Συγγραφέας:Αγγελοπούλου, Άννα
 
Καπλάνογλου, Μαριάνθη
 
Κατρινάκη, Εμμανουέλα
 
Τίτλος:Επεξεργασία παραμυθιακών τύπων και παραλλαγών AT 500-559
 
Τίτλος σειράς:Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας
 
Αριθμός σειράς:41
 
Τόπος έκδοσης:Αθήνα
 
Εκδότης:Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς
 
Έτος έκδοσης:2004
 
Σελίδες:511
 
Αριθμός τόμων:1 τόμος
 
Γλώσσα:Ελληνικά
 
Θέμα:Ελληνικά παραμύθια-Κατάλογος
 
Τοπική κάλυψη:Ελλάδα
 
Περίληψη:Το βιβλίο αυτό αποτελεί τον τέταρτο κατά σειράν τόμο του Καταλόγου των Ελληνικών Παραμυθιών (βλ. εδώ τα δημοσιεύματα αρ. 21, 26, 34). Ο Κατάλογος των Ελληνικών Παραμυθιών αποτελεί μια σύγχρονη επεξεργασία της πρώτης ανέκδοτης και πολύτιμης καταλογογράφησης του ελληνικού παραμυθιού από τον Γεώργιο Α. Μέγα. Ο εθνικός αυτός Κατάλογος, έρχεται να προσθέσει μια νέα όψη των πραγμάτων, ίσως και να απειλήσει τη στατική αντίληψη της κατάταξης. Συχνά οι τοπικές αφηγήσεις περιγράφονται με τον όρο «αποκλίσεις» σε σχέση με την περιγραφή του κάθε παραμυθιακού τύπου στον Διεθνή Κατάλογο. Ωστόσο, το σύγχρονο ενδιαφέρον μπορεί να είναι πολύ πιο δυναμικό: το αντικείμενο της έρευνας είναι η μελέτη των ασυνείδητων μηχανισμών, που υποβαστάζουν τους μετασχηματισμούς των παραμυθιών, καθώς αυτά κυκλοφορούν από γλώσσα σε γλώσσα, από περιοχή σε περιοχή. Οι μετασχηματισμοί δεν συμβαίνουν ερήμην των δρώντων προσώπων, που είναι οι χρήστες των παραμυθιών, αυτών που διηγούνται κι αυτών που ακούνε. Οι χρήστες είναι βεβαίως φορείς ενός πολιτισμού. Τα παραμύθια γίνονται αντιληπτά μέσα από δεδομένους μυθικούς και συμβολικούς κώδικες και, προκειμένου να επιχωριάσουν, υποβάλλονται αναλόγως σε ασυνείδητους μετασχηματισμούς σε διάφορα επίπεδα της δομής τους.
 
Άδεια χρήσης:Αυτό το ψηφιοποιημένο βιβλίο του ΙΑΕΝ σε όλες του τις μορφές (PDF, GIF, HTML) χορηγείται με άδεια Creative Commons Attribution - NonCommercial (Αναφορά προέλευσης - Μη εμπορική χρήση) Greece 3.0
 
Το Βιβλίο σε PDF:Κατέβασμα αρχείου 11.9 Mb
 
Εμφανείς σελίδες: 51-70 από: 514
-20
Τρέχουσα Σελίδα:
+20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/62/gif/51.gif&w=600&h=915

ΠΑΡΑΜΥΘΙΑΚΟΣ ΤΥΠΟΣ AT 503

Σελ. 51
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/62/gif/52.gif&w=600&h=915 01 - 0002.htm

ΛΕΥΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

Σελ. 52
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/62/gif/53.gif&w=600&h=915

ΠΑΡΑΜΥΘΙΑΚΟΣ ΤΥΠΟΣ AT 503

Οι δύο καμπούρηδες

AT: The Gifts of the little people (Τα δώρα των μικροκαμωμένων ανθρώπων)

Delarue- Tenèze: Les deux bossus (Οι δυο καμπούρηδες) Grimm no 182: Die Geschenke des kleinen Volkes (Τα δώρα των μικροκαμωμένων ανθρώπων)

ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΠΑΡΑΛΛΑΓΩΝ

ΝΗΣΙΑ ΤΟΥ ΑΙΓΑΙΟΥ

α. Νησιά Ανατολικού Αιγαίου

1. Georgeaki-Pineau, 81-83, Λέσβος, «L' andromède et les démons».

β. Δωδεκάνησα

2. Dawkins, 45 Stories, 265-269, αρ. 25, «Δυο αδελφές τσαι δυο καμπούρηδες». Ενωμένο με τον AT 480.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

Το παραμύθι αυτό είναι ιδιαίτερα δημοφιλές στη Δυτική Ευρώπη. Είναι πολύ γνωστό στη Γαλλία και λέγεται επίσης συχνά στην Ιρλανδία, στο Βέλγιο, στην Ιταλία και τη Γερμανία. Ο γεωγραφικός χώρος διάδοσής του είναι

Σελ. 53
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/62/gif/54.gif&w=600&h=915

λοιπόν μάλλον περιορισμένος. Η Ina-Maria Greverus1 σε σχετική μονογραφία τείνει να υποδείξει την κελτική προέλευση του θέματος. Πρόκειται για ένα από τα λίγα λαϊκά παραμύθια που αναφέρεται σε νεράιδες, οι οποίες συνήθως είναι ηρωίδες των παραδόσεων και όχι των παραμυθιών. Η υπόθεσή του έχει ως εξής: ένας καμπούρης συναντά τις νεράιδες ενώ χορεύουν. Κερδίζει την εύνοιά τους χορεύοντας μαζί τους ή παίζοντάς τους μουσική. Μερικές φορές οι νεράιδες προσπαθούν να ονομάσουν τις μέρες της βδομάδας αλλά δεν τα καταφέρνουν μέχρι το τέλος και αυτός τις βοηθάει. Οι νεράιδες τον ανταμείβουν εξαφανίζοντας την καμπούρα του και μερικές φορές του προσφέρουν χρυσάφι. Ο κακός σύντροφος του προσπαθεί να αποκτήσει και αυτός ό,τι κατάφερε ο ήρωας, αλλά οι νεράιδες, θυμωμένες, του δίνουν την καμπούρα που έχουν πάρει από τον πρώτο και, αντί για χρυσάφι, του δίνουν κάρβουνα.

