Συγγραφέας:Αγγελοπούλου, Άννα
 
Καπλάνογλου, Μαριάνθη
 
Κατρινάκη, Εμμανουέλα
 
Τίτλος:Επεξεργασία παραμυθιακών τύπων και παραλλαγών AT 560-599
 
Τίτλος σειράς:Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας
 
Αριθμός σειράς:44
 
Τόπος έκδοσης:Αθήνα
 
Εκδότης:Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς
 
Έτος έκδοσης:2007
 
Σελίδες:519
 
Αριθμός τόμων:1 τόμος
 
Γλώσσα:Ελληνικά
 
Θέμα:Ελληνικά παραμύθια-Κατάλογος
 
Τοπική κάλυψη:Ελλάδα
 
Περίληψη:Στον πέμπτο αυτόν τόμο του Καταλόγου των Ελληνικών Παραμυθιών (βλ. και δημοσιεύματα ΙΑΕΝ αρ. 21, 26, 34 και 41) παρουσιάζεται η επεξεργασία του τελευταίου μέρους των μαγικών παραμυθιών (AT/ATU 300-749), που καλύπτει τους τύπους AT/ATU 560-649 (μαγικά αντικείμενα) και AT/ATU 650-699 (υπερφυσική δύναμη και γνώση).
 
Άδεια χρήσης:Αυτό το ψηφιοποιημένο βιβλίο του ΙΑΕΝ σε όλες του τις μορφές (PDF, GIF, HTML) χορηγείται με άδεια Creative Commons Attribution - NonCommercial (Αναφορά προέλευσης - Μη εμπορική χρήση) Greece 3.0
 
Το Βιβλίο σε PDF:Κατέβασμα αρχείου 10.44 Mb
 
Εμφανείς σελίδες: 131-150 από: 522
-20
Τρέχουσα Σελίδα:
+20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/131.gif&w=600&h=915

ΠΑΡΑΜΥΘΙΑΚΟΣ ΤΥΠΟΣ AT/ATU 567 + AT /ATU 567A

Τα τρία αδέρφια, το μαγικό πουλί και η κλέφτρα βασιλοπούλα

AT 567: The Magic Bird-Heart

AT 567 A: The Magic Bird-Heart and the Separated Brothers ATU 567: The Magic Bird-Heart

ATU 567 A: The Magic Bird-Heart and the Separated Brothers

Delarue Tenèze 567: Le cœur de l'oiseau merveilleux

Grimm no 60: Die zwei Brüder και no 122: Der Krautesel_

Η κότα που έκανε χρυσά αυγά

Μια φορά κι έναν καιρό ήτανε δυο αδέρφια, το ένα πλούσιο και τ' άλλο φτωχό. Μια μέρα ο φτωχός επήγε να βρει την τύχη του. Πήγαινε, πήγαινε, ώσπου μπήκε σε ένα δάσος που δεν είχε ούτε αρχή ούτε τέλος. Όταν νύχτωσε βλέπει πολύ μακριά ένα φως και όταν ήφταξε κοντά θωρεί έναν μεγάλο πύργο και μια γυναίκα να ανάβει το φούρνο και, όση ώρα άναβαν τα ξύλα στο φούρνο, είχε δίπλα τη σκάφη και έπλενε ρούχα. Μόλις εσίμωσε κοντά και τον είδε, του λέει: «Ξέρω ποιος είσαι και τι ζητάς. Εγώ είμαι η τύχη του αδερφού σου και εσένα είναι στην απάνω μεριά του πύργου και κοιμάται. Αν μπορέσεις όμως τώρα που κοιμάται να πάρεις μια κότα, που την έχει σ' ένα χρυσό κλουβί, θα σωθείς, γιατί κάνει ένα χρυσό αυγό κάθε μέρα».

Κατάφερε να βγει και να την πάρει χωρίς να την ξυπνήσει, ευχαρίστησε τη μοίρα του αδερφού ντου και έφυγε για το σπίτι του, που είχε τρία αγόρια πολύ μικρά. Από αυτή την ημέρα άρχισε καινούρια ζωή, ήμαθε γράμματα στα παιδιά ντου, τους έχτισε σπίτι και τονέ ζήλευε κι ο πλούσιος ακόμα αδερφός του. Ήτανε όμως άτυχος, γιατί πέθανε γρήγορα και παντρεύτηκε η γυναίκα του ένα σκληρό και κακό άνθρωπο, που τυραννούσε τα παιδιά και τη γυναίκα του. Ήσφαξε ακόμα και την κότα που έκανε το χρυσό αυγό. Η κακομοίρα η γυναίκα την καθάρισε, την έψησε και την είχε στη ντουλάπα το μεσημέρι έτοιμη. Όντεν ήρθε ο πρώτος γιος τση έφαγε την γκεφαλή τση κότας, ο δεύτερος την καρδιά κι ο τρίτος το σκώτι. Όντεν ήφταξε ο άντρας τση και δεν τα βρήκε τα τρία, την γκεφαλή, το σκώτι και την καρδιά, ήδιωξε από το σπίτι τα παιδιά. Εφύγανε λοιπόν αυτά, κι όταν εφτάξανε σ' έναν τόπο που χωρίζανε τρία μονοπάτια και καθίσανε για να φάνε, είπε ο μεγάλος πως ένιωθε πως ήτανε σοφός,

Σελ. 131
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/132.gif&w=600&h=915

κι ο δεύτερος που 'φαε την καρδιά καρδιογνώστης, ο τρίτος όμως δεν είχε πάθει τίποτα. Όταν εφάγανε, εχωρίσανε και πήρε ο καθένας το δρόμο ντου. Οι δυο όμως εξανασμίξανε και πιάνανε πολλά λεφτά, γιατί πήγαιναν όλοι και τους ρωτάγανε, σαν να ήτανε μέντιουμ, ο τρίτος, που πήρε τον άλλο δρόμο και νυχτώθηκε σ' ένα δάσος, κάθισε σ' ένα δέντρο για να ξεκουραστεί, αλλά τον πήρε ο ύπνος και κοιμήθηκε.

Το πρωί, που ξύπνησε, βλέπει εκατό λίρες στο μαξιλάρι ντου, τότες ακατάλαβε πως επειδή είχε φάει το σκώτι τσι έβρισκε, έτσι λοιπόν ευχαριστημένος ήφυγε, για να συναντήσει καμιά πολιτεία. Περπάτησε ακόμα δυο μέρες και ύστερα ήφταξε σε μια πολιτεία. Όντεν εμπήκε μέσα, είδε μια γριούλα και τηνέ ρώτηξε αν θα έβρισκε μέρος για να κοιμάται. Του λέει ότι έχει αυτή τόπο και να πάει, που είναι φτωχιά, και θα τον περιποιείται για να βγάλει το ψωμί τση. Πήγε λοιπόν αυτός και έμεινε μαζί τση. Μια μέρα κρατούσε μια φωτογραφία και ρωτούσε ποια ήταν αυτή. Όταν την είδε η γριά, του είπε να την πετάξει, γιατί ήταν μια βασιλοπούλα που έγινε αιτία και σκοτώθηκαν πολλά βασιλιόπουλα, γιατί την εζητούσαν σε γάμο και τους έλεγε ένα αίνιγμα που κανείς δεν εμπόρειε να το βρει. Αν δεν το 'βρισκε, τονέ σκότωναν.

Αλλά επειδή ήταν πολύ όμορφη, αποφάσισε κι αυτός να πάει να τη βρει. Πάει λοιπόν και του λέει ένα αίνιγμα: «Ποιο είναι εκείνο το δέντρο που κάνει μαύρο και άσπρο καρπό». Αυτός το 'λυσε κι είπε πως ήταν το εικοσιτετράωρο, και η μέρα ο άσπρος καρπός και η νύχτα ο μαύρος. Έτσι αναγκάστηκε η βασιλοπούλα να τονέ πάρει, αλλά να καθίσουν σε εξοχή. Έχτισε κι αυτός ένα παλάτι ωραίο, αφού βέβαια κάθε μέρα έβρισκε στο μαξιλάρι ντου τσι λίρες, και καθίσανε οι δυο ντους, μαζί με μια παραμάνα που την ανέθρεψε από μικρή. Όντεν έμαθε όμως το μυστικό του με το σκώτι της κότας, του 'δωσε ένα φάρμακο για να ξεράσει το σκώτι, κι ένα άλλο για να υπνωθεί. Έτσι τον κατάφερε να τον υπνώσει και να κάνει εμετό, χωρίς να καταλάβει τίποτα. Τον έσυραν έπειτα σ' ένα γκρεμό και τον έριξαν. Μετά πένθησε και πήγε στου πατέρα τση λέγοντας πως πέθανε (ο άντρας της) και πως τον έθαψε. Ο άντρας της όμως, που αυτή ενόμιζε πως πέθανε, δεν είχε πάθει τίποτε, γιατί όντεν εξεζαλίστηκε, πήγε πιο πέρα και θωρεί μια συκιά. Αυτός έκοψε ένα σύκο για να το φάει, που επείναγε, και αμέσως έγινε γάιδαρος. Κι ήκλαιγε ο κακομοίρης για το πάθημά ντου. Μα πηγαίνοντας πιο πέρα, κόβει άλλο σύκο από άλλη συκιά κι έγινε πάλι όπως πρώτα.Αφού λοιπόν εβρήκε το κόλπο, επήρε δυο καλάθια από τα δυο λογιώ σύκα και τα πουλούσε στο παλάτι του βασιλιά. Κατέβηκε η βασιλοπούλα και τση δίνει ένα, για να δοκιμάσει, και την κάνει γαϊδούρα. Μετά την καβαλίκεψε και τριγυρνούσε εδώ κι εκεί. Όντεν εχάσανε τη βασιλοπούλα από το παλάτι επήγε ο βασιλιάς για ν' αρωτήσει τσι δυο μάγους είντα γίνηκε η κόρη ντου. Είχε μάθει όμως κι ο άντρας τση ότι τα αδέρφια ντου ήτανε σ'αυτή την πολιτεία κι επήγε να τα δει. Κι έτυχε να πηγαίνει και ο βασιλιάς την ίδια μέρα και τότε έμαθε την αλήθεια και τση έδωσε ένα σύκο και το 'φαε και γίνη-

Σελ. 132
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/133.gif&w=600&h=915

κε πάλι βασιλοπούλα και τότε την εκρέμασαν, για να την τιμωρήσουν, και έμεινε αυτός με τα αδέρφια ντου και ζήσανε αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.

