Συγγραφέας:Αγγελοπούλου, Άννα
 
Καπλάνογλου, Μαριάνθη
 
Κατρινάκη, Εμμανουέλα
 
Τίτλος:Επεξεργασία παραμυθιακών τύπων και παραλλαγών AT 560-599
 
Τίτλος σειράς:Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας
 
Αριθμός σειράς:44
 
Τόπος έκδοσης:Αθήνα
 
Εκδότης:Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς
 
Έτος έκδοσης:2007
 
Σελίδες:519
 
Αριθμός τόμων:1 τόμος
 
Γλώσσα:Ελληνικά
 
Θέμα:Ελληνικά παραμύθια-Κατάλογος
 
Τοπική κάλυψη:Ελλάδα
 
Περίληψη:Στον πέμπτο αυτόν τόμο του Καταλόγου των Ελληνικών Παραμυθιών (βλ. και δημοσιεύματα ΙΑΕΝ αρ. 21, 26, 34 και 41) παρουσιάζεται η επεξεργασία του τελευταίου μέρους των μαγικών παραμυθιών (AT/ATU 300-749), που καλύπτει τους τύπους AT/ATU 560-649 (μαγικά αντικείμενα) και AT/ATU 650-699 (υπερφυσική δύναμη και γνώση).
 
Άδεια χρήσης:Αυτό το ψηφιοποιημένο βιβλίο του ΙΑΕΝ σε όλες του τις μορφές (PDF, GIF, HTML) χορηγείται με άδεια Creative Commons Attribution - NonCommercial (Αναφορά προέλευσης - Μη εμπορική χρήση) Greece 3.0
 
Το Βιβλίο σε PDF:Κατέβασμα αρχείου 10.44 Mb
 
Εμφανείς σελίδες: 145-164 από: 522
-20
Τρέχουσα Σελίδα:
+20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/145.gif&w=600&h=915

ΠΑΡΑΜΥΘΙΑΚΟΣ ΤΥΠΟΣ AT/ATU 569

Σελ. 145
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/146.gif&w=600&h=915 01 - 0002.htm

ΛΕΥΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

Σελ. 146
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/147.gif&w=600&h=915

ΠΑΡΑΜΥΘΙΑΚΟΣ ΤΥΠΟΣ AT/ATU 569

Το μαγικό ραβδί

AT: The Knapsack, the Hat and the Horn

ATU: The Knapsack, the Hat and the Horn

Delarue-Tenèze : La giberne, le chapeau et la trompe

Grimm no 54: Der Ranzen, das Hütlein und das Hörnlein

Eberhard - Boratav no 169 III (4-13)_

To παραμύθι του μάντη

Μια φορά είχε μια γριά κι είχε ένα γιο κι ήταν μάντης. Ήξερε όμως να παίζει και λίγο το βιολί. Τον προσκάλεσαν μια φορά να πάει σ' ένα γάμο να παίξει βιολί και δεν ήθελε να πάει. Η μάνα του τον εβίαζε να πάει, ίσως και μαζέψει πέντ' έξι ριάλια (λεφτά), ν' αγοράσουν αλεύρι. Ο γιος δεν ήθελε, αλλά ύστερ' από κάμποση ώρα εκαλοσύνεψε κι είπε της μάνας του να του κάμει εφτά πίτες στο δισάκι και θα πάει. Εφανήκανε πολλές οι πίτες στη μάνα του και πάλε τον ερώτησε: «Εφτά πίτες να σου κάμω, γιε μου;» «Ναι, εφτά πίτες», της λέει. Η γριά έκαμε τις πίτες που της ζήτησε ο γιος της. Τότες σαμαρώνει τούτος τη γαϊδούρα του, βάνει πάνω το δισάκι με τις πίτες μέσα, καβαλικεύει, παίρνει το βιολί του και πάει να κάμει το γάμο στο χωριό που τον καλέσανε.

Πηγαίνοντας επείνασε κι έφαε τη μια πίτα. Έπειτα, σε κάμποσο δρόμο, έφαε και την άλλη και λίγο-λίγο έφαε και τις έξι και του 'μείνε η μία. «Ας κοιτάξω», λέει, «αν φαίνεται χωριό, για να φάω και την άλλη». Έβαλε αντήλιο με τα χέρια του και του φάνηκε πως είδ' ένα χωρό. Τότε πήδησε από το ζώ' του, κατέβηκε κάτω, έκατσε διπλοπόδι κι έφαε και την άλλη πίτα. Υστερα πάλι εκαβαλίκεψε σιγά-σιγά κι έφτασε τη στράτα του χωριού. Ήβρε ένα δίστρατο, αλλά εκεί έχασε τη στράτα κι έπιασε μιαν άλλη. Ήβρε λοιπόν ένα μεγάλο σπήλαιο κι εκεί εκατέβηκε.

Το σπήλαιο ήταν κατοικία μιανού μεγάλου δράκου. Είχε μέσα ένα τραπέζι κι ένα πεύκι στρωμένο πάνω στο τραπέζι. «Ήβραμε το ραχάτι μας», είπε ο μάντης κι εκαλοκάθισε. «Να 'χα και λίγο ψωμί, τι καλά που θα 'ταν!», είπε κι έψαχνε να βρει.

Ενύχτωσ' ο Θεός κι ύστερ' από λίγη ώρα ακούει μια φωνή σα μουγκρισιά. «Παναγιά μου, τι κακό 'ναι τούτο!», είπε ο μάντης κι ευτύς ετρύπωσε κάτω

Σελ. 147
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/148.gif&w=600&h=915

από το τραπέζι. Ο δράκος εμπήκε μέσα στο σπήλαιο κι ήταν αποσταμένος. Έκατσε λίγη ώρα κι ύστερα έπιασε το τάσι του (κύπελλο) και λέει: «Τάσι μου, ασημοτάσι μου, φέρε μου πενήντα λογιώ φαγιά να φάω, γιατ' είμαι πεινασμένος». Το τάσι έβγαλε φαγιά κι ο αφέντης του έτρωε. «Φέρε μου και νερό!» Και το τάσι έβγαλε και νερό κι ήπιε, που εδίψα. Σαν απόφαε ο δράκος, έβαλε το τάσι σε μια γωνιά κι έπεσε κι αποκοιμήθη. Το πρωί σηκώνεται ο δράκος κι εχάθη μέσα στο ρουμάνι.

Ο μάντης από τη νύχτα δεν είχε κοιμηθεί από το φόβο του" ξετρυπώνει από την τάβλα, που ήταν από κάτω, και πιάνει το τάσι. «Καλό πράμα είναι τούτο», λέει και προστάζει το τάσι να του βγάλει φαί να φάει. Σαν έφαε κι εχόρτασε, ζήτησε και νερό. «Ας γυρίσω πίσω», λέει τότες ο μάντης, «κι έκαμα την τύχη μου».

