Συγγραφέας:Αγγελοπούλου, Άννα
 
Καπλάνογλου, Μαριάνθη
 
Κατρινάκη, Εμμανουέλα
 
Τίτλος:Επεξεργασία παραμυθιακών τύπων και παραλλαγών AT 500-559
 
Τίτλος σειράς:Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας
 
Αριθμός σειράς:41
 
Τόπος έκδοσης:Αθήνα
 
Εκδότης:Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς
 
Έτος έκδοσης:2004
 
Σελίδες:511
 
Αριθμός τόμων:1 τόμος
 
Γλώσσα:Ελληνικά
 
Θέμα:Ελληνικά παραμύθια-Κατάλογος
 
Τοπική κάλυψη:Ελλάδα
 
Περίληψη:Το βιβλίο αυτό αποτελεί τον τέταρτο κατά σειράν τόμο του Καταλόγου των Ελληνικών Παραμυθιών (βλ. εδώ τα δημοσιεύματα αρ. 21, 26, 34). Ο Κατάλογος των Ελληνικών Παραμυθιών αποτελεί μια σύγχρονη επεξεργασία της πρώτης ανέκδοτης και πολύτιμης καταλογογράφησης του ελληνικού παραμυθιού από τον Γεώργιο Α. Μέγα. Ο εθνικός αυτός Κατάλογος, έρχεται να προσθέσει μια νέα όψη των πραγμάτων, ίσως και να απειλήσει τη στατική αντίληψη της κατάταξης. Συχνά οι τοπικές αφηγήσεις περιγράφονται με τον όρο «αποκλίσεις» σε σχέση με την περιγραφή του κάθε παραμυθιακού τύπου στον Διεθνή Κατάλογο. Ωστόσο, το σύγχρονο ενδιαφέρον μπορεί να είναι πολύ πιο δυναμικό: το αντικείμενο της έρευνας είναι η μελέτη των ασυνείδητων μηχανισμών, που υποβαστάζουν τους μετασχηματισμούς των παραμυθιών, καθώς αυτά κυκλοφορούν από γλώσσα σε γλώσσα, από περιοχή σε περιοχή. Οι μετασχηματισμοί δεν συμβαίνουν ερήμην των δρώντων προσώπων, που είναι οι χρήστες των παραμυθιών, αυτών που διηγούνται κι αυτών που ακούνε. Οι χρήστες είναι βεβαίως φορείς ενός πολιτισμού. Τα παραμύθια γίνονται αντιληπτά μέσα από δεδομένους μυθικούς και συμβολικούς κώδικες και, προκειμένου να επιχωριάσουν, υποβάλλονται αναλόγως σε ασυνείδητους μετασχηματισμούς σε διάφορα επίπεδα της δομής τους.
 
Άδεια χρήσης:Αυτό το ψηφιοποιημένο βιβλίο του ΙΑΕΝ σε όλες του τις μορφές (PDF, GIF, HTML) χορηγείται με άδεια Creative Commons Attribution - NonCommercial (Αναφορά προέλευσης - Μη εμπορική χρήση) Greece 3.0
 
Το Βιβλίο σε PDF:Κατέβασμα αρχείου 11.9 Mb
 
Εμφανείς σελίδες: 68-87 από: 514
-20
Τρέχουσα Σελίδα:
+20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/62/gif/68.gif&w=600&h=915

νοητός. Πάνω στα μεσάνυχτα, να το, ακούστηκε ένας βουητός, και με μια, προβαίνει ένα θηρίο μ' εφτά κεφάλια' ως είδε το Γυμνό, το βασιλοπαίδι και τ' άλογα, χύθηκε με μια καταπάνω τους, να τους φάει. Τότε, μωρέ μάτια μου ο Γυμνός, που έκανε τον κοιμώμενο, δε χάνει καθόλου καιρό, πετιέται απάνω, κι αρχινά, εφέντη μου, με τη μαχαίρα του, και να στο ένα το κεφάλι του θηριού, να στο άλλο, στα έκανε κειπέρα σε δυο ώρες της νύχτας, ίσαμε να πεις τρία! Άμα το σκότωσε καλά, το τράβηξε στην μπάντα κι άνοιξε ένα λάκκο, κι έκρυψε μέσα τις γλώσσες του θηριού, σαν τις αλάτισε κι ύστερα, για να μη βρωμίσουν, ταπ' έπλυνε τη μαχαίρα του στη βρύση, και πήγε κι έπεσε κοντά στον άλλον, να κοιμηθεί. Το βασιλοπαίδι απ' αυτά όλα δεν επήρε καθόλου χαμπάρι' γι' αυτό, σα σηκώθηκε το πουρνό κι ηύρε το Γυμνό και κοιμόταν ακόμα, καθόταν και τον πείραζε κι έλεγε: «Είδες, που δε σ' άρεζε τούτο το μέρος, ταπέ τώρα, βλέπω, δεν κάνεις καρδιά να νιώσεις!»

Τι τα θες, σα σηκώθηκε σε κομμάτι ο Γυμνός, νιφτήκαν, φάγαν κομματέλλι, κάναν το σταυρό τους, καβαλλικέψαν τ' άλογά τους και παγήκαν. Άμα πήγαν κάνα κάρτο δρόμο, πέσαν πάλι μες στην ερημία. Όλη μέρα τα ίδια' όλο τσάμια κι αστιβιές, ταπέ ο τόπος, βλέπεις, καματιασμένος, κι αφανιστήκαν από το κάμα. Το βράδι-βράδι, η καλή τους η τύχη, να σου και βρίσκουν πάλι μπροστά τους έναν τόπο δροσερό, σαν εκείνο, που 'βραν κι από τ' απεσπερού. Το βασιλοπαίδι, ως είδε πάλι τέτοιον τόπο, αρχίνησε να παρακαλεί το Γυμνό να πέσει πάλι εκειπέρα. Κατεβήκαν δα από τ' άλογά τους, πλυθήκαν με το νερό, και κόψαν κομμάτι τριφύλλι για τα ζα' ταπέ ύστερα ετοιμάσαν το φαγί και φάγαν. Σαν αποφάγαν, επειδής κι ήταν ακόμα μέρα, το βασιλοπαίδι βλέποντας το Γυμνό, πως ήταν πάντα λυπημένος, θέλησε να τον ρωτήσει την ιστορία του, μα εκείνος δεν εμίλησε καθόλου! Σαν είδε κι απόειδε το βασιλοπαίδι πως δε θα τον καταφέρει να πει τίποτα, πλάγιασε κι αποκοιμήθη. Ο Γυμνός τραβήχτη πάλι σε μιαν άκρη, κι έκανε πως κοιμόταν. Άξαφνα, να κι έρχεται πάλι ένα θηριό, σαν το εψεσινό' τότες, σηκώθηκε πάλι ο Γυμνός κι έκανε ό,τι που 'κανε και στ' άλλο, χωρίς να καταλάβει τίποτα το βασιλοπαίδι. Το πουρνό πάλι, σαν ένιωσε το βασιλοπαίδι, καθόταν πάλι και πείραζε το Γυμνό, πως είναι καλομαθημένος, και δε μπορεί να νιώσει πουρνό. Αχ! και πού να ξέρει, τι τράκος γινόταν τώρα δυο βραδιές απάνω- πανωτά! Μην τα πολυλογούμε, σήκώθηκε ο Γυμνός και δρόμο!

Το ηλιοβασίλεμα ηύραν πάλι ένα όμορφο μέρος και πάλι τα ίδια! Το βασιλοπαίδι θέλει ν' απομείνει εκεί, ο Γυμνός δε θέλει, ώσπου καταπόνησε πάλιν η γνώμη του βασιλοπαιδιού. Τι τα θέλεις, βαρεμός καταντεί, εμ δε μπορούμε να μην τα πούμε κι όλα, τα μεσάνυχτα, να πάλι κι ακούστη ένας βουητός. Αυτήν όμως τη βραδιά δεν ήταν θηριό, που έκανε το βουητό' ήταν μια δράκαινα, σα να λέμε μια μάνα, που 'χει γιους δράκους!

Η δράκαινα αυτή ήταν καβάλα πάνω σε μια λαγίνα, με άλλα λόγια, πάνω σ' ένα θηλυκό λαγό, και σήκωνε μια λαγήνα στον ώμο της, για να πάρει νερό

Σελ. 68
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/62/gif/69.gif&w=600&h=915

από τον τσεσμέ. Άμα είδε τους ανθρώπους και τα ζα στον πλάτανο από κάτω, δεν εμίλησε καθόλου, μονάχα γέμισε τη λαγήνα της, και πήγαινε στη σπηλιά, που ήταν οι σαράντα δράκοι, οι γιοι της, να τους πει πως έχει κάτι κελεπουρέλλια στον τσεσμέ, για να τρέξουν να τους φάνε!

Όμως ο Γυμνός, που δεν εκοιμάτο πάλι, ακολούθησε τη δράκαινα και, άμα μπήκε αυτή μέσα, αυτός στάθηκε απ' όξω από τη σπηλιά. Αμα έδωσε η δράκαινα χαμπάρι στους γιους της, και πιάσαν αυτοί να βγαίνουν ένας-ένας όξω, στεκόταν ο Γυμνός με τη μαχαίρα και, άμα πρόβαιλνε κανείς, σατ! μια, παρ' τον κάτω! Έτσι, μωρέ γιε μου, τους έσφαξε και τους σαράντα! Ύστερα, σα βγήκε κι η μάνα τους, για να ιδεί τι γινήκαν, την έσφαξε κι εκείνην, ταπέ κατέβηκε μες στη σπηλιά. Τι είδε, βρε παιδιά εκεί μέσα, και τι ηύρε, ό,τι και να σας πω, δε θα μπορέσω ποτές να σας το παραστήσω! Σαν εκατέβηκε κάτω, βλέπει οντάδες, οντάδες, έναν πάνω στον άλλον" τους μετρά... σαράντα! Άνοιγε το λοιπόν έναν-έναν, κι εύρισκε μέσα πράματα, που δεν τα 'δε μηδέ στον ύπνο του" μες στον έναν ηύρε βουνά τα φλουριά και βουνά τα διαμάντια! Μες στον άλλον ηύρε λίρες τρακοσάρες, αιματοστάτες και πολλά άλλα αρχοντάδικα πράματα! Τι τα θέλεις, μέσα σ' έναν οντά ηύρε άνθρωπο σκοτωμένο, και πνιγμένο και ζα σκοτωμένα, που τα είχαν οι δράκοι, για να τα φαν. Αλλού πάλι ηύρε τις σοδειές τους, τα παξιμάδια τους, τα ριτσέλια τους, το βράσμα, τον τραχανά τους" σωστό νοικοκυριό! Πίσω-πίσω, ανοίγει έναν οντά και τι να δεις! Βρίσκει μέσα τρεις κοπέλες κρεμασμένες από τα μαλλιά, κι οι τρεις βασιλοπούλες, που τις είχαν οι δράκοι κλεμμένες, και γυρεύαν γρόσια από τους πατεράδες τους τους βασιλιάδες, για να τις δώσουν ξωπίσω!