ΛΦ 1639, 31-33. Παραλλαγή που κατέγραψε η Ευλαβία Τζώνη το 1960 στην Κρήτη.

ΣΥΝΘΕΤΙΚΗ ΠΑΡΑΛΛΑΓΗ

I. Τα τρία αδέρφια και το μαγικό πουλί

α: Οι ήρωες είναι τρεις φτωχοί αδερφοί" α1: ζουν με τους γονείς τους" α2: είναι ορφανοί από πατέρα" α3: άλλο.

β: Ο φτωχός πατέρας τους' β1 : ο (μικρότερος) αδερφός' β2: βρίσκει ένα μαγικό πουλί' β3: που γεννά μαλαματένια αυγά' β4: και που, όποιος φάει τα εντόσθιά του, θα αποκτήσει μαγικές δυνάμεις' β5: όποιος φάει την καρδιά' β6: όποιος φάει το κεφάλι' β7: όποιος φάει το συκώτι' β8: άλλο' β9: θα γίνει καρδιογνώστης και θα μαντεύει τις σκέψεις των ανθρώπων' β10: θα γίνει βασιλιάς' β11: θα γίνει πλούσιος' β12: άλλο.

II. Ο πονηρός έμπορος και η άπιστη μητέρα

α: Πουλώντας τα μαλαματένια αυγά σε έναν έμπορο (Εβραίο, άλλον) η οικογένεια (τα αδέρφια) πλουτίζει (ουν)' α1: κατά την απουσία του πατέρα όμως η μητέρα κάνει σχέσεις με τον έμπορο' α2: που, γνωρίζοντας τις ιδιότητες του πουλιού, της ζητά να το σφάξει για να το φάει' α3: όμως τα παιδιά τρώνε κατά λάθος τα εντόσθια" α4: αυτός που έφαγε την καρδιά γίνεται καρδιογνώστης.

β: Αποφασίζουν να σκοτώσουν τα παιδιά" β1: βάζοντας δηλητήριο στο φαΐ τους, μαχαίρια στα κρεβάτια τους κλπ" β2: βάζοντας κάποιον να τα σκοτώσει, αλλά αυτός τα λυπάται" β3: ο καρδιογνώστης μαντεύει τα σχέδια της άπιστης μητέρας και του εραστή της" β4: και έτσι φεύγουν μακριά.

γ: Η μοίρα των αδερφών εκπληρώνεται' γ1: ο ένας αδερφός γίνεται βασιλιάς' γ2: στην πόλη όπου μόλις πέθανε ο άκληρος βασιλιάς' γ3: καθώς οι κάτοικοι έχουν συμφωνήσει να κάνουν βασιλιά τους' γ4: όποιον πρωτομπεί στην πόλη' γ5: αυτόν που στο κεφάλι του θα πάει να κάτσει ένα πουλί' γ6: ο δεύτερος αδερφός γίνεται δικαστής' γ7: ο τρίτος γίνεται πλούσιος' γ8: βρίσκοντας κάθε μέρα ένα χρυσό νόμισμα (στο μαξιλάρι του)' γ9: άλλο.

Σελ. 133
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/134.gif&w=600&h=915

III. Η συνάντηση του μικρού αδερφού με τη βασιλοπούλα (AT/ATU 567 και AT/ATU 566)

α: ο μικρότερος αδερφός φτάνει στην πολιτεία της όμορφης βασιλοπούλας' α1: που βάζει ζήτημα, σε όποιον θέλει να τη δει (να την παντρευτεί), να της γεμίσει έναν λάκκο με φλουριά' α2: ο ήρωας το πετυχαίνει' α3: και την παντρεύεται' α4: η βασιλοπούλα μαθαίνει το μυστικό του' α5: τον κάνει να ξεράσει το συκώτι (μεθώντας τον) και του το παίρνει' α6: και τον διώχνει' α7: άλλο.

β: (πβ. AT/ATU 566) Ο ήρωας ανακαλύπτει τα μαγικά δέντρα (τους μαγικούς καρπούς)' β1: μαγικές συκιές με τα μαύρα και τα άσπρα σύκα' β2: άλλους καρπούς' β3: όταν τρως τα πρώτα, μεταμορφώνεσαι σε γάιδαρο' β4: όταν τρως τα δεύτερα, ξαναγίνεσαι άνθρωπος' β5: με το φάγωμα των καρπών σου φυτρώνουν κέρατα' β6: άλλο.

γ: Ο ήρωας δίνει στη βασιλοπούλα τους καρπούς και τη μεταμορφώνει σε γάιδαρο (της φυτρώνουν κέρατα)' γ1: τη ζεύει και τη βάζει να δουλέψει' γ2: την αναγκάζει να του δώσει πίσω το συκώτι' γ3: άλλο.

IV. Η κατάληξη

α: Μετά από καιρό επιστρέφει ο πατέρας των τριών αδερφών από το ταξίδι και ρωτά τη μάνα τους τι απέγιναν τα παιδιά' α1: η μάνα λέει ψέματα πως τα παιδιά πέθαναν.

β: Για να μάθει την αλήθεια ο πατέρας οδηγεί τη μάνα στον κριτή (βασιλιά, δικαστή ή παντογνώστη)' β1: χωρίς να ξέρει πως είναι ο γιος του' β2: αποκαλύπτεται η αλήθεια' β3: η μητέρα τιμωρείται' β4: την καταπίνει η γη' β5: τα αδέρφια μένουν μαζί με τον πατέρα τους' β6: άλλο.

γ: Ο τρίτος αδερφός πηγαίνει τη βασιλοπούλα στο δικαστή' γ1: Ο δικαστής την υποχρεώνει να δώσει πίσω το συκώτι' γ2: ο ήρωας την ξανακάνει άνθρωπο' γ3: την εγκαταλείπει' γ4: την κρατά γυναίκα του' γ5: άλλο.

ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΠΑΡΑΛΛΑΓΩΝ

ΗΠΕΙΡΟΣ

1. ΛΑ 1259 (ΣΜ 89), 6-9, Επαρχία Κονίτσης, άτιτλο. Η αρχή όπως AT/ATU 735 (Οδοιπορία προς την τύχη). Ο πλούσιος αδερφός στέλνει τον φτωχό στο διάβολο κι ο φτωχός ξεκινάει να τον βρει. Του ζητάει τη χρυσή κότα και γίνεται πλούσιος. Η συν. όπως AT/ATU 567 + AT/ATU 567 A: Ι: α, α1, β,

Σελ. 134
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/135.gif&w=600&h=915

β2, β3, β4, β5, β9, β6, β10, β7, β11. II: α, α1, α2, α3, α4, β, β1, β3, β4, γ. III: α, α4, α5, α6, β, β1, β5, γ (και της φυτρώνουν κέρατα).

2. ΛΑ 2277 Β', 177-187, Σούλι, «Τση χρυσόκοτας». I: α, α1, β, β2, β3, β4, β5, β9, β6, β10, β7, β11. II: α, α1, α2, α3, α4, β, β1, β3, β4, γ, γ6, γ7, γ8. III: β, β2 (αχλαδιές), β3, β4, α, α3, «4, α5, γ. IV: γ, γ1, γ2, γ4, α, α1, β, β1, β2, β3 (τη σκοτώνουν).

3. ΛΑ 3176, 15-19, «Να πας στ' μάνα τ' διαόλ'». Ι: α, α1, β (στέλνεται από τον πλούσιο αδερφό του στη «μάνα του διαβόλου», κι αυτός, αγαθός, φεύγει να την αναζητήσει. Όταν τη βρίσκει, αυτή του χαρίζει την κότα που κάνει μαλαματένια αυγά), β4, β5, β9, β6, β10, β7, β11. II: α, α1, α2, α3, α4, β, β3, β4, γ, γ1, γ2 (και που έχει αφήσει εντολή να κάνουν βασιλιά όποιον βρουν να κοιμάται στην πόρτα του), γ6, γ7, γ8. III: α, α4, α5, α6. IV: γ5 (τα αδέρφια κάνουν πόλεμο και παίρνουν πίσω το συκώτι από τη βασιλοπούλα, φωνάζουν και τον πατέρα τους), β3 (τη σκοτώνουν με τον εραστή της), β5.

