπουλο, γιατί ήταν η ώρα του: "Εσύ είσαι, κυρά μου, που με φύλαξες τόσον καιρό;" "Ναι", του απαντάει εκείνη. "Κι αυτή η όμορφη κοπέλα που κοιμάται, ποια είναι;" "Αυτήν την έχω να φυλάει

TEXT_PAGE_SHORT685
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/52/gif/686.gif&w=600&h=91534. Αγγελοπούλου - Μπρούσκου, Παραμυθιακοί τύποι

τις χήνες". Κι. η κακούργα η γύφτισσα διατάζει τις χήνες να κατεβάουν την κοπέλα κι αυτή γίνεται βασίλισσα. Έτσι πέρναγε ο καιρός, η γύφτισσα χαίρονταν κι η καημένη η κοπέλα έκλαιγε και τα δέντρα μάραινε.

Κάποτε κηρύχτηκε λοιπόν ένας πόλεμος κι έπρεπε να πάει κι ο βασιλιάς. Προτού φύγει, ρωτάει όλους στο παλάτι τι θέλουν να τους φέρει δώρο άμα θα γύριζε νικητής. Πάει και στην κοπέλα: "Εσύ, κυρά μου, τι θέλεις να σου φέρω;" "Εγώ, αφέντη βασιλιά μου, θέλω να μου φέρεις ένα μαχαίρι της σφαγής, ένα σχοινί του πνιγμού κι ένα ακόνι της υπομονής κι άμα τα λησμονήσεις, να μην ξεκινάει το καράβι που θα μπεις να 'ρθεις". Πήγε λοιπόν ο βασιλιάς, πολέμησε, νίκησε, πήρε τις παραγγελίες όλων των άλλων και ξεκίνησε να γυρίσει πίσω στο παλάτι του. Μα της κοπέλας το δώρο το 'χε ξεχάσει. Μπήκε λοιπόν στο καράβι, μα το καράβι που να σπαράξει από τον τόπο του. "Για όνομα του θεού", λέει ο καπετάνιος, "μήπως έχετε κανένας σας κανένα τάμα; Εσύ, αφέντη βασιλιά, μήπως ξέχασες κανένα σπουδαίο;" Και τότε ο βασιλιάς θυμήθηκε την παραγγελία που είχε κάνει και την εκμυστηρεύτηκε στον καπετάνιο. "Α!", είπε ο καπετάνιος, "να τα πάρεις κι άμα τα πας, να κρυφτείς και να δεις τι θα γίνει, γιατί κάτι μυστήριο κρύβεται αυτού πέρα". Πράγματι, τ' αγόρασε ο βασιλιάς και γυρνώντας στο παλάτι τον περίμεναν μουσική κι υποδοχές μεγάλες. Η βασίλισσα με το στέμμα καμάρωνε κι έδινε παντού διαταγές. Πήγαν όλοι τα δώρα τους, παίρνει κι η καημένη η χηνάρισσα τα δικά της. Φχαρίστησε το βασιλέα και το βράδυ κλαίγοντας μονάχη της έλεγε: "Σήκω, μαχαίρι της σφαγής κι ακόνι της υπομονής... Δεν είμ' εγώ η αρχοντοπούλα η μοναχοκόρη, που κένταγα και πέρναγε ο αετός και μου 'λέγε, Τι κεντάς και τι ξομπλιάζεις, π' άντρα πεθαμένονε θα πάρεις". Κι αμέσως σηκωνότανε το μαχαίρι της σφαγής, έτοιμο να τη σφάξει: "Αλλά στάσου", του 'λέγε, "γιατί έχω κι άλλα να σου πω. Έλα, ακόνι της υπομονής", κι αμέσως το μαχαίρι πήγαινε στη θέση του. "Δεν είμ' εγώ που 'κατσα σαράντα μέρες, σαράντα ώρες και σαράντα τέρμενα πάνω από τον πεθαμένο, σήκω, σχοινί του πνιγμού, σήκω, ακόνι της υπομονής. Δεν είμ' εγώ που αγόρασα τη σκλαβοπούλα για συντροφιά κι αυτή είπε στο βασιλιά το ψέμα; Σήκω, μαχαίρι της σφαγής και πέτρα της υπομονής..." Ο βασιλιάς την άκουγε χωρίς να την πιστεύει. Δεν ξέχναγε όμως και να παραφυλάει για ν' ακούσει να το λέει. Ώσπου μια μέρα, θέλησε να καλέσει σε τραπέζι όλον το λαό και τους γειτονικούς βασιλιάδες. Διέταξε να περιποιηθούν και τη χηνάρισσα και να την ανεβάσουν κι αυτή στο τραπέζι. Ανάμεσα λοιπόν στους καλεσμένους, ήταν ο πατέρας της, όπου μόλις την είδε, τη γνώρισε. Τον γνώρισε κι εκείνη κι έτρεξε αμέσως με δάκρυα στην αγκαλιά του.

Τότε λοιπόν ο βασιλιάς, που πείστηκε πια για την κοπέλα πως έλεγε την αλήθεια, έβαλε όλους τους καλεσμένους να πουν ο καθένας ξέχωρα την ιστορία του. Ρώτησε λοιπόν ο βασιλιάς τη γύφτισσα: "Εσύ τι λες, Μεγαλειότατη, όποιος χωρίζει αντρόγυνα, τι πρέπει να παθαίνει;" Κι αυτή του απαντάει: "Να σφάζεται, να κομματιάζεται, και να τον τρώνε τα σκυλιά". "Α! μπράβο", της λέει ο βασιλιάς,

TEXT_PAGE_SHORT686
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/52/gif/687.gif&w=600&h=91534. Αγγελοπούλου - Μπρούσκου, Παραμυθιακοί τύποι

"έλα τώρα να σε κάνουμε κι εσένα έτσι, παλιογυναίκα". Έτσι κι έγινε. Την πήρανε, τη σφάξανε, την κάμανε κομματάκια και την πετάξανε στα σκυλιά. Κι έζησαν έτσι αυτοί καλά - ο βασιλιάς με τη βασιλοπούλα - κι εμείς καλύτερα. Καληνύχτα τώρα της αφεντιάς σας, γιατί έξω χιονίζει.

