Συγγραφέας:Αγγελοπούλου, Άννα
 
Καπλάνογλου, Μαριάνθη
 
Κατρινάκη, Εμμανουέλα
 
Τίτλος:Επεξεργασία παραμυθιακών τύπων και παραλλαγών AT 500-559
 
Τίτλος σειράς:Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας
 
Αριθμός σειράς:41
 
Τόπος έκδοσης:Αθήνα
 
Εκδότης:Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς
 
Έτος έκδοσης:2004
 
Σελίδες:511
 
Αριθμός τόμων:1 τόμος
 
Γλώσσα:Ελληνικά
 
Θέμα:Ελληνικά παραμύθια-Κατάλογος
 
Τοπική κάλυψη:Ελλάδα
 
Περίληψη:Το βιβλίο αυτό αποτελεί τον τέταρτο κατά σειράν τόμο του Καταλόγου των Ελληνικών Παραμυθιών (βλ. εδώ τα δημοσιεύματα αρ. 21, 26, 34). Ο Κατάλογος των Ελληνικών Παραμυθιών αποτελεί μια σύγχρονη επεξεργασία της πρώτης ανέκδοτης και πολύτιμης καταλογογράφησης του ελληνικού παραμυθιού από τον Γεώργιο Α. Μέγα. Ο εθνικός αυτός Κατάλογος, έρχεται να προσθέσει μια νέα όψη των πραγμάτων, ίσως και να απειλήσει τη στατική αντίληψη της κατάταξης. Συχνά οι τοπικές αφηγήσεις περιγράφονται με τον όρο «αποκλίσεις» σε σχέση με την περιγραφή του κάθε παραμυθιακού τύπου στον Διεθνή Κατάλογο. Ωστόσο, το σύγχρονο ενδιαφέρον μπορεί να είναι πολύ πιο δυναμικό: το αντικείμενο της έρευνας είναι η μελέτη των ασυνείδητων μηχανισμών, που υποβαστάζουν τους μετασχηματισμούς των παραμυθιών, καθώς αυτά κυκλοφορούν από γλώσσα σε γλώσσα, από περιοχή σε περιοχή. Οι μετασχηματισμοί δεν συμβαίνουν ερήμην των δρώντων προσώπων, που είναι οι χρήστες των παραμυθιών, αυτών που διηγούνται κι αυτών που ακούνε. Οι χρήστες είναι βεβαίως φορείς ενός πολιτισμού. Τα παραμύθια γίνονται αντιληπτά μέσα από δεδομένους μυθικούς και συμβολικούς κώδικες και, προκειμένου να επιχωριάσουν, υποβάλλονται αναλόγως σε ασυνείδητους μετασχηματισμούς σε διάφορα επίπεδα της δομής τους.
 
Άδεια χρήσης:Αυτό το ψηφιοποιημένο βιβλίο του ΙΑΕΝ σε όλες του τις μορφές (PDF, GIF, HTML) χορηγείται με άδεια Creative Commons Attribution - NonCommercial (Αναφορά προέλευσης - Μη εμπορική χρήση) Greece 3.0
 
Το Βιβλίο σε PDF:Κατέβασμα αρχείου 11.9 Mb
 
Εμφανείς σελίδες: 285-304 από: 514
-20
Τρέχουσα Σελίδα:
+20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/62/gif/285.gif&w=600&h=915

ΠΑΡΑΜΥΘΙΑΚΟΣ ΤΥΠΟΣ AT 516

Σελ. 285
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/62/gif/286.gif&w=600&h=915
Σελ. 286
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/62/gif/287.gif&w=600&h=915

ΠΑΡΑΜΥΘΙΑΚΟΣ ΤΥΠΟΣ AT 516

Ο πιστός σύντροφος

AT: Faithful John (Ο πιστός John)

Delarue-Tenèze: Le fidèle Serviteur (Ο πιστός υπηρέτης)

Grimm no 6: Der getreue Johannes (Ο πιστός Johannes)

To σκλαβί

Είχεν κι' αν είχεν έναν βασιλέα κ' εν έκαμεν παιδί. Εφοήθην ταλοιπονίς, μην τύχη κ' εν κάμη καθόλου παιδί, έκαμεν με τη σκλάβαν του παιδί. Εκεί 'τυχεν κ' η βασίλισσα κ' ήτον κ' εκείνη 'γκαστρωμένη, εγέννησεν κ' έκαμεν κ' εκείνη έναν παιδάκι. Εμεαλόνναν τα παιδιά, επαίτζαν ματζή, επααίνναν και 'ς το σχολειόν ματζή, εξησκολήσα. Το σκλαβόπουλλον ήτο ξυπνό και φρένιμον παιδί" 'μμέ το βασιλόπουλλον ήτον χοντροκέφαλον κι' άταχτο. Αμμέ το σκλαβί εγάπαν πολλύν το βασιλόπουλλο" επάαιννεν το βασιλόπουλλο 'ς της ταβέρναις, το σκλαβίν εσυββούλευγέν το" το βασιλόπουλλον γούλον με τους σουρτούκηδες.

Μιαν βολάν το βασιλόπουλλον ηύρεν έναν κάντρο κ' έχεν την ώμορφην του κόσμου κ' ελωλλάπη' ερώστησεν, έππεσε 'ς το κρεβάττι' γιατροί 'μπαίννα, γιατροί 'βγαίννα, εν έγιαινεν το βασιλόπουλλο. Εποφάσισεν τολοιπόν να φύη, να 'πά' ναύρη την ώμορφην του κόσμου. Λέει το του σκλαβιού. Το σκλαβίν εγάπαν το βασιλόπουλλο, εξεέν το και τι πράμαν ήτο, εποφάσισεν να 'πάη ματζήν του, για να το φυλάη. Επήαν τολοιπόν 'ς τον αφέντην των τον βασιλέαν να του γυρέψουν να των δώκη την άδειαν. Λέουν του: «Πατέρα, θέλουμεν να πάμεν να γυρίσουμεν, να 'δούμεν κόσμο, να μάθουμεν κι' άλλα πράματα, και σε περικαλούμεν να μας δώκης την ευκήν σου, να 'παμεν, να γυρίσουμεν καλόν καταβγόδιο. Ο βασιλέας έδωκέν των την άδειαν και την εύκην του, και λέει των κιόλα: «Θωρείτε, παιδιά μου, 'πού θα φύητε; πρώτα κι' αρκή, 'ς το δρόμον 'πού θα 'πααίννητε, θαύρητ' έναν κιόσκι' να μπήτε, να κάτσητε, να φάητε, να πιήτε" τα φαγιά και τα πιοτά θάρκουνται μονάχα τω" αμμέ την κατάραν μου νάχητε, να μην 'πομείνητε μέσα να κοιμηθήτε' να 'βγητε όξω να ππέσητε, και μην φοάστε. Παρακεί θαύρητ' έναν δέντρο μεάλο' κάτσητε απού κάτω του, έχει σουφάδες, φάητε, πιήτε' τα φαγιά θάρκουνται μονάχα τω' αμμέ την κατάραν μου νάχητε, να μην ιππέσητε απού κάτω του' να πάητε καμπόσαις οργυιαίς αλάργα να ππέσητε. Παρακεί θαύρητ' έναν κάμπον μεάλο, και μεσ' 'ς

Σελ. 287
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/62/gif/288.gif&w=600&h=915 01 - 0002.htm

ΛΕΥΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

Σελ. 288
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/62/gif/289.gif&w=600&h=915

«Ινναί, αέρφι, έτσε δα βαρειά κοιμούμαι, α μου συχχωρέσης». Σηκόννεται, λειμαίνουν να των έρτουν καφέδες, τσιμπούκια... ινναί... τίποτε. Λέει το βασιλόπουλλο: «Χάντε να πααίννουμεν, κ' εν τώχουν, 'ς φαίνει, σύστημα να φέρνουν τίποτε το πωρνό». Το σκλαβίν εκατάλαβεν, αππώς εσκοτώθην το θεριό, εν έρκεται πιόν τίποτε. Εσηκώστησαν, εφύα.

Πάουν, πάουν... παρακεί 'βρίσκουν έναν δέντρον μεάλον ώμορφο κ' έχεν απού κάτω σουφάδες στρωμένους' ψυχημένοι αυτοί, 'πάου, καθίτζου. Ευτύς να κ' ερκούνται μονάχα τω γλυκά, καφέδες, τσιμπούκια, οι δίσκοι ασημένοι, τζάρφια ασημένα' κιαάκο ερκούνται τα φαγιά μοναχά των, στρώννεται ο σουφράς μοναχός του, κουτάλια ασημένα, μαχαίρια, περούνια ασημένα. Εφάαν αυτοί, ήπια. Α τα κοντολοούμεν, το βασιλόπουλλον εθώρεν τα στρώμματα τα μαλακά, έππεσε. Το σκλαβί επαρακίναν το να 'πάουν παρακεί απού το δέντρον να ππέσουν' το βασιλόπουλλο εν έθελεν, εναέλαν το σκλαβί. Τι τα θέλεις; το σκλαβί εσίνιαρεν πάλαι τη σάΐτταν του, εκόρδισέν την, έβαλέν την 'ς τη βάντα του και το σπαθάκιν του χαντζίρι δίπλα, έκατσεν πάλαι 'ς την βάρδια. Έκει δα τα μεσάνυχτα, να κ' εσείστην «Πρε ππούστηδες, εν ιφτάννει 'πού κάτσητε κ' εφάητε κ' ήπιητε, μοναχά εππέσητε και 'ς της μοναίς μου»; Λέει του το σκλαβί: «Και τι 'ναιν 'π' α κάμης, πρε ππούστη»; «Α σας φάω». «Α φάης θέλεις της κεφάλαις σου». Πιάννει την σαίτταν του, τραβά πέρει με μια και της τέσσεραις της κεφάλαις του δράκου' κιαάκο 'βγάλλει το σπαθάκιν του, κόβγει του και της άλλαις δυο. 'Πάνω 'πούθελεν να 'ποδώκη πιόν το θεριό, λέει του: «Α, πρε ππούστη, αν και το καυκιστής εσού, ππως εσκότωσες τέτοιον θεριό, να ενής μάρμαρον ίσα με την μέση». Λέει του εκείνο: «Πρ', ας σε 'σκότωσα 'γώ, κι' ας είναι». Κιαάκο κόβγει της κεφάλαις, βγάλλει της γλώσσαις, κρύβγει ταις 'ς τον τουρβάν του' κόβγει και το θεριόν μουρέλλα, ρίχτει το μακρυά απού το δέντρο, πλύννει τάματα, 'πάει κι' αυτός ππέφτει. Επέρασε 'λλίος καιρός, εξημέρωσεν, εξύπνησεν το βασιλόπουλλο, εφώναξεν και του σκλαβιού, εναέλαν το πάλαι. Εκείνον τα ίδια, έκαμεν το βαρόνυπνον, εσηκώσθη. Τι τα θέλεις; εφύαν πάλαι, επααίννα.