Στη στράτα ήβρε ένα δερβίση και τον εχαιρέτησε. «Ώρα καλή, δερβίση-παπά». Ο δερβίσης του ζήτησε λίγο ψωμί. «Κάτσε», του λέει ο μάντης, «δερβίση-παπά, να φάμε κείνο που θα πέψει ο Θεός». Ο δερβίσης έκατσε διπλοπόδι κι ο μάντης έβγαλε το τάσι από τον κόρφο του κι είπε: «Τάσι μου, ασημοτάσι μου, φέρε μας φαγιά να φάμε με το φίλο μου το δερβίση!» Το τάσι έφερε φαγιά κι ο μάντης με το δερβίση ετρώγανε. Σαν αποφάγανε, εζήτησε και νερό και το τάσι έβγαλε και νερό και ήπιανε. «Καλό πράμα είναι τούτο», είπε ο δερβίσης με το νου του κι είπε στο μάντη να κάμουν αλλαξιά με τη σπάθα του. «Και τι ωφέλεια κάνει η σπάθα σου;» είπε ο μάντης στο δερβίση. «Όπου τη στείλεις, πάει και κόβει», είπε ο δερβίσης. «Αν θέλεις, δοκίμασέ την πάνω σε κείνο το κοπάδι τα βόδια». «Ας δούμε», είπε ο μάντης. Ο δερβίσης τότε είπε: «Σπάθα μου, κόψε όλο εκείνο το κοπάδι που βλέπω». Η σπάθα ευτύς, μια πάνω μια κάτω, έσφαξε όλο το κοπάδι. Άρεσε στο μάντη η σπάθα κι έκαμε αλλαξιά με το δερβίση και του 'δωσε το τάσι.

Σαν έκαμαν κάμποσο δρόμο με το δερβίση, ο μάντης επείνασε. «Πες στο τάσι σου να μας δώσει φαΐ», λέει του δερβίση. «Τι σου χρωστώ;» του λέει ο δερβίσης. «Αν θέλεις φαΐ, δώσ' μου πίσω τη σπάθα μου και να σου δώσω να φας». «Δε μου χρωστάς τίποτες;» λέει ο μάντης και τότες προστάζει τη σπάθα του να κόψει το δερβίση. Η σπάθα ευτύς έκοψε το δερβίση και ο μάντης πήρε το τάσι του κι έδωκε δρόμο.

Στη στράτα που πήγαινε ήβρε έναν άλλο δερβίση. «Ώρα καλή, δερβίσηπαπά», του είπε ο μάντης. «Καλώς το φίλο», του λέει ο δερβίσης. «Έχεις λίγο ψωμί να μου δώσεις;» «Κάτσε, δερβίση-παπά», λέει ο μάντης, «κι έχει ο Θεός». Ο δερβίσης έκατσε κι ο μάντης κατέβηκε από τη γαϊδούρα κι έβγαλε το τάσι από τον κόρφο του. «Τάσι μ' ασημοτάσι μου, βγάλε τριάντα λογιώ φαΐ, να φάμε με το φίλο μου το δερβίση!» είπε ο μάντης και το τάσι έβγαλε φαγιά. Σαν εφάγανε καλά, εζήτησε και νερό και το τάσι έβγαλε και νερό και ήπιαν. «Καλό πράμα είναι τούτο», είπε ο δερβίσης με το νου του κι είπε στο μάντη να κάμουν αλλαξιά με το σαρίκι του. «Και τι ωφέλεια κάνει το σαρίκι

Σελ. 148
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/149.gif&w=600&h=915

σου;» είπε ο μάντης στο δερβίση. «Όποιος το φορέσει, γίνεται άφαντος», είπε ο δερβίσης κι ευτύς εφόρεσε το σαρίκι κι έγινε άφαντος. Άρεσε του μάντη το σαρίκι κι έκαμε αλλαξιά με το δερβίση. Πήρε το σαρίκι κι έδωκε το τάσι.

Σαν έκαμαν κάμποσο δρόμο ο μάντης επείνασε. «Πες στο τάσι σου», είπε στο δερβίση, «να βγάλει φαγιά να φάμε». «Τι σου χρωστώ;» του λέει ο δερβίσης. «Αν θέλεις φαί, δώσ' μου το σαρίκι μου, να σου δώσω να φας». «Δε μου χρωστάς τίποτες;» του λέει ο μάντης κι ευτύς έβγαλε τη σπάθα. «Σπάθα, καλοσπάθα μου, κόψε το δερβίση». Η σπάθα ευτύς έκοψε το δερβίση κι ο μάντης πήρε το τάσι του κι έδωκε δρόμο.

Μετά κάμποσον τόπο ήβρε κι άλλον δερβίση. «Ώρα καλή, δερβίση-παπά», του είπε ο μάντης. «Καλώς το φίλο», του λέει ο δερβίσης. «Έχεις λίγο ψωμί να μου δώσεις;» «Κάτσε, δερβίση-παπά», λέει ο μάντης, «κι έχει ο Θεός». Ο δερβίσης έκατσε κι ο μάντης έβγαλε το τάσι από τον κόρφο του. «Τάσι μ' ασημοτάσι μου», λέει, «βγάλε τριάντα λογιώ φαΐ, να φάμε με το φίλο μου το δερβίση!» Το τάσι έβγαλε φαγιά κι ετρώγανε. Σαν αποφάγανε, εζήτησε ο μάντης και το τάσι έβγαλε και νερό κι ήπιανε. «Καλό πράμα είναι τούτο», είπε ο δερβίσης με το νου του κι είπε στο μάντη να κάνουν αλλαξιά με τη φλογέρα του. «Και τι ωφέλεια κάνει η φλογέρα σου;» είπε ο μάντης. «Στους σκοτωμένους, όταν την παίξεις, ζωντανεύουν», είπε ο δερβίσης, «κι αν θέλεις, να το δοκιμάσουμε στη γαϊδούρα». Ο μάντης έσφαξε τη γαϊδούρα, ο δερβίσης έπαιξε τη φλογέρα κι η γαϊδούρα ζωντάνεψε.

Σαν έκαμαν κάμποσο δρόμο με το δερβίση, ο μάντης επείνασε. Λέει του φίλου του: «Πες στο τάσι σου να βγάλει φαγιά, να φάμε». «Και τι σου χρωστώ;» του λέει ο δερβίσης. «Δώσ' μου τη φλογέρα μου, να σου δώσω να φας». «Δε μου χρωστάς τίποτες;» του λέει ο μάντης με θυμό και βγάνει τη σπάθα του. «Σπάθα μου, καλοσπάθα μου, κόψε το δερβίση», λέει κι ο δερβίσης έμεινε ευτύς κορμί κολοβό. Η σπάθα τον έσφαξε κι ο μάντης πήρε το τάσι κι έδωκε δρόμο.

