Συγγραφέας:Αγγελοπούλου, Άννα
 
Μπρούσκου, Αίγλη
 
Τίτλος:Επεξεργασία παραμυθιακών τύπων και παραλλαγών AT 300-499, τ. Α΄+Β΄
 
Τίτλος σειράς:Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας
 
Αριθμός σειράς:34
 
Τόπος έκδοσης:Αθήνα
 
Εκδότης:Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς
 
Έτος έκδοσης:1999
 
Σελίδες:975
 
Αριθμός τόμων:2 τόμοι
 
Γλώσσα:Ελληνικά
 
Θέμα:Ελληνικά παραμύθια-Κατάλογος
 
Τοπική κάλυψη:Ελλάδα
 
Περίληψη:Το βιβλίο αυτό αποτελεί τον τρίτο τόμο του Καταλόγου των Ελληνικών Παραμυθιών του Γ. Α. Μέγα. Υπενθυμίζουμε ότι από το Αρχείο του Γεωργίου Α. Μέγα έχουν ήδη δημοσιευτεί δύο τόμοι. Ο πρώτος, που είναι και ο μόνος που πρόλαβε να δημοσιεύσει ο ίδιος ο συντάκτης του καταλόγου, περιέχει τους Μύθους Ζώων (AT 1-299) . Ο δεύτερος (δημοσίευμα του ΙΑΕΝ αρ. 23), που αποτελεί στην ουσία μία πρόταση επεξεργασίας του καταλόγου του Μέγα, περιλαμβάνει τους παραμυθιακούς τύπους AT 700-749 που αντιπροσωπεύουν το τελευταίο μέρος των Μαγικών Παραμυθιών. Ο παρών τρίτος τόμος περιέχει, πάντα σε αναφορά με τη διεθνή κατάταξη των Aarne-Thompson , τις ελληνικές παραλλαγές των παραμυθιακών τύπων AT 300-499, τύπων που καλύπτουν ένα μεγάλο μέρος από αυτά που ονομάζουμε Μαγικά Παραμύθια (AT 300-749).
 
Άδεια χρήσης:Αυτό το ψηφιοποιημένο βιβλίο του ΙΑΕΝ σε όλες του τις μορφές (PDF, GIF, HTML) χορηγείται με άδεια Creative Commons Attribution - NonCommercial (Αναφορά προέλευσης - Μη εμπορική χρήση) Greece 3.0
 
Το Βιβλίο σε PDF:Κατέβασμα αρχείου 24.63 Mb
 
Εμφανείς σελίδες: 785-804 από: 982
-20
Τρέχουσα Σελίδα:
+20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/52/gif/785.gif&w=600&h=915 34. Αγγελοπούλου - Μπρούσκου, Παραμυθιακοί τύποι

ΠΑΡΑΜΥΘΙΑΚΟΣ ΤΥΠΟΣ AT *433B

Σελ. 785
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/52/gif/786.gif&w=600&h=915 34. Αγγελοπούλου - Μπρούσκου, Παραμυθιακοί τύποι

ΛΕΥΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

Σελ. 786
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/52/gif/787.gif&w=600&h=91534. Αγγελοπούλου - Μπρούσκου, Παραμυθιακοί τύποι

ΠΑΡΑΜΥΘΙΑΚΟΣ ΤΥΠΟΣ AT *433B

Ο Όφις που έγινε βασιλόπουλο

ή

Η κόρη με τους δύο συζύγους

AT: The Prince as serpent

Delarue-Tenèze: Le Prince en serpent

Basile II, 5: Lo serpe (AT 433A + AT 432)

Straparole, II, I: Galiot, roy d'Angleterre, ayant un fils nay porc

H κατάρα της μάνας

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας βασιλιάς και μια βασίλισσα κι απόχτησαν ένα κοριτσάκι, που το βάφτισαν και το βάλανε Μαρία. Η Μαρία μεγάλωνε σιγά-σιγά και τη βάλανε σ' ένα σχολείο να μάθει γράμματα. Στο σχολείο η δασκάλα την περιποιούντανε πάρα πολύ και την αγαπούσε, κι αυτήνη πάλι αγαπούσε τη δασκάλα. Μια μέρα, η δασκάλα της λέει! "θέλεις, Μαρία μου, να με κάνεις εμένα μαμά;" Η Μαρία της είπε.' "Αφού έχω μαμά, πως θα κάνω εσένα;" Η δασκάλα της της έλεγε, της ξαναέλεγε, και η Μαρία, που την αγαπούσε, της είπε μια μέρα: "Ναι, θέλω". Τότε η δασκάλα της είπε: "Όταν πας σπίτι, να ζητήσεις να σου δώσει η ίδια η μαμά σου καρύδια από τη μαρμαρένια κάσα. θα σου λένε να σου δώσουν οι υπηρέτες, αλλά εσύ θα λες, όχι, θέλω να μου δώσει η ίδια η μάνα μου από τη μαρμάρινη κάσα. Τότε εκείνη θα πάει να σου δώσει. Όταν θα είναι σκυμμένη πάνω από την κάσα, ξαφνικά, να ρίξεις το καπάκι της κάσας και θα τη σκοτώσεις". Σχόλασε λοιπόν η Μαρία και το σκεφτότανε. Επειδή όμως αγαπούσε πάρα πολύ τη δασκάλα της, έκανε ό,τι της είπε εκείνη. Πάει στο σπίτι και ζήταγε καρύδια από τη μάνα της. Η μάνα της από τα πολλά πήγε να της δώσει η ίδια. Τη στιγμή λοιπόν που 'τανε σκυμμένη πάνω από την κάσα, η Μαρία ρίχνει γρήγορα το καπάκι και την πλάκωσε. Η μάνα της έβαλε τις φωνές και προτού ξεψυχίσει της είπε: "Αχ, να δώκει ο θεός κι η Παναγιά, συ που με σκότωσες να 'ρχεσαι στο μνήμα μου να σου δίνω συμβουλές, γιατί, γι' αυτό που μου κάνες, θα περάσεις βάσανα μεγάλα".

Κηδέψανε μετά τη βασίλισσα μεγαλοπρεπώς' αφού πέρασαν μερικές ημέρες,

Σελ. 787
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/52/gif/788.gif&w=600&h=915 34. Αγγελοπούλου - Μπρούσκου, Παραμυθιακοί τύποι

είπε η δασκάλα στη Μαρία να ειπεί στο βασιλιά πως ήθελε να της πάρει μαμά. Η Μαρία πήγε με κλάματα και φωνές στο βασιλιά και του λέει: «θέλω μαμά». Κι ο βασιλιάς της λέει: «Ποια παιδί μου, θα σ' αγαπάει σαν τη μαμά σου, για να την πάρουμε;» Τότε η Μαρία του λέει, όπως την είχε συμβουλέψει η δασκάλα της: «θα πάρεις τη δασκάλα μου, αυτήνη θέλω εγώ». Ο βασιλιάς, για να μη χαλάσει το χατίρι του κοριτσιού, πήρε τη δασκάλα.

