Συγγραφέας:Αγγελοπούλου, Άννα
 
Καπλάνογλου, Μαριάνθη
 
Κατρινάκη, Εμμανουέλα
 
Τίτλος:Επεξεργασία παραμυθιακών τύπων και παραλλαγών AT 500-559
 
Τίτλος σειράς:Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας
 
Αριθμός σειράς:41
 
Τόπος έκδοσης:Αθήνα
 
Εκδότης:Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς
 
Έτος έκδοσης:2004
 
Σελίδες:511
 
Αριθμός τόμων:1 τόμος
 
Γλώσσα:Ελληνικά
 
Θέμα:Ελληνικά παραμύθια-Κατάλογος
 
Τοπική κάλυψη:Ελλάδα
 
Περίληψη:Το βιβλίο αυτό αποτελεί τον τέταρτο κατά σειράν τόμο του Καταλόγου των Ελληνικών Παραμυθιών (βλ. εδώ τα δημοσιεύματα αρ. 21, 26, 34). Ο Κατάλογος των Ελληνικών Παραμυθιών αποτελεί μια σύγχρονη επεξεργασία της πρώτης ανέκδοτης και πολύτιμης καταλογογράφησης του ελληνικού παραμυθιού από τον Γεώργιο Α. Μέγα. Ο εθνικός αυτός Κατάλογος, έρχεται να προσθέσει μια νέα όψη των πραγμάτων, ίσως και να απειλήσει τη στατική αντίληψη της κατάταξης. Συχνά οι τοπικές αφηγήσεις περιγράφονται με τον όρο «αποκλίσεις» σε σχέση με την περιγραφή του κάθε παραμυθιακού τύπου στον Διεθνή Κατάλογο. Ωστόσο, το σύγχρονο ενδιαφέρον μπορεί να είναι πολύ πιο δυναμικό: το αντικείμενο της έρευνας είναι η μελέτη των ασυνείδητων μηχανισμών, που υποβαστάζουν τους μετασχηματισμούς των παραμυθιών, καθώς αυτά κυκλοφορούν από γλώσσα σε γλώσσα, από περιοχή σε περιοχή. Οι μετασχηματισμοί δεν συμβαίνουν ερήμην των δρώντων προσώπων, που είναι οι χρήστες των παραμυθιών, αυτών που διηγούνται κι αυτών που ακούνε. Οι χρήστες είναι βεβαίως φορείς ενός πολιτισμού. Τα παραμύθια γίνονται αντιληπτά μέσα από δεδομένους μυθικούς και συμβολικούς κώδικες και, προκειμένου να επιχωριάσουν, υποβάλλονται αναλόγως σε ασυνείδητους μετασχηματισμούς σε διάφορα επίπεδα της δομής τους.
 
Άδεια χρήσης:Αυτό το ψηφιοποιημένο βιβλίο του ΙΑΕΝ σε όλες του τις μορφές (PDF, GIF, HTML) χορηγείται με άδεια Creative Commons Attribution - NonCommercial (Αναφορά προέλευσης - Μη εμπορική χρήση) Greece 3.0
 
Το Βιβλίο σε PDF:Κατέβασμα αρχείου 11.9 Mb
 
Εμφανείς σελίδες: 20-39 από: 514
-20
Τρέχουσα Σελίδα:
+20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/62/gif/20.gif&w=600&h=915

βαθύτερη ποίηση της φύσης, που η σύνθεσή της υπάρχει ανέκαθεν, χωρίς να οφείλεται σε κάποιο άτομο, σ' έναν συνθέτη:

Τα παραμύθια απορρέουν από το μύθο, είναι κοινά για όλους μας. Αποτελούν τα ίχνη μιας πίστης που χάνεται ανά τους αιώνες (...)

Ο μύθος αυτός μοιάζει με τα ελάχιστα θραύσματα ενός πολύτιμου λίθου που θρυματίσθηκε, τα οποία έχουν σκορπίσει στο έδαφος, έχουν σκεπασθεί με χόρτα και λουλούδια, και μόνον μια ματιά πιο διεισδυτική από τις άλλες, μπορεί να ανακαλύψει. Το νόημά τους έχει χαθεί εδώ και καιρό, αλλά το νιώθουμε ακόμα. Αυτό το νόημα δίνει ζωή στο περιεχόμενο του παραμυθιού και ικανοποιεί ταυτόχρονα την έλξη μας προς το μαγικό στοιχείο. Αυτά τα ελάχιστα θραύσματα δεν αποτελούν απλό παιχνίδι μιας φαντασίας, χωρίς περιεχόμενο. Όσο πιο πολύ προχωρούμε στα βάθη του παρελθόντος, τόσο βλέπουμε ολοένα να τρανεύει ο μύθος, που προφανώς αποτελούσε την ενιαία ουσία της πλέον πανάρχαιας ποίησης11.

Αυτόν τον θρυμματισμένο μύθο επιδιώκουν -με πενιχρά μέσα- να συναρτήσουν οι τοπικοί, εθνικοί και διεθνείς Κατάλογοι της παγκόσμιας προφορικής λογοτεχνίας.

A.A., Μ.Κ., Ε.Κ.

Αθήνα, Δεκέμβριος 2004.

17. Wilhem Grimm, από τον πρόλογο του στη πρώτη έκδοση των Παραμυθιών του 1856.

Σελ. 20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/62/gif/21.gif&w=600&h=915

ΠΑΡΑΜΥΘΙΑΚΟΣ ΤΥΠΟΣ AT 500

Σελ. 21
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/62/gif/22.gif&w=600&h=915 01 - 0002.htm

ΛΕΥΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

Σελ. 22
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/62/gif/23.gif&w=600&h=915

ΠΑΡΑΜΥΘΙΑΚΟΣ ΤΥΠΟΣ AT 500

Ο Στούπας

AT: The Name of the Helper, Tom Tit, Tot (To όνομα του βοηθού, Τομ Τιτ Τοτ)

Delarue-Tenèze: Le nom de l'aide (Το όνομα του βοηθού) Grimm, no55: Rumpelstilzchen (αμετάφραστο)_

Η Τυχερή

Μια φορά κι έναν καιρό είθε να 'ναι μια μάνα και είχε δυο θεγατέρες. Το λοιπόν η μια από δαύτες όση ομορφιά είχε, τόσο ήτουνα οκνή. Η άλλη ήτουνα άσκημη και προκομένη. Μια χρονιά λοιπό τσοι παραμονάδες του Χριστού εζυμώσανε χριστοψώματα, όπως ούλοι οι Χριστιανοί, και σ' ευτούνο το σπίτι. Και κείνο μόλις εψηθήκανε, επήγε κρυφά η όμορφη, που ήτανα γουλόζα, και τα 'φαε. Πάει η κακομοίρα η μάνα τση να βγάλει την κουλούρα, να την κόψουνε, και δεν ηύρηκε τίποτα. Που αρχίνησε να τραβομαλλιέται, τα 'βανε με τη θυγατέρα τση, που εχάλαε ο κόσμος. Φαρμάκι και αγκλεούρι τση το έβγαλε.

