Συγγραφέας:Αγγελοπούλου, Άννα
 
Καπλάνογλου, Μαριάνθη
 
Κατρινάκη, Εμμανουέλα
 
Τίτλος:Επεξεργασία παραμυθιακών τύπων και παραλλαγών AT 500-559
 
Τίτλος σειράς:Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας
 
Αριθμός σειράς:41
 
Τόπος έκδοσης:Αθήνα
 
Εκδότης:Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς
 
Έτος έκδοσης:2004
 
Σελίδες:511
 
Αριθμός τόμων:1 τόμος
 
Γλώσσα:Ελληνικά
 
Θέμα:Ελληνικά παραμύθια-Κατάλογος
 
Τοπική κάλυψη:Ελλάδα
 
Περίληψη:Το βιβλίο αυτό αποτελεί τον τέταρτο κατά σειράν τόμο του Καταλόγου των Ελληνικών Παραμυθιών (βλ. εδώ τα δημοσιεύματα αρ. 21, 26, 34). Ο Κατάλογος των Ελληνικών Παραμυθιών αποτελεί μια σύγχρονη επεξεργασία της πρώτης ανέκδοτης και πολύτιμης καταλογογράφησης του ελληνικού παραμυθιού από τον Γεώργιο Α. Μέγα. Ο εθνικός αυτός Κατάλογος, έρχεται να προσθέσει μια νέα όψη των πραγμάτων, ίσως και να απειλήσει τη στατική αντίληψη της κατάταξης. Συχνά οι τοπικές αφηγήσεις περιγράφονται με τον όρο «αποκλίσεις» σε σχέση με την περιγραφή του κάθε παραμυθιακού τύπου στον Διεθνή Κατάλογο. Ωστόσο, το σύγχρονο ενδιαφέρον μπορεί να είναι πολύ πιο δυναμικό: το αντικείμενο της έρευνας είναι η μελέτη των ασυνείδητων μηχανισμών, που υποβαστάζουν τους μετασχηματισμούς των παραμυθιών, καθώς αυτά κυκλοφορούν από γλώσσα σε γλώσσα, από περιοχή σε περιοχή. Οι μετασχηματισμοί δεν συμβαίνουν ερήμην των δρώντων προσώπων, που είναι οι χρήστες των παραμυθιών, αυτών που διηγούνται κι αυτών που ακούνε. Οι χρήστες είναι βεβαίως φορείς ενός πολιτισμού. Τα παραμύθια γίνονται αντιληπτά μέσα από δεδομένους μυθικούς και συμβολικούς κώδικες και, προκειμένου να επιχωριάσουν, υποβάλλονται αναλόγως σε ασυνείδητους μετασχηματισμούς σε διάφορα επίπεδα της δομής τους.
 
Άδεια χρήσης:Αυτό το ψηφιοποιημένο βιβλίο του ΙΑΕΝ σε όλες του τις μορφές (PDF, GIF, HTML) χορηγείται με άδεια Creative Commons Attribution - NonCommercial (Αναφορά προέλευσης - Μη εμπορική χρήση) Greece 3.0
 
Το Βιβλίο σε PDF:Κατέβασμα αρχείου 11.9 Mb
 
Εμφανείς σελίδες: 269-288 από: 514
-20
Τρέχουσα Σελίδα:
+20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/62/gif/269.gif&w=600&h=915

ΠΑΡΑΜΥΘΙΑΚΟΣ ΤΥΠΟΣ AT *514D Πρόταση κατάταξης ως AT 545C, Η ψαροκεφάλη

Η ψαροκεφάλη

BP, I, 261

ΕΒ: 164, Mutter und Tochter (Μητέρα και κόρη) και 132, Der

Schicksalsbrunnen (Το πηγάδι της Τύχης)

«Του βούρου την κεφάλην με το ζεστό ψωμί»

Είχε χλε μια γργιάν κι είχε μια κόρη, κι αυτή η γριά ήταν φτωχή κι επεθύμαν να φάει του βούρου την γκεφάλην με το ζεστό ψωμί. Εγύριζεν κι εζήταν για κι έθρεφεν την κόρην, ήταν πολύ ωραία. Επάγαινε στα σπίτια κι εδίναν την την κεφάλην του βούρου, το ζεστό ψωμίν έν το 'βρίσκε, επάηνεν σ' άλλον, εδίναν την το ζεστό ψωμίν, την κεφάλην εν την έβρισκε. Χρόνια τυρανούνταν γκαι τα δύο δεν τα 'βρίσκε. Πάει λοιπό σ' ένα σπίτιν, εδίναν την το έναν, το άλλο και «δεν τα θέλω, να μου δώσετε ό,τι θέλει η καρδιά μου: «Θέλω κεφάλην του βούρου και ζεστό». Λέει η κυρία στη δούλα: «Πήγαινε στο τουλάπι». Πάει η δούλα στο τουλάπι, βγάζει και πιάνει ζεστό, ήβρε και γκεφάλην του βούρου, έδωσέν τη. Η γρηά πιον να πετάει που τη χαράν της, έδινεν τόσες ευχές, «κόρη μου, ο Θεός να σε φυλάει»' έτρεξέν το σπίτιν της. Λέ: «Κόρη μου, έφερα γκεφάλην του βούρου και ζεστό ψωμίν, έλα να φάμε». Η κόρη λέ: «Εμ πεινώ τωραδά». Επήρεν απομονήν να πεινάσει κι η κόρη. Εφήκεν ταμ πάνω σ' έναμ μέρος φανερόμ, πάει ο κάττης, τρώει τα. Ερκεται η μάνα, λέ: «Εν την ήβρα, που ήτα;» Λέ: «Σδα ήτα, λέ, ο κάττης θα την επήρε». «Ο κάττης την επήρε;» Πιάνει την στο ξύλον, εφήκέν την στην υστερηνώρα. Λέ: «Νά φύης που το σπίτιμ μου, τόσα χρόνια τυρανιούμαι να βρώ την γκεφάλην του βούρου με το ζεστόν γκαι να τη φήκεις να τη φάει ο κάττης, να φύεις, να φύεις». Επαρακάλγιεν την, τίποτα. Βγάλλει την όξω, κλειδώνει τη.

Έπιασεν η κόρη ένα δρόμον παράτιεν έν έξαιρεν που επάηννε, γιατί η μάνα της έλεεν, τη λέ: «Να φύεις γιατί θα σε σκοτώσω, να μη σε δω καθόλου στο χωργκιό». Έπιασεν η κοπέλα μια στράτα, με κείνην (δ) εν έξαιρεμ που θε να πάει, επερπάτη, επερπάτην, έβγκαλέν την η στράτα σ' έναμ περβόλι που'χεν ένα παλάτι βασιλικό. Επήεν, εστάθημ όξω που την πόρταν, εχτύπαν την πόρταν, αννοίξαν την οι δούλες. Θωρούν τηλ λέ: «Τι θες εδά;» Βράδυαζε. «Εμ με

Σελ. 269
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/62/gif/270.gif&w=600&h=915

βάλλετε μέσα να πομείνω το βράδυ που 'μαι ξένη. Λέ: «Να το πούμε του βασιλιά». Πάει, λέ: «Έχει μιαν κοπέλαν και κάθεται πόξω και κλαίει κι είπε μας να τη βάλουμε μέσα ωσά ξημερωθεί και άβρηγον να φύει που το πρωί». Λέει ο βασιλιάς, λέ: «Πήτε να 'ρτει μέσα». Μπαίνει μέσα, εβάλαν τη σε μια γκάμαρη, εβάλαν την έφαε, ύστερα επήεν το βασιλόπουλον να τη δει. Το βασιλόπουλον ήταν εμε λέφτερον και μοναχό. Ως είδεν την κοπέλαν, άρεσέν τον, ήταμ πολλά όμορφη κόρη. Λέει την: «Εδώ πούρθες εν έχει να φύεις έπειτα, να σε πάρω γυναίκα μου». Έμεινεν η κοπέλα, ετοίμασά ντα, μετά δγυο μέρες εγένητο γάμος, επαντρεύτην τη. Η κοπέλα πιον εγίνη βασίλισσα.