Αφού παρήλθε κάμποσος καιρός που η Μαρία και η δασκάλα τα πηγαίνανε καλά, καλέσανε το βασιλιά σε πόλεμο από άλλη χώρα. Έφυγε ο βασιλιάς κι έμεινε η δασκάλα μόνη με την Μαρία. Μια γυναικούλα απ' αυτές που 'φτιαχναν τον μπαξέ, δεν είχε παιδιά και παρακάλεσε τον θεό και είπε: «θε μου, δώσε μου ένα παιδί κι ας είναι και όφις». Ο θεός τη λυπήθηκε κι έμεινε γκαστρωμένη τον όφι. Μια μέρα λοιπόν, βγήκε η γκαστρωμένη έξω και λέει: «Αχ, θα γεννήσω τον όφι και ποια μαμή θα ρθει να με ξεγεννήσει, που θα τήνε φάει;» Η βασίλισσα η δασκάλα, που 'τανε στο μπαλκόνι της και τ' άκουσε, λέει: «Μπα, μη σεκλετίζεσαι, κυρά μου, θα στείλω εγώ τη Μαρία την προγονή μου να σε ξεγεννήσει». «Μπα», της λέει αυτήνη, «πώς θα τήνε στείλεις, που 'ναι όφις και θα τη φάει τη βασιλοπούλα». «Τι σας νοιάζει εσάς, θα τη συμβουλέψω εγώ». Κι αμέσως είπε της Μαρίας να πάει να ξεγεννήσει τη γυναίκα του μπαξεβάνη.

Σηκώνεται η Μαρία και πάει στο μνήμα της βασίλισσας, όπως τήνε καταράστηκε: «Μανούλα μου, που σε σκότωσα, γιατί έτσι μου 'πε η δασκάλα μου να κάνω, συμβούλεψε με τι να κάνω, που θέλει η γειτόνισσα να πάω να την ξεγεννησω». Έρχεται λοιπόν ένα βογγητό και μια φωνή από το μνήμα: «Αχ, αυτά κι άλλα πολλά θα πάθεις! να πεις του πατέρα του όφι να πάρει μια κάδη μέλι και μια κάδη γάλα και να 'χουνε κι ένα κασόνι μεγάλο έτοιμο να τον ρίξουνε μέσα. Όταν λοιπόν θα βγαίνει ο όφις, θα λες «στο μέλι, στο γάλα ο όφις» κι αφού φάει το μέλι και το γάλα, θα τόνε ρίξεις στο κασόνι, που θα 'χει μόνο μία τρύπα για να παίρνει φύσημα». Έτσι κι έγινε' η Μαρία με τη συμβουλή της μάνας της κατάφερε κι έριξε τον όφι μες στο κασό. Ο βασιλιάς δεν είχε επιστρέψει ακόμα από τον πόλεμο κι ο όφις μεγάλωνε. Του ρίχναν κι έτρωγε από την τρύπα.

Αφού πέρασαν κάμποσα χρόνια μεγάλωσε ο Όφις και μια μέρα φωνάζει: «Μάνα, θέλω να με μάθεις γράμματα. Παιδί μου, ποιος θα σε μάθει γράμματα, που θα τόνε φας», λέει η μάνα του. «Αυτήνη που με ξεγέννησε θα με μάθει και γράμματα», απαντάει ο Όφις. Το 'πάνε πάλι της Μαρίας. Σηκώνεται αυτή και πάει πάλι στης μάνας της το μνήμα. Άρχισε να κλαίει απαρηγόρητα και να λέει: «Μάνα μου, συμβούλεψε με τι να κάνω, που θέλει ο Όφις να του μάθω γράμματα». Κι η μάνα της της είπε: «Να πεις στον πατέρα του Οφι να κάνει τρεις βεργιές σιδερένιες, και θα του λες άλφα, Όφι, άλφα θα σου λέει, βήτα, Όφι, βήτα θα σου λέει, γάμα, Όφι, γάμα θα σου λέει. Στο δέλτα θα θελήσει να σε φάει, αλλά εσύ θα του πεις, δέλτα, Όφι, και θα του σπάσεις τη μια βέργα στο κεφάλι, έπειτα την άλλη και την άλλη. Τότε θα μπει μες στο κασόνι και δε θα σε φάει». Έτσι, η Μαρία έκανε ό,τι της είπε η μάνα της και κατόρθωσε με τον τρόπο αυτό να μάθει και

Σελ. 788
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/52/gif/789.gif&w=600&h=91534. Αγγελοπούλου - Μπρούσκου, Παραμυθιακοί τύποι

γράμματα. Αφού πέρασε πάλι κάμποσος καιρός, λέει ο Όφις στη μάνα του με χοντρή φωνή: "Μάνα, θέλω να με παντρέψεις". "Μπα, τρελό κακό που σου 'ρθε, που θέλεις να παντρευτείς, και ποια σε παίρνει εσένα βρε, που 'σαι Όφις;" του λέει η μάνα του. Τότες ο Όφις λέει: "Αυτή που με ξεγέννησε, αυτή που μου 'μαθέ γράμματα, αυτήνη θα μου δώσετε γυναίκα. Τη Μαρία". "Πώς θα σου δώσουμε γυναίκα τη Μαρία, σένα που 'σαι Όφις και θα τη φας;" "Δεν την τρώω, δεν την τρώω, άμα δε μου τη δώσετε, θα βγω να σας φάω όλους". Η δασκάλα τότε, τα 'κουσε αυτά και λέει: "Ξέρεις, Μαρία, θα σε παντρέψουμε". "Και ποιον θα μου δώσετε;" "θα σου δώσουμε, παιδί μου, τον Όφι άντρα, που τον ξεγέννησες, του μαθές και γράμματα, γιατί έτσι θέλει". Μόλις τ' άκουσε αυτά η Μαρία, και μια και δύο πάει πάλι στο μνήμα της μητέρας της να της δώσει συμβουλή: "Μάνα μου, μανούλα μου, μου λένε να πάρω τον Όφι άντρα μου, τι να κάνω, συμβούλεψε με". Τότε ακούγεται βαθιά από τον τάφο ένα απόφωνο κι η μάνα της της είπε: "Να τόνε πάρεις, παιδί μου, τον Όφι και μη φοβάσαι, δε θα σε φάει, αλλά να προσέξεις καλά".

Τον πήρε η Μαρία τον Όφι. Στεφανωθήκανε και πήγανε στην κάμαρα, που την είχανε στολισμένη με το κρεβάτι της, με όλα έτοιμα. Ο Όφις έκατσε σε μια γωνιά κι η Μαρία μαζεύτηκε κουβαράκι, φοβισμένη πάνω στο κρεβάτι. Από την κλειδαρότρυπα η μάνα κι οι άλλοι παραμονεύανε μήπως τη φάει. Τότες ο Όφις της λέει σιγά-σιγά: "Μαρία, Μαρία, σήκω να βουλώσεις την κλειδαρότρυπα και μη φοβάσαι, γιατί εγώ δεν είμαι όφις, είμαι βασιλόπουλο, που γεννήθηκα όφις από την κατάρα κάποιας μάγισσας". Κι αμέσως, μόλις βούλωσε την κλειδαρότρυπα η Μαρία, βγαίνει από το δέρμα ένα ωραίο βασιλόπουλο κι έλαμψε όλη η κάμαρα. Της λέει: "Πρόσεξε, μη με μαρτυρήσεις πουθενά, γιατί μ' έχασες και θα λιώσεις τρία ζευγάρια σιδερένια παπούτσια για να μ' ευρείς· πρόσεξε λοιπόν και το πρωί θα μπω πάλι στο δέρμα μου". Μόλις λοιπόν ήρθαν τα χαράματα, μπαίνει μες στο δέρμα του και κάθησε πάλι στη γωνιά. Χτυπάει την πόρτα η μάνα του Όφι, μπαίνει μέσα και ρωτάει: "Παιδί μου, μήπως έκανε να σε φάει;" "Όχι, όχι", απαντάει η Μαρία. Τότε ο Όφις της λέει: "Μάνα, να με φέρεις μια καρδάρα μέλι και μια γάλα, πεινάω, θέλω να φάω". Έτσι πέρασε η πρώτη βραδιά, πέρασε κι η επόμενη. Έφεξ' ο θεός τη μέρα και ρωτάγανε πάλι τη Μαρία πως τα πέρασε' δεν τους έλεγε τίποτε, μα στο τέλος την επιέσανε πολύ, την εστενοχωρήσανε και της είπανε πως κάτι θα ξέρει αυτήνη και δε λέει. Από τα πολλά την αναγκάσανε τόσο πολύ και το μαρτύρησε. Αμέσως ο Όφις χάθηκε, έγινε σκόνη κι εξαφανίστηκε μεμιάς. Η Μαρία έμεινε απαρηγόρητη· λέει στην πεθερά της πως πρέπει να λιώσει τρία ζευγάρια σιδερένια παπούτσια για να τον εύρει. Η μάνα της η δασκάλα ούτε νοιαζότανε καθόλου. Πάει λοιπόν η Μαρία πάλι στο μνήμα της μάνας της και τη συμβουλεύτηκε. Της είπε η μάνα της: "θα περάσεις όρη και βουνά και δάση, θα τραβήξεις πολλά βάσανα ακόμα, και πολλές περιπέτειες για να τον ευρείς. Αυτά κι άλλα χειρότερα θα πάθεις".