Πορπατούν, πορπατούν καμπόσαις 'μέραις, παρά δεκαννιά είκοσι, εππέσαν μέσα 'ς έναν κάμπο. 'Σ την μέσην είχεν έναν πύργο. 'Πάνω 'πού 'βράδυατζεν, εφτάσαν ω τον πύργο. Η πόρτα τολοιπόν ανοιχτή' 'μπαίννουν αυτοί μέσα. Θωρούν, τι να 'δού; εκεί δάτον κι' αν ήτο... τι στρώμματα, τι κκελίμια, τι σουφάδες ήτον εκείνοι!! Εκάτσα. Ετότες δάταν κι' αν ήτον 'πού 'ρκούντα μοναχά τω τα γλυκά, οι καφέδες, τα τσιμπούκια' δίσκοι μαλαματένοι και τι δίσκοι! εστρώθην ο σουφράς μοναχός·' πιάτα, ποτήρια, μαχαίρια, περούνια, κουτάλια, γούλα μαλαματένα. Ερκούνται τα φαγιά μοναχά τω, αμμέ τι φαγιά! τρώουν, πίννουν. Εσινιέρετον πάλαι το βασιλόπουλλον να ππέση. Λέει του το σκλαβί: «Πρε αέρφι, τι πολεμάς να κάμης»; Λέει: «Κάλε, τέτοια στρώμματα, κι,' α τα μολίκω να μην ιππέσω»; Λέει το σκλαβί: «Αμέ τι μας επαράφηκεν ο αφέντης μας; εν μας είπεν, την κατάραν του νάχουμεν, να μην ιππέσουμεν μέσα, μοναχά να 'βγουμεν όξω να ππέσουμε»; Λέει του το βασιλόπουλλο: «Ο

Σελ. 289
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/62/gif/290.gif&w=600&h=915

αφέντης μας είναιν πιόν γέρος κ' επαραμώρισε" τι 'πάθαμεν και 'ς τάλλα τα μέρη, 'πού μας είπεν να μην ιππέσουμε;» «Πρε αέρφιν, έλα 'ς τον νουν σου!» «Πρε, πελεβός είσαι; εγώ θα πέσω έω δα' εν τα μολαίρω εγώ τέτοια στρώμματα, να 'πάω όξω να ππέσω' 'σαν θέλης εσού, πάννε». Τι τα θέλεις, έππεσεν το βασιλόπουλλο, επήρέν το ευτύς ο νύπνος. Το σκλαβίν ετοιμάστη, έκατσεν πάλαι 'ς τη βάρδια. Εκεί να και 'νεφαίνει απού την πόρταν ένα θεριόν ακκαίριο, μ' εννιά κεφάλαις, κ' εσέτον πιόν ο πύργος, κ' έτρεμεν η γης, κ' εθάρρες, 'ππως έθελεν να, χαλάση ο κόσμος. Γούλα μέσα 'ς τον πύργον εταντανιάτζαν. Θωρεί τους το θεριό, έφρισε, λέει τω: «Α, πρε ππούστηδες, μ' εν σας έφταννε 'πού 'φάητε κ' ήπιητε, κ' εθέλητε να ππέσητε κιόλα μέσα 'ς τον πύργο»; «Ε, και τι πατσαίρει, πρε; Τι θα κάμης»; «Α σας φάω θέλω». «Α φάης θέλεις και σου της κεφάλαις σου». Ρίχτει το σκλαβί την σάί'τταν του, πέρει πιτομίας της έξη της κεφάλαις, κιαάκο ξησπαθόννει, απού 'δώ 'χεν απού 'κεί 'χεν, 'πέρει και της άλλαις της τρεις της κεφάλαις. Εσφάραν πιόν το θεριόν κ' εμούνγκριτζε' λέει του: «Α, μωρέ ππούστη, αν καυκιστής εσού, ππως εσκότωσες τέτοιον θεριόν 'σαν κ' εμένα, να ενής μάρμαρον ως τον λαιμό». Λέει του και το σκλαβί: «Πρ', ας σε 'σκότωσα 'γώ, κι' ας είναι». Έπιασεν πάλαι, έκαμεν κομμάτια κομμάτια το θεριό, εκουβάλησέν το, έρριξέν το όξω, εσφουγγάριασεν τάματα κ' ήθελεν πιον να πάη να ππέση. Εκεί δα θωρεί κ' εκρέμμουνταν μια αρμαθιά κλειδιά' μετρά τα σαράντα' αυτά εννοία σαράντα νοντάδες, 'πουχεν μέσα 'ς τον πύργο. Πιάννει τα, 'ννοίει έναν νοντά' τι να 'δής; γεμάτος φλουριά βενέτικα" 'ννοίει άλλο, γεμάτος μαμουτιέδες' 'ννοίει άλλο, ρουμπιέδες' τι τα θέλεις; πάσα ένας ήτον γεμάτος κ' απού μιαν λοήν μονέδα' 'ννοίει και τον 'πισωνόν, τι να 'δη; γεμάτος διαμαντόπετραις. Πιάννει, γημόννει τώναν το 'μμάτι τον τουρβάν του διαμαντόπετραις και τάλλον βενέτικα, έβαλεν δα καμπόσα και 'ς της περεσίκαις του, σφαλά τους νοντάδες, κρύβγει και τα κλειδιά, επήεν κ' έππεσεν του θανάτου, γιατί ήτον πολλύν ψυχημένος, ύστερ' απού τέτοιον άγωναν, 'πού 'χεν, όσον να 'ποβγάλη τέτοιον θεριό.

Εν επέρασεν κομμάιν καιρός, εξημέρωσε. Εξύπνησεν το βασιλόπουλλον, εναέλαν το πάλαι το σκλαβί. Αυτόν το κακόμοιρον εν του 'δωκεν να καταβάλη, έκαμεν πάλαι τον βαρόνυπνο, κ' εξύπνησεν, κ' έκαμνε ππως εποκόρδοννε, ππως εχασμουριέτο. Εθωρούσαν, αν τύχη κ' έρτη καένας καφές, καένα τσιμπούκι' ινναί... τίποτε... εβγήκαν όξω, εσφάλισεν το σκλαβί, έκρυψεν το κλειδί 'ς έναν παλαθυρί, έφυαν, επααίννα.

Το βραδύν επήαν 'σε μιαν πολιτεία' 'πάουν 'ς ένα σπίτι μιας γρηάς. Λέει της το σκλαβί: «Ε, παραμάννα, ξένοι ήμεττε' εν μας 'φίννεις να ππέσουμεν και 'μείς έδω δα 'ς το σπίσ' σου»; Λέει των εκείνη: «Πππεσήτε, παιδάκια μου, 'με μηέ στρώμμαν έχω, μηέ μονήν να χωστήτε». «Εν πουλούν πούετ' εδώ»; «'Μ' εν πουλού; τι θέλητε; στρώμματα, παπλώματα, χερέμια, κκελίμια, σιτζατέδες, ταργαστήρια γέμουν πολλά». 'Βγάλλει το σκλαβί, δόννει της καμπόσα φλουριά, λέει της: «Να, 'πάννε να πάρης». Θωρεί η γρηά τα φλουριά, επήεν

Σελ. 290
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/62/gif/291.gif&w=600&h=915

να λωλλαττή. Πάει δα, πιόν, φέρνει τα στρώμματα, παπλώματα λογιών των λογιώ, επήρεν και 'δικά της. Δόννει της πάλαι το σκλαβίν καμπόσα φλουριά, 'πάει, φέρνει των και φαγιά λοής λοής, και κρασί. Εκάτσαν, εφάαν κ' επίννα ματζή με τη γρηά' εκερνούσαν και τη γρηά: «Καλώς να σ' εύρω, παραμάννα». «'Σ την υάν σας, παιδιά μου». Εφάαν δά, ήπιαν, εππέσα. Το πωρνόν εξημέρωσεν ο Θεός την ημέρα, το σκλαβίν έξεεν την πολιτεία, τι πολιτεία ήτο' εξεέντα, και ππώς ήτον εκεί η ώμορφη του κόσμου, 'μ' εν είπεν τίποτε του βασιλόπουλλου. Το βασιλόπουλλον, 'πού 'γύριτζε για να την εύρη, εν έξεε, ππως ήτον εκεί. Έβγαινεν όξω, εγύριτζεν 'πάνω κάτω, που να καταλάβη τίποτε; Το σκλαβίν απού την πρώτην ημέραν έρώτηξεν, έμαθε 'σε ποιον καφεννέν 'πάει ο βασιλέας εκείνου του τόπου' 'πέρει το βασιλόπουλλον, επιάσα φιλίαις με το βασιλέα, όποτ' εθέλαν, επααίνναν, εύρισκαν τον, εκουβεντιάτζα.

