Συγγραφέας:Αγγελοπούλου, Άννα
 
Καπλάνογλου, Μαριάνθη
 
Κατρινάκη, Εμμανουέλα
 
Τίτλος:Επεξεργασία παραμυθιακών τύπων και παραλλαγών AT 500-559
 
Τίτλος σειράς:Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας
 
Αριθμός σειράς:41
 
Τόπος έκδοσης:Αθήνα
 
Εκδότης:Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς
 
Έτος έκδοσης:2004
 
Σελίδες:511
 
Αριθμός τόμων:1 τόμος
 
Γλώσσα:Ελληνικά
 
Θέμα:Ελληνικά παραμύθια-Κατάλογος
 
Τοπική κάλυψη:Ελλάδα
 
Περίληψη:Το βιβλίο αυτό αποτελεί τον τέταρτο κατά σειράν τόμο του Καταλόγου των Ελληνικών Παραμυθιών (βλ. εδώ τα δημοσιεύματα αρ. 21, 26, 34). Ο Κατάλογος των Ελληνικών Παραμυθιών αποτελεί μια σύγχρονη επεξεργασία της πρώτης ανέκδοτης και πολύτιμης καταλογογράφησης του ελληνικού παραμυθιού από τον Γεώργιο Α. Μέγα. Ο εθνικός αυτός Κατάλογος, έρχεται να προσθέσει μια νέα όψη των πραγμάτων, ίσως και να απειλήσει τη στατική αντίληψη της κατάταξης. Συχνά οι τοπικές αφηγήσεις περιγράφονται με τον όρο «αποκλίσεις» σε σχέση με την περιγραφή του κάθε παραμυθιακού τύπου στον Διεθνή Κατάλογο. Ωστόσο, το σύγχρονο ενδιαφέρον μπορεί να είναι πολύ πιο δυναμικό: το αντικείμενο της έρευνας είναι η μελέτη των ασυνείδητων μηχανισμών, που υποβαστάζουν τους μετασχηματισμούς των παραμυθιών, καθώς αυτά κυκλοφορούν από γλώσσα σε γλώσσα, από περιοχή σε περιοχή. Οι μετασχηματισμοί δεν συμβαίνουν ερήμην των δρώντων προσώπων, που είναι οι χρήστες των παραμυθιών, αυτών που διηγούνται κι αυτών που ακούνε. Οι χρήστες είναι βεβαίως φορείς ενός πολιτισμού. Τα παραμύθια γίνονται αντιληπτά μέσα από δεδομένους μυθικούς και συμβολικούς κώδικες και, προκειμένου να επιχωριάσουν, υποβάλλονται αναλόγως σε ασυνείδητους μετασχηματισμούς σε διάφορα επίπεδα της δομής τους.
 
Άδεια χρήσης:Αυτό το ψηφιοποιημένο βιβλίο του ΙΑΕΝ σε όλες του τις μορφές (PDF, GIF, HTML) χορηγείται με άδεια Creative Commons Attribution - NonCommercial (Αναφορά προέλευσης - Μη εμπορική χρήση) Greece 3.0
 
Το Βιβλίο σε PDF:Κατέβασμα αρχείου 11.9 Mb
 
Εμφανείς σελίδες: 213-232 από: 514
-20
Τρέχουσα Σελίδα:
+20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/62/gif/213.gif&w=600&h=915

ΠΑΡΑΜΥΘΙΑΚΟΣ ΤΥΠΟΣ AT *884C

Το Κορίτσι - Στρατιώτης

AT: Δεν συμπεριλαμβάνεται Η Θοδώρα στο στρατό

Μια φορά κι ένα καιρό ήτανε ένας πατέρας κι είχε τρεις κόρες, τον ήλθε διαταγή να πάγ' στο στρατό κι ήτανε πολύ στεναχωρεμένος, η μεγάλη τ' κόρ' τον ρωτάγι':

«Τι έχ'ς, πατέρα, κι είσαι συλλογισμένος;»

«Πού να μην είμαι; Μ' ήλθε μήνυμα να πάγω στο στρατό».

«Κι εγώ νόμσα που ήθελες να με παντρέψεις».

Κι η δεύτερη τον βλέπ' στεναχωρεμένο και τον ρωτάγι':

«Πατέρα, γιατί είσαι συλλογισμένος;»

«Τι να σε πω, κόρη μ', το είπα και στη μεγάλ'».

«Πες το με, ίσως και σε βοηθήσω σε τίποτε».

«Μ' ήλθε μήνυμα να πάγω στο στρατό».

«Κι εγώ νόμσα πως ήθελες να με παντρέψεις».

Τον βλέπ' κι η μικρότερη και τον ρωτάγι':

«Γιατί, πατέρα, είσαι συλλογισμένος;»

«Τι να σε το πω, κόρη μ', το είπα και στις αδελφές σ'».

«Πες το με κι ίσως κάμω τίποτε και ξεστεναχωρεθείς».

«Μ' ήλθε μήνυμα να πάγω στο στρατό».

«Μα γι' αυτό στεναχωριέσαι; Δώσ' με τα ρούχα σ', το τουφέκι σ', τ' άλογο σ' κι εγώ θα πάγω για σένα».

Ο πατέρας τς δεν τόστεργε, η κόρ' επέμενε, εκοψε τα μαλλιά τς, βάζ1 αντρίκια ρούχα, πέρν' το τουφέκ', ανεβαίν' στ' άλογο και πάγ' στο στρατό και είπε πως τη λένε Θόδωρο. Ο Θόδωρος συντρόφεψε μ' ένα κι έπιασαν φιλίες, στο φίλο τ' όλο φαίνουνταν ο Θόδωρος πως δεν ήτανε άντρας, κι όταν ο φίλος τ' πήγαινε στο χωριό τ', έλεγε στη μάνα τ': «Θόδωρος, Θοδώρα μοιάζει, την καρδιά μου μαραγκιάζει».

* Οι τύποι AT *884C και AT *884D ανήκουν στις νουβέλες αλλά συνεξετάζονται εδώ με τον AT 514. Βλ. αναλυτικά στην εισαγωγή, σ. 15 και στα σχετικά σχόλια, σ. 238-247.

Σελ. 213
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/62/gif/214.gif&w=600&h=915

«Αφού θαρρείς πως είναι κορίτσ', πάρ' τον μια μέρα και πήγαινέ τον κει που πουλούνε βραχιόλια και καρφίτσες».

Πάνε, ο Θόδωρος θέλ' να δγει τα πιστόλια και λέγ' στο σύντροφο τ': «τι θα κάνς τα βραχιόλια, κορίτσ' είσαι;»

Πάλε τον φαίνουνταν πως δεν ήτανε άντρας κι έλεγε: «Θόδωρος, Θοδώρα μοιάζει, την καρδιά μου μαραγκιάζει».

Πέρασαν τρία χρόνια στο στρατό, όταν θα γύριζαν στο χωριό ο σύντροφος κατάλαβε ότι ο Θόδωρος ήτανε Θοδώρα και τρέχ' να την προφθάσ'" τη νύχτα μπαίν' μέσ' στο σπίτ' τς κι αποκοιμισμέν' καθώς ήτανε τη μαγεύ' και την πάγ' σπίτι τ'. Όταν η Θοδώρα άνοιξε τα μάτια κι αντί τον πατέρα και τις αδελφές τς, βλέπ' πλάγι τς τον σύντροφο του στρατού και νάναι σε ξένο μέρος κατακοκκίνσε. Αυτός την λέγ' χίλια γλυκά λόγια, πως την αγαπάγ', πως θέλ' να την κάν' γυναίκα τ', η Θοδώρα ούτε λόγο τον έκρινε. Περνάγι' ένας χρόνος, περνούνε δυο, περνούνε τρεις, ούτε λόγο λέγ'. Όλοι την είχανε για βουβή, λόγο δεν άνοιγε να πει κι ο σύντροφος τς στο στρατό αρραβωνιάσθηκε μ' άλληνα και θα γίνουνταν η χαρά τ'. Στην εκκλησιά που πήγανε να στεφανωθούνε, πήρανε μαζί και τη βουβή, η βουβή ανάφτ' ένα κερί και δίν' φωτιά στο μανίκι τς" η νύφ' τη βλέπ' και λέγ' «η βουβή θα καεί, σβήστε τη φωτιά».

«Μα, λέγ' η Θοδώρα, γω τρία χρόνια φύλαξα και δε μίλσα και συ τι γλήγορα που μίλσες;»

Κι ο γαμπρός λέγ': «Φέρτε τη Θοδώρα να στεφανωθώ που τρία χρόνια απ' τη ντροπή τς δε μίλσε». Κι έζησαν καλά και μεις καλύτερα.

Θρακικά 17, 1942, 170-171, Τζετώ.

ΣΥΝΘΕΤΙΚΗ ΠΑΡΑΛΛΑΓΗ

I. Το κορίτσι στον πόλεμο στη θέση του γέροντα πατέρα της

α: Ένας πατέρας" α1: βασιλιάς' α2: με τρεις κόρες' α3: καλείται να πάει στο στρατό (στον πόλεμο) αλλά δεν μπορεί' α4: εξαιτίας των γηρατειών' α5: ενώ οι δυο μεγαλύτερες κόρες του νομίζουν ότι στενοχωριέται επειδή δεν τους βρίσκει γαμπρό' α6: η μικρότερη κόρη προσφέρεται να πάει στη θέση του' α7: ζητά από τον πατέρα της αντρίκια φορεσιά (τα ρούχα του)' α8: και άλογο.

β: Η ηρωίδα αναχωρεί μεταμφιεσμένη σε αγόρι' β1: παίρνοντας την ευχή

Σελ. 214
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/62/gif/215.gif&w=600&h=915

του πατέρα της" β2: το σκυλάκι της" β3: που είναι η ενσάρκωση της ευχής του πατέρα της.

γ: Η ηρωίδα ονομάζεται Θοδώρα - Θόδωρος γ1: άλλο.