Οπού εκείνη τη στιγμή ετύχαινε να περνάει το βασιλόπουλο τση χώρας και άκουσε τσοι φωνές. Χτυπάει την πόρτα, λέει: «Πώς κάνετε έτσι;» Η γρία το λοιπό για να μπαλώσει τη θεγατέρα τση: «Ω», λέει, «βασιλέα μου», ετούτη η κοπέλα θα πεθάνει από την πολλή δουλειά. Ένα ζευγάρι σκαρτσούνια την ημέρα φινίρει. Και την ετρωόμουνα να μην κουράζεται. Είναι και τζιλίβα στο φαΐ τση». Τα 'λεγε ανάποδα, που εκατάπινε τα μελαχώνια τση. Το βασιλόπουλο το πίστεψε. «Μωρέ», λέει μέσα του,«ετούτη κάνει για με». Λέει λοιπό στη γρία: «Θέλω», λέει, «τη θεγατέρα σου γυναίκα μου». Λέει: «Ευχαρίστως, βασιλέα μου, ό,τι ορίζεις». Οπού πάλι λέει ο βασιλέας: «Με μια συμφωνία θα ντήνε πάρω όμως. Για ένα χρόνο θα κάτσει κλεισμένη στο παλάτι και κάθε μέρα θα μου πλέκει ένα ζευγάρι σκαρτσούνια κι έπειτα θα είναι ελεύθερη να κάνει ό,τι θέλει». Οπού η κοπέλα χωρίς να πολυσυλλοϊστεί, είπε: «Ναι». Και πραγματικώς την άλλη αυγή, έστελε ο βασιλέας τη βασιλική άμαξα και τηνε πήρε. Τση έστειλε φορέματα, χρυσάφια, βασιλικά πράματα.

Σελ. 23
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/62/gif/24.gif&w=600&h=915

Μόλις όμως, επάτησε το πόδι στο παλάτι, δίνει αμέσως μια και την έκλεισε την κακομοίρα στην κάμερα. Οπού εκείνη αρχίνησε να κλαίει. «Ω, συφορά, που μ' εύρηκε», έλεγε. Α! Ελησμόνησα να σου πω πως ο βασιλέας είπε πως, α δεν του βγάνει κάθε μέρα το ζευγάρι τα σκαρτσούνια, θα ντηνε σκότωνε.

Εκεί που έκλαιε, πετιέται από το παρεθύρι ένα πραματάκι τότσο, ένα παρλιακό, σα περγαλιό, ο όξω από δω χωρίς άλλο, και τση λέει: «Σώπα, μην κλαις κι εγώ είμαι εδώ για σένανε. Εγώ θα σου πλέκω τα σπαρτσούνια κάθε μέρα, με τη συμφωνία να μου βρεις, άμα που θα φινίρει ο χρόνος, τ' όνομά μου». Εκείνη η κακομοίρα εσυνήρθε. Σου λέει: «Τώρα εγλίτωσα». «Καλά», λέει, «έγνοια σου, θα το 'βρω τ' όνομά σου». Πού να πάει ο νου τση πως θα 'βγαινε η ψυχή τση, για να ντο πει. Ευτός ο όξω από δω κάθε βράδυ τση πήγαινε το ζευγάρι τα σπαρτσούνια έτοιμο τελειωμένο. «Το βρήκες πώς με λένε;» Εκείνη η κακομοίρα του 'λεγε αφαντάστιχα πότε Νίκο, πότε Γεώργη, πότε τίποτα. «Όχι, τση έλεγε εκείνος. Ακόμη δεν το 'βρήκες». Οπού κοντά να τελειώσει ο χρόνος, τση λέει ευτός ο τότσος: «αν δεν το 'βρεις τ' όνομά μου, θα σε φάω». Ω! Η κακομοίρα, έπεσε στα μαύρα πανιά. Βουνό έπεσε και τήνε πλάκωσε.

Οπού και παραμονάδες του Χριστού ο βασιλέας ένα βράδι επήε στην κάμερά τση. «Σώνει», λέει, «κυρά μου. Την είδα την προκομάρα σου. Αύριο θα σε βγάλω από δω μέσα, γιορτάδες που έρχονται, για να είμαστε μαζί». Η κακομοίρα εκείνη τα είχε χαϊμένα. «Όπως ορίζεις, βασιλέα μου», του λέει. Οπού εκεί που εκαθόντανε και ελέγανε πολλά και διάφορα, ο βασιλέας ξανάκακα αρχίνησε κάτι γέλοια! «Γιατί γελάς, βασιλέα μου», τον ερώτησε. «Ω», λέει, «κυρά μου, τώρα που ελέγαμε για το πλέξιμο, να σου πω μια ιστορία, που δε θα σου μείνει άντερο. Την αυγή, που πάω περίπατο στην οξοχή, βλέπω κάθε μέρα οπίσω από το φράχτη ένα πραματάκι τότσο, σαν περγαλιό, ανεραϊδικό πράμα, και όλο πλέκει και λέει: «Με λένε Μπόμπιρα, με λένε Μπάμπαλο, με λένε Μπουέμι! Δε βαστάω άλλο από τα γέλια, που το θυμάμαι». Οπού εκείνη εγίνηκε η καρδία τση περιβόλι. Δεν είπε τίποτα του βασιλέα. Σε λίγο την εχαιρέτησε κι έφυγε. Οπού πετιέται, μόλις έφυγε ο βασιλέας, από το παρεθύρι πάλε το πραγματάκι εκείνο. Λέει: «Ηύρηκες πώς με λένε;» «Αμή τι», λέει, «τόσο κουτή μ' έχεις; Επίτηδες το 'κανα για να περνάει η ώρα, να σε σταυρώνω. Να στο πω τώρα αμέσως πώς σε λένε;» Λέει εκείνο: «Ναι». «Σε λένε Μπόμπιρα, σε λένε Μπάμπαλο, σε λένε Μπουέμι!» Οπού ετότενες, χωρίς να βγάλει μιλιά, εχάθηκε από ομπροστά τση. Ε, και ησύχασε εκείνη. Επαντρεύτηκε το βασιλέα κι εζήσανε εκείνοι καλά κι εμείς καλύτερα. Αλλά θέλω να σου πω τι είναι η τύχη. Σύμφτωση να ιδεί το παρλιακό ο βασιλέας και να τση το πει.

Λαογραφία ΙΑ', 1934-1937, αρ. 49, σ. 518-520. Από τη Χαρίκλεια Πόνηδου, χρονών 42, αγράμματη, από το Γερακαρίο Ζακύνθου.

Σελ. 24
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/62/gif/25.gif&w=600&h=915

ΣΥΝΘΕΤΙΚΗ ΠΑΡΑΛΛΑΓΗ

I. Η ακαμάτρα κόρη, το φαΐ και το γνέσιμο

α: Μια κόρη (δυό αδερφές)' α1: πολύ τεμπέλα' α2: πολύ λαίμαργη και τρώει' α3: δίνει στο ζητιάνο (άλλο)' α4: το φαΐ (εννιά ψάρια, μερίδες κρέας, άλλο)' α5: που ζητιάνεψε' α6: που της εμπιστεύθηκε' α7: η μάνα (μητριά) της, που φωνάζει' α8: «και τα εννιά;» (ή και τα πέντε, κλπ., δηλαδή: έφαγες και τα εννιά κομάτια κρέας)' α9: άλλο.

β: Περνώντας ο βασιλιάς (άλλο) κατά τύχη ακούει τις φωνές και ρωτάει τι συμβαίνει' β1 : η μάνα λέει ψέματα στο βασιλόπουλο πως η κόρη της δουλεύει πολύ' β2: πως έγνεσε τόσα αδράχτια νήμα σε μια μέρα' β4: άλλο' β5: κι ο βασιλιάς (άλλο) τη ζητά σε γάμο (την παντρεύεται) ως προκομμένη.

II. Η αδύνατη δοκιμασία

α: Ο γαμπρός της ζητά' α1: να γνέσει μια τεράστια ποσότητα σε ελάχιστο χρόνο' α2: να κλώσει στουπιά' α3: να δουλέψει σε σαράντα μέρες τρία καράβια λινάρι' α4: άλλο' α5: για να την παντρευτεί' α6: αλλιώς θα της κόψει το κεφάλι.

III. Το στοίχημα με το δαιμονικό βοηθό

α: Στην κόρη παρουσιάζεται' α1: ο δαίμονας' α2: με τη μορφή παπά' α3: ποντικός' α4: διαβολάκι' α5: μικρό ανάποδο πραγματάκι, που πετιέται από το παράθυρο' α6: μια γριά' α7: άλλο.