Το παραμύθι αυτό αποτελεί ένα τυπικό παράδειγμα για τη σχέση του παραμυθιού και της παράδοσης. Οι ίδιες οι νεράιδες είναι πρόσωπα κυρίως των παραδόσεων και λιγότερο των λαϊκών παραμυθιών. Ο συχνός εντοπισμός των παραλλαγών του AT 503, όπως δηλώνεται στο γαλλικό κατάλογο, επιβεβαιώνει τη σχέση τους με την παράδοση. Στην Ελλάδα αναφέρονται μόνο δύο παραλλαγές, η μία ενωμένη με τον AT 480. Ωστόσο, όπως φαίνεται και στη συλλογή του Νικολάου Πολίτη, Παραδόσεις2, επιμέρους στοιχεία του παραμυθιού απαντώνται σε παραδόσεις με νεράιδες ή καλικάντζαρους που γνωρίζουν μεγάλη διάδοση στον ελλαδικό χώρο.

1. Ina-Maria Greverus, «Die Geschenke des kleines Volkes, KHM 182 = AT 503. Eine vergleichende Untersuchung», Fabula I, 1958, σ. 263-279.

2. Ν. Πολίτης, Παραδόσεις Α', Αθήνα 1965, σ. 331-381.

Σελ. 54
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/62/gif/55.gif&w=600&h=915

ΠΑΡΑΜΥΘΙΑΚΟΣ ΤΥΠΟΣ AT 505

Σελ. 55
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/62/gif/56.gif&w=600&h=915 01 - 0002.htm

ΛΕΥΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

Σελ. 56
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/62/gif/57.gif&w=600&h=915

ΠΑΡΑΜΥΘΙΑΚΟΣ ΤΥΠΟΣ AT 505

Ο νεκρός ως βοηθός

AT: Deαd Man as Helper (Ο Νεκρός ως βοηθός)

Στον τύπο αυτόν υπάρχουν καταγραμμένες από το Γ. Μέγα 7 παραλλαγές, από τις οποίες κρατήσαμε τις 5 μόνον, που ωστόσο διαφέρουν ελάχιστα από τους επόμενους δύο παραμυθιακούς τύπους, AT 506Α και AT 507C, που οργανώνονται γύρω από την ιδέα του ευγνώμονος προγόνου και της δαιμονικής γυναίκας. Επιχειρούμε μια συνθετική παραλλαγή, παρόλο που δεν διαγράφεται ουσιαστικά ξεχωριστός παραμυθιακός τύπος στις παρακάτω παραλλαγές.

ΣΥΝΘΕΤΙΚΗ ΠΑΡΑΛΛΑΓΗ

I. Ο ήρωας

α: Ένας βασιλιάς έχει' α1: έναν μοναχογιό' α2: τρία παιδιά' α3: και δοκιμάζει ποιος από τους τρεις θα γίνει βασιλιάς. Στους πρώτους δυο δίνει λίρες και τους στέλνει στην ξενιτιά. Γυρίζουν με τα διπλά και τα τριπλά αντιστοίχως. Στον τρίτο τα λεφτά που δίνει δε φτάνουν κι επιστρέφοντας ζητάει κι άλλα' α4: για να ξεχρεώσει κάποιον πεθαμένο" α5: πληρώνει τα χρέη του νεκρού και τον θάβει' (άλλο)' α6: ο βασιλιάς διαλέγει αυτόν για τον θρόνο.

β: Το βασιλόπουλο ναυαγεί σ' ένα έρημο νησί. Συντηρείται από τα καρύδια της καρυδιάς, ώσπου να σωθούν" β1: ενώ αποφασίζει να πέσει από το γκρεμό, βλέπει μια βάρκα, μ' ένα γέρο, που του προτείνει να τον πάει σπίτι του" β2: με τη συμφωνία ότι εφεξής θα μοιράζονται τα πάντα" β3: ο ήρωας παντρεύεται ' β4: και κάνει παιδί' β5: ο γέρος ζητά το μερτικό του, το μισό παιδί' β6: ο ήρωας βγάζει το σπαθί του για να το κόψει στα δύο' β7: κι ο γέρος φανερώνεται ως ευγνώμων νεκρός' β8: του τα χαρίζει όλα και χάνεται.

Σελ. 57
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/62/gif/58.gif&w=600&h=915

II. Η δαιμονική πριγκήπισσα

α: Το βασιλόπουλο ζητάει να εκπληρώσει τ' αδύνατα ζητήματα της βασιλοπούλας' α1: που έχει χτίσει πύργο με τα κεφάλια των μνηστήρων της" α2: να περάσει μ' ένα πήδημα το ποτάμι' α3: να την κάνει να μιλήσει' α4: στο δρόμο συναντάει έναν δούλο (άλλο)' α5: που του συστήνει να πάρει ένα πουλί που να λαλεί σαν άνθρωπος' α6: έναν Εβραίο (άλλο), που του πουλά ένα σεντούκι, απ' όπου βγαίνει ένα δρακάκι (άλλο) και τον υπηρετεί' α7: και του φέρνει φλουριά' α8: κι η βασιλοπούλα τον σώζει από την κρεμάλα' α9: με τη βοήθεια του δρακόπουλου, μπαίνει νύχτα στο δωμάτιο της βασιλοπούλας και την κατακτά' α 10: με το πουλί να του απαντάει' α11: κρυμμένο κάτω από το κηροπήγιο' α12: διηγείται δύο ιστορίες στην αμίλητη' α13: που την κάνουν να μιλήσει' α14: και την κερδίζει.

III. Τα αδύνατα ζητήματα

α: Ο πεθερός του ήρωα θέλει να τον ξεφορτωθεί' α1: τον στέλνει στη χώρα των αγριανθρώπων να μαζέψει φόρους" α2: αλλά στη θέση του πηγαίνει το δρακάκι' α3: στέλνει να τον σκοτώσουν" α4: αλλά τον τυφλώνουν και τον αφήνουν στην ερημιά" α5: επιστρέφοντας το δρακάκι' α6: έχοντας σκοτώσει τους αγριανθρώπους και γεμίσει τα καράβια με φορτία χρυσάφι' α7: γιατρεύει τα μάτια του ήρωα με τ' αθάνατο νερό' α8: γυρνούν μαζί στην πολιτεία' α9: σκοτώνουν τους κακούς' α10: ξανασμίγει με τη γυναίκα του.

IV. Η Λύση

α: Στο γυρισμό, ο δούλος (άλλο) του φανερώνει ότι είναι ο ευγνώμων νεκρός' α1: και το πουλάκι η ψυχή του' α2: χάνονται κι οι δυο μέσα στον τάφο" α3: εξαφανίζεται" α4: το βασιλόπουλο ζει ευτυχισμένο με τη βασιλοπούλα.

ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΠΑΡΑΛΛΑΓΩΝ

ΘΡΑΚΗ

1. ΛΑ 505,1, Μουσταφά Πασά, Ο νάνος. I: α, α2, α3. II: α6 (από το κλειδωμένο σεντούκι εμφανίζεται τζουτζές και τον υπηρετεί), α7, α8. IV: α.

