Συγγραφέας:Αγγελοπούλου, Άννα
 
Καπλάνογλου, Μαριάνθη
 
Κατρινάκη, Εμμανουέλα
 
Τίτλος:Επεξεργασία παραμυθιακών τύπων και παραλλαγών AT 500-559
 
Τίτλος σειράς:Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας
 
Αριθμός σειράς:41
 
Τόπος έκδοσης:Αθήνα
 
Εκδότης:Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς
 
Έτος έκδοσης:2004
 
Σελίδες:511
 
Αριθμός τόμων:1 τόμος
 
Γλώσσα:Ελληνικά
 
Θέμα:Ελληνικά παραμύθια-Κατάλογος
 
Τοπική κάλυψη:Ελλάδα
 
Περίληψη:Το βιβλίο αυτό αποτελεί τον τέταρτο κατά σειράν τόμο του Καταλόγου των Ελληνικών Παραμυθιών (βλ. εδώ τα δημοσιεύματα αρ. 21, 26, 34). Ο Κατάλογος των Ελληνικών Παραμυθιών αποτελεί μια σύγχρονη επεξεργασία της πρώτης ανέκδοτης και πολύτιμης καταλογογράφησης του ελληνικού παραμυθιού από τον Γεώργιο Α. Μέγα. Ο εθνικός αυτός Κατάλογος, έρχεται να προσθέσει μια νέα όψη των πραγμάτων, ίσως και να απειλήσει τη στατική αντίληψη της κατάταξης. Συχνά οι τοπικές αφηγήσεις περιγράφονται με τον όρο «αποκλίσεις» σε σχέση με την περιγραφή του κάθε παραμυθιακού τύπου στον Διεθνή Κατάλογο. Ωστόσο, το σύγχρονο ενδιαφέρον μπορεί να είναι πολύ πιο δυναμικό: το αντικείμενο της έρευνας είναι η μελέτη των ασυνείδητων μηχανισμών, που υποβαστάζουν τους μετασχηματισμούς των παραμυθιών, καθώς αυτά κυκλοφορούν από γλώσσα σε γλώσσα, από περιοχή σε περιοχή. Οι μετασχηματισμοί δεν συμβαίνουν ερήμην των δρώντων προσώπων, που είναι οι χρήστες των παραμυθιών, αυτών που διηγούνται κι αυτών που ακούνε. Οι χρήστες είναι βεβαίως φορείς ενός πολιτισμού. Τα παραμύθια γίνονται αντιληπτά μέσα από δεδομένους μυθικούς και συμβολικούς κώδικες και, προκειμένου να επιχωριάσουν, υποβάλλονται αναλόγως σε ασυνείδητους μετασχηματισμούς σε διάφορα επίπεδα της δομής τους.
 
Άδεια χρήσης:Αυτό το ψηφιοποιημένο βιβλίο του ΙΑΕΝ σε όλες του τις μορφές (PDF, GIF, HTML) χορηγείται με άδεια Creative Commons Attribution - NonCommercial (Αναφορά προέλευσης - Μη εμπορική χρήση) Greece 3.0
 
Το Βιβλίο σε PDF:Κατέβασμα αρχείου 11.9 Mb
 
Εμφανείς σελίδες: 251-270 από: 514
-20
Τρέχουσα Σελίδα:
+20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/62/gif/251.gif&w=600&h=915

ΠΑΡΑΜΥΘΙΑΚΟΣ ΤΥΠΟΣ AT *514Α

Οι Λωλομαρίες

AT 877: The Old woman who was skinned (Η γδαρμένη γριά). BP: IV, 203, no 1.

EB: 226, III, 3: Der Petersiliendorn (To αγκάθι του μαρουλιού) Basile: Pentamerone I, 10: La vecchia scorticata (Η γδαρμένη γριά).

Η τύχη της Λωλομαρίας

Μια φορά ήτανε δυο γριές γεροντοκόρες και ζούσαν σε μιαν έρημο, που 'χαν ένα καλυβάκι. Τη μία, τη μικρότερη -ήταν εκατόν πέντε ετών-, τη λέγανε Μαρία και την άλλη, τη μεγαλύτερη, Ελενιώ. Μια μέρα, που η Ελενιώ έλειπε για χόρτα, η Λωλομαρία έβαλε φωτιά κι έκαψε τα ρούχα κι έσπασε τα πιάτα. Όταν πήγε στο σπίτι η Ελενιώ, της λέει: «Πού είναι, μωρή Μαρία, τα ρούχα μας;» «Κάου, κάου, μωρή Λενιώ», της απαντά. «Μωρή, που 'ναι τα πιάτα μας;» «Τάτσι, τάτσι. Μωρή, σου λέω, τα 'σπασα όλα, όλα και τα 'κανα πολλά». Αφού είδε έτσι η Ελενιώ, ήθελε να τη διώξει και σκέφτηκε και της λέει μια μέρα: «Μωρή Μαρία, θέλεις να σε παντρέψω;» «Αμ πώς δε θέλω, μωρή Λενιώ. Σήκω να μου βρεις γαμπρό. Εγώ είμαι μικρούλα ακόμα».

«Θα σου δώσω», της έλεγε, «το βασιλιά, αλλά πρώτα πρέπει να γίνεις όμορφη». «Αχ! πώς να γίνω», έλεγε η Λωλομαρία, κι άρχισε επί σαράντα μερόνυχτα να πιπιλάει το μικρό της δαχτυλάκι κι αυτό είχε γίνει τόσο όμορφο και τρυφερό. Ήταν και ροδοκόκκινο, που όταν το 'βλεπες, νόμιζες πως ήταν δέκα οκτώ χρονώ κοπέλας. Σηκώνεται τότε η Ελενιώ, που δεν την ήθελε και τη φθονούσε, και πάει στο βασιλιά και του λέει: «Βασιλιά μου, έχω μια πεντάμορφη κόρη που σε αγαπάει πολύ, είναι όμορφη και κάτασπρη, γιατί ο ήλιος δεν την έχει δει από τότε που γεννήθηκε». Ο βασιλιάς αμέσως παίρνει τ' άλογό του και πάει για την Πεντάμορφη. Πάει όμως μπροστά η γριά και λέει της Λωλομαρίας να κρυφτεί μέσα στο σπίτι και μόνον από μία τρυπούλα να βγάζει το όμορφο δαχτυλάκι της. Ήρθε λοιπόν ο βασιλιάς και ζητά να δει την κόρη. Κι η γριά του λέει πως δε μπορεί να βγει όξω, γιατί ο ήλιος δεν την έχει δει, «αλλά μόνο το δαχτυλάκι της θα δεις, μεγάλε βασιλιά μου».

Ο βασιλιάς έκανε έτσι κι επίστεψε πως ήταν εξαιρετική η κοπέλα σαν είδε το ωραίο δαχτυλάκι της. Ζήτησε να την παντρευτεί. Κι η γριά του λέει: «Θα

Σελ. 251
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/62/gif/252.gif&w=600&h=915

'ρθεις νύχτα να την πάρεις για να μην τη δει ο ήλιος». Αφού κανόνισαν ποια νύχτα θα την πάρει, η Ελενιώ έγδυσε τη Λωλομαρία και της έδεσε τα κρέατα με σπάγγο για να τεντώσει το δέρμα της και το κορμί της έγινε όλο κόμπους. Τη νύχτα έφτασε η βασιλική άμαξα κι όταν χτύπησε η πόρτα, σβήνουν αμέσως το λυχνάρι, κι αφού την έντυσε με τα ρούχα της, την ανεβάζει στην άμαξα και φεύγει με το βασιλιά. Έφτασαν στο παλάτι κι ο γάμος έγινε στα σκοτεινά, αλλά αυτό δεν τον ένοιαζε το βασιλιά, γιατί το πρωί ήξερε πως θα είχε έναν άγγελο, που θα τον θαύμαζε όλος ο κόσμος.