Η μάνα εγύριζεν γκόμα να 'βρει του βούρου την γκεφάλην και το ζεστό ψωμί. Γύρισε-γύρισε, για την κόρην εν την έμελλε, έτυχεν να ξεπέσει στο παλάτι. Εχτύπα, εχτύπα, μπροβάλλει η κόρη, είδε την. Εμ εχάρη, έμ ελυπήθη. Λέει: «-ήδ- ακόμα οδά που 'ρτεν να την δώσω γρόσκλια (γροσάκια), να μην εδιακονά». Έστειλε τις δούλες, λέει: «Ν' ανοίξετε τη γυναίκα, βάρτε τη μέσα και φέρτε τημ νάτες σπίτιαν». Ανοιξαν, επιάσαν την που το χέριν, ενεβάσαν την πάνω. «Καλώς τη μαννούλα μου, πού έξαιρες κι ήρτες;» «Τι, 'σύ 'σαι; Να μου δώσεις του βούρου την γκεφάλην γκαι το ζεστό ψωμί». Έτυχεν να την έχει βάλλει εμπρός της του πουλιού το γάλα. Λέει τη, λέ: «Να, φάε τώρα κι ύστερα να 'βρούμε γκεφάλην του βούρου». Λέ: «Εγώ δεν θέλω τίποτα, θέλω την ίδιαν του βούρου την γκεφάλην, κείνη δα που 'φαεν ο κάττης». Πιάνει ένα σακκούλιν, ο Θεός εξαίρει τι την έβαλε, πιάνει ένα άλλο, γεμώνει το γρόσκλια. Δίνει της τα, λέει την: «Νά, πάρτα, να ζήεις καλά». Λέ: «Χτύπα τα στην γκεφάλην σου, εγώ θέλω του βούρου την γκεφάλη». Αφταδά που το πρωί ως το βράδι, να τημ παίρνει που 'δώ, να τημ παίρνει που 'κεί - «χτύπα τα στην γκεφάλην σου, την γκεφάλην του βούρου θέλω». Επάηνε που 'δώ, τα ίδια. Επάηνε που 'κεί, τα ίδια. Η κόρη λέ: «Μ' αφτή 'ναι πουλύ κακό ντέρτι. Πάηνε στο μέρος σου και να την έβρω, να σε την εστείλω». Εφτέβκεν: «Την γκεφάλην του βούρου θέλω», λέ: «Χάτε να σε την δώσω, εμένα εμπρός», βάλλει την εμπροστά, να κατέβει τη σκάλα, την εβγάλει όξω. Λέ: «Αδδέ μου δώσεις την γκεφάλην του βούρου μου, θε να σε σκοτώσω».

Πούτη (πήγε να) τα κατέβη δυο-τρία σκαλιά, εσκέφτην να τη δώκει μια ξαπλωτιάν, να την εσκοτώσει. Ως εκατέβη, δυο-τρία σκαλιά, έδωσέν της μιαμ από τη σκάλα, εσκότωσέν την. Κατεβαίνει κάτω, πιάνει τη σκοτωμένη και διορίζει τις δούλες ν' ανοίξουν ένα λάκκο κοντά στην αρτάνα (πόρτα), χώννει τη. «Δόξα σοι ο Θεός, εγλύτωσα από αυτό το ντέρτι, να τη δίνω τόσα γρόσια και να με κάμνει ρεζίλι. Καλά την έκαμα κι εγώ εκειδά.»

Με καμμιάν εικοσαριάν ημέρες, εξετσίνησε μια κιτρίτσα, λέ: «Έχετε τον νου σας, μην την γκάμετε τίποτα». Επότιζάν την ημέρα με την ημέραν, έβγανε πήχες-πήχες νάνο. Σα γίναν τρεις μήνες, εγένη μια κιτριά που σκέπασε τον κόσμο. Ο βασιλιάς το καλόν του, κάθισιν ήταν πό κάτω πό την κιτριά, να βάλλει το μαξιλλάριν του, το μοσκίταν του, και να πάει ποκάτω να καθίσει.

Σελ. 270
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/62/gif/271.gif&w=600&h=915

Μιαν ημέρα, κειά που κοιμούταν κάτω που την κιτριά, λέει στη βασίλισσα, λέ: «Έλα να με ψειρίσεις». Αυτή εν έθελεν, λέ: «Κάτσε δα εσύ κι εγώ καλά κάθουμαι». Ελυπούτα που θυμούταν τη μάνα της, λέ: «Όχι, να 'ρτεις». Τι να κάμει, επάε. Τσά που τον εψείριζεν, απλώνει έναν γκλαδίν και βάλλει το αγκάθι του μες στο μάτι της. Εσύρτη πάρα κει. Πάλι απλώνει έναν γκλαδίν, εκέντησέν τη. Αυτή εποψιάστη, λέ, φαρμακιά της μάνας μου, να σηκωθώ, να πάω πάρα κει. Λέει στο βασιλιά. Λέει: «Πού να πάεις», δεν την έφηνε. Εκένταν την το κλαδί, επάενεν το παρά κει, δεν είχε ησυχία. Επήρεν την το παράπονο, επέφταν τα δάκρυά πάνω στο βασιλιά, λέει της, λέ: «Τι ανησυχία έχεις. Λέ: «Κατιτίς εθυμήθηκα», λέ: «Θα με πεις γρήγορα». Τρομάζει κι αυτή, λέ, «εθυμήθηκα τη φροκαλιάν τ' αναγκαίου μας κι επήρεν με το κλάμα. Τσα που 'χουν τα γένεια σου, περιμοιάζουν σαν τη φροκαλιάν τ' αναγκαίου», λέει του. «Αν δε σηκωθείς πάνω, να με δείξεις τ'αναγκαίου και τη φροκαλιά, θά σ'αποκεφαλίσω. Αν ταιριάζουν, καλά, αδδίνον να σε πάρω το κεφάλι σου», που να τον πάρει; Κλάψε, δάρσου, βασίλισσα. Λέ, «εμπρός, λέ: «Εν ενθυμούμαι», «θα σε αποκεφαλίσω», λέει ο βασιλιάς.

Μπαίνει εμπρός και κείνος που πίσω. Επάενε που δω, επάενε που κει, τίποτα. Το δρόμον να βρεις. Πέρασε που δω, πέρσαε που κει, βγήκε στα χειλογιάλγια (χειλογιάλια), έπιασε τη στράταν, επορπάτειε, εκείνος που πίσω. Αφτός λέ: «Ας τη 'φήκω κομμάτι να δούμε, που θα περάσει' αυτή της έκαμνε πως εθώρηγε δώ και κεί. Επαράτειε χειλογιάλγια, χειλογιάλγια, θωρεί ένα πράμα στη θάλασσα, κάβουρας σα θερίον, έρκεται κοντά, λέ: «Τι έχεις και κλαίεις; Πε με, πε με, εγώ είμαι η τύχη σου». Είπεν τον την ιστορία. Πιάνει ο κάουρας1, βγάζει μιαν μάτσαν γκλειδιά, λέει: «Να, πάρ'τα και πάηνε, βάστα το δρόμο, γκαι θα παρουσιαστεί ένα παλάτιμ, που να μην έχει άλλο στον γκόσμο. Στες σαρανταμιά κάμαρες ειν' το αναγκαίον γκαι δείξε της τη. Δίνω σε διορίαν να καθίσετε σαράντα μέρες, ύστερα να 'ρτεις να με φέρεις τα κλειδιά. Αν δεν έρτεις, θα 'ρτω να σε φάω».

Πιάνει τα κλειδιά, επήρεν άνεση, λέει του: «Κάμε να μη βραδιαστούμε». Σε δυο-τρεις ώρες, εφάνην ένα μπαλάτιν, και που 'ταν βασιλιάς, δεν το 'δε μποτέ του. Λέ: «Αφτή, για να με πει τέτοιο λόο (λόγο), έχει τον τόπο του, αμερού τι φροκαλιά θα 'ναι και μοιάζει τα γένεια μου». Μπαίνουν μέσα, ήταν με το διαμάντι σουβαντισμένο, τι μπαξέδες ήταν εκείνους. Ο βασιλιάς λέ: «Γλήουρα τη σκούνα». Ένοιεν, τη μιαν κάμαρη, έννοιεν την άλλην, ενέβαινεν, εκατέβαινεν ο βασιλιάς, στις σαρανταμία κάμαρες ανοίγουν, εμπαίνουμ μέσα, εστέκοντα μια σκουπίτσα, μα τι εξίζαν του βασιλιά τα γένεια. Λέ: «Ορίστε».

1. Στη Ρόδο υπάρχει το «Τραγούδι του Κάουρα», όπου ο ήρωας Κωσταντής φοβάται μην τον καταπονέσει στην πάλη ο κάουρας κι επικαλείται τη βοήθεια του Αγίου Γεωργίου. Πβ. Α. Βρόντη, «Ο Άγιος Γεώργιος στη ροδίτικη λαογραφία», Λαογραφία ΙΑ', 19341937, σ. 227-228.

Σελ. 271
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/62/gif/272.gif&w=600&h=915

Λέει την ο βασιλιάς, λέει: «Έχεις δίκαιον να πεις εφτήν την γκουβέντα, τώρα εν έχει να φύγουμε πουδά, εκείνον ας το έχουν οι δούλοι, να κάθουνται». Εψιακώθησαν τα χείλη της. Ο βασιλιάς λέ: «Εδώ είναι εγκαλύτερα», επέτα που τη χαρά του. Εκείνη έπεσε στο κρεβάτι, μ' έτρωε, μ' έπινε (μηδέ). Λέει την: «Τι έχεις;» «Και έτσι χαμένη είμαι και έτσι χαμένη». «Μην φοβάσαι' τι έχεις;» Εκείνη τα ίδια. «Και έτσι χαμένη είμαι και έτσι χαμένη». «Γιατί είσαι χαμένη;» Λέει: «'πό την τύχη μου».