2. Αρχ. Θρ. Θησ. Ε', 1939, 176-179, Σκοπός Σαράντα Εκκλησιών, «Τσορμπατζής ο ψυχόπονος». I: α, α1, α5. II: α, α3, α4 (η ψυχή του νεκρού,

Σελ. 58
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/62/gif/59.gif&w=600&h=915

με τη μορφή πουλιού, βοηθάει το γιο του Τσορμπατζή να κάνει να μιλήσει η αμίλητη βασιλοπούλα, ενώ το νεκρό έχει θάψει ο Τσορμπατζής. Έχουμε εδώ εκφρασμένη την ευγνωμοσύνη του νεκρού στην επόμενη γενιά, όπως στην ιστορία του Τοβία, όπου ευεργετείται ο γιός του), α10, α11, α12, α13, α14. Συμφυρμός με τον τύπο AT *852 ( The Hero forces the Princes to Say, «that is a lie»).

ΝΗΣΙΑ TOY ΑΙΓΑΙΟΥ Δωδεκάννησα

3. ΑΦ 230, 34-47: To δρακάκι, Ρόδος. II: α, α1, α2, α6, α9. IΙΙ: α, α1, α2, α3, α4, α5, α6, α7, α8, α9, α10.

IONIA ΝΗΣΙΑ

4. ΙΛ 842, 263-265. I: α5, β, β1, β2, β3, β4, β5, β6, β7.

ΠΟΝΤΟΣ

5. ΚΜΣ, 41, 1-17, Κρώμνη, «Εσύ είσαι για βασιλιάς». I: α, α2, α3, α4, α5, α6. IV: α.

Βλ. ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ των τύπων AT 505, AT 506Α και AT 507C στις σ. 96-102.

Σελ. 59
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/62/gif/60.gif&w=600&h=915 01 - 0002.htm

ΛΕΥΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

Σελ. 60
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/62/gif/61.gif&w=600&h=915

ΠΑΡΑΜΥΘΙΑΚΟΣ ΤΥΠΟΣ AT 506Α

Σελ. 61
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/62/gif/62.gif&w=600&h=915 01 - 0002.htm

ΛΕΥΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

Σελ. 62
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/62/gif/63.gif&w=600&h=915

ΠΑΡΑΜΥΘΙΑΚΟΣ ΤΥΠΟΣ AT 506Α

Ο ευγνώμων νεκρός

AT: The Princess rescued from Slavery (Η βασιλοπούλα που σώθηκε

από τη σκλαβιά) Delarue-Tenèze: Jean de Calais

Grimm no 217: Der dankbare Tote und die aus der Sklaverei erlöste Königstochter (Ο ευγνώμων νεκρός κι η χαμένη στη σκλαβιά βασιλοπούλα) 1

Eberhardt-Boratav 63: Der Dankbare Tote (Ο ευγνώμων νεκρός) Ο Γυμνός με τη μαχαίρα

Τον παλιό τον καιρό ένας βασιλές φωνάζει μια μέρα τους τρεις του γιους, που είχε, και τους είπε: «Αα μας, τα περνούμε καλά" εμ, σαν έρθει καμιά μέρα κανείς άλλος βασιλές, πιο μεγάλος, με τα στρατέματά του, και μας καταπονέσει, και πάρει το βασίλειο και τους παράδες από τα χέρια μας, διαλογιστήκατε ποτές τι θε ν' απογίνουμε;» Οι τρεις οι γιοι του βασιλέα απόμειναν και διαλογίζονταν και δεν ηξέραν τι να πουν. Σε κομμάτι, τους λέγει πάλιν ο πατέρας των: «Γώ βρε παιδιά μου, το έχω κάθε μέρα στο νου μου αυτό το πράμα και, να σας πω, τι μου κατέφτη πίσω-πίσω στο μυαλό μου να κάνουμε, για να μην καθόμαστε καμιά μέρα και ξεροφτούμε και το φυσούμε, που λέγει ο λόγος, και δεν κρυώνει" τώρα, που είστε και οι τρεις σας ακόμα παλικάρια, κι έχετε την υπόληψή σας, και τους παράδες σας, να πιάστε να κάνετε μια δλιούδα (δουλίτσα), για να 'χετε μια μέρα ένα μέρος να παραντίσετε, σαν έρθουμε σε μεγάλην ανάγκη. Η δουλειά ντροπή δεν έχει" μα, ό,τι δουλειά θέλετε ας είναι' φτάνει μονάχα να βγάζει κανένας το έξοδό του, για να μη ντρέπεται και υποχρεώνεται στον έναν και στον άλλον' να σηκωθείτε λοιπόν ταχιά το πουρνό, και να 'ρθετε να σας δώσω όσους παράδες χρειάζεται καθένας σας, να πιάσετε τη δουλειά, που έχει καθένας σας σεβντά, πρώτα με την ευχή του Θεού,

1. Το παραμύθι αυτό έχουν συλλέξει και οι αδερφοί Γκριμ, όπως φαίνεται από το αρχείο τους, το 1812-1814, χωρίς όμως να το δημοσιεύσουν στη συλλογή τους' δημοσιεύτηκε από τους Boite και Polivka, III, αρ. 217, σ. 490-517.

Σελ. 63
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/62/gif/64.gif&w=600&h=915

κι ύστερα με τη δική μου, κι ο Θεός έναν που δουλεύει, ποτέ δεν τον αφήνει να πεινάσει».

Σαν ακούσαν αυτά τα λόγια οι γιοι του βασιλέ, είπαν του πατέρα τους, πως ο μεγάλος έχει σεβντά να γίνει έμπορος, να κάνει στάρια, κι ο μεσαίος πως θέλει να πουλεί λάδια" ο μικρός άμα ντρεπόταν να πει, τι δουλειά θέλει να πιάσει. Σαν τον βίασε ο πατέρας και τ' αδέρφια του, είπε πως θέλει να γίνει τζελέπης, ν' αγοράζει βόδια, και, ή να τα μεταπωλεί ή να τα θρέφει, να τα σφάζει. Σαν ετελειώσαν κι οι τρεις, τους λέγει ο πατέρας των: «Καλά, βρε παιδιά, μα διαλογιστήκατε κι ένα άλλο; ξέρετε μ' αυτήν τη δουλειά, που λογαριάζετε να κάνετε, πόσα παλούκια έχετε να πηδήξετε; ξέρετε πόσες κατεργαριές έχει ο κόσμος; τώρα, μωρέ γιε μου, άμα σας δουν εσάς ατζαμήδες και μ' ένα σωρό παράδες στα χέρια, θα χυμήξουν να σας φάνε. Το λοιπόν, ξέρετε τι να κάνετε; να πάει καθένας σας να εύρει έναν κολλήγα, να τον βάλει σύντροφο" ένας, να πούμε, να βάλει κάτω τους παράδες κι ο άλλος την τέχνη, που ξέρει». Μείναν το λοιπόν σύμφωνα τα παιδιά και πήγαν να πα να βρει καθένας το σύντροφο του.