Όταν πέσανε να κοιμηθούνε, πάει ο βασιλιάς να την αγκαλιάσει, κι αυτή από τους κόμπους πονούσε κι έβαζε τις φωνές: «Ωχ! ωχ!», έκανε κάθε τόσο που την αγκάλιαζε και τη φιλούσε. Σαν την αγκάλιασε μια στιγμή σφιχτά, η Λωλομαρία βάζει τις φωνές κι ο βασιλιάς την αρπάζει και την πετάει από το παράθυρο. Πέφτει αναίσθητη μες στις τριανταφυλλιές κι οι νεράιδες που περνούν από κει, περασμένα μεσάνυχτα, τη λυπήθηκαν και λέει η μία: «Σου εύχομαι να γίνεις δεκα οκτώ χρονώ κοπέλα». Η άλλη λέει: «Εύχομαι να γίνεις άσπρη σαν τα τριαντάφυλλα, που 'ναι τριγύρω σου». Κι η τρίτη λέει: «Εύχομαι να κάνεις μάτια, φρύδια και μαλλιά κατάμαυρα, σαν την αποψινή νύχτα». Έφυγαν οι νεράιδες και ξημέρωσε, όταν ο βασιλιάς βγαίνει κάτω να δει τι έγινε αυτή που πέταξε τη νύχτα και σαν βλέπει ένα πεντάμορφο κορίτσι να κοιμάται μέσα στα τριαντάφυλλα, έτριβε τα μάτια του. Τρέχει αμέσως και την παίρνει στην αγκαλιά του χωρίς να την ξυπνήσει και τη βάζει στο βασιλικό κρεβάτι και την καμάρωνε. Ξύπνησε αυτή και ρωτάει που βρίσκεται, κι ο βασιλιάς της λέει: «Είσαι βασίλισσα».

Μια μέρα, πάει η Ελενιώ στο παλάτι, να τη δει, κι όταν την είδε τόσο όμορφη, της λέει: «Πώς ομόρφηνες;» Η βασίλισσα, για να την εκδικηθεί για ό,τι της είχε κάνει, της λέει: «Πήγα στον κουρέα και μ' έγδαρε με το ξυράφι». Πάει κι η Ελένη σ' έναν κουρέα και με το στανιό, θέλοντας και μη, τον ανάγκασε να τη γδάρει. Πήρε το ξυράφι κι έλεγε: «Πονάς γριά;» «Γδάρε, γιε μου, γδάρε, τι 'ναι πόνος μπρος στα κάλλη;» Όταν έφτασε το γδάρσιμο ως το λαιμό, ο κουρέας της λέει: «Να γδάρω, γριά;» «Θες γδάρε, θες μη γδάρεις», είπε και ξεψύχησε η κακή γριά. Έτσι λοιπόν, η Λωλομαρία έζησε καλά με το βασιλιά κι εμείς καλύτερα.

ΛΦ 521. Παραλλαγή που συλλέχτηκε από την Ελένη Χατζησάβα το 1968 στη Μεσσηνία.

Σελ. 252
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/62/gif/253.gif&w=600&h=915

ΣΥΝΘΕΤΙΚΗ ΠΑΡΑΛΛΑΓΗ

I. Οι γριές και το βασιλόπουλο

α: Μια γριά (η Μαρία)' α1: προξενεύει στο βασιλόπουλο μιαν άλλη γριά (την αδερφή της)' α2: λέγοντας ότι είναι νεαρότερη (άλλο)' α3: τραγουδάει(άνε) όμορφα' α4: και γοητεύει(ουν) το βασιλόπουλο (άλλο)' α5: που νομίζει ότι είναι νεαρή' α6: γιατί την ακούει να λέει πως πάτησε σε αγκάθι μαρουλιού' α7: βάζει μυρωδικά στα κατουρλιά της (της αδερφής της)' α8: ενώ εκείνη βυζαίνει το δαχτυλάκι της για να γίνει τρυφερό' α9: και, απαγορεύοντάς του να τη δει με το φως της μέρας, δείχνει το δαχτυλάκι της από την κλειδαρότρυπα' α10: από το παράθυρο (άλλο)' α11: ρίχνοντας ένα μαγικό φάρμακο στο λουτρό της, χαρισμένο από ένα φίδι, που το γιάτρεψε, γίνεται νέα' α12: το βασιλόπουλο την παντρεύεται' α13: κρυμμένη σε σεντόνια (άλλο)'α13: η μια από τις δυο γριές γιατρεύει ένα άρρωστο φίδι, που την ξανανιώνει.

II. Η αλλαγή της ηλικίας

α: Το βασιλόπουλο ανακαλύπτει ότι η νύφη είναι γριά' α1: επειδή αρνείται να ξεσκεπαστεί (άλλο)' α2: την πετάει από το παράθυρο' α3: και κρεμιέται από ένα δέντρο' α4: οι τρεις Μοίρες τη βλέπουν και ξεκαρδίζονται στα γέλια (άλλο)' α5: η αγέλαστη επί 40 χρόνια Μοίρα' α6: της δίνει (ουν) φυσικά χαρίσματα ως αντάλλαγμα' α7: να γίνει σαν δεκαοχτώ (δώδεκα) χρονών' α8: άσπρη σαν τριαντάφυλλο, με μάτια, φρύδια και μαλλιά σαν τη νύχτα" α9: έξυπνη' α10: άλλο' α11: το βασιλόπουλο την ξαναπαίρνει (την παντρεύεται)' α12: η αδερφή της (η άλλη γριά) θέλει κι εκείνη να ξανανιώσει' α13: με τη συμβουλή της, πηγαίνει να τη γδάρει (άλλο)' α14: ο κουρέας' α15: ο χασάπης' α16: άλλο' α17: λέγοντας «μπρος στα κάλλη τι είν' ο πόνος»' α18: και πεθαίνει.

ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΠΑΡΑΛΛΑΓΩΝ

ΘΕΣΣΑΛΙΑ

1. ΣΠ 65, 3-6, Τρίκαλα. Η γριά βγάζει το δαχτυλάκι της στο παράθυρο (το βυζαίνει)' το βασιλόπουλο την θέλει για γυναίκα του. Στο δρόμο, οι Μοίρες την κάνουν 12 χρονών κορίτσι' κι η άλλη γριά τη ρωτά «πώς γίνηκες, να γίνω κι εγώ;» Η συν. όπως AT *514D, βλ. παρ. αρ. 1.

Σελ. 253
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/62/gif/254.gif&w=600&h=915

ΘΡΑΚΗ

2. Σταμούλη-Σαραντή Β', 173-174, Σηλυμβρία, «Μπρος στα κάλλη τι είναι ο πόνος». I: α, α1, α2 (κλεισμένη σε κασέλλα). II: α, α2, α3, α6, α7, α11, α12, α12 (λέει πως την έκοψαν σε λουρίδες), α17, α18.

ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ

3. ΛΑ 514,1, Χαλκιδική, «Αι δύο γριές». I: α, α1, α2, α10. II: α, α2, α4, α11.

ΝΗΣΙΑ ΤΟΥ ΑΙΓΑΙΟΥ α. Κυκλάδες

4. ΙΑ 561, 195-199, Απείρανθος Νάξου. I: α, α1, α2. II: α, α2, α3, α5, α6, α7, α11, α12, α13, α14, α18.

5. ΛΑ 1396, 103-106, αρ. 43 (ΛΑ 514, 2). Τήνος. I: α (οι δυο γριές), α4, α5 (του λένε ότι τραγουδάει η ανεψιά τους), α11, α12. II: α12, α13 (της δίνει 100 λίρες), α14, α17, α18.

6. ΛΑ 2342, 272-274,Νάξος. I: α, α4, α10, α12, II: α, α2, α3, α4, α6, α7 (δώδεκα), α11, α12, α13, α15.

β. Δωδεκάνησα

7. ΛΑ 2193,Α, 218-222, Ψέριμος, Καλύμνου. I: α, α1, α2, α3, α6, α13. II:

α, α1, α2, α3, α6, α7, α11 (τον πείθει ότι δεν την είδε καλά" το μαθαίνει η άλλη γριά και χαίρεται).