β: και υπόσχεται να εκτελέσει το έργο της' β1: αν η ηρωίδα βρει το όνομά του (της)' β2: διαφορετικά θα κρατήσει το ύφασμα' β3: θα τη φάει (άλλο)' β4: θα την κάνει εκείνος γυναίκα του.

IV. Ο δαιμονικός βοηθός χάνει το στοίχημα

α: Η κόρη ξεχνάει το όνομα του μετά από κάποιο διάστημα' α1: βλέπει να πλησιάζει η προθεσμία' α2: τυχαία το βασιλόπουλο' α3: ο αδερφός της' α4: το τσοπανόπουλο (άλλο)' α5: η ίδια' α6: πατώντας στο χώμα' α7: κρυφακούει που τον φωνάζουν οι άλλοι διάβολοι' α8: τον (την) ακούει να το λέει' α9: της το μεταφέρει (ουν)' α10: άλλο.

β: Στο άκουσμα του ονόματος του' β1: Τιν Τον' β2: Μπουκαλόγερος' β3: Παπατούμπας' β4: Φαουστουπής' β5: Στούπας' β6: Ντριζόκωλη' β7: άλλο' β8: σκάει β9: χάνεται.

Σελ. 25
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/62/gif/26.gif&w=600&h=915

V. Γάμος κι απαλλαγή από το γνέσιμο

α: Ο βασιλιάς (άλλο) παντρεύεται την κόρη.

β: Ο δαίμονας (άλλο) συμβουλεύει τη βασίλισσα και βάζει στο στρώμα της καρύδια (άλλο) ' β1: και όταν πάνε να ξαπλώσουν, το στρώμα της τρίζει" β2: η βασίλισσα παραπονιέται πως τρίζουν τα κόκκαλά της από την πολλή κούραση.

γ: Ο βασιλιάς δεν την αφήνει να ξαναδουλέψει (συμφυρμός με το ΑΤ501, όπου βλέπε ανάλυση), γ1: της λέει ότι εφεξής θα είναι κυρά με δούλες.

ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΠΑΡΑΛΛΑΓΩΝ

ΗΠΕΙΡΟΣ

1. ΑΦ 1584, 7-8, Επαρχία Άρτας, «Πώς μια φτωχιά κοπέλα έγινε βασιλοπούλα». I: α, α1, α2 (την κουλούρα που έφτιαξε), α4, α6, β, β1, β2 (τριάντα δεκάρια μαλιά λανάρισε), β4. II: α, α4 (30 δεκάρια μαλιά ως αύριο), α5. III: α, α7 (ο αρχηγός των σαταναρέων), β, β1, β3. IV: α1, α5, α7, β, β7 («ο σγρουμπός και κουτσός καλόγερος»). V: α, β (τσόφλια καρυδιών), β1, β2, γ.

ΘΡΑΚΗ

2. ΛΑ 2569, 54-56, «Η Ντριζόκωλη». I: α, α1, α2, α4 (εννιά κομμάτια κρέας), α6, α7, α8, β, β1, β3 (εννιά οκάδες λινάρι) β4. II: α, α3. III: α, α6, β, β1, β2. IV: α1, α4, α7, β7 (Ντριζόκωλη). V: α, β (τσόφλια αυγών), β1, β2, γ.

3. Θρακικά 2, 1929, 155-157, Σωζόπολις, «Η Ντριζόκωλη». I: α, α1, α2, α4 (εννιά κομάτια κρέας), α6, α7, α8, β, β1, β3 (εννιά οκάδες λινάρι), β4. II: α, α3. III: α, α6, β, β1, β2. IV: α1, α4, α7, β7 (Ντριζόκωλη). V: α, β (τσόφλια αυγών), β1, β2,γ.

ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ

4. ΛΑ 1326 (ΣΜ 129),3-5, Γιαννιτσά, «Η πίττα». Ι: α, α3 (μοιράζει στα ζώα και στα παιδιά), α4, α6, α7. II: α, α2 (και να σκουπίσει το μαγαζί

Σελ. 26
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/62/gif/27.gif&w=600&h=915

ζί). III: α7 (ένα κάρο, η κόρη δίνει για γνέσιμο τα στουπιά). IV: α1, α5, α6, α10 (ακούει Ξανθοστούπης), β9. V : β1, β2, γ, γ1.

ΝΗΣΙΑ ΑΙΓΑΙΟΥ

5. ΛΑ 1346, 426-428 (ΛΑ 500, 1), Τήνος, «Η τεμπέλα κόρη». I: α, α1, α9 (ζητά ψωμί από τη μάνα της), β, β1, β3 (ότι ζητά μαλλί για γνέσιμο), β4. II: α, α4 (να γνέσει ένα καΐκι μαλλί). III: α, α7 (Αράπης), β, β1, β3. IV: α1, α9 (η μάνα της τυχαία ακούει ομιλίες), β, β5, β9. V: α, β1, β2, γ.

Δωδεκάνησα

6. Βρόντη Β', 100-101, Ρόδος, «Ο Φαουστουπής» και Klaar, Christos, 7982. I: α, α3, α4 (τέσσερα ποδαράκια αρνίστικα), α6, α7, α9 («και τα τέσσερα;»), β, β1, β3 (τέσσερα αδράχτια). II: α, α1, α5. III: α, α7 (ο όξω 'που δω, ο Φαουστουπής), β, β 1, β3. IV: α1, α10 (μια φωνή ακούγεται από τον αλαφάντη του σπιτιού της: «Κλώσε, κλώσε, Φαουστουπή, που θα φάεις την κοπέλα»), β, β7 (Φαουστουπής φεύγει κατασκασμένος). V: α, γ, γ1.

ΝΗΣΙΑ ΙΟΝΙΟΥ

7. Λαογραφία ΙΑ', 1934-1937, αρ. 49, 518-520, Ζάκυνθος, «Η Τυχερή». Παραλλαγή που δημοσιεύουμε εδώ.

ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΣ

8. ΛΑ 1279 (ΣΜ 109), 29-30, Γύθειο, άτιτλο. I: α, α1, α4, α6, α7, β, β1, β3 (δώδεκα ζευγάρια κάλτσες την ημέρα), β4. II: α, α4 (να κάνει το ίδιο), α5. III: α, α3 (που είναι ο διάβολος), β, β1. IV: α1, α8, β7 (Τομ, Τιτ, Τοτ), β9.

9. ΛΦ δ8, 1-2, Λογγά Πυλίας, «Τα εννιά ψάρια». I: α, α2, α4 (εννιά ψάρια) α5, α7, α8, β, β1, β3 (9 αδράχτια μπαμπάκι). II: α, α4 (να κάνει το ίδιο), α5, α6. III: α, α7 (γέρος), β, β1. IV: α1, α4 (ένα κοριτσάκι), α8 (ενώ φωνάζει τα πετούμενα, να φέρουν μπαμπάκι), α9, β, β7 (μπουκαλόγερος), β9.

10. ΛΦ 368, 13-14, Τάλαντες Μονεμβασίας, άτιτλο. I: α, α2, α5, α6, α9

Σελ. 27
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/62/gif/28.gif&w=600&h=915

(«Όλα μωρή; Όλα;»), β, β1, β2, β3 (είκοσι οκάδες μαλλιά έγνεσε σε μια βδομάδα), β4. II: α, α4 (να φτιάξει μαλλί), α6. III: α, α7 (άνθρωπος), β, β1, β3. IV: α1, α3, α7, α8, β, β5, β8.