δ: Νικάει στον πόλεμο" δ1: βγαίνει πρώτη σε όλα τα αγωνίσματα" δ2: γνωρίζει έναν νέο" δ3: βασιλόπουλο' δ4: ο οποίος την υποπτεύεται πως είναι κορίτσι και την υποβάλλει σε δοκιμασίες' δ5: ακολουθώντας τις συμβουλές της μάνας του.

Συνέχεια όπως το 425Α, μοτίβο II: η ηρωίδα γνωρίζει ένα μαγικό ον (ή φθάνει στο σπίτι του) που είναι γιος δράκισσας (μάγισσας). Ο νέος και (ή) η δράκισσα μάνα του δοκιμάζουν την ηρωίδα για να δουν αν είναι άνδρας ή γυναίκα.

ε: Κατά την εκτέλεση των δοκιμασιών η ηρωίδα έχει ως βοηθό της το σκυλάκι της' ε1: άλλο.

II. Οι δοκιμασίες του φύλου

α: Η ηρωίδα δοκιμάζεται στα αγωνίσματα' α1: στο πήδημα' α2: στο ρίξιμο του λιθαριού' α3: στο σημάδι' α4: τα καταφέρνει καλύτερα απ' όλους' α5 αποδεικνύεται η πιο δυνατή χάρη στην ευχή του πατέρα της.

β: Η ηρωίδα πρέπει να ανέβει μια σκάλα' β1: φορτωμένη' β2: αν στάξει αίμα είναι γυναίκα' β3: τη βοηθάει το σκυλάκι της που γλύφει τις στάλες αίμα.

γ: Τη βάζουν να διαλέξει ανάμεσα σε γυναικεία ή ανδρικά αντικείμενα' γ1: κοσμήματα (υφάσματα κλπ.) ή όπλα' γ2: η ηρωίδα επιλέγει τα ανδρικά.

δ: Στο περιβόλι' δ1: αν πάει στα γλυκά είναι γυναίκα, αν πάει στα όξινα είναι άνδρας' δ2: άλλο.

ε: Η ηρωίδα πρέπει να ανέβει στη μηλιά' ε1: γυμνή' ε2: άλλο' ε3: ανεβαίνοντας βάζει ανάμεσα στα σκέλη της δυο μήλα.

στ: Εκεί που θα πέσουν για ύπνο αν το πρωί τα χόρτα (σκεπάσματα) μένουν δροσερά είναι άντρας αν είναι μαραμένα, είναι γυναίκα' στί: το σκυλάκι της δροσίζει το χορτάρι' στ2 άλλο.

ζ: Στο κατούρημα' ζ1: αν θα πάει πιο μακριά είναι άνδρας' ζ2: το πετυχαίνει βάζοντας καλάμι.

η: Ο νέος της ζητά να κάνουν μπάνιο μαζί' η1: στη θάλασσα' η2: η ηρωίδα καθυστερεί' η3: αρνείται να κάνει μπάνιο' η4: τον ξεγελά τάχα πως πάει να δέσει το άλογό της' η5: άλλο' η6: και ξεφεύγει.

θ: Άλλες δοκιμασίες.

Σελ. 215
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/62/gif/216.gif&w=600&h=915

III. Η αποκάλυψη του πραγματικού φύλου της ηρωίδας

α: Ο νέος την αναγνωρίζει ότι είναι κορίτσι" α1: όταν ξεσκεπάζονται τα στήθη της' α2: πάνω σε ένα αγώνισμα" α3: άλλο.

β: Φεύγοντας η ίδια η ηρωίδα αποκαλύπτεται στο βασιλιά πως είναι κορίτσι φωνάζοντας' β1: «Θόδωρος ήρθα, Θοδώρα φεύγω»" β2: «κορίτσι ήρθα, κορίτσι φεύγω»' β3: αφήνοντας περιγελαστική γραφή' β4: άλλο.

γ: Ο νέος πετώντας το δαχτυλίδι του' γ1: άλλο' γ2: της χτυπάει το δόντι και της το χρυσώνει' γ3: το ασημώνει' γ4: της το σπάει' γ5: άλλο.

IV. Η αρπαγή

α: Ο νέος αναζητά την ηρωίδα και τη βρίσκει' α1: την αναγνωρίζει από το χρυσό (σπασμένο) δόντι της' α2: μπαίνει στο σπίτι της' α3: μεταμφιεσμένος σε ζητιάνο' α4: πραματευτή' α5: που πουλά αδράχτια' α6: άλλο' α7: τον ανταμείβουν με κεχρί' α8: άλλο' α9: και αυτός το ρίχνει επίτηδες και μαζεύοντάς το νυχτώνεται στο σπίτι της.

β: Ο νέος κοιμίζει την ηρωίδα' β1 με υπνοβότανο' β2: βάζοντας επάνω της κόκαλα (χώμα) πεθαμένου' β3: την ώρα που αυτή κοιμάται' β4: την απάγει' β5: και τη μεταφέρει στον τόπο του' β6: μέσα σε μια κασέλα' β7: σεντούκι' β8: όπου η ίδια η ηρωίδα, αναγνωρίζοντάς τον, έχει ζητήσει να την κρύψουν για να μην τη βρει' β9: όπου την έχει βάλει ο πατέρας της από φόβο μην την κλέψουν.

Συνέχεια όπως στον AT 425Α, VI: A1: Η ηρωίδα απάγεται με μαγικό τρόπο με κάποιο μαγικό αντικείμενο (τελάρο, πάπλωμα, πολυθρόνα) ή πουλί (περιστέρια, σταυραετοί) που κατασκεύασε η μάγισσα (δράκισσα) ή ο νέος χάρη στις συμβουλές της. Κάποτε την απαγωγή κάνει η ίδια η δράκισσα ή ο γιος της μεταμορφωμένοι σε σύννεφο.

γ: Στο ξύπνημα της' γ1: και ακούγοντας τα κοκόρια στον τόπο του νέου να λαλούν' γ2: η ηρωίδα κάνει σχόλιο' γ3: υβριστικό' γ4: και απομένει βουβή' γ5: από τη ντροπή της' γ6: άλλο' γ7: για μεγάλο χρονικό διάστημα (τρία, εφτά, δώδεκα κλπ. χρόνια).

δ: Ο νέος την παντρεύεται' δ1 την κάνουν υπηρέτρια (χηνοβοσκού).

V. Τα αδύνατα ζητήματα

α: Ο νέος' α1: ή η μάνα του' α2: βάζουν στην ηρωίδα αδύνατα ζητήματα' α3: για να την αναγκάσουν να μιλήσει' α4: για να την κάνουν να χαθεί.

Συνέχεια όπως το AT 425Α, VI: A3 - A10.

β: Στα στεφανώματα του βασιλόπουλου με μια άλλη γυναίκα, η βουβή

Σελ. 216
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/62/gif/217.gif&w=600&h=915

κρατάει κερί που στάζει και της καίει το χέρι. Η νύφη δεν ξέρει να σιωπά και της φωνάζει «βουβή, κάηκε το χέρι σου». Τότε η ηρωίδα ξεβουβαίνεται και της απαντάει. Το βασιλόπουλο αφήνει την καινούργια νύφη και παίρνει την παλιά" β1: άλλο.

γ: Η ηρωίδα' γ1: η άλλη νύφη" γ2: από την ντροπή της παρακαλά το Θεό και γίνεται χελιδόνα" γ3: το βασιλόπουλο πάει να την κρατήσει από τις πλεξούδες και του μένουν στα χέρια γι' αυτό η ουρά του χελιδονιού είναι ψαλιδωτή" γ4: άλλο.

ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΠΑΡΑΛΛΑΓΩΝ

ΗΠΕΙΡΟΣ

1. ΛΑ 1259 (ΣΜ 89), 29-31, Μολυβδοσκέπαστο Κονίτσης, «Για ένα αντρόγυνο και 3 κορίτσια». I: α, α2, α3, α6 (η μεγαλύτερη κόρη), δ3. III: α. IV: α6 (ένας πραγματικός ζητιάνος φθάνει στο σπίτι της ηρωίδας και κατόπιν πληροφορεί για ό,τι είδε το βασιλόπουλο), α8 (αλεύρι), α9, β4, β5, β6, β8, γ, γ1, γ2, γ3, γ4, γ5. V: β.

2. ΛΑ 1294 (ΣΜ 124), 294-297, Λυκοτρίχι Ζαγορίου, «Ο πατέρας και τα κορίτσια του». I: α, α2, α3, α5, α6, β, δ3. III: α, α3 (εξαιτίας της ομορφιάς της). IV: α (τη ζητά από τον πατέρα της σε γάμο), γ, γ1, γ2, γ3, γ4, γ5. V: α, α2, [η συνέχεια όπως 425, VI: 3a, e (να καθαρίσει τους δρόμους γύρω από το παλάτι). Εκτελεί τη εργασίες με τη βοήθεια της Παναγίας (την οποία έχει ξεψειρίσει λέγοντάς της ότι βρίσκει μάλαμα κι ασήμι) ].

3. ΛΑ 1297 (ΣΜ 127), 506, Ζαγόρια, άτιτλο. I: α, α2, α3, α5, α6, β, δ, δ3, δ4. III: α. IV: δ.

4. ΛΑ 1298 (ΣΜ 128), 546-547, Ζαγόρια, άτιτλο. I: α, α2, α3, α4, α5, α6, β, δ. III: α, α1, α2 (στο ρίξιμο του λιθαριού), β, β2, γ, γ4. IV:α, α2 (εμφανίζεται ως ξένος που ζητά κατάλυμα), β4, β5, β7, γ, γ1, γ2, γ3, γ4. V: β.

5. ΛΑ 1306 (ΣΜ 136), 151-153, Λαΐστα Ζαγορίου, άτιτλο. Ι: α, α2, α3 (καλείται να πάει σε ταξίδι), α5, α6, β, δ3. III: β, β2, γ, γ2 (μαλαματένια). IV: α, α2, α3, α7, α9, β, β1 (υπνωτικό), β4, β5, γ, γ1, γ2, γ3, γ4, γ5, δ. V: α, α2, α3, [η συνέχεια όπως 425 VI: A3, α, e (να καθαρίσει τους δρόμους, τους βόθρους, τη βοηθάει ο Θεός στέλνοντας άνεμο, βροχή), 5α (Λάμια), 6 (να φέρει προζύμι)], β, γ, γ2.