Άμα τους είδαν, μπήξαν οι καημένες τα κλάματα στα μεσούρανα, και τον παρακαλούσαν να τις γλιτώσει. Πιάνει τότες ο Γυμνός, τις ξεκρεμάζει, ταπέ τις ρώτησε ποιες είναι. Είπε δα καθεμιά από πού ήταν και τα πάθια που τραβήξαν. Τώρα, καταλαχού, η μια απ' αυτές ήταν ίσα-ίσα κόρη εκείνου του βασιλέ, που πήγαιναν στο βασίλειο του, για να ψωνίσουν βόδια. Ο Γυμνός δεν απόδειξε τίποτα, μόνο τις πήρε με γλυκό τρόπο, τους έδειξε το μέρος, που ήταν οι σοδειές, και τους είπε να καθήσουν μες στη σπηλιά, ανένοιες, κι εκειός θα κάνει τ' αδύνατα δυνατά να τις γλιτώσει. Ύστερα ανεβαίνει επάνω από τη σπηλιά, βγάζει τα δόντια των δράκων και της δράκαινας, ταπέ πήγε την αυγή απάνω και πλάγιασε κοντά στο βασιλοπαίδι. Το πουρνό, ό,τι έδωσε ο ήλιος πάνω στα βουνά, νιώσαν. Ο Γυμνός, ανασαμιά για κείνα που σκάρωσε απεσπερού. Καβαλλίκεψαν πάλι τ' άλογα και δρόμο.

Του τσομπάνη την ώρα, φάνηκε πια από μακριά η πολιτεία που θέλαν να παν, και την ώρα που ανάφτουν τα λυχνάρια ήταν πια μέσα και κατέβαιναν από τ' αλόγατά τους μπροστά σ' έναν καφενέ. Σαν εξισάσαν τα ζα τους, και πήραν τον καφέ τους, φωνάξαν ένα-δυο ανθρώπους κοντά τους κι είπαν για τι δουλειά ήρθαν στον τόπο τους, κι όποιος έχει βόδια για πούλημα, να του δώσουν είδηση, για να τους ανταμώσει το πουρνό. Πάνω σ' αυτές τις ομιλίες,

Σελ. 69
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/62/gif/70.gif&w=600&h=915

ακούν το ντελάλη και φωνάζει. Απόμειναν όλοι οι άνθρωποι, που ήταν μες στον καφενέ κι αφουγκράζονταν, να δούμε, τι θα πει. Ο ντελάλης φώναζε κι έλεγε: «Ακούσατε, χωριανοί, πηρχουριανοί! Καλά ν' ακούσετε! Απόψε να σφαλίσετε νωρίς, να φράξετε πρώτα τις αραφλάδες των σπιτιών, και να κλείσετε πόρτες και παράθυρα, και να κοιμηθείτε νωρίς, γιατί είναι για να βγει απόψε του βασιλέ η κόρη, να κάμει περίπατο, κι ύστερα να μην μετανιώνετε, και λέγετε πως δεν ακούσατε!»

Άμα τελείωσε ο ντελάλης, οι χωριανοί, οι ανθρώποι πιάσαν πάλι την κουβέντα τους, μα ο Γυμνός και το βασιλοπαίδι δεν μπορούσαν να χωνέψουν αυτά που 'λεγε ο ντελάλης. «Σκας, αυγό, για χύνεσαι;» γυρίζει το βασιλοπαίδι και λέει αγάλια-αγάλια στο Γυμνό, «τι σου λέγει πάλι τούτο; Πως θα κάνει του βασιλέ η κόρη περίπατο, είναι, βρε αδερφέ, ανάγκη να σφαλίσουν τις πόρτες και τα παραθύρια τους και τις αραφλάδες τους;» Τότε, πρώτη φορά, είδε το βασιλοπαίδι το Γυμνό να χαμογελάσει, σαν άκουσε αυτά τα λόγια' δεν εμίλησε όμως τίποτα. Ποιος ξέρει πια, τι είχε μες στο νου του!

Τι τα θες, το βασιλοπαίδι καθεται πάνω στο καρεκλί του, μα ο νους του είναι σε κείνα που είπε ο ντελάλης. Δεν μπορεί, τζάνουμ, να τα χωνέψει. Στα στερνά δεν εβάσταξε πια και γυρίζει και λέγει σ' όλους τους ανθρώπους, που 'ταν μέσα στον καφενέ: «Βρε παιδιά, πως μαθέ, σα βγαίνει του δικού σας του βασιλέ η κόρη στον περίπατο, είναι ανάγκη να γίνεται το χωριό όλο άνω-κάτω;» Οι άνθρωποι γέλασαν τα πρώτα' γιατί τους φάνηκε το ρώτημα του βασιλοπαιδιού χώσικο' όμως ύστερα του είπαν: «Είσαι ξένος, και γι' αυτό δεν τα ξέρεις' να, τι τρέχει του πολυχρονεμένου μας του βασιλέ η κόρη είναι τόσο όμορφη, που άμα τη δει κανείς, με μιας τρελαίνεται! Το λοιπόν, για να μη πάθει ο κόσμος, κάνει τούτο το πράμα, τους δίνει μαθέ είδηση πιο μπροστά, για να κρυφτεί καθένας, και να μην πάθει τίποτα». «Εμ, είναι πια τόσο όμορφη;» είπε το βασιλοπαίδι. «Αχ, καημένο παιδί, να φας και να δεις!» είπε ένας καρδιοκαμένος από μέσα από τον καφενέ.

Σαν άκουσε έτσι το βασιλοπαίδι, δεν είπε τίποτα, μα από μέσα έπιασε και τον έτρωγε, να τη δει και καλά αυτήν την όμορφη τη βασιλοπούλα! Ο Γυμνός πάλι, μοιάζει πως δε δίνει πεντάρα για τέτοια πράματα. Σ' αυτό το αναμεταξύ, πιάσαν οι πασβάντες και γύριζαν μες στο χωριό και σφαλούσαν πια τα σπίτια και τους καφενέδες. Σηκώνονταν τότες οι ανθρώποι και φεύγαν ένας-ένας. Ο Γυμνός και το βασιλοπαίδι απόμειναν οι δυο τους με τον καφετζή. Ο καφετζής έπιασε τότε και σφάλισε καλά, έφραξε όπως όπως τις χαραμάδες, ταπέ τους έριξε απ' ένα στρώμα κι απ' ένα μαξιλάρι στην κάθε καπάντζα του καφενεδιού, τους ευχήθηκε «καλή νύχτα»και τους είπε να κοιμηθούν πια.

Η ώρα πρέπει να ήταν ίσαμε τρεις. Σαν επλάγιασαν, το βασιλοπαίδι γυρίζει και ξαναγυρίζει μες στο στρώμα, κι ο νους του κι ο διαλογισμός του τι τρόπο να κάνει, για να δει και καλά τη βασιλοπούλα. Τώρα να δεις τι σοφίστηκε' παίρνει από μέσα από τη τσέπη του μια τσακούδα που 'χε κι αρχινά, μωρέ γιε

Σελ. 70
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/62/gif/71.gif&w=600&h=915

μου, αγάλια-αγάλια κι ανοίγει πάνω στην καπάντζα μια τρύπα μεγάλη-μεγάλη, ώστε να μπορεί να βλέπει ποιος παγαίνει και ποιος περνά απέξω.

Πάνω που τελείωσε πια αυτή τη δουλειά, άκουσε σα σαματά, και του φάνηκε πως είδε σαν αναλαμπή. Κόλλησε τότε το μάτι του στην τρύπα, και τι να δεις! Καμιά κατοστή κοπέλες όμορφες, σαν το κρύο νερό, κατέβαιναν απ' ίσια πάνω, κι είχαν καταμεσίς τους τη βασιλοπούλα! Εμ, τι ομορφιά δα πια ήταν εκείνη! Το καημένο το βασιλοπαίδι, άμα την είδε, λιγοθύμισε!

Σαν εξελιγοθύμισε, ήταν πια περασμένη. Απόμεινε μες στο στρώμα σα ζεματισμένος και διαλογιζόταν. Ίσαμε το πουρνό, ο νους του ήταν στη βασιλοπούλα! Λες και τον μάγεψε τον καημένο! Το πουρνό, άμα σηκωθήκαν, ο Γυμνός 'πιάσει να πει στο βασιλοπαίδι να πάει να βρει εκείνους τους ανθρώπους, που έχουν βόδια, για να συμφωνήσουν' μα το βασιλοπαίδι πέρα βρέχει κι αλλού βροντά! Εκείνο το κατσιποδιάρικο ήταν κατασεβνταλατσμένο με τη βασιλοπούλα. Σαν τελείωσε την ομιλία του ο Γυμνός, στάθηκε κομμάτι το βασιλοπαίδι, διαλογίστηκε καλά-καλά, ταπέ λέγει στο Γυμνό: «Άκουσέ με, κολλήγα, να σου πω: Κανέναν άλλο δεν έχω εδωπέρα να πω τον πόνο μου, έξω από σένα. Γω ψες έκανα μια τρέλα: την ώρα που εσύ κοιμόσουνα, γω άνοιξα μιαν αραφλάδα κι είδα τη βασιλοπούλα που 'κανε περίπατο!» «Ε, και τι μ' αυτό;» του λέει ο Γυμνός. «Τι μ' αυτό!», του λέει το βασιλοπαίδι, «ε, είναι τόσο όμορφη, που με μια την αγάπησα, και θέλω να την πάρω γυναίκα' σα δεν την πάρω γω αυτήν, είναι αδύνατο πράμα για να ζήσω' για θα καρφωθώ, για θα θαφτώ! Μα δεν ξέρεις μωρέ κουμπάρε, τι νταρντάνα, τι κοπελάρα είναι! Τέτοια ομορφιά δεν εματαστάθηκε! Αχ! τι να κάνω; Δε μου λες κι εσύ;» Τέτοια λόγια καθόταν κι έλεγε στο Γυμνό. Αμ, εκείνος ο ευλογημένος, μοιάζει πως τ' αυτί του δεν ίδρωνε.