11. ΛΦ 1620, 21-23, Χάβαρι, Ηλείας, «Ο Παπατούμπας. I: α (δυο αδερφές με μητριά), α1 (δυο καρβέλια κι έναν κόκορα), α5, β, β1, β2, β3 (η μια κόρη ύφανε τρία βηλάρια πανί περισσότερο από την άλλη), β4. II: α, α4. III: α, α1, α2, β, β1, β3 (θα της πάρει το κεφάλι και θα τη φάει). IV: α1, α4 (ένας υπηρέτης της τον παραφυλάει), α8 («Υφάνετε, πουλάκια μου, σιδερώστε, καλή γυναίκα έχει να φάει ο Παταπούμπας»), β, β3, β9. V: β1, β2, γ.

12. ΛΦ 1788, 15-19, Πυλία, «Η Τυχερή κόρη». Ι: α, α2 (δεν είναι σαφές), α4 (τη μία από τις 3 πίτες), α5, α7, β, β1, β3 (ένα τσουβάλι μαλλί), β4. II: α, α4 (σε σαράντα μέρες ένα δωμάτιο μαλλί), α6. III: α, α7 (νεράιδα), β, β1. IV: α1, α4 (ένας γέρος ξυλοκόπος), α8 (την ακούει) «ξαίνετε! γνέθετε! υφαίνετε!, πού ξέρει η βασίλισσα, Σταρθάκι τ' όνομά μας», α9, β, β7: «Σταρθάκι», β8. V: β1, β2, γ. Συμφυρμός με τον AT *514D, βλ. παρ. αρ. 22. III: α, α2, α5 (τη μία από τις 3 πίτες), α9, α11, α13, γ1, γ4, γ5, γ6, γ7, γ8, γ12, γ13. IV: α, α2, α3, α5, α7, α12, β1, β5, β6, β9.

ΜΙΚΡΑ ΑΣΙΑ

13. ΚΜΣ, Γκιούλ Μπαξέ, 5, 1-7, Τρίγλεια Δαρδανελίων, «Τιν Τον». I: α, α2, α4 (7 ψωμιά), α5, α7, β, β1, β2, β3 (πλέκει επτά ζευγάρια κάλτσες τη μέρα). II: α, α4 (σε σαράντα μέρες, επτά ζευγάρια τη μέρα). IΙΙ: α, α4, β, β1, β4. IV: α1, α2, α8, α9, β, β1, β8. V: α, γ.

Βλ. ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ των τύπων AT 500 και AT 501 στις σ. 38-40.

Σελ. 28
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/62/gif/29.gif&w=600&h=915

ΠΑΡΑΜΥΘΙΑΚΟΣ ΤΥΠΟΣ AT 501

Σελ. 29
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/62/gif/30.gif&w=600&h=915 01 - 0002.htm

ΛΕΥΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

Σελ. 30
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/62/gif/31.gif&w=600&h=915

ΠΑΡΑΜΥΘΙΑΚΟΣ ΤΥΠΟΣ AT 501

Η Χερού, η Χειλού κι η Δοντού Οι τρεις κλώστρες

AT: The Three Old Women Helpers (Οι τρεις γριές βοηθοί) Delarue-Tenèze: Les trois fileuses (Οι τρεις κλώστρες ) Grimm : no 14: Die drei Spinnerinnen (Οι τρεις κλώστρες) Basile IV, 4, Le sette cotenelle (Οι εφτά τζιερόσκεπες)_

Και τα πέντε-πέντε-πέντε

Μια φορά ήτανε μια γριά και είχε μία κόρη, που ήτανε φαγάνα και τεμπέλα. Η γριά πήγαινε και ξενοδούλευε και ξενόπλενε κι ήφερνε το βράδι φαΐ και ητρώανε.

Ένα Σάββατο η μάνα ηγόρασε πέντε ψωμιά, τα πήγε σπίτι κι ήφυε για τη δουλειά της. Η κόρη, που ήτανε στο σπίτι, τα τρώει και τα πέντε.

Ο βασιλέας σ' αυτό το μέρος είχενε πολλά ντράβαλα κι ήλεγεν ότι κανένας άνθρωπος δεν ήτανε ευχαριστημένος. Κάτι θα 'χει ο καθένας. Ο βασιλέας βγήκε μια νύχτα και περπατούσε απ' όξω από τα σπίτια, να δει αν όλοι έχουνε βάσανα ή μόνο αυτός έχει το δικό του. Σαν πέρασε από το σπίτι της γριάς, ήτανε μόλις γύρισεν η γριά από το ξενοδούλεμα και βρήκε την κόρη της, που είχε φάει τα πέντε ψωμιά. «Και τα πέντε-πέντε-πέντε;» τη ρωτούσε. «Και τα πέντε-πέντε-πέντε», της λέει.

Ο βασιλέας στάθηκε κι άκουε το «πέντε-πέντε», που το λέανε ολοένα, μάνα και κόρη, κάνοντας ταραχή μεγάλη. Σε λίγο, χτυπάει την πόρτα, για να δει τι συμβαίνει. «Καλησπέρα σας», τους λέει, «Tt τρέχει, τι φωνάζετε;» Η γριά, έξυπνη γριά, του λέει: «Ήφηκα την κόρη μου μονάχη κι από την προκοπή της ήνεσε πέντε αδράχτια νέμμα». «Πέντε αδράχτια ήνεσεν; Αν ήνεσεν πέντε αδράχτια, εγώ θα την πάρω γυναίκα», της λέει. «Βασιλιά, φτωχοί είμαστε, όχι όμως και να μου κουράζεται έτσι πολύ. Γι' αυτό κάναμε τον καυγά». Λέει τότε ο βασιλέας ότι θα στείλει τόσες οκάδες μπαμπάκι, για να το νέσουν και να το υφάνουν πανί. Το ήθελε να ντύσει το στρατό. Πρέπει όμως, στις τόσες του μηνός, να το έχουν γινομένο πανί. «Μπράβο», λέει η γριά «θα είναι έτοιμο».

Φεύγει ο βασιλέας κι αρχίζει η γριά να μοιράζει το μπαμπάκι σε μπόλικα

Σελ. 31
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/62/gif/32.gif&w=600&h=915

σπίτια, άλλα το γνέθανε κι άλλα το φαίνανε. Της κόρης της είχενε ένα σακκούλι γεμάτο σούγλι, δεμένο στο λαιμό της κι ηρούφανε, που και που ήγνεθε καμιά κλωστή. Στις τόσες μέρες το πανί ήτανε έτοιμο και το μηνύσανε στο βασιλιά. Ο βασιλιάς τότε πήρενε την κόρη γυναίκα του.

Προτού βλοήσουνε, η γριά είπενε και της φέρανε πολλά καρύδια κι ηράψενε ένα στρώμα και, στρώνοντας το νυφικό κρεβάτι, έβανε αυτό κάτω-κάτω. Σαν μετά το γάμο ήρθεν η ώρα το ζευγάρι να κοιμηθεί, η κόρη έκανε να γυρίσει στο κρεβάτι και τα καρύδια κάνανε «κρουρ...κρουρ...κρουρ...». Ο βασιλέας ρωτάει: «Τι πράματα είν' αυτά;» Αυτή του λέει:

«Νέσε-νέσε, 'φανε-'φανε, δες τα κοκκαλάκια μου πώς πάνε!» Τότες ο βασιλέας σηκώθηκε από το κρεβάτι και πήρε πολυθρόνες μαλακές, της πήρε δούλες και υπηρέτες και την 'περετήσανε σαν βασίλισσα στο παλάτι.

Μήτε 'γώ ήμουνα κει, μήτε να το πιστέψεις. Αλλά δίκιο έχουνε σα λένε: «Οπου ακαμάτα και λωλή, έχει την τύχη την καλή».

Ανδριακό Ημερολόγιο Ε', 1930, σ. 131-132.