Το σκλαβί μιαν ημέραν έκατσεν, εψιλορώταν τη γρηά: «Τι τόπος είναι, τι καλά γέμει;» Λέει του η γρηά: «Έω δα 'ναιν δα, παιδάκιν μου, 'που 'χει την ώμορφην του κόσμου 'πού λέου». Λέει της το σκλαβί: «Κιαάκο, παραμάννα, εν 'πάει πούετε αύτη η ώμορφη του κόσμου; Ας είναι δα, παραμάννα, έθελα κ' εγώ να την 'δώ, να μην 'πάω 'ς τον τόπον μου και λέω, ππως ήρτα κ' εν την είδα». Λέει του εκείνη: «Μάνα μου, παιδάκι μου! 'μπορεί λοάτε μου καένας να τη 'δή, 'πού κάεται γουλογκλειδωμένη μέσα 'ς το παλάτι; να, μοναχά την νύχτα, 'σαν θα κάτσου τα ποδαρικά, 'βγάλλουν την μουρωμένη σαράντα στρατιώταις 'πού 'μπρός και σαράντα 'πού πίσω, και πέρουν της 'ς της δασκάλισσας' 'πάει μέσα 'ς της δασκάλισσας, οι στρατιώταις φυλάουν απ' όξω" δειχτεί της δα η δασκάλισσα να μάθη να διαβάτζη, να ράβγη, να πλέκη, κιαάκο καένα δυο ώραις ύστερ' απού τα μεσάνυχτα βάλλουν την πάλαι μέσ' 'ς την μέσην τω, 'πέρουν την 'ς το παλάτι' κ' έτσε γούλαις της νύχταις». Λέει της το σκλαβί: «Και πού 'ναιν της δασκάλισσας»; Λέει του: «Μάννα μου, παιδάκιν μου! και τι 'ναιν 'π' α το κάμης της δασκάλισσας το σπίτι; Τάξη και 'ξέεις το κιόλα' μ' εν ημπορείς νάμπης να την εύρης μηέ 'μέραν μηέ νύχτα" καέναν άλλον 'πού εν βάλλει μέσα μοναχά την βασιλοπούλλα». Τι τα θέλεις; Εψάρεψεν τη γρηάν, εκατάλαβεν, 'πού ππέφτει το σπίτιν της δασκάλισσας· πάει απού ημέραν αυτός, ηύρεν το σπίτι, είδεν τα κατατόπια, κιαάκο επήεν, ηύρεν το βασιλόπουλλον, εκαούνταν ματζή, μ' έν τούλεεν τίποτε...

'Σαν ενύχτιασεν καλά, βάλλει καμπόσα 'διαμάντια 'ς την περεσίκαν του, φεύγει, 'πάει, σκαλλιάτζει, 'βγαίννει 'πάνω 'ς την περιώρα, ρίχτει μέσα 'ς την ναυλή μιαν φουχτιάν διαμάντια, κιάακο κατηβαίννει, φεύγει. Ήρτεν η βασιλοπούλλα, εκουρκουνίσαν την πόρταν της δασκάλισσας. Βγαίνει η δασκάλισσα να πάη ν' αννοίξη, θωρεί 'ς την ναυλήν κ' εστράφταν κάτι πράματα... εθάμμαξε" πιάννει, τι να 'δή διαμάντια" μαεύγει τα, κρύβγει τα. Έλα δα, έννοιξεν, ήμπεν η βασιλοπούλλα μουρωμένη, έδωκέν της το μάθημα, επήράν την πάλαι οι στρατιώταις, επήράν τη 'ςτο παλάτι. Την άλλην νυχτιά εβλάτισεν πάλαι την γίδιαν την ώραν το σκλαβί, 'πάει, σπέρει άλλην μιάν φουχτιάν διαμάντια 'ς την ναυλήν

Σελ. 291
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/62/gif/292.gif&w=600&h=915

της δασκάλισσας. Θωρεί τα πάλαι η δασκάλισσα, εμάεψέν τα, λέει μέσα της: «Εγώ πρέπει να παραγλεπίσω, να 'δω, τις είναιν αύτος 'που τα ρίχτει αύτα»! Την τρίτην την νυχτιά, 'πάνω 'πού 'σκάλιασεν το σκλαβί κ' έθελεν να ρίξη τα διαμάντια πάλαι 'ς την ναυλή, 'ρπά τον η δασκάλισσα 'πού την χέραν, άσυλα αύτο δα εύρευγεν κ' εκείνος, 'μπαίννει μέσα 'ς την ναυλή, λέει της: «απ' αύτα γέμω να σου δώκω, όσα θέλης, μοναχά να με κρύψης μέσα να 'δω την βασιλοπούλλα». Η δασκάλισσα τολοιπόν εφοήθη, λέει του: «Μάννα μου, εν είναι πράμαν να ενή, γιατί, 'σαν το μάθη ο βασιλέας, 'πάουν τα κεφάλια μας και των ιδυωνών μας». Τι τα θέλεις; Το σκλαβί καταφέρνει τη, βάλλει τον μέσα 'ς το σπίτι, 'ντύνει τον γυναικίτικα, καθίτζει τον 'ς έναν καντούνι, δόνει του κ' έναν παννί και μιαν βολώνα να την περνά, τάξη και 'ρκινά να μάθη να ράβγη.

Τα μεσάνυχτα έρκεται η βασιλοπούλλα, μπαίννει μέσα 'ς το σπίτι, θωρεί το σκλαβί, εταράχτη, πρώτην βολάν να 'δή κι' άλλην γυναίκα 'ς της διδασκάλισσας. Λέει της: «'Μμέ γιατί έτσε, δασκάλισσα; 'μ' ύστερα 'σαν τα μάθη ο αφέντης μου»; Λέει της η δασκάλισσα: «Εν πατσέρει, κοράκιν μου, μια αξαέρφη μου τσοπάννησσά 'ναι κ' ήρτεν να κάτση κοντά μου καμπόσαις 'μέραις, ππας και μάθη να περνά καμμιάν βολωνιά, για να 'μπαλλόννη». Τι τα θέλεις; Εκατασύχασεν την βασιλοπούλλα" εμάλλοννεν δα και του σκλαβιού πότε πότε: «Ε, τσοπάννησσά, ε Γερώδη, έτσε πέρνα την βολώνα, έτσε κάμνε» ... Α τα κοντολοούμεν, από νύχταν εις νύχτα, εφιλιώθησαν πιόν καλά η βασιλοπούλλα με το σκλαβί" αμμέ το σκλαβίν ήτον κ' εκείνον πολλύν ώμορφο' ερκινήσαν πιόν κ' επαίτζαν κιόλα. Εκεί 'πάνω 'ς τα παιχνίδια, μιαν νυχτιάν εκατάλαβεν η βασιλοπούλλα ππως ήτον παλληκάρι. Ε! όππως κι' αν ήτο, 'ς την αρκήν εταράχτην πολύ' ύστερα με το κολάιν το σκλαβίν εκατασύχασέν τη' κ' η δασκάλα απού την άλλην μεριά λέει της: «Κι' αυτός βασιλόπουλλον είναι, πιόν καλόν εθ θαύρης». Τι τα θέλεις; Η βασιλοπούλλα εγάπησέν το το σκλαβί. Λέει της το σκλαβί: «'Μμέ τώρα ππως θα κάουμεν να φύουμε»; Λέει του η βασιλοπούλλα: «Εμέναν απού 'δώ και 'λλίαις 'μέραις θα με 'παντρέψου' ο γάμος θα βαστάξη σαράντα 'μέραις και σαράντα νύχταις, και 'πάνω 'ς της σαράντα 'μέραις, έχουμεν συνήθειο 'ς τον τόπον μας, η νύφφη ματζήν κι' άλλαις γυναίκες 'πάουν όξω απού την πολιτείαν και θυμιάτζουν τα μνημόρια των 'πεθαμμένω. Ταλοιπονίς θα 'πάω κ' εγώ και θα ξεστρατίσω κομμάτιν, και να 'σαι χατζίριν με τάλοον, να με 'ρπάξης, να φύουμε». Λέει της το σκλαβί: «Καλόν ταλοιπονίς, έτσε να καούμε»... Έφυεν η βασιλοπούλλα, έφυεν και το σκλαβίν το πωρνό, 'πάει 'ς της γρηάς.

Το βασιλόπουλλον είχέν το χαμένον το σκλαβίν τόσαις 'μέραις " εν έξεεν που 'κάεται κ' εχολομάνε. Θωρεί το. «Πρε, που 'σου; τι 'κάμνες; 'μμέ γιτήρταμε»; Λέει του το σκλαβί: «Άχχου, αέρφι! έμπλεξα 'σε μιαν ταβέρναν τόσαις 'μέραις κ' έπαθά σου τα χακά της μοίρας μου, κ' είδα κ' έπαθα να ξημπλέξω, μοναχά μην τα 'ρωτάς».

Επεράσαν καμπόσαις 'μέραις, να'μιαν ημέρα κ' εδιαναλούσα, ππως 'παντρεύγουν την βασιλοπούλλαν με του βετζύρη τον υιό, και προσκαλούσαν τον

Σελ. 292
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/62/gif/293.gif&w=600&h=915

κόσμο 'ς το γάμο. Γροικά το βασιλόπουλλο, ερώτηξεν, έμαθε, ππως ήτον αύτη δα η ώμορφη του κόσμου. Τρέχει, λέει του σκλαβιού: «Πρε αέρφι, εδώ κάεται και 'παντρεύγουν την κιόλα». Λέει: «Ινναί». «Πρε, 'με τώρα; εγώ θα σκάσω, θα 'πάω να πνιώ». Λέει του το σκλαβί: «Πρε, μην φοάσαι». Τι τα θέλεις, το βασιλόπουλλον έρκετόν του να λωλλαττή. Τι να κάμη το σκλαβίν; λέει του: «Έτσε κ' έτσε θα κάουμε να την κλέψουμε και μην σου φύη λόος». 'Σάν έκουσεν το βασιλοπουλλο, 'σάννα κ' εσυνήφερεν κομμάτι' εκάμναν πιόν τον αδιάφορο...