Σελ. 217
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/62/gif/218.gif&w=600&h=915

6. ΛΑ 1665 A, 79-80, Δίβρη Δελβίνου, Bop. Ηπείρου, άτιτλο. I: α, α2, α3, α4, α5, α6, β, δ, δ3, δ4. III: α, α1. IV: β4, β5, γ, γ1, γ2, γ4, γ5, δ. V: Σφάζουν το παιδί της για να την αναγκάσουν να μιλήσει, β. Εκεί που σφάχθηκε το παιδί της φυτρώνει κυδωνιά. Κόβοντας ένα κυδώνι βρίσκουν μέσα το παιδί.

7. ΛΑ 3018, 22-25, Κουκούλι, «Η βουβή βασιλοπούλα». I: α1, α2, α3, α4, α5, α6, α7, α8, β, δ. III: α, α1. IV: β, β1, β4, β5, γ, γ1, γ2, γ3, γ4, γ5. V: β.

8. ΛΑ 884 *Α, 79-80, Δέλβινο Bop. Ηπείρου, άτιτλο. Ι: α6. II: ζ. III: α, α1. IV: β4, β5, γ, γ1, γ2, γ4, γ5, δ. V: α3 (σφάζουν το παιδί της), β. Εκεί που σφάχθηκε το παιδί της φυτρώνει κυδωνιά. Κόβοντας ένα κυδώνι βρίσκουν μέσα το παιδί.

9. ΛΦ 991, 1-5, Δωδώνη, «Η κόρη που έγινε βασίλισσα». I: α, α2, α3, α4, α6, α7, β, β1, δ. II: β4 (το λέει η ίδια στο αιχμάλωτο βασιλόπουλο). IV: α, α2, α3, α7, α9, β3, β4, β5, γ4, γ6 (από έκπληξη). V: β1 (η ηρωίδα μιλάει, όταν βλέπει το βασιλόπουλο να διαλέγει την ασχημότερη για νύφη).

10. ΛΦ 1406, 1-3, Μελισσουργοί Άρτας, άτιτλο. I: α, α2, α3, α5, α6, β, β2 (νοητή), γ, δ3, δ4, δ5, ε. II: α (δένει γρηγορότερα από τους άλλους άντρες τα άλογα), δ, δ2 (κόβει τα μήλα από τη μηλιά, αν τα μάζευε από κάτω θα ήταν γυναίκα), ζ, ζ2. III: β, β1, γ, γ2. IV: α, α2, α3, α5, α7, α9, β, β1, β3, β4, β5, γ, γ1, γ2, γ4, γ7. V: α2, (η συνέχεια όπως το AT 425Α, VI: A3: α, να μαζέψει ξύλα χωρίς τσεκούρι), β.

11. ΛΦ 1642, 1-2α, Πράμαντα Ιωαννίνων, «Θόδωρος Θοδώρα». Ι: α, α2, παίρνουν το γιο του στρατιώτη, α5, α6, β, β2 (εννιάγλωσσο), δ2 (φαντάρος, το όνομά του Κυργιαζής). II: στ, στ1, α1. III: β, γ, γ2. IV: α, α2, α3, α7, α9, β4, β5, β6, β8, γ, γ1, γ2, γ4, γ5. V: α1, α2, συνέχεια όπως AT 425 [A3, g, a (βουλώνει τις τρύπες)], β.

12. ΛΦ 1749, 1-3, Φιλιάτες, «Η αντρειωμένη βασιλοπούλα». I: α6, β, δ3, ε. II: στ (αν ξυπνήσει ιδρωμένος), στ1, α2. III: β4 (βάζει τις σάλπιγγες να τραγουδήσουν). IV: α, α3, α7, α9, β, β1, β4, β5, γ4, γ5 (απόψε ονειρεύτηκα πως ήμουν στο παλάτι του βασιλόπουλου). V: α2, β.

13. Hahn 1, 114, αρ. 10 (Pio, 57), Καπέσοβο, «Das Mädchen im Krieg» («Η βασιλοπούλα που πάγει στον πόλεμο»): Ι: α1, α2, α3, α4, α5, α6, β, δ, δ3, δ4, δ5. II: στ, στ2 (κοιμάται αλλού και επιστρέφει στο αρχικό σημείο το πρωί). IV: α, α4, α5, α7, α9, β, β1, γ4, γ6 (επειδή βρέθηκε σε ξένο τόπο). V: β.

Σελ. 218
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/62/gif/219.gif&w=600&h=915

ΘΕΣΣΑΛΙΑ

14. ΛΑ 1267 (ΣΜ 97), 53, «Τα κορίτσια του βασιλιά». I: α1, α2, α3, α4, α5, α6, β, δ, δ3. II: η6. III: β, β2, γ. IV: α, α1, α2, δ. IV: δ.

15. ΛΑ 2301, 301-305, Καρδίτσα, «Η Θοδώρα». I: α1, α6, β, γ, δ2 (έλληνας αξιωματικός, ο κυρ-Βουριάς), δ4. II: α, α1, α4, ζ, η6. III: β3. IV: α, α2, α3, β, β1, β4, β5, γ, γ4, γ5. V: β.

16. ΛΑ 2746, 194-198, Ροδιά Τιρνάβου, άτιτλο. I: α, α2, α3, α6, β, δ3. III: β, β1, γ, γ5 (κολλά πάνω). IV: α, α2, α3, α7, α9, β, β1, β3, β4, β5, γ, γ1, γ2, γ3, γ4. V: β.

17. ΛΑ 2898, 18-19, Κρανιά Ελασσόνας, άτιτλο. Ι: α6, δ1, δ3. III: γ, γ3. IV: α, α3, α7, α9, β, β1, β4, β5, γ, γ1, γ2, γ3, γ4, γ5. V: β, γ3 (η ηρωίδα καταριέται τη νύφη που γίνεται καλιακούδα και φεύγει).

18. ΛΦ 79, 1-3, περιοχή Καρδίτσας, «Ο Τσιρνερής». Ι: α1, α2, α4, α5, α6, α7, α8, β, γ, δ3, δ4, δ5. II: β, β2, β3, δ, δ2 (λουλούδι στο πέτο), γ, γ2. III: β, β3. IV: α, α2, α4, α5, α8 (σουσάμι), α9, β, β2 (κοκαλάκι της νυχτερίδας), β4, β5, γ, γ1, γ2, γ4, γ5. V: β.

19. ΛΦ 286, 3-4, Ραχούλα Καρδίτσας, «Η βασιλοπούλα». I: α1, α2, α3 (σε σύναξη), α4, α5, α6, β, β2. II: στ, στ1, θ. III: β, β1, γ, γ5 (κολλά στα χείλη της). IV: α, α1, α2, α3, α7, α9, β, β1, β3, β4, β5, β6 (μπαούλο), β9, γ, γ1, γ2, γ3, γ4, γ5. V: β.

20. ΛΦ 310, 18-19, Κρανιά Ελασσόνας, άτιτλο. I: α, α2, α3, α4, α5, α6, β, δ1, δ3. III: γ3. IV: α, α1, α2, α3, α7, α9, β, β1, β3, β4, β5, β7, β9, γ, γ1, γ2, γ3, γ4, γ5. V: β, γ1, γ3, (η ηρωίδα καταριέται τη νύφη που γίνεται καλιακούδα και φεύγει).

21. ΛΦ 371, 28-30, Πήλιο, «Ο Θοδωρής πού 'γινε Θοδώρα». I: α1, α2, α3, α5, α6, β, γ, δ3, δ4, δ5. II: ζ, ζ2, στ, στ2 (δεν κοιμάται πάνω στα φύλλα), η, η6. III: β, γ, γ3. IV: α, α2, α3, α7, α9, β, β2, β3, β4, β5, γ, γ1, γ2, γ4, γ7. V: β.

22. ΛΦ 666, 19-22, Μαυρομάτι Καρδίτσας, «Κοράσιο ήμουν στον πόλεμο, κοράσιο και στον πατέρα μου». I: α1, α2, α3, α4, α5, α6, α7, δ3, δ4. II: στ, στ1, ε, ε3, ζ, ζ1, ζ2, η, η1, η2, η6. III: β, γ, γ4. IV: α, α2, α3, α7, α9, β3, β4, β5, β6 (γυάλινο κουτί), β8, γ4. V: β.

23. ΛΦ 716, 1-4, Μητρόπολη Καρδίτσας, «Το βασιλόπουλο». [Ενωμένο με τον AT 875: η έξυπνη κόρη του γέρου απαντά στα αινίγματα που τις θέτει το βασιλόπουλο που την επισκέπτεται μεταμφιεσμένο σε διακονιάρη]. IV: β3, β4, β5, β6 (μπαούλο), β9, γ, γ1, γ2, γ4, γ5. V: β.

24. ΛΦ 1103, 2-4, Δράκεια Νηλείας, «Η Θοδώρα». II: στ, στ1, η, η1, η6. III: β, β1. IV: α, α2, α3, β, β2, β4, β5, γ, γ4, γ5. V:β.

Σελ. 219
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/62/gif/220.gif&w=600&h=915

25. ΛΦ 1132, 156-158, περ. Τρικάλων, άτιτλο. I: α, α2, α3, α5, α6, α7, α8, β, δ3, δ4, δ5 (του πατέρα του), ε. Π: ε, ε3, στ, στ1, η, η1, η2, η6. III: β, β2, γ, γ5 (το σημαδεύει). IV: α, α2, α3, α7, α9, β, β1, β3, β4, β5, β6, β9, γ, γ1, γ2, γ3, γ4, γ5, γ7. V: α2, (η συνέχεια όπως AT 425Α, VI: A3, α, να καθαρίσει τις ρούγες και τους δρόμους), β.