ΛΦ 1247, 5-8. Καταγράφηκε από τη Δήμητρα Παπαδοπούλου από τη Λευκάδα.

Υπότυπος Κ

Ο Σιδερής

Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε ένας βασιλιάς και μια βασίλισσα. Αυτοί είχαν και δύο δυμέλια, όμορφα, άστραφταν σαν τον ήλιο. Ήταν δύσκολο να ξεχωρίσεις τη μία από την άλλη. Τη μία τη λέγαν Αφροδίτη και την άλλη Μαριγώ. Όταν μεγάλωσαν, αρραβώνιασαν την Αφροδίτη. Ο γάμος της κράτησε σαράντα μέρες και σαράντα νύχτες. Κάθε νύχτα, έσκιζε το καντούνι της κάμαρης και παρουσιαζόταν μια μεγάλη σκυλάρα κι εφοβέριζε τον άντρα της. Κάθε μέρα του παρουσιαζόταν, όταν κοιμόταν η Αφροδίτη. Το παιδί άρχισε να κιτρινίζει από το φόβο του κι ούτε έτρωε ούτε κοιμόταν. Άρχισε να κιτρινίζει και να μη στέκεται από την αδυναμία. Ο βασιλιάς κι η βασίλισσα, που 'βλεπαν το γαμπρό τους ν' αδυνατίζει, τον ρώτησαν τι έχει. "Τι να σας πω", είπε, "κάθε βράδυ, μόλις πάω να κοιμηθώ, παρουσιάζεται ένας σκύλος και με φοβερίζει. Με λίγα λόγια, η τύχη της κόρης σας είναι αυτός ο μεγάλος σκύλος". Αποφάσισαν τότε να του πάρουν τη Μαριγώ. Όταν λοιπόν έμαθε η κόρη ότι ο άντρας της θα 'παίρνε τη Μαριγώ, τότε ήθελε να μάθει γιατί την άφηνε ο άντρας της. Πηγαίνει στην αδερφή της και λέει: "Αδερφή μου, μια χάρη θέλω να μου κάνεις. Να μου δώσεις τα ρούχα σου, να τα βάλω και να πάρεις τα δικά μου. Εγώ θα πάω να ρωτήσω τον άντρα μου γιατί θέλει να μ' αφήσει και να πάρει εσένα". Η αγαπημένη αδερφή βγάζει τα ρούχα της και της τα δίνει. Πάει λοιπόν στον άντρα της και του λέει! "Καλέ γαμπρέ, ήρθα να σε ρωτήσω γιατί αφήνεις την Αφροδίτη μου και θέλεις να πάρεις εμένα;" Κι εκείνος της απαντά: "Εγώ με την αδερφή σου είμαι ευχαριστημένος, αλλά εκείνης η τύχη της είναι μια μεγάλη σκυλάρα κι όταν πάω να κοιμηθώ, σκίζεται το καντούνι της κάμαρας και βγαίνει μια σκυλάρα σα βόδι και φοβερίζει πως θα με φάει". Εκείνη τότε λέει! "Μάνα, καλέ γαμπρέ, από το φόβο ετρομίκιασε η καρδιά μου". Δεν ήταν η Μαριγώ

TEXT_PAGE_SHORT687
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/52/gif/688.gif&w=600&h=91534. Αγγελοπούλου - Μπρούσκου, Παραμυθιακοί τύποι

αλλά ήταν η γυναίκα του, η πραγματική του γυναίκα. Κατόπι, πάει στην αδερφή της και της λέει: "Χαλάλι σου, αδερφή μου, ο άντρας μου. Εμένα η τύχη μου είναι σκύλος και θα πάω να τον εύρω". Κρυφά-κρυφά την άλλη μέρα έφυγε για να πάει να βρει το σκύλο, αφού εφόρεσε σιδερένια παπούτσια κι έπιασε ψωμί και τυρί. Περπατούσε πολλές μέρες, ώσπου έφτασε σ ένα μεγάλο λιβάδι. Από μακριά είδε ένα μικρό σκυλάκι. Όταν πλησίασε κοντά, έγινε μια μεγάλη σκυλάρα, σαν ένα μεγάλο βόδι. Εκείνη λέει: "Αυτός ο σκύλος είναι η τύχη μου και τώρα θα με φάει". Ο Σκύλος της λέει: "Καλώς την Αφροδίτη μου, κι εγώ ερχόμουν για σένα". Της δώνει μίαν αρμαθιά κλειδιά και της λέγει: "Παρ τα, Αφροδίτη μου, και πάμε στο παλάτι μου". Περπατούσαν δύο ώρες και φτάσαν στο παλάτι. Εκεί βρήκαν τραπέζια γεμάτα φαγητά, δούλους και δούλες. "Τώρα", της λέγει, "θα φάμε και μετά θα πας να κοιμηθείς για να ξεκουραστείς". Αφού έφαγαν και ήπιαν πηγαίνει να κοιμηθεί σε χρυσό κρεβάτι. Την άλλη μέρα της είπε: "Τώρα, Αφροδίτη, θα πας να σεργιανίσεις το παλάτι. Είδε πλούτη και καλά που δεν τα είχε ούτε στου πατέρα της το παλάτι. Της λέγει ότι "όλα αυτά είναι δικά σου. Όμως το μικρό καμαράκι είναι δικό μου και δε θα τ' ανοίξεις ποτέ σου".