8. Λαογραφία ΙΣΤ', 1956-1957, αρ. 19, 161-162, «Η Μαργιόλα», Πάτμος. I: α, α1, α4, α5, α7, α8, α9, α12. II: α, α1 (αγγίζοντας τα κόκκαλά της, πονάει), α2, α3, α4 (οι «καλές κυράδες»' από το γέλιο ξεσπληνιάζεται το σπληνιάρικο παιδί, που έχουν μαζί τους), α6, α11, α12, α13 (ο γύφτος με τη βαριά), α18.

γ. Κρήτη

9. ΣΛ II, 84-86, Χανιά Κρήτης. I: α, α1 (κλείνει τη γριά στην κασέλα, αφήνοντας έξω μόνον το χέρι, που πλένει συνέχεια με σαπουνάδες), α2, α12.

Σελ. 254
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/62/gif/255.gif&w=600&h=915

II: α, α1, α2, α3, α4 (φεύγει το κόκκαλο που είχε καθίσει στο λαιμό), α6, α7, α11, α12, α13, α15, α18.

ΝΗΣΙΑ ΤΟΥ ΙΟΝΙΟΥ

10. ΛΑ 2067, 28-34, Κεφαλλονιά, «Η Μαρία και η Ελένη». I: α, α3, α4, α5, α9 (πιο άσπρο κι από το λινάρι' η αδερφή συστήνει να μην τη δει ποτέ με φως, γιατί θα γίνει γριά). II: α, α2, α4 (τη λυπούνται), α6, α7, α8, α10 (να κάθεται σε χρυσή πολυθρόνα και να παίζει το χρυσό μήλο), α11, α12, α13, α18.

ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΣ

11. ΛΑ 1277 (ΣΜ 107), 81-82, Βυζίκιο Γορτυνίας, «Βασιλιάς και βασίλισσα». I: α,α1,α2, α13. II: α, α2, α4, α6, α12, α13, α16, α17, α18.

12. ΛΦ 501, 15-17, Αίγιο, «Η τύχη της Λωλομαρίας». I: α, α1, α8, α9. II: α, α1 (πονάν τα κόκκαλά της), α4, α7, α8, α11, α12, α13, α17, α18.

13. ΛΦ 782, 1-4, Βελίτσα Ολυμπίας, «Η Λωλομαρία». I: α, α1, α, α1, α2, α8, α9, α10, α12. II: α, α1, α2, α3, α4 (νεράιδες), α6, α7, α9, α10 (δροσιά), α11, α12, α13, α15, α18.

ΠΟΝΤΟΣ

14. Ποντιακά φύλλα Γ', 1938, 76-77, «Η ζήλεια σφίδια γεννά». I: α, α1, α2, α10. II: α, α2, α4, α11, α12, α16 (συμβουλή της μεταμορφωμένης να δώσουν φλουριά σ' ένα γέρο για να τις ξανανιώσει), α18.

ΑΔΗΛΟΥ ΤΟΠΟΥ

15. Αέριος, 76-79, αρ. 30, «Εμπρός στα κάλλη, πόνος δεν εφάνη». I: α, α3, λέει πως είναι η νεαρή αδερφή της που τραγουδάει" α12, α13. II: α12,α13, α14, α17, α18.

Βλ. ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ των τύπων AT *514Α, AT *514Β, AT *514C και AT *514D στις σ. 279-283.

Σελ. 255
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/62/gif/256.gif&w=600&h=915 01 - 0002.htm

ΛΕΥΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

Σελ. 256
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/62/gif/257.gif&w=600&h=915

ΠΑΡΑΜΥΘΙΑΚΟΣ ΤΥΠΟΣ AT *514Β

Η σαύρα

AT *514: The Unlaughing Fate (Η αγέλαστη Μοίρα)._

Η σαυράδα

Μια φορά κι έναν καιρό ήτανε μια γριά και δεν είχε παιδιά και παρακαλούσε το Θεό να της δώσει. Κι εγέννησε μία σαυράδα, η οποία ανέβαινε εις το δώμα και γινότανε μια ωραία κοπέλα. Ο βασιλιάς, ο οποίος ήταν αντίκρυ στο σπίτι της γριάς, καθώς είδε την ωραία γυναίκα, θέλησε να τη νυμφευτεί. Και ήρθε στη γριά, και της είπε ότι θέλει να νυμφευτεί την κόρη της. Η δε γριά είπε ότι δεν έχει κόρη, παρά μια σαυράδα. Ο βασιλιάς απάντησε: «Αυτήν τη σαυράδα θέλω να νυμφευτώ».

Η γριά τότε είπε: «να ρωτήσουμε και τη σαυράδα» και τη ρώτησαν αν θέλει να νυμφευτεί το βασιλέα. Εκείνη είπε: «Πώς θα νυμφευτώ, ενώ είμαι σαυράδα». Κι ο βασιλιάς απάντησε: «Τι σε μέλει;» «Καλά, ας νυμφευτώ», είπε εκείνη. Αφού όμως παντρεύτηκαν, δε γινόταν πλέον γυναίκα η σαυράδα. Τότε ο βασιλιάς απελπίστηκε και διέταξε τον καλύτερο βοσκό να σφάξει ένα αρνί για να χαρεί, γιατί ήταν λυπημένος όλη τη μέρα.

Κι αφού ήρθε στο βοσκό, έβαψε το πουκάμισο του με το αίμα του αρνιού και τον διέταξε να το πάει στη σαυράδα. Όταν το είδε εκείνη, κάθισε πάνω σ' ένα πετεινό καβάλα κι ήθελε να έρθει προς το βασιλέα. Στο δρόμο, συναντά όλες τις Μοίρες. Ανάμεσα σ' αυτές κι η Αγέλαστη Μοίρα. Και καθώς είδε τη σαυράδα επί πετεινού, εγέλασε. Κι οι άλλες της είπαν: «Τι θέλεις να δωρήσουμε στη σαυράδα και στον πετεινό;» Εκείνη είπε: «Ο μεν πετεινός, να γίνει ωραίο άλογο. Η σαυράδα να γελά και να τρέχουν ρόδα και τριαντάφυλλα. Κι όταν χτενίζεται, να τρέχουν μπριλάντια». Κι η σαυράδα έγινε ωραία κοπέλα και κάθισε στον πετεινό, ο οποίος έγινε ωραίο άλογο.

Κι ο βασιλιάς είπε: «Πού ήσουνα;» Η σαυράδα απάντησε: «Ήμουνα στης μητέρας μου». Ο βασιλιάς τότε: «Για σένα το έκαμα, διότι, ενώ πρώτα γινόσουν ωραία κοπέλα, όταν σε πήρα εγώ, δε γίνεσαι πια ωραία κοπέλα». Και την πήραν στο παλάτι και νυμφεύτηκαν. Κι έκαναν γέλια και χαρές και ξεφάντωσες πολλές.

Roussel Louis, Contes de Mycono, αρ. 24, Léopol 1929.

Σελ. 257
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/62/gif/258.gif&w=600&h=915

ΣΥΝΘΕΤΙΚΗ ΠΑΡΑΛΛΑΓΗ

Δίνουμε μια περίληψη των επτά παραλλαγών που καταλογογραφεί ο Μέγας ως AT *514Β, χωρίς συνθετική παραλλαγή.

ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΠΑΡΑΛΛΑΓΩΝ

ΝΗΣΙΑ ΤΟΥ ΑΙΓΑΙΟΥ

α. Εύβοια και Βόρειες Σποράδες.

1. ΛΑ 2744, 156-160, Γιάλτρα Ιστιαίας. Η ηρωίδα (μια βασιλοπούλα) γίνεται γουστέρα εξαιτίας της κατάρας μιας γριάς, που την είδε να τραβά λουλούδια στο δάσος. Ένας ξυλοκόπος τη βρίσκει και την πηγαίνει σπίτι του. Στην απουσία του γίνεται όμορφη κοπέλα και συγυρίζει το σπίτι. Ο ξυλοκόπος της καίει το τομάρι. Παντρεύεται τον ξυλοκόπο που την έσωσε και αποκτούν ένα παιδάκι, που εκδικείται την κακιά γριά, μεταμορφώνοντάς την με το μαγικό ραβδί της σε γουστέρα.