26. ΛΦ 1412, 8-10, Τρίκαλα, «Τα τρία κορίτσια του βασιλιά». I: α1, α2, α3, α4, α5, α6, β, δ, δ3. III: β (στα άλλα βασιλόπουλα), β2, γ, γ4. IV: α, α2, α3, α8 (το ψωμί που του έπεσε από το τρύπιο ταγάρι), α9, β3, β4, β5, γ4, γ6 (της παίρνει τη μιλιά ο κόρακας). V: α2, (η συνέχεια όπως AT 425A, VI: A3, a), β.

27. ΣΠ 65 (ΛΑ 592), 65-68, Τρίκαλα, άτιτλο. I: α6, δ3. II: η, γ, γ2, β. IV: α, α1, α2, α4, α7, α9, β, β1, β4, β5, β6, β8, γ4. V: α, α2.

28. ΣΠ 101 (ΛΑ 628), 43, Βόλος, άτιτλο.

ΘΡΑΚΗ

29. ΙΑ 713, 25-26, Σουφλί, «Του βασιλόπουλου κι η Θουδώρα». I: γ, δ3, δ4. II: η, η3. IV: α, α4, α6 (κοσμήματα), α7, α9, β3, β4, β5, β7 (σεντούκι), β8, γ4, γ5. V: α2 (να σκουπίσει όλους τους δρόμους του χωριού, προσεύχεται στο Θεό να βρέξει και πραγματοποιείται η επιθυμία της), β.

30. ΙΑ 1309, 262-269 (αρ. 30), Αίνος, «Η Θουδώρα». I: α, α2, α5, α6 (να ξεπληρώσει το χρέος του), β, γ, δ3, δ4, δ5. II: α1, β, δ, δ2 (αν πάει στην ξινή μηλιά είναι κορίτσι, αν πάει στη γλυκιά είναι αγόρι). III: β, β3. IV: α, α1, (η συνέχεια όπως 425Α, VI, ΑΙ), γ, γ2, γ3, γ4, γ5. V: β.

31. ΛΑ 336, 19, αρ. 1, Φιλιππούπολη, «Η βασιλοπούλα Θουδώρα που ήν'κι χιλιδόν'». V: γ, γ2.

32. ΛΑ 351, 129-143, αρ. 1, Μουσταφά Πασά, «Η κόρη στρατιώτης».

33. ΛΦ 312, 5-8, Κωνσταντινούπολη, «Ο Κιρκάμπανος». I: α1, α2, α3, α4, α5, α6, β, β2, β3,, γ, δ1, δ3, δ4, δ5. II: η, η2 (με τη φορεσιά με τα 40 κουμπιά όλο κουμπώνει ξεκουμπώνει), η6.

34. Θρακικά 17, 1942, 170-171, Τζετώ, «Η Θοδώρα στο στρατό». I: α, α2, α3, α5, α6, β, γ, δ2, δ4, δ5. II: γ, γ1, γ2. III: α. IV: α, β3, β4, β5, γ, γ4, γ5. V: β.

35. Θρακικά 33, 1960, 246-247, Σουφλί, «Του βασιλόπουλου κι η Θουδώρα». I: γ, δ2, δ3, δ4. II: η, η3. IV: α, α2, α4, α6 (κοσμήματα), α7, α9, β3, β4, β5, β7, β8, γ4. V: α, α2 (να σκουπίσει όλους τους δρόμους του χωριού, προσεύχεται στο Θεό να βρέξει, να φυσήξει και γίνεται), β.

Σελ. 220
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/62/gif/221.gif&w=600&h=915

36. Πανδώρα ΙΑ', φ. 259, 1861, 452-453, Φιλιππούπολη, «Ο μύθος της χελιδόνος». IV: α7, α9, β3, β4, γ, γ4, γ6 (για να τον εκδικηθεί). V: β, γ2 (η πρώτη κοπέλα).

37. Λουκόπουλος, Νεοελλ. Μυθ., 112-116, Θράκη, «Πώς έγινε το χελιδόνι». Βασιλόπουλο γνωρίζει όμορφο φτωχοκόριτσο. IV: α2, α4, α7, α9, β, β1, β4, γ, γ2, γ3, γ4, γ6 (προσβλητικά λόγια του νέου). V: β, γ1, γ2.

ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ

38. ΛΑ 2154 Γ', 68-73, Αυγερινός, άτιτλο. I: α6, δ3, δ4. II: ζ, ζ1, ζ2 (βάζει μασούρι), ε. III: β, β2. IV: α, α2, α3, α7, α9, β4, β5, β6, β8, γ, γ1, γ4. V: α2, β, γ1.

39. ΛΑ 2763, 107-110, Σιτοχώρι Βισαλτίας, άτιτλο. I: α6. III: β, γ1 (χρυσόμηλο), γ2. IV: α, α1, α2, α3, α7, α9, β4, β5, γ, γ1, γ2, γ4, γ5. V: β. Η συνέχεια όπως AT 707, βλ. παρ. αρ. 69.

40. ΛΦ 641, 11-15, Σαμαρίνα, «Βασιλοπούλα». Ι: α1, α2, α3, α5, α6, δ3, δ4, δ5. II: στ, στ2 (μένει όρθια), γ, γ1, γ2, α1, η6. IV: α, α2, α3, α8, α9, β3, β4, β5, β6 (μπαούλο), β9, γ, γ1, γ2, γ4. V: β.

ΝΗΣΙΑ ΤΟΥ ΑΙΓΑΙΟΥ

α. Δωδεκάνησα

41. ΛΦ 999, 9-12, Καστελόριζο, «Κορασά ήμπα, κορασά ήβγα, ανάγκη ε ντο νέχω του βασιλιά τον Περμετζάνο». I: α1, α2, α3, α4, α5, α6, β, β 1, δ3, δ4, δ5. II: γ, γ1, γ2 (διαλέγει ψαλιδάκια και όχι τουφέκια), δ, δ2 (πηδάει τον τοίχο του περιβολιού και διαλέγει τα κίτρα και όχι τα μήλα), θ (στη σκάλα να φτύσει τρεις φορές, αν το φτύμα απομείνει άσπρο είναι άνδρας, αν κοκκινήσει είναι γυναίκα). III: β, β3. IV: δ.

42. Μοσκόβη, 16-27, Σύμη, «Η Θεοδώρα και ο Μερτζάνης». [Όπως 425Α μοτίβο II (βασιλιάς των πουλιών), VI, ΑΙ (απαγωγή με σταυραετούς), 3 f, m, 4 b, 3 c, 5 α, 6 (χρυσά ξυράφια), 7 f, d, 10 α, VII 7].

β. Εύβοια - Βόρειες Σποράδες

43. ΛΑ 2745, 7-11, Άγιος Νικόλαος Χαλκίδας, άτιτλο. Ι: α1, α2, α3, α5, α6, β, γ, δ3, δ4, δ5. II: η, η1, η4, η6. III: γ1 (σίδερο), γ4. IV: α, α2, α4, α6, α9, β4, β5, γ, γ1, γ2, δ.

Σελ. 221
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/62/gif/222.gif&w=600&h=915

44. Ρήγας 2, 42-46 (αρ. 10), Σκιάθος, «D' Γιάνν' τ' Κυριαρίν' τα σπίτια». Ι: α, α2, α3, α5, α6, α7, β, β1, γ, δ2, δ4, δ5. II: β, β2, γ, γ1, γ2, ζ, ζ1, ζ2, η, η1, η2, η6. III: β, β2, γ, γ1 (σαΐτα), γ4. IV: α, α1, α2, α3, α7, α9, β, β2, β3, β4, β5, γ, γ2, γ4. V: β.

γ. Κυκλάδες

45. ΙΑ 862, 173-189, Πάρος, άτιτλο. I: α, α1, α2, α3, α4, α6, β, δ, δ3, δ4, δ5. II: θ (να κοιμηθούν στο ίδιο δωμάτιο). III: β3. IV: [Όπως AT 425 VI, Al (το βασιλόπουλο στέλνει τρία περιστέρια να την αρπάξουν, μα αυτή ταΐζει κάθε μέρα από ένα και δεν την παίρνουν. Στην απουσία της τα ταΐζουν μαζί και τα τρία και την παίρνουν)]. V: α1, α2, α4, [όπως AT 425 VI 3f, 3 j, 3m, 4, 4b, 5, 5a, 6, 6c, 7a, 7f, 10 *d], β1 (το βασιλόπουλο βάζει να φτιάξουν δύο ποτήρια, ένα μαλαματένιο αλλά χωρίς πάτο που συμβολίζει τη βασιλοπούλα, που του δίνουν για νύφη και ένα ασημένιο με πάτο που συμβολίζει την ηρωίδα. Παντρεύεται τη δεύτερη).

46. ΛΑ 1395, Αδ. Αδαμαντίου, Τηνιακά, 367-377, αρ. 25, «Κόρη πολεμιστής». I: α, α1, α2, α3, α4, α6, β, β2, β3, δ. Κοιμάται στον ίσκιο του δέντρου και στη στιγμή πάει στον Κάτω Κόσμο. (Η συνέχεια όπως 425Α II). II: β, β3, δ. III: β, β3. IV: [η συνέχεια όπως 425 VI, Al, 3m, 5a, 6c (τα στούμπανα, τα κλαδοστούμπανα), 10a], β.

47. ΛΑ 1395, Αδ. Αδαμαντίου, Τηνιακά, 103-110, αρ. 7, Τήνος, «Χρυσοδοντούσα». Στην αρχή όπως 875Β: Ο βασιλιάς δε θέλει για νύφη στο γιο του την κόρη του ράφτη και βάζει στο ράφτη αδύνατα ζητήματα: να κόψει από το μάρμαρο φορεσιά (ο ράφτης με τη συμβουλή της κόρης του ζητά από το βασιλιά να περάσει πρώτα μια χοντρή κλωστή από λεπτή βελόνα, όπως 875Β), να φέρει τις δυο χρυσές πλεξίδες του δράκου. Ι: β, γ. II: η. IV: α, α1 (δυο δόντια χρυσά), [όπως AT 425, VI Al, 3m (σκουπισμένα και ασκούπιστα, μαγειρεμένα και αμαγείρευτα) ].

48. ΛΦ 817, 4, Νάξος, «Ένας βασιλιάς». I: α1, α2, α3, α4, α5, α6, β, δ. III: α. IV: δ.