'Ρωτά το σκλαβίν την γρηά: «'Πε μας δα, παραμάννα, τι συνήθειαν έχητε 'ς τους γάμους εδώ 'ς τον τόπον σας»; Λέει του η γρηά: «Να, παιδάκια μου' 'σάν θα τους 'παντρέψου, 'βγαίννει η νύφφη με τον δίσκον τον μαλαματένον να κεράση και ρίχτει της δα πιόν πάσα ένας κατά την δύναμίν του, ό,τι προαιρά, γη φλουριά, γη άλλον τίποτες 'πού να 'ξίτζη δα». Α τα κοντολοούμεν, ήρτεν να 'πούμεν η κεριακή, ερκίνησεν ο γάμος, επροσκαλέσαν δα και το βασιλόπουλλο και το σκλαβί, 'σάν βασιλοπούλλα 'πούσαν και τα δυο. Πιάννει το σκλαβί δόννει του βασιλόπουλλου έναν μονόχερον διαμάντια, έβαλεν κ' εκείνο μια φουχτιά 'ς την περεσίκαν του, επήα 'ς τον γάμο. 'Σάν είδεν την βασιλοπούλλαν το βασιλόπουλλο, εκόντεψεν να χάση τον νουν του. Το σκλαβί γούλον τον εγκούνιατζε. «Φρένιμα, τ' αέρφι, φρένιμα, τ' αέρφι, και μην σε μέλλει». 'Βγαίννει η βασιλοπούλλα να κεράση, ρίχτει της ο βασιλέας έναν μονόχερο φλουριά, ρίχτει της κι' ο βετζύρης καμπόσα φλουριά' 'πάει και 'ς το σκλαβί και 'ς το βασιλόπουλλο, ρίχτουν της απού μιάν φουχτιά διαμάντια' έστραψεν ο δίσκος κ' εθαμπώσαν τα 'μμάτια γουλωνώ. Θωρεί ο βασιλέας, λέει μέσα του: «Να βασιλοπούλλα, να 'τον δα κανένας τω γαμπρός μου, να 'πώ και 'γώ, γόχι επήα κ' έκαμα τέτοιον γαμπρό»!!.. Ετρώαν δα, επίνναν, εξηφαντώνναν γούλαις της ημέραις' παιχνίδια πιόν θέλεις, χορούς!... Ήρταν η σαράντα, λέει το σκλαβίν του βασιλόπουλλου: «ήρτεν ο καιρός' 'τοιμάστου δά τώρα, γατί θα 'πααίννουμε». 'Πάνω 'πού 'κάθιτζεν ο νήλιος, εδώκαν της γρηάς το μπαξίσιν της, καμπόσα διαμάντια. «'Φίννουμεν υάν, παραμάννα». «'Σ το καλόν, παιδάκια μου, 'παννήτε 'ς το καλό». Καβαλλικεύγουν 'πάνω 'ς τάλοά των, φεύγου. 'Σάν ήβγαν όξω απού την πολιτείαν κ' επήαν κοντά 'ς τα μνημόρια, εξηστρατήσαν κομμάτι, εστάθουσαν κ' ελειμαίνα. Έκει δα, 'σαν επάρτην το φως, να κ' ενεφάναν κ' ερκούνταν η βασιλοπούλλα, η αντραέρφη της κι' άλλαις γυναίκες, κ' επααίνναν να θυμιάσουν τα 'πεθαμμένα τω. Θωρεί τους η βασιλοππούλλα, ξηστρατίτζει ματζήν με την αντραέρφην της και σίξα 'πάνω 'ς το σκλαβί. 'Ρπά το σκλαβίν την βασιλοπούλλα, βάλλει την 'πάνω 'ς τάλοόν του, λέει και του βασιλόπουλλου: «Τι θωρείς; και σου την άλλη». 'Ρπά και εκείνος την αντραέρφην της 'πάνω 'ς το δικόν του τάλοο και δόννουν τω δρόμον. Τ' άλοά των καλά, εήνουνταν άττητοι. Χάννουν η άλλαις η γυναίκες την βασιλοπούλλα και την αντραέρφην της, φωνάτζου, γυρεύγου ταις, εν εμπορούσαν να της εύρου' 'πάου, λέουν τα του βασιλέα και του γαμπρού. Ο

Σελ. 293
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/62/gif/294.gif&w=600&h=915

βασιλέας εκατάλαβέν τα, ποιος της έκλεψεν και μη επάτσαρέν το. Ο γαμπρός ήρτέν του να σλάση κ' έστειλεν να της γυρεύγη, κι' ακόμια γυρεύγουν ταις...

Ας 'φήκουμεν το γαμπρόν και τον βασιλέα, κι' ας πιάσουμεν το σκλαβίν και το βασιλόπουλλο. Πορπατούν, πορπατού, πορπού 'πά' 'ς τάλοα, έφτασα 'ς τον πύργο. Κατηβαίννουν, εκάτσαν, εποψυχήσα, κιαάκο 'ννοίει το σκλαβίν της κάμαραις, επιάαν τόσαις μονέδαις και τόσα διαμάντα εμπορούσα, καβαλλικεύγουν πάλαι, 'πάου 'ς τον αφέντη τω, ματζήν κ' η κοπέλλαις, λέουν του τα' εδέχτην τους δα ο βασιλέας πολλύν ώμορφα. Λέει το σκλαβίν της βασιλοπούλλας: «Το βασιλόπουλλον θα πάρης». Γροικά η βασιλοπούλλα, εχόλιασε, λέει του: «Εγώ εσέναν θέλω' αν ήτον για 'κείνον, εγώ εν έκαμνά 'τσε' εγώ για 'λλόου σου 'κόψα». Το σκλαβίν πιόν έλεέν της: «Το γίδιον είναι, γη εγώ γη εκείνος' αυτός είναιν ο αερφός μου ο καλός, αυτός είναιν το βασιλόπουλλον, κ' έρκεται μάξους για 'λλόου σου, κ' ήρτα κ' εγώ μεταυτικού ματζήν του. Εσού να πάρης αυτόν, κ' εγώ θα 'πάρω την άλλην, την αντραέρφην σου». Τι τα θέλεις; εκατάφερέν την, επήρεν το βασιλόπουλλο, επήρεν και το σκλαβίν την αντραέρφην της, 'που 'κοψεν ματζήν της, 'μ' ήτον κ' εκείνη πολλύν ώμορφη. Εκάμαν πιόν γάμους και χαραίς κ' εμαεύτην ο κόσμος...

Την νυχτιάν 'πού θέλαν να 'πάουν να ππέσουν το βασιλόπουλλο μαζτήν με την βασιλοπούλλα, το σκλαβίν έξεε, ππως έθελεν να των 'κλουθήξη μεάλον κακόν, να χαθούν κ' οι δυο. Λέει του βασιλόπουλλου: «Αέρφι, εγώ θέλω να ππέσω 'ς τον ίδιον νοντά, να μου στρώσητε κ' εμουνού παρακεί κομμάτι απού το κρεβάττι σας, να ππέσω». Το βασιλόπουλο 'σάννα κ' εν έθελε, 'μμέ το σκλαβίν 'πού τους ελιπάτο!!.. Απού 'δω 'χεν, απού 'κει 'χεν, εκατάφερέν τον' εστρώσάν του κ' εκεινού εκεί δα κοντά τω. Επήεν το βασιλόπουλλον, έππεσεν με την γυναίκάν του, έππεσεν και το σκλαβί 'ς το 'δικόν του το γιαττάκι. Εκοιμήθησαν το βασιλόπουλλον κ' η βασιλοπούλλα πολύ βαρειά. Το σκλαβάκιν έκατσεν, εφύλαε βάρδια, εκόρδισεν και την σάί'τταν του κ' έχεν την κοντά του και το σπαθάκιν του. Έκει δα τα μεσάνυχτα κάμνει μια βροντή, και σκίτζεται η σκέπασι, και καλουμέρεται κάτω ένας δράκος, θερίον μεάλο, για να φάη το βασιλόπουλλον και την βασιλοπούλλα. Ευτύς το σκλαβί σάίττεύγει το, εσκότωσέν το. Λέει του το θεριό: «Αν το καυκιστής, ππως εσκότωσες τέτοιο θεριό, να ενής γούλος μάρμαρο». Λέει το σκλαβί: «Ας σε σκότωσα γω, κι' ας είναι». Κιαάκο πιάννει το σπαθάκιν του και κάμνει το θεριόν μουρέλλα μουρέλλα, κ' εκουβάλησέν το όξω, κ' έσκαψεν ένα λάκκο ομπρός 'ς την πόρταν κ' έχωσέν το. Υστερα εφοάτον ακόμια, μπας κ' έρτη και καέναν άλλον θεριό πάλαι και φάη τους' επήεν κοντά 'ς το κρεβάττιν των κ' έκατσεν κ' εβάσταν και 'ς τη χέραν του το σπαθάκιν του σηκωμένον, αν τύχη πάλαι τίποτε, νάναιν απίκου. Εκεί 'χέν το τώμα πιασμένο, κι' απού τον πολλύν τον άγωνα επήρέν το ο νύπνος έτσε δα ξησπαθωμένο. 'Σαν εξύπνησεν το βασιλόπουλλο, θωρεί αό 'πάνω των το σκλαβί ξησπαθωμένο, κ' έτσε 'πού 'τον ρηχός 'ς τον νου, εθάρρεψε, ππως έθελεν να τον ισκοτώση για την γυναίκα. Σύρνει της φωναίς κ' επήρεν τον κόσμο. «Πρε, ήρτες να με σκοτώσης; Σαν την έθε-

Σελ. 294
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/62/gif/295.gif&w=600&h=915

έθελες, πρε, ας την έπερνες εσού, γόχι να γυρεύγης να με σκοτώσης...». Απού της φωναίς του ετρέξαν απού μέσα απού το παλάτι, εξύπνησεν και το σκλαβί τζαλισμένο, εκατάλαβέν τα, ππώς απού την πελεβάραν του το βασιλόπουλλον εφοήθη, αμμ' ελυπήθη, γιατί εν εμπόρεν να 'μολοήση, τι και τι 'τρεξε, γιατί 'θελεν να καυκηστή... Λέει του: «'Σύχασε, πρ' αέρφι, 'σαν έθελα, εν τη έπερα εγώ την γυναίκάν σου; 'μμ' εγώ 'γαπώ σε, εγώ πολεμώ για το καλόν σου». Το βασιλόπουλλον εν έπερνεν απού τέτοια λόγια, μοναχά εφώνατζεν" η βασιλοπούλλα εκαταλάβαινέν τα, 'μμέ τι να 'πή;

Α τα κοντολοούμε, μαθθαίννει τα ο βασιλέας, διατάσσει να 'πα', να κρεμμάσουν το σκλαβί. Ήρτεν ο τζελλάττης, επήρέν το εκεί 'πού 'τον να το κρεμμάσου... εμαεύτην ο κόσμος' επήεν κι' ο βασιλέας, η βασιλοπούλλα, το βασιλόπουλλον, η δωδεκάδα... Το σκλαβίν ετζήτηξεν να του φέρουν έναν παπάν να 'ξημολοηθή, ηύρέν το η δωδεκάδα, εδιατάξαν, εφέραν του έναν παπά. Ερκίνησεν να 'μιλά φρότσα... Λέουν του να τα 'πη κρυφά του παπά, λέει: «Εγώ εν θέλω να τα λέω κρυφά, θέλω να τα λέω φροτσα, να τα 'κούση ο κόσμος».