ΣΥΝΘΕΤΙΚΗ ΠΑΡΑΛΛΑΓΗ

I. Η ακαμάτρα κόρη, το φαΐ και το γνέσιμο

α: Μια κόρη (δυο αδερφές)' α1: πολύ τεμπέλα" α2: πολύ λαίμαργη και τρώει' α3: δίνει στο ζητιάνο (άλλο)" α4: το φαΐ (εννιά ψάρια, 9 μερίδες κρέας, άλλο)" α5: που ζητιάνεψε' α6: που της εμπιστεύθηκε' α7: η μάνα(μητριά) της, που τη μαλώνει, φωνάζοντας' α8: «και τα εννιά;» (ή «και τα πέντε-πέντε», κλπ., δηλαδή: έφαγες και τα εννιά κομμάτια κρέας; )' α9: άλλο.

β: περνώντας ο βασιλιάς (άλλο) κατά τύχη ακούει τις φωνές και ρωτάει τι συμβαίνει' β1: η μάνα (άλλο) λέει ψέματα στο βασιλόπουλο (άλλο) πως η ηρωίδα δουλεύει πολύ' β2: πως έγνεσε τόσα αδράχτια νήμα σε μια μέρα' β4: άλλο' β5: κι ο βασιλιάς (άλλο) τη ζητά σε γάμο (την παντρεύεται) ως προκομμένη.

II. Η αδύνατη δοκιμασία

α: Ο γαμπρός(άλλο) της ζητά' α1: να γνέσει μια τεράστια ποσότητα σε ελάχιστο χρόνο' α2: να κλώσει στουπιά' α3: να δουλέψει σε σαράντα μέρες τρία καράβια λινάρι' α4: άλλο' α5: για να την παντρευτεί' α6: αλλιώς θα της κόψει το κεφάλι' α7: άλλο πρόσωπο θέτει τις δοκιμασίες.

Σελ. 32
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/62/gif/33.gif&w=600&h=915

III. Οι δύσμορφες κλώστρες βοηθοί

α: Στις δοκιμασίες βοηθούν την κόρη' α1: μια γριά(άλλο)' α2: τρεις γριές' α3: (που είναι) η (οι) μοίρα(-ες) της' α4: άσχημες και δύσμορφες, η μία έχει τεράστιο χέρι (άλλο), για να στρίβει την κλωστή, η άλλη τεράστια χείλια, για να τη σαλιώνει (άλλο) κι η τρίτη, μεγάλα δόντια για να την κόβει (άλλο) ' α5: άλλα πρόσωπα' α6: που κάνει(-ουν) τις δουλειές στην ώρα τους' α7: συμβουλεύουν(-ει) την κόρη να ρίξει το μαλλί (άλλο) μέσα στο φούρνο α8: κι από κει βγαίνει έτοιμο" α9: άλλο' α10: ανοίγει από περιέργεια το φούρνο πρόωρα και το μαλλί καίγεται.

β: η κόρη γνέθει η ίδια" β1: ξαπλωμένη έξω από το σπίτι' β2: τρώγοντας ταυτόχρονα (για να μη χάνει χρόνο)" β3: τη βλέπει το βασιλόπουλο (άλλο), που είχε(-αν) χρόνια να γελάσει(-σουν), και βάζει(-ουν) τα γέλια" β4: την ανταμείβει(-ουν) γι' αυτό' β5 : διατάζοντας να της γνέσουν το μαλλί" β6 : της το γνέθουν οι ίδιες οι Μοίρες.

IV. Γάμος κι απαλλαγή από το γνέσιμο

α: Ο βασιλιάς (άλλο) παντρεύεται την κόρη' α1: οι (η) γριές(-ά) βοηθοί (-ός) είναι καλεσμένες (-η) στο γαμήλιο δείπνο' α2: όταν τις (την) βλέπει ο βασιλιάς, τρομάζει από την ασχήμια τους (της)' α3: μαθαίνει ότι παραμορφώθηκαν(-κε) από το κλώσιμο' α4 : άλλο.

β: δασκαλεμένη από τις κλώστρες (άλλο), η κόρη βάζει κάτω από το στρώμα καρύδια (άλλο)' β1: κι όταν πάνε να ξαπλώσουν, το στρώμα της τρίζει' β2: παραπονιέται στον άντρα της πως τρίζουν τα κόκκαλά της από την κούραση' β3: άλλο τέχνασμα.

γ: ο σύζυγος της απαγορεύει να ξαναδουλέψει' γ1: τη διώχνει γιατί βρίσκει τα νήματα καμένα.

ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΠΑΡΑΛΛΑΓΩΝ

ΘΡΑΚΗ

1. ΛΑ 501, 2, Αίνος, «Της πράτριας η θυγατέρα βασίλισσα». I: α, α1, α2, α4, α7, α8, β, β1, β2, β4. II: α, α1, α5 (40 γυναίκες που της στέλνει η μοίρα της), α6. III: α, β, β1, β2, γ. IV: α, β, β1, β2, γ (η Μοίρα τους καλεί στο σπίτι της και βλέπουν πως γράφει τις μοίρες του κόσμου).

Σελ. 33
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/62/gif/34.gif&w=600&h=915

2. ΛΑ 501, 7, Σουφλί, «Παραμύθι της Κουρκούτου». I: α, α1, α2, α4 (όλο το κουρκούτι), α7, β, β1 (μια γειτόνισσα λέει πως η κόρη έκλωσε 9 οκάδες βαμβάκι), β3, β5. II: α, α1. III: α, α1, α3, α7. IV: β, β1, β2, γ.

ΝΗΣΙΑ ΤΟΥ ΑΙΓΑΙΟΥ

α. Νησιά Ανατολικού Αιγαίου

3. ΛΦ 978, 13-6, Λέσβος, άτιτλο (μόνο για την αρχή). Ι: α, α1, α4, α6, α7, α8, β, β2. II: α, α1. IV: β3 (δε δουλεύει γιατί λέει πως το είχε κάμει τάμα, όταν το γαϊδούρι κόντεψε να τη ρίξει κάτω).

4. ΛΦ 1558, 42-4, Λέσβος, «Η γριά με τις τρεις κόρες». I: α, α1, α2, α4 (τρεις πίττες), α6, α7, α8, β (πραματευτής), β1, β2 (πέντε αδράχτια σε μια μέρα)' β5. III: α, α1, α7, α10. IV: γ1.

5. ΛΦ 1442, 1-3, Πολιχνίτος Λέσβου, «Οι γ' ακαμάρες τσι γ' ουκνές έχουν τις τύχες τις καλές». I: α, α1, α4 (7 πίτες), α6, α7, β (πραματευτής), β1 (7 αδράχτια νήμα), β5. II: α, α1, α4 (ένα μαγαζί μπαμπάκι). III: β, β1, β3, β4 (ο πατέρας του βασιλόπουλου). IV: β (η πονηρή κόρη βρίσκει μόνη της το τέχνασμα)' β1, β2, γ.

β. Δωδεκάννησα.

6. ΙΛ 534, 454-5, αρ. 9 (ΛΑ 501, 4), Λίνδος Ρόδου, άτιτλο (Λαογραφία ΚΑ', 1963-1964, 135-137, «Η καλή μοίρα»). I: α, α1, α2, α4 (5 κομμάτια κρέας), α6, α7, α8, β, β1, β2 (5 αδράχτια σε μια μέρα), β5. II: α, α4 (σε 3 μήνες, 3 σπίτια μπαμπάκι). III: α, α3 (η Μοίρα της), α7 (να πυρώσει 3 φούρνους και να ρίξει μέσα το μπαμπάκι), α8 (ένας φούρνος είχε του γαμπρού φορέματα, ο άλλος της νύφης, ο άλλος είχε ένα τυλιχτάρι πανί). IV: α, α1, α2 (βλέπει το μακρύ χέρι της Μοίρας, που πετιέται από την πόρτα στο τραπέζι), α3, γ.