Σελ. 222
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/62/gif/223.gif&w=600&h=915

ΝΗΣΙΑ ΤΟΥ ΙΟΝΙΟΥ

49. ΛΦ 496, 1-4, Λευκάδα, άτιτλο. I: α, α2. (Ενωμένο με 875Β: ο βασιλιάς βάζει αινίγματα: κρασί και κρασί να μην είναι, αλεύρι και αλεύρι να μην είναι, κορίτσια ατσίμπητα, αφίλητα και γκαστρωμένα. Τα λύνει η κόρη. Τα κορίτσια ζητούν με τη σειρά τους: μαρούλι εννεαμάρουλο και πάλι εξήντα ρίζες να 'χει, από λαγό τυρί κι από άγριο γίδι γάλα, πέρδικα παραψημένη και να λαλεί στο πιάτο). IV: β, β3, β4, β5, γ, γ1, γ2, γ3, γ4, γ5. F:β.

ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΣ

50. ΛΑ 1114 (συλλ. Γ. Ταρσούλη, 1921), 144-152, Αγίου Πέτρου Κυνουρίας, «Ο Θοδωρής». Ι: α6, β, β1, γ, δ, δ3. III: α, α1, α2 (κυλώντας μια πέτρα). II: στ, α1, ζ, η, η6. III: γ1 (ασημένια σαΐτα), γ3. IV: α, α1, α2, α4, α5, β2 (το ακουμπά στους δικούς της), β3, β4, β5, γ, γ1, γ2, γ3, γ4, γ6 (δεν θέλει να τον πάρει άντρα της). V: β.

51. ΛΑ 1277 (ΣΜ 107), 23-24, Βυζίκιο Γορτυνίας, άτιτλο. Ι: α, α1, α2, α3, α4, α6, β, γ, ε1 (το άλογό της που είναι νοητάκι), δ3. II: στ, στ2 (το άλογο δροσίζει το χορτάρι με τα ρουθούνια του), ζ, ζ1, ζ2. III: β, β1, γ, γ5 (κολλάει στα δόντια της. Ο πατέρας της προσπαθεί να το βγάλει από τα δόντια της μα δεν μπορεί).

52. ΛΑ 1332 (ΣΜ 145), 67, Σιμιάδες Μαντινείας, άτιτλο. I: α, α1, α2, α3, α4, α5, α6, γ, δ2, δ4. II: η, η1. IV: δ.

53. ΛΑ 1332 (ΣΜ 145), 71, Σιμιάδες Μαντινείας, άτιτλο. Ι: α, α2 (πέντε κόρες), α3, α4, α5, α6, β. II: α, α2. III: α, α1, α2, γ, γ2 (τα δόντια). IV: α, α2, α3, α8 (γέννημα), α9, β, β4, β5, γ, γ1, γ2, γ3, γ4, γ5. Ανολοκλήρωτο.

54. ΛΑ 2934, 168, Καρτερόλιο, «Ο βασιλιάς και τα τρία κορίτσια του». I: α1, α2, α3, α6, β (με χρυσή στολή, σπαθί, άλογο), δ3. III: α. IV:h.

55. ΣΠ 33, 5-7, Αγία Βαρβάρα Νωνάκριδος Καλαβρύτων, άτιτλο. I: α6. II: α2, ζ.

56. ΣΠ 44 (ΛΑ 571), 25-29, Κυπαρισσία, άτιτλο. Η βεζυροπούλα μεγαλώνει σαν αγόρι μαζί με το βασιλόπουλο χωρίς να αναγνωρισθεί το φύλο της στον πόλεμο. II: γ, γ2, η, η1, η6. Έρως, γάμος.

57. ΛΦ 64, 4-7, Γαργαλιάνοι Μεσσηνίας, «Ο γέρος με τα τρία κορίτσια». Ι: α (γέρος), α2, α3, α4, α6, β, δ3, δ4. II: α2, θ (στο χορό, της πέφτει ένα κουμπί). III: β, β1, γ, γ2. IV: α, α2, α3, α7, α9, β, β2, β4, β5, γ, γ4, γ5. V: α2, (η συνέχεια όπως το AT 425 A3 b, c), β.

Σελ. 223
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/62/gif/224.gif&w=600&h=915

58. ΛΦ 200, 1-4, Ασέα Αρκαδίας, «Ο βασιλιάς και τα τρία κορίτσια του». Ι: α1, α2, α3, α4, α6, α7, α8, β, γ, δ1. II: α, α5, η, η4, η6. III: γ, γ5 (στο δόντι της χαράζεται το όνομά του). IV: α, α1, α2, α3, α8 (άλλο γέννημα), α9, β, β3, β4, β5, γ, γ1, γ2, γ3, γ4. V: α, α2, (η συνέχεια όπως AT 425 A3 c), β.

59. ΛΦ 247, 105-106, Λαγκάδα Μάνης, «Η μουγκή που έγινε βασίλισσα». I: α, α2, α3, α4, α5, α6, β, δ, δ3. III: α3 (το βασιλόπουλο κρυφοβλέπει από την κλειδαρότρυπα). IV: α2, β4, β5, γ, γ1, γ2, γ3, γ4, γ5. V: β.

60. ΛΦ 672, 1-4, Άγιος Νικόλαος Κυνουρίας, άτιτλο. I: α1, α2, α3, α5, α6, α7, α8, β, S3, δ4. II: η, η1, η2, η6. III: β, β4 («στην πομπή σου βασιλόπουλο, βασιλοπούλα ήρθα και βασιλοπούλα φεύγω»), γ, γ3. IV: α, α2, α3, α5, α6 (χαρχάτουρα για ασημοδοντάκι), α7, α9, β3, β4, β5, γ, γ1, γ2, γ3, γ4. V: β.

61. ΛΦ 707, 9-12, επ. Μεσσήνης, άτιτλο. I: α1, α2, α3, α4, α5, α6, α7, α8, β, β1, γ, δ3, δ4, δ5. II: α1, α2, η, η1, η2, η6. III: β, β4 («στην πομπή σου Κυριαρή, Θόδωρος ήρθε και Θοδώρα φεύγει»), γ, γ2. IV: α, α2, α4,

α9 (του πέφτουν οι πραμάτειες), β, β1, β3, β4, β5, γ, γ1, γ2, γ4, γ5. V: β·

62. ΛΦ 1042, 1-2, Περσαίνη Ηλείας, «Αρχόντω». Ι: α1, α2 (4 κόρες), α3, α5, α6, β, γ1. III: β, β3. IV: α, α2, α4 (ψιλικατζής), την αναγνωρίζει από τα αραιά της δόντια, β, β2, β3, β4, β5, γ, γ1, γ2, γ4, γ5. V: β1 (η ηρωίδα ξαναμιλάει ακούγοντας τα λόγια της πεθεράς: «Δεν έπαιρνες καλύτερα μια φτωχιά;»).

63. ΛΦ 1160, 19-20, «Θοδώρα ήμουνα, Θοδώρα φεύγω». Ι: α6, δ3 (βασιλιάς), δ4. II: η, η1, η6. III: β, β1. IV: α, α3, δ.

64. ΛΦ 1620, 27-30, Καλύβια Ήλιδος, άτιτλο. I: α1, α3, α4, α6, β, γ, δ2, δ4, δ5. II: ζ, ζ2, η, η1, η6. III: β, β1, γ, γ2.. IV: α, α1, α2, α4, α8 (στάρι), α9, β4, β5, γ, γ1, γ2, γ3, γ4, γ5. V: β1 (πιάνει φωτιά το τσεμπέρι της).

65. ΛΦ 1620, 31-34, Καλύβια Ήλιδος, «Η Θοδώρα και ο Κυριαζής». Αρχή όπως *884D + 875Β: Τα ζητήματα που βάζει ο γείτονας βασιλιάς: αλεύρι που να μην είναι από καρπό, κρασί όχι από κλίμα, στρατό να τον βοηθήσει στον πόλεμο, κάνει η μικρότερη βασιλοπούλα: ροκανίδι από σκοροφαγωμένο ξύλο, κρασί από βατόμουρα, στη θέση του πατέρα πηγαίνει η ίδια. I: δ3, δ4. II: στ, στ2 (το ραντίζει με κρύο νερό), ζ, ζ1, ζ2, η. III: β, β2. IV: β, β2, β3, β4, β5, β6 (γυάλινο κλουβί), β9, γ, γ2, γ3, γ4, γ5, γ7. V: β.

66. Hahn 2, 124-129, αρ. 101, Πόρος, «Silberzahn» («Το ασημένιο δόντι»). I: α6, β, β2, β3 (του οποίου η ευχή μεταμορφώθηκε σε σκύλο βοηθό), γ,

Σελ. 224
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/62/gif/225.gif&w=600&h=915

δ3, δ4, ε. II: γ, γ1, γ2, β, β2, β3, η (στο λουτρό), η1, η6. III: γ, γ5 (της σπάει το δόντι ενώ χρύσωσε το υπόλοιπο). IV: α, α5, α7, α9, β, β1, β4, β5, γ, γ1, γ2, δ.

ΣΤΕΡΕΑ ΕΛΛΑΔΑ

67. ΛΑ 765, 103, Παραβόλας Αιτωλίας, «Η Θοδωρούλα».

68. ΛΦ 418, 1-5, Ανάβρα Λοκρίδας, «Η Θοδώρα και ο Θοδωρής». I: α, α2, α3 (ο πατέρας δεν μπορεί να πάει στον πόλεμο επειδή είναι κουτσός), α6, β, γ, δ2. III: β, β4 («εγώ η Θοδώρα-Θοδωρής τη θητεία μου υπηρέτησα, τον πατέρα μου απάλλαξα και στο σπίτι μου γυρίζω»). IV: α, α2, α3, α8 (σιτάρι), α9, β, β3, β4, β5, γ, γ1, γ2, γ4. V: β1 (ξαναμιλά στην εκκλησία, στην εξομολόγηση).