«Αυτά δεν τα ξέρω εγώ», του είπε, «εμείς ήρθαμε δω να δούμε δουλειά, δεν ήρθαμε να ψάχνουμε έρωτες! Αφησέ τα, σαν που σου λέω εγώ, όλα αυτά κι άντε, πάμε να δούμε τα βόδια!» Βάλε πια με το νου σου εσύ τώρα, τι γίνηκε του βασιλοπαιδιού η καρδιά, σαν άκουσε αυτά τα σκληρά λόγια! Με μιας, βουρκώσαν τα μάτια του, κι αρχίνησε κι έκλαιγε σα μωρό! Ο σεβντάς είναι κακό πράμα. Εμ, το λέει, για, το τραγούδι:

Ανάθεμα τον έρωτα κι όποιος τον κάνει φίλο, κι όποιος τον καλοπιστευτεί τον άτιμο, το σκύλο.

Ο Γυμνός σαν είδε σε τέτοια κατάσταση το παιδί, το λυπήθηκε, και γύρισε και του είπε: «Μην κλαις, ρε παιδί, σα μωρό, και ραγίζει η καρδιά μου! Τώρα πια, γίνηκε ό,τι που γίνηκε. Ήταν καλά να μην κάνεις την παλαβάδα και τη δεις. Τι λέγεις μαθέ να κάνουμε τώρα; Εγώ, ό,τι που βγαίνει απ' το χέρι μου για δικό σου χατήρι, δεν τ' αφήνω πίσω». Αυτό δα ήθελε και το βασιλο-

Σελ. 71
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/62/gif/72.gif&w=600&h=915

βασιλοπαίδι! Με την πρώτη, έπεσε στα παρακάλια να πάει και καλά ο Γυμνός στον πατέρα της βασιλοπούλας, να του κάνει προξενειά για το βασιλοπαίδι. Ο Γυμνός, στην αρχή, έκανε τα νάζια του, όμως ύστερα το δέχτηκε. Σηκώνεται δα ο καλός μας ο Γυμνός και μια και δυο στου βασιλέ το παλάτι. Οι άνθρωποι του παλατιού, σαν τον είδαν έτσι, άγριο, γυμνό, και με τη μαχαίρα στο χέρι, δεν ηθέλαν να τον βάλουν μέσα" μα ο βασιλές, που ταίριαξέ του εκείνην την ώρα να πάει να κάνει κάτι στο μπαλκόνι, άμα άκουσε τις φωνές κι έμαθε τι τρέχει, πρόσταξε ν' αφήσουν τον άνθρωπο ν' ανεβεί.

Σαν ανέβηκε ο Γυμνός, έρχεται μπροστά στο βασιλέ και λέει: «Πολυχρονεμένε βασιλέα, χτες βράδι, που έκανε η μικρή σου η κόρη περίπατο, ταίριασε να τη δει ο μικρός ο γιος του δικού μας βασιλέ. Την άρεσε, κι αποφάσισε να την πάρει γυναίκα. Τώρα μ' έστειλε να σου κάνω προξενειά και να σε ρωτήσω, τη δίνεις ή δεν τη δίνεις». Έτσι μοναχά απηλέτ'στα κι αμαρύγκλουτα πέταξε τα λόγια του ο Γυμνός και στεκόταν την απάντηση τι θα του πει ο βασιλές. «Πάει καλά», είπε τότε αυτός. «Μα τη δική μου την κόρη δε μπορώ κι εγώ ο ίδιος να τη δώσω σ' όποιον θέλω' γιατί την έχω ταμένη να την πάρει όποιος κάνει τούτανα τα τρία πράματα κι αδιάφορο, ποιος θε να 'ναι. Άκουσέ με καλά και πες το και συ σ' αυτόν, σα μπορέσει να τα βγάλει πέρα, ας έρθει εδώ, κι από κείνην την ώρα είναι γαμπρός μου: στο τάδε μέρος είναι ένα θεριό μ' εφτά κεφάλια' στο τάδε μέρος πάλι, είναι ένα άλλο θεριό, κι αυτό μ' εφτά κεφάλια' είναι και στο τάδε μέρος σαράντα δράκοι με τη μάνα τους. Τώρα, αυτά τα θηριά κι οι δράκοι κάθονται και παραφυλάγουν μόλις έρχεται κανένας άνθρωπος μες στο βασίλειο μας, για να ψωνίσει σιγίρια, και τον τρων. Καταλαβαίνεις τώρα εσύ, τι ζημιά έχει ο τόπος μας, απ' αυτά τα πράματα' μήτε βόδια έρχεται πια κανείς στον τόπο μας να ψωνίσει μήτε αγελάδα. Αμ, δεν εφτάναν δα τούτα μοναχά, μα πήραν οι δράκοι και τη μεγάλη μου την κόρη και τώρα γυρεύουν ένα σωρό παράδες, για να τη δώσουν. Αυτά είναι. Τώρα, όποιος μπορέσει και σκοτώσει αυτά τα θηριά και τους δράκους και γλιτώσει τον τόπο μας απ' αυτό το κακό, και πάρει την κόρη μου τη μεγάλη και μου τη φέρει, αυτός είναι ο γαμπρός μου, που θα πάρει τη μικρή μου την κόρη». Αυτά είπε ο βασιλές. Τώρα ο Γυμνός, ίσαμε που άκουγε το βασιλέ να μιλά, έπαιρνε χαρά' γιατί έβλεπε πως ο βασιλές έλεγε ίσα-ίσα αυτά τα θηριά κι εκείνους τους δράκους, που 'χε αυτός σκοτωμένους. Δεν εμίλησε καθόλου. Χαιρέτησε το βασιλιά, κατέβηκε τη σκάλα και πάει.

Έρχεται ύστερα στο βασιλοπαίδι, που κάναν κάνες τα μάτια του για να βλέπει πότε θα πάει ο Γυμνός, και καθίζει και του τα λέγει ένα προς ένα. Το βασιλοπαίδι το καημένο απόμεινε σαν ξερό, σαν τα 'κουσε' δεν ήξερε τι να κάνει. Από την άλλη πάλι, ο Γυμνός, αντίς να τον παρηγορέσει, και να του πει μαθές πως «έννοια σου, βρε παιδί, μη σε μέλει, κι αυτά τα θηριά εγώ τα 'χω σκοτωμένα», τι γυρίζει και του λέει' και μ' έναν τρόπο που... αμόληστα κι ας πάει! «Ε, τι λέγεις; μπορείς να τα κάνεις αυτά που λέγει ο βασιλές, να πάρεις

Σελ. 72
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/62/gif/73.gif&w=600&h=915

την κόρη του;» Το παιδί έμπηξε πάλι τα κλάματα, κι αρχίνησε τα παρακάλια: «Τζάνουμ, κολλήγα, του 'λεγε, πολύ σε παρακαλώ' συ θα την κάνεις και τούτη τη δουλειά!» και τα δάκρια του τρέχαν κτσα-κτσα, πάνω στα μάγουλά του. Μην τα πολυλογούμε, το λυπήθηκε πάλι ο Γυμνός, και σηκώθηκε τάχα να πάει να σκοτώσει τα θηριά' αυτός τα 'χει σκοτωμένα για!

Σηκώνεται, που λες, ο Γυμνός, και πάει και ξεχώνει τις γλώσσες του θηρίου, που σκότωσε πρώτα-πρώτα. Το βράδι σα γύρισε, παίρνει μαζί του το βασιλοπαίδι και μια και δυο στο βασιλέ. Σαν επήγαν πια κοντά στο παλάτι, φωνάζει το παιδί σ' ένα επίζερβο μέρος και του βγάζει και του δίνει τις γλώσσες του θηριού και τον καθοδήγησε να πει στο βασιλέ πως αυτός το σκότωσε το θηριό.

Σαν ήρθαν δα μπροστά στο βασιλέ, βγάζει το βασιλοπαίδι από τον κόρφο του τις γλώσσες του θηριού, τις δίνει στο βασιλέ, κι αρχινά και λέγει τι λογιώ το σκότωσε, πως τυραννίστηκε πολύ, πώς κόντεψε κιόλας να τον καταπονέσει, κι ένα σωρό άλλες ψευτιές, μόνο και μόνο για να τον πιστέψει ο βασιλές, πως αυτός τάχα σκότωσε το θηριό. Ο βασιλές τον πίστεψε και του είπε να πάει τώρα στο άλλο.

Με ταχειά πάει πάλι ο Γυμνός, ξεχώνει του αλλουνού του θηριού τις γλώσσες και μαζί πάλι με το βασιλοπαίδι, τις πήγαν στου βασιλέ. Ο βασιλές τον πίστεψε πάλι, πως το παιδί έχει κι αυτό το θηρίο σκοτωμένο, και του είπε να πάει πια στους δράκους και, σαν τα καταφέρει κι εκειπέρα, θα τον κάνει χωρίς άλλο γαμπρό του.

Με ταχειά το πουρνό, πάει ο καλός μας ο Γυμνός, φέρνει και τα δόντια των δράκων και τα πήγαν με το βασιλοπαίδι στο βασιλέ. Δίνοντας τα δόντια το παιδί, είπε πως η μεγάλη του η κόρη κάθεται μες στη σπηλιά και θέλει να του δώσει μουλάρια πολλά και στρατέματα, για να παν μαζί του, να φορτώσουν φλουριά και διαμάντια, να πάρει μαζί του, σαν ερχόταν η βασιλοπούλα με τις δυο τις άλλες, και να τη φέρει πια στον πατέρα της.

Ο καημένος ο βασιλές, σαν άκουσε πως ξελευτερώθηκε πια το παιδί του, πως γλίτωσε πια ο τόπος από τα θηριάκι από τους δράκους, έκλαιγε από τη χαρά του και δεν ήξερε τί έκανε. Πήρε με μιας το βασιλοπαίδι μες στην αγκαλιά του, και τον εφίλα και τον έλεγε παιδί του και γαμπρό του. Υστερα, στέλνει και φωνάζει τη μικρή του την κόρη την όμορφη, και την έβαλε κι έκανε μια μετάνοια και φίλησε του βασιλοπαιδιού το χέρι και του είπε, πως αυτός είναι ο άντρας σου, που θα σου δώσω, γιατί ξελευτέρωσε την αδερφούλα σου από τα νύχια των δράκων και γλίτωσε τον τόπο μου απ' τα θηριά.