Ας μην τα πολυλογούμε, ο μάντης έφτασε στο σπίτι του, ήταν βασίλεμα ήλιου. Η μάνα του, σαν τον είδε κι έφτασε, «Καλώς όρισες», του λέει, «έπιασες κάμποσους παράδες από το γάμο;» «Δεν επήγα στο γάμο», της λέει ο μάντης. «Έχε την κατάρα μου», του λέει η μάνα του, «απόψε θα πέσουμε νηστικοί». «Μην έχεις για τούτο καμιά έγνοια», της λέει, «και τα φαγιά μας είναι έτοιμα». Η μάνα του έμεινε εκστατική στα λόγια τούτα κι εθάρρεψε πως ο γιος της τρελάθηκε. Ο μάντης, σαν ησύχασε λίγο από το δρόμο, εφώναξε της μάνας του και την έβαλε να κάτσει κοντά του, και τότες έβγαλε το τάσι από τον κόρφο του και λέει: «Τάσι μ' ασημοτάσι μου, βγάλε πενήντα λογιώ φαγιά, να φάμε με τη μάνα μου». Το τάσι έκαμε καθώς του 'πε ο αφέντης του κι εφάγανε κι ήπιανε με τη μάνα του. Τούτο γινόταν κάθε μέρα κι η γριά έβρηκε την ησυχία της.

Υστερα από πολύ λίγο καιρό, τ' όνομα του τασιού πήγε στ' αφτιά του βα-

Σελ. 149
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/150.gif&w=600&h=915

βασιλιά κι εμήνυσε του μάνη να πάει στο παλάτι του. Η μάνα του, σαν τ' άκουσε, τον εμπόδισε να πάρει το τάσι μαζί του. «Θε να σου το πάρει», του λέει, «και θε να χάσουμε το ψωμί μας». Ο βασιλιάς εκαλόειδε το μάντη και τον ρώτησε για το τάσι. Κείνος δεν αρνήθηκε ότι έχει ένα τέτοιο πράμα, και του το 'δειξε. Τότες ο βασιλιάς επρόσταξε να φέρουν τραπέζι και να βάλουν του μάντη να φάει και να πιει. Ο μάντης σαν έτρωε κι έπινε, μέθυσε και του 'ρθε νύστα. Ο βασιλιάς, σαν εκατάλαβε πως μέθυσε ο μάντης, πήγε και του λέει: «Αλλάζουμε το τάσι με το δικό μου κύπελλο;» «Δεν αλλάζω», του λέει ο μάντης, «όσο κι αν ήταν μεθυσμένος. Μα ύστερα ο μάντης αποκοιμήθηκε, όπως καθόταν, κι ο βασιλιάς επρόσταξε τους δούλους του και τον επήγαν σηκωτό στο σπίτι του κι εκράτησε το τάσι του μάντη και του 'δωκε ένα άλλο.

Το πρωί σηκώνετ' ο μάντης κι ήταν ακόμα άρρωστος από το πιοτό. Εζήτησ' η όρεξή του μια λεμονάδα να πιει κι είπε στο τάσι: «Τάσι μ' ασημοτάσι μου, δώσ' μου μια λεμονάδα να πιω». Το τάσι τίποτες. «Φέρε μου έναν καφέ», το τάσι τίποτες. Τότες του λέει η μάνα του: «Δε σου' πα να μην πας στου βασιλιά, και θενά σου πάρει το τάσι; Εσύ δε μ' άκουσες. Να που σου το πήρε!» «Έννοια σου», της λέει, «μάνα, και θα πάω να το φέρω». Σηκώνεται ο μάντης και πηγαίνει στου βασιλιά και ζητά το τάσι. Οι δούλοι του βασιλιά κι η βάρδια που φύλαε το παλάτι τον έδιωξαν. Τότες βγάνει τη σπάθα του και της λέει: «Σπάθα μου, καλοσπάθα μου, κόψε τούτους όλους». Η σπάθα, μια πάνω μια κάτω, έσφαξε και τη βάρδια και τους δούλους. Τότες επήγε μπρος στο βασιλιά και του λέει: «Κοίτα να μου δώσεις το τάσι μου, γιατί θα προστάξω τη σπάθα μου να σε κόψει». Τότες ο βασιλιάς εφοβήθηκε κι έδειξε του μάντη το τάσι, που ήταν μέσα σ' ένα αρμάρι, και το πήρε ο μάντης. Τότες λέει του βασιλιά: «Τι μου δίνεις, ν'αναστήσω όλους τούτους τους σκοτωμένους;» «Σου δίνω ένα μιλιούνι ριάλια», του λέει ο βασιλιάς. Τότες ο μάντης έπαιξε τον αυλό του μέσα στ' αυτί μιανού κι αναστήθηκε. «Φέρε μου τους παράδες», του λέει ο μάντης, «να τους αναστήσω όλους». «Τι να κάμεις τους παράδες εσύ», του λέει ο βασιλιάς, «σαν έχεις τόση αξιότη; Να σου δώσω την κόρη μου και να σε κάμω γαμπρό μου;» Ο μάντης εδέχτηκε το λόγο του βασιλιά μ'ευχαρίστηση κι εστεφανώθηκε την κόρη του βασιλιά κι έκαμαν σαράντα μέρες και σαράντα νύχτες γάμο κι αφήκα τον κι εγώ εκεί καλά κι ήρτα!

Δ. Λουκάτος, Νεοελληνικά λαογραφικά κείμενα, Αθήνα, 1957, σ. 121-125 (Αθ. Σακελλάριος, Τα Κυπριακά Β', Αθήνα 1891, σ. 340-345). Η κυπριακή αυτή παραλλαγή αποτελεί συμφυρμό των τύπων AT/ATU 569 και AT/ATU 563.

Σελ. 150
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/151.gif&w=600&h=915

ΣΥΝΘΕΤΙΚΗ ΠΑΡΑΛΛΑΓΗ

I. Η απόχτηση κι η ανταλλαγή των μαγικών αντικειμένων

α: Ο ήρωας αποκτά μαγικά αντικείμενα' α1: ένα αντικείμενο (χερόμυλο, δαχτυλίδι, άλλο) που του δίνει όσα φαγητά επιθυμεί' α2: ένα αντικείμενο (κουτί, δαχτυλίδι, άλλο), από το οποίο βγαίνει ένας αράπης που εκτελεί κάθε του επιθυμία' α3: το μαγικό αντικείμενο ο ήρωας το παίρνει από' α4: έναν φιδοπατέρα (φιδομάνα), γιατί έκανε καλό στο φιδάκι" α5: έναν δράκο' α6: άλλο.