69. ΛΦ 480, 14-18, Βελούχι Τυμφρυστού, «Θεοδωρούλα». I: α, α2, α3, α4, α5, α6, γ, δ3, δ4, δ5. II: στ, στ2 (ρίχνει νερό). III: β, β1. IV: α, α2, α3, β, β1, β3, β4, β5, γ, γ1, γ2, γ3, γ4, γ5. V: β.

70. ΛΦ 811, 4, Άγιος Στέφανος Φθιώτιδος, «Οι 3 βασιλοπούλες». Ι: α1, α2, α3, α4, α5, α6, β, δ.

71. ΛΦ 1258, 20-21, Δομοκός Φθιώτιδας, «Πατέρας και τρία κορίτσια». I: α, α2, α3, α4, α5, α6, β, δ3. III: α. IV: δ.

72. ΛΦ 1415, 1-4, Προφήτης Ηλίας Βοιωτίας, άτιτλο. I: α1, α2, α3, α4, α5, α6, β, γ, δ3, δ4 (υποβάλλεται σε δοκιμασίες από τους στρατιώτες). II: α (χειρισμός όπλου), στ, στί. III: β, β1, γ, γ4. IV: α, α2, α3, α8 (σιτάρι), α9, β4, β5, γ, γ1, γ2, δ.

ΜΙΚΡΑ ΑΣΙΑ

α. Καππαδοκία

73. ΚΜΣ, ΚΠ 358, 5281-5285α, Φάρασα, «Η τσαμόκκο ή η ψωριέρτσα». Τρία κορίτσια ζητούν από τη γριά να τους δώσει το σκούφο (τσαμόκκο) που κεντάει. Η γριά τους τον υπόσχεται, αν κάνουν την ψωριάρα κατσίκα της χίλιες. Διώχνει τις δύο πρώτες γιατί της λένε ότι θα βοσκήσουν την κατσίκα στην ταράτσα, στον κήπο. Η τρίτη θα τη βόσκει στο βουνό -της τη δίνει. Η κόρη μεταμφιεσμένη σε τσοπάνο συναντά τσοπάνο στο βουνό και τον ξεγελά -του ζητά να κλείσει τα μάτια και να ανακατέψουν τα κοπάδια τους. Γίνονται σύντροφοι. II: ζ, ζ1, ζ2, στ, στ2 (βάζει τη σκυλίτσα της να ξεριζώσει φρέσκο χορτάρι και να το βάλει στο μέρος της). III: β, β2. Κερδίζει το μισό κοπάδι και το σκούφο της γριάς. Παντρεύεται.

Σελ. 225
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/62/gif/226.gif&w=600&h=915

ΚΥΠΡΟΣ

74. ΛΦ 482, 21-29, Καλλιάνα Λευκωσίας, «Η δρακούνα τζι η βασιλοπούλα». I: όπως AT 425Α I 23, II (γιος δράκαινας). IV: όπως AT 425 VI, Al (η δράκαινα γίνεται νέφος και την απάγει), 3f, m, 4b, 5a, 6c (τα βιολιά και τα λαούτα), 7f (ποταμός με σκουλήκια, μηλιά), j, 9a (τα μαζεύει ο νέος), VII 5b (μαγική φυγή)].

75. ΛΦ 686, 44-54, Ριζοκάρπασο, «Ο βασιλιάς με τις τρεις κόρες». I: όπως 425Α, II (γιος δράκαινας)], ε. II: γ (στο παζάρι), γ2, δ, δ2, δ1, θ. III: β, «Εγώ Θεωρού ήρτα τσαι Θεωρού εν να φύω». IV: όπως AT 425 VI, Al (η δράκαινα σαν πραματευτού της το πουλάει, απαγωγή με μαγεμένο πάπλωμα), 3j, e, c, m, 4b, 5a, 6c (λαούτα και βιολιά), 7f (μηλιά, ποταμός), α, 10a, c, VII 5.

76. ΛΦ 933, 1-5, Λευκωσία, «Η δρακούνα τζι η βασιλοπούλα». Ι: α1, α3, α4, α6 (μία κόρη), α7, [AT 425Α II (γιος δράκαινας)]. II: β, β2, β3. III: β, β3. IV: Όπως το AT 425 VI, Al (η δράκαινα έρχεται και σαν σύννεφο την παίρνει). V: Όπως AT 425 VI, Α6 c (ταμπουλεκκούδικα), 4, 4b, συνέχεια όπως 313Α (μαγική φυγή), γάμος.

77. ΛΦ 954, 8-13, Παναγιά Πάφου, «Η δρακούνα». Ένας γέρος έχει μια κόρη, που μεταμφιεσμένη σε αγόρι φεύγει να πουλήσει πανιά. I: όπως AT 425Α II. V: Όπως AT 425 A3 m (μαγειρεμένα και αμαγείρευτα, σαρισμένα και ασάρευτα κλπ), 4, 5a, 7f (το βρώμικο ποτάμι, τη μηλιά), c, 3j (να πλύνει χωρίς μαστραπά, σαπούνι κλπ, φωνάζει τις νεράιδες, 10 *d.

78. ΛΦ 1362, 1-6, «Ο βασιλεύς και οι τρεις κόρες του». I: α1, α2, α3, α4, α6, β. (Η συνέχεια όπως το 425Α II), ε. II: γ (αν θα διαλέξει από τα χρωματιστά υφάσματα), δ, δ2 (αν πηδήσει από το φράχτη και όχι από την πόρτα), η6. III: β, β3. Μαγική φυγή της ηρωίδας που ξεφεύγει από τους διώκτες της, συναντά όμως την αδερφή της δράκισσας που την φέρνει πίσω. Γάμος με το γιο της δράκισσας που την είχε αγαπήσει.

79. Λαογραφία Κ', 1962, 385, Μακράσυκα Αμμοχώστου, «Ο γιος του Περπέρογλου». I: α1, α2, α3, α5, β, γ, [AT 425Α, II (γιος του Περπέρογλου)], ε. II: δ, δ1, β1, β2, β3, στ (στα τριαντάφυλλα), στ2 (τα ραντίζει με νερό). III: β3. IV: [AT 425, VI, Al (απαγωγή με μαγικό τελάρο)], γ, γ1. V: AT 425, VI, Α 3d, j, m, 4, 4b, 5a [να φέρει από την αδερφή της τη δράκαινα το κόσκινο, μαγική φυγή (όπως 313Α), να πάει στην άλλη αδελφή], 6c (νταούλι και φλογέρα), d, 7 d, f, j, 10a, *d.

80. Λοϊζιάς, 96-97, Κύπρος, «Το παραμύθι του Άρσι-Λεβέντη». I: α1, α2, α3, α4, α5, α6, β, β1, δ, δ3, δ4, η6. Γυρνώντας στον πατέρα της, την κάνει βασίλισσα Σκάνε από τη ζήλια τους οι αδελφές.

Σελ. 226
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/62/gif/227.gif&w=600&h=915

81. Κληρίδης III, 63-66, αρ. 17, Λευκωσία, «Η δρακούνα τζι η βασιλοπούλα». I: α1, α3, α4, α6 (μια κόρη), α7, β, δ, (η συνέχεια όπως 425Α, II), ε. II: β, β2, β3. III: β3. IV: όπως AT 425 VI, Al (η δράκαινα γίνεται κόκκινο σύννεφο και την απάγει). V: όπως AT 425 A3d (να γεμίσει 31 πιθάρια με δάκρυα), f, m (να πλύνει μια στοίβα ρούχα: χωρισμένα και αχώριστα, πλυμένα και άπλυτα, σαρωμένα και ασάρωτα), 5a (αδελφή της δράκαινας), 6c (ταμπουλεκούδκια), 4 (βοηθός ο γιος της δράκαινας), συνέχεια όπως AT 313Α (μαγική φυγή), γάμος.

ΑΔΗΛΟΥ ΤΟΠΟΥ

82. Λουκόπουλος, Νεοελλ. Μυθ., 116-118, άτιτλο. Ένα παλικάρι αγαπούσε κάποια που δεν τον θέλει. IV: α4, α7, α9, β4, γ, γ4, γ5. V: β (τα λόγια της νύφης: «αν είσαι βωβή και βώκου, δεν είσαι και τυφλή και φλώκου»),

γ, γ3.

Σελ. 227
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/62/gif/228.gif&w=600&h=915 01 - 0002.htm

ΛΕΥΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

Σελ. 228
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/62/gif/229.gif&w=600&h=915

ΠΑΡΑΜΥΘΙΑΚΟΣ ΤΥΠΟΣ AT *884D

Ο βασιλιάς με τα τρία αγόρια και ο βασιλιάς με τα τρία κορίτσια

AT: Δεν συμπεριλαμβάνεται Ο κυρ-Βοριάς

Ήτανε δυο βασιλιάδες, δυο αδέρφια, και τα δυο ηπαντρευτήκανε κ' ήταν το παλάτι πολλές κάμαρες κ' ήπηρε ο ένας το μισό κι ο άλλος το άλλο μισό. Η ταράτσες τωνε ήτανε ένα" ο πρώτος ήτονε σαν πιο μεγάλος (πιο μεγάλο βασίλειο) και είχε στην ταράτσα του δυο καρέγλες, μιαν ασημένια και μια μαλαματένια. Το λοιπός όντας είχε χαρά ο μεγάλος βασιλέας ηκάθουντα στη μαλαματένια κι όντας ήτανε κακοδιάθετος ηκάθιζε στην ασημένια. Μα ήκαμε ο πρώτος 9 κόρες, ο δεύτερος 9 γιους. Ηβγαίνανε κάθε πρωί στην ταράτσα, ο δεύτερος ηζήλευγε του πρώτου. Το λοιπός ηβγαίνανε στην ταράτσα κάθε πρωί κι ηπαίρνανε τον καφέ τωνε, ας πούμε' ύστερα ήθελε να πειράξει ο μικρός το μεγάλο, μα ο βασιλέας που χε τση 9 κόρες είχε κάθε μια στην καμαρήν τση, την μικρή μικρή ηγάπα καλά και ήτανε η ωραία και, όντας ήθελε να βγη ο βασιλέας στον περίπατο, ήθελε να 'ρθει και να φέρει κάτιν τις τση μικράς του κόρης.