Η βασιλοπούλα, γελαζούμενη, όμορφη, και καταχαρούμενη να κάτσει κοντά στο βασιλοπαίδι. Υστερα, πήρε ασημένιο δίσκο άκρατο, με κρυσταλλένια ποτήρια και τους τον πέρασε. Ταπέ, έκοψε βασιλικό κι ανατουράλι και δεντρουσάτσι και γαρύφαλλα κι έκανε βατακαριά' την έδεσε με κόκκινο μετάξι και χρυσό σύρμα και του την έδωσε. Πιάσαν ύστερα οι παρακόρες και στρώσαν τραπέζια με τραπεζομάντηλα απ' αγκρισμένο αλατζά, και με πετσέτες κεντη-

Σελ. 73
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/62/gif/74.gif&w=600&h=915

κεντημένες και θέσαν απάνω φαγητά λογιώ των λογιώ, που δεν έλειπε μηδέ του πουλιού το γάλα. Έδωσε καταπόδι μια διαταγή ο βασιλές, να έρχεται ο κόσμος, να καθίζει, να τρώει, να πίνει και να γλεντίζει καθένας ίσαμε πως θέλει, γιατί ξελευτερώθηκε η βασιλοπούλα η μεγάλη και γλίτωσε ο τόπος από τα θηριά.

Το πουρνό, το βασιλοπαίδι κι ο Γυμνός πήραν στρατιώτες και ζα πολλά και πήγαν να φέρουν τις σκλαβωμένες βασιλοπούλες, τα φλουριά και διαμαντικά. Το βράδι-βράδι ήταν όλος ο κόσμος βγαλμένος έξω από την πολιτεία, και τους απαντέχαν. Σε κομμάτι, να και βλέπουν μπροστά-μπροστά το Γυμνό, καταπόδι και τις τρεις τις βασιλοπούλες με το βασιλοπαίδι και στην αράδα διακόσια ζα, φορτωμένα όλο φλουρί και διαμάντια και πίσω απ' αυτά τα στρατέματα. Ο κόσμος σαν τα 'δε αυτά, παλαβώθηκε από τη χαρά του' πήγαν όλοι μαζουμένοι μπροστά στο παλάτι και κάτσαν και τρώγαν και πίναν όλη νύχτα.

Το βασιλοπαίδι δα πια ήταν καταχαρούμενο' όλο με την αραβωνιαστικιά του σαμάτευε, και χόρευε, και δεν εχόρταινε να τη λογιάζει. Σαν εξημέρωσε, τους φωνάζει ο βασιλές και τους είπε να ετοιμαστούν για ταξίδι' ο γάμος, να καταλάβεις, έπρεπε να γίνει στου γαμπρού την πολιτεία. Σαν ετοιμαστήκαν όλα, έκατσε κι έκανε ένα γράμα στον συμπέθερό του το βασιλέ, και του 'στείλε ένα σωρό μπαξίσια. Από κει κι ύστερα, ο Γυμνός και το βασιλοπαίδι πήραν τη βασιλοπούλα, την όμορφη, που όποιος την έβλεπε, τρελαινόταν από την ομορφιά της, πήραν και τα διακόσια γομάρια φλουριά που κέρδισαν, αφήκαν γεια στο βασιλέ, και με την ευχή του πήγαν στο δικό του το χωριό, για να κάνουν το γάμο.

Μια μέρα, όταν σηκωθήκαν ο βασιλές κι η βασίλισσα, οι γονιοί του βασιλοπαιδιού, και καθίσαν να πάρουν τον καφέ τους, βλέπει η βασίλισσα και πετά μια μουλαρόμυγα πάνω στου βασιλέ τ' αντερί. Γυρίζει και λέγει στο βασιλέ: «Να δεις, άντρα, που θα έχουμε συγχαρίκια. Ε, ξέρουμε πια, ποιο από τα παιδιά μας θα μας έχει γράμμα' μα καλορίζικο τα πλια να 'ναι, κι όποιου θέλει ας είναι!»

Δεν επρόφτασε να τελειώσει η βασίλισσα το λόγο της και να που πετιέται βρωμιστός κι αξυπόλητος ένας άνθρωπος μες στον οντά και του λέγει πως έρχεται ο γιος του ο μικρός και φέρνει διακόσια γομάρια φλουριά και διαμάντια κερδισμένα κι έχει μαζί του μια κοπέλα για να την κάνει γυναίκα του, που την ομορφιά της δεν την είδε ακόμα ο ήλιος! Σαν τ' ακούσαν ο βασιλές κι η βασίλισσα, τρίβαν τα μάτια τους. Τι, λέει; ο μικρός τους ο γιος; αυτός ο ανεπρόκοφτος κι ο άτυχος, που δεν ημπόρειε να 'βρει σύντροφο, να πιάσει δουλειά, αυτός, αυτός μαθέ κατάφερε τέτοια πράματα; «Εμ, αυτό αν είναι αλήθεια, βρε γυναίκα», γυρίζει και λέει ο βασιλές, σαν επήγε ο άνθρωπος, «να δεις πως έχει τον τόπο της η ρίμα που 'λεγε ο μακαρίτης ο πατέρας μου: παριξιμιό καράβι, σε καλό λιμνιώνα' και, αν είναι αλήθεια, πρέπει να πάμε να τον προπάρουμε».

Σελ. 74
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/62/gif/75.gif&w=600&h=915

Πανω σ' αυτά τα χέρια, μπαίνει άλλος άνθρωπος μέσα στον οντά, και του δίνει γράμματα από το γιο του, κι από το βασιλέ, το συμπέθερό του. Και, τότε πια, το πίστεψε με τα σωστά του. Σηκώνεται καταχαρούμενος, και παίρνει μαζί του στρατέματα και μουσικές, και κατέβηκε μ' όλο τον κόσμο κάτω στο γιαλό, για να προπάρει το παιδί του, που το είχε άλλοτες από κλώτσου κι από ράβδου, κι ως κοντά να το κρεμάσει κιόλας, ταπέ τώρα, που ήβγε πιο άξιο απ' όλα τ' αδέρφια του και το πιο προκομμένο. Σαν επήγαν οι ανθρώποι στο καράβι, κι είδαν τα γρόσια και την κοπέλα την όμορφη και μάθαν πως είναι βασιλοπούλα, και τη φέρνει μαζί του το βασιλοπαίδι, για να την παντρευτεί, πήραν όλοι μεγάλη χαρά.

Τι τα θες, τι τα γυρεύεις, παίζοντας οι μουσικές, με παράταξη μεγάλη, ανεβήκαν απάνω στην πολιτεία. Με ταχειά γίνηκε κι ο γάμος. Τι λογής πια γίνηκε τούτος ο γάμος, δε μπορώ να σας παραστήσω. Τι προίκες είχε μαζί της η νύφη φερμένες και τι στολίδια, και τι τραγούδια της είπαν στο νυφοστόλι της, και τι γλέντια γίνηκαν, δε φτάνει ο νους μου να σας τα παραστήσω.

Την τρίτη μέρα, πιάσαν πια οι καλεσμένοι να διαβαίνουν. Κι εκείνη την ίδια βραδιά, που θέλαν πια ν' αφήσουν μοναχό το γαμπρό με τη νύφη, σαν επιάσαν πια και κράζαν οι πετεινοί, και τραβήξαν πια οι άνθρωποι από το γάμο, και παραμείναν μονάχα οι καλές οι γηνιάδης, (οι συγγένισσες) του γαμπρού, πιάσαν πια οι παρακόρες και σβούσαν τα φώτα, για να σηκωθούν κι οι αποδέλοιποι να πηγαίνουν.

Εκεί ακούν μια περπατησιά βαριά πάνω στη σκάλα. Γυρίζουν και τι να δουν; βλέπουν το Γυμνό με τη μαχαίρα στο χέρι, μα σε τι χάλια για; Παναγία μου, και σώσε! Είχε ένα θυμό, ένα αγριμό, που θαρρείς και τα μάτια του στάζαν αίμα από μέσα! Μπήκε μες στην κάμαρα σαν σύννεφο, και, σαν τους είδε όλους μ' άγριο βλέμμα, έρχεται και στέκεται μπροστά στο γαμπρό σα στύλος! Από το θυμό του, δεν ημπόρειε να μιλήσει, μόνο ξηλόχηνε βαρειά-βαριά! Όλοι απόμειναν και τον λογιάζαν, και δεν ήξεραν τι ήθελε να κάνει! Σαν εγύρισε πάλι και στραβοκοίταξε μια όλους, κι αγουρλομάτιασε καλά-καλά το γαμπρό, του είπε με μια φωνή που έτρεμε κι έβγαινε από μέσα από το στόμα του: «Τόσες μέρες έχουμε τώρα που ήρθαμε. Συ, βλέπω, ο καλότυχος, το 'ριξες στο γλέντι και στα ξεφαντώματα. Εμ, δε μου λέγεις, να 'χουμε και καλό ρώτημα, πότε θα δούμε λογαριασμό; Εμ, συ έχεις να φας, και να πιεις, μα ρωτάς κι εμένα για; Το λογαριασμό θέλω να δούμε, τώρα κιόλας!»

Ετέτοια έλεγε ο Γυμνός, κι εχτύπα τα ποδάρια του κάτω, κι εκούνει τη μαχαίρα του, και πετούσαν οι αφροί από μέσα από το στόμα του! Γύρισε τότε το βασιλοπαίδι και του είπε: «Βρε κολλήγα, τώρα μαθέ είναι ώρα, για να λογαριαστούμε; Έλα αύριο, να κάτσουμε σαν άνθρωποι, να δούμε τη διαφορά μας». «Αύριο, ε;» είπε ο Γυμνός, «Όμορφο είναι αυτό! Ποτέ δεν τελειώνει! Τώρα, σου λέω εγώ θα γίνει αυτή η δουλειά! Τώρα!»

Θύμωσε τότε το βασιλοπαίδι. «Καλά», του λέει, «τώρα θέλεις, τώρα ας

Σελ. 75
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/62/gif/76.gif&w=600&h=915

είναι! Ο λογαριασμός μας είναι πολύ απλός: Φέραμε 200 φορτία διαμάντια και μάλαμα, κατέβα κάτου, πάρε τα εκατό, και τράβα στη δουλειά σου!» «Μονάχα τα φλουριά φέραμε από το ταξίδι;» «Εμ, τι άλλο», του λέει το βασιλοπαίδι. «Εμ, τούτην;» είπε ο Γυμνός κι έδειξε τη νύφη, τη βασιλοπούλα, τη γυναίκα του! Χαμογέλασαν τότες όλοι τους κι είπαν μες στο νου τους, πως ο καημένος ο Γυμνός τα 'χασε!