4. ΛΦ 395, 1-4, Φιλιππιάδα Πρεβέζης, άτιτλο. Συμφυρμός με AT/ATU 566. Η αρχή όπως AT/ATU 567 + AT/ATU 567 A: I: α, α2, β1, β2, β3, β4, β6, β12 (παντογνώστης), β5, β10, β7, β11. II: α, α3 (γνωρίζοντας τις ιδιότητες τους), γ, γ1, γ7, γ8. III: α7 (ο μικρός αδερφός παντρεύεται μια χήρα), α5, α6. Η συν. όπως AT/ATU 566, βλ. παρ. αρ. 3. Η συν. όπως AT/ATU 567 + AT/ATU 567 Α: III: β, β1, β3, β4, γ, γ1 (κι έτσι η γαϊδούρα κάνει εμετό και βγάζει το συκώτι). IV: γ2, γ5 (ο μικρός αδερφός πηγαίνει στο βασίλειο του αδερφού του, του κάνει πόλεμο και του παίρνει τον θρόνο και τη γυναίκα του).

5. Hahn 1, 227-232, αρ. 36, Ζίτσα Δωδώνης, «Das goldene Huhn». Η αρχή όπως AT/ATU 735: I: α, γ. II: α (βλέπει στο όνειρό του), α1, β, δ, δ1, δ5, δ7. Η συν. όπως AT/ATU 567 + AT/ATU 567 A: I: α, α1, β, β2, β3, β4, β5, β9, β6, β10, β7, β11. II: α, α1, α2, α3, α4, β, β1, β3, β4, γ (αφήνοντας ο ένας στον άλλο σημάδια ζωής), γ1, γ2, γ3, γ4, γ7, γ8. III: α, α3, α4, α5, α6 (τα αδέρφια του καταλαβαίνουν ότι κάτι έγινε και φεύγουν να τον βρουν). IV: γ5 (η βασιλοπούλα αρρωσταίνει - εμφανίζεται ο καρδιογνώστης σαν γιατρός, της δίνει εμετικό και της παίρνει το συκώτι), α, α1, β, β2, β3 (τη διώχνουν), β5.

ΘΕΣΣΑΛΙΑ

6. ΣΠ 101, 46-47, Πήλιο, άτιτλο.

Σελ. 135
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/136.gif&w=600&h=915

ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ

7. ΛΑ 2496, 93-99, Ανασελίτσα-Βόιο, «Το χρυσό αυγό». I: α, α1, β, β2, β3, β4, β5, β9, β6, β10, β7, β11. II: α, α1, α2, α3, α4, β, β1, β3, β4, γ, γ1 (μένει με τον δεύτερο αδερφό), γ7, γ8. III: α, α3, α4, α5, α6, β, β1, β3, β4, γ, γ1, γ2. IV: γ2, α, α1, β, β1, β2, β3, β5.

ΝΗΣΙΑ ΤΟΥ ΑΙΓΑΙΟΥ

α. Νησιά Ανατολικού Αιγαίου

8. Pernot, Ét. ling. III, 228-236, αρ. 26, Πυργί Χίου, «Le connaisseur de cœurs». I: α, α1, β, β2, β3, β4, β5, β9, β6, β11, β7, β12 (θα γίνει κριτής). II: α, α1, α2, α3, α4, β, β1, β3, β4, γ, γ6. III: α, α4, α5 (το κεφάλι), β, β1, β3, β4, γ. IV: γ, γ1, γ2, γ3, α, α1, β, β1, β2, β3, β4.

9. Pernot, Ét. ling. III, 308-313, αρ. 55, Μεστά Χίου, «Le connaisseur de cœur». H αρχή όπως AT/ATU 735: I: γ. II: α, α1, γ, δ, δ2, δ5, δ7. Η συν. όπως AT/ATU 567 Α + AT/ATU 567: Ι: α, α1, β, β2 (του το δίνει η τύχη του), β3, β4, β5, β9, β8 (το λάρυγγα), β11 (βγάζοντας φλουριά από το στόμα), β8 (όποιος φάει την αυγοθήκη θα γεννά διαμαντένια αυγά). II: α, α1, α2, α3, α4, β, β1, β3, β4, γ7, γ9. III: α, α4, α5, α6, β, β1, β3, β4, γ, γ2. II: γ, γ1, γ2, γ3 (όποιον βρουν να κοιμάται έξω από την πόλη), γ6 (βεζίρης). IV: α1, α2, β, β1, β2, β3 (μαρμαρώνει).

β. Δωδεκάνησα

10. ΛΑ 2193 Α, 65-82, Ψέριμος, «Το χρυσό πουλί». I: α, α1, β1, β2, β3, β4, β5, β9, β6, β10, β7, β11. II: α, α1, α2, α3, α4, β, β1, β3, β4, γ, γ1, γ2, γ6, γ7. III: α, α1, α2, «4, α5, α6, β, β1, β3, β4, γ. IV: γ1, γ2, γ3, γ4, β4.

11. Ζωγράφειος Αγών Α', 1891, 417-419, αρ. 1 (Dawkins, MGF, 118-120, «The magic Bird», Καφαντάρης A', 397-399, αρ. 64, «Τα τρία αδέρφια και η κακιά μάνα τους»), Νίσυρος, άτιτλο. I: α, α1, β, β2, β3, β4, β5, β9, β6, β12 (θα γίνει σοφός), β7, β11 (βγάζοντας λίρες από το στόμα του). II: α1, α2, α3, α4, β, β1, β3, β4, γ9 (ο ένας αδερφός βεζίρης κι ο άλλος μουδούρης). III: α, α4, α5, β, β1, β5, γ (της φυτρώνουν κέρατα), γ2, γ3 (της δίνει σύκα και της πέφτουν τα κέρατα). IV: α, α1, β, β1, β2, β3 (τη σκοτώνουν), β5.

12. Μοσκόβη, 110-116, Σύμη, «Η κότα με τα χρυσά αυγά» I: α, α2, β1, β2, β3, β4, β5, β9, β6, β 12 (θα γίνει σοφός), β7, β11 (θα γεννά χρυσά αυ-

Σελ. 136
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/137.gif&w=600&h=915

αυγά). II: γ, γ1, γ2, γ9 (ο δεύτερος γίνεται σοφός). III: ο μικρότερος αδερφός παντρεύεται, α4, α5, α6, β6 (με τη συμβουλή του σοφού αδερφού του πουλάει ένα φάρμακο στη γυναίκα του και την κάνει γαϊδούρα). IV: γ (στο βασιλιά αδερφό του), γ1, γ5 (δίνουν τη γαϊδούρα πίσω στους γονείς της και τα τρία αδέρφια μένουν μαζί).

γ. Εύβοια -Σποράδες

13. Πέρδικα II, 151-157, αρ. 1, Σκύρος, «Ο καρδιογνώστης». I: α, α1, β, β2, β3, β4, β5, β9, β6, β10, β7, β11. II: α, α1, α2, α3, α4, β3, β4, γ, γ1, γ2, γ3, γ4, γ6, γ7, γ8. III: α, α1, α2, α3, α4, α5, α6, β, β1, β3, β4, β5, γ, γ1. IV: γ, γ1, γ2, α, α1, β, β2, β6 (συγχωρούν τη μητέρα αλλά σκοτώνουν τον Εβραίο).

δ. Κρήτη

14. ΛΦ 726, 3-8, Σητεία, «Οδοιπορία προς την τύχη». Η αρχή όπως AT/ATU 735, βλ. παρ. αρ. 3 και AT/ATU 947 Α. Η συν. όπως AT/ATU 567+ AT/ATU 567 A: I: α, α1, β, β2 (του το δίνει η τύχη του), β3, β4, β5, β9, β6, β10, β7, β11. II: α, α1, α2, α3, α4, β, β1, β3, β4, γ, γ1, γ7, γ8. III: α4 (μια κοπέλα), α5, α6, β, β1, β3, β4, β5, γ, γ1, γ2. IV: γ2, β6 (όταν επιστρέφει ο πατέρας, τα παιδιά του του διηγούνται τι έγινε, κι αυτός σκοτώνει την άπιστη γυναίκα του).

15. ΛΦ 1639, 31-33, «Η κότα που έκανε χρυσά αυγά». Η παραλλαγή που δημοσιεύουμε εδώ.

16. ΣΑ 1, 126-140, Ιεράπετρα, «Το πουλί με τα διαμαντένια αυγά» (Λιουδάκη, Γιαγιά, 30-40). Συμφυρμός με AT/ATU 936* (The Golden Mountain) και AT/ATU 400 (Η νεράιδα). Η αρχή όπως AT/ATU 567 + AT/ATU 567 A: I: α, α1, β, β2, β3, β4, β5, β9, β6, β10, β7, β11. II: α, α1, α2, α3, α4, β, β3, β4, γ, γ1, γ7, γ8. III: α (τρεις όμορφες), α4, α5, α6. Η συν. όπως AT 936* (τον ξεγελούν κάποιοι ναύτες και τον στέλνουν, τυλιγμένο σε ένα βουβαλοτόμαρο, στα βουνά με τα διαμάντια. Τους ρίχνει διαμάντια αλλά τον εγκαταλείπουν εκεί. Κατεβαίνοντας το παιδί τη σκοτεινή σκάλα βρίσκεται στο παλάτι του δράκου και τον κάνει να πιστέψει πως είναι ο γιος του, που γεννήθηκε από την πορδή του (πβ. AT/ATU 400). Η συν. όπως AT/ATU 567+ AT/ATU 567 Α: III: α, β1, β3, β4, γ (στις τρεις όμορφες), γ2. IV: γ2, α, α1 (κι ο πατέρας ξαναφεύγει. Το μαντεύει ο καρδιογνώστης και τον φωνάζει πίσω. Αναγνώριση), β5.