'Ρκινά πιόν το σκλαβίν λέει: «Αφέντη βασιλέα...». Λέει του ο βασιλέας: «Πρε μπάσταρδε, μη με λέεις αφέντη...». Λέει το σκλαβί: «Ας είναι, μπάσταρδος είμαι... τολοιπόν, 'σαν εφύαμεν κ' επααίνναμε, τι μας είπες, αφέντη»; Λέει του πάλαι ο βασιλέας φουσκωμένος: «Μην με λέης, σου λέω, αφέντη». Λέει το σκλαβί: «Εν μας είπες, σαν θα 'πααίννητε, θαύρητε πρώτα έναν κιόσκι, 'μπητε μέσα, φάητε, πιήτε, 'μμε την κατάραν μου νάχητε, να μην ιππέσητε μέσα, ναύγητε όξω να ππέσητε, και μη φοάστε; παρακεί εν μας είπες, αφέντη...». Λέει του ο βασιλέας: «Πρε, μη με λέγης, σου λέω, αφέντη». Λέει το σκλαβί: «Ας είναι' παρακεί εν μας είπες, ππως έχει έναν δέντρο, και να κάτζουμεν απού κάτω, να φάουμεν, να πιούμε, 'με την κατάραν σου νάχουμεν να μην ιπππέσουμεν απού κάτω; παρακεί εν μας είπες ππώς θαύρητε έναν πύργον μέσα 'ς έναν κάμπον και νάμπητε να φάτε, να πιήτε, μοναχά την κατάραν μου νάχητε, μέσα να μην ιππέσητε και να 'βγήτε όξω να κοιμηθήτε και μην φοάστε; Εμείς εφύαμεν, επααίνναμε, ηύραμεν το κιόσκι, ήμπαμεν μέσα, ηύραμεν στρωμένα ώμορφα, ερκούνταν γούλα μοναχά τω, καφέδες, τσιμπούκια, φαγιά, πιοτά λογιών των λογιώ... εκάτσαμεν, εφάαμεν, ήπιαμεν, κιαάκο έθελεν ο αερφός μου να ππέσουμεν μέσα' εγώ εν έππεσα, εκείνος έππεσεν κ' εκοιμήθη. Εγώ εμπόδιτζά τον, ελεά του: 'μ' εν μας έφηκεν την κατάραν του ο αφέντης μας, να μην ιππέσουμεν μέσα; 'με σου τι κάμνεις; ψώματα, αέρφι»; Λέει του κι' ο αερφός πιο: «Εν είμ' εγώ αερφός σου»' εφώνατζεν του κι' ο βασιλέας γούλον: «Μην με λέης αφέντη, πρε, μην με λέης αφέντη, εγώ αφέντης σου εν είμαι». Το σκλαβί λέει: «Εσένα επηρέν σε ο νύπνος' εγώ εν έππεσα' έκατσα κ' εφύλαα' εκεί δα τα μεσάνυκτα εσείστην το κιόσκι και να και 'νέφανεν ένας δράκος με τρεις κεφάλαις. Λέει: «Πρε ππούστηδες, εν τας ιφτάννει που 'πάητε κ' ήπιητε, μοναχά εθέλητε και να ππέσητε και 'ς της μοναίς μου»; Λέω του: «Ε, και τι θα κάμης»; Λέει: «Τώρα θα σας φάω». Ευτύς εγώ εν 'παίρω καιρό, ρίχτω την σάίτταν μου, 'πηρά τον και της τρεις της

Σελ. 295
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/62/gif/296.gif&w=600&h=915

κεφάλαις του δράκου. Σαν εμισοσφάρα, λέει μου το θεριό: «Αν καυκηστής, πρε, σου, ππως εσκότοσες τέτοιο θεριό, να ενής μάρμαρον ως τα γόνατα». Αν δεν πιστεύγητε, να κ' η γλώσσαις του. 'Βγάλλει ταις, δίχτει των ταις. Ευτύς εγένετον το παιδί μάρμαρον άσπρον ίσα με τα γόνατα. Ε, τότες πιο είδεν ο κόσμος, εφωνάτζαν: «κρίμα 'ς το παλληκάρι». Εβρίτζαν τον βασιλέα. Το βασιλόπουλλον κ' εκείνον κ' ο βασιλέας εχολιάσαν, εμετανοιώσα... εφωνάτζαν του, μάννα μου, αδέρφιν, ο ένας, μάννα μου, παιδίν μου, ο άλλος. Ελεέν των το σκλαβί: «Τώρα πιόν είμαι παιδίν σου; τώρα πιόν είμαι αέρφι σου; Εκείνον το θεριόν εκατάκοψά το, έριξά το όξω" παρακεί πααίννουμε, 'βρίσκουμεν έναν δέντρο»... Εφωνάτζαν του πιόν, επαρακαλούσαν το ο βασιλέας, το βασιλόπουλλο: «Μην τα πης, παιδίν μου, αέρφιν μου, φτάννει πιόν, παιδίν μου, αέρφιν μου, και 'μεις να σε θρέφουμεν, να σε πατίτζουμεν, να σε ταίτζουμε»... το σκλαβίν εφώνατζεν: «Α τα 'πώ θέλω. Ερίσκουμεν το δέντρο, εκάτσαμεν πάλαι εφάαμεν, ήπιαμεν' εσού έθελες πάλαι να ππέσουμεν απού κάτω' εγώ εν σ' έφιννα. Εσού εν έθελες, έππεσες πάλαι, επηρέν σε ο νύπνος' εγώ εφύλαα βάρδια. Τα μεσάνυχτα έρκετ' ένα θεριό πιο μεάλο μ' έξη κεφάλαις' σκοτόννω το κ' εκείνο' λέει μου: Αν το καυχηστής, πρέ ππούστη, ππώς εσκότωσες τέτοιον θεριό, να ενής μάρμαρον ως τη μέση. Αν δεν πιστεύγητε, να κ' η γλώσσαις του». Ευτύς εήνετο μάρμαρον ως την μέση. Εφιονάτζαν του πάλαι: «Σώννει, παιδίν μου, αέρφιν μου, μην τα 'πης πιο»... Ινναί! εκείνος εν' εγροίκα. Έκλεεν πιον ο βασιλέας, το βασιλόπουλλο, εναελούσάν τους πιον ο κόσμος γούλος. Το σκλαβίν λέει τω: «Παρακεί 'πάμε, 'βρίσκουμεν έναν πύργον' ήμπαμεν, εφάαμεν, ήπιαμε' έππεσεν πάλαι ο αερφός μου, εγώ εκάουμουν κ' εφύλαα' έρκεται ένας δράκος μ' εννέα κεφάλαις' εσκότωσά το' να και η γλώσσαις του. Ειπέν μου κι αυτό, αν το καυκηστώ, να ενώ μάρμαρον ως τον λαιμό». Ευτύς το παιδίν εήνετο μάρμαρον ως τον λαιμό. Ετότες πιόν εκλαιούσαν πιο πολύ' το σκλαβί εν έθελεν να 'πάψη. «Επήαμεν, ηύρα την ώμορφην του κόσμου... ψωματικά; Εγώ εν σου την ηύρα; για 'μέναν εν έκοψε; ψωματικά; Εγώ της είπα να πάρη εσένα' 'σαν εθελά δα, εν σκότοννά σε κι' από πρώτα; μ' εν έθελα, και 'σαν επαντρεύτης, την νυχτιά 'πού 'πήες κ' έππεσες με την γυναίκα σου, έξεα τι 'θελεν να σου 'κλουθήξη, κ' εν επήα κ' εγώ να ππέσω με την γυναίκαν μου, μοναχά έκατσα πάλαι κ' έφύλαα βάρδια, κ' εκεί δα τα μεσάνυντα κάμνει βροντή και σκίτζεται η σκέπασι και καλουμέρεται κάτω ένας δράκος θεριό μεάλο, για να σας φάη και τους δυο. Σαιττεύγω το, σκοτόννω το, κιαάκο κάμνω τον μουρέλλα μουρέλλα, εκουβάλησά το, έχωσά το μέσα 'ς ένα λάκκον ομπρός την πόρτα, 'με 'σάν εμισοσφάραν, ειπέν μου κι' αυτός, αν το καυκηστώ, ππως εσκότωσα τέτοιον θεριό, να ενώ γούλος μάρμαρο». Ευτύς έγεινεν πιόν μάρμαρον γούλος. Επήαν πιόν κ' έσκαψαν κ' απ' όξω απού την πόρταν του παλατιού κ' έβγαλαν τω θεριό κομμάτια κομμάτια. Επίστεψαν πιόν γούλοι. Το βασιλόπουλλον έκλαιεν κ' εδέρετο. Εσήκωσεν πιόν το μάρμαρο κ' επήρέν το 'ς τον νοντάν του κ' έστεσέν το, κ' έχεν το, κ' εθούμιατζέν το πωρνό βραδύ 'σαν 'κόνισμα.

Σελ. 296
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/62/gif/297.gif&w=600&h=915

Επέρασεν δα καένας χρόνος, εγέννησεν η βασιλοπούλλα έναν παλληκαράκι κ' έχεν το 'ς το σκαφίδι. Μια νύχτα, 'ξημέρωμα, μεάλην κυριακή, θωρεί 'ς τον νύπνον της μιάν γυναίκαν ασπροφόρα' ήτον η Παναγιά, λέει της: «Ανισωστά και θέλεις να τζωντανέψη πάλαι ο αντράερφός σου, να σφάξης το παιδίν σου, να λειψής το μάρμαρο γούλο με τωμάν του, και να βάλης το παιδί 'ς το φούρνον να γένη άττος, και να πιάσης τ' άττος να 'ρτύσης το Μάρρμαρον, να ππέσουν γούλα τα μάρμαρα να ενή πάλαι 'σάν πρώτα».