Το λοιπός έναν πρωί ηβγήκε στην ταράτσα και ήκατσε στη μαλαματένια καρέγλα" ηβγήκε ο αδερφός του κ' εκείνος στην ταράτσα" ως τον είδε, του ζήλευγε. Πώς να κάνει να τον εψυχράνει που τανε κ' εκείνος χαρούμενος, του λέει: «Καλημέρα αδερφέ με τ'ς εννιά σου σκρόφες». Λέοντας τώρα αυτός με την καλημέρα να του πει τση 9 κόρες σκρόφες, ησηκώθηκε κ' ήκατσε στην ασημένια καρέγλα. Τώρα αυτός ήμεινε ως εκειδά το πράμα. Βγαίνει την άλλη μέρα πικραμένος, αυτός του λέει το ίδιο. Η κόρην του τώρα, που ηπάψανε κείνα που τση πήανε, τονέ παρακάλιε α τση πει ίντα 'χε. Δεν τση λεε. Τρεις πορναριές ανεβαίνει και του λέει πάλι αυτόν το λόγο. Εκεί η κόρη του λέει: «Πατέρα θα μου πεις;» Τον εβίασε, τον έζωσε καλά, ώστε που τσι το πε. Λέει: «Κόρη μου, τι να σου πω" ο θείος σου έχει τώρα τρεις φορές που με λέει καλημέρα αδερφέ με τσι τρεις σου σκρόφες». Λέει: «Αλή, πατέρα μου, και δε ξέρεις να του πεις: καλημέρα αδερφέ με τ'ς εννιά σου κάπροι». Λέει: «Καλά το λες, κόρη μου»' βγαίνει τότες στην ταράτσα, λέει κι ένας κι άλλος, ηπικράθηκε αυτός, μα πράμα.

Σελ. 229
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/62/gif/230.gif&w=600&h=915

Την άλλη το πρωί βγαίνει ο μικρός βασιλέας και του λέει: «Εμέν' αν είναι κάπροι, είναι αρκετοί να μου φέρουνε το αθάνατο νερό' και τον έστειλα κιόλα τον ένα μου γιο τον καλύτερο να πάει να μου το φέρει. Μα στείλε και συ τση σκρόφες σου». Τότες ήτανε πάλι στη μαλαματένια καθισμένος, ησηκώθηκε και ήκατσε στην ασημένια. Ο βασιλέας πάει κάτω, τονε πιάνει η κόρη του: «Πατέρα, θα μου πεις τι έχεις και πικραίνεσαι πάλι». Με βία μεγάλη τση το λέει, «έγνοια σου πατέρα μου». Τονε δωρίζει και τση κάνει δυο τρεις φορεσές αντρίκια φορέματα και λέει του πατέραν τση, λέει: «Να δούμε πατέρα μου, ποιος θα το φέρει εκείνος ή εγώ». Ο πατέρας τση δεν την έφηνε γιατί εφοβούντανε. Σηκώνεται, παίρνει ένα άλογο καλό, το σπαθάκι τση, την ευχή των γονιών τση και φεύγει.

Ηπήαινε, ηπήαινε στο μέρος που είναι το αθάνατο νερό' στο μισοδρόμι ήτανε ένας ποταμός. Εκεί οπού ηπήε στον ποταμό η νέα αυτή, θωρεί ένα νέο κι ηξάγλιε τον ποταμό με μια καρυδόκουπα να λιέψει για να περάσει την πέρα πάντα. Ηχαιρέτησε η νέα αυτόνε. Λέει: «Τι κάνεις αυτού», τση πε, λέει: «Καλά το κάνεις». Βγάν' αυτή μια σαΐτα, τη χτυπά στον ποταμό, γίνεται στεριά και πάει την πέρα πάντα. Λέει: «Δε με περνάς κι εμένα»' λέει: «Ως ηπέρασα 'γω, πέρασε και συ»' φεύγει αυτή, τον αφήνει κειδά. Ηπήαινε, ηπήαινε, πάει σε μια χώρα οπού ήτναε ο κυρ Βοριάς που είχε τ' αθάνατο νερό. Σ' αυτή τη χώρα δεν ήτανε παρά ένα παλάτι μοναχά, πάει σ' αυτό το παλάτι' βρίσκει μια νοικοκυρά: «Ώρα καλή, νοικοκυρά». «Καλώς όρισες, παιδί μου, τι θέλεις;» Λέει: «Ο βασιλέας ο πατέρας μου είναι στα ολοίσθια και ήρθα να μου δώσετε το αθάνατο νερό». «Παιδί μου εγώ δεν μπορώ να σου το βάλω, γιατί έχω ένα γιο, τονέ λένε Κύρ Βοριά. Το λοιπός είνε στο κυνήϊ και θα περιμένεις νάρθει να σου το δώσει». Του δώνει μιαν μπατσά και τονέ κάνει μιαν κούπα και τονέ θέχτει σ' ένα τραπέζι. Έρχεται ο Κύρ Βοριάς, του χε στρωμένο τραπέζι αρκετά φαγητά κ' ήκατσε και κ' ήφαε' ύστερα ηπήε η μάνα του και τονέ χάδευγε: «Ω γιε μου, να δεις κανένα βασιληόπουλο θα το πειράξεις, θα του κάμεις πράμα;» «Μα τη δύναμή μου, μητέρα, δεν το πειράζω». Τονέ φανερώνει' λέει: «Μωρέ τι θέλεις εσύ;» λέει: «Εγώ μαι το τάδε βασιληόπουλο κ' ήρθα να μου δώσεις τ' αθάνατο νερό». «Ε και βασιληόπουλο! Να σου το δώσω' μα να σταθείς εδώ που σαι από μακρυό τόπο να ξεκουραστείς». Το λοιπός σταματά αυτός. Την άλλη μέρα λέει τση μητέρας του: «Ξέρεις», λέει, «μητέρα, που τούτος ο νέος είναι γυναίκα;» «Μωρέ γιε μου σαν εσένα είναι». Λέει: «Ποτέ μητέρα, νέα είναι». «Έπαρέ τον γιε μου στο περιβόλι κι αν κόψει φιόρο είναι κοπέλα, αν δεν κόψει, είναι σαν εσένα».

Τονέ παίρνει, πάνε στο περιβόλι' όντας ηκαταίβαινε στο περιβόλι, λέει από μοναχή τση: «Έλα η ευχή τ' αφέντη μου και τση μάνας μου, να μη με φανερώσεις». Πάνε στο περιβόλι, δεν κόβγει πράμα. Λέει: «Δεν κόβγεις κανένα φιόρι;» Λέει: «Το φιόρια είναι για τση κοπέλες, όχι για μας». Πάει απάνω: «Γιε μου, τι έκαμες!» Λέει: «Τίποτα». «Μωρέ σαν εσένα είναι!» Λέει: «Πο-

Σελ. 230
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/62/gif/231.gif&w=600&h=915

Ποτέ». Του λέει την άλλη ημέρα: «Πάρ' τηνε κι αμέτι στο μαγαζί και είναι το μισό γυναικωτά φορέματα, το μισό αντρίκια, και πρωτοδεί το γυναικωτά, είναι κοπέλα' α δε, είναι σαν εσένα». Το πρωί του λέει: «Πάμε, φίλε μου, στο μαγαζί μου να δεις τι πράμα είναι». Αυτή στο δρόμο λέει τρεις φορές: «Έλα η ευχή τση μάνας μου και τ' αφέντη μου και μη με φανερώσεις». Αυτή πε πως το ξερε κι ότι πήανε στο μαγαζί, τη μαθιάν τση στα αντρίκια φορέματα' αυτός ηβαρήστησε οπού δεν ηγύριζε καθόλου να δει τα γυναικωτά και του κάνει: «Φίλε μου, δε βλέπεις ετούτα οπού είναι ωραία;» «Αυτά είναι για τση νέες, για μας δεν είναι». Πάνε στο σπίτι πικραμένος. Τον αρωτά η μάνα του, λέει: «Τίποτα, μητέρα μου». Την άλλη πάλι. «Μα, μητέρα, ποτέ. Νέα είναι, παρά να μου τη φανερώσεις». Λέει: «Άλλο δεν είναι γιε μου» - σ' έναν κρεβάτι πέφταν κ' οι δυο (ο νέος με το Κυρ Βοριά) μα ήβαζε στου Κυρ Βοριά τη πάντα φιόρια - «το λοιπός, παιδί μου, να βάλω κι αυτηνού, να στρώσω όλο το κρεβάτι φιόρια κι ανή μαραθούνε είναι νέα». Γιατί αυτηνού το πρωί ήτανε πιο δροσερά από τη μάνα του. Το λοιπός αυτός αφού πήε να πέσει, βλέπει τα φιόρια, λέει: «Έλα η ευχή τ' αφέντη μου και τση μάνας μου, να μη με φανερώσεις!» Και πέφτει και κοιμάται, το πρωί σηκώνουνται, ίντα να δεις! Πιο δροσερά εκεινής παρά εκεινού. Λέει: «Παιδί μου σαν εσένα είναι». Λέει: «Όχι μητέρα μου». Και ηβίαζε αυτός να του δώκουνε το αθάνατο νερό να φύει. Λέει: «Γιε μου, άλλο δεν είναι παρά ν' αναίβητε επάνω στην ταράτσα που ήτανε τόσο ψηλά και ήβλεπε όλαις τση χώρες αποκάτω και αν είναι γιε μου κι είναι κοπέλα, θα φανερωθεί, για θα την κόψει αίμα τση μισές σκάλες». Τηνέ παίρνει: «Έλα», λέει, «φίλε μου να δεις τση χώρες να παρηγορηθείς που σπουτάζεις να φύεις». Και καθώς πάει αυτή και θεωρεί εκείνο όλο το μόντε τση σκάλες, λέει τρεις φορές: «Έλα η ευχή τ' αφέντη μου και τση μάνας μου, να μη με φανερώσεις!» Αναβαίνει εκείνη μπροστά πιο καλά παρά κείνονε, στση μισές σκάλες την έκοψε αίμα, η ευχή των γονιών τση ηγείνηκε σκυλάκι και το 'φαε και ήκαμε αυτόνε και δεν είδε τίποτες. Ηπήε η μάνα κ' ήφερε την τσοκολάτα να πιούνε. Λέει: «Τι έκαμες γιε μου;» Λέει: «Τίποτα». Αυτή είδε τα παλάτια τση χώρες και ηδιασκέδασε' ηκατεβήκανε τσι σκάλες, το ίδιο πράμα' αυτός δεν είδε. Κατεβαίνει, λέει: «Γιε μου τώρα πια ηποφασιστηκες». Τότε λέει ο Κυρ Βοριάς: «Μητέρα μου, εγώ θα πάω στο κυνήι κι α σε βιάσει, βάλ' του το αθάνατο νερό να φύει να μην τον εδώ 'γω». Φεύγει αυτός, πάει στο κυνήϊ. Λέει: «Να μου βάλεις το αθάνατο νερό». Πάει αυτή να το βάλει, ώστε να 'ρθει αυτή να φέρει το αθάνατο νερό, πιάνει αυτή χαρτί και μπένα και γράφει: «Με την τιμή μου ήρθα, με την τιμή μου φεύγω, φάσκελά του και του Κυρ Βοριά που ηπέφταμε μαζί και δε με κατάλαβε». Στα μαξελάρια που ηκοιμούντανε που ηκούμπα στην πόρτα τση σιτοκάμαρας ηκόλλησε το χαρτί, απέκειο του φέρνουνε το αθάνατο νερό, χαιρετίσματα και φεύγει.