Φεύγει η Μαρία, αφού πήρε τα τρία ζευγάρια παπούτσια. Πέρασε όρη, βουνά και δάση, κοψιδιάστηκε, ματώθηκε, και στο δρόμο απαντάει μια γριούλα που

Σελ. 789
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/52/gif/790.gif&w=600&h=91534. Αγγελοπούλου - Μπρούσκου, Παραμυθιακοί τύποι

ήταν η τύχη της και της λέει: "θα πάρεις αυτόν το δρόμο και θα τραβήξεις πολύ μακριά, στο τέλος του δρόμου θα βρεις μια πλάκα, θα τη σηκώσεις και θα κατέβεις κάτω, πολύ βαθιά μέσα στη γη. θα δεις..., αλλά να μη φοβηθείς". Πήρε λοιπόν η Μαρία το δρόμο και τράβηξε ίσια. Βρίσκει την πλάκα όπως της τα 'πε η γριά, τη σηκώνει με πολύ κόπο κι άρχισε να κατεβαίνει πολλά σκαλιά κάτω στα βάθη της γης. Κατεβαίνει καμιά φορά και τι να δει, μεγάλη πολυτέλεια, όλα γύρω της λάμπανε. Βλέπει κι ένα νεαρό που ήτανε καθισμένος στην καρέκλα και δε μπορούσε να σηκωθεί, σαν να ήταν καρφωμένος εκεί, σαν να τον κρατούσε κάποια μαγική δύναμη. Της είπε λοιπόν ο νέος μόλις την είδε: "Άνθρωπος είσαι, κυρά μου, ή νεράιδα; τι είσαι κι έρχεσαι εδώ, στον κάτω κόσμο;" Η Μαρία του πε πως ήταν άνθρωπος και τον ρώτησε πως βρίσκεται εκεί κάτω, τόσο βαθιά στη γη. Αυτός τότε της είπε: "Είμαι βασιλόπουλο, με λένε Γιωργή και με πήραν οι νεράιδες από το παλάτι του πατέρα μου, με φέρανε και με κλειδώσανε εδώ και κάθε νύχτα που γυρίζουν, με βάζουν και παίζω βιολί κι αυτές χορεύουνε. Κάθισε εδώ κοντά μου λοιπόν, Μαρία, και, μόλις έρθουνε αυτές, θα σου δώσω εγώ ένα μπάτσο και θα γίνεις πορτοκάλι και θα σε βάλω στη τσέπη μου". Έτσι ακριβώς γένηκε. Έρχονται αυτές, μυρίζουν γύρω τους τον αέρα και του λένε "βασιλικό αίμα μυρίζει, τι είναι δω μέσα;" κι αυτός τους απαντάει: "Από βασιλική ράτσα έρχεστε και μυρίζει βασιλικό αίμα". Κι άρχισε αμέσως να βαράει το βιολί κι αυτές να χορεύουνε. Αυτό συνεχίστηκε πολλές βραδιές, ώσπου στο τέλος η Μαρία, που, μόλις φεύγαν οι νεράιδες γινόταν πάλι άνθρωπος, έμεινε έγκυος με τον Γιωργή. Μετά από κάμποσον καιρό, της λέει ο Γιωργής: "Μαρία, είναι τώρα καιρός να φεύγεις, θα σε στείλω στο σπίτι μου, στο βασίλειο μου. Και κει θα ζητήσεις να μπεις από τη χορταριασμένη πόρτα, απ' όπου με πήρανε μένα οι νεράιδες. Την πόρτα αυτή υπάρχει συνήθεια να μην την ανοίγουνε καθόλου και τώρα θα 'χει χορταριάσει και θα 'χει αγκάθια. Από αυτήν την πόρτα θα μπεις και θα τους πεις να πάρουνε τρία τσουβάλια λιβάνι και στρατό πολύ και να 'ρθούνε να με πάρουνε".

Φεύγει η Μαρία και πάει για το παλάτι του Γιωργή. Έφτασε με τα πολλά. Η βασίλισσα είχε δώσει διαταγή όλους όσους περνούσανε από το παλάτι, κουτσούς, στραβούς, διακονιαρέους, να τους ρωτάνε μην είδανε ή μην ξέρουνε τίποτα για το Γιωργή. Πέρναγε λοιπόν κι η Μαρία και ζήτησε να την αφήσουν να περάσει μέσα να ξεκουραστεί. Της είπαν να περάσει αλλά αυτή ήθελε από τη χορταριασμένη πόρτα. Οι υπηρέτες δεν την άφηναν, αλλά αυτή επέμενε. Τότε ειδοποιήσανε τη βασίλισσα και τη ρώτησαν τι έπρεπε να κάνουν. Αυτήνη είπε: "Αφού επιμένει τόσο πολύ, θα της ανοίξουμε από τη χορταριασμένη πόρτα, ίσως να 'ναι καλό χαμπέρι". Τη μπάσανε μέσα, την περιποιηθήκανε, της δώσανε δωμάτιο. Αφού ξεκουράστηκε, είπε: "Ας είσθε καλά κι ο θεός να δώσει να ξανάρθει πάλι πίσω ο κυρ-Γιωργής". Τότε τη ρώτησαν όλοι πούθε τον ξέρει, αλλ' αυτή απάντησε πως ακουστά τον έχει μόνον.

Πέρασε κάμποσος καιρός από τότε που είχε πάει στο παλάτι και καθόταν εκεί. Μια μέρα την επιάσανε οι πόνοι να γεννήσει. Εγέννησε κι έκανε ένα αγοράκι. Η

Σελ. 790
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/52/gif/791.gif&w=600&h=91534. Αγγελοπούλου - Μπρούσκου, Παραμυθιακοί τύποι

βασίλισσα την περιποιήθηκε και της ετοίμασε ωραία κούνια και σπάργανα για το παιδί. Μια μέρα, όπως περνούσε η βασίλισσα έξω από την κάμαρα της Μαρίας, την άκουσε που νανούριζε το παιδί και του λέγε:

Νάνι σου, μάτια μ', νάνι σου,

να το 'ξερέ η γιαγιούλα σου

πως είσαι του κυρ-Γιωργή παιδί

χρυσή κουνίστρα θα 'κάνε

κι αργυροκουνιστήρια.