Δεν επέρασαν πολλές μέρες, κι οι δυο γιοι οι μεγάλοι βρήκε ο καθένας τους από έναν κολλήγα, πήγαν στον πατέρα τους, πήραν όσους παράδες θέλαν, και πήγαν να δουν τη δουλειά τους. Ο μικρός σ' αυτό το μεταξύ, όσο κι αν προσπάθησε, δεν εμπόρεσε να βρει κανέναν κολλήγα για σύντροφο. Βρε σε φτωχούς πήγε, βρε σε αρχοντάδες, βρε όλους τους παράδες του έβαζε, αδιαφόρητα! Κανένας δεν ήθελε να πάει μαζί του!

Σαν τα 'μαθε αυτά τα πράματα ο βασιλές, ο πατέρας του, από τη μια πικράθηκε γιατί ο μικρός του ο γιος να είναι τόσο πικροαίματος, και να μην τον αγαπά ο κόσμος κι απ' την άλλη θύμωσε με το γιο του που δεν εμπόρεσε δα πλια κι αυτός μέσα σε τόσα χρόνια να πιάσει έναν φίλο. Τον φωνάζει το λοιπόν και του λέγει: «Άκουσέ με», λέει, «να σου πω: ίσαμε το ερχόμενο Σάββατο, άμα δεν εύρεις σύντροφο, θα πάρω το κεφάλι σου!»

Το καημένο το παιδί, σαν τα 'κουσε, πήγε να σκάσει από τον καημό του' γιατί ήξερε τον πατέρα του, που δεν εχωράτευε. Πήρε το λοιπόν τα μάτια κλαμένα και την καρδιά καμένη, κατέβηκε τη σκάλα και πήγαινε. Δεν ήξερε κι εκείνος τι να κάνει. Για στερνή φορά έκανε ακόμα ένα κουράγιο και γύρισε πάλι όλους τους χασάπηδες, τους έλεγε τι απόφαση έκανε ο πατέρας του κι έκλαιγε μπροστά τους, ίσως καταφέρει κανέναν, και τον λυπηθεί, και συντροφιάσει μαζί του. Αδιαφόρητα, αδιαφόρητα, αδιαφόρητα! Μηδέ γύρισε κανείς να τον δει! Το παιδί πλια, από τη λύπη του, να γίνεται σα νεκρός. Να τον κένταγες με τη βελόνα, ήθελε να τρέξει έμπυος!

Τώρα σαν εκοντεύγαν να περάσουν οι μέρες, που είχε ο βασιλιάς διορία στο γιο του, για να 'βρει σύντροφο, το παιδί αποφάσισε να πάει σ' άλλο χωριό γιαυτή τη δουλειά, σαν είδε πως δεν ετελείωνε η δουλειά του έτσι, σηκώνεται το λοιπόν και μια και δυο σ' ένα άλλο χωριό, που είχε πολλούς τζελέπηδες, και

Σελ. 64
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/62/gif/65.gif&w=600&h=915

πάντα έλεγε με το νου του πως κάτι θα κάνει. Σαν ήρθε το βασιλοπαίδι σ' ευτούνο το χωριό, μπήκε μέσα σ' ένα καφενέ, καθίζει, παίρνει έναν καφέ, κέρασε όσους γνώριζε κι όσους δε γνώριζε, τους είπε για τι δουλειά ήρθε. Στείλαν τότες και φωνάξαν τους τζελέπηδες του χωριού μες στον καφενέ κι έλεγε το βασιλοπαίδι στον καθένα τον πόνο του. Μα τι κατάλαβες; Κανένας δεν ήθελε να δεχτεί! Άλλος έλεγε πως βαρέθηκε πια αυτήν την τέχνη, άλλος έλεγε πως δε θέλει σύντροφο και, να μην τα πολυλογούμε, κανένας δεν εδέχτηκε! Διαλογιστείτε πια σεις τώρα τη θέση του παιδιού! Κι οι μέρες απόμειναν δύο! Ίσαμε που 'βαζε δα στο νου του πως, δυο μέρες κι ύστερα, θα πάρει του το κεφάλι του, του ερχότανε να πάρει τα βουνά, να πηλαλεί!

Τότες, τό 'ριξε κι αυτός όξω. «Φέρε μια οκά ρακί!» φωνάζει στον καφετζή, «ελάτε, βρε παιδιά, εδώ να πιούμε" κι ας παν στο καλό κι οι συντροφιές κι οι σύντροφοι!» Αυτό θέλαν κι εκείνοι που ήταν μέσα στον καφενέ' αρχίσαν το λοιπόν όλοι μαζεμένοι και δος του και πίναν!

Πάνω σε κείνα τα χέρια, ακούσαν όξω από τον καφενέ κάτι φωνές, και βλέπουν κόσμο πολύ ν' ανεβαίνουν και τέσσερεις νομάτοι να σηκώνουν μέσα σε μια καρπέτα έναν πεθαμένο! Τα μωρά με τις φωνές τους σήκωναν τον κόσμο στο ποδάρι! Το βασιλόπαιδο, σαν είδε τέτοια πράματα από το παραθύρι του καφενεδιού, βγήκε έξω, και ρώτησε τι τρέχει. Τότες, αυτοί που σηκώναν τον πεθαμένο σταθήκαν και του είπαν πως είναι ένας φτωχός ξένος, που ζούσε εκείνες τις μέρες μέσα σ' αυτό το χωριό και τον ηύραν πεθαμένο, και παν να τον πετάξουν πάνω στην κοπριά, γιατί δεν ήξεραν τι άνθρωπος είναι. «Εμ γιατί να μην τον θάψουμε;» λέγει τότε το βασιλόπαιδο, «δεν είναι κρίμα μαθέ, να τον πετάξετε πάνω στην κοπριά;» «Ναι, αφεντικό», είπαν οι άνθρωποι' «αμ, δεν ηύραμε μήτε παρά στην τσέπη του». «Τι σας μέλει εσάς;» λέγει το βασιλόπαιδο, «βάλτε κάτω το λείψανο! Τρέχα, να πάει ένας να φέρει το Δεσπότη' και σ' όλα τα χωριά εδώ κοντά να φέρετε κι άλλους παπάδες, να θάψουμε τον άνθρωπο, καθώς που χρειάζεται». Όλοι τους απόμειναν κι αφουγκραζόταν, σαν άκουσαν τούτα τα λόγια, κι έλεγαν ο ένας στον άλλον, μπας και τα 'χασε το βασιλόπαιδο, να θέλει να θάψει με τέτοια δόξα έναν ζητιάνο! Σαν είδαν άμα πως έριξε μια χούφτα φλουριά πάνω στον ποτηριώνα, κι είπε τον καφετζή να πληρώσει τους ανθρώπους και τα έξοδα, που θα γίνουν στο λείψανο, κι άμα δε φτάσουν, να βαστά λογαριασμό, να του δώσει τα ρέστα, τότες πήρε καθένας από ένα δρόμο, κι έτρεχε να κάνει ό,τι που έλεγε το βασιλοπαίδι.