β. Κρήτη

2. ΛΑ 1315, (ΣΜ 145), 464-465, «Το μικρό ρωγαλιδάκι». Άκληρη αποκτά ρωγαλιδάκι (έντομο σα γρύλλος) που το βάζει στο ράφι και τραγουδά. Ο βασιλιάς τη ζητά σε γάμο. Για να πάει στο παλάτι να παντρευτεί, καβαλλάει πετεινό και βάζει τρία κεριά, το ένα στο κεφάλι του, το άλλο στην ουρά του και το τρίτο το κρατάει" γελούν οι επτά κοπέλλες που είχαν επτά χρόνια να γελάσουν και του χαρίζουν, μπόι, μαλλιά, κάλλη, όταν γελάει να πέφτουν μαργαριτάρια, κλπ. Παντρεύεται το βασιλόπουλο.

3. ΛΑ 2884, 142-144 Ζαρός, Καινουργίου. Άκληρη αποκτά με «βιαστική ευχή» κόρη τροζαλίδα (έντομο σαν γρύλλος). Την αρραβωνιάζει ο πλούσιος πατέρας με το βασιλόπουλο, που αρρωσταίνει όταν τη βλέπει. Παρόμοιο με το προηγούμενο: καβαλά πετεινό, που τραβάει με χαλινάρι. Γελούν οι 3 νεράιδες και από το γέλιο φεύγει το κόκκαλο που είχε καθίσει στο λαιμό της μιας' ακολουθούν φυσικά χαρίσματα και γάμος.

Σελ. 258
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/62/gif/259.gif&w=600&h=915

γ. Κυκλάδες

4. ΛΑ 2764, 25-29, Αμοργός. Μια γριά άκληρη αποκτά κόρη σιλιβούτα (σαύρα). Το βασιλόπουλο τη ζητά σε γάμο ακούγοντας το τραγούδι της. Τη βλέπουν οι νεράιδες κι ο Αγέλαστος αδερφός τους Αλέξανδρος πάνω στο στολισμένο άλογο και γελούν. Ως ανταμοιβή την κάνουν νέα κι όμορφη.

5. Roussel Louis, αρ. 24, Μύκονος, άτιτλο. Η παραλλαγή που δημοσιεύουμε εδώ.

ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΣ

6. ΛΑ 1193 (ΣΜ 23) 33-35, Βελίτσα Ολυμπίας, «Η κουσκούρα». Στην αρχή συμφυρμός με τον τύπο AT 465C (A Journey to the Other World)·. Η κουσκούρα προκαλεί το γέλιο των τριών Μοιρών, που είχαν είκοσι χρόνια να γελάσουν. Της δίνουν χαρίσματα: ανθρώπινη μορφή, ομορφιά, χρυσή στολή, αμάξι με άλογα, περιστέρια που κελαηδούν καλύτερα από όργανα. Την παντρεύεται το βασιλόπουλο.

ΜΙΚΡΑ ΑΣΙΑ - ΠΟΝΤΟΣ

7. Μικρασιατικά Χρονικά Δ', 1948, 278-279, Τσιφλίκι Σμύρνης. Άκληρη αποκτά κουβακάκι (βατραχάκι). Ακολουθεί πρόταση γάμου από το βασιλόπουλο και μετάβαση στο παλάτι, που κάνει την Αγέλαστη Μοίρα να γελάσει και να της δώσει φυσικά χαρίσματα. Γάμος.

Βλ. ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ των τύπων AT *514Α, AT *514Β, AT *514C και AT *514D στις σ. 279-283.

Σελ. 259
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/62/gif/260.gif&w=600&h=915 01 - 0002.htm

ΛΕΥΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

Σελ. 260
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/62/gif/261.gif&w=600&h=915

ΠΑΡΑΜΥΘΙΑΚΟΣ ΤΥΠΟΣ AT *514C

Ο Ύπνος

AT: Δεν συμπεριλαμβάνεται Η μπαμπακού

Ήτανε μια με τη μητέρα της, μεγαλοκοπέλα και φκιάνανε μπαμπάκι. Η μητέρα της απέθανε. Από την πίκρα της έκανε δουλειά μέρα-νύχτα' τη λέγανε Μπαμπακού. Νύσταζε, έλεγε: «Καλώς τον πρώτο», μετά, «καλώς το δεύτερο». Υστερα ξανανύσταζε, έλεγε: «Καλώς τον τρίτο».

Του βασιλιά το γιο τον λέγανε Τρίτο. Άκουγε μια κι έλεγε: «Η Μπαμπακού αγαπά του βασιλιά το γιο, τον Τρίτο. Η Μπαμπακού κοντεύει άγρια να φάει, έχει τον Τρίτο" θα πάω στη βασίλισσα». Σηκώθηκε το πρωί και πήγε στη βασίλισσα. Εκεί δεν τη δεχτήκανε. Πήγε στο θυρωρό: «Α, να χαθείς, γάζα», λέει ο θυρωρός. «Θέλω να πάω στη βασίλισσα, να πω ένα νέο». Τριγύριζε στο παλάτι. Έτυχε να πάει η βασίλισσα να ποτίσει λουλούδια. «Καλή μου βασίλισα, θέλω ν' ανέβω, να σου πω ένα νέο». Λέγει η βασίλισσα: «Αφήστε ν' ανέβει, να μου πει ένα νέο». Ο γιος σου ο Τρίτος έχει μια μπαμπακού, μια γάζα, κι ακούμε να λέει «καλώς τον Τρίτο, έχει το γιο σου, είναι και γκαστρωμένη, τούτες τις μέρες θα γεννήσει». Της δίνει μια γροθιά φλουριά κι αυτή τα παίρνει και φεύγει.

Έστειλε και μ' έναν άνθρωπο ένα μπαούλο ρούχα στη Μπαμπακού. «Αυτά στα στέλνει η βασίλισσα». «Καλέ άνθρωπε, λάθος κάνεις», είπε αυτή. «Όχι, σε σένα το 'στείλε». Έστειλαν και δυο παρακόρες. Ήρθαν να της κάνουν το λουτρό της, να τη ντύσουν. Εκεί που τη ντύνανε, λένε: «Και το παιδί;» «Δεν έχω παιδί». Βγαίνει μια γυναίκα από το παράθυρο, η Μοίρα, και λέει: «Ντύστε τον κόπανο παιδί». Την πήρανε και την πάνε στο παλάτι.

Άλλες δυο την απαντούν: «Η Μπαμπακού να γίνει δέκα επτά χρονώ κι αφράτη», λέει η μια. Η άλλη: «Να γίνει η Μπαμπακού βασίλισσα κι ο κόπανος παιδί». Εκεί που πηγαίνανε, ήτανε νερό κι είδε η Μπαμπακού μέσα. Όταν πήγανε, άμα την είδε ο γιος του βασιλιά, λέει: «Με ξεύρεις;» «Δεν σε ξεύρω». «Με ξεύρεις, δε με ξεύρεις, να γίνεις δική μου», είπε αυτή. «Και το παιδί», είπανε οι Μοίρες, «να μοιάσει του Τρίτου».

ΛΦ 1541, 15-17, Λέσβος. Συλλογέας η Ευγενία Σπυροπούλου. Αφηγήτρια η Ειρήνη Βερβέρη.