Σελ. 137
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/138.gif&w=600&h=915

ε. Κυκλάδες

17. ΛΑ 1387, 1-4 (Αδ. Αδαμαντίου, Τηνιακά, ΛΑ 567, 8), Τήνος, άτιτλο. I: α, α1, β1, β2, β3, β4, β5, β9, β6, β10, β7, β11. II: α, α1, α3, α4, β4, γ, γ1, γ7, γ8. III: α, α1, α2, α3, α4, α5, α6, β, β1, β5, γ (της βγαίνουν κέρατα), γ2. IV: γ2, α, α1, β, β2, β3 (τη σκοτώνουν), β5.

18. ΛΑ 1387, 5-8 (Αδ. Αδαμαντίου, Τηνιακά, ΛΑ 567, 8Α), Τήνος, άτιτλο. Ι: α, α1, β1, β2, β3, β4, β5, β9, β6, β10, β7, β11. II: α, α1, α3, α4, β4, γ, γ1, γ7, γ8. III: α, α1, α2, α3, α4, α5, α6, β, β1, β5, γ (της βγαίνουν κέρατα), γ2. IV: γ2, α, α1, β, β2, β3 (τη σκοτώνουν), β5.

19. ΛΑ 1387, 9-17 (Αδ. Αδαμαντίου, Τηνιακά, ΛΑ 567, 9), Τήνος, «Σύζυγος προδίδουσα». I: α, α1, β, β2, β3, β4, β5, β9, β6, β10, β7, β11. II: α, α1, α2, «4, β, β1, β3, β4, γ, γ1, γ7, γ8. III: α, α4, α5, α6, β, β1, β3, β4, γ, γ2. IV: α, α1, β, β2, β3 (μαρμαρώνεται).

20. ΛΑ 1391, 63-67 (Αδ. Αδαμαντίου Τηνιακά, ΛΑ 567, 10), Τήνος, «Δαλιδά». Η αρχή όπως AT/ATU 735: I: α, γ. II: γ, γ1, δ1, δ5, δ7. Η συν. όπως AT/ATU 567+ AT/ATU 567 A: I: α (δύο αδέρφια), β, β2, β3, β4, β5, β9, β6, β11. II: γ7, γ8. III: α7 (ο πλούσιος κινεί την περιέργεια του βασιλιά, που τον μεθάει και του παίρνει το κεφάλι. Το καταπίνει η βασιλοπούλα, αλλά ο καρδιογνώστης με μια σκόνη της το παίρνει. Ο καρδιογνώστης παντρεύεται τη βασιλοπούλα).

21. ΛΑ 1391, 85-88 (Αδ. Αδαμαντίου, Τηνιακά, ΛΑ 567, 11), Τήνος, άτιτλο. I: α, α1, β, β2, β3, β4, β5, β9, β6, β10, β7, β11. II: α, α1, α2, α3, α4, β, β3, β4, γ, γ1, γ7. III: α, α1, α2, α4, α5, α6, β, β1, β3, β4, γ, γ2. IV: γ2, γ4.

22. ΛΑ 1395, 59-79, αρ. 3 (Αδ. Αδαμαντίου, Τηνιακά, ΛΑ 947 Α, 6), Τήνος, «Η τύχη».

23. ΛΑ 2304, 196-202, Μήλος, άτιτλο. Ι: α, α1, β1, β2, β3, β4, β5, β9, β8 (όποιος φάει το σώμα), β12 (θα γίνει δυνατός), β8 (όποιος φάει τα εντόσθια), β11. II: η μάνα σφάζει το πουλί για να το φάει ο εραστής της, α3, «4, β, β1, β3, β4, γ. III: α, α4, α5, α6, β, β1, β5, γ2. IV: γ2, γ4, γ5 (παίρνει κοντά του και τα αδέρφια του).

24. ΛΑ 2340, 30-43, Κέα, «Η χρυσή κότα». Ι: α, α1, β, β2, β3, β4, β5, β9, β6, β10, β7, β11. II: α, α1, α2, α3, «4, β, β1, β3, β4, γ, γ1, γ2, γ6, γ7, γ8 (μέσα στο σακούλι του). III: α, α1, α2, α4, α7 (του κλέβει το σακούλι), β, β1, β3, β4, γ, γ2 (το σακούλι) IV: γ2, α, α1, β, β2, β3 (αλογοσέρνεται μαζί με τον Εβραίο), β5.

Σελ. 138
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/139.gif&w=600&h=915

ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΣ

25. ΛΑ 1342 (ΣΜ155), 69-70, Γορτυνία, «Χρυσή κότα». Μόνο η αρχή. Ατελές.

26. ΛΦ 1627, 22-27, Κάτω Κλειτορία Επαρχίας Καλαβρύτων, «Ο κυνηγός». I: α, α1, β, β2, β3, β4, β5, β9, β6, β10, β7, β11. II: α, α1, α2, α3, α4, β, β1, β3, β4, γ, γ1, γ2, γ3, γ5, γ7, γ8. III: α, α4, α5 (αλείφεται με μια μπογιά, γίνεται αόρατος και μπαίνει στο δωμάτιο της βασιλοπούλας, αλλά τον πιάνουν), α6, β, β1, β5, β2 (κουκιά), β3, β4, γ. IV: γ2, γ4.

27. ΣΠ 128, 7-10, Σελίτσα επαρχίας Οιτύλου, άτιτλο.

ΣΤΕΡΕΑ ΕΛΛΑΔΑ

28. ΛΑ 1256 (ΣΜ86), 123-126, Κατούνα Ακαρνανίας, «Γκαρδιαναγνώστης». Ι: α, α1, β, β2, β3, β4, β5, β9, β6, β10, β7, β11. II: α, α1, α2, α3, α4, β, β1, β3, β4, γ. III: α, α4, α5, α6, β, β1, β5, γ (και στους γονείς της, κι όλοι αποκτούν κέρατα).

ΜΙΚΡΑ ΑΣΙΑ-ΠΟΝΤΟΣ-ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑ

α. Μικρά Ασία

29. ΛΑ 567, 4, Κύζικος, «Ο φτωχός που 'χε τρία παιδιά».

30. ΛΑ 567, 5, Αγία Κυριακή Βιθυνίας, «Οι τρεις αδερφοί».

β. Πόντος

31.ΛΑ 567, 6, Χαλδεία, άτιτλο.

32. Αρχείον Πόντου Ζ', 1937, 83-89, Αργυρούπολη, άτιτλο. I: α (δύο αδερφοί), α1, β, β2, β3, β4, β5, β11, β6, β10. II: α (αράπη), α1, α2, α3, β4, γ, γ1, γ2, γ3, γ5, γ7, γ8, γ9 (ο μικρότερος βρίσκει ένα σπίτι όπου ζει μια οικογένεια και μένει μαζί τους. Με τα φλουριά τους κάνει πλούσιους, αλλά η μάνα δεν τον θέλει και ξαναφεύγει). III: α, α1, α2, α3, α4, α5, α6, β, β2 (μήλα κι αχλάδια), β5, γ (και της φυτρώνουν κέρατα), γ2 (την καρδιά, και την απαλλάσσει από τα κέρατα). IV: γ4.

33. Αρχείον Πόντου ΙΓ', 1948, 106-112, Χαλδεία, «Τα δύο αδέρφια». Συμφυρμός με AT/ATU 566, βλ. παρ. αρ. 42. Η αρχή όπως AT/ATU 566 +

Σελ. 139
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/140.gif&w=600&h=915

AT/ATU 567 A: Ι: α (δύο αδέρφια), α1, β, β2, β3, β4, β5, β11, β6, β10. II: α, α1, α2, α3, β4, γ, γ1, γ7, γ8. III: α, α1, α2, α4, α5, α6. Η συν. όπως AT/ATU 566, βλ. παρ. αρ. 42. Η συν. όπως AT/ATU 567 + AT/ATU 567 Α: III: γ, γ1, γ3 (να του δώσει πίσω τα κλεμμένα). IV: πιάνουν τον ήρωα αυτοί που τους είχε κλέψει και τον οδηγούν στο βασιλιά - αδερφό του. Αναγνώριση, γ2, γ4.

34. Ποντιακά Φύλλα Β', 1937, τεύχος 13, 25-28, και τεύχος 14, 79-82, «Της ευλοΐας το πουλίν». Συμφυρμός με AT/ATU 566, βλ. παρ. αρ. 43. Η αρχή όπως AT/ATU 567 + AT/ATU 567 A: I: α (δύο αδέρφια), α1, β, β2, β3, β4, β6, β10, β5, β11. II: α, α1, α2, α3, β, β2, β4, γ, γ1, γ2, γ3, γ5, γ7, γ9 (όταν βήχει πέφτουν φλουριά). III: α, α1, α2, α4, α5 (την καρδιά). Η συν. όπως AT 566, βλ. παρ. αρ. 44. Η συν. όπως AT/ATU 567 + AT/ATU 567 Α: III: β, β2 (σταφύλια), β5, β6 (με το άγγιγμα ενός κλαδιού γίνεσαι γάιδαρος), γ, γ1. IV: γ, γ1, γ2, γ4.