Ε, η βασιλοπούλλα τώρα εξεέν τα, ππως το σκλαβίν έπαθεν τα ε,τι έπαθε για λλόου της κ' εγνώριτζέν του μεάλην χάρι κ' έλυπάτον πολύ" ξυπνά 'πάνω 'πού 'φυεν το βασιλόπουλλο 'ς την νεκκλησά' εν χάννει καιρό, πιάννει, σφάτζει το παιδίν της, και μαεύγει τώμα, και βάλλει το παιδί 'ς το φούρνο' τολοιπόν οι φούρνοι ήτον πυρωμένοι από σπέρας 'πού 'κάμναν τα βωτυρένα των και της αβδοκούλλαις τω" εγίνην ευτύς το παιδίν άττος. Πιάννει τώμα, 'λείβγει το μάρμαρον γούλον απού 'πάνω που την κορφή, γίσα με τα πόδια' κιαάκο 'ρτυεί τα με τ' άττος. Εθώρες πιόν κ' εππέφταν τα μάρμαρα χάμαι, 'μμ' εν έτζωντάνευγε. Έλεεν αύτη μέσα της: «πρε, 'μμε τ' έχει; πρε, 'μμε 'κει 'πέν μου τα η παναγιά...». Εκεί εξήασεν να 'λείψη τα πλατόποδά του απού κάτω... Έλα δα, εκατάλαβέν τα, έγεμεν ακόμια κομμάϊν αίμα, 'λείβγει τα κ' εκείνα, ετζωντάνεψεν πιόν το σκλαβί, κ' εήνετον πια 'μορφος απού μπρί. Λέει της: «Ντύσου δα τώρα να βάλης τα καλά σου τα ρούχα, να παμεν 'ς την νεκκλησά». Επήαν... Θωρεί το βασιλόπουλλον την γυναίκάν του κ' έρκετον ματζήν μ' έναν ώμορφον κ' εστάθουσαν κοντά κοντά 'μέσ' 'ς την νεκκλησά... Που να βάλη ο νους του, ππως ήτον ο αερφός του!.. Ευτύς εκακοπήρεν ο νους του. Λέει μέσα του: «Του διαόλου την κόρη, φίλον έχει κ' έφερέν τον και 'ς την νεκκλησά, κ' εν ιντρέπεται». Εχολομάνησεν πολλύ, 'μ' έλα 'πού τον και νεκκλησά!! Εμάνιτζεν πιόν να 'πολύκη, να 'πάη 'ς το σπίτι, να την καταπιάση.

Έλα δα επόλυκεν' αυτός έν ελείμενεν μηέ να πάρη αντίδερο, επήε 'ς το σπίτ' του χολομανισμένος, τ' εν τον εχώρεν το σπίτι. Ήρταν αό 'πίσω της κ' η γυναικά του και το σκλαβί χαρούμενοι. Ευτύς εκείνος εκατάπιασέν τη: «Μωρή, εν εντρέπεσαι; Τις ειναιν έουτος, 'πού τον κουβαλάς ματζήν σου»; Λέει του εκείνη: «Τις είναι; 'μμ' ο αερφός σου δα 'ναι». Γυρίτζει εκείνος να 'δή το μάρμαρον, εν έκάετο... ετότες εγρώνισέν τον πιον, έχυσεν 'πάνω του κ' εγκάλιατζέν τον, κ' εφίλαν το. Ερώτηξεν δα πιο, ππώς ήτον κ' ετζωντάνεψε, λέει του η γυναίκα: «Να, έτσε κ' ετσ' έκαμα». Πέρει τον να του δείξη το σκαφίδι, 'πού 'λειπεν και καλά το μωρόν απού μέσα, τι να δου; θωρούν το κ' εκάετον μέσα τζωντανό κ' εκοιμάτο... Ετότες δα πιόν ήτον η χαραίς...

Μή' εγώ 'μουν εκεί, μή' εσείς πιστέψητε.

Ζωγράφειος Αγών 1, 1891, 254-262, αρ. 5, Σύμη.

Σελ. 297
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/62/gif/298.gif&w=600&h=915

ΣΥΝΘΕΤΙΚΗ ΠΑΡΑΛΛΑΓΗ

I. Η μαγική γέννηση

α: Δύο αγόρια" α1: ένα βασιλόπουλο" α2: κι ένα βεζιρόπουλο" α3: παιδί παπά' α4: παιδί της υπηρέτριας' α5: παιδί του ψαρά' α6: παιδί τσιγγάνας' α7: άλλο.

β: Γεννιούνται με θαυμαστό τρόπο' β1: από τις παρακλήσεις των γονιών τους που δεν μπορούσαν να αποκτήσουν παιδιά' β2: με το φάγωμα ενός μαγικού μήλου' β3: άλλου καρπού ή ζώου' β4: δοσμένο από ένα γέρο' β5: μια γριά' β6: άλλο πρόσωπο' β7: το οποίο μια άκληρη βασίλισσα μοιράστηκε με μια άλλη άκληρη γυναίκα' βδ: η άλλη γυναίκα έφαγε μόνο τα φλούδια' β9: έφαγε το δεύτερο μαγικό μήλο.

γ: Τα δυο παιδιά μεγαλώνουν μαζί, σαν αδέρφια' γ1: ο σύντροφος του βασιλόπουλου είναι αντρειωμένος (έξυπνος, ωραιότερος, καρδιογνώστης κλπ.)' γ2: επειδή η μητέρα του έφαγε (και) τα φλούδια του φρούτου (ή το αρσενικό πουλί κλπ.).

δ: Ένα βασιλόπουλο έχει' δ1: έναν πιστό φίλο' δ2: μια πιστή αδερφή' δ3: έναν πιστό υπηρέτη (συνήθως πρόκειται για ένα ευγνώμονα νεκρό, όπως στο 507C, Η κόρη με τα φίδια)' δ4: συναντά έναν αγριάνθρωπο στην ερημιά, τον ημερώνει κι αυτός γίνεται πιστός του σύντροφος (όπως στο AT 502, Ο Αγριάνθρωπος).

II. Οι περιπέτειες στο δρόμο

α: Το βασιλόπουλο αναζητά με τη βοήθεια του πιστού συντρόφου' α1: την Πεντάμορφη (την Όμορφη του Κόσμου)' α2: μια βασιλοπούλα' α3: τη γυναίκα του χρυσοχόου (όπως στο 1419Ε, Underground Passage ίο Paramour's House)' α4: άλλη' α5: που αγάπησε' α6: αντικρίζοντας τη φωτογραφία (ζωγραφιά) της' α7: στο απαγορευμένο δωμάτιο' α8: ή την έφερε ένα υπερφυσικό ον' α9: που πληροφορήθηκε την ύπαρξή της από την κατάρα (ευχή) της γριάς" α10: αλλιώς' α11: και αρρώστησε από τον καημό του' α12: ένα βασιλόπουλο αναζητά νύφη.

β: Στον δρόμο το βασιλόπουλο και ο πιστός σύντροφος έχουν μια σειρά από τρομερές περιπέτειες (συνήθως τρεις)' β1: το βασιλόπουλο, παρακούοντας την εντολή του πατέρα του, περνάει τη νύχτα σε μια σειρά από απαγορευμένα μέρη" β2: στον πύργο (κάτω από το δέντρο, κοντά σε πηγή κλπ) όπου τα τραπέζια είναι στρωμένα μόνα τους, τα φαγητά έρχονται μόνα τους κλπ." β3: ενώ το βασιλόπουλο κοιμάται, ο πιστός σύντροφος μένει ξάγρυπνος και σκοτώνει τα θηρία που έρχονται να τους φάνε.

Σελ. 298
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/62/gif/299.gif&w=600&h=915

γ: Στο μέρος που έχουν κάνει στάση ο πιστός σύντροφος ακούει" γ1: κρυφακούει" γ2: τη συνομιλία κάποιων όντων' γ3: τα πουλιά' γ4: έτσι μαθαίνει' γ5: πώς θα φτάσουν στην κόρη' γ6: πως θα διασχίσουν τη θάλασσα (λίμνη)' γ7: πώς θα εξουδετερώσουν τους φυλακές της' γ8: για τους κινδύνους που θα απειλήσουν στη συνέχεια το βασιλόπουλο' γ9: δεν πρέπει όμως να μαρτυρήσει τα κατορθώματά του ή τις προφητείες που άκουσε γιατί θα μαρμαρώσει.

δ: Στον δρόμο (στον τόπο που φτάνουν) συναντούν πρόσωπα που τους δίνουν πληροφορίες, τους καθοδηγούν ή τους βοηθάνε στην αναζήτησή τους' δ1: μια γριά' δ2: μια δράκαινα' δ3: άλλο.

III. Η απαγωγή της κόρης

α: Η κόρη ζει α1: σε μακρινό τόπο' α2: σε παλάτι' α3: σε πύργο' α4: γυάλινο' α5: στη μέση της θάλασσας' α6: σε κάποιο υπόγειο μέρος' α7: μαζί με τον πατέρα της' α8: τα αδέρφια της' α9: που είναι οι σαράντα δράκοι' α10: τον αδερφό της' α11: τον άντρα της.

β: Φτάνοντας στον τόπο της κόρης ο αντρειωμένος σύντροφος κάνει διάφορα κατορθώματα' β1: σηκώνει μόνος του το καζάνι με τα 40 χερούλια που ήθελαν και οι σαράντα δράκοι για να σηκώσουν' β2: οι δράκοι τον παραδέχονται για δυνατότερο τους και τον βοηθούν' β3: του δίνουν την κόρη.

γ: Ο αντρειωμένος σύντροφος εξοντώνει το πλάσμα που φυλάει την κόρη' γ1: το δράκο' γ2: το θηρίο' γ3: άλλο.

δ: Ο πιστός σύντροφος' δ1: ή (και) το βασιλόπουλο' δ2: συναντά την κόρη μεταμφιεσμένος σε γυναίκα' δ3: έχοντας εξαγοράσει ένα πρόσωπο (δασκάλα, μοδίστρα κλπ.) της συνοδείας της' δ4: φτάνει στο δωμάτιο της ανοίγοντας υπόγειο πέρασμα' δ5: μεταμφιεσμένος σε ζώο" δ6: κρυμμένος μέσα σε ένα τεχνητό άλογο.