Σελ. 261
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/62/gif/262.gif&w=600&h=915

ΣΥΝΘΕΤΙΚΗ ΠΑΡΑΛΛΑΓΗ

I. Το νυχτέρι

α: Μια φτωχιά κόρη" α1: γυναίκα παντρεμένη" α2: η μικρότερη από τις τρεις αδερφές' α3: άλλο' α4: που νυχτερεύει (ουν) και νυστάζει(ουν) ' α5: για να μην τις (την ) πάρει ο ύπνος τραγουδά (ούν)' α6: «Ήρθες ύπνε, καλώς ήρθες·/ παρε το σκαμνί και κάτσε/ ας να νέσω, να ξενέσω / και τ' αδράχτι να γεμίσω/ κι ύστερα να κοιμηθούμε, / και να σφιχταγκαλιαστούμε» (άλλο, παρόμοιο)' α7: φωνάζει: «Ήρθε ο πρώτος, ήρθε ο δεύτερος, ήρθε ο τρίτος»' α8: άλλο" α9: τάζει ότι μονάχα να την ιδεί το βασιλόπουλο και θα μείνει έγκυος' α10: θα κάμει ένα παιδί και πάλι θ' απομείνει κορίτσι [πβ. τον τύπο AT 707 (Τα τρία χρυσά παιδιά), όπου βλ. ανάλυση]' α11: με τη συμβουλή της μάνας της λέει ότι θα κάνει αγόρι.

β: Τα λόγια αυτά ακούει (ούν)' β1: η δωδεκάδα' β2:το βασιλόπουλο' β3: οι(η) γείτονες(ισσα)' β4: που τη συκοφαντεί (ούν)' β5: στον άντρα της' β6: στη βασίλισσα, τη μάνα του βασιλόπουλου (στο βασιλιά)' β7: που το λένε' β8: Υπνο' β9: Τρίτο' β10: που έχει εξαφανιστεί από το παλάτι και τον ψάχνουν, σε ποιο σπίτι κρύβεται' β11: άλλο.

II. Η πλεκτάνη

α. Η βασίλισα (άλλο) στέλνει(ουν) στη φτωχιά, που νομίζει(ουν) ότι δέχεται το γιο της' α1: ρούχα α2: φρούτα' α3: μωρουδιακά' α4: άλλο' α5: νομίζοντας πως περιμένει παιδί' α6: την καλεί με το παιδί στο παλάτι' α7: και με τη συμβουλή της μάνας της' α8: ή της μοίρας της' α9: άλλο" α10: η ηρωίδα παίρνει και φασκιώνει' α11: ένα διάνο' α12: ένα γάλο σφαγμένο' α13: που μοσχοβολάει (δήθεν είναι βασιλικό αίμα)'α14: έναν κόπανο" α15: ένα ψάρι" α16: ζυμαρένιο παιδί' α17: φασκιά τυλιγμένα μέσα στο καλάθι' α18: άλλο" α19: και το νανουρίζει «νάνι του Υπνου το παιδί, του βασιλιά τ'αγγόνι»" α20: το στέλνει μ' ένα δούλο στο παλάτι.

β. Το ψεύτικο μωρό' β1: αρπάζει ένας αετός' (άλλο)' β2: πέφτει κάτω' β3: το ρίχνουν επίτηδες' β4: άλλο' β5: και στη θέση του ο(ι) δούλος (οι, άλλο) παίρνει (ουν) ένα άλλο μωρό' β6: που βρίσκουν' β7: που αγοράζουν από ένα βοσκό δυο χιλιάδες τάλαρα' β8: με το αστέρι στο κούτελο (πβ. AT 707, όπου βλ. ανάλυση)' β9: άλλο' β10: που το αλλάζουν οι δούλες στο δρόμο' β11: το παρουσιάζει η μάνα της φτωχιάς στο βασιλόπουλο λέγοντας ότι είναι δικό του.

γ. Το ψεύτικο μωρό βλέπουν οι Μοίρες (η Μοίρα, άλλο)' γ1: και γελούν(ά)' γ2: και γελά η Αγέλαστη Μοίρα' γ3: το μοιραίνει(ουν) να γίνει

Σελ. 262
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/62/gif/263.gif&w=600&h=915

αληθινό παιδί, του βασιλιά να μοιάσει' γ4: άλλο' γ5: μπαίνοντας στο παλάτι, το παιδί μιλάει: «Πατέρα, πάρε αυτό το μήλο»' γό: η κοπέλα εξηγεί στο βασιλόπουλο την αλήθεια' γ7: του λέει να τη σφάξει αν δεν είναι αγνή.

III. Η λύση.

α. Το βασιλόπουλο παντρεύεται τη φτωχιά' α1: και τη συγχωρεί' α2: επειδή η μάνα του βρίσκει πως το παιδί του μοιάζει" α3: επειδή το στέλνει ο πατέρας του στο σπίτι της κοπέλας και την ερωτεύεται' α4: επειδή του λέει την αλήθεια' α5: όταν ζητάει εξηγήσεις' α6: όταν γυρίσει από τον πόλεμο" α7: όταν τον ξυπνήσει η βασίλισσα' α8: τον σηκώσει από το κρεβάτι, που είναι άρρωστος' α9: άλλο.

β. Ο σύζυγος συγχωρεί τη γυναίκα του γιατί, παραμονεύοντας, βλέπει ότι δεν περιμένει κανέναν' β1: του λέει την αλήθεια για το τραγούδι της' β2: κι εκείνος τα βάζει με τους γείτονες.

ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΠΑΡΑΛΛΑΓΩΝ

ΗΠΕΙΡΟΣ

1. ΛΑ 2453, 271-273, Ζαγόρι, Πάπιγγο. Ι: α1, α4, α5, α7, β, β3 (ο γείτονας) , β4, β5 (ότι είναι άπιστη). III: β (μη βλέποντας κανέναν, χυμάει να τη σκοτώσει), β1, β2.

ΘΡΑΚΗ

2. ΛΑ 2751, 16, Σηλυμβρία. I: α, α4, α5, α6, β, β3 (περαστικοί την ακούνε και την επισκέφτονται λέγοντάς της ότι θα πάρει το βασιλόπουλο, που λέγεται Ύπνος), β4. II: α9 (η Μοίρα της φέρνει ένα ξύλινο παιδί που γίνεται αληθινό, όταν έρχεται να την επισκεφτεί η βασίλισσα, που πείθει το γιο της να την παντρευτεί).

3. ΛΦ 1771, 10-12, Κωνσταντινούπολη, «Το κακό βγαίνει σε καλό». I: α, α4, α5, α6, β, β3, β6. II: α, α1, α10, α14 (και το πηγαίνει στο παλάτι. Μεταμόρφωση: ο κόπανος γίνεται παιδί κι η μεγαλοκόρη ξανανιώνει). III: α.

4. Θρακικά 15, 1941, 345-347, Τζετώ, «Ο Ύπνος». I: α, α4, α5, α6, β, β3, β4, β6, β7. II: α, α4 (δώρα), α5, α6, α10, α14, γ, γ3, γ6. III: α, α9.

Σελ. 263
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/62/gif/264.gif&w=600&h=915

ΝΗΣΙΑ ΤΟΥ ΑΙΓΑΙΟΥ

α. Νησιά του Ανατολικού Αιγαίου

5. ΛΦ 1541, 15-17, Λέσβος, «Η Μπαμπακού». Παραλλαγή που δημοσιεύεται εδώ.

β.Δωδεκάννησα

6. ΙΛ 534, 455-456, Απόλλωνας, Ρόδου. Ι: α, α4, α5, α6, β, β3 (γειτόνισσες, β4, β6, β7, β8. II: α5, α6, α10, α16, α20, β, β2, β4 (και διαλύεται), β5, β9 (της αδερφής του). III: α, α1, α2, α5, α8 (σηκώνει τον άρρωστο γιο της, Υπνο, από το κρεβάτι, για να το δει).

7. ΙΑ 726, 237-246, Σύμη. Ο γέρος κι η αγκόνη. I: α, α4, α5, α8, β, β3 (γειτόνισσες), β4, β6, β7, β8. II: α10, α18 (ο γέρος φτιάχνει ένα κούτσουρο παιδί και το πάει στο παλάτι με την εγγονή του), γ, γ3, γ6. III: α.