γ. Καππαδοκία

35. ΙΑ 812, 216-239, Ανακού Νίγδης, άτιτλο. I: α, α1 (πατέρα και μητριά), β1, β2, β3, β4, β7, β9, β8 (το στομάχι), β11, β12 (κι ο τρίτος τρώει το κεφάλι). II: α, α1, α2, α3, α4 (το συκώτι), β4, γ, γ7 (το στομάχι), γ8. III: α, α1, α2, α4, α5, α6, β, β2 (μήλα), β3, β6 (με το νερό της βρύσης ξαναγίνεσαι άνθρωπος), γ (και στις συντρόφισσές της), γ2. IV: γ2, γ4.

36. ΚΜΣ, Φάκελος Καππαδοκία αρ. 358, 5177-5196, Φάρασα, «Το βλετγουσού». Ι: α (δύο αδέρφια), α1, β, β2, β3, β4, β5, β11, β6, β10. II: α, α1, α2, α3, β, β2, β4, γ, γ1, γ2, γ3, γ5, γ7, γ8. III: α, α4, α5 (την καρδιά), α6, β, β2 (μήλα), β3, β4, γ (μαζί και τις φίλες της), γ1. IV: γ (στον αδερφό του το βασιλιά), γ1, γ2, γ4, γ5 (κι ο αδερφός του παντρεύεται τη φίλη της).

37. Dawkins, MG in AM, 411, αρ. 1, Φλοϊτά, άτιτλο. Συμφυρμός με AT/ATU 566, βλ. παρ. αρ. 45. I: α, α1, β, β2, β3, β4, β5, β9, β6, β10, β6, β11. II: α, α1, α2, α3, «4, β, β3, β4, γ, γ1, γ2, γ3, γ5, γ6 (βεζίρης), γ7, γ9 (ο μικρότερος φεύγει μακριά, και όπου πιάνει δουλειά κάνει το αφεντικό του πλούσιο. Όμως ο Εβραίος τον ψάχνει παντού και τελικά ο ήρωας γίνεται θετός γιος ενός δερβίση). Η συν. όπως AT/ATU 566, βλ. παρ. αρ. 45. Η συν. όπως AT/ATU 567 + AT/ATU 567 Α: III: α, α1, α2, α4, α5, α6. Η συν. όπως AT/ATU 566, βλ. παρ. αρ 45. Η συν. όπως AT/ATU 567 + AT/ATU 567 Α: III: γ3 (αφού πήρε τα αντικείμενα, ο ήρωας δίνει στη βασιλοπούλα το μαγικό νερό και την κάνει γαϊδούρα). IV: γ, γ2, γ3.

Σελ. 140
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/141.gif&w=600&h=915

38. Dawkins, MG in AM, 479, αρ. 4, Φάρασα, άτιτλο. I: α3 (αδερφός και αδερφή), β2, β3, β4, β6, β11. II: α, α2 (ο εραστής της), α3, β4, γ9 (το κορίτσι τρώει το συκώτι και το αγόρι το κεφάλι), γ7 (το αγόρι), γ8. III: α, α1, α2, α4, α5, α6, β, β2 (μήλα), β3, β4, γ, γ2. IV: γ2, γ4, γ5 (κάνει γάιδαρο τη μάνα του).

ΚΑΤΩ ΙΤΑΛΙΑ

39. Taibbi- Caracausi, 241-253, Rocca-Forte, «Το kαriδάci pu kάnni t'agwά άse χriσάfι». I: α3 (ένας φτωχός πατέρας, με δυο γιους, δίνει το μαγικό πουλί- καρυδάκι στο γείτονά του, ως προίκα για το γιο του), β8 (όποιος φάει το μπροστινό μισό), β10, β8 (όποιος φάει το πίσω μισό), β11. II: α3 (του φτωχού), γ, γ1, γ2, γ3, γ5, γ7, γ8. III: α, α4, α5, α6, β6 (η συν. όπως AT 563: στα χωράφια που τριγυρνά συναντά τις 3 Μοίρες. Του δίνουν ένα παντελόνι, που όταν βάζεις τα χέρια στις τσέπες γεμίζουν λεφτά, μια πετσέτα κι ένα κανίστρι που γεμίζουν φαγητά. Του τα κλέβει κι αυτά η βασιλοπούλα), β, β2 (χορτάρι), β3, γ, γ1, γ2. III: γ2 (και να του δώσει πίσω τα κλεμμένα).

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΣΤΟΥΣ ΤΥΠΟΥΣ AT / ATU 567, AT / ATU 567 A, AT / ATU 567 + AT / ATU 567 A

Στον διεθνή Κατάλογο Aarne - Thompson καθώς και στον αναθεωρημένο ATU αναφέρονται δύο συγγενικοί τύποι, με κύριο επεισόδιο τη βρώση, από τον ήρωα ή και από τα αδέρφια του, ενός μαγικού πουλιού" πρόκειται για τον AT/ATU 567, και τον υπότυπό του, AT/ATU 567 Α. Σύμφωνα με τον AT, ο πρώτος φέρεται διαδεδομένος σε όλη την Ευρώπη, στην Ινδία, την Ινδονησία και στην αμερικανική ήπειρο, ενώ ο δεύτερος αριθμεί μόνο ορισμένες ινδικές παραλλαγές. Στον ATU υπάρχουν περισσότερες καταχωρήσεις του υπότυπου AT/ATU 567 Α, ενώ αναφέρονται οι ελληνικές παραλλαγές, οι οποίες περιλαμβάνονται στον πίνακα που δημοσίευσε ο Γ. Μέγας στη Λαογραφία (βλ. παρακάτω, υποσημείωση αρ. 1).

Σύμφωνα με τους AT και ATU, το βασικότερο σημείο που διαφοροποιεί τους δύο αυτούς τύπους φαίνεται πως είναι η ύπαρξη ενός ή περισσότερων πρωταγωνιστικών προσώπων, δηλαδή ενός νέου που αποκτά πλούτο τρώγοντας τα εντόσθια ενός μαγικού πουλιού στον κύριο τύπο (AT/ATU 567) και τριών αδερφών, οι οποίοι μοιράζονται το γεύμα και τις δυνάμεις που αυτό συνεπάγεται, στον υπότυπο AT/ATU 567 Α. Στη συνέχεια του AT/ATU 567 ο ήρωας

Σελ. 141
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/142.gif&w=600&h=915

συναντά μία βασιλοπούλα, που τον ξεγελά και τον κάνει να ξεράσει τη μαγική τροφή για να αποκτήσει η ίδια πλούτη, ενώ στον AT/ATU 567 Α στη δράση συμμετέχουν άλλοτε οι δύο και άλλοτε και οι τρεις αδερφοί, που φεύγουν από την πατρίδα τους για να ξεφύγουν από την κακιά μητριά τους.

Τρώει την καρδιά ενός μαγικού πουλιού

Γίνεται πλούσιος (ή βασιλιάς)

AT 567 ATU 567

Ένας ήρωας Δύο αδέρφια φεύγουν από το

σπίτι εξαιτίας της κακιάς μητριάς που διατάζει να τα σκοτώσουν λέγοντας ότι την «πρόσβαλαν» (Ή φεύγουν για άλλο λόγο) Βρίσκουν και τρώνε ένα μαγικό πουλί (ή φρούτο) Ή τρώνε κατά λάθος το πουλί που η μητέρα τους μαγείρευε για κάποιον άλλο Ο ένας γίνεται πλούσιος Ο δεύτερος γίνεται βασιλιάς στο βασίλειο όπου μόλις πέθανε ο βασιλιάς, διαλέγουν αυτόν Ο πρώτος έχει διάφορες περιπέτειες, όπου τον βοηθά κάποτε η αρραβωνιαστικιά του Τέλος τα αδέρφια σμίγουν Ο βασιλιάς κάνει τον αδερφό του πρωθυπουργό

Η γυναίκα του τον κάνει να ξεράσει την καρδιά και την τρώει η ίδια Ο ήρωας τη μεταμορφώνει σε γάιδαρο δίνοντάς της να φάει κάποιο φρούτο

Όπως φαίνεται από τις συνθετικές παραλλαγές που προέκυψαν από το ελληνικό corpus, στην ελληνική παράδοση παρατηρούνται ορισμένες διαφορές των σχετικών αφηγήσεων από την περιγραφή των AT/ATU 567 Α, και ίσως γι' αυτό ο Γ. Μέγας φαίνεται πως προβληματίστηκε σχετικά με την ορθότερη κατάταξή τους. Τα περισσότερα δελτία του φέρουν τον αριθμό AT 567, ακόμα κι αν οι διηγήσεις στις οποίες αναφέρονται μιλούν για τρεις αδελφούς κι ακόμα κι αν δεν περιέχουν το επεισόδιο με τη βασιλοπούλα που κλέβει από τον ήρωα το συκώτι (μεθώντας τον), για να το φάει η ίδια. Πέντε εντούτοις δελτία του φέρουν τον αριθμό AT 567 Α, κατάταξη προφανώς μεταγενέστερη, αφού στην

Σελ. 142
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/143.gif&w=600&h=915

έκδοση του 1961 του διεθνούς Καταλόγου δεν αναφέρονται καθόλου ελληνικές παραλλαγές του τύπου AT 567 Α1.