Σαράντα ημέρες φτηδά ήταν η κουβέντα της. Εξημέρωσεν η σαρανταμία, λέ: «Σήμερα θα με φάει ο κάουρας». Λέει του, λέ: «Συ θα παντρευτείς - εγώ σήμερα πεθαίνω, θέλεις κάθεσαι, θέλεις φύε έξω». Έφτασεν το μεσημέρι, λέ: «Χάτε στο περβόλι», λέ: «Νάσσε συ, μ' έφαε γκείνη με όξω έβγαινε (μα βγες έξω)». Ήβγκεν ο βασιλιάς, κι εσεργιάνιζε στον περβόλι, εκείνη εκαθόταν πάνω στ' ανώι. Κειδά να ο κάουρας, εκόνιζεν τα δόντια του κι επάηνε. Τσιδά που πάηνε, χαμαί στη σάλα μέσα είχαν λινάρι ξαμμένο να το κλώσουν, εμπλέξαν τα χαλγιά του στα λινάρια και δεν εμπόρειε να ξεμπλέξει. Λέει: «Μου φτάνουν τα ντέρτια μου κι ήβρα και σένα». Πιλπάται το λινάρι και λέει, λέ: «τι βάσανα έχεις κάουρα; πιο πολλά έχεις εσύ από μένα;» «Με συ, τι βάσανα έχεις;» «Εμένα ξαίνουν με, κλώθουν με, τόσα βάσανα υποφέρω, με συ τι;» Γροικάται ο κάουρας, πέφτει, ψοφά. Κατεβαίνει, πάει να σκύψει, να δει, θωρεί το που ψόφησε, κι έκουσέν τα ούλα που είπε. Επόμεινεν νοικοκυρά στο παλάτιν κι έτρωαν κι έπιναν γκαι μας εμ μας εδίνα.

Αφηγήτρια: Μαργιτούλλα Χατζηφώτη (τριάντα ετών). Ιστορικό Λεξικό 534, αρ. 14, σ. 460-463. Προέλευση: Ρόδος. Συλλογέας: Χ. Παπαχριστοδούλου.

ΣΥΝΘΕΤΙΚΗ ΠΑΡΑΛΛΑΓΗ

I. Μάνα και κόρη πεινούν

α: Μια φτωχή μάνα (μητριά) ζει με τη μοναχοκόρη (προγονή) της' α1: και δεν έχουν να φάνε' α2: οπότε η μάνα ζητιανεύει και της δίνουν' α3: μια ψαροκεφαλή' α4: ένα ψωμί' α5: και τα δύο (π.χ. πίτα και κολιό, κεφαλή βούρου και ζεστό ψωμί, κλπ.), που της αρέσουν πολύ' α6: άλλο' α7: και ζητάει από την κόρη της' α8: να (το) τα φυλάξει' α9: να τα λιβανίζει' α10: αλλά η κόρη δεν υπακούει' α11: και τα δίνει στο(η) ζητιάνο(α)' α12: στο γέρο (που είναι ο Χριστός)' α13: άλλο' α14: δεν προσέχει και τα τρώει η γάτα.

Σελ. 272
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/62/gif/273.gif&w=600&h=915

II. Η φυγή της κόρης και ο γάμος με το βασιλόπουλο

α: Η μάνα (μητριά) δέρνει (φωνάζει) την κόρη (προγονή)' α1: και ζητάει την ψαροκεφαλή (άλλο)' α2: και λέει στον βασιλιά, που επεμβαίνει, ότι τη δέρνει γιατί θέλει να τρώει (να ντύνεται) όπως η βασιλοκόρη' α3: και να πάρει του βασιλιά το παιδί' α4: η κόρη φεύγει για να γλιτώσει το ξύλο' α5: τη διώχνει η μάνα της.

β: Η κόρη βγαίνει στα ρουμάνια' β1: γυμνή' β2: και φτιάχνει ρούχο με το φύλλωμα ενός δέντρου' β3: καταφεύγει στο παλάτι και ζητά να την πάρουν δούλα' β4: το βασιλόπουλο τη βλέπει και την ερωτεύεται' β5: την παντρεύεται' β6: κάνουν παιδιά.

γ: Ο ευεργετημένος γέρος (άλλο)' γ1: τη στέλνει πίσω ν' ανοίξει την κασέλα, που είναι γεμάτη φλουριά' γ2: της δίνει' γ3: την ευχή του (της)' γ4: να πάρει το γιο του βασιλιά (άλλο)' γ5: ένα κουβάρι χρυσό (άλλο)' γ6: και τη στέλνει να το πουλήσει στο παλάτι' γ7: όσο ζυγίζει η ζυγαριά' γ8: και τυλίγει μ' αυτό τρεις βόλτες το παλάτι' γ9: η κόρη χαρίζει τα κεντίδια στο βασιλιά, που θέλει να την πληρώσει' γ10: το κουβάρι είναι πάντα βαρύτερο από τα φλουριά στη ζυγαριά [πβ. AT *735Ε, (Η άτυχη), όπου βλέπε ανάλυση]' γ11: δοκιμάζουν το ζύγι με τα κορίτσια του χωριού γ12: και μόνο η ηρωίδα ισοβαρίζει με το κουβάρι' γ13: ο βασιλιάς (άλλο) την παντρεύεται' γ14: παίρνει τη μάνα της στο παλάτι.

III. Η μητροκτονία

α: Η μάνα (μητριά) επισκέπτεται την κόρη (προγονή) της, που έχει γίνει βασίλισσα" α1: ως ζητιάνα, γιατί δίνει ελεημοσύνες στους φτωχούς' α2: τη βασανίζει πάντα ζητώντας" α3: την ψαροκεφαλή' α4: τα καρβέλια' α5: άλλο' α6: ακούγοντας τις φωνές' α7: ο βασιλιάς" α8: οι φρουροί (άλλο)" α9: η ηρωίδα' α10: τη σκοτώνει (νουν)' α11: ρίχνοντάς την' α12: από το μπαλκόνι' α13: στο πηγάδι' α14: άλλο' α15: τη θάβουν στο περιβόλι' α16: και ησυχάζουν.

β: Η μάνα πεθαίνει από το κακό της.

γ: Από τον τάφο της μάνας, βγαίνει μια φωνή'που ζητάει' γ1: στον τόπο που έπεσε η μάνα, φυτρώνει ένα δέντρο' γ2: καλάμι' γ3: άλλο' γ4: ένα κλαδί, που μιλάει στ' αυτί της ηρωίδας [πβ. AT 780, (The Singing Bone)] και ζητάει' γ5: την ψαροκεφαλή (άλλο)' γ6: την ώρα που κάθεται με τον άντρα(άλλο) της' γ7: και τον ψειρίζει' γ8: κι ηρωίδα σκάει στα γέλια' γ9: ένα κλαδί απλώνει τ'αγκάθια του στο μάτι της' γ10: κι εκείνη κλαίει' γ11: δακρύζει' γ12: προκαλώντας την απορία του βασιλιά, που τη ρωτά' γ13: γιατί γελάει' γ14: γ: γιατί κλαίει' γ15: δεν απαντά' γ16: κι ο βασιλιάς τη φυλακίζει.

δ: Το βασιλόπουλο της δίνει ένα βαρέλι κολιούς κι ένα κοφίνι πίτες για να μην ξαναμιλήσει.

Σελ. 273
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/62/gif/274.gif&w=600&h=915

IV. Η οδοιπορία προς το μαγικό παλάτι

α: Ως εξήγηση η ηρωίδα δίνει' α1: πως γελάει με τα ξανθά του μαλλιά' α2: πως τα γένεια του βασιλιά μοιάζουν (άλλο) με τη σκούπα (άλλο)' α3: του απόπατου" α4: του πατρικού της παλατιού' α5: του θείου της' α6: άλλο' α7: ο βασιλιάς θυμώνει και ζητά να δει' α8: και τη διώχνει' α9: κι απειλεί' α10: να τη σκοτώσει, αν δεν του δείξει' α11: το παλάτι' α12: τη σκούπα' α13: άλλο.

β: Απελπισμένη η ηρωίδα συνεχίζει τις ελεημοσύνες' β1: βλέπει μπροστά της το γέρο' β2: γριά" β3: που ευεργέτησε' β4: άλλο" β5: που της δίνει' β6: το (α) κλειδί(ά) ενός παλατιού' β7: (με 40 κάμαρες) και αναγκαίο (άλλο) με χρυσές σκούπες' β8: της φέρνει σκούπα χρυσή(διαμαντένια) ' β9: ο γέρος γίνεται φίδι και τους οδηγεί σ' ένα μαγικό παλάτι, όπου βρίσκουν χρυσή σκούπα" β10: έρχονται οι Μοίρες της, μετεμφιεσμένες ως αδέρφια της, και της δίνουν μια διαμαντένια σκούπα, ζητώντας της να μη λέει ό,τι θέλει άλλη φορά" β11: άλλο" β12: οι Μοίρες της χτίζουν ένα παλάτι" β13: που βρίσκει στο δρόμο της, με τις χρυσές σκούπες μέσα.