Δεν επέρασαν έξη-οχτώ ώρες, κι ήταν όλα στον τόπο' κι ο δεσπότης κι οι παπάδες και τα ξαφτέριγα και το σεντούκι για τον πεθαμένο, και τα κόλυβα γίναν χαζίρι, ίσαμε να πεις τρία' για ο παράς, εκεί που πέσει, τι δεν κάνει! Άμα που ετοιμαστήκαν όλα, κατέφτασε όλο το χωριό, και γίνεται ένα λείψανο μες στα Σκαμνιά, που δεν εγίνηκε ποτές!

Σαν εθάψαν δα τον πεθαμένο, κι αρχινήσαν καθένας να διαβαίνει στη δουλειά του, το βασιλοπαίδι πηγαίνει πάλι μες στον καφενέ, κι έβαλε κομμάτι ρα-

Σελ. 65
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/62/gif/66.gif&w=600&h=915

ρακί, για να πιουν, να συγχωρέσουν τον πεθαμένο. Πάνω σε κείνα τα χέρια, που πίναν, και λέγαν όλοι του: «Θεός σχωρέστον!» και στο βασιλοπαίδι: «Ζωή σε λόγου σου!» να, και ξεπροβάλλει μες στον καφενέ ένας γυμνός, με μια μαχαίρα στο χέρι. Η μούρη του ήταν άγρια και μελαψή. Τα μάτια του ήταν μαύρα και το ασπράδι τους θάρρειες κι ήταν έμπυος κι έπλεαν μέσα. Ρούχο δεν εφόρει τίποτα, μονάχα ήταν γυμνός, τσιτσίδι! Ποτές δεν εγέλα, και το στόμα του, σαν έλεγε να το ανοίξει καμιά φορά, για να μιλήσει, φαινόταν κάτι δοντάρες, που, σαν τις λόγιαζες, σου πήγαινε Τρίτη και Τετάρτη!

Τι τα θες, άμα έμπη ο Γυμνός μέσα στον καφενέ, χαιρέτησε κι απέ ήρθε καταλλαχού κι έκατσε κοντά στο βασιλοπαίδι. Το παιδί στην αρχή τα χρειάστηκε. Υστερα όμως διέταξε και τον κέρασαν. Τότες ένας από την παρέα, τον ρώτησε τι άνθρωπος είναι. Ο Γυμνός του είπε πως είναι φτωχός άνθρωπος και δεν έχει στον ήλιο μοίρα' γιατί η δουλειά του δεν περνά στον τόπο του, και πήρε παραχωριού δρόμο, μπας και βρει κανέναν και πιάσουν μαζί δουλειά, και βγάζει το ένα και το άλλο του. «Εμ, τι δουλειά κάνεις;» τον ρωτήσαν οι άνθρωποι. «Από τη μαχαίρα, που βαστώ», τους είπε ο Γυμνός, «μπορείτε να καταλάβετε, τί δουλειά κάνω. Είμαι χασάπης! μα έλα ντε, που παράδες δεν έχω! Είχα εγώ ο καημένος τη σερμαγιούδα μου, αμ την έφαγε ο ένας κι ο άλλος, και τώρα απόμεινα μες στους πέντε τους δρόμους, σαν που με γέννησε η μάννα μου!» Το βασιλοπαίδι σαν άκουσε αυτά τα λόγια, ξαναγεννήθηκε! «Είσαι χασάπης», γυρίζει και λέει στο Γυμνό, «και θέλεις να δουλέψεις και δεν έχεις παράδες; Εμ, τότε, δεν έρχεσαι να συντροφιάσουμε μαζί, να βάλω εγώ τους παράδες, κι εσύ την τέχνη;»

«Πώς δεν έρχομαι;» του λέει ο Γυμνός' «όποτε θέλεις είμαι έτοιμος». Τότε πήραν όλοι μια χαρά' γιατί βρήκε το βασιλοπαίδι σύντροφο και πιάσαν και πίναν και τραγουδούσαν, γιατί τώρα πλια δεν ήθελε να κοπεί του βασιλοπαιδιού το κεφάλι. Την ίδια την ώρα κιόλας, τα πρυμνίσαν ο Γυμνός και το βασιλοπαίδι για το χωριό του. Άμα που πήγαν εκεί, παρουσιάζεται το παιδί μπροστά στον πατέρα του και του λέει τα καινούρια, πως ηύρε σύντροφο. Δεν ξέρετε τι χαρά που πήρε ο καημένος ο βασιλές, σαν τα 'κουσε. Γιατί κι εκείνος, ίσαμε που 'βλεπε να περνούν οι μέρες, και να μη μπορεί ο γιος του να βρει σύντροφο, ήταν για να σκάσει' γιατί έμαθε πλια ο κόσμος την απόφασή του, πως, άμα δεν εύρει ο γιος του σύντροφο, θα τον σφάξει και, για να σταθεί στο λόγο του, να δείξει το παράδειγμα, έπρεπε να το κάνει. «Πού 'ν 'τος;» είπε με μια, «φέρτε τον μάνι-μάνι, να τον δω!» Τότε γυρίζει το βασιλοπαίδι μ' ένα παράπονο και του λέγει: «Ηύρα εγώ, καημένε πατέρα, σύντροφο, μα είναι κομμάτι παράξενος και γι' αυτό φοβούμαι, μπας και δε τον αρέσεις» «Τι λογιός είναι;» του λέγει ο βασιλές. «Έχει μια παραξενιά, ένα καπρίτσιο, να πούμε, να γυρίζει πάντα γυμνός και να βαστά μια μαχαίρα στο χέρι. «Ας είναι», είπε ο βασιλές, «φέρτε τον απάνω, να κάνουμε τις συμφωνίες, και να σηκωθείτε πουρνό-πουρνό, να πηγαίνετε στη δουλειά σας». Πήγαν δα τότε, φώναξαν

Σελ. 66
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/62/gif/67.gif&w=600&h=915

από μέσα από την αυλή το Γυμνό. Κι αυτός, σαν που τον ξέρουμε, αγέλαστος, σαν το Λάζαρο, κι άγριος και σκοτεινός, ανέβηκε και κουλουρντίστηκε μπροστά στο βασιλέ.