β: Ο ήρωας ανταλλάσσει το μαγικό αντικείμενο με κάποιο άλλο' β1: με ένα όπλο (μαχαίρι, σπαθί, ραβδί, άλλο)' β2: με το οποίο ξαναπαίρνει πίσω και αυτό που έδωσε' β3: σκοτώνοντας τον κάτοχό του' β4: με ένα μπουκαλάκι (άλλο) με το οποίο ανασταίνονται οι πεθαμένοι' β5: άλλο.

II. Ο ήρωας και ο βασιλιάς

α: Ο βασιλιάς ζηλεύει τον ήρωα' α1: και προσπαθεί να του πάρει τα μαγικά αντικείμενα' α2: του κάνει πόλεμο' α3: ο ήρωας νικάει το βασιλιά.

β: Ο βασιλιάς αναγνωρίζει την αξία του' β1: κι ο ήρωας παντρεύεται τη βασιλοπούλα' β2: άλλο.

ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΠΑΡΑΛΛΑΓΩΝ

ΗΠΕΙΡΟΣ

1. ΛΑ 1295 (ΣΜ 125), 330-332, Ζαγόρια, «Τα δύο αδέρφια». I: α, α1 (δαχτυλίδι), α3, α6 (από το διάβολο, όπου τον έχει στείλει ο αδελφός του), β, β1 (μπαστούνι), β2, β3 (έναν γέρο). Καλεί σε γεύμα τον αδερφό του και τον σκοτώνει με το μπαστούνι.

2. Hahn 1, 131-140, αρ. 15, Δωδώνη, «Von dem Prinzen und der Schwanenjungfrau» (Pio, 76-79, «To βασλόπουλο κ' η ξωθκιά», Rretschmer, NM, 287-296, αρ. 61, «Von dem Prinzen und der Schwanenjungfrau»). Συμφυρμός με AT/ATU 936* (The Golden Mountain) και AT/ATU 400 (Η νεράιδα), βλ. παρ. αρ. 10. Από το AT/ATU 569 μόνο το μοτίβο του μαγικού ραβδιού, με το οποίο ο ήρωας σκοτώνει τους αδελφούς της ξωτικιάς γυναίκας του.

Σελ. 151
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/152.gif&w=600&h=915

ΝΗΣΙΑ ΤΟΥ ΑΙΓΑΙΟΥ

α. Νησιά Ανατολικού Αιγαίου

3. Λεσβιακά Φύλλα Α', 1928, 78-84, Λέσβος, «Του τσιρέλλι». I: Ο φτωχός ήρωας παντρεύεται τη βασιλοπούλα χωρίς την έγκριση του πατέρα της, κι αυτός τους διώχνει. Φεύγοντας ο ήρωας για να βρει λεφτά μπαίνει σε έρημο πύργο, α, α1 (έναν πολυέλαιο), β (κι εκτελεί κάθε επιθυμία του), β1 (σπαθί, τρομπέτα και μαγκούρα), β2, β3 (τους δράκους που του τα έδωσαν). II: α, α1, α3, β.

β. Εύβοια-Σποράδες

4. ΙΛ 758, 301-316, Αλόννησος, άτιτλο. Η αρχή όπως AT/ATU 560: Ο ήρωας ανταλλάσσει το νήμα που του έδωσε η μάνα του, για να το πουλήσει, με έναν σκύλο, μια γάτα κι ένα φίδι. Η συν. όπως AT/ATU 569: Ι: α, α2, α3, α4, β, β1 (μαχαίρι), β2, β3, β5 (το ίδιο κάνει και με αυτόν που έχει ένα άλογο που σε πηγαίνει παντού). Κάνοντας τα ζητήματα του βασιλιά (να ισιώσει το βουνό και τους δρόμους, να φτιάξει κρυστάλλινο παλάτι) παντρεύεται τη βασιλοπούλα, α (άλλο βασιλόπουλο, που θέλει τη βασιλοπούλα δική του), α2, α3. Η συν. όπως AT/ATU 560.

γ. Κυκλάδες

5. ΙΛ 548, 210-244, Απείρανθος Νάξου, «Το χερομυλάκι». Ι: α, α2 (χερομυλάκι), α1, α3, α4 (που είναι στην πραγματικότητα μια κοπέλα μεταμορφωμένη), β, β1, β2, β3, β5 (το ανταλλάσσει ξανά με μια ταμπακέρα απ' όπου βγαίνουν διάβολοι που εκτελούν κάθε του επιθυμία), β2, β3. Στη συνέχεια ο ήρωας ζητά σε γάμο τη βασιλοπούλα. Τα ζητήματα του βασιλιά: να φτιάξει δρόμο με μάλαμα κι ασήμι, να κάνει το βουνό θάλασσα (τα κάνουν ο ι διάβολοι), να θρέψει το στρατό ένα χρόνο (με το χερομυλάκι), να νικήσει τον εχθρικό στρατό (με το σπαθί τους σκοτώνει). Ο βασιλιάς του ζητά να ξαναζωντανέψει τους γιους του νικημένου βασιλιά, αλλά το παιδί τοποθετεί τα κεφάλια τους ανάποδα. Μια γριά του κλέβει το χερομυλάκι και ανασταίνει τα βασιλόπουλα, ενώ το παιδί κι η βασιλοπούλα μεταφέρονται στο παλάτι των βασιλόπουλων. Σκοτώνουν το παιδί και το θάβουν. Από το αίμα του φυτρώνουν τρία κυπαρίσσια, που αγκυλώνουν τα βασιλόπουλα αλλά χαϊδεύουν τη βασιλοπούλα. Μια άλλη γριά παίρνει ένα ξύλο, το ρίχνει στο γιαλό και από μέσα πετάγεται ένα πουλάκι, που παίρνει το χερομυλάκι και ζητά να γίνει όπως πριν αυτός κι η βασιλοπούλα. Σκοτώνει τα τρία βασιλόπουλα με το σπαθί.

Σελ. 152
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/153.gif&w=600&h=915

ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΣ

6. ΛΑ 1282 (ΣΜ 112), 75-77, Κυπαρισσία, άτιτλο. I: α, α2 (χρυσό κουτί), α3, α4, β (με έναν δράκο), β1 (σπαθί), β2, β3). II: μια μάγισσα του παίρνει το κουτί και το σπαθί και χτίζει πύργο στη θάλασσα (πβ. AT/ATU 560). Ατελές.

7. ΛΦ 1670, 10-16, Γύθειο, «Το μαγικό δαχτυλίδι». Η αρχή όπως AT/ATU 735 (Οδοιπορία προς την Τύχη), βλ. παρ. αρ. 8. Η συν. όπως AT/ATU 569: Ι: α, α1 (δαχτυλίδι), α3, α6 (από την τύχη του), β, β1 (τη γκλίτσα ενός τσοπάνου και το τσιμπούκι ενός αράπη), β2, β5 (με τα αντικείμενα αυτά αποκτά στρατό στις διαταγές του). II: α, α1, α2, α3, β2 (ο ήρωας γίνεται βασιλιάς).