ε: Η κόρη δέχεται να ακολουθήσει με τη θέλησή της τους απαγωγείς' ε1: γιατί έχει ερωτευτεί το βασιλόπουλο" ε2: έχει ερωτευτεί τον πιστό σύντροφο που την προορίζει όμως για το βασιλόπουλο ε3: φεύγει με τους απαγωγείς' ε4: αφήνοντας στη θέση της κερένιο ομοίωμά της.

στ: Η κόρη παντρεύεται κρυφά το βασιλόπουλο (όπως στο 1419Ε, Underground Passage to Paramour's House) ' στί : ή με την παρουσία του πατέρα (του άντρα, του αδελφού) στα στεφανώματα, που δεν ξέρει όμως για ποια κοπέλα πρόκειται (όπως στο 1419Ε).

ζ: Το βασιλόπουλο με τη βοήθεια του πιστού συντρόφου' ζ1: απάγει (ουν) την κόρη' ζ2: και μια άλλη κοπέλα ως νύφη για τον πιστό σύντροφο' ζ3: όταν βγαίνει έξω με τη συνοδεία της' ζ4: τη μέρα του γάμου της με ένα άλλο βασιλόπουλο.

Σελ. 299
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/62/gif/300.gif&w=600&h=915

η: Τους καταδιώκει ο πατέρας της αλλά καταφέρνουν να ξεφύγουν" η1: επαινώντας όντα ή αντικείμενα στο δρόμο τους που στη συνέχεια αρνούνται να τους σταματήσουν" η2: άλλο.

Η συνέχεια όπως AT 302 (Η εξωτερική ψυχή) και AT 302Α* (Η αγριο

γουρούνα): η κόρη απάγεται από ένα υπερφυσικό ον, που το βασιλόπουλο ελευθέρωσε άθελά του (έναν αράπη, ένα δράκος, ο τριτοπεθαμίτης κλπ.). Ο πιστός σύντροφος την αναζητά και τη βρίσκει. Τη βάζει να μάθει από το υπερφυσικό ον που βρίσκεται η δύναμή του - σε τρία περιστέρια στην κοιλιά μιας αγριογουρούνας. Με τη βοήθεια της παπαδοπούλας ο πιστός σύντροφος νικά την αγριογουρούνα, σκοτώνει τα τρία περιστέρια κι έτσι πεθαίνει το δαίμονα. Επιστρέφει πίσω με την κόρη.

IV. Οι κίνδυνοι στο γυρισμό

α: Στον γυρισμό ο πιστός σύντροφος μαθαίνει ακούγοντας (κρυφακούγοντας) τη συνομιλία (λόγια) άλλων (των ίδιων) όντων' α1: των πουλιών" α2: του πουλιού' α3: για τους κινδύνους που απειλούν το βασιλόπουλο και την κόρη αλλά και τον τρόπο με τον οποίο θα τους αντιμετωπίσει, με τον όρο να μην αποκαλύψει το μυστικό αλλιώς θα μαρμαρώσει' α4: οι κίνδυνοι αυτοί υποβάλλονται από τους γονείς του βασιλόπουλου' α5: από τον πατέρα της βασιλοπούλας' α6: από κάποιο άλλο πρόσωπο.

β: Οι κίνδυνοι που αντιμετωπίζονται από τον πιστό υπηρέτη είναι: β1: να απαλλαγεί από τον φαρμακωμένο καφέ' β2: τη δηλητηριασμένη τροφή' β3: το δηλητηριασμένο ρούχο' β4: το άλογο που θα σκοτώσει το βασιλόπουλο (ή την κόρη)' β5: το σκυλί, που θα τον (την) δαγκώσει" β6: το αμάξι' β7: άλλο.

γ: Οι νέοι φτάνουν σώοι και παντρεύονται.

δ: Ο τελευταίος κίνδυνος είναι το φίδι (θηρίο, δράκος κλπ) στο νυφικό θάλαμο του ζευγαριού' δ1: που βγαίνει από το στόμα της νύφης (όπως AT 507C) ' δ2: ο πιστός σύντροφος το σκοτώνει, όμως η συμπεριφορά του παρεξηγείται' δ3: τον βρίσκουν με το σπαθί στο χέρι και νομίζουν ότι πήγε να σκοτώσει από ζήλια το βασιλόπουλο' δ4: ζητούν επίμονα εξηγήσεις' δ5: τον καταδικάζουν σε θάνατο αφού αρνείται να εξηγηθεί.

ε: Οι Μοίρες προλέγουν για το βασιλόπουλο μια σειρά από θανατηφόρα ατυχήματα' ε1: οι συμφορές προλέγονται με άλλο τρόπο' ε2: η πιστή αδελφή το μαθαίνει και τις αποτρέπει.

V. Το μαρμάρωμα και το ξεμαρμάρωμα

α: Ο πιστός σύντροφος αποκαλύπτει τους λόγους της συμπεριφοράς του αλλά μαρμαρώνει' α1: σταδιακά (γόνατα, μέση, λαιμός)' α2: ολόκληρος.

Σελ. 300
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/62/gif/301.gif&w=600&h=915

β: Ακούγοντας τη συνομιλία των ίδιων όντων' β1: με άλλον τρόπο' β2: το βασιλόπουλο' β3: η γυναίκα του' β4: άλλος' β5: μαθαίνει ότι μπορεί να ζωντανέψει τον πιστό σύντροφο' β6: σφάζοντας το νεογέννητο παιδί του' β7: και αλείφοντας το άγαλμα με το αίμα του (στάχτη του)' β8: στάζοντας λίγο από το αίμα του παιδιού πάνω στο άγαλμα' β9: με το αθάνατο νερό' β 10: με άλλο τρόπο.

γ: Το κάνει και τον ανασταίνει.

δ: Το παιδί ανασταίνεται' δ1: από ένα από τα υπερφυσικά όντα' δ2: αλλιώς.

ε: Ο πιστός σύντροφος παντρεύεται' ε1: την κοπέλα που τον είχε βοηθήσει στις περιπέτειές του.

ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΠΑΡΑΛΛΑΓΩΝ

ΗΠΕΙΡΟΣ

1. ΛΑ 1296, 415-418, Συρράκο, «Η καλή αδελφή». I: δ, δ2. IV: ε, ε2.

2. ΛΑ 1296 (ΣΜ 126), 448-453, Συρράκο, άτιτλο. I: α, α1, α7 (παιδί σιδερά), γ. II: α (το βασιλόπουλο αναζητά μόνο του), α1, α10 (στο τρίστρατο παίρνει το δρόμο που οδηγεί στην Όμορφη του Κόσμου). III: ζ1. IV: α, α1, α2, α3, δ, δ2. V: α, β1 (από τον ίδιο τον ήρωα), β5, β8, γ.

3. Hahn 1, 201-209, αρ. 29, Ζίτσα, Ο τίτλος στη 3: «Die Goldschmiedin und der true Fischersohn» «Ο χρυσοχόος και ο πιστός γιος του ψαρά». Ι: α, α1, α5, β. II: α, α3. III: δ, δ4, στί. IV: α, α1, α3, β, β4, β5, β7 (κανόνια), δ, δ2. V: α, β10 (με τα δάκρυα της βασίλισσας), γ.

4. Χρηστοβασίλης, 69-77, Ήπειρος, «Η βασιλοπούλα της Άκρης της Γης με το κόκκινο μάγουλο». Ι: δ, δ1. II: α, α4 (Πανέμορφη κόρη του βασιλιά της άκρης του κόσμου), α10 (ο καλόγερος βλέποντας το αίμα της κίσσας που σκότωσε το βασιλόπουλο του λέει πως τέτοιο χρώμα μόνο τα μάγουλα της κόρης έχουν). III: δ, δ2, ζ, ζ1, ζ2, ζ4.

ΘΕΣΣΑΛΙΑ

5. ΣΠ 65 (ΛΑ 592), 45, Τρίκαλα, άτιτλο. I: δ, δ2. IV: ε, ε2.

6. ΣΠ 101, 51-52, Πήλιο, άτιτλο. I: δ, δ3 (Αράπης που είναι φώκια μεταμορφωμένη, που της γλίτωσε τη ζωή). II: α, α2, α5, α6. IV: δ. Κρεμώντας

Σελ. 301
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/62/gif/302.gif&w=600&h=915

ντας τη νύφη από το δέντρο για να τη μοιράσουν, ξεπετώνται από το στόμα της τα φίδια, η φώκια ξαναγυρίζει στη θάλασσα (όπως 507C, 77 Κόρη με τα φίδια).

ΘΡΑΚΗ

7. ΙΛ 725Β, 253-269, Μάλγαρα Θράκης, άτιτλο. 7: δ, δ4 (όπως στο AT 502, Ο Αγριάνθρωπος, ή AT 650Α, Strong John·, ο ήρωας είναι το παιδί της αρκούδας και της κόρης της γριάς - το όνομά του Αρκουδογιάννης. Το βασιλόπουλο τον ημερεύει και τον φέρνει στο παλάτι). 77: α, α1, α5, α6. III: α, α1, α9, β (με τη βαρειά από τετρακόσιες οκάδες που του έφτιαξε ο σιδεράς ανοίγει τρύπα), β2, β3. Η συνέχεια όπως AT 302, βλ. παρ. αρ. 18. IV: α, α1, α2, α3, α4 (από τη βασίλισσσα), β, β2 (κουφέτα, φαγητό), γ, δ, δ2, δ4. V: α, α1, β1 (από ένα γέρο σε όνειρο), β3, β8, γ. Συνέχεια με στοιχεία από τον AT 326.

8. ΛΦ 901, 1-5, Παναγία Καλαμπάκας, «Ο Αντρικός». Η αρχή όπως AT 301Β (Αρκουδογιάννης), βλ. παρ. αρ. 2. Το βασιλόπουλο με το σύντροφο του αδειάζοντας την κοπριά από το απαγορευμένο δωμάτιο, κατεβαίνουν στον κάτω κόσμο. III: β, β1 (40 διάβολοι). [Η συνέχεια όπως AT 302: III: α1, γ11 (αέρας). IV: γ2, γ10 (κοιλιά φάλαινας), ζ, ζ2], IV: α1, α3, β, β1, β7 (λιοντάρια κάτω από το κρεβάτι), δ2, δ4. V: α. Η Πεντάμορφη σφάζει το παιδί της και πεθαίνει κι αυτή.