8. ΛΑ 1568, 455-456, Απόλλωνας, Ρόδου. I: α, α4 (πλέκει κάλτσες), α5, α6, β, β3 (γειτόνισσες), β4, β6. II: α, α4 (τρεις καμήλες αλεύρια, κ.α.), α5, α9 (της λένε οι δούλες ότι θα 'ρθουν να πάρουν το μωρό), α10, α16, β, β1, β5, β6. III: α, α7 (του λέει ότι του μοιάζει).

9. ΛΑ 2248, 16-18, Αστυπάλαια, «Ο κόπανος». I: α3 (μια φτωχή γριά παρουσιάζει την κόρη της στη βασίλισσα, όσο λείπει ο γιος της στον πόλεμο, ισχυριζόμενη ότι είναι έγκυος). II: α10, α14 (και τον πάει στο παλάτι), β, β3, β9 (και γίνεται μωρό, καθώς η γριά τον ρίχνει κάτω στη σκάλα). III: α, α1, α4, α5, α6.

10. ΛΑ 2248, 95-97, Αστυπάλαια. I: α3 (το βασιλόπουλο δηλώνει πως θα παντρευτεί την κοπέλα που θα κοιμηθεί μαζί του μια βραδιά και θα μείνει έγκυος κι η φτωχή κόρη, με προτροπή της μάνας της, λέει πως είναι έγκυος). II: α10, α11, α20, β, β4 (το αρπάζει ένας σκύλος), β5, β9 (ο δούλος παίρνει το δικό του παιδί και το πηγαίνει στο βασιλόπουλο). IΙΙ: α.

11. Δωδεκαννησιακό Αρχείο Γ, 1955, 172-174 (ΙΑ, 690Α, 209-215), Αστυπάλαια. I: α, α3 (η μάνα της λέει στη βασίλισσα ψέματα, πως ο γιος της, που έφυγε στον πόλεμο, άφησε έγκυο την κόρη της. Η κόρη δεν θέλει να δεχθεί το ψέμα, την αναγκάζει η μάνα της και βάζει πανιά στην κοιλιά της). II: α,α3, α4 (φαγητά, που τα τρώει με πίκρα, ενώ η μάνα τρώει με χαρά), α5, α6, α7, α10, α14, α18 (με μωρουδιακά, που έστειλε η βασίλισσα), β, β2, β4 (με το θέλημα του Θεού βρίσκεται μωρό), β8, γ6, γ7. III: α, α1, α4, α6.

Σελ. 264
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/62/gif/265.gif&w=600&h=915

12. Jahresgabe, 1964, 66-72, Πάτμος, «Η μικρότερη κόρη κι ο βασιλιάς». I: α2, α4 (εύχονται, η πρώτη να πάρει το μάγειρα, η δεύτερη το φούρναρη, η τρίτη, μόνο να έβλεπε το βασιλόπουλο, θα του έκανε έναν γιο), α9, α10, β, β2 (την κλείνει στον πύργο). II: α10, α17, β, β1 (ο αέρας), β5 (ο βοσκός δίνει το νεογέννητο αγόρι του). III: α1.

13. Dieterich, 495, αρ. 1, Αστυπάλαια, «Ο Νύπνος». Όμοιο με το προηγούμενο. I: α, α4, α5, α6, β, β3, β4, β6, β7, β8. II: α, α1, α2, α5, α6, α18 (μια κούκλα), γ, γ1, γ2, γ3, γ6. III: α, α4, α9, την ερωτεύεται.

γ. Εύβοια - Σποράδες

14. Hahn 2, 157-158, Ιστιαία, «Die kluge Jungfrau». I: α, α2, α4, α9, α10, β, β2. II: α9 (το βασιλόπουλο την κλείνει σ' έναν πύργο κι αυτή στους 9 μήνες ζητάει σπάργανα για το μωρό), α15, α20 (φύλακα), β, β1, β5. III: α.

15. Ρήγας, 67-68, αρ. 16, Σκιάθος, «Ο Υπνος». I: α, α4, α5, α6, β, β3, β4, β6, β7, β. II: α, α1, α2, α3, α5, α10, α14, γ, γ1, γ3. III: α.

δ. Κρήτη

16. ΛΦ 932, 5-6, Ρέθυμνο (καταγωγή αφηγήτριας από Μικρά Ασία), «Ο Υπνος». I: α, α4, α5, α6 (καλώς τον Υπνο, που 'ρθε, να πέσω, να πλαγιάσω, να γνέσω, να ροκιάσω, να σφιχταγκαλιάσω), β, β1 (οι άνθρωποι του βασιλιά, που ψάχνουν το βασιλόπουλο), β7, β8, β10. II: α, α1, α5 (οι φύλακες παλατιανοί ακούν να το νανουρίζει: νάνι του Υπνου το παιδί, του βασιλε τ' αγγόνι), α10, α18 (ψεύτικο). III: α, α1, α4, α5.

17. ΣΛ, I, 261-265, Μεράμβελο, «Ο Υπνος». I: α, α4, α5, α6, β, β3, β4, β6, β7, β8. II: α9 (η Μοίρα της βάζει ένα ξύλινο παιδί την ώρα που κοιμάται) .

ε. Κυκλάδες

18. Μονογυιός, 4, Μύκονος, «Ο Υπνος». I: α, α4, α5, α6 (Ήρθες, Υπνε μ', καλώς ήρθες, να κουτσά τσαι μάσησε τα, να τσαι το θρονί τσαι κάτσε, να νέσω, ν' απονέσω, να σ' αγκαλιάσω τσαι να πέσω), β, β3, β4, β6, β7, β8. II: α10, α14, γ [η γριά (Μοίρα), που της διηγείται την ιστορία της], γ3. III: α.

Σελ. 265
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/62/gif/266.gif&w=600&h=915

ΝΗΣΙΑ ΤΟΥ ΙΟΝΙΟΥ

19. Λαογραφία ΙΑ', 1934-37, 516-517, Ζάκυνθος, «Η πονηρή γρία που εγέλασε το βασιλόπουλο». I: β11 (το βασιλόπουλο υπόσχεται να κάνει γυναίκα του όποια του κάνει παιδί, ειδάλλως τις εγκαταλείπει πληρώνοντας βασιλικά). II: α7, α10, α12, α13 (σπαργανωμένο, με καπελάκι), β, β1 (κοράκι' μοιρολόγια), β5 (ο βοσκός), β7, β11 (λεει ότι το άρπαξε από τον κόρακα). III: α.

ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΣ

20. ΙΛ 697, 338-339 (ΛΑ 2318, 338-339), Ερμιόνη. I: α, α1, α4, α5, α6, β, β3, β4, β5. III: β, β2.

21. ΛΑ 1167, 51, Κορώνη, Πυλία, «Ο γάλος» (Γ. Ταρσούλη). I: α, α4, α5, α6, β, β3, β6, β7, β8. II: γ, γ3, γ5. III: α.

22. ΛΑ 1186, (ΣΜ 16), 94-95, Πύργος Ηλείας, «Η φρονιμάδα της κόρης». I: α, α4, α5, α6 (ήρθ' ο πρώτος ύπνος, κι αν ήλθες, καλώς ήλθες, παρ' το σκαμνί και κάτσε, να γνέσω, να ξεγνέσω, να κοιμηθούμε αντάμα, (...), ηλθ' ο τρίτος κι ήλθες, καλώς ήλθες, κάτσε να κοιμηθούμε και να σφιχταγκαλιαστούμε), β, β3, β4, β6, β8. Πα, α6, α10, α14. III: α, α4, α5.

23. ΛΦ 501, 12, Αίγιο, «Ο βασιλιάς Υπνος». I: α, α4, α5.