8. Λάσκαρης, 280-282, Λάστα Γορτυνίας, άτιτλο. Ι: α (που τον αγαπά η βασιλοπούλα, παρά την αντίρρηση του πατέρα της), α1, α3, α6 (από το στοιχειό, που το διασκέδασε με τη λύρα του), β, β1, β5 (και με τη χρυσή τρίχα της λάμιας, που όταν την κουνά έρχεται στρατός). II: α, α1, α2, α3, β, β1, β2 (και γίνεται βασιλιάς).

ΜΙΚΡΑ ΑΣΙΑ- ΠΟΝΤΟΣ- ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑ

Καππαδοκία

9. ΚΜΣ, Φάκελος Καππαδοκία αρ. 357, 4722-4744, Φάρασα, «Το κουλατζόκκο». Η αρχή όπως AT/ATU 560, βλ. παρ. αρ. 33. Η συν. όπως AT/ATU 569. Ι: α, α1 (προβειά), α3, α4, β, β1 (ραβδί), β2, β3, β5 (ανταλλάσσει την προβειά με δαχτυλίδι, που όταν το χτυπάς στη γη και πεις: «αυτό το βουνό ας μετακινηθεί», αυτό και γίνεται), β3, β4 (κι ανασταίνει αυτούς που σκότωσε). Η συν. όπως AT/ATU 560, βλ. παρ. αρ. 33.

ΚΥΠΡΟΣ

10. Λαογραφία Κ', 1962, 321-328, Μακράσυκκα Αμμοχώστου, «Το μπασταρτίν». Συμφυρμός με AT *932, AT/ATU 936* και AT/ATU 400. Η αρχή όπως AT *932 (το παιδί που γεννήθηκε από ένα κρανίο έχει θαυμαστή ευφυΐα και ξέρει να ξεχωρίζει τα αληθινά διαμάντια από τα ψεύτικα. Η συν. όπως AT/ATU 936* (στέλνεται από τον έμπορο στο βουνό για να μαζέψει διαμάντια και αφήνεται εκεί). Η συν. όπωςΑΤ/ATU 400 (το παιδί γίνεται θετός γιος ενός δράκου. Στην απαγορευμένη κάμαρα βλέπει τρία περιστέρια νεράιδες να λούζονται. Παίρνει τα φτερά της μικρότερης και την αναγκάζει να τον παντρευτεί, και φεύγουν μαζί). Η συν. όπως

Σελ. 153
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/154.gif&w=600&h=915

AT/ATU 569: I: α, α1 (μήλο), α3, α5, β, β1 (ρόπαλο), β5 (και μετά ένα μαγικό σκούφο που τον κάνει αόρατο και ιπτάμενο πάπλωμα). Η συν. όπως AT/ATU 400 (με το πάπλωμα ξαναβρίσκει τη γυναίκα του που είχε φύγει στη χώρα των δράκων και γυρίζουν μαζί στο σπίτι του).

11. Σακελλάριος 2, 340-344. «Παραμύθι του μάντη» (Λουκάτος, 121-125, αρ. 17, Δροσίνης 2, 71-78, Καφαντάρης, Φιδόδεντρο, 420-425, αρ. 17). Συμφυρμός με AT/ATU 563. Η παραλλαγή που δημοσιεύεται εδώ.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΣΤΟΝ ΤΥΠΟ AT/ATU 569

Το παραμύθι αυτό είναι αρκετά διαδεδομένο στην Ευρώπη και λιγότερο στην Ασία. Η παλιότερη γνωστή ολοκληρωμένη παραλλαγή του βρίσκεται στο αρχαίο ινδικό βιβλίο για τις προηγούμενες ζωές του Βούδα (Jatakas), ενώ οι παλαιότερες ευρωπαϊκές παραλλαγές προέρχονται από τον 16ο αιώνα1. Η μορφή του παραμυθιού δεν είναι σταθερή και συχνά είναι δύσκολο να διαχωριστεί από άλλους κοντινούς τύπους.

Στην Ελλάδα έχουμε μόλις έντεκα παραλλαγές, οι περισσότερες από τις οποίες αποτελούν συμφυρμούς με άλλους τύπους, με τον AT/ATU 560 (Το μαγικό δαχτυλίδι), τον AT/ATU 735 (Οδοιπορία προς την τύχη), τους AT/ATU 400 (Η νεράιδα) και AT/ATU 936* (Το μαγικό βουνό) και τον AT/ATU 563 (Ο μαγικός μύλος).

Το περιεχόμενο αυτού του παραμυθιακού τύπου μοιάζει εντελώς αμοραλιστικό: ό ήρωας αποκτά μαγικά αντικείμενα που μπορούν να του εκπληρώσουν τις επιθυμίες του (συνήθως του παρέχουν τροφή), και τα οποία ανταλλάσσει με κάποιο φονικό αντικείμενο (σπαθί, μαχαίρι που κόβει όποιον το διατάξεις). Με τη βοήθεια του τελευταίου ξαναπαίρνει πίσω τα πρώτα σκοτώνοντας τον κάτοχο του σπαθιού. Αυτή η άπληστη και βίαιη συμπεριφορά του ήρωα έρχεται σε αντίθεση με την καλοσύνη που δείχνει στην αρχή του παραμυθιού, όταν σώζει ένα φιδάκι (και στην περίπτωση του συμφυρμού AT/ATU 560 + AT/ATU 569 ένα σκύλο και μια γάτα επίσης) κερδίζοντας την ευγνωμοσύνη του (ς) και τα μαγικά τους δώρα. Η αντίφαση αυτή δικαιολογείται σε κάποιες παραλλαγές από το γεγονός ότι ο ήρωας έχει φερθεί αρχικά καλά και στους ανθρώπους με τους οποίους ανταλλάσσει τα μαγικά αντικείμενα: τους έχει για παράδειγμα δώσει τροφή, χωρίς αντάλλαγμα, όπως στην παραλλαγή που δημοσιεύουμε, ενώ αυτοί στη συνέχεια του την αρνούνται. Σε κάποιες άλλες παραλλαγές η αντίφαση λύνεται αργότερα, καθώς ο ήρωας ανασταίνει τελικά όσους σκότωσε.