Πρόσεξε κι αφουγκράστηκε καλά η βασίλισσα και τ' άκουσε να του το ξαναλέει. Τότε μπαίνει με ορμή μέσα και ρώτησε τη Μαρία ποιανού είναι το παιδί και τι λόγια ήταν αυτά που άκουσε. Η Μαρία της τα πε όλα και ότι το παιδί ήταν εγγονάκι της. Η βασίλισσα την ανέβασε απάνω, πήρανε αμέσως μία βάγια για το μικρό κι αφού τα τακτοποιήσανε όλα, ξεκίνησαν με πολύ στρατό και τρία τσουβάλια λιβάνι, να πάνε να πάρουν τον κυρ-Γιωργή. Μόλις φτάσανε, ανάψανε το λιβάνι και γιόμισε όλος ο τόπος καπνό. Τον επήρανε και φύγανε, αλλά γύρισαν οι νεράιδες κι αρχίνησαν να τους κυνηγούν για να τον πάρουν πίσω. Αλλά από το λιβάνι δεν μπορούσανε να τους ακολουθήσουνε. Έτσι φτάσανε στο παλάτι. Αμέσως βγάλανε τα μαύρα, στολίσανε το παλάτι και το τι γίνηκε μην τα ρωτάς, πράματα και θάματα. Ο Γιωργής στεφανώθηκε τη Μαρία και ήταν πολύ ευτυχισμένοι. Εν τω μεταξύ, ο Όφις είχε γίνει ένας πλανόδιος έμπορος, το 'μαθέ πως η Μαρία τον πήρε τον κυρ-Γιωργή και μια και δύο σηκώνεται και πάει στο παλάτι. Μπήκε στον κήπο και ζήτησε από τις υπηρέτριες να του δώσουν λίγο νερό. Αυτούνες πήρανε το κανατάκι της Μαρίας και του δώκανε. Αφού ήπιε, το γέμισε πάλι, ρίχνει μέσα ένα δαχτυλίδι του, που 'γράφε πάνω Όφις και τους το 'δωκε να το πάνε στην κυρά τους. Μόλις το πήρε αυτήνη, πήγε να πιει νερό και βλέπει και το δαχτυλίδι. Αμέσως κιτρίνισε κι είπε: "Τώρα τι θα γενώ, τι 'ναι τούτο πο 'παθα;" Δεν είπε όμως τίποτα στο Γιωργή. Την άλλη μέρα ο Όφις ζήτησε και είδε τον κυρ Γιωργή και του 'πε: "Η Μαρία πο 'χεις συ γυναίκα σου, είναι δική μου". "Μα πως είναι δική σου;" του απάντησε. Κι ο Όφις του λέει: "Αυτήνη με ξεγέννησε, αυτήνη μ' έμαθε γράμματα, αυτήνη και με παντρεύτηκε. Είναι δίκη μου λοιπόν".

Επειδή δε συμφωνούσαν, την άλλη μέρα πήγαν στον κατή κι αυτός τους είπε: "Ο Γιωργής να πάρει παξιμάδια κι ο Όφις νερό και η Μαρία με το παιδί στα χέρια και να κάνουνε μια πορεία μεγάλη πολύ. Όταν κουραστεί, η Μαρία θα ζητήσει ή νερό ή παξιμάδια' ό,τι ζητήσει, αυτός θα την πάρει".

Τράβηξαν λοιπόν μια πορεία πολύ μεγάλη, η Μαρία ίδρωσε, κουράστηκε, και δε μπορούσε να βαστάξει άλλο, είχε γίνει στουπί, και τότε είπε:

Για σένα, Όφι, χάνομαι, για σε Γιωργή πεθαίνω,

Όφι, δώσε μου νερό, και πάρτε την ψυχή μου.

Σελ. 791
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/52/gif/792.gif&w=600&h=91534. Αγγελοπούλου - Μπρούσκου, Παραμυθιακοί τύποι

Αμέσως της δώσανε νερό αλλά προτού προφτάσει να πιει, ξεψύχησε κι έτσι την εχάσανε και οι δυο. Έτσι ξεπληρώθηκαν όλα όσα της είχε πει η μάνα της. Σ' όλο αυτό το αναμεταξύ, ο πατέρας της Μαρίας έλειπε στον πόλεμο. Καμιά φορά γύρισε, αφού τέλειωσε ο πόλεμος, και δε βρήκε τη Μαρία στο παλάτι. Ρώτησε τη δασκάλα κι αυτήνη του 'πε πως έφυγε. Όταν όμως ο βασιλιάς έμαθε πως αυτή είχε ξεκάνει τη Μαρία με όσα της έλεγε, την εσκότωσε κι αυτήνη κι έμεινε μόνος του κι απαρηγόρητος, χωρίς τη Μαρία του.

ΛΦ 1871, 2-11. Καταγραφή από τη Χρυσάλλη Μαρία από το Μεσολλόγγι, 1960.

ΣΥΝΘΕΤΙΚΗ ΠΑΡΑΛΛΑΓΗ

Ι. Η γέννηση του ήρωα

α.' Ο ήρωας γεννιέται με μορφή φιδιού' α1: από μια βασίλισσα (πατέρα) άτεκνη(ο)· α2: που έφαγε, ακολουθώντας τη συμβουλή μιας μάγισσας, δύο κρεμμύδια για να τεκνοποιήσει, χωρίς όμως να ξεφλουδίσει το δεύτερο κι έτσι γέννησε ένα παιδί κι ένα φίδι' α3: που ζήτησε αστόχαστα από τον θεό παιδί, κι ας ήτανε και φίδι" α4: που κοιμήθηκε με δράκο" α5: άλλο.

ΙΙ. Η ηρωίδα

α! Η νεαρή ηρωίδα αγαπά' α1: τη δασκάλα της' α2: τη μοδίστρα' α3: την ξομπλιάστρα (άλλο)' α4: που είναι ερωτευμένη με τον πατέρα της κόρης και θέλει να τον παντρευτεί' α5: και συμβουλεύει τη νεαρή ηρωίδα να σκοτώσει τη μάνα της, κλείνοντας πάνω στο κεφάλι της το καπάκι μιας κασέλας' α6: γεμάτης με καρύδια' α7: με κεντήματα' α8: άλλο.

β: Μετά το θάνατο της μάνας της, η ηρωίδα' β1: ακολουθώντας τις συμβουλές της δασκάλας (άλλο)' β2: πείθει τον πατέρα της να την παντρευτεί' β3: και καταφέρνει μόνη της να λύσει τα ζητήματα που αυτός της προβάλλει σαν εμπόδια' β4: να πέσει μόνο του ένα παπούτσι που κρέμεται στο καρφί' β5: να λιώσει ένα ζευγάρι παντόφλες που κρέμονται στην οροφή' β6: άλλο.

γ: Μετά το γάμο της με τον πατέρα της ηρωίδας, η δασκάλα αρχίζει να μισεί τη θετή της κόρη και θέλει να την ξεκάνει' γ1: κυρίως όταν αποκτά δικό της

Σελ. 792
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/52/gif/793.gif&w=600&h=91534. Αγγελοπούλου - Μπρούσκου, Παραμυθιακοί τύποι

παιδί" γ2: μια κόρη άσχημη (συμφυρμός με το AT 403, όπ. βλ. ανάλυση), που, όταν τη στείλει να πλύνει, όπως και την ηρωίδα, συναντά ένα γέρο, που τον βρίζει και της φυτρώνουν κέρατα σε όλο της το κορμί, ενώ η ηρωίδα, όταν τον είχε συναντήσει, τον είχε περιποιηθεί και της είχε δώσει χρυσά μαλλιά και ρούχα.

ΙΙΙ. Η συνάντηση τον Όφι με την ηρωίδα

α: Η μητριά στέλνει την ηρωίδα να ξεγεννήσει τη βασίλισσα από το φίδι, που σκοτώνει κάθε επίδοξη μαμή δαγκώνοντας (κόβοντας) της τα χέρια· α1: πριν από τη δοκιμασία, η ηρωίδα πηγαίνει στον τάφο της μητέρας της' α2: η μάνα έρχεται στον ύπνο της· α3: και τη συγχωρεί' α4: της λέει ότι κι αυτή θα τελειώσει άδικα' α5: και τη συμβουλεύει' α6: να βάλει σιδερένια χέρια' eu: ένα καζάνι μέλι, ένα καζάνι γάλα (κι ένα σινί γανωμένο)' α8: για να ξεγεννήσει το φίδι' α9: χρυσά (σιδερένια) βυζιά για να το θηλάσει, γιατί σκοτώνει όλες τις βυζάχτρες· α10: άλλο' α11: σιδερένια τσιμπίδα για να του μάθει γράμματα.