Η κόρη στενοχωριέται και γύριζε στο παλάτι να φύγει η στενοχώρια. Τη βασάνιζε η ιδέα ν' ανοίξει το καμαράκι' στα τελευταία το άνοιξε. Είδε ένα μεγάλο μάρμαρο μ' ένα χαλκά στη μέση' άνοιξε το μάρμαρο κι είδε σ έναν ωραίο θρόνο τον άντρα της να τρώει ανθρώπινο πόδα. Από τότε η κόρη κιτρίνιζε από το φόβο της κι άρχιζε να μαραζώνει. Λέγει ο Σκύλος.' "Τι έχεις και κάθεσαι λυπημένη; Μήπως ενθυμηθείς τη μάνα σου; Να πάω να σου τη φέρω;" "Να μου τη φέρεις, και ρωτάς αν θέλω;" Μεταμορφώνεται αυτός και γίνεται η μάνα της. Αφού έφαγαν με τη μάνα της, της λέει.' "Πάμε μαμά, να δεις τα πλούτη μου και να σεργιανίσεις και το παλάτι". Όταν είδε τα τόσα πλούτη, η μάνα της της λέει: "Σε τόσα πλούτη κάθεσαι και χωλιάς. Ο μπαμπάς, που ήταν βασιλιάς, δεν είχε το ένα τρίτο σου". Αφού έκατσε πολλές μέρες, ήθελε και να φύγει.

Ο Σκύλος ρωτά αν ήθελε να της φέρει τον μπαμπά της. Τον έφερε και τον μπαμπά της κι εκείνος τα ίδια της έλεγε. Ούτε και σ' αυτόν δεν είπε το μυστικό της. Ο Σκύλος τη ρωτά αν θέλει να της φέρει και τη δούλη της. Εκείνη με χαρά δέχτηκε. Μεταμορφώνεται ο Σκύλος και γίνεται η δούλη της· σ' αυτήν είπε το μυστικό της. Όταν την αρώτησε γιατί στενοχωριέται, "ο άντρας μου", της είπε, "τρώει ανθρώπους και καμιά φορά θα φάει κι εμένα". Αμέσως ο σκύλος αλλάσσει μορφή και γίνεται πάλι σκύλος και της λέει: "Στο μπαμπά σου ούτε στη μαμά σου δεν το είπες, και στη δούλα σου το είπες; Α, να φύγεις από δω". Και βάλλει την σε μια σιδερένια φορεσιά και την έκλεισε με σαράντα-ένα κλειδιά. Όταν έφευγε, της έδωσε δύο τρίχες και της είπε: "Όταν βρεθείς σε ανάγκη, να κάψεις τη μία και την άλλη". Περπατούσε πολλές μέρες. Βρέθηκε σ ένα παλάτι. Από την πείνα της και τη δίψα της ερούφα τα νερά με τα ρύζια, που τρέχαν από το νεροχύτη, που έπλεναν τα πιάτα οι δούλες από πάνω. Μια δούλα την είδε. Εφοβήθη και φώναξε: "Στοιχειό, 

TEXT_PAGE_SHORT688
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/52/gif/689.gif&w=600&h=91534. Αγγελοπούλου - Μπρούσκου, Παραμυθιακοί τύποι

στοιχειό!" Και φώναξαν το βασιλιά να το δει. Όταν ο βασιλιάς είδε το παράξενο αυτό πράγμα εφώναξε: "Τι είναι;" κι εκείνο απήντησε.' "Άνθρωπος σαν κι εσάς" και της είπαν να περάσει πάνω. Ο Σκύλος, όταν της έδινε τις τρίχες της είπε να μη λέει ότι είναι κόρη, αλλά να λέγει ότι λέγεται Σιδερής.

Όταν πήγε πάνω, χαιρέτησε αλλιώς το βασιλιά κι αλλιώς τις δούλες. Ο βασιλιάς κατάλαβε ότι εδώ κάτι συμβαίνει. Από τα καλά του φυσικά εγένετο ο αγαπημένος εις όλους και προπάντων του βασιλιά. Η βασίλισσα, όταν έβλεπε την αγάπη του βασιλιά προς το Σιδερή, εφτόνεσε κι ήθελε να 'βρει τρόπο να τον σκοτώσει.

Κάποια μέρα, ο βασιλιάς είπε της βασίλισσας να πάνε περίπατο στο δάσος. Εκείνη του είπε να φύγουν και ότι θα τους έφταναν μαζί με το Σιδερή. Ο βασιλιάς έφυγε. Τότε εκείνη άρχισε να μαδιέται και να χτυπιέται. Η ώρα περνούσε, η βασίλισσα άργησε να φανεί, έλεγε ο βασιλιάς ότι κάτι θα συμβαίνει. Όταν γύρισε πίσω, είδε τη βασίλισσα σε κακά χάλια. Τη ρώτησε και είπε ότι ήταν ο Σιδερής. Αμέσως διάταξαν να τον σκοτώσουν. Αλλά πως να τον σκοτώσουν; ούτε σφαίρα τον έπιανε, ούτε μαχαίρι. Αποφάσισαν να τον βάλουν σε καμίνι και να τον κάψουν. Όταν επρόκειτο να τον ρίξουν στο καμίνι, ζήτησε από το βασιλιά ένα τσιγάρο. Αντί ν ανάψει το τσιγάρο, ανήψε την τρίχα. Είδε ότι άργησε και ανήψε και την άλλη. Αμέσως άκουσαν βουητό μεγάλο κι είδαν μια σκυλάρα να έρχεται. Όταν ήρθε κοντά, ρώτηξε τι συμβαίνει. Όταν το έμαθε, έβαλε στοίχημα με το βασιλιά, αν ήταν άντρας να τον κάψουν, αν ήταν όμως κόρη, να κάψουν τη βασίλισσα. Αμέσως ο σκύλος άρχισε ν' ανοίγει τις σαράντα-μία κλειδαριές. Όταν έβγαλε τη σιδερένια φορεσιά, παρουσιάστηκε μια ωραία κόρη σαν φρεγάτα. Στο στοίχημα που είχαν βάλει, είπαν ότι αν ήταν κόρη, θα την έπαιρνε ο βασιλιάς γυναίκα του. Μόλις την είδε ο βασιλιάς, θαμπώθηκε από την ομορφιά της και παρακαλούσε να ρίξουν τη βασίλισσα για να την πάρει. Όταν όμως το κέρδισε το στοίχημα ο σκύλος, έβγαλε κι αυτός τη φορεσιά του τη σκυλίσια και παρουσιάστηκε ένας ωραίος νέος. Αμέσως πήρε την Αφροδίτη κι έφυγε για το παλάτι του. Παντρεύτηκαν και κάναν και παιδιά και γέμισε κι η γειτονιά.