1. Jurjen van der Kooi, « Ranzen, Hütlein und Hörnlein (AT 569), Enzyklopädie des Märchens, Band 11, 2004, σ. 213-219.

Σελ. 154
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/155.gif&w=600&h=915

ΠΑΡΑΜΥΘΙΑΚΟΣ ΤΥΠΟΣ AT/ATU 570

Σελ. 155
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/156.gif&w=600&h=915 01 - 0002.htm

ΛΕΥΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

Σελ. 156
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/157.gif&w=600&h=915

ΠΑΡΑΜΥΘΙΑΚΟΣ ΤΥΠΟΣ AT/ATU 570

Ο βοσκός των λαγών

AT: The Rabbit-herd ATU: The Rabbit-herd

Delarue-Tenèze : Le troupeau de lapins, ou Le sac des vérités. Grimm no 165: Der Vogel Greif (σε συμφυρμό με τον AT 461) Eberhard - Boratav no 58 III (h), 182 III 1 (a), 182 V, 232 IV 3a

Ο μικρός ψαράς

Μια φορά ήτονε, λέει, μια χήρα και είχε ένα παιδί. Και το 'βαλε στο σκολειό. Το κοπέλι εβγήκε πολύ προκομμένο και εσπούδαξε. Και απείτις έμαθε αυτό τα γράμματα, δεν ηύρανε θέση να μπει, να βγάνει το ψωμί του, κι ήπαιρνε κάθε μέρα ένα καλαμάκι κι επήγαινε στο γιαλό κι εψάρευγε. Κι ήπιανε το κοπέλι κάθε μέρα ψάρια και τα πήγαινε και τα πούλιε κι ήπαιρνε παράδες κι εγόραζε ψωμί και το πήγαινε στο σπίτιν τους. Και μιαν ημέρα πάει στο γιαλό και πιάνει τρία ψαράκια όμορφα" και παίρνει και πάει τα στου βασιλιά το παλάτι ποκάτω κι εφώνιαζε: «Έδε ψάρια όμορφα και ψαράς μορφήτερος!» Κι ακούει τον η βασιλιοπούλα 'πό μέσα και λέει: «Ποίος είναι κεινοσά που φωνιάζει, έδε ψάρια όμορφα και ψαράς μορφήτερος; Για φωνιάξετέ του να βγει απάνω». Βγαίνει δα το κοπέλι απάνω, λέσιν του οι δούλες τση: «Πόσο θες, μωρέ, στο ψάρι, να μας το πουλήσεις;» Λέει: «Ας βγάλει η βασιλιοπούλα το κούκλωμά* τση, να δω τη μούρη τζη, να σασέ δώσω τα ψάρια και δε θέλω παράδες». Λέει η βασιλιοπούλα: «Να χαθείς από μπρος μου! Γιάδε άνθρωπος!» Συμαυλίζουν* τηνέ οι δούλες τση: «Βγάλε, βασιλιοπούλα μου, το κούκλωμά σου να σε δει, ντ' αυτό 'ναι κοπέλι και δεν κατέχει πράμα, να του πάρομε τα ψάρια». Συμαυλίζουν τηνέ, βγάνει το κούκλωμά τση και θωρεί το κοπέλι τη μούρη τση κι είχε μια χρουσήν ελιά. Γράφει το κοπέλι στο χαρτίν του πως έχει η βασιλιοπούλα στη μούρη μια χρουσήν ελιά. Πάει αργά το κοπέλι στο σπίτι, ρωτά το η μάνα του: «Είντα 'καμες, παιδί μου, το ψάρι που 'πιασες σήμερο;» Λέει: «Ήδωκά το βερεσέ' (δεν του 'καμ' η μάνα του πράμα).

Ταδεταχτέρου* πάει πάλι το κοπέλι στο γιαλό, εψάρευγε και πιάνει πάλι τρία ψάρια, όμορφα. Και παίρνει τα και πάει τα πάλι στο βασιλικό παλάτι 'πό κάτω κι εφώνιαζε: «Έδε ψάρια όμορφα και ψαράς μορφήτερος!» Ακούει τονέ

Σελ. 157
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/158.gif&w=600&h=915

πάλι η βασιλιοπούλα, λέει: «Ποίος είναι που φωνιάζει, έδε ψάρια όμορφα και ψαράς μορφήτερος; Φωνιάξετέ του να βγει απάνω». Μπαίνει το κοπέλι μέσα, λένε οι δούλες τση: «Πόσο θές, κοπέλι, στο ψάρι;» Λέει το κοπέλι: «Ας βγάλει η βασιλιοπούλα τα κομπιά τση να δω το μπέτη* τση, να σασέ δώσω το ψάρι». Ως τον ήκουσε η βασιλιοπούλα εμάνισε. Πιάνουν τηνέ πάλι οι δούλες τση, συμαυλίζουν τηνέ, βγάνει τα κομπιά τση, θωρεί το κοπέλι κι είχε τρεις χρυσές τρίχες στο μπέτη. Γράφει το κοπέλι πάλι στο χαρτί πως έχει η βασιλιοπούλα τρεις χρυσές τρίχες στο μπέτη. Πάει αργά στο σπίτι, ρωτά η μάνα του: «Είντα 'καμες, παιδί μου, το ψάρι που 'πιασες σήμερο;» «Ήδωκά το βερεσέ». «Ντα δε σου 'πα, δε θωρείς πως δεν έχομε ψωμί να φάμε, μόνο το 'δωνες βερεσέ;» Πιάνει τονέ, παίζει του κάμποσες κι από κει του λέει: «Άλλη μια φορά να μην το δώσεις βερεσέ, γιατί θα σε κοπανίσω».

Πάει πάλι ταδεχτέρου το κοπέλι στο γιαλό και πιάνει τρία ψαράκια όμορφα. Πάει στου βασιλιά το παλάτι πάλι ποκάτω, φωνιάζει το κοπέλι: «Έδε ψάρια όμορφα και ψαράς μορφήτερος!». Ακούει τον η βασιλιοπούλα, λέει: «Ποίος είναι που φωνιάζει, έδε ψάρια όμορφα και ψαράς μορφήτερος; Για φωνιάξετέ του να βγει απάνω!» Βγαίνει το κοπέλι απάνω, λέσιν του οι δούλες τση, λέει: «Πόσο θες, κοπέλι, να μασέ πουλήσεις τα ψάρια;» Λέει το κοπέλι: «Ας βγάλει η βασιλιοπούλα τα παπούτζα τση, να δω τα πόδια τση, να σασέ χαρίσω τα ψάρια». Εμάνισε πάλι η βασιλιοπούλα, πιάνουνε οι δούλες τση, συμαυλίζουν τηνέ, βγάνει τα παπούτσια τση, θωρεί το κοπέλι τα πόδια τση κι είχε ένα χρυσό κότσι στο δεξιό μπόδα. Γράφει το κοπέλι στο χαρτίν του πως έχει η βασιλιοπούλα ένα χρυσό κότσι στο δεξιό μπόδα. Παίρνει το κοπέλι, πάει αργά στο σπίτι, ρωτά τον η μάνα του: «Είντα 'καμες, παιδί μου, το ψάρι;» Λέει: «Ήδωκά το βερεσέ». «Που να σου λάχει άδικο, ντα αψαργάς δε σ' έδειρα να μην το δώσεις βερεσέ;» Πιάνει τονέ πάλι, παίζει του κάμποσες.