Επειδή ωστόσο ο τύπος AT/ATU 567 στην Ελλάδα δεν εμφανίζεται ποτέ αυτόνομος, αλλά πάντοτε στο πλαίσιο μιας ευρύτερης διήγησης, η οποία, αντίθετα, μπορεί να αναπτυχθεί και χωρίς αυτόν, και η οποία έχει αρκετές ομοιότητες με τον AT/ATU 567 Α, δώσαμε στη δεύτερη τον αριθμό AT/ATU 567 Α (με είκοσι πέντε παραλλαγές). Πρόκειται για την ιστορία των τριών (ή σπανιότερα δύο) αδερφών, που τρώνε κατά λάθος τα εντόσθια ενός μαγικού πουλιού (συνήθως μιας κότας), το οποίο η άπιστη μητέρα τους μαγείρεψε για τον εραστή της. Η βρώση τους συνεπάγεται κοινωνική άνοδο, σοφία και πλούτο, ενώ το παραμύθι τελειώνει με την απόδοση δικαιοσύνης από τα αδέρφια και τον πατέρα τους: η απιστία της μητέρας αποκαλύπτεται και αυτή κι ο εραστής της τιμωρούνται.

Σε αυτήν την ομάδα τα τρία αδέρφια δρουν σχεδόν σαν ένα πρόσωπο και δεν ξεχωρίζει ανάμεσά τους κάποιος, ο οποίος θα αναλάβει δράση, θα περάσει από δοκιμασίες, θα κάνει κατορθώματα, θα ακολουθήσει εντέλει μια πορεία που θα τον οδηγήσει μακριά από την οικογένειά, που θα τον κάνει δηλαδή έναν πραγματικό παραμυθιακό ήρωα. Έτσι η προβληματική του παραμυθιού αφορά τη στενή οικογενειακή σχέση γονιών και παιδιών (αγοριών), μια σχέση που περιγράφεται εχθρική ως το τέλος (Η μητέρα συνωμοτεί με τον εραστή της να σκοτώσουν τα παιδιά, ενώ στο τέλος τιμωρούνται σκληρά από τον πατέρα που ζει αρμονικά με τα αγόρια του). Τέτοιες οικογενειακές σχέσεις είναι πολύ συνηθισμένες στα παραμύθια και λειτουργούν συνήθως ως κίνητρο για να αναπτυχθεί η υπόθεσή τους, αφού οδηγούν τον ήρωα στη φυγή από το σπίτι και στην αναζήτηση της μοίρας του (και στη δημιουργία, συνήθως, ενός καινούριου ερωτικού δεσμού). Στην πρώτη ομάδα των παραλλαγών μας αυτό συμβαίνει εν μέρει, αφού τα παιδιά πράγματι (ξε-) φεύγουν από το επικίνδυνο οικογενειακό περιβάλλον. Όμως η λύση της επικίνδυνης σχέσης παραμένει ενδοοικογενειακή και άρα προβληματική: συνύπαρξη «για πάντα» των τριών αγοριών με τον πατέρα, μετά την τιμωρία ή την φαντασιακή εξαφάνιση της μητέρας, που την καταπίνει η γη.

Διαφορετική είναι η λογική του παραμυθιού στη δεύτερη ομάδα παραλλαγών (τριάντα εννιά στον αριθμό), που περιέχει και το επεισόδιο με την κλέφτρα βασιλοπούλα2. Σ'αυτές ο μικρότερος αδερφός, αυτός που τρώει το συκώτι

1. Στον κατάλογο των παραμυθιών που δημοσίευσε ο Μέγας το 1963 στο περιοδικό Λαογραφία ΚΑ', σ. 491 κ. εξ. αναφέρεται μία παραλλαγή του AT 567 Α (δημοσιευμένη στο Αρχείον Πόντου ΚΓ', σ. 68-76), που όμως δεν περιλαμβάνει σχεδόν κανένα από τα βασικά μοτίβα του τύπου (ούτε τη βρώση του μαγικού πουλιού), περιέχει μόνο το θέμα της επιλογής βασιλιά - θα γίνει βασιλιάς αυτός στου οποίου το κεφάλι θα κάτσει το περιστέρι- και δεν μοιάζει κατά τα άλλα με τις 5 παραλλαγές του AT 567 Α των δελτίων του Μέγα.

2. Καθώς σε πολλές χώρες ο τύπος AT/ATU 567 εμφανίζεται αυτόνομος, θεωρήσαμε

Σελ. 143
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/144.gif&w=600&h=915

τι και βρίσκει αδιάκοπα φλουριά, ξεχωρίζει από τους αδερφούς του καθώς είναι ο μόνος που έρχεται σε συνάντηση με το άλλο φύλο. Ακολουθεί δηλαδή τη συνηθέστερη πορεία των παραμυθιακών ηρώων, μια πορεία, όπως λέει η Ν. Belmont, που οδηγεί «από τις σχέσεις εξ αίματος στις σχέσεις εξ αγχιστείας»3. Βέβαια, στο παραμύθι που μελετάμε εδώ, ο ήρωας δεν περνά από δοκιμασίες που θα έθεταν οι γονείς της αγαπημένης του, ώστε να αποδείξει την αξία του -όπως σε πολλά άλλα παραμύθια-, αλλά έρχεται σε άμεση αντιπαράθεση με την ίδια, που καταφέρνει να του κλέψει τον πολύτιμο θησαυρό του. Να τον κάνει δηλαδή να εμέσει αυτό που έχει καταπιεί και που τον έχει κάνει να πλουτίσει. Η τιμωρία της; μεταμορφώνεται σε ζώο. Ίσως σε αυτή την παράξενη αντιπαράθεση του ζευγαριού η ψυχανάλυση να αναγνώριζε τα πρώιμα στοιχεία της σεξουαλικής ανάπτυξης, δηλ στοιχεία έντονης στοματικότητας (oralité) στη βρώση, έμεση και κλοπή των μαγικών εντοσθίων. Ίσως γι' αυτό, σε πολλές παραλλαγές το παραμύθι δεν ολοκληρώνεται με το γάμο του ζευγαριού, αλλά τελειώνει με την ανάκτηση της μαγικής τροφής από τον ήρωα και με τη συμβίωση των τριών αδερφών με τον πατέρα τους, όπως και στον τύπο AT/ATU 567 Α. Μια τόσο πρωτογενής σεξουαλικότητα φαίνεται πως δεν επιτρέπει εύκολα τη συνηθισμένη, για το παραμύθι, και ίσως κάποτε συμβατική, λύση του γάμου.

τις ελληνικές παραλλαγές που τον εμπεριέχουν ως συμφυρμό των δύο τύπων AT/ATU 567 + AT/ATU 567 Α. Επίσης, επειδή ο τύπος AT/ATU 567 (άρα κι οι ελληνικοί συμφυρμοί) περιέχει (ουν) και ένα επεισόδιο κοινό με τον AT/ATU 566 (το επεισόδιο των άσπρων και μαύρων σύκων), στον κατάλογο παραλλαγών του AT/ATU 567 + AT/ATU 567 A σημειώνουμε τον συμφυρμό με τον AT/ATU 566 μόνο όταν περιέχονται τα μοτίβα της κλοπής των μαγικών αντικειμένων, αφού το μοτίβο των μαγικών καρπών που μεταμορφώνουν σε ζώο όποιον τα τρώει υπάρχει σε όλες τις παραλλαγές που αναλύονται εδώ.

3. Ν. Belmont, Poétique du conte. Essai sur le conte de tradition orale, Gallimard, Paris 1999, σ. 157-193, κυρίως σ. 173.

Σελ. 144
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/145.gif&w=600&h=915

ΠΑΡΑΜΥΘΙΑΚΟΣ ΤΥΠΟΣ AT/ATU 569

Σελ. 145
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/146.gif&w=600&h=915 01 - 0002.htm

ΛΕΥΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

Σελ. 146
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/147.gif&w=600&h=915

ΠΑΡΑΜΥΘΙΑΚΟΣ ΤΥΠΟΣ AT/ATU 569

Το μαγικό ραβδί

AT: The Knapsack, the Hat and the Horn

ATU: The Knapsack, the Hat and the Horn

Delarue-Tenèze : La giberne, le chapeau et la trompe

Grimm no 54: Der Ranzen, das Hütlein und das Hörnlein

Eberhard - Boratav no 169 III (4-13)_

To παραμύθι του μάντη

Μια φορά είχε μια γριά κι είχε ένα γιο κι ήταν μάντης. Ήξερε όμως να παίζει και λίγο το βιολί. Τον προσκάλεσαν μια φορά να πάει σ' ένα γάμο να παίξει βιολί και δεν ήθελε να πάει. Η μάνα του τον εβίαζε να πάει, ίσως και μαζέψει πέντ' έξι ριάλια (λεφτά), ν' αγοράσουν αλεύρι. Ο γιος δεν ήθελε, αλλά ύστερ' από κάμποση ώρα εκαλοσύνεψε κι είπε της μάνας του να του κάμει εφτά πίτες στο δισάκι και θα πάει. Εφανήκανε πολλές οι πίτες στη μάνα του και πάλε τον ερώτησε: «Εφτά πίτες να σου κάμω, γιε μου;» «Ναι, εφτά πίτες», της λέει. Η γριά έκαμε τις πίτες που της ζήτησε ο γιος της. Τότες σαμαρώνει τούτος τη γαϊδούρα του, βάνει πάνω το δισάκι με τις πίτες μέσα, καβαλικεύει, παίρνει το βιολί του και πάει να κάμει το γάμο στο χωριό που τον καλέσανε.