ΛΦ 1464, 17-22. Καταγράφηκε το 1960 στη Σύμη από την Άννα Σαραγά.

TEXT_PAGE_SHORT689
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/52/gif/690.gif&w=600&h=91534. Αγγελοπούλου - Μπρούσκου, Παραμυθιακοί τύποι

Υπότυπος L

Της Κάτω γης ο αφέντης

Μια φορά ήτανε ένας γέρος φτωχός, και εσηκώθηκε μια μέρα να πάει στα ξύλα. Επήγε, έκαμε κάμποσα και τα 'φέρνε στο χωριό. Στο δρόμο σαν να κουράστηκε κι έκατσε σ' ένα μέρος κι αναστέναξε ο καμένος από τα φύλλα της καρδιάς και είπε: "Ωχ, ωιμέ κι αλίμονο!" Καθώς είπε αυτό το λόγο, να σου και πετιέται ένας αράπης και του λέει: "Τι με θέλεις;" Ο καμένος ο γέρος ετρόμαξε και του λέει: "Τίποτις δε σε θέλω. Εγώ δε σε φώναξα". Τότες του λέει ο αράπης: "Έχεις θυγατέρες;" "Έχω τρεις", λέει ο γέρος. "Αύριο το πρωί να μου φέρεις την πρώτη εδώ να!"

Την άλλη μέρα το πρωί επήγε ο γέρος την πρώτη του θυγατέρα σ εκείνον τον τόπον, κι ανέβηκε ο αράπης και την επήρε και την επήγε σ ένα μέρος που τανε μεγάλα πλατάνια και περιβόλια παράμορφα. Μα το μεσημέρι, που ήτανε ώρα να φάνε, ο αράπης της έστρωσε τραπέζι και για φαΐ της βάνει ένα σάπιο και σκουληκιασμένο ανθρώπινο ποδάρι και της λέει πως "αν φας αυτό το ποδάρι, θα πάρεις άντρα της Κάτω γης τον αφέντη, ειδουμή θα σε γυρίσω στου αφέντη σου πίσω". Εκείνη η κακουμοίρα, μόνου που έβλεπε το ποδάρι, ανακατευόταν κι ως το ύστερο, σαν έφυγε ο αράπης, πιάνει και το ρίχνει μέσα στη χρεία. Ύστερα ήρθε ο αράπης για να σηκώσει το τραπέζι και φωνάζει: "Ποδαράκι μου, που είσαι;" "Μέσα στη χρεία μ' έριξε η κερά μου", απολογιέται εκείνο. Τότες ο αράπης της λέει: "Έλα, κόρη μου, να σε πάω στου αφέντη σου, μα εσύ δεν είσαι για μας". Την παίρνει και τη δίνει του αφέντη της πίσω και του λέει: "Φέρε μου τη δεύτερη". Την άλλη μέρα ο γέρος του πάει τη δεύτερη. Την παίρνει πάλι ο αράπης, την κατεβάζει και της στρώνει κι αυτηνής το τραπέζι. Μα, αντίς για φαΐ, της βάνει ένα χέρι ανθρωπινό να το φάει' για να μην τα πολυλογούμε, σαν το συλλογίστηκε κι αυτή κάμποση ώρα, το παίρνει και το πετά μέσα στη χρεία' έρχεται πάλι ο αράπης να σηκώσει το τραπέζι και φωνάζει του χεριού: "Χεράκι μου, χεράκι μου, που είσαι;" "Μες στη χρεία μ' έριξε η κερά μου", λέει εκείνο. Τότες τήνε παίρνει κι αυτήν ο αράπης και τήνε πάει του αφέντη τση και του λέει να του φέρει και την τρίτη του θυγατέρα. Ο γέρος την άλλη μέρα του 'φέρε και την τρίτη' τήνε παίρνει ο αράπης, τήνε καθίζει κι αυτή στο τραπέζι κι αντίς για φαΐ της δίνει μια βρωμισμέμη ανθρωπινή κοιλιά να φάει και της λέει: "Αν είσαι άξια να φας αυτήν την κοιλιά, θα πάρεις άντρα της Κάτω γης τον αφέντη, ειδεμή θα πας κι εσύ εκεί που πήγαν οι αδερφές σου". Αυτή όμως, ήτανε πολλά πονηρή και του λέει: "Μετά χαράς σου, Αράπη μου, φτάνει να μου φέρεις δυο-τρία γαρούφαλα και λίγη κανέλα να κουκκίσω την κοιλιά και τήνε τρώω". Έτσι ο αράπης της έφερε την κοιλιά και τα γαρούφαλα και την κανέλα. Αυτή έπιασε και τήνε κούκκισε και τήνε μπλάστρωσε απάνω στην κοιλιά της και την έδεσε με μια ζώνη. Σαν ήρθε ο αράπης να σηκώσει το τραπέζι, φώναξε: "Κοιλιά μου, κοιλιά μου, που είσαι;" "Στην κοιλιά της κεράς