24. ΛΦ 734, 1-2, Γύθειο, «Οι τρεις κοπέλες». I: α, α2, α4, α5, α6 (ήρθες Υπνε, καλώς ήρθες, πάρε το σκαμνί και κάτσε, να νέσω, να ξενέσω, να πέσουμε να κοιμηθούμε και να σφιχταγκαλιαστούμε), β, β3 (η κακιά γειτόνισσα) , β4 (και της στέλνει πανέρι με κέρατα, μα η φτωχή της το επιστρέφει με λουλούδια), β6 (ο βασιλιάς μαθαίνει τις συκοφαντίες) β7, β8. III: α, α3.

ΣΤΕΡΕΑ ΕΛΛΑΔΑ

25. ΛΦ 1016, Αίγινα, «Ο Υπνος». I: α, α4, α5, α6, β, β1 (που την κατηγορούν γι' αυτό κι εκείνη αρνείται). II: α10, α18 (βάζει ένα πανί στην κοιλιά της και κάθεται στην ψάθα σαν σε καρότσι με τον πετεινό μπροστά), γ, γ1, γ2, γ3 (το παιδί να γίνει αληθινό, η ψάθα χρυσό αμάξι, ο πετεινός χρυσός και να την κάνει γυναίκα του ο βασιλιάς Υπνος). III: α.

26. Αθηνά Γ', 97 (Thumb, 278) Αίγινα, «Ο βασιλέας Υπνος». I: α, α4, α5, α6, β, β3, β4, β6, β7, β8. II: α, α4 (δώρα), α5, α7, α8 (μιας γριάς) (της

Σελ. 266
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/62/gif/267.gif&w=600&h=915

Μοίρας), α10, α18 (πέφτει λεχώνα μ' ένα ξύλινο παιδί), γ, γ2, γ3" III: α.

27. ΔΙΕ 1, αρ. 10, 316, Αθήνα, «Ο βασιλιάς Υπνος». I: α, α4, α5, α6, β, β3, β4, β6, β7, β8. II: α, α4 (δώρα), α5, α7, α8 (μιας γριάς) (της Μοίρας), α10, α18 (πέφτει λεχώνα μ' ένα ξύλινο παιδί), γ, γ2, γ3" III: α.

ΚΥΠΡΟΣ

28. ΛΦ 1818, 17-19, Γιαλούσα Καρπασίας, «Η τύχη του Υπνου». Ι: α, α4, α5, α6, β, β3 (οι υπηρέτριες), β6, β7, β8. II: α, α4 (καναπέ, πολυθρόνες), α7, α8 (κάνει την έγκυο) α10, α18 (στην κούνια παιδί ξύλινο), γ, γ3. III: α.

ΑΔΗΛΟΥ ΤΟΠΟΥ

29. ΛΦ 1465, άτιτλο. I: α, α5, α6 (Ήρθες Υπνε, καλώς ήρθες, παρ' το κούτσουρο και κάτσε, ως να γνέσω, να ξεγνέσω και να σφιχταγκαλιαστούμε), β, β6, (τ' ακούει η βασίλισσα), β7, β8. III: α9, (το βασιλόπουλο πάει και τη βλέπει και του αρέσει πολύ).

Βλ. ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ των τύπων AT *514Α, AT *514Β, AT *514C και AT *514D στις σ. 279-283.

Σελ. 267
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/62/gif/268.gif&w=600&h=915 01 - 0002.htm

ΛΕΥΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

Σελ. 268
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/62/gif/269.gif&w=600&h=915

ΠΑΡΑΜΥΘΙΑΚΟΣ ΤΥΠΟΣ AT *514D Πρόταση κατάταξης ως AT 545C, Η ψαροκεφάλη

Η ψαροκεφάλη

BP, I, 261

ΕΒ: 164, Mutter und Tochter (Μητέρα και κόρη) και 132, Der

Schicksalsbrunnen (Το πηγάδι της Τύχης)

«Του βούρου την κεφάλην με το ζεστό ψωμί»

Είχε χλε μια γργιάν κι είχε μια κόρη, κι αυτή η γριά ήταν φτωχή κι επεθύμαν να φάει του βούρου την γκεφάλην με το ζεστό ψωμί. Εγύριζεν κι εζήταν για κι έθρεφεν την κόρην, ήταν πολύ ωραία. Επάγαινε στα σπίτια κι εδίναν την την κεφάλην του βούρου, το ζεστό ψωμίν έν το 'βρίσκε, επάηνεν σ' άλλον, εδίναν την το ζεστό ψωμίν, την κεφάλην εν την έβρισκε. Χρόνια τυρανούνταν γκαι τα δύο δεν τα 'βρίσκε. Πάει λοιπό σ' ένα σπίτιν, εδίναν την το έναν, το άλλο και «δεν τα θέλω, να μου δώσετε ό,τι θέλει η καρδιά μου: «Θέλω κεφάλην του βούρου και ζεστό». Λέει η κυρία στη δούλα: «Πήγαινε στο τουλάπι». Πάει η δούλα στο τουλάπι, βγάζει και πιάνει ζεστό, ήβρε και γκεφάλην του βούρου, έδωσέν τη. Η γρηά πιον να πετάει που τη χαράν της, έδινεν τόσες ευχές, «κόρη μου, ο Θεός να σε φυλάει»' έτρεξέν το σπίτιν της. Λέ: «Κόρη μου, έφερα γκεφάλην του βούρου και ζεστό ψωμίν, έλα να φάμε». Η κόρη λέ: «Εμ πεινώ τωραδά». Επήρεν απομονήν να πεινάσει κι η κόρη. Εφήκεν ταμ πάνω σ' έναμ μέρος φανερόμ, πάει ο κάττης, τρώει τα. Ερκεται η μάνα, λέ: «Εν την ήβρα, που ήτα;» Λέ: «Σδα ήτα, λέ, ο κάττης θα την επήρε». «Ο κάττης την επήρε;» Πιάνει την στο ξύλον, εφήκέν την στην υστερηνώρα. Λέ: «Νά φύης που το σπίτιμ μου, τόσα χρόνια τυρανιούμαι να βρώ την γκεφάλην του βούρου με το ζεστόν γκαι να τη φήκεις να τη φάει ο κάττης, να φύεις, να φύεις». Επαρακάλγιεν την, τίποτα. Βγάλλει την όξω, κλειδώνει τη.

Έπιασεν η κόρη ένα δρόμον παράτιεν έν έξαιρεν που επάηννε, γιατί η μάνα της έλεεν, τη λέ: «Να φύεις γιατί θα σε σκοτώσω, να μη σε δω καθόλου στο χωργκιό». Έπιασεν η κοπέλα μια στράτα, με κείνην (δ) εν έξαιρεμ που θε να πάει, επερπάτη, επερπάτην, έβγκαλέν την η στράτα σ' έναμ περβόλι που'χεν ένα παλάτι βασιλικό. Επήεν, εστάθημ όξω που την πόρταν, εχτύπαν την πόρταν, αννοίξαν την οι δούλες. Θωρούν τηλ λέ: «Τι θες εδά;» Βράδυαζε. «Εμ με

Σελ. 269
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/62/gif/270.gif&w=600&h=915

βάλλετε μέσα να πομείνω το βράδυ που 'μαι ξένη. Λέ: «Να το πούμε του βασιλιά». Πάει, λέ: «Έχει μιαν κοπέλαν και κάθεται πόξω και κλαίει κι είπε μας να τη βάλουμε μέσα ωσά ξημερωθεί και άβρηγον να φύει που το πρωί». Λέει ο βασιλιάς, λέ: «Πήτε να 'ρτει μέσα». Μπαίνει μέσα, εβάλαν τη σε μια γκάμαρη, εβάλαν την έφαε, ύστερα επήεν το βασιλόπουλον να τη δει. Το βασιλόπουλον ήταν εμε λέφτερον και μοναχό. Ως είδεν την κοπέλαν, άρεσέν τον, ήταμ πολλά όμορφη κόρη. Λέει την: «Εδώ πούρθες εν έχει να φύεις έπειτα, να σε πάρω γυναίκα μου». Έμεινεν η κοπέλα, ετοίμασά ντα, μετά δγυο μέρες εγένητο γάμος, επαντρεύτην τη. Η κοπέλα πιον εγίνη βασίλισσα.