Μιλήσαν τότε για όλα, και μείναν σύμφωνοι, το βασιλοπαίδι να καταθέσει όσους παράδες χρειαστούν, κι ο Γυμνός την τέχνη του, ό,τι που κερδίσουν από το ταξίδι που θα κάνουν, να τα μοιραστούν στα μισά. Κάναν και χαρτιά, και τα βούλωσε ο βασιλές με τη δική του και με της βασιλείας τη βούλα. Ο Γυμνός, επειδή δεν ήξερε γράμματα, έβαλε τη δαχτυλιά του. Από κει κι ύστερα, του μέτρησε ο βασιλές γρόσια πολλά, όσα να πούμε που χρειαζόταν, και του είπε να παγαίνει.

Ο Γυμνός, σα σηκώθηκαν πια απάνω, για να πηγαίνουν, γυρίζει άλλη μια φορά και τους λέει: «Βρε παιδιά, χαρτιά, να πούμε, κάναμε, και δε φοβούμαστε ύστερα να μη μαλλώσουμε' μα εγώ πάλι σας το ξαναλέγω, για να μην έχουμε ύστερα μπερδούλες: ό,τι βγάλουμε από το ταξίδι, θα τα πάρουμε από μισά!» «Εμ, πώς, είμαστε σύμφωνοι για», είπε ο βασιλές και το βασιλοπαίδι και κατεβήκαν τη σκάλα και πήγαν. Με ταχειά ο κόσμος, που πήγαν πουρνόπουρνό έξω από το παλάτι, για να δουν το γιο του βασιλέ κρεμασμένο, είδαν το βασιλοπαίδι με το Γυμνό καβάλα πάνω σε δύο αλόγατα και διαβαίναν προς το λιμάνι για να 'βρουν καίκι, να περάσουν πέρα πάντα, στην Ανατολή, να ψωνίσουν σιγύρια.

Τώρα ας αφήσουμε μεις τον κόσμο να ρωτά, τι άνθρωπος είναι αυτός, που 'βρε ο γιος του βασιλέ σύντροφο, και να λέγει άλλος το κοντό του κι άλλος το μακρύ του, κι ας πάμε μαζί με τους κολληγούδες μας, με το Γυμνό και το βασιλοπαίδι, που ηύραν βάρκα και περάσαν πέρα στην Ανατολή.

Το βασίλειο τούτο, που θέλαν να παν να ψωνίσουν τα βόδια, ήταν τέσσερις μέρες μακριά από τη θάλασσα κι όλος ο δρόμος, που θέλαν να πάρουν, ήταν πολύ άγριος. Καβαλλικέψαν το λοιπόν τα άλογα, άμα ήβγαν από το καΐκι, κι αρχινήσαν και διαβαίναν μέσα στην ερημία. Όλη μέρα δεν ηύραν μηδέ μια πιθαμή τόπο ήμερο, να ξεκουραστούν, μηδέ νερό, για να πιούν, και να κάτσουν να φαν κομμάτι. Μονάχα ώρα της καμπάνας ηύραν μπροστά τους κάτι πρασινάδες, που άλλο να σας λέω κι άλλο να βλέπατε!

Σ' αυτό το μέρος που ήταν οι πρασινάδες, ήταν και δυο-τρεις πλατάνοι μεγάλοι κι από κάτω τους έτρεχε νερό κρύο και δροσερό. Το βασιλοπαίδι, ως είδε ένα τέτοιο όμορφο μέρος, ήθελε και καλά ν' απομείνουν εκεί εκείνη τη βραδιά, να κοιμηθούν. Όμως ο Γυμνός έλεγε να τραβήξουν' να μην τα πολυλογούμε, το βασιλοπαίδι καταπόνεσε. Κατεβήκαν δα από τ' άλογα, και ξεκουράστηκαν και την ώρα που βασίλευε πια ο ήλιος, φάγαν, ταπέ σαν ενύχτιασε καλά, πέσαν κάτω από τους πλατάνους να κοιμηθούν.

Το βασιλοπαίδι το πήρε με μιας ο ύπνος' γιατί, σαν που 'ταν καλομαθημένο, κουράστηκε, κιόλας, βλέπεις, κομμάτι εκείνη τη μέρα, ήθελε αφορμή για ύπνο. Ο Γυμνός έπεσε κι αυτός σε μιαν άκρη, κι έκανε πως ροχαλίζει, μα ήταν

Σελ. 67
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/62/gif/68.gif&w=600&h=915

νοητός. Πάνω στα μεσάνυχτα, να το, ακούστηκε ένας βουητός, και με μια, προβαίνει ένα θηρίο μ' εφτά κεφάλια' ως είδε το Γυμνό, το βασιλοπαίδι και τ' άλογα, χύθηκε με μια καταπάνω τους, να τους φάει. Τότε, μωρέ μάτια μου ο Γυμνός, που έκανε τον κοιμώμενο, δε χάνει καθόλου καιρό, πετιέται απάνω, κι αρχινά, εφέντη μου, με τη μαχαίρα του, και να στο ένα το κεφάλι του θηριού, να στο άλλο, στα έκανε κειπέρα σε δυο ώρες της νύχτας, ίσαμε να πεις τρία! Άμα το σκότωσε καλά, το τράβηξε στην μπάντα κι άνοιξε ένα λάκκο, κι έκρυψε μέσα τις γλώσσες του θηριού, σαν τις αλάτισε κι ύστερα, για να μη βρωμίσουν, ταπ' έπλυνε τη μαχαίρα του στη βρύση, και πήγε κι έπεσε κοντά στον άλλον, να κοιμηθεί. Το βασιλοπαίδι απ' αυτά όλα δεν επήρε καθόλου χαμπάρι' γι' αυτό, σα σηκώθηκε το πουρνό κι ηύρε το Γυμνό και κοιμόταν ακόμα, καθόταν και τον πείραζε κι έλεγε: «Είδες, που δε σ' άρεζε τούτο το μέρος, ταπέ τώρα, βλέπω, δεν κάνεις καρδιά να νιώσεις!»