Ηπήαινε ηπήαινε, στο μισοδρόμι βρίσκει ακόμη κειδά του θείουν τση το γιο στον ποταμό' ρίχτει τη σαΐττα, γίνεται στεριά, περνά την πέρα πάντα. «Α»,

Σελ. 231
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/62/gif/232.gif&w=600&h=915

λέει, «φίλε μου, δεν βλέπεις πως τελειώνω, να μου βοηθήσεις να περάσω». Λέει: «Όπως επέρασα γω πέρασε και συ». Ας αφήκωμε αυτόνε.

Πάει αυτή στο σπίτι, δίνει του πατέρα τση το αθάνατο νερό. Λέει: «Πατέρα μου, ως ήφυα ήρθα και ιδού που σου το 'φερα και να πεις του θείου μου να στείλει να πάρει τον γιον του, γιατί δε θα τονέ προφτάξει, θα τελειώσει». Τότες πα, λεν του βασιλιά, στέλλει στρατέμματα και τονέ φέρνουνε σηκωτά" τότες ο βασιλιάς είχε την κόρη του μη στάξ' ο θιος και βρέξει, όσα τση κανε, την είχε στη καμαρήν τση κι ηκάθουντα. Κι είχε τα παράθυρα ανοιχτά, γιατί 'τανε καλοκαίρι. Ας αφήκωμε τώρα αυτή κ' ας πιάσωμε τον Κυρ Βοριά. Ήρθε γλήγορα από το κυνήγι, λέει του η μάναν, του λέει: «Γιε μου ήφυε, γιατί με βίασε». Λέει: «καλά ήκαμε». Αυτός έμεινε ξεγνοιασμένος, λέει: «Καλά ήκαμε κι ήφυε και δεν τον είδα». Το βράδυ σαν επήε κι ήπεσε στο κρεβάτι κι ήβαλε το τραπέζιν του με το βιβλίον του και με τα φώτα κοντά του να διαβάσει είδε στον τοίχο αυτό το χαρτί" ως καθώς το βλέπει τα παρατά όλα, παίρνει το χαρτί και το διαβάζει, φωνάζει τση μητέρα του: «Μητέρα έλα να δεις». Πέφτει αυτό άχου βάχου αρρωστίζει. Μα είχε μέσα στην κάμαρα που ήταν αυτός άρρωστος, είχε τον περιστεριώνα κ' είχε δυο ζευγάρια περιστέρια. Το ένα ζευγάρι το τάιζε, το άλλο τοχε νηστικό, ότι ήθελε να μείνει. Ο Κυρ Βοριάς ήρθε στα ολοίσθια, τότες μια μέρα τα περιστέρια, ήκουσε ο Κυρ Βοριάς κι ηλέανε, λέει: «Μπρε εμάς μας εταΐζει η κερά μας μα εσάς όχι». Λέει: «Μα έχετε να κάμετε και δρόμο». Ήκουσ' αυτός το λόγο, ηπαρηγορήθη.

Αφού ηπεράσανε μέρες και δεν είδε πράμα, ηρρώστησε πιο καλά. Τότες πάει η μάνα του και πιάνει τα περιστέρια και τωνέ λέει: «Όπως εσείς να σας ταίζω μ' ατίμητη πέτρα, και τ' άλλα δυο που είχε νηστικά μαργαριτάρι, και να πάτε να μου φέρετε του τάδε βασιλέα την κόρη». Το λοιπός τα ταΐζει, τα ποτίζει, τα ραίνει -αυτή ήτανε σα μάϊσσα- τους τα 'καμε ωραία περιστέρια και τωνέ δίνει το δρόμο τωνε' και ο κυρ Βοριάς τα ολοίσθια. Πάνε αυτά" ήτανε καλοκαίρι κι είχε τα παράθυρα ανοιχτά η βασίλισσα κι ηκάθουντα μοναχή και ο θρόνος τση' τότες ηπήαν τα περιστέρια κι ηκάτσανε στα παραθύριαν τση' και είδε τα περιστέρια ήβγαλε την καμαριέραν τση και ήμεινε μοναχή στην κάμαράν τση, τα περιστέρια ολόχρυσα, ωραία. Αυτή λέει: «Μερωμένα είναι να τ' αφήκω να μπούνε μέσα», και πήανε κοντάν τση, ανεβαίνουνε απάνων τση, ώστε οπού ξερνούνε και την αποκοιμίζουνε. Αφού την κοιμίσανε, την σηκώσανε στα φτεράν τωνε και όξω από τα παράθυρα και μια και δυο το δρόμον τωνε πάνε στου Κυρ Βοριά το σπίτι. Τηνέ θέχτουνε τσαδά κοιμισμένη στην κάμαρα. Και πάει η μάνα και την ραίνει και την ποτίζει και ξυπνά. Τότες φωνάζει του Κυρ Βοριά και έρχεται και τηνέ βλέπει. Ως την έδε, από τη χαρά του ηπρίστηκε και ηγίνηκε σα μιαν είλουρα. Τότες ήπεσε κατά γης και ηκυλιούντανε. Τότες σπαράρει και σκα και βγαίνει από μέσα ένα βασιληόπουλο, φρίξε ήλιε, και αγκαλιάζεται τη βασίλισσα και τση λέει ότι εγώ ήμουνα του βασιλέα παιδί και η μοίρα μου είχε τσιδά, α δε βρεθεί καμιά να με αγαπήσει, να 'μαι

Σελ. 232
Φόρμα αναζήτησης
Αναζήτηση λέξεων και φράσεων εντός του βιβλίου: Επεξεργασία παραμυθιακών τύπων και παραλλαγών AT 500-559
Αποτελέσματα αναζήτησης
    Ψηφιοποιημένα βιβλία
    Σελίδα: 213
    

    ΠΑΡΑΜΥΘΙΑΚΟΣ ΤΥΠΟΣ AT *884C

    Το Κορίτσι - Στρατιώτης

    AT: Δεν συμπεριλαμβάνεται Η Θοδώρα στο στρατό

    Μια φορά κι ένα καιρό ήτανε ένας πατέρας κι είχε τρεις κόρες, τον ήλθε διαταγή να πάγ' στο στρατό κι ήτανε πολύ στεναχωρεμένος, η μεγάλη τ' κόρ' τον ρωτάγι':

    «Τι έχ'ς, πατέρα, κι είσαι συλλογισμένος;»

    «Πού να μην είμαι; Μ' ήλθε μήνυμα να πάγω στο στρατό».

    «Κι εγώ νόμσα που ήθελες να με παντρέψεις».

    Κι η δεύτερη τον βλέπ' στεναχωρεμένο και τον ρωτάγι':

    «Πατέρα, γιατί είσαι συλλογισμένος;»

    «Τι να σε πω, κόρη μ', το είπα και στη μεγάλ'».

    «Πες το με, ίσως και σε βοηθήσω σε τίποτε».

    «Μ' ήλθε μήνυμα να πάγω στο στρατό».

    «Κι εγώ νόμσα πως ήθελες να με παντρέψεις».

    Τον βλέπ' κι η μικρότερη και τον ρωτάγι':

    «Γιατί, πατέρα, είσαι συλλογισμένος;»

    «Τι να σε το πω, κόρη μ', το είπα και στις αδελφές σ'».

    «Πες το με κι ίσως κάμω τίποτε και ξεστεναχωρεθείς».

    «Μ' ήλθε μήνυμα να πάγω στο στρατό».

    «Μα γι' αυτό στεναχωριέσαι; Δώσ' με τα ρούχα σ', το τουφέκι σ', τ' άλογο σ' κι εγώ θα πάγω για σένα».

    Ο πατέρας τς δεν τόστεργε, η κόρ' επέμενε, εκοψε τα μαλλιά τς, βάζ1 αντρίκια ρούχα, πέρν' το τουφέκ', ανεβαίν' στ' άλογο και πάγ' στο στρατό και είπε πως τη λένε Θόδωρο. Ο Θόδωρος συντρόφεψε μ' ένα κι έπιασαν φιλίες, στο φίλο τ' όλο φαίνουνταν ο Θόδωρος πως δεν ήτανε άντρας, κι όταν ο φίλος τ' πήγαινε στο χωριό τ', έλεγε στη μάνα τ': «Θόδωρος, Θοδώρα μοιάζει, την καρδιά μου μαραγκιάζει».

    * Οι τύποι AT *884C και AT *884D ανήκουν στις νουβέλες αλλά συνεξετάζονται εδώ με τον AT 514. Βλ. αναλυτικά στην εισαγωγή, σ. 15 και στα σχετικά σχόλια, σ. 238-247.