TEXT_PAGE_SHORT690
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/52/gif/691.gif&w=600&h=91534. Αγγελοπούλου - Μπρούσκου, Παραμυθιακοί τύποι

μου", αποκρίνεται, εκείνη. Τότες ο αράπης ευχαριστήθηκε και την είχε φως και μάτια' αυτή όμως η καμένη, ποτέ δεν έβλεπε τον άντρα της, γιατί το βράδυ, σαν ήθελε να αποφάει, της έδινε ο αράπης καφέ κι είχε ύπνο κι έτσι αποκοιμιότανε κα, σαν ερχότανε της Κάτω γης ο αφέντης να κοιμηθεί, αυτή δεν ένιωθε. Έτσι επέρνα ο καιρός. Μα μια μέρα, οι αδερφές της, σαν είδανε πως ο αράπης δεν την εγύρισε πίσω, εβάλανε στο νου τωνε να πάνε να δούνε τι κάνει εκειδά κάτω. Τα 'πάνε του γέρου κι εκείνος ήρθε σε κείνον τον τόπο κι εφώναξε." "Ωχ, ωιμέ κι αλίμονο!" και να σου πάλι ο αράπης. Τότες του λέει ο γέρος: "Τα παιδιά μου αποθύμησαν την αδερφή τους κι αν είναι βολετό, να τήνε δούνε".

Σαν την αυριανή, τις πήγε ο γέρος κι ο αράπης τις πήρε και τις έφερε στην αδερφή τωνε. Εκείνη τις εδέχτηκε με πολλή χαρά και, σαν εκάτσανε εκουβεντιάζανε το ένα με το άλλο" ύστερις η μια λέει της μικρότερης: "Καημένη αδερφή, εσύ θαρρείς πως έχεις άντρα τον Αράπη, μα εσύ έχεις ένα παράμορφο παλικαράλι, μα δεν τον είδες ποτέ σου, γιατί ο αράπης σου δίνει κάθε βράδυ ύπνο' μόνου απόψε, σαν σου δώσει τον καφέ, χύσε τόνε κρουφά και, σαν έρθει εκείνος να κοιμηθεί μαζί σου, έχει ένα κλειδί στο αφάλι του' γύρισε το εκείνο το κλειδί και τότε θα δεις τον κόσμον όλο". Αυτά της είπαν οι κακές αδερφές κι εφύγανε. Το βράδυ αυτή έχυσε τον καφέ κι ύστερις έκανε την αποκοιμισμένη· την επήρε ο αράπης και την έβαλε στο κρεβάτι της· σε κάμποση ώρα θωρεί που ήρθε στην κάμαρα κι έπεσε στο κρεβάτι της ένα πανώριο παλικάρι' σαν τάφηκε κι αποκοιμήθηκε, σαν καλή και φρόνιμη πιάνει και γυρίζει το κλειδί που είχε στο αφάλι του, και τότες τι να δει! Πόλη, Σμύρνη, και όλο το ντουνιά' εκειδά είδε και μια γριά, που ελεύκαινε το νήμα της σ' έναν ποταμό και της είχε πάρει μερικό το νερό χωρίς να το νιώσει η γριά. Τότες εξέχασε η καμένη που ήτανε και φωνάζει: "Γριά, γριά, το νήμα σου σου πήρε ο ποταμός". Καθώς ακούει μέσα στον ύπνο του αυτές τις φωνές, ο νιος ξυπνά και της λέει: "Σκύλα, γύρισε το κλειδί γιατί μ' έχασες". Τότες, φοβισμένη αυτή γυρίζει το κλειδί' μα το πρωί, της Κάτω γης ο αφέντης, λέει του αράπη του: "Πάρε την αυτή και κόψε δύο τρίχες από την κεφαλή της και βάλε τις σε μια λεκάνη και να τις βλέπεις μέρα και νύχτα' και σαν δεις πως βουλούνε, να μου το πεις' δώσε της λίγο ψωμί και βγάλ' τηνε". Ο αράπης, έτσι του 'πε ο αφέντης του, έτσι έκαμε' αυτή η κακομοίρα επήρε το ψωμάκι της κι έφυγε.

Επάενε, επάενε' εκειδά βρίσκει ένα βοσκό και του λέει: "Δε μου δίνεις, καλότυχε, τα ρούχα σου, να σου δώσω τα δικά μου; "Μετά χαράς σου", της λέει ο βοσκός' έτσι, εντύθηκε με τα ρούχα του βοσκού κι επάενε. Ύστερις από πολύ δρόμο, εμπήκε σε μια χώρα μεγάλη κι εφώναξε στους δρόμους: "Κι εγώ καλό κοπέλι, κι εγώ καλό κοπέλι!"