β: Μεγαλώνοντας ο Όφις ζητά να παντρευτεί' β1: αλλά σκοτώνει όλες τις υποψήφιες συζύγους την πρώτη νύχτα του γάμου' β2: δασκαλεμένη από τη μάνα της (άλλο) η ηρωίδα, φορά εφτά φουστάνια (σαράντα, άλλο) και, όταν ο Όφις της ζητά να γδυθεί, του ζητά να βγάλει εκείνος πρώτος το φιδίσιο πουκάμισο του' β3: που το καίει' β4: έτσι βγάζει ένα-ένα τα φορέματα της, εφόσον κι εκείνος βγάζει τα πουκάμισα του' β5: στο τέλος, ο Όφις απομένει γυμνός και γίνεται πεντάμορφος νέος' β6: παντρεύονται και ζουν ευτυχισμένοι' β7: ο Όφις πεθαίνει γιατί του καίει η μάνα του τα πουκάμισα κι η ηρωίδα τον ζωντανεύει τρίβοντας τον με σκόνη.

γ. Ο Όφις φεύγει στον πόλεμο κι η κακή μητριά αλλάζει την αλληλογραφία του, γράφοντας να διώξουν την ηρωίδα από το παλάτι ή να τη σφάξουν (συμφυρμός με το AT 706, όπ. βλ. ανάλυση).

IV. Η ηρωίδα συναντά δεύτερο σύζυγο

α: Διωγμένη η ηρωίδα φτάνει σε μια σπηλιά' α1: όπου βλέπει έναν πεθαμένο (μια σκιά)' α2: ένα νέο να βγαίνει από τον τάφο' α3: και νεράιδες (δράκους)' α4: που τον παίρνουν μαζί τους και τον πεθαίνουν α5: στο χορό' α6: με τα φιλιά τους· α7: κάθε βράδυ· α8: και τον αφήνουν στον τάφο του κάθε πρωί' α9: γιατί σκότωνε τις γυναίκες του όσο ζούσε' α10: τον ανασταίνει με τα δάκρυα της' α11: άλλο.

β: Ο πεθαμένος στέλνει την ηρωίδα στο παλάτι της μάνας του όταν μείνει έγκυος, ζητώντας της να πει τ' όνομα του' β1: κι η μάνα του τη φιλοξενεί' β2: τη νύχτα ο δεύτερος σύζυγος (άλλο) την επισκέπτεται' β3: και νανουρίζει το παιδί τους (συμφυρμός με AT 425E, όπ. βλ. ανάλυση)· β4: από τα λόγια του νανουρίσματος η μάνα (ο πατέρας) αναγνωρίζει τον εγγονό της (το γιο της)' β5: και τον σώζει από τις νεράιδες (δράκους)' β6: τυλίγοντας το παλάτι με τριακόσιες εξήντα έξι

Σελ. 793
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/52/gif/794.gif&w=600&h=91534. Αγγελοπούλου - Μπρούσκου, Παραμυθιακοί τύποι

πήχεις μονοκόματο πανί, για να μη μπουν οι νεράιδες, που χτυπιούνται όλη νύχτα' έτσι ξημερώνει και το πεθαμένο βασιλόπουλο απαλλάσσεται από τις νεράιδες κι επιστρέφει στη ζωή' β7.' άλλο· β8.' παντρεύεται την ηρωίδα και ζουν ευτυχισμένοι με το παιδί τους.

V. Η επιστροφή του πρώτου συζύγου

α.' Ο Όφις επιστρέφει από τον πόλεμο και ψάχνει τη γυναίκα του' α1 Γ αφού τιμωρεί σκληρά τη μητριά της· α2: φτάνει στον τόπο που ζει η ηρωίδα και την αναγνωρίζει τυχαία· α3: από ένα ασημένιο δόντι της, ξέροντας ότι της είχε σπάσει ένα δόντι στο πάλεμα, με το φτερό του' α4: τα δύο βασιλόπουλα μαλώνουν για το ποιος θα πάρει την κόρη· α5: ο πρώτος σύζυγος έρχεται με στρατό να πολεμήσει το δεύτερο.

β: Ανεβαίνουν κι οι τρεις σ' ένα βουνό' β1: ακολουθώντας τη συμβουλή ενός πνευματικού (άλλο)· β2: ο ένας σύζυγος κουβαλά ψωμί, ο άλλος νερό' β3: ή το παιδί τους· β4: της δίνουν φάρμακο να κοιμηθεί, περιμένοντας να δουν από ποιον θα ζητήσει νερό, όταν ξυπνήσει' β5: απ' όποιον ζητήσει η κόρη πρώτα νερό (άλλο), μ' αυτόν θα μείνει για πάντα.

VI. Το δίλημμα της ηρωίδας

α: Η ηρωίδα· α1: ζητά νερό από τον ένα' α2: και λέει ότι αγαπά τον άλλο· α3: λέει ότι αγαπά και τους δυο' α4: και πεθαίνει· α5: από τον πόνο' α6: από τη δίψα' α7: ο δεύτερος σύζυγος κρατάει το παιδί' α8: οι σύζυγοι πεθαίνουν κι αυτοί.

β: Και μένει για πάντα γυναίκα του Όφι  β1: που κρατά το νερό' β2: το ψωμί' β3: η μητριά σκάει από το κακό της· β4: τη σκοτώνει ο Όφις μαζί με την κόρη της (άλλο)' β5: ο δεύτερος σύζυγος, ενώ φεύγουν, τους δίνει μαζί και το παιδί.

ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΠΑΡΑΛΛΑΓΩΝ

ΗΠΕΙΡΟΣ

1. ΛΑ 433Β*, 2, άτιτλο. Ι: α, α3. ΙΙ: α, α1, α4, β, (32, β3, γ. ΙΙΙ: α, α1, α2, α3,

α5, β, β1, β2, β3, β4, β5, β6, γ (και τη σφάζουν). Ατελές.

2. ΑΦ 895, 5-7, Πρέβεζα, "Το φίδι που έγινε άνθρωπος". Ι: α. ΙΙ: α, α1, α4, α5, α8 (μέλι), β, β1, β2, γ. ΙΙΙ: α11 (μόνο δασκάλα) , β1, β2 (εννιά πουκάμισα), β4, β5, β6, γ. IV: α, α2, α3, α4, β, β1, β2, β3, β7 (λέει στη μάνα του

Σελ. 794
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/52/gif/795.gif&w=600&h=91534. Αγγελοπούλου - Μπρούσκου, Παραμυθιακοί τύποι

να δέσει κόκκινο υφάδι από έναν αναμμένο φούρνο μέχρι τη σπηλιά του Κυριαζή' οι νεράιδες καίγονται, ο Κυριαζής ξεμαγεύεται), β8. V'. α, α2, α4, β, β2 (νερό), β3. VI: α, α1, α3, α4, α6, α7.

3. Hahn 1, 212 και 2, 31, 231, "Schlagenkind". 7: α. ΙΙΙ: β, β2, β4, β5, β6, γ. 7F: α, α1. Συναντά τον Κήρυκο κι αγαπιούνται. Όταν τη βρίσκει ο Όφις, την αφήνουνε στους πρόποδες του βουνού κι εκείνοι ανεβαίνουν ψηλά, ώσπου να ζητήσει νερό. Όποιος προλάβει και τρέξει, θα την πάρει· πετυχαίνει ο Όφις.