«Ναι» ξαναλέγει πάλι με θυμό ο Γυμνός, «η συμφωνία μας δεν είναι, ό, τι που κερδίσουμε στο ταξίδι, να το μοιραζόμαστε από μισό; Από το ταξίδι δε φέραμε και τούτην; Η μισή πέφτει εμένα και τ' ανάλογο μου εγώ δεν τ' αφήνω, το θέλω! Ή μπας και θαρρείς πως για τα μαύρα σου τα μάτια έτρεχα εγώ μες στον έρημο κόσμο κι έσπαζα τα κότσια μου, για να σου δώσω γυναίκα;» «Μα, αν αγαπάς το Θεό σου», του λέγει πάλι το βασιλοπαίδι, «δεν είναι, βρε μάτια μου, τούτα πράματα, που γυρεύεις! Πού ακούστηκε ποτές να μοιράζουν τις γυναίκες; Αυτό δα πάλι, είναι από τα άγραφα! Παραμύθια θα λέγουμε ή μπας και δεν είσαι με τα σωστά σου;» «Αδιάφορο!» λέγει ο Γυμνός: «Η μισή μου πέφτει και τη θέλω!»

Τότε πια το βασιλοπαίδι δεν εβάσταξε «μα, τι με νόμισες εμένα;» λέει στο Γυμνό, «για κανένα κερατά, να 'χεις εσύ τη γυναίκα μου πέντε μέρες κι εγώ άλλες πέντε, ή; Α, να μου χαθείς από μπροστά μου!»

Και για μια, έγνεψε στους ανθρώπους να αρπάξουν το Γυμνό και να τον πετάξουν έξω. Μα, δεν επρόφτασε να τελειώσει το λόγο του. «Όχι», του λέει τότε ο Γυμνός, «δε λέγω έτσι να τη μοιράσουμε, μόνον έτσι!» και, λέγοντάς τα, προτού να προκάνουν ακόμα να τον πιάσουν, χύνεται πάνω στη νύφη, την αρπά μια από το ένα ποδάρι, τη γυρίζει ανάσκελα, ταπέ σηκώνει τη μαχαίρα του, για να τη χωρίσει στα δυο, στη μέση! Ένα αχ! πρόφτασε μοναχά κι είπε η κοπέλα, ταπέ λιποθύμισε και με μιας, πεταχτήκαν ένας βώλος φιδέλλια μέσα από το στόμα της!

Αφήνει τότε κατά μέρος ο Γυμνός την κοπέλα, κι αρχινά με τη μαχαίρα του, να σου, και να σου, και σκότωσε όλα τα φιδέλλια ένα-ένα!

Σαν τα σκότωσε κι ύστερα, γύρισε σ' όλους τους άλλους, που στέκονταν σα νεκροί από το φόβο για τα κείνα που βλέπαν μπροστά τους και τους λέει με μια φωνή γλυκειά, που σε πιάνει μέσα απ' την καρδιά" θαρρείς που δεν ήταν πια αυτός ο άγριος ο Γυμνός: «Ακούστε με... Άκουσέ με συ πρώτα, φίλε μου, βασιλοπαίδι, που φάγαμε μαζί ψωμί κι άλας και περάσαμε τόσες μέρες όμορφα, σαν αδέρφια. Αυτή η κοπέλα, που πήρες γυναίκα, ήταν καταραμένη απ' τη γριά τη μανίτσα της, να μη χαρεί άντρα στο προσκέφαλο της' και την πρώτη βραδιά, που θα πέσει με τον άντρα της, να βγουν αυτά τα φίδια να τον κεντρίσουν, να πεθάνει. Τώρα, σαν αφήναμε αυτά τα φίδια, και δεν τα σκοτώναμε, και πλαγιάζατε απόψε με τη νύφη, το πουρνό δεν ηθέλαμε πια να σ' έχουμε ζωντανό!

Τώρα ξέρεις γιατί το 'κανα τούτο, και τόσα άλλα καλά, που οι δυο μας μο-

Σελ. 76
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/62/gif/77.gif&w=600&h=915

μοναχά τα ξέρουμε: Στα έκανα μόνο και μόνο για να σου αποδείξω πως δεν είμαι αχάριστος, πως, το καλό, και στον πεθαμένο ακόμα να το κάμεις, δε χάνεται! Εγώ είμαι εκείνος ο πεθαμένος, που ηύρες και διαβαίναν να τον πετάξουν στην κοπριά, κι εσύ στάθηκες και τον έθαψες με τόση δόξα... Έχε γεια!» Και στη στιγμή, χάθηκε ο Γυμνός από μπροστά τους.

Από τότες πια, μήτε φάνηκε, μήτε ακούστηκε πουθενά.

Σπ. Αναγνώστου, Λεσβιακά, Βιβλίον τρίτον, Αθήνα 1903, σ. 161-183.

ΣΥΝΘΕΤΙΚΗ ΠΑΡΑΛΛΑΓΗ

I. Η εξαγορά του νεκρού

α: Ο ήρωας είναι μοναχογιός' α1: ο νεαρότερος από τους τρεις γιους ενός βασιλιά (άλλο)' α2: γιος μιας χήρας' α3: γιος ψαρά' α4: γιος εμπόρου' α5: βαφτισιμιός ενός καραβοκύρη που γίνεται ζάπλουτος γιατί του φέρνει γούρι' α6: κλεισμένος σε γυάλινο πύργο από τους γονείς του, χωρίς να έχει ταξιδέψει ποτέ' α7: άλλο.

β: Ο ήρωας φεύγει' β1: για να γνωρίσει τον κόσμο' β2: να μάθει μια τέχνη' β3: να βρει ένα σύντροφο για το ταξίδι του' β4: να βρει ένα συνεταίρο' β5: που να ξέρει πώς να κόβει το ψωμί (άλλο) στα δύο' β6: να φέρει γιατρικό για τον άρρωστο πατέρα του' β7: άλλο.

γ: Φεύγει παίρνοντας μαζί του' γ1: την ευχή του πατέρα του, μέσα σ' ένα κουτάκι' γ2: χρυσά φλουριά, που του δίνει ο πατέρας του' γ3: μαθαίνει ένα όργανο' γ4: άλλο' γ5: συναντά το πτώμα ενός ανθρώπου, που πέθανε καταχρεωμένος και το έχουν αφήσει άταφο' γ6: το χτυπάνε' γ7: οι Εβραίοι (άλλο)' γ8: το ρίχνουν στα σκυλιά (άλλο)' γ9: ο ήρωας πληρώνει τα χρέη του νεκρού' γ10: και τον ενταφιασμό του' γ11: ξοδεύοντας τεράστια ποσά' γ12: όλα του τα χρήματα.

δ: Σώζει τη ζωή ενός ψαριού ριχνοντάς το πίσω στο νερό' δ 1 : αντί να το κάνει αλοιφή για τα μάτια του άρρωστου πατέρα του' δ2: που είναι τυφλός' δ3: όταν το μαθαίνει ο πατέρας του τον διώχνει' δ4: βάζει να τον σκοτώσουν' δ5: αλλά ο ήρωας ξεφεύγει.

Σελ. 77
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/62/gif/78.gif&w=600&h=915

II. Η εξαγορά της πριγκήπισσας

α: Ο ήρωας εξαγοράζει (σώζει)' α1: μια σκλάβα (δύο)' α2: που είναι κόρη βασιλιά' α3: του βασιλιά της Τουρκίας' α4: άλλο' α5: ξοδεύοντας τα τελευταία του χρήματα' α6: και την παντρεύεται' α7: επιστρέφουν μαζί στο παλάτι του πατέρα του' α8: ο οποίος τον αποκληρώνει' α9: άλλο.

β: Το ζεύγος υποχρεώνεται να δουλέψει για να ζήσει' β1: ο πρίγκηπας παίζει βιολί' β2: η πριγκήπισσα ζωγραφίζει πίνακες, που προσπαθεί να πουλήσει ο πρίγκηπας' β3: φτιάχνει την αυτοπροσωπογραφία της κι ο πρίγκηπας την πουλάει σ' έναν καπετάνιο' β4: που είναι σταλμένος από το βασιλιά για να 'βρει τη χαμένη κόρη του' β5: ο καπετάνιος αναγνωρίζει την κόρη του βασιλιά που ζει μέσα στη φτώχεια' β6: άλλο.

γ: Ο ήρωας φεύγει να πάει στον πεθερό του' γ1: ο οποίος αναγνωρίζει τα κοσμήματα της κόρης του, που τα φοράει ο πρίγκηπας (άλλο)' γ2: και στέλνει ένα πλοίο να τη φέρει πίσω μαζί με όλη της την οικογένεια.

δ: Ο ήρωας γίνεται πλούσιος πουλώντας ένα φορτίο αλάτι σε μια χώρα όπου το αλάτι είναι άγνωστο' δ1: γίνεται αόρατος χάρη στην ευχή του πατέρα του' δ2: και μπαίνει στο δωμάτιο της βασιλοπούλας που κοιμάται' δ3: που τον ερωτεύεται' δ4: άλλο.

III. Ο ήρωας πετιέται στη θάλασσα

α: Ο ήρωας βρίσκεται σ' ένα πλοίο' α1: με τη γυναίκα του' α2: άλλο' α3: καλεσμένος από τον καπετάνιο' α4: ο αντίζηλος του τον πετάει στη θάλασσα' α5: τον αφήνει σ' ένα έρημο νησί.

β: Τα δυο του αδέρφια πετούν τον ήρωα στη θάλασσα, γιατί ζηλεύουν τα κάλη της γυναίκας του' β1: άλλο.

IV. Η ευγνωμοσύνη

α: Ο πρίγκηπας σώζεται' α1: από ένα γέρο' α2: από ένα ψάρι που τον καταπίνει και τον ξερνάει σ' ένα έρημο νησί' α3: άλλο' α4: που τον οδηγεί στον βασιλιά, τον πατέρα της βασιλοπούλας' α5: αλλάζοντας το χρώμα του δέρματος του' α6: και τον συμβουλεύει να γίνει κηπουρός του βασιλιά' α7: του ζητάει να δώσει το παιδί που θα γεννηθεί από το γάμο του με τη βασιλοπούλα' α8: άλλο.