7. ΛΑ 2248, 216-7, Αστυπάλαια, άτιτλο. II: α7 (ο βασιλάς βάζει στις φτωχές αδερφές υφάντρες ζητήματα: με μια μπάλα μαλλί, να φτιάξουν φανέλλες, με μια μπάλα ύφασμα, ρούχα, με μια μπάλα κουκούλια, μετάξι, σε μια βραδιά). III: α9 (ο Χριστός). IV: α4 (τη μεγαλύτερη, και παντρεύει τις άλλες δύο με παλατιανούς).

8. ΛΑ 2279, 133-4, Λέρος, «Η Τύχη». I: α, α1, α9 (η φτωχιά γυναίκα λέει στο βασιλιά ότι η ανηψιά της μπορεί να του κεντήσει τα τρία κεντήματα που ζητά), β5. III: α, α2. α3, α4. IV: α, α1, α3, γ.

Σελ. 34
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/62/gif/35.gif&w=600&h=915

γ. Εύβοια - Σποράδες.

9. Πέρδικα II, αρ. 3, 161-2, Σκύρος, «Οι εφτά πίττες». I: α, α2, α4, α6, α7, α8 (και τα εφτά;), β, β1, β2 (εφτά λίτρες μπαμπάκι), β5(την παντρεύεται). IV: α, β (η μάνα της, καλάμια)' β1, β2, γ.

δ. Κυκλάδες.

10. ΛΑ 1394, 237-246, αρ. 26 (ΛΑ 501, 8), Τήνος, «Η κυρά θάλασσα». Η αρχή in médias res: Ο καπετάνιος φέρνει στη γυναίκα του μαλλιά και λινάρια για να φτιάξει πανιά. III: β, β2(η ηρωίδα δεν δουλεύει. Τρώει μια κουταλιά, ρίχνει μια σαϊτιά), β3 (τη βλέπουν οι «αγελούδες» - οι αγέλαστες Μοίρες - και γελούν), β4 (ως αντάλλαγμα, ζητά να της κάνουν τα λινάρια πανιά), β6. IV: α, β (από μόνη της), β2, γ. Συμφυρμός με τον τύπο AT *898 (Η Κόρη της θάλασσας). Η ηρωίδα δεν μιλά, παρά μόνον εφόσον ο καπετάνιος την αναγνωρίσει ως κόρη της κυρά θάλασσας.

11. ΛΑ 1396, 388-391, αρ. 92 (ΛΑ 501, 9), Τήνος, «Η βρώμα η φαγάνα». I: α, α1, α2, α4 (πέντε ψωμιά), α6, α7, α8 (όλα;), β, β1, β4 (πέντε μονά ρόκια), β5 (παντρεύεται). II: α, α1. III: β, β2 (ενώ γνέθει, την ταίζει η μάνα της), β3 (η κόρη των αγελούδων), β4, β6. IV: β, β1, β2, β3 (ορκίζεται: «Κυριακή, Δευτέρα, Τρίτη, Τετάρτη, Πέμπτη, Παρασκευή, Σαββατο, όσο ζω, ποτέ πιά δουλειά να μην πιάσω».

12. ΣΠ 68, 9-11, Πάρος, «Το σκουπιδάτζι». I: α, α2, α3 (στο γέρο, Χριστό)' α4 (εφτά κεφαλές τσίρων και πίττα)' α6, α7, α8, β, β1, β2 (ώστε να μπω, νά βγω, πέντε, τς ώστε να να 'μπω, δεκαπέντε - ατυλιγαδιές στημόνι), β5 (παντρεύεται). II: α, α1, α4 (σε 24 ώρες, πανί για το στρατό). III: α, α2, α3 (της γεμίζουν σε μια νύχτα μια κάμαρα πανί). IV: α, α1 (της μιανής τα πόδια, της αλληνής τα χέρια βγαλμένα, της τρίτης το στόμα πίσω στ' αυτί - από το γνέσιμο κι από το ύφασμα), α2, α3, β, β1, β2,γ (βάζει να κάψουν τα εργαλεία της γυναίκας του). Συνεχίζεται με τον τύπο AT *514D (Η ψαροκεφάλη). Από τον τάφο της μάνας ακούγεται μια φωνή: «Θυγατέρα, τι έκαμες τς επτά κεφαλές των τσίρων τσαι την πίττα;» Οι Μοίρες την οδηγούν στο παλάτι των δράκων, όπου βρίσκει το χρυσό σκουπιδάτζι (σκουπάκι), που είπε πως είναι σαν τα γένεια του άντρα της.

13. Ανδριακό Ημερολόγιο Ε', 1930, 131-132, Άνδρος, «Και τα πέντε πέντε πέντε». Παραλλαγή που δημοσιεύουμε εδώ.

Σελ. 35
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/62/gif/36.gif&w=600&h=915

ΝΗΣΙΑ TOΥ ΙΟΝΙΟΥ

14. ΛΑ 501, 1, Κεφαλλονιά, «Η μοίρα». I: α, α1, α2, α4, α6, α7, α8, β, β1, β2, β5 (γάμος). II: α1, α3, α7, α8. IV: β, β1, β2, γ.

15. ΛΑ 2344, 399-402, Οθωνοί, άτιτλο. I: α, α3 (ζητιάνα, που της εύχεται να γίνει βασίλισσα), α4 (5 καρβέλια), α6, α7, α8 (και τα πέντε;) β, β1 (ύφανε 5 δεκάρια λινάρια), β2, β5. II: α, α1 (να υφάνει 10 λινάρια). III: α, α1. IV: β, β 1, β2 (από τον πολύ κόπανο, έσπασαν τα κόκκαλά της), γ.

16. ΛΦ 170, 23-27, Βιταλάδες Κέρκυρας, «Η φτωχή κοπέλα που έγινε βασίλισσα». I: α, α1, α2, α4, α6, α7, α8, β, β1, β2, β5(γάμος). II: α1, α3, «7, α8. IV: β, β1, β2, γ.

17. Schmidt, 65, αρ. 1, Ζάκυνθος, «Die Faulenzerin (Η ακαμάτρα)». I: α, α1. II: α, α7 (ο γαμπρός της ζητά να φτιάξει σε μία ώρα τα προικιά της). III: α, α2, α4 (Μυτού, Τσαχειλού, Κωλού), α6. IV: α, α1, α2, α3, γ.

ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΣ

18. ΛΑ 501, 3, Κορώνη Πυλίας, «Οι φούρνοι», Για το εισαγωγικό μοτίβο, πβ. τον τύπο AT 707 (Τα τρία χρυσά παιδιά), όπου η μικρότερη αδερφή τάζει να δώσει στο βασιλιά, εφόσον την παντρευτεί, τρία παιδιά, το ένα με τον ήλιο στο μέτωπο, το άλλο με το φεγγάρι και το τρίτο, μ' ένα άστρο. Ι: α9 (Ο βασιλιάς ακούει τις ευχές των τριών κοριτσιών: της πρώτης, να παντρευόταν τον φούρναρη του βασιλιά, της δεύτερης, να έπαιρνε το μάγειρα και της τρίτης, να παντρευόταν τον ίδιο το βασιλιά, για να ντύσει μ' ένα αδράχτι νήμα όλην τη δωδεκάδα). II: α, α1 (να κάνει αυτό που έταξε). III: α, α1, α3 (η Μοίρα της), α7 (να κτίσει 40 φούρνους, να τους κλείσει, να τους χρίσει απ' έξω και μετά να τους ανοίξει και μέσα τους θα βρει ό,τι χρειάζεται), α8. IV: α, β, β1, β2, γ.

19. ΛΑ 501, 5, Κορώνη Πυλίας, «Η θειά Χερού, η θειά Χειλού κι η θειά Δοντού». Ελλιπές.