ΘΡΑΚΗ

4. ΛΑ *433Β, 1, "Η Ροδούλα, ο δράκος κι ο κυρ Γιώργης". Ι: α. ΙΙ: α, α1, α4, β, β1, β2, β3, β6 (να κοπεί μονάχη της η κόρδα του δοξαριού, να φτάσει στο καλάθι με σταφύλια, που κρέμασε στο ταβάνι), γ. ΙΙΙ: α, α1, α3, α5, α7, "8, β, β1, β2, β3, β4, β5, β6, γ. IV: α, α1, α10, β7. V: α, α2, α3, α4, β, β1, β2. VI: β, β2. (Πβλ. ΒΡ Π, 234, Al, B1).

5. Θρακικά 15, 343-355, "Η Τρισκαταραμένη". Μεταφράστηκε από τον Dawkins MGF, αρ. 14, "The Girl with the two husbands". Ι: a, al, a3. ΙΙ: a, al, a5, a6, β, β1, β2, β3, β6 (πετά σάπια λεμόνια στην αλυσίδα που κρατά δεμένα τα παπούτσια, για να σκουριάσει), γ. ΙΙΙ: a, al, a5, a6, a9, ail, β, β1, β2, β3, β4, β5, β6, γ. IV: α, α1, α3, α8, β, β1, β2, β3, β4, β7 (σκοτώνουν όλους τους πετεινούς και ξεγελιούνται οι νεράιδες κι ενώ ξημερώνει, σκάνε" έτσι γλιτώνει ο Ρήγας), β8. V: α, α2, β1 (ενός δικαστή), β4, β5. VI: α, α1, α2, α3, α4, α5, α6, α8.

ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ

6. ΛΑ *433Β, 4, Βέροια, "Η Όφιους". 7: α, α1 (πατέρας άτεκνος), α3. ΙΙΙ: α11 (η δασκάλα του μαθαίνει γράμματα με σιδερένια βέργα), β, β1, β2 (η τύχη συμβουλεύει τη μικρότερη τριών αδερφών), β4, β5, β7, β6.

ΝΗΣΙΑ ΤΟΥ ΑΙΓΑΙΟΥ

α. Νησιά Ανατολικού Αιγαίου

Ι. ΑΦ 790, Πολίχνιτος Μυτιλήνης, "Το φίδι που έγινε βασιλόπουλο". Γ. α, α2. ΙΙΙ: β, β1, β2 (9 πουκάμισα), β4, β5, β6.

β. Δωδεκάνησα

8. Dawkins 45 Stories, 36, 369-393, Ασφεντιού Κω, "Η Γιαβρούδα". ΙΙ: α, α3, α4, α5, α6, β, β1, β2, γ. ΙΙΙ: α, α1, α5, α6, α8, α10 (με σφουγγάρια

Σελ. 795
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/52/gif/796.gif&w=600&h=91534. Αγγελοπούλου - Μπρούσκου, Παραμυθιακοί τύποι

βουτηγμένα στο γάλα και στο μέλι), β, β1, β2, β3, β4, β5, β6, γ. IV'. α, α2, α3, α4, α5, α9, β, β1, β2 (ενώ δεν έχουν κοιμηθεί μαζί), β3, β4, β6, β8. F: α, α1, α2, β, β1, β2 (ο Όφις νερό), β3, β5. VI: α, α1, β, β1, β3, β5. Στις σημειώσεις του στη Γιαβρούδα, Ο Dawkins παρατηρεί (σ. 388-393), ότι το όνομα του δεύτερου συζύγου, Νέρος, είναι το Έρως με προσθήκη του ν, προσθήκη κοινή στη νεοελληνική (π.χ. ήλιος-νήλιος, ώμος-νώμος, κλπ.), πράγμα που δείχνει κάποια επίδραση της λογοτεχνίας στην προφορική παράδοση.

γ. Εύβοια-Σποράδες

9. Πέρδικα, 23, 227-232, Σκύρος, "Ο Τσυρόγλες". ΙΙ: α, α1, α4, α5, β, β1, β2, β3, β5, γ, γ1, γ2. ΙΙΙ: α1, α3, α5, α9, β, β1, β2, β4, β5, β6, γ. IV: α (σκιά), β, β1, β2, β3, β5, β7 (σκιάζοντας τα παράθυρα δε βλέπει τη μέρα να 'ρχεται και ξεμαγεύεται), β8. V: α, α1 (την κρεμάει), α2, α5, β1, β5. VI: α, α1, α2, α4, α5. Σύμφωνα με τον Dawkins, το όνομα Τσυρόγλες είναι παραφθορά του τουρκικού Κιόρογλου (όπως και το Κηρύκος και Κίρογλου στο Hahn). Σημαίνει "ο γιος του τυφλού" και υπάρχει ένας επικός ήρωας του 17ου αιώνα, ένας είδος τούρκου κλέφτη, που λέγεται Κιόρογλου' τα ανδραγαθήματα του περιγράφονται σε πεζά τουρκμενικά κείμενα ή ακόμα και σε τουρκικές μπαλάντες. Αυτό δείχνει, κατά τον Dawkins, πέρασμα του παραμυθιού από τη Μικρά Ασία στην Ελλάδα.

δ. Κυκλάδες

10. ΛΑ 1395, 259-268, Τήνος, "Ο εφτασκέπαστος βασιλιάς". Ι: α. ΙΙ: α, α1, α4, β, β1, β2, β3, β5, γ. ΙΙΙ: α, α6, α8, β, β1, β3, β4, β5, β6.

ΝΗΣΙΑ ΤΟΥ ΙΟΝΙΟΥ

11. ΛΑ *433Β, 6, Ιθάκη, "θα σου πω για κείνη την κοπελούλα, που την έβαλε η δασκάλα της να σκοτώσει τη μάνα της για να παντρευτεί τον πατέρα της". ΙΙ: α, α1, α4, α5, β, β1, β2, γ. ΙΙΙ: α, α1, α5, α6, β, β1, β2, β4, β5, β6.

12. ΛΑ *433Β, 3, Κεφαλλονιά, παρόμοιο με το 433Β, 1, διαφέρει το εισαγωγικό μοτίβο β5.

ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΣ

13. ΣΠ 44, 122-126, Κυπαρισσία Τριφυλίας. 7: α5. ΙΙ: α3, α4, α5, β, β1, β2, γ. ΙΙΙ: α, α1, α5, α6, α11, β, β1, β2, β4, β5, β6, β7.

Σελ. 796
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/52/gif/797.gif&w=600&h=91534. Αγγελοπούλου - Μπρούσκου, Παραμυθιακοί τύποι

ΣΤΕΡΕΑ ΕΛΛΑΔΑ

14. ΛΦ1871, 2-11, Μεσολόγγι, "Η κατάρα της μάνας". Ι: α, α3. Π', α, α1, α5, β, β2. ΙΙΙ: α, α1, α4, α5, α7, α8, α11, β, β5 (να μην τον μαρτυρήσει' συμφυρμός με AT425D, τον μαρτυράει, εκείνος εξαφανίζεται, φεύγει να τον βρει). IV: α, α1, α3, β, β1, β4, β5, β7, β8. V: α, "2, α4, β1, β2, β5, VI: α, α1, α2, α4, α6.