Η μάνα εγύριζεν γκόμα να 'βρει του βούρου την γκεφάλην και το ζεστό ψωμί. Γύρισε-γύρισε, για την κόρην εν την έμελλε, έτυχεν να ξεπέσει στο παλάτι. Εχτύπα, εχτύπα, μπροβάλλει η κόρη, είδε την. Εμ εχάρη, έμ ελυπήθη. Λέει: «-ήδ- ακόμα οδά που 'ρτεν να την δώσω γρόσκλια (γροσάκια), να μην εδιακονά». Έστειλε τις δούλες, λέει: «Ν' ανοίξετε τη γυναίκα, βάρτε τη μέσα και φέρτε τημ νάτες σπίτιαν». Ανοιξαν, επιάσαν την που το χέριν, ενεβάσαν την πάνω. «Καλώς τη μαννούλα μου, πού έξαιρες κι ήρτες;» «Τι, 'σύ 'σαι; Να μου δώσεις του βούρου την γκεφάλην γκαι το ζεστό ψωμί». Έτυχεν να την έχει βάλλει εμπρός της του πουλιού το γάλα. Λέει τη, λέ: «Να, φάε τώρα κι ύστερα να 'βρούμε γκεφάλην του βούρου». Λέ: «Εγώ δεν θέλω τίποτα, θέλω την ίδιαν του βούρου την γκεφάλην, κείνη δα που 'φαεν ο κάττης». Πιάνει ένα σακκούλιν, ο Θεός εξαίρει τι την έβαλε, πιάνει ένα άλλο, γεμώνει το γρόσκλια. Δίνει της τα, λέει την: «Νά, πάρτα, να ζήεις καλά». Λέ: «Χτύπα τα στην γκεφάλην σου, εγώ θέλω του βούρου την γκεφάλη». Αφταδά που το πρωί ως το βράδι, να τημ παίρνει που 'δώ, να τημ παίρνει που 'κεί - «χτύπα τα στην γκεφάλην σου, την γκεφάλην του βούρου θέλω». Επάηνε που 'δώ, τα ίδια. Επάηνε που 'κεί, τα ίδια. Η κόρη λέ: «Μ' αφτή 'ναι πουλύ κακό ντέρτι. Πάηνε στο μέρος σου και να την έβρω, να σε την εστείλω». Εφτέβκεν: «Την γκεφάλην του βούρου θέλω», λέ: «Χάτε να σε την δώσω, εμένα εμπρός», βάλλει την εμπροστά, να κατέβει τη σκάλα, την εβγάλει όξω. Λέ: «Αδδέ μου δώσεις την γκεφάλην του βούρου μου, θε να σε σκοτώσω».

Πούτη (πήγε να) τα κατέβη δυο-τρία σκαλιά, εσκέφτην να τη δώκει μια ξαπλωτιάν, να την εσκοτώσει. Ως εκατέβη, δυο-τρία σκαλιά, έδωσέν της μιαμ από τη σκάλα, εσκότωσέν την. Κατεβαίνει κάτω, πιάνει τη σκοτωμένη και διορίζει τις δούλες ν' ανοίξουν ένα λάκκο κοντά στην αρτάνα (πόρτα), χώννει τη. «Δόξα σοι ο Θεός, εγλύτωσα από αυτό το ντέρτι, να τη δίνω τόσα γρόσια και να με κάμνει ρεζίλι. Καλά την έκαμα κι εγώ εκειδά.»

Με καμμιάν εικοσαριάν ημέρες, εξετσίνησε μια κιτρίτσα, λέ: «Έχετε τον νου σας, μην την γκάμετε τίποτα». Επότιζάν την ημέρα με την ημέραν, έβγανε πήχες-πήχες νάνο. Σα γίναν τρεις μήνες, εγένη μια κιτριά που σκέπασε τον κόσμο. Ο βασιλιάς το καλόν του, κάθισιν ήταν πό κάτω πό την κιτριά, να βάλλει το μαξιλλάριν του, το μοσκίταν του, και να πάει ποκάτω να καθίσει.

Σελ. 270
Φόρμα αναζήτησης
Αναζήτηση λέξεων και φράσεων εντός του βιβλίου: Επεξεργασία παραμυθιακών τύπων και παραλλαγών AT 500-559
Αποτελέσματα αναζήτησης
    Ψηφιοποιημένα βιβλία
    Σελίδα: 251
    

    ΠΑΡΑΜΥΘΙΑΚΟΣ ΤΥΠΟΣ AT *514Α

    Οι Λωλομαρίες

    AT 877: The Old woman who was skinned (Η γδαρμένη γριά). BP: IV, 203, no 1.

    EB: 226, III, 3: Der Petersiliendorn (To αγκάθι του μαρουλιού) Basile: Pentamerone I, 10: La vecchia scorticata (Η γδαρμένη γριά).

    Η τύχη της Λωλομαρίας

    Μια φορά ήτανε δυο γριές γεροντοκόρες και ζούσαν σε μιαν έρημο, που 'χαν ένα καλυβάκι. Τη μία, τη μικρότερη -ήταν εκατόν πέντε ετών-, τη λέγανε Μαρία και την άλλη, τη μεγαλύτερη, Ελενιώ. Μια μέρα, που η Ελενιώ έλειπε για χόρτα, η Λωλομαρία έβαλε φωτιά κι έκαψε τα ρούχα κι έσπασε τα πιάτα. Όταν πήγε στο σπίτι η Ελενιώ, της λέει: «Πού είναι, μωρή Μαρία, τα ρούχα μας;» «Κάου, κάου, μωρή Λενιώ», της απαντά. «Μωρή, που 'ναι τα πιάτα μας;» «Τάτσι, τάτσι. Μωρή, σου λέω, τα 'σπασα όλα, όλα και τα 'κανα πολλά». Αφού είδε έτσι η Ελενιώ, ήθελε να τη διώξει και σκέφτηκε και της λέει μια μέρα: «Μωρή Μαρία, θέλεις να σε παντρέψω;» «Αμ πώς δε θέλω, μωρή Λενιώ. Σήκω να μου βρεις γαμπρό. Εγώ είμαι μικρούλα ακόμα».

    «Θα σου δώσω», της έλεγε, «το βασιλιά, αλλά πρώτα πρέπει να γίνεις όμορφη». «Αχ! πώς να γίνω», έλεγε η Λωλομαρία, κι άρχισε επί σαράντα μερόνυχτα να πιπιλάει το μικρό της δαχτυλάκι κι αυτό είχε γίνει τόσο όμορφο και τρυφερό. Ήταν και ροδοκόκκινο, που όταν το 'βλεπες, νόμιζες πως ήταν δέκα οκτώ χρονώ κοπέλας. Σηκώνεται τότε η Ελενιώ, που δεν την ήθελε και τη φθονούσε, και πάει στο βασιλιά και του λέει: «Βασιλιά μου, έχω μια πεντάμορφη κόρη που σε αγαπάει πολύ, είναι όμορφη και κάτασπρη, γιατί ο ήλιος δεν την έχει δει από τότε που γεννήθηκε». Ο βασιλιάς αμέσως παίρνει τ' άλογό του και πάει για την Πεντάμορφη. Πάει όμως μπροστά η γριά και λέει της Λωλομαρίας να κρυφτεί μέσα στο σπίτι και μόνον από μία τρυπούλα να βγάζει το όμορφο δαχτυλάκι της. Ήρθε λοιπόν ο βασιλιάς και ζητά να δει την κόρη. Κι η γριά του λέει πως δε μπορεί να βγει όξω, γιατί ο ήλιος δεν την έχει δει, «αλλά μόνο το δαχτυλάκι της θα δεις, μεγάλε βασιλιά μου».

    Ο βασιλιάς έκανε έτσι κι επίστεψε πως ήταν εξαιρετική η κοπέλα σαν είδε το ωραίο δαχτυλάκι της. Ζήτησε να την παντρευτεί. Κι η γριά του λέει: «Θα