20. ΛΑ 501, 6, Κορώνη, Πυλίας, «Οι τρεις πίττες». I: α, α1, α2, α4 (τρεις πίττες), α6, α7, α8, β, β1, β2 (3 σακκιά λινάρι), β5. II: α, α4 (3 σακκιά λινάρι, να γνέσει, να κλώσει, να υφάνει, να κόψει ρούχα για το στρατό σε 40 μέρες). III: α, α1, α7, α8. Συνεχίζεται με τον τύπο *514D (Η φαροκεφάλη): III: α, α2, α5 (τις 3 πίττες), α8 (στρατιώτες), α10, γ1 (πορτοκαλιά), γ4, γ6, γ12. IV: α, α2, α3, α4, α7, α11, α12, β4 (βοηθοί του κοριτσιού το λιόφυτο, το γέννημα. Της λένε να ρίξει τον Αράπη του πύργου στο καζάνι με την πίσσα), στ8. V: α, α4.

21. ΛΑ 1281, (ΣΜ 111), 449-453, Κυπαρισσία Τριφυλίας, «Οι τρεις κλώ-

Σελ. 36
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/62/gif/37.gif&w=600&h=915

κλώστρες». I: α, α1, β1 (στη βασίλισσα), β5 (νύφη για τον γιο της). II: α (βασίλισσα), α1 (τρεις κάμαρες μαλλί). III: α, α2, α4 (εξηγούν στο βασιλιά ότι η πρώτη έχει πλατύ πόδι από το γύρισμα του ροδανιού, η δεύτερη, κρεμαστά χείλη από το γνέμα που μουσκεύει κι η τρίτη, πλατύ δάχτυλο, από το στρίψιμο). IV: α, α1, α2, α3, γ.

22. ΛΦ 1008, 10-11, Γέρμα Λακωνίας, «Η μάνα κι η κόρη». I: α (μάνα και κόρη συνέχεια μαλώνουν), β (κάποιος από Αμερική), β1 (γειτόνισσα λέει ότι η κόρη θέλει όλη μέρα να γνέθει), β5. II: α, α1 (μια κάμαρη μαλλί, στουπιά και τρίχες και φεύγει ταξίδι για τρεις μήνες). III: α3 (Μοίρα), α7 (να μην ανοίξεις το φούρνο να κοιτάξεις), α9 (το άνοιξε, βλέπει μέσα άλλη να πλέκει, άλλη να νέθει. Όσα είδε, γίναν στάχτη και τ' άλλα τα φτιάξανε οι γυναίκες. Ήρθε τέλος η Μοίρα της, ανοίγουν το φούρνο και βλέπουν βιλάρια μαλλιά, βιλάρια στουπιά και βιλάρια τρίχες). IV: α, β, βι, β2, γ.

23. ΣΠ 34, 31-34, Κερπινή Καλαβρύτων, άτιτλο.

ΜΙΚΡΑ ΑΣΙΑ - ΠΟΝΤΟΣ - ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑ

Μικρά Ασία

24. ΛΦ 1001, 3-6, «Η ακαμάτρα». I: α, α1, β (η μάνα υφαίνει προσποιούμενη ότι είναι η κόρη της, ενώ ταυτόχρονα της φωνάζει να ξεκουραστεί), β5 (αρχοντόπουλο). II: α, α1 (ένα δωμάτιο μαλλί σε 40 μέρες). III: β, β2 (χύνει απάνω της τραχανά, κάθεται στο παράθυρο και, μια φορά έστριβε τη ρόκα, μια φορά έγλυφε τον τραχανά), β3, β4 (ο πατέρας του βασιλόπουλου), β5. IV: α4 (όπως τρώνε, έρχεται μια κατσαρίδα κι η κόρη αρνείται να τη σκοτώσει. Τη σκοτώνει ο σύζυγος κι εκείνη διαμαρτύρεται πως σκότωσε τη θεία της, γιατί στο σόι τους, οι γυναίκες γερνώντας γίνονται κατσαρίδες από την πολλή δουλειά), γ.

ΚΥΠΡΟΣ

25. ΛΦ 1099, 1-2, Λευκωσία, «Η οκνιάρα τζ'η τύχη της». I: α, α1, α7 (τη δέρνει), β (τρεις γυναίκες), β4 (αναλαμβάνουν να την πάρουν μαζί τους, να τη συμμορφώσουν). II: α7 (της βάζουν τρία ζητήματα, να κάνει θκιάσμα και να υφάνει ένα σπίτι νήματα, ώσπου να ξημερώσει, κατόπιν να γνέσει ένα σπίτι μπαμπάκια και τέλος, να μαγειρέψει εκατό καζάνια φαΐ σε μια νύχτα). III: α1 (η Τύχη της). IV: α, α1 (χείλη μεγάλα, μούτρα ολόμαυρα και μπόι δέκα πήχες), α2, α3, γ.

Σελ. 37
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/62/gif/38.gif&w=600&h=915

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΣΤΟΥΣ ΤΥΠΟΥΣ AT 500 και AT 501

Ο Στούπας, παραμυθιακός τύπος AT 500, κατάγεται από τα Βρετανικά νησιά, κατά τον Stith Thompson, που τον κατατάσσει στους «θαυματουργούς κλώστες», μαζί με τον επόμενο τύπο AT 501, Οι τρεις Κλώστρες, (σουηδικής ή και γερμανικής καταγωγής), με τον οποίο και συμφύρεται συχνά. Τρεις συγγραφείς ασχολήθηκαν με τους δύο αυτούς τύπους, ο Edward Clodd, που αναζήτησε και κατέδειξε κυρίως τα πρωτόγονα στοιχεία τους, ενώ ο Georg Polivka και ο C. W. von Sydow ασχολήθηκαν με τα αφηγηματικά δεδομένα τους.

Στην Ελλάδα δεν έχουμε μεγάλη ανάπτυξη του Στούπα, που ακολουθεί τη σταθερή ευρωπαϊκή αφηγηματική δομή. Διάδοση του παραμυθιού εκτός Ευρώπης δεν παρατηρείται από τους ειδικούς, υπάρχουν κάποιες καταγραφές του στο Πόρτο Ρίκο, όπου σαφώς πρόκειται για ισπανικά δάνεια. Τα κύρια χαρακτηριστικά της ιστορίας είναι καταρχήν μια κοινή αρχή με τις Κλώστρες (AT 501), όπου μια μάνα μαλώνει τη λαίμαργη κι οκνηρή κόρη της, που καταβρόχθισε μια τεράστια ποσότητα ψωμιού ή φαγητού. Εκείνην την ώρα περνάει το βασιλόπουλο και ρωτάει τι συμβαίνει. Η μάνα τότε, για να μη δυσφημήσει την κόρη της, καυχιέται πως της έγνεσε μια τεράστια ποσότητα μαλλιού σε χρόνο μηδέν κι αμέσως το βασιλόπουλο προτείνει γάμο. Η κόρη δέχεται αλλά ο μέλλων σύζυγος της ζητά να του αποδείξει τις ικανότητες της, γνέθοντας την ίδια ποσότητα που ανέφερε η μάνα της σε ελάχιστη προθεσμία, ειδάλλως θα της κόψει το κεφάλι.

Εδώ γίνεται η διαφοροποίηση των δύο τύπων, με την εμφάνιση διαφορετικών θαυμάσιων βοηθών. Στις Κλώστρες (AT 501) παρεμβαίνουν οι τρείς μυθικές μορφές των Μοιρών, παραμορφωμένες από την πολλή δουλειά, -η Χερού η Δοντού κι η Χειλού, όπως τις αποκαλούν ορισμένες παραλλαγές- κι αναλαμβάνουν αφιλοκερδώς να σώσουν την ηρωίδα, κάνοντας τις δουλειές στη θέση της. Ενώ στον Στούπα (AT 500) εμφανίζεται ένα ανθρωπάκι μιας σπιθαμής, που είναι συχνά ο διάβολος και προτείνει στην κόρη να γνέσει εκείνος το μαλλί για λογαριασμό της. Σε αντάλλαγμα όμως, πρέπει η ηρωίδα να βρει τ' όνομά του. Κι αν δεν τα καταφέρει μέσα σε μια σύντομη προθεσμία, τότε ο Στούπας θα την παντρευτεί με το ζόρι, θα τη φάει ή θα της πάρει το πρώτο της παιδί.