ΜΙΚΡΑ ΑΣΙΑ - ΠΟΝΤΟΣ - ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑ α. Πόντος

15. ΚΜΣ, 38, 1-26, Σαράντα Κρώμνης, "Το κορτσόπον ντο εγέντον βασίλισσα κι η τερζάβα". Ι: α. ΙΙ: α, α2, α4, α5, "8 (μέσα στο βαρέλι με το μέλι, την πνίγει), β, β1, β2, γ. ΙΙΙ: α, α1, α10 (να πάρει τρία ραβδιά, τρία βελόνες και να χτυπήσει τα τρία κεφάλια του φιδιού' σκοτώνει το φίδι στο δάσος). ΙΙΙ: α, α1, α10 (βρίσκει στη σπηλιά ωραίο παλικάρι' είναι ο πρίγκιπας, που τον αντικατέστησε με φίδι ο κακός αδερφός του βασιλιά, για να συκοφαντήσει τη βασίλισσα πως γεννούσε φίδια. Το βασιλόπουλο μοιάζει του βασιλιά' φανερώνεται η αλήθεια. Ακολουθεί γάμος. Η κακιά μητριά βάζει την άσχημη κόρη της στη θέση της ηρωίδας, που ρίχνει στο πηγάδι του μύλου. Τη βασιλοπούλα σώζει ο μυλωνάς. Παραλλαγμένη παραλλαγή.

ΚΥΠΡΟΣ

16. ΛΦ 361, Ξερό Ευρύχου, "Ο Ασβάντης κι ο Όφις". ΙΙ: α, α1, α5, α8 (με φορεσιές), β, β2, γ. ΙΙΙ: α, α1, α5, α7, α8, α10 (ένα ασκί με γάλα), β, β1, β2, β4, β5 (συμφυρμός με AT 425D, πηγαίνουν σ' ένα γάμο κι εκείνη λέει πως είναι ο άντρας της' αυτός φεύγει κι εκείνη ξεκινάει να πάει να τον βρει). IV: α, α11 (βλέπει ένα χρυσό νέο που τον είχαν κλέψει οι δράκοι), β, β1, β2, β3, β5 (ο πατέρας του τον σώζει), β7 (ανάβοντας φωτιά και θρηνώντας το θάνατο του Ασβάντη' οι δράκοι πέφτουν μέσα), β8. V: α, α2, α3, "4, β1 (συμβουλή βασιλιά), β2, β5. VI: α, α1, α7, β ("πάρε, Ασβάντη, το μωρό, δώσε, Όφι, το νερό)".

Σελ. 797
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/52/gif/798.gif&w=600&h=91534. Αγγελοπούλου - Μπρούσκου, Παραμυθιακοί τύποι

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

Δύο είναι οι αφηγηματικές τάσεις που διακρίνουμε σ' αυτό το παραμύθι:

α. AT 433A, όπου ο πρίγκιπας είναι γεννημένος με μορφή ζώου και, όταν μεγαλώσει, ζητάει από τους γονείς του να τον παντρέψουν με τη βασιλοπούλα. Ο βασιλιάς του βάζει ακατόρθωτα ζητήματα, που ο πρίγκιπας πραγματοποιεί. Το παραμύθι συμφύρεται συνήθως με τον τύπο AT 425 (Έρως και Ψνχη) και, σύμφωνα με τον J. 0. Swahn , προέρχεται από την Ανατολική Ευρώπη, .

β. Ο υπότυπος AT 433B διαφέρει στα εξής: ο πρίγκιπας-φίδι θέλει να παντρευτεί και σκοτώνει διαδοχικά τις δύο πρώτες γυναίκες του, ώσπου η τρίτη τα καταφέρνει να τον σώσει και τον μεταμορφώνει σε άνθρωπο. Παραλλαγές του υπότυπου αυτού τύπου βρίσκουμε στη Νότια και Ανατολική Ευρώπη, πάντα σύμφωνα με τον Swahn, ενώ στις γερμανικές περιοχές το θέμα αυτό απουσιάζει τελείως .

Στην Ελλάδα, υπάρχουν 23 παραλλαγές, που παρουσιάζουν συχνά μια προέκταση της γνωστής πλοκής, σχηματίζεται δηλαδή ένας οικότυπος, που συναντάται και στην Τουρκία. Το θέμα έχει σχολιάσει ο Dawkins στο βιβλίο του Forty-five Stories from the Dodecanese .

H υπόθεση έχει συνοπτικά ως εξής: Μια βασίλισσα γεννάει ένα φίδι. Η μητριά (δασκάλα, ράφτρα, κλπ., που έβαλε το κορίτσι να σκοτώσει τη μητέρα του με το καπάκι μιας κασέλας) στέλνει το κορίτσι, με σκοπό να το εξοντώσει, διαδοχικά, για μαμή, για δασκάλα, για νύφη του φιδιού. Με τη συμβουλή της μάνας της από το μνήμα, το κορίτσι καταφέρνει να γλιτώσει και τις τρεις φορές και να δώσει στον πρίγκιπα-φίδι την ανθρώπινη μορφή του. Ακολουθεί γάμος.

Η προέκταση που συναντούμε στην Ελλάδα, μπορεί να έχει δύο μορφές:

α: Ο άντρας της νέας πάει στον πόλεμο. Η μητριά στέλνει ψεύτικα γράμματα, που ζητούν το θάνατο της. Η κόρη πετιέται στο δρόμο. Συναντά κι ανασταίνει ένα πεθαμένο βασιλόπουλο. Παντρεύονται, ώσπου γυρίζει από τον πόλεμο ο πρώτος σύζυγος και της ζητάει να διαλέξει. Γίνεται δικαστήριο και οι κριτές αποφασίζουν να φάνε και οι τρεις σαρδέλες και ν' ανέβουν στο βουνό. Απ' όποιον ζητήσει η κοπέλα νερό, αυτός θα είναι ο άντρας της. Η νέα ξεψυχάει από τη δίψα, προφέροντας πότε τ όνομα του δεύτερου συζύγου, πότε του φιδιού και πότε και των δύο.

β. Στις μισές σχεδόν ελληνικές (και στις τουρκικές) παραλλαγές, η διωγμένη νέα φτάνει σ' έναν άλλο τόπο· εκεί συναντά ένα βασιλόπουλο, που το κρατούν δέσμιο τους οι νεράιδες. Άλλοτε τον πεθαίνουν, άλλοτε τον ζωντανεύουν, όπως στον

Ι. J. Ο. Swahn, The Tale of the Cupid and the Psyché..., o.n.

2. Στο ίδιο, σ. 20-21.

3. R. M. Dawkins, Forty-five Stories from the Dodekanese, Cambridge 1950, σ. 388-393.

Σελ. 798
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/52/gif/799.gif&w=600&h=915 34. Αγγελοπούλου - Μπρούσκου, Παραμυθιακοί τύποι

AT 425E. Η ηρωίδα τον ελευθερώνει και τον παντρεύεται. Μένει έγκυος και στέλνεται από τον νέο στη μάνα του για να γεννήσει εκεί. Γεννά ένα αγόρι, που ο πατέρας του επισκέπτεται τη νύχτα. Στο νανούρισμα που λέει, αναφέρονται συνήθως εκείνα που πρέπει να γίνουν για να ξεμαγευτεί ο νέος. Η μάνα του βασιλόπουλου τα εκπληρώνει όλα και ζουν ευτυχισμένοι, ώσπου επιστρέφει ο πρώτος σύζυγος. Ακολουθεί ο διαγωνισμός των δύο συζύγων, που συχνά καταλήγει σε θάνατο της ηρωίδας.