9. Θρακικά 16, 1941, 99-105, Φανάρι, «Το αντρειωμένο βασιλόπουλο». I: α, α1 (αντρειωμένο), α2, β, β1, γ. II: α, α1, α5, α6, α7. III: α, α1, α3, α4, α5, δ1, δ4, ε, ε1, ε4, στ1. IV: α, α1, α3, β, β4, β5, δ, δ2. V: α, α1, β1 (συμβουλή του τσοπάνη), β2, β5, β6, β7, γ.

ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ

10. ΛΑ 1234 (ΣΜ 64), 7-14, Μελισσοχώρι Θεσσαλονίκης, «Γκιουζέλ Ντουνιά». I: α, α1, α2, β, β2, β4, β8, γ, γ1 (πιο όμορφος), γ2. II: α, α1, α5, α6 (η φωτογραφία βρίσκεται πάνω στο χρυσό σπαθί που ο νονός του αφήνει κάτω από μια πέτρα για να το βρει όταν θα γίνει 18 χρονών), α11, γ, γ3, γ4, γ8 (φαρμακωμένος καφές, φαρμακωμένο φαΐ), γ9. III: δ, δ2, ε, ε2, ε3. IV: α, α1, α3, β, δ, δ1, δ2, δ4. V: α, α1, β1 (από τον μάγο πατέρα της), β3, β5, β6.

11. ΛΑ 2763, 336-358, Σιτοχώρι, άτιτλο. 7: α, α1, α4, β, β2, β4, β8, γ, γ1, γ2. 77: α, α1, α5, α6, α7, α11. III: α, α9, β, β1, β3 (ο ήρωας κερδίζει στους τρεις αγώνες -τρέξιμο, πήδημα, ρίξιμο πέτρας- που του βάζουν οι

Σελ. 302
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/62/gif/303.gif&w=600&h=915

δράκοι για να του δώσουν την Πεντάμορφη). Συνέχεια όπως στο AT 302, βλ. παρ. αρ. 24. IV: α, α1, α3, α4 (τον πατέρα του), β, β6, β7 (φαρμακερά ξυράφια), δ, δ2, δ3. V: α, α1, β3, β9, ε, ε1 (τη θυγατέρα του παπά).

12. ΛΑ 516, 6, Βέροια, «Η Αλιζάκ'ς κι η Γιαννάκ'ς». Ι: α, α1, α6, β, β2, β6 (φίλο), β7. II: α, α12. IV: α, α1, α2, α3, β, β1, β4, δ, δ1, δ2, δ4. V: α, β (από τον ίδιο τον πιστό σύντροφο), β2, β10 (καίγοντας τα κεφάλια των σκοτωμένων φιδιών και αλείφοντάς τον με τη σκόνη τους), γ.

ΝΗΣΙΑ ΤΟΥ ΑΙΓΑΙΟΥ

α. Νησιά Ανατολικού Αιγαίου

13. ΛΑ 1656, 1-8, Αγία Παρασκευή Λέσβου, «Το παραμύθι της εφτάσκεπης». I: α, α1, α2, β, β3, γ1, γ2. II: α, α4 (κοπέλα όμορφη, στο πρόσωπο της εφτά σκέπες), α10 (την ονειρεύεται), α11, γ, γ3, γ4, γ8 (σκυλάκι, άλογο, φαρμακωμένο νερό), γ9. III: δ, δ2, δ3, ε, ε1, ζ, ζ4. IV: δ, δ5. V: α, α1, β, β5, β8, γ, ε.

14. ΛΦ 5, 12-16, Σάμος, «Η Πεντάμορφη». I: α, α1, α2. II: α, α1, α5, α6, α7, δ, δ1. III: δ, δ2, S3, ζ, ζ1. IV: α, α2 (του πουλιού), α3, δ, S3, δ4. V: α, β1 (συμβουλή μάγισσας), β2, β5, β9, γ.

β. Δωδεκάνησα

15. Ζωγράφειος Αγών 1, 1891, 254 -262, αρ. 5, Σύμη, Η παραλλαγή που δημοσιεύεται εδώ.

16. Dawkins, 45 Stories, 41-55, αρ. 2, Αστυπάλαια, «Το χρουσαλοάτσι». I: α, α1, α3, β, β1, β2, β6 (άγγελο), β7, γ. II: α, α1, α5, α6, α8 (χέρι), α11, β, β2, γ1, γ2 (μάγισσα με την κόρη της), γ4, γ5, γ6 (να βρει το χαλινάρι κάτω από το μάρμαρο, να το βουτήξει στη λίμνη και θα βγει φτερωτό άλογο που θα τους μεταφέρει), γ9. IΙΙ: α, α3, α11, δ, δ6, ε, ε2, ε3. IV: α, α3, γ, δ, δ1, δ2, δ3. V: α, α2, β, β2, β5, β6, β7, γ, δ, δ1, ε, ε1 (κόρη της μάγισσας).

17. Μιχαηλίδης-Νουάρος, 322-324, αρ. 7, Όλυμπος Καρπάθου, «Η Βαρσαμίνα». I: δ, δ2. IV: ε1 (τα εικονίσματα στο εκκλησάκι), ε2. V: α, α1, β1 (όραμα), β2, β5, β6, β7, γ, δ, δ2 (από την αδερφή).

18. Pio, 80-92, Αστυπάλαια, «Το χρουσό άλογο». I: α, α1, α3, β1, γ. II: α, α1, α5, α6, α8 (αράπης), α11, β2, γ1, γ2 (μάγισσα και κόρη της), γ4, γ5, γ6 (να βουτήξουν το χαλινάρι που θα βρούν και αυτό θα γίνει φτερωτό

Σελ. 303
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/62/gif/304.gif&w=600&h=915

τό άλογο που θα τους περάσει απέναντι). III: δ, δ6, ε, ε2, η. IV: α, α3, α5, δ, δ2, δ3, δ4. V: α, α2, β, β3, β6, γ, δ, δ2 (με την κορδέλα της μάγισσας), ε, ε1 (την κόρη της μάγισσας).

γ. Εύβοια - Σποράδες

19. ΛΑ 2744, 220-237, Γιάλτρα Ιστιαίας, άτιτλο. Η Αρχή όπως AT 502, βλ. παρ. αρ. 3. Ι: δ, δ4. II: α, α4 (δύο βασιλοπούλες), α6, α7. III: β, β1, β2, γ, γ1, γ3 (δράκος, Τριοπιθαμιτης). IV: α, α1, α3, α4 (μάνα τους), β, β1, β2. V: α, β1 (από τη δεύτερη βασιλοπούλα), β3, β5, β6, β7, γ, ε, ε1.

δ. Κρήτη

20. ΛΦ 7, 1-11, Βιάννος Ηρακλείου, «Ο Χαρά - Τρομάρας». I: δ4. II: α, α1, α5, α6, α7, α11, δ, δ3 (καφετζή). III: α, α1, α3, α8, α9. Η συνέχεια όπως AT 302 (η Πεντάμορφη απάγεται από το δαίμονα που την εξουσιάζει) και AT 513 (ο Χαρά - Τρομάρας τη γλιτώνει με τη βοήθεια των συντρόφων με υπερφυσικές ιδιότητες). IV: α, α2 (πουλιού), α3, δ, δ1, δ5. V: α, β1 (από μια ζητιάνα), β3, β5, β6, γ, δ, δ2 (αθάνατο νερό).

21. ΛΦ 1595, 23-29, Περιβόλια Ρεθύμνου, «Η Γκεμιλέ - Σουλτάνα». I: α, α1, α2, β, β2, β6 (ασκητή), β9, γ, γ1, γ2. II: α, α4 (Γκεμιλέ - Σουλτάνα), α5, α6, α11, β2, γ, γ2, γ4, γ5, γ6, γ9. III: δ, δ2, δ3, ε, ζ1. IV: α, α3, α4, β4, β7 (μαγεμένη γούνα), δ, δ4. V: α, β1 (δυο πουλιά), β2, β5, βδ, γ.

22. ΣΛ II, 355-375, Κανένες Σητείας, «Η Σαρανταπλεξουδάτη». I: α, α1, α2, β, β2, β5, γ1. II: α, α4 (Σαρανταπλεξουδάτη), α9, γ, γ3, γ5 (πρέπει να κόψουν τρεις βέργες που άμα τις χτυπήσουν το ποτάμι θα γίνει στεριά και θα το περάσουν). III: α, α2, α8, α9, β, β2. Η ηρωίδα απάγεται από τον Ακατάλυτο που κατά λάθος ξελιθώνεται από το βασιλόπουλο. Το βεζιρόπουλο παίρνει τα μαγικά αντικείμενα ξεγελώντας τα αδέλφια που μαλώνανε στη μοιρασιά και με αυτά φτάνει στην Σαρανταπλεξουδάτη. [Η συνέχεια όπως AT 302: IV: β4, γ, γ10 (μέσα σε βράχο), ζ, ζ2]. IV: α, α1, α3, α4 (τον πατέρα του βασιλόπουλου), β, β4, β7 (φαρμακωμένο νερό), δ, δ2. V: α, β, β2, β5, β6, β7, γ (το κάνει η κόρη γιατί το βασιλόπουλο δεν θέλει).

23. ΣΛ IV, 1-18, «Η Σαρανταπλεξουδάτη». I: α, α1, α2, β, β2, β6 (μάγισσα), β7, γ1, γ2. II: α, α4 (τη Σαρανταπλεξουδάτη), α9, γ, γ3, γ5 (πρέπει να κόψουν τρεις βέργες που, άμα τις χτυπήσουν, το ποτάμι θα γίνει

Σελ. 304
Φόρμα αναζήτησης
Αναζήτηση λέξεων και φράσεων εντός του βιβλίου: Επεξεργασία παραμυθιακών τύπων και παραλλαγών AT 500-559
Αποτελέσματα αναζήτησης
    Ψηφιοποιημένα βιβλία
    Σελίδα: 285
    

    ΠΑΡΑΜΥΘΙΑΚΟΣ ΤΥΠΟΣ AT 516