Απελπισμένη η κόρη βλέπει να πλησιάζει η προθεσμία. Τυχαία, την παραμονή, η ίδια ή κάποιος άλλος, ακούει το ανθρωπάκι να λέει το όνομά του τραγουδώντας θριαμβευτικά: π.χ.

«Γεια σου καημένε Στούπα, να γνέσεις την τουλούπα, να φάγεις την κυρία, να ευφρανθεί η καρδία»

Σελ. 38
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/62/gif/39.gif&w=600&h=915

ή ακούει που τον φωνάζουν οι άλλοι διάβολοι. Έτσι ο δαιμονικός βοηθός χάνει το στοίχημα. Η κόρη του λέει επίτηδες άλλο όνομα, όταν έρχεται να την πάρει τις δύο πρώτες φορές, αλλά την τρίτη φορά, του ανακοινώνει καθαρά το όνομά του, που είναι στις ελληνικές παραλλαγές, «Τιν Τον», «Μπουκαλόγερος», «Παπατούμπας», «Φαουστουπής», «Ξανθοστούπης» «Μπόμπιρας», «Μπάμπαλος», «Μποέμης» ή «Ντριζόκωλη», γιατί υπάρχει και μια γριά βοηθός σε δυό καταγραφές της Θράκης, που είναι σχεδόν πανομοιότυπες. Στο άκουσμα του ονόματος του, το ανθρωπάκι σκάει ή χάνεται κι έτσι η ηρωίδα μπορεί να χαρεί το γάμο της ελεύθερη.

Στις τρεις Κλώστρες (AT 501), η απεικόνιση των τριών Μοιρών γίνεται με παρωδικό τρόπο, διότι εμφανίζονται ως δύσμορφες, λόγω εργασιακού μόχθου (με κρεμασμένα χείλια, τεράστια δόντια ή χέρια και πισινό), ούτως ώστε η εργασία να προκαλέσει τελικά απέχθεια στον πρίγκηπα, που θέλει να έχει μια ελκυστική γυναίκα και της απαγορεύει να ξαναδούλεψει. Ανάμεσα στα πρόσωπα που βοηθούν την τεμπέλα κόρη να γνέσει είναι και η μάνα της, όπως στην παραλλαγή που δημοσιεύουμε εδώ. Η «γριά» δίνει το μπαμπάκι σε διάφορα σπίτια για να γνεστεί συλλογικά, ως ρεαλιστικότερη αντιμετώπιση της αδύνατης ατομικής δοκιμασίας. Η μητέρα της ηρωίδας είναι ιδιαίτερα σημαντική και κατά την πλεκτάνη που πλάθεται στον παραμυθιακό τύπο του Ύπνου (AT *514C, όπου βλέπε ανάλυση). Είναι το κατεξοχήν πρόσωπο που συνωμοτεί είτε για να παντρέψει την κόρη της (AT 500 και AT 501) είτε για να βρει γαμπρό δια της τεκνοποιίας (AT *514C). Οι τρεις Μοίρες, με έντονο διαμεσολαβητικό ρόλο στα συνοικέσια και των τριών παραμυθιών -μαζί με τις γειτόνισσες—, εκπροσωπούν τη γενεαλογική γυναικεία σοφία (και πονηριά) στα περί του γάμου.

Ο συνδυασμός φαγητού και γνεσίματος είναι διαφωτιστικός ως προς την βασική αντίθεση γύρω από την οποία διαπλέκεται αυτή η ιστορία. Στο παραμύθι της Ψαροκεφάλης (AT *514D, όπου βλέπε ανάλυση), που αρχίζει με την ίδια εισαγωγή των AT 500 και AT 501, η εξέλιξη της ηρωίδας είναι τελείως διαφορετική, διότι, όπως δηλώνεται εξαρχής, η κόρη δεν τρώει. Αντίθετα, δίνει την τροφή της μάνας της στο ζητιάνο ή στη γάτα, προκαλώντας έτσι την οριστική ρήξη μαζί της. Βλέπουμε, σ' όλες αυτές τις εκδοχές, ότι πρόκειται για δύο αλληλοαποκλειόμενες δράσεις, φαγητό και εργασία, που προκαλούν τον γέλωτα όταν συνδυάζονται. Γελούν οι Μοίρες και το αγέλαστο βασιλόπουλο τους, βλέποντάς την να τρώει κλώθοντας, ξαπλωμένη, κι ανταμείβουν για το γέλιο την ακαμάτρα κόρη, γνέθοντάς της όλο το μαλλί.

Όσο για την τεχνική της ύφανσης, εναναλλακτικά χρησιμοποιείται η εικόνα του φούρνου σε διάφορες παραλλαγές, όπου το ύφασμα ετοιμάζεται όπως ψήνεται το ψωμί. Φουρνίζεται η πρώτη ύλη, το μαλλί, το λινάρι ή το μπαμπάκι από τις Μοίρες και, μετά από κάποιο μαγικό διάστημα, ανοίγεται ο σφαλισμένος φούρνος και το πανί είναι έτοιμο. Μάλιστα, πότε-πότε, είναι και

Σελ. 39
Φόρμα αναζήτησης
Αναζήτηση λέξεων και φράσεων εντός του βιβλίου: Επεξεργασία παραμυθιακών τύπων και παραλλαγών AT 500-559
Αποτελέσματα αναζήτησης
    Ψηφιοποιημένα βιβλία
    Σελίδα: 20
    

    βαθύτερη ποίηση της φύσης, που η σύνθεσή της υπάρχει ανέκαθεν, χωρίς να οφείλεται σε κάποιο άτομο, σ' έναν συνθέτη:

    Τα παραμύθια απορρέουν από το μύθο, είναι κοινά για όλους μας. Αποτελούν τα ίχνη μιας πίστης που χάνεται ανά τους αιώνες (...)

    Ο μύθος αυτός μοιάζει με τα ελάχιστα θραύσματα ενός πολύτιμου λίθου που θρυματίσθηκε, τα οποία έχουν σκορπίσει στο έδαφος, έχουν σκεπασθεί με χόρτα και λουλούδια, και μόνον μια ματιά πιο διεισδυτική από τις άλλες, μπορεί να ανακαλύψει. Το νόημά τους έχει χαθεί εδώ και καιρό, αλλά το νιώθουμε ακόμα. Αυτό το νόημα δίνει ζωή στο περιεχόμενο του παραμυθιού και ικανοποιεί ταυτόχρονα την έλξη μας προς το μαγικό στοιχείο. Αυτά τα ελάχιστα θραύσματα δεν αποτελούν απλό παιχνίδι μιας φαντασίας, χωρίς περιεχόμενο. Όσο πιο πολύ προχωρούμε στα βάθη του παρελθόντος, τόσο βλέπουμε ολοένα να τρανεύει ο μύθος, που προφανώς αποτελούσε την ενιαία ουσία της πλέον πανάρχαιας ποίησης11.

    Αυτόν τον θρυμματισμένο μύθο επιδιώκουν -με πενιχρά μέσα- να συναρτήσουν οι τοπικοί, εθνικοί και διεθνείς Κατάλογοι της παγκόσμιας προφορικής λογοτεχνίας.

    A.A., Μ.Κ., Ε.Κ.

    Αθήνα, Δεκέμβριος 2004.

    17. Wilhem Grimm, από τον πρόλογο του στη πρώτη έκδοση των Παραμυθιών του 1856.