Σελ. 799
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/52/gif/800.gif&w=600&h=915 34. Αγγελοπούλου - Μπρούσκου, Παραμυθιακοί τύποι

ΛΕΥΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

Σελ. 800
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/52/gif/801.gif&w=600&h=91534. Αγγελοπούλου - Μπρούσκου, Παραμυθιακοί τύποι

ΠΑΡΑΜΥΘΙΑΚΟΣ ΤΥΠΟΣ AT 450

Σελ. 801
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/52/gif/802.gif&w=600&h=915 34. Αγγελοπούλου - Μπρούσκου, Παραμυθιακοί τύποι

ΛΕΥΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

Σελ. 802
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/52/gif/803.gif&w=600&h=91534. Αγγελοπούλου - Μπρούσκου, Παραμυθιακοί τύποι

ΠΑΡΑΜΥΘΙΑΚΟΣ ΤΥΠΟΣ AT 450

Ο Αυγερινός και η Πούλια

AT: Little Brother and Little Sister

Delarue-Tenèze: Petit Frère et Petite Sœur ou La fontaine dont l'eau change en animal

Grimm No 11 : Brüderchen und Schwesterchen

Ο Αυγερινός και η Πούλια

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας βασιλιάς και μια βασίλισσα και είχαν δύο παιδιά. Ένα αγόρι και ένα κορίτσι. Μία μέρα πέθανε η βασίλισσα κι ύστερα από λίγο ο βασιλιάς ξαναπαντρεύεται. Η μητριά όμως ήταν κακιά και ζήλευε τα παιδιά που τ' αγαπούσε πολύ ο πατέρας τους. Μία νύχτα λοιπόν λέει-λέει συνεχώς στον άντρα της να σκοτώσουν τα παιδιά και τέλος τον καταφέρνει. Αυτό το ακούει μία γριά δούλα και για να τα σώσει τα διώχνει από το σπίτι νύχτα κρυφά, αφού τους έδωσε ένα χτένι, μία χούφτα αλάτι και ένα σκοινί. Τους είπε ότι μόλις βρεθούν σε ανάγκη να αρχίσουν να τα πετάνε. Δρόμο παίρνουν τα παιδιά, δρόμο αφήνουν αλλά ξαφνικά ακούν τη φωνή της μητριάς τους να τα φωνάζει από μακριά να γυρίσουν πίσω. Τρέχουν αυτά, τρέχει κι εκείνη κι όσο πάει τα φτάνει. Μόλις κόντευε να τα προφτάσει, πετάει το κορίτσι το χτένι και έγινε ένα άγριο δάσος. Αλλά, επειδή η μητριά ήταν μεγάλη, γρήγορα το πέρασε και πάλι τους κόντευε. Τότε πετάει το κορίτσι το αλάτι και γίνηκε μία μεγάλη λίμνη και πνίγηκε η κακιά μητριά. Αλλά το αγόρι που ήταν μικρό κι αδύνατο, διψασμένο από την τρεχάλα, σκύβει και πίνει νερό απ' τη λίμνη. Αυτή όμως ήταν μαγεμένη κι έγινε αυτό αρνάκι. Το παίρνει αγκαλιά η αδερφή του και περπατούσε συνέχεια. Ξαφνικά ακούστηκε ένα ποδοβολητό. Τρομαγμένο το κορίτσι πετάει το σκοινί και φυτρώνει ένα μεγάλο κυπαρίσσι με μία βρύση στη ρίζα. Τα άλογα που ακούστηκαν ήσαν ενός πριγκιπόπουλου που είχε βγει για κυνήγι, και κουρασμένα πήγαν να πιουν νερό στην πηγή. Τα βλέπει το κορίτσι και σκαρφαλώνει ψηλά-ψηλά στο κυπαρίσσι με το αρνάκι της. Η εικόνα όμως καθρεφτιζόταν στα νερά της βρύσης κι έτσι την είδε το πριγκιπόπουλο και την αγάπησε αμέσως γιατί ήταν πολύ όμορφη. Της φώναξε να κατέβει κάτω αλλά αυτή τόσο ψηλότερα ανέβαινε. Περνάει τότε μία γριά μάγισσα και λέγει ότι "εγώ θα την κατεβάσω".

Σελ. 803
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/52/gif/804.gif&w=600&h=91534. Αγγελοπούλου - Μπρούσκου, Παραμυθιακοί τύποι

Παίρνει λοιπόν μία σκάφη, ένα κόσκινο κι ένα μικρό γουρουνάκι. Κάθεται κάτω από το δέντρο, βάζει ανάποδα την σκάφη, ανάποδα και το κόσκινο κι άφηνε το γουρούνι να τρώει από το σακί με τ' αλεύρι. Το κορίτσι τα έβλεπε από το δέντρο κι έλεγε: "Αλλιώς, γριά, το κόσκινο, αλλιώς και το σκαφίδι και πρόσεξε το γουρουνάκι σου να μη σου φάει τ' αλεύρι". "Δεν ακούω, κόρη μου", φώναζε εκείνη, "κατέβα πιο κοντά να σ' ακούω".

Έτσι κι όλο κατέβαινε το κορίτσι, ώσπου την έπιασε το πριγκιπόπουλο και την πήγε στο σπίτι του για να την παντρευτεί. Το κορίτσι όμως είχε πάντοτε αγκαλιά το αρνάκι, το μικρό της αδέρφι αλλά δεν έλεγε σε κανένα τίποτε. Παντρεύτηκαν, αλλά το αρνάκι ήταν πάντοτε κοντά της. Ζήλευε ο άντρας της και, μια μέρα, που είχε βγει στα χτήματα τους το κορίτσι, διατάζει και σφάζουν το αρνάκι. Μόλις γύρισε αυτή και είδε το κακό που τη βρήκε, πήρε απελπισμένη τα κοκαλάκια και τα έθαψε. Στον κήπο εκεί φύτρωσε μια λεμονιά μ' ένα μεγάλο λεμόνι. Όλη τη μέρα το κορίτσι έμενε στο δωμάτιο της και όταν νύχτωνε πήγαινε και καθότανε στη ρίζα του δέντρου.

Μια νύχτα ακούει το λεμόνι να τη φωνάζει. "Έλα κοντά μου, αδελφούλα μου". Ήταν ο καημένος της ο αδερφός. Και όσο ανέβαινε αυτή, τόσο ψήλωνε το δέντρο, ώσπου στο τέλος, όταν χάραξε, είχε φτάσει τον αδερφό της. Την ώρα δε που τον φίλαγε, έγιναν δύο αστέρια, εκείνος ο Αυγερινός κι εκείνη η Πουλιά.

ΛΦ 1184, 4-5. Παραλλαγή που συλλέχτηκε από την Αγγελική Παναγιωτοπούλου στην Κορινθία, το 1960.

ΣΥΝΘΕΤΙΚΗ ΠΑΡΑΛΛΑΓΗ

Ι. Τα δύο αδέλφια και οι γονείς τους

α! Οι ήρωες είναι ένας αδελφός και μία αδελφή πολύ αγαπημένοι' α1: ορφανά' α2: ετεροθαλή' α3: ο Αυγερινός και η Πούλια' α4: ο Γιάννος και η Μαριώ' α5: άλλα ονόματα.

β: Ο πατέρας τους' β1: ξαναπαντρεύεται' β2: φέρνει στη γυναίκα του να μαγειρέψει κυνήγι' β3: πέρδικες' β4: περιστέρια· β5: μα το κλέβει η γάτα κι η γυναίκα κόβει και μαγειρεύει ένα κομμάτι από το σώμα της' β6: το στήθος της' β7: το μπούτι της.

Σελ. 804
Φόρμα αναζήτησης
Αναζήτηση λέξεων και φράσεων εντός του βιβλίου: Επεξεργασία παραμυθιακών τύπων και παραλλαγών AT 300-499, τ. Α΄+Β΄
Αποτελέσματα αναζήτησης
    Ψηφιοποιημένα βιβλία
    Σελίδα: 785
    34. Αγγελοπούλου - Μπρούσκου, Παραμυθιακοί τύποι

    ΠΑΡΑΜΥΘΙΑΚΟΣ ΤΥΠΟΣ AT *433B