Τι τα θες, σα σηκώθηκε σε κομμάτι ο Γυμνός, νιφτήκαν, φάγαν κομματέλλι, κάναν το σταυρό τους, καβαλλικέψαν τ' άλογά τους και παγήκαν. Άμα πήγαν κάνα κάρτο δρόμο, πέσαν πάλι μες στην ερημία. Όλη μέρα τα ίδια' όλο τσάμια κι αστιβιές, ταπέ ο τόπος, βλέπεις, καματιασμένος, κι αφανιστήκαν από το κάμα. Το βράδι-βράδι, η καλή τους η τύχη, να σου και βρίσκουν πάλι μπροστά τους έναν τόπο δροσερό, σαν εκείνο, που 'βραν κι από τ' απεσπερού. Το βασιλοπαίδι, ως είδε πάλι τέτοιον τόπο, αρχίνησε να παρακαλεί το Γυμνό να πέσει πάλι εκειπέρα. Κατεβήκαν δα από τ' άλογά τους, πλυθήκαν με το νερό, και κόψαν κομμάτι τριφύλλι για τα ζα' ταπέ ύστερα ετοιμάσαν το φαγί και φάγαν. Σαν αποφάγαν, επειδής κι ήταν ακόμα μέρα, το βασιλοπαίδι βλέποντας το Γυμνό, πως ήταν πάντα λυπημένος, θέλησε να τον ρωτήσει την ιστορία του, μα εκείνος δεν εμίλησε καθόλου! Σαν είδε κι απόειδε το βασιλοπαίδι πως δε θα τον καταφέρει να πει τίποτα, πλάγιασε κι αποκοιμήθη. Ο Γυμνός τραβήχτη πάλι σε μιαν άκρη, κι έκανε πως κοιμόταν. Άξαφνα, να κι έρχεται πάλι ένα θηριό, σαν το εψεσινό' τότες, σηκώθηκε πάλι ο Γυμνός κι έκανε ό,τι που 'κανε και στ' άλλο, χωρίς να καταλάβει τίποτα το βασιλοπαίδι. Το πουρνό πάλι, σαν ένιωσε το βασιλοπαίδι, καθόταν πάλι και πείραζε το Γυμνό, πως είναι καλομαθημένος, και δε μπορεί να νιώσει πουρνό. Αχ! και πού να ξέρει, τι τράκος γινόταν τώρα δυο βραδιές απάνω- πανωτά! Μην τα πολυλογούμε, σήκώθηκε ο Γυμνός και δρόμο!

Το ηλιοβασίλεμα ηύραν πάλι ένα όμορφο μέρος και πάλι τα ίδια! Το βασιλοπαίδι θέλει ν' απομείνει εκεί, ο Γυμνός δε θέλει, ώσπου καταπόνησε πάλιν η γνώμη του βασιλοπαιδιού. Τι τα θέλεις, βαρεμός καταντεί, εμ δε μπορούμε να μην τα πούμε κι όλα, τα μεσάνυχτα, να πάλι κι ακούστη ένας βουητός. Αυτήν όμως τη βραδιά δεν ήταν θηριό, που έκανε το βουητό' ήταν μια δράκαινα, σα να λέμε μια μάνα, που 'χει γιους δράκους!

Η δράκαινα αυτή ήταν καβάλα πάνω σε μια λαγίνα, με άλλα λόγια, πάνω σ' ένα θηλυκό λαγό, και σήκωνε μια λαγήνα στον ώμο της, για να πάρει νερό

Σελ. 68
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/62/gif/69.gif&w=600&h=915

από τον τσεσμέ. Άμα είδε τους ανθρώπους και τα ζα στον πλάτανο από κάτω, δεν εμίλησε καθόλου, μονάχα γέμισε τη λαγήνα της, και πήγαινε στη σπηλιά, που ήταν οι σαράντα δράκοι, οι γιοι της, να τους πει πως έχει κάτι κελεπουρέλλια στον τσεσμέ, για να τρέξουν να τους φάνε!

Όμως ο Γυμνός, που δεν εκοιμάτο πάλι, ακολούθησε τη δράκαινα και, άμα μπήκε αυτή μέσα, αυτός στάθηκε απ' όξω από τη σπηλιά. Αμα έδωσε η δράκαινα χαμπάρι στους γιους της, και πιάσαν αυτοί να βγαίνουν ένας-ένας όξω, στεκόταν ο Γυμνός με τη μαχαίρα και, άμα πρόβαιλνε κανείς, σατ! μια, παρ' τον κάτω! Έτσι, μωρέ γιε μου, τους έσφαξε και τους σαράντα! Ύστερα, σα βγήκε κι η μάνα τους, για να ιδεί τι γινήκαν, την έσφαξε κι εκείνην, ταπέ κατέβηκε μες στη σπηλιά. Τι είδε, βρε παιδιά εκεί μέσα, και τι ηύρε, ό,τι και να σας πω, δε θα μπορέσω ποτές να σας το παραστήσω! Σαν εκατέβηκε κάτω, βλέπει οντάδες, οντάδες, έναν πάνω στον άλλον" τους μετρά... σαράντα! Άνοιγε το λοιπόν έναν-έναν, κι εύρισκε μέσα πράματα, που δεν τα 'δε μηδέ στον ύπνο του" μες στον έναν ηύρε βουνά τα φλουριά και βουνά τα διαμάντια! Μες στον άλλον ηύρε λίρες τρακοσάρες, αιματοστάτες και πολλά άλλα αρχοντάδικα πράματα! Τι τα θέλεις, μέσα σ' έναν οντά ηύρε άνθρωπο σκοτωμένο, και πνιγμένο και ζα σκοτωμένα, που τα είχαν οι δράκοι, για να τα φαν. Αλλού πάλι ηύρε τις σοδειές τους, τα παξιμάδια τους, τα ριτσέλια τους, το βράσμα, τον τραχανά τους" σωστό νοικοκυριό! Πίσω-πίσω, ανοίγει έναν οντά και τι να δεις! Βρίσκει μέσα τρεις κοπέλες κρεμασμένες από τα μαλλιά, κι οι τρεις βασιλοπούλες, που τις είχαν οι δράκοι κλεμμένες, και γυρεύαν γρόσια από τους πατεράδες τους τους βασιλιάδες, για να τις δώσουν ξωπίσω!

Άμα τους είδαν, μπήξαν οι καημένες τα κλάματα στα μεσούρανα, και τον παρακαλούσαν να τις γλιτώσει. Πιάνει τότες ο Γυμνός, τις ξεκρεμάζει, ταπέ τις ρώτησε ποιες είναι. Είπε δα καθεμιά από πού ήταν και τα πάθια που τραβήξαν. Τώρα, καταλαχού, η μια απ' αυτές ήταν ίσα-ίσα κόρη εκείνου του βασιλέ, που πήγαιναν στο βασίλειο του, για να ψωνίσουν βόδια. Ο Γυμνός δεν απόδειξε τίποτα, μόνο τις πήρε με γλυκό τρόπο, τους έδειξε το μέρος, που ήταν οι σοδειές, και τους είπε να καθήσουν μες στη σπηλιά, ανένοιες, κι εκειός θα κάνει τ' αδύνατα δυνατά να τις γλιτώσει. Ύστερα ανεβαίνει επάνω από τη σπηλιά, βγάζει τα δόντια των δράκων και της δράκαινας, ταπέ πήγε την αυγή απάνω και πλάγιασε κοντά στο βασιλοπαίδι. Το πουρνό, ό,τι έδωσε ο ήλιος πάνω στα βουνά, νιώσαν. Ο Γυμνός, ανασαμιά για κείνα που σκάρωσε απεσπερού. Καβαλλίκεψαν πάλι τ' άλογα και δρόμο.