β: Ένας μυστηριώδης σύντροφος εμφανίζεται πλάι στον ήρωα' β1: ο γυμνός με το μαχαίρι" β2: δερβίσης' β3: άλλο" β4: γίνεται συνεταίρος του ήρωα' β5: και τον βοηθάει να γίνει πλούσιος' β6: απομακρύνοντας τους κινδύνους που απειλούν τη ζωή του' β7: σκοτώνοντας δράκους' β8: συμβουλεύοντάς τον να πουλήσει ένα φορτίο αλάτι σε μια χώρα όπου το αλάτι είναι άγνωστο' β9:

Σελ. 78
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/62/gif/79.gif&w=600&h=915

στην Κωνσταντινούπολη (Αλεξάνδρεια, άλλο)' β 10: όπου βρίσκεται μια πεντάμορφη πριγκήπισσα' β11: και τον βοηθάει να την κερδίσει' β 12: από τον αντίζηλο του' β 13: με τη συμφωνία να μοιραστούν όλα τα κέρδη μισά-μισά' β14: άλλο.

V. Ο γάμος

α: Η πριγκήπισσα επιστρέφει στον πατέρα της' α1: προετοιμάζουν το γάμο της με τον αντίζηλο του' α2: ο ήρωας γίνεται κηπουρός στον κήπο του βασιλιά, χωρίς εκείνη να τον αναγνωρίσει.

β: Ο ήρωας αναγνωρίζεται' β1: από την υπηρέτρια' β2: από την πριγκίπισσα' β3: από το βιολί του' β4: από μια ουλή που έχει στο σώμα του' β5: άλλο' β6: και φεύγουν μαζί με την πριγκίπισσα' β7: βοηθούμενοι από τον μυστηριώδη σύντροφο που τους παίρνει στο πλοίο του' β8: σ' ένα έρημο νησί' β9: παντρεύονται' β 10: ο ήρωας διηγείται την ιστορία του στο δείπνο κι αναγνωρίζεται' β11: άλλο.

VI. Η μοιρασιά

α: Την πρώτη νύχτα του γάμου' α1: άλλο' α2: εμφανίζεται ο ευγνώμων νεκρός' α3: και ζητάει το μερτικό του.

β: Ο ήρωας του προσφέρει τα μισά κέρδη' β1: αλλά ο νεκρός ζητά να μοιραστούν τη γυναίκα' β2: άλλο' β3: σηκώνει το σπαθί του να την κόψει στα δυο' β4: με τη βοήθεια του ήρωα' β5: φίδια πετάγονται από το σώμα της' β6: από το στόμα της' β7: που τα σκοτώνει ο νεκρός' β8: εξηγώντας στον ήρωα ότι αυτά τα φίδια θα τον σκότωναν, όταν θα πλάγιαζε μαζί της' β9: ο νεκρός αποκαλύπτει την ταυτότητά του πριν εξαφανιστεί' β 10: ήταν το πτώμα που έθαψε ο ήρωας' β11: το ψάρι που έσωσε' β 12: άλλο.

γ: Ο αντίζηλος του ήρωα' γ1: τ' αδέρφια του' γ2: τιμωρείται (ούνται) γ3: σκοτώνεται.

ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΠΑΡΑΛΛΑΓΩΝ

ΘΕΣΣΑΛΙΑ

1. ΛΦ 74, Καρδίτσα, «Ου Γιάννης με του βιουλί». Ι: α, γ5, γ9, γ10, γ11. II: α, α1, α2, α5, α6, β, β1, β5. III: α, α1, α4, α5, α6, IV: α2, β, β9,

β10.

Σελ. 79
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/62/gif/80.gif&w=600&h=915

ΘΡΑΚΗ

2. ΛΑ 506, 2 Αίνος, «Ο νέος καπετάνιος και η χρυσή φεργάδα». 7: α, β, β1, γ, γ2, γ5, γ6, γ9. II: α, α1, α2, α5, Α6, β, β2, β3, β4, β5. III: α4. IV: α, α1, β11. V: α, α1, β11.

ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ

3. ΛΑ 2763, 72-77, Ευκαρπία Βισαλτίας, άτιτλο. I: α, α6, β, β1, γ, γ2, γ3 (βιολί), γ5, γ8 (να το πετάξουν στη θάλασσα), γ9, γ10. II: α, α1, α2, β, β3, β4, β5. III: α, α1, α3 α5 (με παράκληση της βασιλοπούλας δεν τον πετάει στη θάλασσα). IV: β. V: α, α1, β, β3, β6, β7, β9, β11 (πηγαίνουν στο βασίλειο του).

4. Μακεδονικό Ημερολόγιο Γ', 1910, 221-228 (Λουκάτος, 141-145, αρ. 2, Σμυρλής, 51-61, Βέροια, «Η καλοσύνη»), Λούντζιον Σισανίου, άτιτλο. Ι: α, γ5, γ6, γ7, γ9, γ10, γ11. II: α, α1 (δύο σκλάβες), α2, α4 (της Βενετίας), α6, β γ, γ1 (διαμαντένιο σταυρό), γ2. III: α, α1, α4 (βγαίνει σ' ένα νησί). IV: α, α1, α4, α8 (τον ειδοποιεί για τον γάμο της βασιλοπούλας με τον υπασπιστή). V: α1, β, β1, β4, β10, β9. VI: γ, γ3.

ΝΗΣΙΑ ΤΟΥ ΑΙΓΑΙΟΥ

α. Νησιά του Ανατολικού Αιγαίου

5. ΛΦ 194, 1-7, Σάμος, «Ο θεός βοηθάει τους εργατικούς και τους έξυπνους». I: α1 (εργατικός, τον αγαπούν τ' αφεντικά του), γ4 (δίνει τα λιγοστά λεφτά του σ' ένα παιδάκι, που έκλαιγε για να θάψει τον πατέρα του, τον αρπάζει ένας πελώριος Αράπης και τον φέρνει σ' έναν πύργο, αλλά τον σώζουν τ' αφεντικά του. Φεύγουν. Χωρίζουν στο δίστρατο κι ο Αράπης με τον Γιάννη παίρνουν το δρόμο που δεν έχει γυρισμό. Φτάνουν στον πύργο των 40 δράκων, ο Αράπης τους σκοτώνει και δίνει στο Γιάννη το θησαυρό). IV: β 10 (Ο ήρωας θέλει την Πεντάμορφη), β11. VI: β5, β6, β8, β9, β10 (γυρίζουν όλοι μαζί στο σπίτι του πατέρα του κι ο νεκρός, ο πατέρας του παιδιού που έκλαιγε, εξαφανίζεται).

6. Αναγνώστου, Λεσβιακά, σ. 161-183, Λέσβος, «Ο γυμνός». Η παραλλαγή που δημοσιεύεται εδώ.

Σελ. 80
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/62/gif/81.gif&w=600&h=915

β. Δωδεκάνησα

7. Dieterich, 464-469, αρ. 4, Κως, «Ο γιος του γέρου». I: α7 (γιος γέρου, φτωχού, που τον πουλάει στον καραβοκύρη), β7 (φεύγει για εμπορεύματα και συναντά κάποιον, που τον πάνε για κρεμάλα, του πληρώνει τα χρέη), γ11. II: α, α1, α2, δ. III: α, α1, α4. IV: α, α1, α3, (τον πάει πίσω στον τόπο της κόρης, που παντρευόταν τον αντίζηλο του κι αποκαλύπτεται η αλήθεια), β, β9, β10. V: α, α1, α3, β1, β5, β7, β9, β12 (αυτός που τον πήγαιναν στην κρεμάλα), γ, γ2.

ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΣ

8. ΛΑ 1325 (ΣΜ 138), 35-36, Ηλεία, άτιτλο. I: α, β, β1, γ5, γ9, γ10. III: α, β2 (πνίγονται όλοι από τρικυμία). IV: α, α1, α4, βl3. VI: α, α2, α3, β, β1, β3, β5, β9, β10.

ΣΤΕΡΕΑ ΕΛΛΑΔΑ

9. ΛΦ 1258, 8-30, Δομοκός Φθιώτιδος, «Πώς σώζονται οι καλοί άνθρωποι». I: α, β, γ5, γ6, γ7 (Τούρκοι). II: α, α1, α9, γ, γ1 (γράφει σ' ένα καΐκι με χρυσά γράμματα το όνομά της και πηγαίνει στον πατέρα της), γ2. III: α, α4. IV: α, α 3 (κόρακας), α4, α7. V: α1, α2, β9, β 10, γ, γ3.

ΜΙΚΡΑ ΑΣΙΑ - ΠΟΝΤΟΣ - ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑ

Πόντος

10. ΛΦ 1194, 12-15, Πόντος, «Ο καλός δούλος». I: α, β, β3, β5, γ, γ5, γ6, γ9, γ1, γ11. IV: β, β3 (δούλος), β4, β5, β6, β7, β8, β13 [περνώντας από ένα νεκροταφείο ο δούλος (ευγνώμων νεκρός) γίνεται σκόνη].

11. Αστήρ Πόντου 1, 1885, 472, αρ. 21, Τραπεζούντα, «Τα τρία αδέρφια».

12. Αστήρ Πόντου 27, 227-232, αρ. 6, άτιτλο I: α1, β, γ, γ1 (μέσα στην τσέπη του). II: δ, δ1, δ3. III: α, α1, β. IV: α

ΚΥΠΡΟΣ

13. ΛΦ 101, 1-17, Πάφος, «Ο πεθαμένος καπετάνιος». I: β, β1, γ, γ2, γ5, γ8 (το γυρνάνε 40 μέρες άταφο, μαζί με μια δούλα βασιλοκόρη), γ9, γ10,

Σελ. 81
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/62/gif/82.gif&w=600&h=915

γ12. II: α, α1, α6, β, β1, β2, β3, β4, β5. III: α, α1, α3, α5. IV: α, α1, α4, α6. V: α, α2, β, β2, β3, β7, β9. VI: α, α2, α3, β, β1, β9, β10.