Πηγαίνοντας επείνασε κι έφαε τη μια πίτα. Έπειτα, σε κάμποσο δρόμο, έφαε και την άλλη και λίγο-λίγο έφαε και τις έξι και του 'μείνε η μία. «Ας κοιτάξω», λέει, «αν φαίνεται χωριό, για να φάω και την άλλη». Έβαλε αντήλιο με τα χέρια του και του φάνηκε πως είδ' ένα χωρό. Τότε πήδησε από το ζώ' του, κατέβηκε κάτω, έκατσε διπλοπόδι κι έφαε και την άλλη πίτα. Υστερα πάλι εκαβαλίκεψε σιγά-σιγά κι έφτασε τη στράτα του χωριού. Ήβρε ένα δίστρατο, αλλά εκεί έχασε τη στράτα κι έπιασε μιαν άλλη. Ήβρε λοιπόν ένα μεγάλο σπήλαιο κι εκεί εκατέβηκε.

Το σπήλαιο ήταν κατοικία μιανού μεγάλου δράκου. Είχε μέσα ένα τραπέζι κι ένα πεύκι στρωμένο πάνω στο τραπέζι. «Ήβραμε το ραχάτι μας», είπε ο μάντης κι εκαλοκάθισε. «Να 'χα και λίγο ψωμί, τι καλά που θα 'ταν!», είπε κι έψαχνε να βρει.

Ενύχτωσ' ο Θεός κι ύστερ' από λίγη ώρα ακούει μια φωνή σα μουγκρισιά. «Παναγιά μου, τι κακό 'ναι τούτο!», είπε ο μάντης κι ευτύς ετρύπωσε κάτω

Σελ. 147
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/148.gif&w=600&h=915

από το τραπέζι. Ο δράκος εμπήκε μέσα στο σπήλαιο κι ήταν αποσταμένος. Έκατσε λίγη ώρα κι ύστερα έπιασε το τάσι του (κύπελλο) και λέει: «Τάσι μου, ασημοτάσι μου, φέρε μου πενήντα λογιώ φαγιά να φάω, γιατ' είμαι πεινασμένος». Το τάσι έβγαλε φαγιά κι ο αφέντης του έτρωε. «Φέρε μου και νερό!» Και το τάσι έβγαλε και νερό κι ήπιε, που εδίψα. Σαν απόφαε ο δράκος, έβαλε το τάσι σε μια γωνιά κι έπεσε κι αποκοιμήθη. Το πρωί σηκώνεται ο δράκος κι εχάθη μέσα στο ρουμάνι.

Ο μάντης από τη νύχτα δεν είχε κοιμηθεί από το φόβο του" ξετρυπώνει από την τάβλα, που ήταν από κάτω, και πιάνει το τάσι. «Καλό πράμα είναι τούτο», λέει και προστάζει το τάσι να του βγάλει φαί να φάει. Σαν έφαε κι εχόρτασε, ζήτησε και νερό. «Ας γυρίσω πίσω», λέει τότες ο μάντης, «κι έκαμα την τύχη μου».

Στη στράτα ήβρε ένα δερβίση και τον εχαιρέτησε. «Ώρα καλή, δερβίση-παπά». Ο δερβίσης του ζήτησε λίγο ψωμί. «Κάτσε», του λέει ο μάντης, «δερβίση-παπά, να φάμε κείνο που θα πέψει ο Θεός». Ο δερβίσης έκατσε διπλοπόδι κι ο μάντης έβγαλε το τάσι από τον κόρφο του κι είπε: «Τάσι μου, ασημοτάσι μου, φέρε μας φαγιά να φάμε με το φίλο μου το δερβίση!» Το τάσι έφερε φαγιά κι ο μάντης με το δερβίση ετρώγανε. Σαν αποφάγανε, εζήτησε και νερό και το τάσι έβγαλε και νερό και ήπιανε. «Καλό πράμα είναι τούτο», είπε ο δερβίσης με το νου του κι είπε στο μάντη να κάμουν αλλαξιά με τη σπάθα του. «Και τι ωφέλεια κάνει η σπάθα σου;» είπε ο μάντης στο δερβίση. «Όπου τη στείλεις, πάει και κόβει», είπε ο δερβίσης. «Αν θέλεις, δοκίμασέ την πάνω σε κείνο το κοπάδι τα βόδια». «Ας δούμε», είπε ο μάντης. Ο δερβίσης τότε είπε: «Σπάθα μου, κόψε όλο εκείνο το κοπάδι που βλέπω». Η σπάθα ευτύς, μια πάνω μια κάτω, έσφαξε όλο το κοπάδι. Άρεσε στο μάντη η σπάθα κι έκαμε αλλαξιά με το δερβίση και του 'δωσε το τάσι.

Σαν έκαμαν κάμποσο δρόμο με το δερβίση, ο μάντης επείνασε. «Πες στο τάσι σου να μας δώσει φαΐ», λέει του δερβίση. «Τι σου χρωστώ;» του λέει ο δερβίσης. «Αν θέλεις φαΐ, δώσ' μου πίσω τη σπάθα μου και να σου δώσω να φας». «Δε μου χρωστάς τίποτες;» λέει ο μάντης και τότες προστάζει τη σπάθα του να κόψει το δερβίση. Η σπάθα ευτύς έκοψε το δερβίση και ο μάντης πήρε το τάσι του κι έδωκε δρόμο.

Στη στράτα που πήγαινε ήβρε έναν άλλο δερβίση. «Ώρα καλή, δερβίσηπαπά», του είπε ο μάντης. «Καλώς το φίλο», του λέει ο δερβίσης. «Έχεις λίγο ψωμί να μου δώσεις;» «Κάτσε, δερβίση-παπά», λέει ο μάντης, «κι έχει ο Θεός». Ο δερβίσης έκατσε κι ο μάντης κατέβηκε από τη γαϊδούρα κι έβγαλε το τάσι από τον κόρφο του. «Τάσι μ' ασημοτάσι μου, βγάλε τριάντα λογιώ φαΐ, να φάμε με το φίλο μου το δερβίση!» είπε ο μάντης και το τάσι έβγαλε φαγιά. Σαν εφάγανε καλά, εζήτησε και νερό και το τάσι έβγαλε και νερό και ήπιαν. «Καλό πράμα είναι τούτο», είπε ο δερβίσης με το νου του κι είπε στο μάντη να κάμουν αλλαξιά με το σαρίκι του. «Και τι ωφέλεια κάνει το σαρίκι

Σελ. 148
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/149.gif&w=600&h=915

σου;» είπε ο μάντης στο δερβίση. «Όποιος το φορέσει, γίνεται άφαντος», είπε ο δερβίσης κι ευτύς εφόρεσε το σαρίκι κι έγινε άφαντος. Άρεσε του μάντη το σαρίκι κι έκαμε αλλαξιά με το δερβίση. Πήρε το σαρίκι κι έδωκε το τάσι.

Σαν έκαμαν κάμποσο δρόμο ο μάντης επείνασε. «Πες στο τάσι σου», είπε στο δερβίση, «να βγάλει φαγιά να φάμε». «Τι σου χρωστώ;» του λέει ο δερβίσης. «Αν θέλεις φαί, δώσ' μου το σαρίκι μου, να σου δώσω να φας». «Δε μου χρωστάς τίποτες;» του λέει ο μάντης κι ευτύς έβγαλε τη σπάθα. «Σπάθα, καλοσπάθα μου, κόψε το δερβίση». Η σπάθα ευτύς έκοψε το δερβίση κι ο μάντης πήρε το τάσι του κι έδωκε δρόμο.

Μετά κάμποσον τόπο ήβρε κι άλλον δερβίση. «Ώρα καλή, δερβίση-παπά», του είπε ο μάντης. «Καλώς το φίλο», του λέει ο δερβίσης. «Έχεις λίγο ψωμί να μου δώσεις;» «Κάτσε, δερβίση-παπά», λέει ο μάντης, «κι έχει ο Θεός». Ο δερβίσης έκατσε κι ο μάντης έβγαλε το τάσι από τον κόρφο του. «Τάσι μ' ασημοτάσι μου», λέει, «βγάλε τριάντα λογιώ φαΐ, να φάμε με το φίλο μου το δερβίση!» Το τάσι έβγαλε φαγιά κι ετρώγανε. Σαν αποφάγανε, εζήτησε ο μάντης και το τάσι έβγαλε και νερό κι ήπιανε. «Καλό πράμα είναι τούτο», είπε ο δερβίσης με το νου του κι είπε στο μάντη να κάνουν αλλαξιά με τη φλογέρα του. «Και τι ωφέλεια κάνει η φλογέρα σου;» είπε ο μάντης. «Στους σκοτωμένους, όταν την παίξεις, ζωντανεύουν», είπε ο δερβίσης, «κι αν θέλεις, να το δοκιμάσουμε στη γαϊδούρα». Ο μάντης έσφαξε τη γαϊδούρα, ο δερβίσης έπαιξε τη φλογέρα κι η γαϊδούρα ζωντάνεψε.

Σαν έκαμαν κάμποσο δρόμο με το δερβίση, ο μάντης επείνασε. Λέει του φίλου του: «Πες στο τάσι σου να βγάλει φαγιά, να φάμε». «Και τι σου χρωστώ;» του λέει ο δερβίσης. «Δώσ' μου τη φλογέρα μου, να σου δώσω να φας». «Δε μου χρωστάς τίποτες;» του λέει ο μάντης με θυμό και βγάνει τη σπάθα του. «Σπάθα μου, καλοσπάθα μου, κόψε το δερβίση», λέει κι ο δερβίσης έμεινε ευτύς κορμί κολοβό. Η σπάθα τον έσφαξε κι ο μάντης πήρε το τάσι κι έδωκε δρόμο.