γ: Λέει την αλήθεια στον βασιλιά' γ1: και την παίρνει πίσω' γ2: τη δικαιώνει.

δ: Πάει σ' ένα σπίτι και ζητά να χτίσει λάκκο με μάρμαρα και χρυσά χαλιά, όπου ζει με δυο παιδιά και το βαλσαμωμένο χελιδόνι. Εκεί πηγαίνει και τη βρίσκει ο βασιλιάς' έτσι μαθαίνει την ιστορία της και συμφιλιώνονται.

ε: Οδηγεί ο (γέρος) Χριστός το ζεύγος και φτάνουν στον Παράδεισο, όπου ζουν ευτυχισμένοι' ε1: ανασταίνει τη μάνα και τη ρίχνει στην Κόλαση.

στ: Εμφανίζεται ένας Κάβουρας (μια Λάμια) και της δίνει τα κλειδιά για το παλάτι (άλλο)' στί: με τις 41 κάμαρες και τη χρυσή' στ2: με σκοπό να του (της) τα επιστρέψει σε 40 μέρες, διαφορετικά θα τη φάει' στ3: πάει να τη φάει, όμως μπλέκεται στο λινάρι' στ4: το λινάρι λέει στη Λάμια την ιστορία του και της δείχνει ότι έχει μεγαλύτερη υπομονή απ' αυτήν' στ5: άλλο' στ6: και ψοφά' στ7: ανοίγει η γης και την (τον) καταπίνει' στ8: το παλάτι μένει στην ηρωίδα.

V. Η Λύση

α: Ο βασιλιάς πείθεται" α1: τη συγχωρεί' α2: της ζητά συγνώμη" α3: της δίνει την κορώνα του" α4: και ζουν στο μαγικό παλάτι ευτυχισμένοι' α5: γυρνούν στο σπίτι τους.

Σελ. 274
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/62/gif/275.gif&w=600&h=915

ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΠΑΡΑΛΛΑΓΩΝ

ΘΕΣΣΑΛΙΑ

1. ΣΠ 65, 3-6, Τρίκαλα. Η αρχή όπως στον τύπο AT *514Α, βλ. παρ. αρ 1. Η γριά βγάζει το δαχτυλάκι της (που βύζαινε) στο παράθυρο' το βασι λόπουλο τη θέλει γυναίκα του' στο δρόμο, οι Μοίρες την κάνουν 12 χρο νών κορίτσι' η άλλη γριά την ακολουθεί, ρωτώντας «πώς γίνηκες κορίτσι να γίνω κι εγώ;». III: α9, α10, α15, γ1, γ3 (μια δάφνη, όπου είναι γραμ μένα σ' ένα φύλλο τα ίδια της τα λόγια), γ6 (πεθερό), γ7, γ8, γ12, γ13 IV: α, α2, α4, α7, α11, α12, β12, β13. V: α.

ΘΡΑΚΗ

2. ΛΑ *514D, 2, Αίνος, «Η γεννήσασα έν κομμάτι κρέας». III: α9, α10, α11, α14 (σκάλα) γ1 (κλήμα) γ8, γ12, γ13. IV: α, α2, α4, α7, α11, α12, β12, βl3. V: α.

3. Θρακικά 16, 1941, 147-148, Ηράκλεια, «Η πίτα κι ο κολιός». Ι: α, α1, α5 (πίτα και κολιό), α7, α8, α10, α11. II: α5, γ, γ2, γ5 (στεφάνι με χρυσές μαργαρίτες), β4, β5. III: β (από το κακό της, που δεν έφαγε την πίτα), γ, γ5, γ6, γ8, γ12, γ13. IV: α, α2 (είναι χειρότερα), α6 (του νεροχύτη), α7, α12, β1 (ζητιάνο), β8 (χρυσή). V: α.

ΝΗΣΙΑ ΤΟΥ ΑΙΓΑΙΟΥ

α. Νησιά του Ανατολικού Αιγαίου

4. ΛΦ 1336, 1-2, Λέσβος. I: α, α1, α2, α6 (κολιό και πίτα), α7, α8, α10, α11. II: α, α1 (κολιό και πίτα), α5, β4, β5, γ14. III: α, α2, α3 (κολιό και πίτα), δ.

β. Δωδεκάννησα

5. ΙΑ 534, 460-463, αρ. 14 (ΛΑ *514D, 3), Λίνδος Ρόδου, «Του βούρου την κεφάλην και το ζεστό ψωμί», Η παραλλαγή που δημοσιεύεται εδώ.

Σελ. 275
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/62/gif/276.gif&w=600&h=915

γ. Κρήτη

6. ΛΑ 1132, (ΛΑ 514D, 4), Συλλογή Λιουδάκη, άτιτλο. Ι: α, α1, α2, α6 (καρβέλι), α7, α8 α11. II: γ, γ2, γ5 (ένα μήλο, που μόνο με το βασιλιά ισοζυγιάζεται), β5. III: α, α2, α3 (καρβέλι), α9, α10, γ, γ3 (καρβέλι), γ6, γ8, γ12, γ13. IV: α, α2, α4, α7, α12" β1, β5, β8. V: α.

δ. Κυκλάδες

7. ΛΑ 1396, 169-174, αρ. 55 (ΛΑ *514D, 6), Τήνος, άτιτλο. I: α, α5 (πίτα με τα βουράκια, που αρέσει η γριά), α11. II: α5, β4, β5" III: α, α2, α5 (πίτα με βουράκια), α9, α10, γ, γ1, γ5, γ8, γ12, γ13. IV: α, α2 (με τη σκούπα), α8, δ.

8. ΛΦ 445, 7-10, Κέα, «Η πίττα κι η ρεγκοκεφαλή». I: α (μητριά) α5 (ρεγκοκεφαλή και πίτα). II: α5, β4, β5. III: α, α1, α2, α5 (ρεγκοκεφαλή και πίτα), α9, α10, α11, α14 (από τη σκάλα), γ1, γ2, γ4, γ5 (ρεγκοκεφαλή και πίτα), γ8, γ12, γ13. IV: α1, α2, α6 (του αρχοντόσπιτου), α7, α13 (το αρχοντόσπιτο), β1, β3, β11 (ο γέρος της δείχνει ένα αρχοντόσπιτο με ασημένια σκούπα). V: α.

9. ΣΠ 68, 9-11, Πάρος, «Το σκουπιδάτζι», [AT 501, (Oι Κλώστρες), βλ. παρ. αρ. 12].

10. Φιλολογική Πρωτοχρονιά, έτος 18, 1961, 258-260, Σύρος, άτιτλο, Ια, α1, α6 (καρβελάκι), α7, α9, α10, α11, α13 (καλογεράκι). II: α, α1 (καρβελάκι), α5, γ (καλογεράκι), γ5, γ6, γ7, γ12,γ13. III: α, α2, α5 (καρβελάκι), α14 (γκρεμίζεται από τις σκάλες), α15 (η κόρη τη θάβει), γ1, γ2 (καλαμιώνας), γ4, γ5 (καρβελάκια), γ6, γ8, γ12, γ13. IV: α, α2 (φρόκαλο κουζίνας στον πύργο του πατέρα της), α4, α7, β4 (καλογεράκι), β5, β6, β7 (φροκαλάκι στολισμένο με διαμάντια και μαργαριτάρια). V: α.

11. Klaar, Christos, 67-69, Κουφονήσια, «Die böse Mutter». I: α, α1, α2, α6 (πόδια και κεφαλή της δίνει ο χασάπης), α7, α8, α10, α11. II: α5, γ, γ2, γ3, γ4 (τον πιο πλούσιο και να γίνει όμορφη), β4, β5 (καλεί στον γάμο τη μάνα της). III: α2, α5, α9, α10 (βάζει ένα δούλο να τη σκοτώσει), γ1 (λεμονιά) γ4 (τα κλαδιά τραβούν τα μαλλιά της), γ8, γ12, γ13, γ15, γ16. IV: β1, β3, ε (τη συμβουλεύει να πει το αστείο που της είχε πει ο υπηρέτης στο παλάτι του πατέρα της), ε1.

12. Klaar, Christos, 58-67, Κουφονήσια, «Das Goldknäuel». I: α, α1, α2, α6 (μια πίτα), α7, α8, α10, α11 (στο γέρο καλόγερο, χωρίς να θέλει να τ' ομολογήσει στη μάνα της). II: α, α1 (πίτα) γ, γ2, γ5, γ6, γ7, γ10, γ11,

Σελ. 276
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/62/gif/277.gif&w=600&h=915

γ12, γ13. III: α2, α5 (πίτα), α9, α10, α11, α12, γ12 (ένα πλατάνι), γ4, γ5 (πίτα), γ8, γ11, γ12, γ13, γ14. IV: α, α2, α4 (στο τελευταίο από τα 40 δωμάτια), β1 (φεύγει και συναντά τον καλόγερο-Χριστό), β5, β6, β7. V: α, α4.