Τον ακούει ο βασιλιάς της χώρας, τον είδε καλοκαμωμένο και παστρικό και τον επήρε για δούλο' τον αρωτά πως τον λένε και είπε Γιάννη. Με τον καιρό για τις αμαρτίες του Γιάννη τον αγάπησε η βασίλισσα. Μια μέρα ο βασιλιάς επήγε στο κυνήγι κι επήρε και τον Γιάννη μαζί του' στο μισό δρόμο που παένανε είδε ο βασιλιάς

TEXT_PAGE_SHORT691
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/52/gif/692.gif&w=600&h=915 34. Αγγελοπούλου - Μπρούσκου, Παραμυθιακοί τύποι

πως εξέχασε το ρολόι, του και του λέει: «Καμένε Γιάννη, εξέχασα το ρολόι μου' τρέξε να μου το φέρεις, μα σιγά-σιγά σαν έμπεις στην κάμαρα, να μην ξυπνήσεις την κερά σου. Έτσι ο Γιάννης εγύρισε πίσω και μπαίνει σιγά-σιγά μέσα στην κάμαρα' μα η κερά του ήταν ξυπνητή κι ήταν ακόμα στο κρεβάτι. Τότες τόνε χυταργιάζει αυτή για τα κακά της θελήματα, ο Γιάννης αντιστεκόταν και στο πάλαιμα απάνω, τον εκαταγκρατσούνισε με τα νύχια της και του 'κάνε του καμένου ολόφωνη τη μούρη του από τα αίματα' ως το ύστερο ο Γιάννης την άμπωξε, άρπαξε το ρολόι του αφεντικού του κι έφυγε. Σαν τον επρόφτασε και τον είδε ο αφεντικός του ολόφωνο από το αίμα, του λέει! «Μωρέ Γιάννη, τι έπαθες;» Εκείνος λέει: «Επερνούσα, αφέντη μου, από μια μεριά που ήτανε πολλοί βάτοι, κι από τη βιάση μου, για να σε προφτάσω, εκαταμισερώθηκα». Έτσι εγυρίσανε πάλι το βράδυ στο παλάτι, μα η βασίλισσα ήτανε άγριο θηρίο καμωμένη για τον Γιάννη και λέει του βασιλέα: «Σήμερα, βασιλά μου, κοντά να 'ρθεις και να μη μ' ευρείς ζωντανή, γιατί έστειλες αυτόν το χαμένο να πάρει το ρολόι σου, κι αυτός ήρθε να με ντροπιάσει, που ήμουνα ακόμη στο κρεβάτι, κι εγώ η καμένη, σαν αδύνατη γυναίκα, πολεμούσα πια με τα νύχια μου, και του 'καμα τα μούτρα του έτσι που τα βλέπεις και τον έβγαλα». Να ακούσει έναν τέτοιο λόγο ο βασιλιάς αποφάσισε να συμμαζώξει όλους τους ρηγάδες της χώρας του και ομπροστά τωνε να κρεμάσει το Γιάννη.

Ήρθε η διορισμένη μέρα κι ήταν όλος ο κόσμος μαζωμένος από κάτω από το παλάτι που ήθελε να κρεμάσουνε τον Γιάννη. Μα τότες ο αράπης εφώναξε της Κάτω γης του αφέντη: «Αφεντικό, πρόφτασε και οι τρίχες αρχινίσανε να βουλούνε». Τότες τρέχει της Κάτω γης ο αφέντης και καβαλικεύει το άλογο του κι έτρεχε με τα τέσσερα κι από μακριά έκανε νοήματα να τον καρτερέψουνε. Η βασίλισσα που ήταν στη γαλαρία του παλατιού κι έβλεπε, εφώναξε να καρτερέψουνε λιγάκι γιατί έρχεται ένας πολλά σπουδαστικός. Εσταθήκανε ώσπου κι έφτασε κι αυτός' μα, καθώς ήρθε, αρωτά: «Γιατί κρεμνάτε αυτόν τον άνθρωπο;» Τότες η βασίλισσα, χωρίς ν' αφήκει άλλον ν' αποκριθεί, του λέει: «Αυτός, Ρήγα μου, ο χαμένος άνθρωπος, εγύρεψε να με ντροπιάσει». Τότες λέει της Κάτω γης ο αφέντης: «Κι αν αυτός ο άνθρωπος είναι γυναίκα, τότες τι να παθαίνεις εσύ, κερά μου;». «Τότες, ας με κρεμάσουνε εμένα», είπε η βασίλισσα. Της Κάτω γης ο αφέντης δεν έχασε καιρό, μόνου σχίζει τα ρούχα του Γιάννη στα στήθια κι ευτύς εφανήκανε τα βυζιά του γυναικίστικα. «Να», είπε, «αφεντάδες' αν θέτε, σχίζω και παρακάτω». «Όχι, φτάνει ως εδώ», είπε ο βασιλιάς' και τότες αφήκανε το Γιάννη να τόνε πάρει της Κάτω γης ο αφέντης για γυναίκα του πια και την κακή βασίλισσα την εκρεμάσανε.

Μηδ' εγώ ήμουνα κει, μηδέ του λόγου σας να το πιστέψετε.

ΝΕΑ Ι (1870-1872), 7-11, Αθήνα. Καταγράφηκε από Α. Μ. Ταταράκη.

TEXT_PAGE_SHORT692
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/52/gif/693.gif&w=600&h=91534. Αγγελοπούλου - Μπρούσκου, Παραμυθιακοί τύποι

Υπότυπος Ρ

Αρς-αρσινό, το κόκκινο σταφύλι.