Ας μην τα πολυλογούμε, ο μάντης έφτασε στο σπίτι του, ήταν βασίλεμα ήλιου. Η μάνα του, σαν τον είδε κι έφτασε, «Καλώς όρισες», του λέει, «έπιασες κάμποσους παράδες από το γάμο;» «Δεν επήγα στο γάμο», της λέει ο μάντης. «Έχε την κατάρα μου», του λέει η μάνα του, «απόψε θα πέσουμε νηστικοί». «Μην έχεις για τούτο καμιά έγνοια», της λέει, «και τα φαγιά μας είναι έτοιμα». Η μάνα του έμεινε εκστατική στα λόγια τούτα κι εθάρρεψε πως ο γιος της τρελάθηκε. Ο μάντης, σαν ησύχασε λίγο από το δρόμο, εφώναξε της μάνας του και την έβαλε να κάτσει κοντά του, και τότες έβγαλε το τάσι από τον κόρφο του και λέει: «Τάσι μ' ασημοτάσι μου, βγάλε πενήντα λογιώ φαγιά, να φάμε με τη μάνα μου». Το τάσι έκαμε καθώς του 'πε ο αφέντης του κι εφάγανε κι ήπιανε με τη μάνα του. Τούτο γινόταν κάθε μέρα κι η γριά έβρηκε την ησυχία της.

Υστερα από πολύ λίγο καιρό, τ' όνομα του τασιού πήγε στ' αφτιά του βα-

Σελ. 149
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/150.gif&w=600&h=915

βασιλιά κι εμήνυσε του μάνη να πάει στο παλάτι του. Η μάνα του, σαν τ' άκουσε, τον εμπόδισε να πάρει το τάσι μαζί του. «Θε να σου το πάρει», του λέει, «και θε να χάσουμε το ψωμί μας». Ο βασιλιάς εκαλόειδε το μάντη και τον ρώτησε για το τάσι. Κείνος δεν αρνήθηκε ότι έχει ένα τέτοιο πράμα, και του το 'δειξε. Τότες ο βασιλιάς επρόσταξε να φέρουν τραπέζι και να βάλουν του μάντη να φάει και να πιει. Ο μάντης σαν έτρωε κι έπινε, μέθυσε και του 'ρθε νύστα. Ο βασιλιάς, σαν εκατάλαβε πως μέθυσε ο μάντης, πήγε και του λέει: «Αλλάζουμε το τάσι με το δικό μου κύπελλο;» «Δεν αλλάζω», του λέει ο μάντης, «όσο κι αν ήταν μεθυσμένος. Μα ύστερα ο μάντης αποκοιμήθηκε, όπως καθόταν, κι ο βασιλιάς επρόσταξε τους δούλους του και τον επήγαν σηκωτό στο σπίτι του κι εκράτησε το τάσι του μάντη και του 'δωκε ένα άλλο.

Το πρωί σηκώνετ' ο μάντης κι ήταν ακόμα άρρωστος από το πιοτό. Εζήτησ' η όρεξή του μια λεμονάδα να πιει κι είπε στο τάσι: «Τάσι μ' ασημοτάσι μου, δώσ' μου μια λεμονάδα να πιω». Το τάσι τίποτες. «Φέρε μου έναν καφέ», το τάσι τίποτες. Τότες του λέει η μάνα του: «Δε σου' πα να μην πας στου βασιλιά, και θενά σου πάρει το τάσι; Εσύ δε μ' άκουσες. Να που σου το πήρε!» «Έννοια σου», της λέει, «μάνα, και θα πάω να το φέρω». Σηκώνεται ο μάντης και πηγαίνει στου βασιλιά και ζητά το τάσι. Οι δούλοι του βασιλιά κι η βάρδια που φύλαε το παλάτι τον έδιωξαν. Τότες βγάνει τη σπάθα του και της λέει: «Σπάθα μου, καλοσπάθα μου, κόψε τούτους όλους». Η σπάθα, μια πάνω μια κάτω, έσφαξε και τη βάρδια και τους δούλους. Τότες επήγε μπρος στο βασιλιά και του λέει: «Κοίτα να μου δώσεις το τάσι μου, γιατί θα προστάξω τη σπάθα μου να σε κόψει». Τότες ο βασιλιάς εφοβήθηκε κι έδειξε του μάντη το τάσι, που ήταν μέσα σ' ένα αρμάρι, και το πήρε ο μάντης. Τότες λέει του βασιλιά: «Τι μου δίνεις, ν'αναστήσω όλους τούτους τους σκοτωμένους;» «Σου δίνω ένα μιλιούνι ριάλια», του λέει ο βασιλιάς. Τότες ο μάντης έπαιξε τον αυλό του μέσα στ' αυτί μιανού κι αναστήθηκε. «Φέρε μου τους παράδες», του λέει ο μάντης, «να τους αναστήσω όλους». «Τι να κάμεις τους παράδες εσύ», του λέει ο βασιλιάς, «σαν έχεις τόση αξιότη; Να σου δώσω την κόρη μου και να σε κάμω γαμπρό μου;» Ο μάντης εδέχτηκε το λόγο του βασιλιά μ'ευχαρίστηση κι εστεφανώθηκε την κόρη του βασιλιά κι έκαμαν σαράντα μέρες και σαράντα νύχτες γάμο κι αφήκα τον κι εγώ εκεί καλά κι ήρτα!

Δ. Λουκάτος, Νεοελληνικά λαογραφικά κείμενα, Αθήνα, 1957, σ. 121-125 (Αθ. Σακελλάριος, Τα Κυπριακά Β', Αθήνα 1891, σ. 340-345). Η κυπριακή αυτή παραλλαγή αποτελεί συμφυρμό των τύπων AT/ATU 569 και AT/ATU 563.

Σελ. 150
Φόρμα αναζήτησης
Αναζήτηση λέξεων και φράσεων εντός του βιβλίου: Επεξεργασία παραμυθιακών τύπων και παραλλαγών AT 560-599
Αποτελέσματα αναζήτησης
    Ψηφιοποιημένα βιβλία
    Σελίδα: 131
    

    ΠΑΡΑΜΥΘΙΑΚΟΣ ΤΥΠΟΣ AT/ATU 567 + AT /ATU 567A

    Τα τρία αδέρφια, το μαγικό πουλί και η κλέφτρα βασιλοπούλα

    AT 567: The Magic Bird-Heart

    AT 567 A: The Magic Bird-Heart and the Separated Brothers ATU 567: The Magic Bird-Heart

    ATU 567 A: The Magic Bird-Heart and the Separated Brothers

    Delarue Tenèze 567: Le cœur de l'oiseau merveilleux

    Grimm no 60: Die zwei Brüder και no 122: Der Krautesel_

    Η κότα που έκανε χρυσά αυγά

    Μια φορά κι έναν καιρό ήτανε δυο αδέρφια, το ένα πλούσιο και τ' άλλο φτωχό. Μια μέρα ο φτωχός επήγε να βρει την τύχη του. Πήγαινε, πήγαινε, ώσπου μπήκε σε ένα δάσος που δεν είχε ούτε αρχή ούτε τέλος. Όταν νύχτωσε βλέπει πολύ μακριά ένα φως και όταν ήφταξε κοντά θωρεί έναν μεγάλο πύργο και μια γυναίκα να ανάβει το φούρνο και, όση ώρα άναβαν τα ξύλα στο φούρνο, είχε δίπλα τη σκάφη και έπλενε ρούχα. Μόλις εσίμωσε κοντά και τον είδε, του λέει: «Ξέρω ποιος είσαι και τι ζητάς. Εγώ είμαι η τύχη του αδερφού σου και εσένα είναι στην απάνω μεριά του πύργου και κοιμάται. Αν μπορέσεις όμως τώρα που κοιμάται να πάρεις μια κότα, που την έχει σ' ένα χρυσό κλουβί, θα σωθείς, γιατί κάνει ένα χρυσό αυγό κάθε μέρα».

    Κατάφερε να βγει και να την πάρει χωρίς να την ξυπνήσει, ευχαρίστησε τη μοίρα του αδερφού ντου και έφυγε για το σπίτι του, που είχε τρία αγόρια πολύ μικρά. Από αυτή την ημέρα άρχισε καινούρια ζωή, ήμαθε γράμματα στα παιδιά ντου, τους έχτισε σπίτι και τονέ ζήλευε κι ο πλούσιος ακόμα αδερφός του. Ήτανε όμως άτυχος, γιατί πέθανε γρήγορα και παντρεύτηκε η γυναίκα του ένα σκληρό και κακό άνθρωπο, που τυραννούσε τα παιδιά και τη γυναίκα του. Ήσφαξε ακόμα και την κότα που έκανε το χρυσό αυγό. Η κακομοίρα η γυναίκα την καθάρισε, την έψησε και την είχε στη ντουλάπα το μεσημέρι έτοιμη. Όντεν ήρθε ο πρώτος γιος τση έφαγε την γκεφαλή τση κότας, ο δεύτερος την καρδιά κι ο τρίτος το σκώτι. Όντεν ήφταξε ο άντρας τση και δεν τα βρήκε τα τρία, την γκεφαλή, το σκώτι και την καρδιά, ήδιωξε από το σπίτι τα παιδιά. Εφύγανε λοιπόν αυτά, κι όταν εφτάξανε σ' έναν τόπο που χωρίζανε τρία μονοπάτια και καθίσανε για να φάνε, είπε ο μεγάλος πως ένιωθε πως ήτανε σοφός,