ε. Κρήτη

13. ΛΑ 1161Β, 56-60 (ΛΑ *514D, 5), Λιουδάκη, 1938, Τοπάζα, «Ίντα 'καμες τα καρβέλια;». I: α, α1, α2, α6 (καρβέλια, που λαχταρούσε), α7, α8, α10, α11, α14 (από τη σκάλα), γ1, γ4, γ5 (τα καρβέλια), γ6, γ8, γ12, γ13. IV: α, α2, α3, α4, α7, α11, α12, β1, β5, β6, β7 (κουζίνα με χρυσή βούρτσα).

14. ΣΛ II, 331-334, Σητεία, «Η μάνα κι η κόρη». 7α, α1, α2, α6 (ένα πιτάκι), α7, α8, α10, α11. 77: α, α1 («ίντα 'καμες, κόρη μου, το πιτάκι;»), γ, γ2, γ3, γ5 (ένα κουβάρι' σπάγγο), γ8, γ9, γ12 . 777: α, α2, α5 («ίντα 'καμες, κόρη μου, το πιτάκι;»), α9, α10, α11, α15, γ1 (λεμονιά), γ4, γ5, γ6, γ8, γ12, γ13. IV: α, α2, α3, α4, α7, α11, α12, β1, β5, β6, β7, β13. V: α1.

ΝΗΣΙΑ ΤΟΥ ΙΟΝΙΟΥ

15. ΛΦ 1247, 3-5, Λευκάδα. 7: α, α1, α6 (η μάνα φέρνει από ένα γάμο ένα κουλούρι), α11 (στη ζητιάνα). 77: α5, β, β4, β5 . 777: α, α1, α2, α5 (το ποδαράκι), α9, α10, α11, α13, γ1, γ3 (κληματαριά), γ4 (μια βέργα στο αυτί της βασίλισσας), συμφυρμός με τον τύπο AT 780, γ5 (το ποδαράκι), γ8, γ12, γ13. IV: α1, α2, α3, α4, α7, α9, α10, α11, α12. V: α, α3, α4.

16. Λαογραφία ΙΑ', 1934-1937, 480-483, Ζάκυνθος, «Τα 5 ψωμία». 7: α, α1, α2, α6 (5 ψωμιά), α7, α8, α10, α12. II: α, α1 (τα 5 ψωμιά), α5, β1, β2, β4, β5, β6, γ, γ2 (την κάνει αρχοντοπούλα, άξια να παντρευτεί το βασιλόπουλο) . 777: α, α1 (γίνεται υπηρέτρια στην κόρη της και κοιτάζει το παιδί της), α2, α4, α7, α10 (γιατί του το ζητάει η γυναίκα του), γ, γ1, γ3 (νεραντζιά), γ5 (τα 5 ψωμιά), γ6, γ7, γ8, γ12, γ13. IV: α1, α6 (ότι θυμήθηκε το περιβόλι του πατέρα της), α7, α13 (το περιβόλι), στ (μια Λάμια της δίνει 40 κλειδιά για το περιβόλι), στ2, στ4, στ8.

ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΣ

17. ΛΑ 1193 (ΣΜ 29), 122-124, Βελίτσα Ολυμπίας, «Το ψωμί και το ψάρι». 7: α, α1, α5: ψωμί και ψάρι), α11 (στη ζητιάνα). 77: α5, γ η ζητιάνα της

Σελ. 277
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/62/gif/278.gif&w=600&h=915

εύχεται: «ψωμί μου 'δωσες, ευχή θα πάρεις, την ευχή της ευχής μου να 'χεις, άνδρα βασιλιά να πάρεις και βασίλισσα να κάτσεις, στο πευκί να καθίσεις και τσεκίνια να μετρήσεις». Μια γριά τη φέρνει στο παλάτι και την κάνει βασίλισσα. III: α2, α5 (ψωμί και ψάρι), α9, α10, α11, α14 (από τη σκάλα' λέει στο βασιλιά πως είναι μια ξένη). Ελλιπές.

18. ΛΑ 2268, 1140-1141, Αχαΐα, «Το πόδι». 7: α, α1, α4, β4, β5. 77: α2, α5 (το πόδι), α9, α12, α11, α14 (από το παράθυρο), γ1, γ3 (κυπαρίσσι, τριανταφυλλιά), συμφυρμός με τον τύπο AT 780 (The Singing Bone), που ζητάει το πόδι και πάει να την ξεσκίσει, γ10, γ12. IV: γ1, γ2.

19. ΛΑ 501, 6, Κορώνη, «Οι τρεις πίτες». Συμφυρμός με τον AT 501, βλ. παρ. αρ. 20.

20. ΛΑ 1167, 47-51, 1927 (Ταρσούλη), «Τα γένεια του βασιλιά».

21. ΛΦ 122, 1-3, Μεσσήνη, «Η πατσίτσα». 7: α, α1, α2, α6 (ο χασάπης δίνει στη μάνα την πατσίτσα), α10, α11 (στους ζητιάνους). 77: α5, γ, γ1 (η μάνα της την αγκαλιάζει, ενώ μόλις ξαναβρεθεί με τα κουρέλια την ξαναδιώχνει), ο γέρος τη συμβουλεύει ν'ανέβει στο πιο ψηλό μέρος του παλατιού και να μην κατέβει κάτω, αν δεν της υποσχεθεί γάμο το βασιλόπουλο), γ13 . 777: α2, α5 (την πατσίτσα), α9 (ένα ζαχαροκάλαμο), γ4, γ5, γ10, γ12, γ13. IV: α, α2, α4, α7, α13 (ο βασιλιάς τη διώχνει). V: α, α2.

22. ΛΦ 236, Βοιωτία, «Οι πιτιτσες». 7: α, α13 (η κόρη χαρίζει την πίτα στο φίδι, που είναι η τύχη της). 77: α, α1, και λέει: «εμείς ζυμώσαμε τρεις πίτες, τη μια τη φάγαμε, την άλλη τη δανείσαμε, την άλλη τι την έκανες;», β4, β5 (τη βασανίζει και στον ύπνο της).

23. ΛΦ 1788, 15-19, Πυλία, «Η τυχερή κόρη». 7: α, α6 (η μάνα βάζει στο φούρνο τρεις πίτες), α13 (δίνει τη μία στο γέρο). 77: α, α2, συμφυρμός με τον τύπο AT 500, βλ. παρ. αρ. 12. 777: α, α2, α5 (την τρίτη πίτα), α9, α10, α13, γ1, γ3 (κυπαρίσσι), συμφυρμός με τον τύπο AT 780, γ4, γ5 (την πίτα), γ8, γ12, γ13. IV: α, α2, α5, α7, α9, α10, α11, β1, β3, β9 (σκούπα χρυσή, σαν το μούσι του βασιλιά). V: α, α1, α5.

24. ΛΦ 872, 5-6, Τρίπολη, «Την πίτα μου θέλω». 7: α, α1, α6 (4 πίτες), α8, α10, α11 (δίνει μια πίτα στο ζητιάνο). 77: α, α1 (την πίτα), α4, β (στο βουνό κι αποκοιμιέται), β4, β5, γ13 . 777: α2, α5 (την πίτα), α6, α7, α10, γ1, γ3 (κυπαρίσσι), συμφυρμός με τον τύπο AT 780, γ4, γ5.

Σελ. 278
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/62/gif/279.gif&w=600&h=915

ΜΙΚΡΑ ΑΣΙΑ - ΠΟΝΤΟΣ - ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑ

Πόντος

25. ΛΦ 1833, 30-31, Πόντος. 7: α, α1 (αγοράζει η μάνα), α7, α8, α10, α13 (γύφτο). 77: α, α1, α2, α3, β5. III: α, α2 (καθόταν στο μπαλκόνι, έτριζε τα δόντια κι έλεγε: «φουρκίζω σε αφορισμένισσα»), γ6, γ8, γ12, γ13. IV: α, α2, α3, α4, α7, α9, α10, α11, α12, β4 (είπαν: «Ας πάμε να δούμε τι είδους είναι η σκούπα και μετά τη σκοτώνουμε»' και πάνε κι η σκούπα ήταν όλο χρυσάφι και δεν τη σκότωσαν).

ΑΔΗΛΟΥ ΤΟΠΟΥ

26. Φιλιππίδου, 29-37, αρ. 3, «Την πίτα μου θέλω». Ια, α1, α2, α6: πίτα, α7, α8, α10, α13 (ζητιάνο-άγγελο). 77: α, α1 (πίτα), α4, β, β2, β4, β5. 777: α, α1, α2, α7, α10, γ1 (κυπαρίσσι), γ3, γ4, γ5 (πίτα).