Μια φορά κι έναν καιρό είχε ένα βασιλιά, που 'χε τρεις κόρες. Μιαν εποχή βγήκε στον πόλεμο με το βασιλιά της Βενετίας. Ετοιμάστηκε λοιπόν κι ήθελε να ξεκινήσει. Προσκάλεσε τότε τις τρεις κόρες του για να τις ρωτήσει τι θέλουν να τους φέρει από τη Βενετία όταν θα γυρίσει νικητής. Η μεγάλη του κόρη ζήτησε ένα φόρεμα όμορφο και να 'χει πάνω τα τοπία της Βενετίας. Η δεύτερη ένα καπέλο με φτερά. Η μικρή ζήτησε να της φέρει το αρς-αρσινο, το κόκκινο σταφύλι. Το αρς-αρσινό ήταν ένα βασιλόπουλο μαγεμένο, που ζούσε στα έγκατα της γης, μέσα στο βούρκο. Η μάνα του του 'δωκε κατάρα να ζει εκεί κάτω με τη μορφή ενός κροκοδείλου μαζί με μια νεράιδα. Αυτό της το 'πε η γριά μάγισσα του παλατιού και τη συβούλεψε το σταφύλι να ζητήσει κι όχι φορέματα και καπέλα, σαν τις αδερφές της. Έφυγε λοιπόν ο βασιλιάς για τον πόλεμο. Νίκησε το βασιλιά της Βενετίας κι έμελλε να γυρίσει στον τόπο του. Αγόρασε τις παραγγελίες των θυγατέρων του και της μικρής ένα κόκκινο σταφύλι. Μπήκε στο καΐκι του για να φύγουν. Ούτε μπροστά πήγαινε ούτε πίσω. Έβαλαν τότες κλήρο για να δουν ποιος φταίει. Ο λοτός έπεσε σ' έναν παπά και τον έριξαν στη θάλασσα. Αλλά πάλι το καΐκι δεν κούνησε από τη θέση του. Ρίχνουν λοτό για δεύτερη φορά και πέφτει στο βασιλιά. Δεν τον έριξαν όμως στη θάλασσα, παρά μόνον τον έβγαλαν στη στεριά. Πήγε τότες και ρώτησε μια γριά για να του πει ποιο ήταν το αρς-αρσινό, το κόκκινο σταφύλι. Αυτή του 'πε ότι είναι ένα βασιλόπουλο, που ναι μαγιωμένο και καταριασμένο: "Ας πας σ' εκείνη την πόρτα και να καρτερείς να 'ρθει το βράδυ, γιατί τότες βγαίνει και πάει στο παλάτι του, ενώ την ημέρα είναι μέσα στα βάθη της γης". Επήγε πράγματι ο βασιλιάς κι εκαρτέρη στην πόρτα που του 'δείξε η γριά. Όταν έκατσε ο ήλιος, θωρεί και βγαίνει από την πόρτα ένας κροκόδειλος. Τον ρωτά τότες ο βασιλιάς αν είναι το αρς-αρσινό, το κόκκινο σταφύλι, και λέει του το βασιλόπουλο ότι "εγώ είμαι" και δίνει στο βασιλιά ένα δαχτυλίδι και λέει του να το πάει στην κόρη του τη μικρή κι όποτε θέλει να τον δει, να σφίξει στο δάχτυλο της το δαχτυλίδι κι εκείνος θα 'ρθει. Να ετοιμάσει και δύο στέρνες, η μια να 'χει μέλι κι η άλλη γάλα.

Όπως είπε το βασιλόπουλο έπραξεν ο βασιλιάς, μπαίνει στο καΐκι του και φεύγει. Όταν έφτασε στον τόπο του, έτρεξαν οι κόρες του να τους δώσει τα δώρα. Η μικρή, όταν πήρε το δαχτυλίδι, εσάρταρεν από τη χαρά της. Μια μέρα αποθύμησε το βασιλόπουλο κι ήθελε να το δει. Έσφιξε το δαχτυλίδι κι έρχεται το βασιλόπουλο. Μπαίνει στο μέλι κι ύστερα στο γάλα και πλύθηκε και τότες έλαμψε το στενό κι άστραψε το σπίτι. Πήρε τη βασιλοπούλα κι έμειναν σε ξεχωριστή κάμαρη κάμποσον καιρό. Ύστερα από μερικές μέρες, η βασιλοπούλα έμεινε γκαστρωμένη με το βασιλόπουλο. Τότες του το 'πε και τη συμβούλεψε να μπει σ' ένα καΐκι και να πάει στον τόπο του βασιλόπουλου κι εκεί θα παντρευτεί μαζί της, γιατί η μάνα του, όταν του 'δωκε την κατάρα της, του 'πε ότι θα λυθεί μόνον όταν βρεθεί κοπέλα

TEXT_PAGE_SHORT693
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/52/gif/694.gif&w=600&h=915 34. Αγγελοπούλου - Μπρούσκου, Παραμυθιακοί τύποι

και μείνει, μαζί του γκαστρωμένη και πάει μαζί του στα έγκατα της γης και πλύνει το σκουληκιασμένο παιδί που 'κάμε το βασιλόπουλο με τη νεράιδα. Αφού λοιπόν τα είπεν αυτά, το παλικάρι χάθηκε. Η βασιλοπούλα, όπως της είπε, μπαίνει σ' ένα καΐκι και φτάνει στον τόπο του. Πάει απευθείας στο γραφείο του κι έκατσε και ρώτα τον.' «Δε με θέλεις πια, δε μ αγαπάς;» Το βασιλόπουλο όμως, επειδή ήταν ακόμα μαγιωμένο, θαρρούσε ότι ήταν το καντηλέρι και της λέει: «Σαν τα μου, σαν τα ψου, καντηλέρι μου, τι μου 'χεις και κλαις;» Αφού το 'πε τρεις φορές, σηκώθηκε κι έφυγε. Η βασιλοπούλα έτρεξε από πίσω του και μπήκε στα έγκατα της γης. Τον θωρεί τότε και γδύνεται και κοιμάται με μια νεράιδα και στη μέση τους είχαν το σκουληκιασμένο παιδί.

Τότε η βασιλοπούλα αρπάζει το παιδί, το πλύνει και του βάζει καθαρά ρούχα. Όταν τα 'κάμε αυτά, η νεράιδα χάθηκε. Το βασιλόπουλο, μ' έναν κρότο, από κροκόδειλος που 'τανε, έγινε ένα ωραίο παλικάρι και λέει στη βασιλοπούλα να φύγουν, να γυρίσουν στο παλάτι του γονιού της, να κάμουν τους γάμους των επειδή βρέθηκε αυτή να λύσει τα μάγια του παλικαριού. Φύγανε λοιπόν και παντρευτήκανε.