ΚΑΤΩ ΙΤΑΛΙΑ

14. Taibbi-Caracausi, 55-69, αρ. 11, Καλαβρία, «Η θυγατέρα του Ρήγα της Τουρκίας». Ι: α, β, β1, γ, γ2, γ5, γ6, γ9, γ10, γ12 (φέρνει στον πατέρα του τα χρεώγραφα του νεκρού, αντί για λεφτά που θεωρητικά θα 'πρεπε να 'χει κερδίσει κι εκείνος τον διώχνει: «Να πάρεις αυτά τα χαρτιά και να σφουγγίξεις τον κώλο σου!»). II: α, α2, α3, α5, α6 (βάζοντας στη ζυγαριά τόσο χρυσάφι, όσο ζυγίζει η κόρη), α9 (η μάνα του την κακομεταχειρίζεται κι εκείνη ανοίγει μια τρύπα και μπαίνει μες στη γη, όπου τη βρίσκει ο πρίγκηπας), β, β2, β3, β4, β5, β6 (την αρπάζουν στο καράβι τους). IV: α, α1 (που τον παίρνει στη βάρκα του και ναυαγούν" τους μαζεύει ένα τουρκικό καράβι. Γίνονται κηπουροί στο παλάτι του Ρήγα της Τουρκίας). V: β, β2, β6, β7, β11 (τα πλοία του βασιλιά τους κυνηγούν αλλά ο γέρος πετάει στάχτη και βουλιάζουν). VI: β9, β10.

ΑΔΗΛΟΥ ΤΟΠΟΥ

15. ΛΦ 1261, 1-14, «Η περιπέτεια του βασιλόπουλου». I: γ5, γ9, γ10, γ11. II: α, α (από κουρσάρους τη σώζει), β4, β6 (την αναγνωρίζει ο πατέρας της από μια φωτογραφία). III: β2 (χωρίς δουλειά και λεφτά, ο ήρωας ετοιμάζεται ν' αυτοκτονήσει). IV: α, α1, α8 (ο βασιλιάς του δίνει το θρόνο του).

Βλ. ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ των τύπων AT 505, AT 506Α και AT 507C στις σ. 96-102.

Σελ. 82
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/62/gif/83.gif&w=600&h=915

ΠΑΡΑΜΥΘΙΑΚΟΣ ΤΥΠΟΣ AT 507C

Σελ. 83
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/62/gif/84.gif&w=600&h=915 01 - 0002.htm

ΛΕΥΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

Σελ. 84
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/62/gif/85.gif&w=600&h=915

ΠΑΡΑΜΥΘΙΑΚΟΣ ΤΥΠΟΣ AT 507C

Η κόρη με τα φίδια

AT: The Serpent Maiden (Η φιδοκόρη)

Eberhardt -Boratav 62: Der Dank des Fisches (Η ευγνωμοσύνη του ψαριού)_

Άτιτλο

Ενας ψαράς ήτανε κι είχε μια γυναίκα κι ένα παιδί. Το παιδί μικρό ήτανε καμιά δεκαπενταριά χρονώ, να, τόσο. Η δουλειά του αυτού του γέρου ήταν να ψαρεύει" ψαράς ήτανε, είχε μια βαρκούλα με τα δίχτυα του, που ψάρευε. Μια μέρα, του λέει το παιδί: «Πατέρα, πάρε με κι εμένα στο ψάρεμα». «Όχι, εσύ θα πας σχολείο». «Σήμερα Σάββατο είναι, το μεσημέρι δεν έχουμε σχολείο. Πάρε με κι εμένα μαζί σου». Αποφάσισε και το πήρε. Λοιπόν, έριχνε ο γέρος τα δίχτυα από δω, έριχνε από κει, δεν έπιανε τίποτα και βραδιάστηκε κι αυτός στενοχωριότανε, γιατί αυτή ήταν η ζήση του. «Πατέρα», λέει το παιδί, «ρίξε και μια φορά για τη δική μου τύχη». Έριξε λοιπόν στην τύχη του και πιάνει ένα χρυσό ψαράκι. «Ε, τώρα», λέει ο γέρος, «άνοιξε στην ακρογιαλιά ένα λάκκο και βάλε το ψαράκι μέσα και να πάω να φέρω μια γιάλα, να το πάμε στη βασίλισσα». Αλλά το παιδί, έβλεπε το ψαράκι, που ανοιγόκλεινε το στοματάκι του, και το λυπήθηκε και κάνει έτσι με τα χέρια του και το πέταξε μέσα στη θάλασσα. Όταν το 'ριξε όμως στη θάλασσα, τρόμαξε το παιδί. Σκέφτηκε: «Θα 'ρθει τώρα ο πατέρας μου». Και το 'βαλε στα πόδια κι έφυγε. Στο δρόμο που πήγαινε, βρήκε ένα τσομπανάκι. «Γεια σου», του λέει. «Καλώς τον, πού πας από δω;» «Ας τα», του λέει. Και του διηγήθηκε την ιστορία του. «Κι εγώ», λέει, «έπαθα άλλα βάσανα. Έπεσα και κοιμήθηκα και πέσαν τα πρόβατα σ' ένα σπαρτό και το 'φαγαν όλο και φοβήθηκα τ' αφεντικό κι έφυγα τώρα από δω».

Τραβήξανε λοιπόν και πήγανε μαζί στη Σμύρνη. Αδέρφια ήταν αγαπημένα κι οι δυο. Λέει λοιπόν το τσομπανάκι: «Ε, τώρα, τι θα κάνουμε για να ζήσουμε;» ξένοι για, δεν ξέρανε κανένανε. Λέει ο άλλος: «Στάσου να δω. Έχω στην παλάσκα μου δυο λίρες. Αν τις έχω, κάνουμε δουλειά" εγώ ξέρω», λέει «και κάνω το χασάπη». «Ε, μη στενοχωριέσαι», λέει, «τώρα σωθήκαμε». Και πά-

Σελ. 85
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/62/gif/86.gif&w=600&h=915

πάνε και παίρνουν ένα σφαχτό, μια κατσίκα. Ήτανε νόστιμο το κρέας, ετρέχαν όλοι σ' αυτούς. Από κατσίκι έγινε βόδι το κρέας, πηγαίνανε καλά. Σ' ένα χρόνο έγιναν βαθύπλουτοι αυτοί. Λέει στο ψαραδάκι: «Ε, τώρα, πήγαινε να σεργιανίσεις κι όταν έρθεις, πηγαίνω κι εγώ». Τώρα πια, είχανε υπάλληλοι, είχανε πολλά πράματα. Πήγε το ψαραδάκι, σεργιάνισε ένα μήνα και γύρισε. «Α», λέει «ωραία είναι κι εδώ, αλλά είδα άλλα μέρη πιο ωραία». Ξόδεψε όμως πολλά λεφτά. Λοιπόν, ετοιμάστηκε τώρα το τσομπανάκι, πήρε το γατζανάκι κι έφυγε, με τα πόδια όμως αυτός, δεν πήρε βαπόρι. Πείνασε λοιπόν και πήγε να φάει σε μια λουκάντα εκεί. Έφαγε καλά και σηκώθηκε να πληρώσει. «Δεν πληρώνουν εδώ, δεν περνούν τα λεφτά σου», του λένε. Πήγε και το βράδι, πάλι τα ίδια. «Τι διάβολο», λέει. «Τόσα έξοδα έχουν. Χιλιάδες άνθρωποι πηγαίνουν και τρώνε. Πού τα βρίσκουν; Δε σώνονται;» Του λένε: «Θα πας στο τάδε μέρος, στον τάδε αριθμό, που είναι ένας τσαγκάρης, κι έχει σαράντα δουλευτάδες και κάνει ο καθένας τους ένα ζευγάρι παπούτσια, που έχουν ένα μετζίτι(ενα ασημένιο νόμισμα). Τα μαζεύει λοιπόν τ' αφεντικό σ' ένα ζεμπίλι μέσα και τα κάνει κομμάτια και τα ρίχνει στον Τσάι (στο ποτάμι). Αυτά να μάθεις», του λένε, «και να 'ρθεις να σου πούμε γιατί η λοκάντα ξοδεύει».

Λοιπόν πήγε αυτός την άλλη μέρα και βρήκε τον παπουτσή. Περίμενε να δει να τελέψουν οι εργάτες και βλέπει, όπως του τα είπανε. Μάζεψε τα παπούτσια, τα κομμάτιασε με το σκεπάρνι και πήγε να τα ρίξει στο ρέμα. «Βρε αδερφέ», λέει στον τσαγκάρη, «πού τα βρίσκεις τόσα έξοδα, που παν άδικα;» «Να πας», του λέει αυτός «στο τάδε μέρος. Είν' ένας χότζας κι όταν βγαίνει στο μιναρέ να φωνάξει, βγαίνει με τα γέλια, κι όταν κατεβαίνει, κλαίει. Να μάθεις γιατί γίνεται αυτό και να 'ρθεις να σου πω κι εγώ». Ε, αυτός αμέσως την άλλη μέρα, πήγε στο χόντζα και κάθησε κάτω από το μιναρέ να δει. Βλέπει λοιπόν το χόντζα ν' ανέβει, να φωνάξει και γελούσε. Όταν κατέβαινε, είχε το μαντήλι του και σφουγκούσε τα μάτια του κι έκλαιγε. Το βράδι χτυπάει την πόρτα του χότζα. «Είμαι ξένος», του λέει, «δεν με δέχεσαι απόψε να κοιμηθώ σπίτι σου;» Τότε ήταν καλοί οι άνθρωποι. Τον περιποιήθηκε λοιπόν ο Χότζας, τον έβαλε κι έφαγε. «Σ' είδα», λέει, «που ανέβαινες και γελούσες και όταν κατέβαινες, έκλαιες. Τι σου συμβαίνει; Γιατί γίνεται αυτό το πράγμα;» «Αχ, παιδί μου», λέει, «όταν ήμουν νέος κι ανέβαινα να φωνάξω, με τριγύριζαν οι άγγελοι. Ήμουνα αθώος, αναμάρτητος. Τώρα φαίνεται ότι αμάρτησα και δε βλέπω τίποτα. Περιμένω λοιπόν πως κάτι θα δω και γι' αυτό γελώ. Αλλ' όταν βλέπω πως δε βλέπω τίποτε, απελπίζομαι, γι' αυτό κλαίω».