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΣΤΟΥΣ ΤΥΠΟΥΣ AT *514Α, AT *514Β, AT *514C, AT *514D

AT *514, Οι Λωλομαρίες

Οι Λωλομαρίες ανήκουν κανονικά στις νουβέλλες (AT 877, The Old Woman who was skinned), απ' όπου ο Μέγας αποσύρει τον τύπο, για να τον κατατάξει εδώ, στο σύνολο των τεσσάρων αφηγήσεων, που έχουν ως κύριο υπερφυσικό βοηθό του ήρωα τις Μοίρες ή τη Θεά Τύχη. Ετσι ο τύπος AT *514Α, μαζί με τους επόμενους τρεις (AT *514Β, AT *514C, AT *514D), αντιμετωπίζεται από τον Μέγα ως μαγικό παραμύθι, λόγω της παρέμβασης των Μοιρών ως θαυμάσιων βοηθών για τη λύση του δράματος. Όπου ένας βασιλιάς παντρεύεται άθελά του μια γριά, χάρη σε σκηνοθεσία της αδερφής της, (επειδή ερωτεύεται τη φωνή της ή βλέπει το δαχτυλάκι της μόνον) κι όταν την καταλάβει, την πετάει έξω. Κρεμασμένη στο δέντρο τη βρίσκουν οι Μοίρες κι η Αγέλαστη Μοίρα γελάει. Ως αντάλλαγμα την ξανανιώνουν. Η ζηλιάρα αδερφή της θέλει να ξανανιώσει κι αυτή, ωστόσο πεθαίνει στα χέρια ενός κουρέα ή χασάπη που τη γδέρνει ζωντανή, συμβουλεμένη από την ξανανιωμένη αδερφή της.

Υπάρχουν 19 τουρκικές παραλλαγές -τύπος ΕΒ 226 (Το αγκάθι του μαρουλιού)-, όπου καταλογογραφείται η ιστορία των δυο γριών. Επίσης αναφέρεται

Σελ. 279
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/62/gif/280.gif&w=600&h=915

αποσχίδα, με τη μαγική γέννηση μιας βατραχίνας (στις ελληνικές παραλλαγές μιας σαύρας (AT *514Β), η οποία παντρεύεται ένα βασιλόπουλο που δεν την έχει δει ποτέ του. Με βάση αυτό το μοτίβο, μπορούμε να θεωρήσουμε ότι υπάρχει οργανική σύνδεση ανάμεσα στις δυο ιστορίες. Το κοινό στοιχείο μεταξύ AT *514Α και AT *514Β είναι ότι το βασιλόπουλο παντρεύεται μια νύφη χωρίς να τη δεί, η οποία είναι είτε γριά (Α) είτε ζωύφιο (Β), κάτι που ο γαμπρός αποδιώχνει. Επίσης το γέλιο της Αγέλαστης Μοίρας αποτελεί κοινό στοιχείο στους δύο υπότυπους αλλά και στον AT *514C (Ο Υπνος), που ακολουθεί.

Τέλος ο τύπος AT *514D, με θέμα τη διαμάχη μάνας και κόρης, δεν ανήκει οργανικά εδώ, όπως θα δούμε, απλώς κατατάσσεται από τον Μέγα σ' αυτό το πλαίσιο, λόγω παρέμβασης της Τύχης στη ζωή της ηρωίδας την κατάλληλη στιγμή.

AT *514Β, Η σαύρα

Στη δεύτερη αναθεώρηση των Aarne-Thompson, ο Μέγας δημιουργεί και παρουσιάζει έναν τύπο, τον AT 514* (The Unlaughing Fate) με έξι μόνον ελληνικές παραλλαγές και με κεντρικό θέμα την Αγέλαστη Μοίρα, ως υπερφυσικό βοηθό της ηρωίδας. Στο άρθρο του για τις Μοίρες στο ελληνικό παραμύθι2 μετονομάζει τον τύπο αυτόν σε AT *514Β, όπου μια γριά γίνεται σαύρα, ύστερα γυναίκα και παντρεύεται το βασιλιά. Αλλά η ηρωίδα ξαναγίνεται σαύρα μετά τον γάμο ή τη διώχνει όταν τη δεί ο γαμπρός. Η σαύρα ανεβαίνει πάνω σ' έναν πετεινό, που τον οδηγεί με χαλινάρι για να πάει στο παλάτι. Έτσι κάνει να γελάσει την Αγέλαστη Μοίρα. Ως ανταμοιβή, της δίνει ομορφιά, νιάτα και το βασιλόπουλο την παντρεύεται.

Ο παραμυθιακός τύπος της Σαύρας θα μπορούσε ευρύτερα να υπαχθεί στον AT 402 [(Η χελώνα), που συμφύρεται συχνά με τον AT 465Α (Ο φθόνος για την όμορφη γυναίκα)], όπου μια κόρη γεννιέται με μορφή ζώου, λόγω αστόχαστης γονικής ευχής. Ένα βασιλόπουλο τη βλέπει όταν χτενίζεται στον ήλιο, έχοντας βγάλει το καβούκι της και την ερωτεύεται. Η χελώνα ανακτά ανθρώπινη μορφή μέσα από τον έρωτα και το γάμο. Η κύρια διαφορά, που ασφαλώς οδηγεί τον Γ. Μέγα να κατατάξει τον AT *514Β ως ελληνικό οικότυπο, είναι ότι η ηρωίδα και μετά το γάμο παραμένει σαύρα είτε γιατί το βασιλόπουλο την πήρε με προξενείο, χωρίς πρώτα να τη δει είτε για άλλους λόγους, που δεν εξηγούνται καθαρά στην αφήγηση. Επίσης το χιουμοριστικό μοτίβο της σαύρας, καθισμένης στη ράχη του πετεινού, που τον οδηγεί με χαλινάρι, φανερώνει ότι ο γαμπρός δεν έχει δει καν τη νύφη. Οπότε, η μεταμόρφωσή της δεν

2. G. Megas, «Die Moiren als funktioneller faktor im Neugriechischen Märchen», Λαογραφία KE', 1967, σ. 316-332.

Σελ. 280
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/62/gif/281.gif&w=600&h=915

οφείλεται στον Έρωτα αλλά σε παρέμβαση της Αγέλαστης Μοίρας, που της χαρίζει ανθρώπινη μορφή επειδή την έκανε να γελάσει.

AT *514C, Ο Ύπνος

Το παραμύθι του Υπνου αριθμεί 29 παραλλαγές απ' όλη την επικράτεια, με εξαίρεση τη Μακεδονία και τη Θεσσαλία. Μια κοπέλα κάνει νυχτέρι τα βράδια και, για να μην την πάρει ο Υπνος, συνομιλεί μαζί του, απευθύνοντάς του ένα κάλεσμα, με ένα τυποποιημένο ποιηματάκι, όπου του ζητά να την περιμένει για να κοιμηθούνε μαζί. Τη συκοφαντούν οι γείτονές της ότι κοιμάται με τον γιο του βασιλιά, που τον λένε Υπνο. Η βασίλισσα στέλνει δώρα στο κορίτσι και θέλει να δεί το μωρό, αφού πιστεύει ότι η κόρη είναι έγκυος. Η κόρη ντύνει μωρό έναν κόπανο, τη συναντούν οι τρεις Μοίρες, που, επειδή γελάνε, της τον μεταμορφώνουν σε αληθινό παιδί, οπότε το βασιλόπουλο την παντρεύεται3.

Πέρα από το μοτίβο της Αγέλαστης Μοίρας ή των τριών Μοιρών, που απασχολεί τον Μέγα, ως αρχαιοελληνικό, το παραμύθι απαντάται με διαφορετική μορφή στην Τουρκία, (τύπος ΕΒ 91, Die Belebte Puppe, η ζωντανεμένη κούκλα), και στην Ιταλία (Indice delle Fiabe Toscane, nr. 868B). Όπου ένας άκληρος γέρος ή μια γριά αποκτά ή κατασκευάζει μια κούκλα, που, είτε ως παιδί είτε ως κοπέλα φυσικού μεγέθους, ζωντανεύει χάρη στο θαύμα ενός δερβίση ή των τριών Μοιρών. Ωστόσο οι αφηγήσεις αυτές προσεγγίζουν μάλλον τη νουβέλλα AT 898, The Daughter of the Sun (The Speechless Maiden, The Puppet Bride), διότι το θέμα τους είναι κοινό. Ο Μέγας υποστηρίζει ότι πρόκειται για μαγικά παραμύθια, διότι έχουν υπερφυσικούς βοηθούς και τα κατατάσσει στον AT 402 (Η χελώνα).