Εκάναν τέκνα και παιδιά και καττενιά και λουγκρενιά.

ΛΦ 999, 5-8. Καταγράφηκε από τη Χαριτωμένη Μιχαλαριά από το Καστελλόριζο Δωδεκανήσου.

TEXT_PAGE_SHORT694
    TEXT_SEARCH_FORM
    TEXT_SEARCH_IN_BOOK
    TEXT_SEARCH_RESULTS
      TEXT_BOOK_LIST
        34. Αγγελοπούλου - Μπρούσκου, Παραμυθιακοί τύποι

        ποτήρι στο τραπέζι!» Και θα πας στη δράκα, θ' ανεβείς τις σκάλες και θα πάρεις μια σκούπα, να τις σκουπίσεις, γιατί θα είναι βρώμικες. Και, από πίσω από την πόρτα, είναι τα τούμουλα και τα μούμουλα. Μπήκες, πάρτα, φεύγα, μη σε προλάβει να σε φάει».

        Ε! τα 'κάνε όλα τούτα το κορίτσι κι όταν πήγε από το σπίτι, ανέβηκε τις σκάλες, τις σκούπισε και, μόλις την είδε η δράκα της λέει: «Στάσου, να σε κεράσω ένα γλυκό», κείνη πήγε ν' ακονίσει τα δόντια της! Αρπάζει το κορίτσι τα τούμουλα και τα μούμουλα και κατέβηκε κι έφυγε. Της βάζει τη φωνή η δράκα από πίσω: «Σκάλα, πλάκωσε τηνε!» «Να σε πλακώσω σένα, που ανεβαίνεις και δε με σκουπίζεις ποτέ, κι αυτή μια φορά ανέβηκε και με σκούπισε». Η δράκα την πήρε από πίσω, πέρασε στο φούρνο, της είπε: «Φουρνάρισσα, σκότωσε τηνε!» «Να σε σκοτώσω σένα, που κείνη μου 'δώσε την ποδιά της να πανίσω». Πέρασε το ποτάμι: «Ποτάμι, παρ' τηνε!» «Να σε πάρω σένα, που πέρναες κι έλεες πως το νερό είναι βρώμικο». Πέρασε απ' τη συκιά: «Συκιά, πλακώσ' τηνε!» «Να σε πλακώσω σένα, που πέρναες κι έλεες πως είναι βρώμικα τα σύκα μου κι αυτή πέρασε κι έφαγε κι είπε πως να 'χε κι η κυρά της στο τραπέζι». Πέρασε από το γάιδαρο: «Γάιδαρε, κλώτσησ' τηνε!» «Να σε κλωτσήσω σένα, που πέρναες ταχτικά κι έτρωα τα κόκαλα κι αυτή πέρασε μια φορά και μου άλλαξε τα κόκαλα και μου έβαλε άχυρα». Πέρασε από το σκύλο: «Σκύλε, φα τηνε!» «Να σε φάω σένα, που 'τρωγα τ' άχυρα και μου 'βαλε τα κόκαλα».

        Τη γλίτωσε πια απ' όλες τις μεριές, πήγε στο σπίτι.

        Ήθελε η μάνα του γιου να τόνε παντρέψει, είχε βρει νύφη. Και δίνει του κοριτσιού σαράντα πουκάμισσα, να πάει στο ρέμα να τα πλύνει, να τα στεγνώσει, να τα σιδερώσει, να τα παρουσιάσει σε μια μέρα, για το γάμο. Κείνη η μαύρη έκλαιε, έκλαιε, έκλαιε και τη γης μάραινε. Τι να κάνει! Την ορμήνεψε ο γιος πάλι'. «Να πας στο ποτάμι και να φωνάξεις: Κορίτσια, να 'ρθετε να πλύνουμε» - το λέω κι ανατριχιάω - «τα πουκάμισσα του μαυροτάρταρου της γης, του χρυσαετού του κόσμου!». Ε! πήγανε τα κορίτσια! αμέσως βρεθήκανε τα κορίτσια μπροστά της, δεν ήτανε μαθές εκ θεού! τα πλύνανε, τα στεγνώσανε, τα σιδερώσανε, τα παρουσίασε το κορίτσι το βράδι, τα 'δωκε στην κυρά της. Η δράκα έσκασε που δε βρήκε πρόφαση να τη νε φάει: «Α! μάγισσα, μάγισσα, ή κύρη δράκο είχες, ή μάνα μάγισσα, ή απ' το γιο μ' τον κακοθάνατο εσύ λόγια κατέχεις».

        «Ούτε που μαι μάγισσα , ούτε κύρη μάγο έχω, ουτ απ' το γιο σ τον καλοθάνατο εγώ λόγια κατέχω», απάντησε εκείνη.

        Αφού η δράκα έλεγε κακοθάνατο, κείνη της έλεγε καλοθάνατο. Κοίταξε, λέω την υπομονή της κοπέλας. Πόσο πια υπομόνεψε! η υπομονή νικά. Τη γλίτωσε και τώρα.

        Εντέλει, στεφάνωσε το γιο με την άλλη νύφη. Και το βράδυ, την έβαλε την υπερέτρια να κρατάει τα λαμπάδια που κοιμότανε τ' αντρόγυνο. Της είπε να μη φωνάξει, για θα τη φάει. Τρέχανε τα λαμπάδια, της καίγανε τα χέρια, τρέχανε τα δάκρυα της, μόν' δεν έκοψε φωνή. «Ε!», είπε ο γαμπρός στη νύφη. «Δεν πας κι εσύ