Του τσομπάνη την ώρα, φάνηκε πια από μακριά η πολιτεία που θέλαν να παν, και την ώρα που ανάφτουν τα λυχνάρια ήταν πια μέσα και κατέβαιναν από τ' αλόγατά τους μπροστά σ' έναν καφενέ. Σαν εξισάσαν τα ζα τους, και πήραν τον καφέ τους, φωνάξαν ένα-δυο ανθρώπους κοντά τους κι είπαν για τι δουλειά ήρθαν στον τόπο τους, κι όποιος έχει βόδια για πούλημα, να του δώσουν είδηση, για να τους ανταμώσει το πουρνό. Πάνω σ' αυτές τις ομιλίες,

Σελ. 69
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/62/gif/70.gif&w=600&h=915

ακούν το ντελάλη και φωνάζει. Απόμειναν όλοι οι άνθρωποι, που ήταν μες στον καφενέ κι αφουγκράζονταν, να δούμε, τι θα πει. Ο ντελάλης φώναζε κι έλεγε: «Ακούσατε, χωριανοί, πηρχουριανοί! Καλά ν' ακούσετε! Απόψε να σφαλίσετε νωρίς, να φράξετε πρώτα τις αραφλάδες των σπιτιών, και να κλείσετε πόρτες και παράθυρα, και να κοιμηθείτε νωρίς, γιατί είναι για να βγει απόψε του βασιλέ η κόρη, να κάμει περίπατο, κι ύστερα να μην μετανιώνετε, και λέγετε πως δεν ακούσατε!»

Άμα τελείωσε ο ντελάλης, οι χωριανοί, οι ανθρώποι πιάσαν πάλι την κουβέντα τους, μα ο Γυμνός και το βασιλοπαίδι δεν μπορούσαν να χωνέψουν αυτά που 'λεγε ο ντελάλης. «Σκας, αυγό, για χύνεσαι;» γυρίζει το βασιλοπαίδι και λέει αγάλια-αγάλια στο Γυμνό, «τι σου λέγει πάλι τούτο; Πως θα κάνει του βασιλέ η κόρη περίπατο, είναι, βρε αδερφέ, ανάγκη να σφαλίσουν τις πόρτες και τα παραθύρια τους και τις αραφλάδες τους;» Τότε, πρώτη φορά, είδε το βασιλοπαίδι το Γυμνό να χαμογελάσει, σαν άκουσε αυτά τα λόγια' δεν εμίλησε όμως τίποτα. Ποιος ξέρει πια, τι είχε μες στο νου του!

Τι τα θες, το βασιλοπαίδι καθεται πάνω στο καρεκλί του, μα ο νους του είναι σε κείνα που είπε ο ντελάλης. Δεν μπορεί, τζάνουμ, να τα χωνέψει. Στα στερνά δεν εβάσταξε πια και γυρίζει και λέγει σ' όλους τους ανθρώπους, που 'ταν μέσα στον καφενέ: «Βρε παιδιά, πως μαθέ, σα βγαίνει του δικού σας του βασιλέ η κόρη στον περίπατο, είναι ανάγκη να γίνεται το χωριό όλο άνω-κάτω;» Οι άνθρωποι γέλασαν τα πρώτα' γιατί τους φάνηκε το ρώτημα του βασιλοπαιδιού χώσικο' όμως ύστερα του είπαν: «Είσαι ξένος, και γι' αυτό δεν τα ξέρεις' να, τι τρέχει του πολυχρονεμένου μας του βασιλέ η κόρη είναι τόσο όμορφη, που άμα τη δει κανείς, με μιας τρελαίνεται! Το λοιπόν, για να μη πάθει ο κόσμος, κάνει τούτο το πράμα, τους δίνει μαθέ είδηση πιο μπροστά, για να κρυφτεί καθένας, και να μην πάθει τίποτα». «Εμ, είναι πια τόσο όμορφη;» είπε το βασιλοπαίδι. «Αχ, καημένο παιδί, να φας και να δεις!» είπε ένας καρδιοκαμένος από μέσα από τον καφενέ.

Σαν άκουσε έτσι το βασιλοπαίδι, δεν είπε τίποτα, μα από μέσα έπιασε και τον έτρωγε, να τη δει και καλά αυτήν την όμορφη τη βασιλοπούλα! Ο Γυμνός πάλι, μοιάζει πως δε δίνει πεντάρα για τέτοια πράματα. Σ' αυτό το αναμεταξύ, πιάσαν οι πασβάντες και γύριζαν μες στο χωριό και σφαλούσαν πια τα σπίτια και τους καφενέδες. Σηκώνονταν τότες οι ανθρώποι και φεύγαν ένας-ένας. Ο Γυμνός και το βασιλοπαίδι απόμειναν οι δυο τους με τον καφετζή. Ο καφετζής έπιασε τότε και σφάλισε καλά, έφραξε όπως όπως τις χαραμάδες, ταπέ τους έριξε απ' ένα στρώμα κι απ' ένα μαξιλάρι στην κάθε καπάντζα του καφενεδιού, τους ευχήθηκε «καλή νύχτα»και τους είπε να κοιμηθούν πια.

Η ώρα πρέπει να ήταν ίσαμε τρεις. Σαν επλάγιασαν, το βασιλοπαίδι γυρίζει και ξαναγυρίζει μες στο στρώμα, κι ο νους του κι ο διαλογισμός του τι τρόπο να κάνει, για να δει και καλά τη βασιλοπούλα. Τώρα να δεις τι σοφίστηκε' παίρνει από μέσα από τη τσέπη του μια τσακούδα που 'χε κι αρχινά, μωρέ γιε

Σελ. 70
Φόρμα αναζήτησης
Αναζήτηση λέξεων και φράσεων εντός του βιβλίου: Επεξεργασία παραμυθιακών τύπων και παραλλαγών AT 500-559
Αποτελέσματα αναζήτησης
    Ψηφιοποιημένα βιβλία
    Σελίδα: 51
    

    ΠΑΡΑΜΥΘΙΑΚΟΣ ΤΥΠΟΣ AT 503