Ενδιαφέρον είναι το ποιηματάκι της ηρωίδας, νανούρισμα που δείχνει όπως και σ' άλλες περιπτώσεις ρυθμικού λόγου ενσωματωμένου στην αφήγηση, τη μακρά διάρκεια στην καταγωγή του παραμυθιού με λογοτυπική βάση. Η προσωποποίηση του Υπνου είτε ως ερωτική φαντασίωση της κοπέλλας είτε ως μυθική φυσιογνωμία του παραμυθιού οδηγεί στην υπνοβατική κατασκευή ενός παιδιού, από όλους όσους ξαγρυπνούν ή είναι ξύπνιοι γύρω από τον πρίγκηπα Υπνο, που κοιμάται ή απουσιάζει, ενόσω πλάθεται γύρω του η πλεκτάνη της τεκνοποιίας, και ξυπνάει μόνον όταν του φέρουν το παιδί στα χέρια.

3. Το παραμύθι αυτό αναλύει η M. Papachristophourou, Sommeils et veilles dans le conte merveilleux grec, FFC 279, Helsinki 2001.

Σελ. 281
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/62/gif/282.gif&w=600&h=915

AT *514D, Η ψαροκεφαλή. Πρόταση κατάταξης: τύπος AT 545C.

Το παραμύθι αυτό πραγματεύεται την ιστορία μίας μάνας, που ζητιανεύει για να θρέψει την κόρη της, με την οποία έρχεται σε ρήξη, λόγω της ποθητής τροφής, που η κόρη έδωσε στη γάτα ή παραχώρησε στο ζητιάνο.

Πρόκειται για ένα οριακά μαγικό παραμύθι, πολύ κοντά στο πνεύμα της νουβέλλας χάρη στο ειρωνικό, ρεαλιστικό πνεύμα που το διακατέχει. Ο Γ. Μέγας σε σχετικό άρθρο4 δηλώνει 18 καταγραμμένες παραλλαγές από όλη την Ελλάδα, που αναφέρονται όλες σε μια περιζήτητη τροφή (ψαροκεφάλη, του βούρου την κεφάλη με το ζεστό ψωμί, ρεγκοκεφαλή, πιτίτσες, πατσίτσες, κεφάλη και πόδια, κλπ.), που η κυκλοφορία της προκαλεί οριστική ρήξη μεταξύ μάνας και κόρης και καταλήγει σε φόνο της πρώτης από τη δεύτερη.

Μητροκτονία έχουμε σπάνια στα παραμύθια κι ιδιαίτερα όταν δε συνοδεύεται από κάποιο καννιβαλιστικό μοτίβο. Όταν δηλαδή η κόρη δεν επιθυμεί να ενσωματώσει ούτε την ίδια τη μητέρα αλλά ούτε και την τροφή της συμβολικά, όπως στην περίπτωση της Σταχτοπούτας (AT 510Α).

Η τροφή γενικά θεωρείται ότι προέρχεται από τη μάνα. Στην ιστορία μας ωστόσο, η μάνα λαχταράει η ίδια να φάει κάτι, δεν λειτουργεί ως τροφός. Η κόρη με τη σειρά της -πετώντας το ψάρι στη γάτα ή παραχωρώντας το- απαξιεί για την επιθυμία της μάνας, όπως και για τα γένεια του άντρα της αλλά και του πεθερού της: «Σαν τη φροκαλιά τ' αναγκαίου μου».

Στο αδιέξοδο που προκύπτει, μόνον η εμφάνιση της θεάς Τύχης, μπορεί να λύσει το πρόβλημα. Η Τύχη της κόρης, ως από μηχανής θεά, ως συμβολικό μητρικό υποκατάστατο, θα λέγαμε, μπορεί να τη γλιτώσει από τον αποκεφαλισμό που την καραδοκεί. Διότι έχει διακοπεί η συνέχεια' υπήρξε φόνος, διακοπή στην παροχή συμβολικής τροφής και μεταβίβασης της ταυτότητας από τη μία γενιά στην άλλη. Και χωρίς ταυτότητα, ο γάμος της δεν μπορεί να είναι αληθινός.

Η Τύχη ως διαμεσολαβητής αποκαθιστά μιαν ανύπαρκτη ισορροπία: προμηθεύει πατρικό παλάτι στην πάμφτωχη ορφανή, και μέσα στο καινούριο αυτό φαντασιακό κατασκεύασμα, της επιτρέπει να ζήσει εφεξής με το πριγκηπόπουλο σ' έναν άλλο κόσμο5. Της παρέχει κάτι που δεν μπορεί κανείς να επινοήσει από μόνος του, ένα πατρικό γένος.

Στην πορεία της ηρωίδας προς την ανεύρεση της Τύχης της, το παραμύθι μας φαίνεται να πλησιάζει την αφηγηματική δομή του Παπουτσωμένου Γάτου, που εδώ ονομάσαμε Η Αλεπού η Προξενήτρα (AT 545Β). Όπου ο ξυπόλητος ήρωας, που δεν έχει τίποτα, ούτε τα ρούχα του να φορέσει, οδηγείται από το

4. G. Megas, ό.π.

5. Είναι άλλωστε χαρακτηριστικό, ότι στην παραλλαγή της Marianne Klaar, το παλάτι βρίσκεται στον Παράδεισο, όπου πηγαίνει να ζήσει το ζεύγος για πάντα.

Σελ. 282
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/62/gif/283.gif&w=600&h=915

πανέξυπνο ζώο να γίνει βασιλιάς και να ζήσει στο παλάτι του δράκου. Αυτός ο διαμεσολαβητής, που απεικονίζεται ως κατοικίδιο ζώο (στην Αλεπού προξενήτρα, AT 545Β, όπου βλέπε ανάλυση), στην Ψαροκεφάλη εμφανίζεται ως ερπετό -το φίδι- ή αμφίβιο - τεράστιος κάβουρας, αρχέγονη ορμή που κυβερνάει την ηρωίδα.

Στη δεύτερη αναθεώρηση των Aarne-Thompson (1961), υπάρχει ο τύπος AT 512* The Sister Driven from Home (Η διωγμένη από το σπίτι αδερφή), όπου η ηρωίδα διώχνεται από τις αδερφές της και, ακούγοντας τη συμβουλή ενός γέρου, πηγαίνει να υπηρετήσει σ' έναν πύργο. Ο γιος του ιδιοκτήτη της κάνει πρόταση, ζητώντας της παράλληλα να δει και το δικό της κάστρο. Ο μυθικός γέρος τότε τη βοηθά, δείχνοντάς της πώς να βρει το κάστρο που θα δείξει στον γαμπρό. Ο παραμυθιακός αυτός τύπος απαριθμεί φιλλανδικές και ρωσικές παραλλαγές κυρίως στον διεθνή κατάλογο. Ουσιαστικά όμως, η αφηγηματική δομή του, με τη θαυματουργή συμβολή του γέρου, προσεγγίζει και πάλι στους τύπους AT 545Β και AT 545D* (Αλεπού Προξενήτρα και Πολυρεβιθάς), όπου ο ήρωας οδηγείται προς το μαγικό παλάτι από έναν υπερφυσικό βοηθό. Από τις σημειώσεις του Μέγα στο περιθώριο των δελτίων του, ξέρουμε ότι σκεφτόταν να φτιάξει έναν νέο τύπο για την Ψαροκεφάλη, τον AT 512Α ή AT 512*, χωρίς τελικά να το πράξει.

Σύμφωνα με τα όσα είπαμε παραπάνω, ο παραμυθιακός τύπος AT *514D, που εξετάσαμε, θα ήταν καλύτερο να θεωρηθεί ως αποσχίδα του AT 545, ανάμεσα στους τύπους Β και D (Αλεπού Προξενήτρα και Πολυρεβιθάς) λόγω της διαρθρωτικής συγγένειας των δύο αφηγήσεων. Θα μπορούσαμε να προτείνουμε έναν νέο τύπο, τον AT 545C, Η Ψαροκεφάλη, για παράδειγμα.

Σημειώνουμε επίσης ότι υπάρχει συμφυρμός της Ψαροκεφάλης με τις Κλώστρεζ, (AT 501), αλλά και με το AT 500 (Στούπας), παραμύθια όπου το γνέσιμο αποτελεί την κύρια δοκιμασία της ηρωίδας. Συμφυρμός παρατηρείται όταν η κόρη τρώει την τροφή που έφερε η μάνα στο σπίτι, γιατί είναι λαίμαργη' στην περίπτωση αυτή, ενώ την μαλλώνει η μάνα της, περνάει το βασιλόπουλο και ρωτάει γιατί φωνάζει, οπότε η μάνα αναγκάζεται από ντροπή να πει ψέματα ότι η κόρη της γνέθει συνέχεια, (η αντίθεση μεταξύ εργατικής κι οκνηρής-λαίμαργης κόρης) και το βασιλόπουλο την παντρεύεται ως προκομμένη. Η σύνδεση των δύο ιστοριών πραγματοποιείται ουσιαστικά σε σχέση με το αν τιμά η κόρη την τροφή της μάνας της.