Πάει αμέσως στον παπουτσή. «Έλα, λέγε», του λέει, «έμαθες;» «Έμαθα». «Ε, τι είναι;» Του 'πε λοιπόν τι είναι, να μην τα λέμε πάλι. Του λέει κι αυτός: «Εγώ ήμουν ένας παπουτσής του δρόμου κι έβγαλε διαταγή ο βασιλιάς, όποιος κάνει ένα ζευγάρι παπούτσια στην κόρη του, χωρίς να πάρει μέτρα και χωρίς να φαίνεται η βελονιά, θα γίνει αυτός γαμπρός του. Όλοι δοκίμασαν, όλοι απέτυχαν και τους αποκεφάλισε. Ε, εγώ, ήμουνα που ήμουνα χα-

Σελ. 86
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/62/gif/87.gif&w=600&h=915

χαμένος. «Ας δοκιμάσω», είπα, «ή θα πετύχω ή θα μ' αποκεφαλίσουν». Λοιπόν αποφάσισα κι επέτυχα και μ' έκανε γαμπρό. Μια μέρα, λέει, εσκέφτηκα κι είπα: «Τι, μωρέ, ήμουνα, και τι έγινα! Και με το να το σκεφτώ αυτό, έχασα τη γυναίκα μου. Χάθηκε. Πού πήγε; τι έγινε; Δεν ξέρω». Τον παίρνει λοιπόν στο ιδιαίτερο δωματιάκι και του δείχνει στη μια γωνιά μετζίτι, στην άλλη γωνιά, ένα σωρό λουίζια, στην άλλη γωνιά ένα σωρό λίρες. «Αυτά», λέει, «είναι προίκα της γυναίκας μου. Τι να τα κάμω», λέει, «αφού έχασα τη γυναίκα μου; Κάνω κι εγώ τόσα έξοδα, ώσπου να σωθούνε, να πάρω κι εγώ τωνε ματιών μου και να φύγω, όπου με βγάλει η τύχη».

Αμέσως το ψαραδάκι πήγε στο μάγερα. «Ε, τι έκανες;» «Α, μ' έστειλες», λέει, «εκεί, αλλά κι εκείνος μ' έστειλε σ' άλλον. Του είπε λοιπόν για το γάντζο. και γιατί έκανε τα έξοδα ο παπουτσής. «Έλα δω», του λέει. Τονε παίρνει στ' απομέσα δωμάτιο κι είχε δυο λιοντάρια. Το 'να ξερνούσε χρυσό και τ' άλλο έκοβε μονέδα. «Ε, σώνονται», λέει, «αυτά; Γι' αυτό κάνουμε έξοδα».

Το 'βαλε στο δρόμο πια, να πάει στον τόπο του με τα πόδια. Στο δρόμο που πήγαινε, πήγαιναν δυο καβάλα. Από πίσω πήγαινε το τσομπανάκι κι άκουσε τι έλεγαν. «Πάει κι αυτό το καημένο το παλικάρι. Τη βασιλοπούλα δεν την έκανε να μιλήσει και το σκότωσαν κι αυτό το παλικαράκι». Τους ακολούθησε λοιπόν αυτός και πήγε στο μέρος αυτό, χωρίς να τους πει τίποτα.Την άλλη μέρα λοιπόν ρώτησε πού πηγαίνει και πίνει καφέ ο βασιλιάς. Του είπαν στη λέσχη να πάει, να τον εύρει. Παρουσιάστηκε λοιπόν μπρος του και του λέει ο βασιλιάς: «Τι θέλεις;» «Να, κάτι άκουσα κι έρχομαι κι εγώ να στοιχηματίσω». Αλλά ο βασιλιάς, τον είδε έτσι παλικάρι και τον ελυπήθηκε. Θα πήγαινε χαμένος. «Εγώ δε λυπάμαι, εσύ με λυπάσαι;» λέει. «Τότε, εμπρός λοιπόν».

Φαίνεται κι η βασιλοπούλα τον αγάπησε και μίλησε. Ε, αμέσως λοιπόν θέλησε να τονε στεφανώσει ο βασιλιάς, αλλά δεν παραδέχτηκε το τσομπανάκι. «Έχω και γονείς», λέει, «να γυρίσω να μου δώσουν την ευχή τους, να μου δώσεις κι εσύ την ευχή σου, να την πάρω να φύγουμε».

Ε, δε μπορούσε να μην τη δώσει αυτός την προίκα της. Ήταν εννέα γομάρια χρυσό. Τη φόρτωσε σ' εννέα μουλάρια, την πήρε και φύγανε. Άμα έφτασε λοιπόν εκεί στον αδερφό του: «Εσύ πήγες, σεργιάνισες», λέει, «εγώ πήγα κι έφερα γυναίκα και λεφτά. Τώρα πια πρέπει να φύγουμε, να πάμε στην πατρίδα μας».

Τα πουλήσανε όσα είχανε, συνάξανε το χρήμα και φύγανε. Φτάσανε στο μέρος όπου συναντηθήκανε. Εκεί θα χωρίζανε, γιατί απ' αλλού ήρθε το ψαραδάκι, απ' αλλού το τσομπανάκι. «Ε, τώρα αδερφέ», λέει, άμα φτάσανε στο μέρος εκεί, «θα μοιράσουμε δίκαια. Θα πάρω εγώ πέντε γομάρια φλουρί, γιατί εγώ τα 'φερα, θα πάρω και τη γυναίκα».

Και χωρίσανε, αποχαιρετιστήκανε. Όταν όμως κάνανε να φύγουν, τον φωνάζει πάλι πίσω.

Σελ. 87
Φόρμα αναζήτησης
Αναζήτηση λέξεων και φράσεων εντός του βιβλίου: Επεξεργασία παραμυθιακών τύπων και παραλλαγών AT 500-559
Αποτελέσματα αναζήτησης
    Ψηφιοποιημένα βιβλία
    Σελίδα: 68
    

    νοητός. Πάνω στα μεσάνυχτα, να το, ακούστηκε ένας βουητός, και με μια, προβαίνει ένα θηρίο μ' εφτά κεφάλια' ως είδε το Γυμνό, το βασιλοπαίδι και τ' άλογα, χύθηκε με μια καταπάνω τους, να τους φάει. Τότε, μωρέ μάτια μου ο Γυμνός, που έκανε τον κοιμώμενο, δε χάνει καθόλου καιρό, πετιέται απάνω, κι αρχινά, εφέντη μου, με τη μαχαίρα του, και να στο ένα το κεφάλι του θηριού, να στο άλλο, στα έκανε κειπέρα σε δυο ώρες της νύχτας, ίσαμε να πεις τρία! Άμα το σκότωσε καλά, το τράβηξε στην μπάντα κι άνοιξε ένα λάκκο, κι έκρυψε μέσα τις γλώσσες του θηριού, σαν τις αλάτισε κι ύστερα, για να μη βρωμίσουν, ταπ' έπλυνε τη μαχαίρα του στη βρύση, και πήγε κι έπεσε κοντά στον άλλον, να κοιμηθεί. Το βασιλοπαίδι απ' αυτά όλα δεν επήρε καθόλου χαμπάρι' γι' αυτό, σα σηκώθηκε το πουρνό κι ηύρε το Γυμνό και κοιμόταν ακόμα, καθόταν και τον πείραζε κι έλεγε: «Είδες, που δε σ' άρεζε τούτο το μέρος, ταπέ τώρα, βλέπω, δεν κάνεις καρδιά να νιώσεις!»

    Τι τα θες, σα σηκώθηκε σε κομμάτι ο Γυμνός, νιφτήκαν, φάγαν κομματέλλι, κάναν το σταυρό τους, καβαλλικέψαν τ' άλογά τους και παγήκαν. Άμα πήγαν κάνα κάρτο δρόμο, πέσαν πάλι μες στην ερημία. Όλη μέρα τα ίδια' όλο τσάμια κι αστιβιές, ταπέ ο τόπος, βλέπεις, καματιασμένος, κι αφανιστήκαν από το κάμα. Το βράδι-βράδι, η καλή τους η τύχη, να σου και βρίσκουν πάλι μπροστά τους έναν τόπο δροσερό, σαν εκείνο, που 'βραν κι από τ' απεσπερού. Το βασιλοπαίδι, ως είδε πάλι τέτοιον τόπο, αρχίνησε να παρακαλεί το Γυμνό να πέσει πάλι εκειπέρα. Κατεβήκαν δα από τ' άλογά τους, πλυθήκαν με το νερό, και κόψαν κομμάτι τριφύλλι για τα ζα' ταπέ ύστερα ετοιμάσαν το φαγί και φάγαν. Σαν αποφάγαν, επειδής κι ήταν ακόμα μέρα, το βασιλοπαίδι βλέποντας το Γυμνό, πως ήταν πάντα λυπημένος, θέλησε να τον ρωτήσει την ιστορία του, μα εκείνος δεν εμίλησε καθόλου! Σαν είδε κι απόειδε το βασιλοπαίδι πως δε θα τον καταφέρει να πει τίποτα, πλάγιασε κι αποκοιμήθη. Ο Γυμνός τραβήχτη πάλι σε μιαν άκρη, κι έκανε πως κοιμόταν. Άξαφνα, να κι έρχεται πάλι ένα θηριό, σαν το εψεσινό' τότες, σηκώθηκε πάλι ο Γυμνός κι έκανε ό,τι που 'κανε και στ' άλλο, χωρίς να καταλάβει τίποτα το βασιλοπαίδι. Το πουρνό πάλι, σαν ένιωσε το βασιλοπαίδι, καθόταν πάλι και πείραζε το Γυμνό, πως είναι καλομαθημένος, και δε μπορεί να νιώσει πουρνό. Αχ! και πού να ξέρει, τι τράκος γινόταν τώρα δυο βραδιές απάνω- πανωτά! Μην τα πολυλογούμε, σήκώθηκε ο Γυμνός και δρόμο!

    Το ηλιοβασίλεμα ηύραν πάλι ένα όμορφο μέρος και πάλι τα ίδια! Το βασιλοπαίδι θέλει ν' απομείνει εκεί, ο Γυμνός δε θέλει, ώσπου καταπόνησε πάλιν η γνώμη του βασιλοπαιδιού. Τι τα θέλεις, βαρεμός καταντεί, εμ δε μπορούμε να μην τα πούμε κι όλα, τα μεσάνυχτα, να πάλι κι ακούστη ένας βουητός. Αυτήν όμως τη βραδιά δεν ήταν θηριό, που έκανε το βουητό' ήταν μια δράκαινα, σα να λέμε μια μάνα, που 'χει γιους δράκους!

    Η δράκαινα αυτή ήταν καβάλα πάνω σε μια λαγίνα, με άλλα λόγια, πάνω σ' ένα θηλυκό λαγό, και σήκωνε μια λαγήνα στον ώμο της, για να πάρει νερό