Στους τύπους AT 500 και AT 501, ενώ η κόρη είναι λαίμαργη και οκνηρή, πρέπει να εμφανισθεί ως λιγόφαγη κι εργατική στον μελλοντικό σύζυγο και συνεπώς λέγεται -ψέματα— ότι γνέθει ασταμάτητα. Αν όμως η ηρωίδα περιφρονεί τη μητρική τροφή, δίνοντάς την πότε στη γάτα και πότε στο ζητιάνο, (ακόμα κι αν είναι ο Χριστός), δεν υφίσταται διαπραγμάτευση μεταξύ μάνας και κόρης και τότε περνάμε στην ιστορία της Ψαροκεφάλης.

Σελ. 283
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/62/gif/284.gif&w=600&h=915 01 - 0002.htm

ΛΕΥΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

Σελ. 284
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/62/gif/285.gif&w=600&h=915

ΠΑΡΑΜΥΘΙΑΚΟΣ ΤΥΠΟΣ AT 516

Σελ. 285
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/62/gif/286.gif&w=600&h=915
Σελ. 286
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/62/gif/287.gif&w=600&h=915

ΠΑΡΑΜΥΘΙΑΚΟΣ ΤΥΠΟΣ AT 516

Ο πιστός σύντροφος

AT: Faithful John (Ο πιστός John)

Delarue-Tenèze: Le fidèle Serviteur (Ο πιστός υπηρέτης)

Grimm no 6: Der getreue Johannes (Ο πιστός Johannes)

To σκλαβί

Είχεν κι' αν είχεν έναν βασιλέα κ' εν έκαμεν παιδί. Εφοήθην ταλοιπονίς, μην τύχη κ' εν κάμη καθόλου παιδί, έκαμεν με τη σκλάβαν του παιδί. Εκεί 'τυχεν κ' η βασίλισσα κ' ήτον κ' εκείνη 'γκαστρωμένη, εγέννησεν κ' έκαμεν κ' εκείνη έναν παιδάκι. Εμεαλόνναν τα παιδιά, επαίτζαν ματζή, επααίνναν και 'ς το σχολειόν ματζή, εξησκολήσα. Το σκλαβόπουλλον ήτο ξυπνό και φρένιμον παιδί" 'μμέ το βασιλόπουλλον ήτον χοντροκέφαλον κι' άταχτο. Αμμέ το σκλαβί εγάπαν πολλύν το βασιλόπουλλο" επάαιννεν το βασιλόπουλλο 'ς της ταβέρναις, το σκλαβίν εσυββούλευγέν το" το βασιλόπουλλον γούλον με τους σουρτούκηδες.

Μιαν βολάν το βασιλόπουλλον ηύρεν έναν κάντρο κ' έχεν την ώμορφην του κόσμου κ' ελωλλάπη' ερώστησεν, έππεσε 'ς το κρεβάττι' γιατροί 'μπαίννα, γιατροί 'βγαίννα, εν έγιαινεν το βασιλόπουλλο. Εποφάσισεν τολοιπόν να φύη, να 'πά' ναύρη την ώμορφην του κόσμου. Λέει το του σκλαβιού. Το σκλαβίν εγάπαν το βασιλόπουλλο, εξεέν το και τι πράμαν ήτο, εποφάσισεν να 'πάη ματζήν του, για να το φυλάη. Επήαν τολοιπόν 'ς τον αφέντην των τον βασιλέαν να του γυρέψουν να των δώκη την άδειαν. Λέουν του: «Πατέρα, θέλουμεν να πάμεν να γυρίσουμεν, να 'δούμεν κόσμο, να μάθουμεν κι' άλλα πράματα, και σε περικαλούμεν να μας δώκης την ευκήν σου, να 'παμεν, να γυρίσουμεν καλόν καταβγόδιο. Ο βασιλέας έδωκέν των την άδειαν και την εύκην του, και λέει των κιόλα: «Θωρείτε, παιδιά μου, 'πού θα φύητε; πρώτα κι' αρκή, 'ς το δρόμον 'πού θα 'πααίννητε, θαύρητ' έναν κιόσκι' να μπήτε, να κάτσητε, να φάητε, να πιήτε" τα φαγιά και τα πιοτά θάρκουνται μονάχα τω" αμμέ την κατάραν μου νάχητε, να μην 'πομείνητε μέσα να κοιμηθήτε' να 'βγητε όξω να ππέσητε, και μην φοάστε. Παρακεί θαύρητ' έναν δέντρο μεάλο' κάτσητε απού κάτω του, έχει σουφάδες, φάητε, πιήτε' τα φαγιά θάρκουνται μονάχα τω' αμμέ την κατάραν μου νάχητε, να μην ιππέσητε απού κάτω του' να πάητε καμπόσαις οργυιαίς αλάργα να ππέσητε. Παρακεί θαύρητ' έναν κάμπον μεάλο, και μεσ' 'ς

Σελ. 287
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/62/gif/288.gif&w=600&h=915 01 - 0002.htm

ΛΕΥΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

Σελ. 288
Φόρμα αναζήτησης
Αναζήτηση λέξεων και φράσεων εντός του βιβλίου: Επεξεργασία παραμυθιακών τύπων και παραλλαγών AT 500-559
Αποτελέσματα αναζήτησης
    Ψηφιοποιημένα βιβλία
    Σελίδα: 269
    

    ΠΑΡΑΜΥΘΙΑΚΟΣ ΤΥΠΟΣ AT *514D Πρόταση κατάταξης ως AT 545C, Η ψαροκεφάλη

    Η ψαροκεφάλη

    BP, I, 261

    ΕΒ: 164, Mutter und Tochter (Μητέρα και κόρη) και 132, Der

    Schicksalsbrunnen (Το πηγάδι της Τύχης)

    «Του βούρου την κεφάλην με το ζεστό ψωμί»

    Είχε χλε μια γργιάν κι είχε μια κόρη, κι αυτή η γριά ήταν φτωχή κι επεθύμαν να φάει του βούρου την γκεφάλην με το ζεστό ψωμί. Εγύριζεν κι εζήταν για κι έθρεφεν την κόρην, ήταν πολύ ωραία. Επάγαινε στα σπίτια κι εδίναν την την κεφάλην του βούρου, το ζεστό ψωμίν έν το 'βρίσκε, επάηνεν σ' άλλον, εδίναν την το ζεστό ψωμίν, την κεφάλην εν την έβρισκε. Χρόνια τυρανούνταν γκαι τα δύο δεν τα 'βρίσκε. Πάει λοιπό σ' ένα σπίτιν, εδίναν την το έναν, το άλλο και «δεν τα θέλω, να μου δώσετε ό,τι θέλει η καρδιά μου: «Θέλω κεφάλην του βούρου και ζεστό». Λέει η κυρία στη δούλα: «Πήγαινε στο τουλάπι». Πάει η δούλα στο τουλάπι, βγάζει και πιάνει ζεστό, ήβρε και γκεφάλην του βούρου, έδωσέν τη. Η γρηά πιον να πετάει που τη χαράν της, έδινεν τόσες ευχές, «κόρη μου, ο Θεός να σε φυλάει»' έτρεξέν το σπίτιν της. Λέ: «Κόρη μου, έφερα γκεφάλην του βούρου και ζεστό ψωμίν, έλα να φάμε». Η κόρη λέ: «Εμ πεινώ τωραδά». Επήρεν απομονήν να πεινάσει κι η κόρη. Εφήκεν ταμ πάνω σ' έναμ μέρος φανερόμ, πάει ο κάττης, τρώει τα. Ερκεται η μάνα, λέ: «Εν την ήβρα, που ήτα;» Λέ: «Σδα ήτα, λέ, ο κάττης θα την επήρε». «Ο κάττης την επήρε;» Πιάνει την στο ξύλον, εφήκέν την στην υστερηνώρα. Λέ: «Νά φύης που το σπίτιμ μου, τόσα χρόνια τυρανιούμαι να βρώ την γκεφάλην του βούρου με το ζεστόν γκαι να τη φήκεις να τη φάει ο κάττης, να φύεις, να φύεις». Επαρακάλγιεν την, τίποτα. Βγάλλει την όξω, κλειδώνει τη.

    Έπιασεν η κόρη ένα δρόμον παράτιεν έν έξαιρεν που επάηννε, γιατί η μάνα της έλεεν, τη λέ: «Να φύεις γιατί θα σε σκοτώσω, να μη σε δω καθόλου στο χωργκιό». Έπιασεν η κοπέλα μια στράτα, με κείνην (δ) εν έξαιρεμ που θε να πάει, επερπάτη, επερπάτην, έβγκαλέν την η στράτα σ' έναμ περβόλι που'χεν ένα παλάτι βασιλικό. Επήεν, εστάθημ όξω που την πόρταν, εχτύπαν την πόρταν, αννοίξαν την οι δούλες. Θωρούν τηλ λέ: «Τι θες εδά;» Βράδυαζε. «Εμ με