Σε κάμποσο καιρό βγάνει ο βασλιάς τελάλη στη χώρα, πως έχει η βασιλιοπούλα τρία σημάδια, κι όποιος βρει είντα σημάδια είναι, να πάει να το πει του βασιλιά, να παίρνει τη βασιλιοπούλα γυναίκαν του. Ακούει το το κοπέλι, παίρνει να πάει στου βασιλιά να του πει είντα σημάδια 'χει η βασιλιοπούλα. Θωρούν τον αυτές απού το παραθύρι, λένε: «Πάει το κοπέλι να το πει του βασιλιά, και δα μασέ κουτσοκεφαλίσει, μόνο να του φωνιάξομε να μπει μέσα, να του πλερώσομε το ψάρι». Φωνιάζουν αυτές του κοπελιού: «Ε, κοπέλι, έρχου να σου πούμε». Μπαίνει το κοπέλι μέσα, λέει: «Είντα με θέλετε;» Λέει: «Πόσο θες στο πρώτο ψάρι που μας επούλησες;» Λέει: «Πεντακόσα φλουριά». Δίδουν του τα πεντακόσα φλουριά, παίρνει τα το κοπέλι, πάει τα στση μάνας του, φκαιραίνει τα στην ποδιά τση, λέει: «Να, μητέρα μου, του πρώτου ψαριού τσι παράδες». Ταδεταχτέρου πάλι παίρνει το κοπέλι να πάει στου βασιλιά, θωρούν το πάλι 'πού το παραθύρι, φωνιάζουν του να μπει μέσα. Μπαίνει το κοπέλι μέσα, λέει: «Είντα με θέλετε;» Λέει: «Πόσο θες στο δεύτερο ψάρι που μας επούλησες;» Λέει: «Χίλια φλουριά». Παίρνει το κοπέλι τα χίλια φλουριά

Σελ. 158
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/159.gif&w=600&h=915

και πάει τση μάνας του, λέει: «Πάρε, μητέρα, του δεύτερου ψαριού τσι παράδες». Πάει πάλι στσι τρεις μέρες απάνω να το πει του βασιλιά, θωρούν τονέ αυτές πάλι 'πού το παραθύρι, φωνιάζουν του να μπει μέσα. Μπαίνει, λέει: «Πόσο θες, κοπέλι, στο ύστερο ψάρι που μου επούλησες;» Λέει: «Χίλια πεντακόσα φλουριά». Δίδουν του τα φλουριά, παίρνει τα το κοπέλι, πάει τα τση μάνας του, λέει: «Πάρε, μητέρα, και του ύστερου ψαριού τσι παράδες». Κι απόκειας παίρνει το κοπέλι και πάει στου βασιλιά και του λέει πως: «Έχει η θυγατέρα σου μιαν χρουσήν ελιά στη μούρη, τρεις χρυσές τρίχες στο μπέτη και ένα χρυσό κότσι στο δεξό μπόδα. Λέει του ο βασιλιάς: «Ντα, πώς το κατέχεις εσύ;» Λέει: «Απού τη μπολλή μου σπουδή το κατέχω».

Βασιλικός εδώ ορισμός δεν μπορεί να γυρίσει κι οπίσω, που 'χανε μιλημένα μ' έναν άλλο βασιλιά να γενούνε συμπεθέροι. Και μηνά του: «Νά 'ρθεις πόδε, γιατί ετσέ κι ετσέ, απατήθηκα κι ήβγαλα διαλαλημό πως έχει η θυγατέρα μου τρία σημάδια, κι όποιος τα βρει να τηνέ παίρνει γυναίκα, και ηύρηκε ένα κοπέλι είντα σημάδια είχενε και δεν μπορώ να γιαγύρ' οπίσω, γιατ' είναι βασιλικός ορισμός, και νά 'ρθεις να σκεφτούμε είντα λογιώ δα το διώξομε».

Πάει ο βασιλιάς, σμίγουνε κι ανεμαζώνει τη Δωδεκάδα του κι εσυμβουλευτήκανε να του πούνε να μαζώξει σε τρεις μέρες σαράντα λαγούς, να τσι βλέπει σαράντα μέρες, να κάμομε το γάμον του. Λένε του κοπελιού πως: «Ένα ζήτημα θα σου πούμε, κι αν το κάμεις, θα σου δώσομε τη βασιλιοπούλα, αλλιώς και δεν το κάμεις, θα σε κουτσοκεφαλίσομε». Λέει το κοπέλι: «Είντα ζήτημα 'ν' αυτό;» Λέει: «Να μαζώξεις σε τρεις μέρες σαράντα λαγούς, να τσι βλέπεις σαράντα μέρες, να τσι σφάξομε, να κάμομε το γάμο σου». Λέει: «Καλό ας είναι».

Πάει λέει τση μάνας του το κοπέλι: «Ετσέ-ετσέ μου 'πεν ο βασιλιάς, να μαζώξω σαράντα λαγούς σε τρεις μέρες, να τσι βλέπω σαράντα μέρες. Και πώς θα τσι μαζώξω 'γώ;» Λέει του η μάνα του, λέει: «Εγώ ήκουσα, παιδί μου, του κυρού σου και ήλεγε πως του παππού σου ο παππούς είχε ένα θιαμπόλι* και το 'παίζε, κι έχνος κι ητόνε εκειά κοντά πήγαινε ομπρός του, κι εχόρευγε, και είχενε και μια βέργα και την ήπεμπε κι επήγαινε και τ' ανεμάζωνε αμοναχή τση. Και μου 'πενε πως ητόνε σε εκειονέ το παραθύρι, μα δεν επήγα να ξανοίξω*. Για να πα ξανοίξομε δα;» Πάνε και ξανοίγουνε και βρίσκουν το θιαμπόλι και τη βέργα. Παίρνει το κοπέλι το θιαμπόλι και πάει στα όρη. Και δακέρνει* κι ήπαιζε το θιαμπόλι κι ανεμαζώνουντονε οι λαγοί κι επηαίνανε ομπρός του κι εχορεύγανε. Κι ανεμαζώνουνται σαράντα λαγοί. Και απείτις ανεμαζωχτήκανε σαράντα λαγοί, παίζει αυτός μια τση βέργας κι ανεμαζώνει τσι λαγούς ομπρός του και τσι κάνει 'να σωρό. Λαλεί τσι το κοπέλι, λέει: «Να μη δω 'γώ ανέ μερώσανε;» Θωρεί τσα ποπέρα μια μάντρα, λέει: «Να πάω θέλω 'γώ να τσι μαντρίσω, να δω ανέ μαντρίζουνε». Πάει τσι το κοπέλι, μαντρίζει τσι στη μάντρα. Ήβοσκέ τσι το κοπέλι κειδά, ώστε απού βράδιασε' κι απείτις εβράδιασε, τσι παίρνει να τσι πάει στη χώρα. Απέιτις τσι 'βαλε στη χώρα, εφώνιαζε αυτός:

Σελ. 159
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/160.gif&w=600&h=915

«Στη μπάντα να περάσουνε του βασιλιά οι λαγοί, να τσι πάω στο κονάκι». Πάει τσι το κοπέλι στο κονάκι και τσι μαντρίζει. Ήπαιρνέ τσι το κοπέλι κάθε μέρα και τσι πήγαινε όξω και τσι βόσκιζε, και καθ' αργά πάλι τσι πήγαινε και τσι μάντριζε. Πάνω στι τριάντα μέρες λέει ο ξένος βασιλιάς: «Να μη μπάω 'γώ να πολεμήσω, να του πάρω κεινουδά του κοπελιού κανένα λαγό, σε πεντέξε μέρες που θα τσι μετρήσ' ο βασιλιάς να ξελντίσουνε* 'πού το λογαριασμό, να τονέ κουτσοκεφαλίσει;» Βάνει αυτός χωριάτικα ρούχα και παίρνει κι ένα φλασκί κρασί και παίρνει και ψωμί σ' ένα βουργίδι* και παίρνει και γρόσσα και κάνει τον αδιάφορο, πως επέρνα από τον τόπο που 'βλεπε το κοπέλι τσι λαγούς. Πάει, χαιρετά το κοπέλι (το κοπέλι κάνει δα πως δεν τονέ γνωρίζει) και του λέει: «Και πού πας, κουμπάρε;» Λέει: «Επαέ ποπέρα σε τουτονέ το χωριό 'χω δυο τρεις εδικούς και πάω να τσι δω. Μόνο άιντε να μου πουλήσεις ένα λαγό». Λέει: «Δεν τσι δίδω 'γώ τσι λαγούς, γιατ' είναι του βασιλιά, ταχτέρου την άλλη μέρα που θα τσι μετρήσει, α δε βγούνε σωστά, θα με κουτσοκεφαλίσει». Λέει: «Μωρέ, δώ' μου ένα κι εγώ θα σου δώσω πεντακόσα φλουριά». «Για πεντακόσα φλουριά που θα μου δώσεις του λόγου σου δε χάνω 'γώ την κεφαλή μου. Δε σου τονέ δίδω». Λέει: «Δώσε μου τονε και χίλια φλουριά θα σου δώσω». Λέει: «Άιντε, να σου τονέ δώσω, να μου δώσεις τα χίλια φλουριά, μα να σταθείς να πυρώσω κείνο το δαχτυλίδι να σε βουλώσω* στο κούτελο». Λέει αυτός: «Να πονέσω θέλω, μα θα του πάρω το λαγό να ξιλντίσουνε 'πού το λογαριασμό, μα θα τονέ κουτσοκεφαλίσει ο βασιλιάς, και δεν μπειράζει». Πιάνει δ' αυτός το λαγό, σφάζει τονέ, και ψήνουν τονέ και τρών' τονέ και πίνουν και το κρασί. Κι απόκειας πυρώνει το δαχτυλίδι στη φωτιά και το κάνει ολιοκόκκινο και του το πατεί στο κούτελο, και του δίδει και τα χίλια φλουριά και κάνει πως θα πάει όθε* την μπάντα* κεινουδά του χωριού κι απόκει γιαγέρνει και πάει στη χώρα με τόση χαρά. Λέει αυτός του βασιλιά, λέει: «Δεν κάνει να μετρήσομε τσι λαγούς, τοτεσά μέρες που τσι βλέπει, μπα να 'χασε κανένα;» Λέει: «Ας είναι». Πάει αργά το κοπέλι τσι λαγούς, μετρούν τσι αυτοί, βγάνουν τσι τριανταεννιά. Λέει το κοπέλι: «Πώς να 'ν' αυτοί μόνον τριανταεννιά; Ντ' αυτοί 'σανε σωστοί. Για να τσι μετρήσω κι εγώ». Λέει τσι το κοπέλι: «Αραδιαστά να περνάτε. Στένεται το κοπέλι στη μια μπάντα, επερνούσαν αυτοί αραδιαστά και ήγγιζε 'νούς 'νούς στη γκεφαλή και τσι μετρά και τσι βγάνει σαράντα. Πάει το κοπέλι και τσι μαντρίζει πάλι.

Απάνω στσι τριανταέξε μέρες λέει και ο γιος κεινουδά του βασιλιά, λέει: «Να μην μπάω 'γώ να πολεμήσω να του πάρω κανένα λαγό, να ξιλντίσουνε 'πού το λογαριασμό, ταχτέρου την άλλη μέρα που θα τσι μετρήσ' ο βασιλιάς να μην είναι σωστοί, να τονέ κουτσοκεφαλίσει;» Βάνει κι αυτός σ' ένα φλασκί κρασί σ' ένα βουργίδι και παίρνει και ψωμί και βαίνει και γρόσσα. Και παίρνει και πάει, βρίσκει το κοπέλι. Κάνει δα το κοπέλι πως δεν τονέ γνωρίζει και του λέει: «Και πού πας, κουμπάρε;» Λέει: «Επαέ 'πό πίσω σε τουτονέ το χωριό έχω εδικούς και πάω να τσι δω. Μόνο, ανέ θες, άιντε να μου πουλήσεις ένα

Σελ. 160
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/161.gif&w=600&h=915

λαγό». «Δεν τσι πουλώ 'γώ τσι λαγούς, γιατί 'νιε του βασιλιά, κι ομπανέ θα τσι μετρήσει, κι ανέ λείπει κιανείς θα με κουτσοκεφαλίσει». «Μωρέ, άιντε να μου δώσεις ένα λαγό και χίλια φλουριά θα σου δώσω». «Δεν τσι δίδω 'γώ τσι λαγούς γιατ' είναι του βασιλιά, ομπανέ που θα τσι μετρήσει, ανέ λείπει ένας θα με κουτσοκεφαλίσει». Λέει: «Χίλια πεντακόσα φλουριά θα σου δώσω, να μου δώσεις ένα». «Δίδω σου τονε 'γώ, να μου δώσεις τα χίλια πεντακόσα φλουριά, μα να πυρώσω τουτονέ το δαχτυλίδι, να σταθείς να σε βουλώσω στο κούτελο». Λέ' αυτός: «Να πονέσω θέλω μια ολιά, μα θα του πάρω το λαγό, να ξιλντίσουνε 'πού το λογαριασμό και θα τονέ κουτσοκεφαλίσει ο βασιλιάς, και δεν πειράζει». Πιάνει το λαγό, σφάζει τονέ και ψήνει τονέ και τρών' τονέ και πίνουν και το κρασί. Κι απόκειας του δίδει τα χίλια πεντακόσα φλουριά και πυρώνει και το δαχτυλίδι και τονέ βουλώνει στο κούτελο. Κι απόκειας μισεύγει και κάνει πως θα πάρει δα όθε τη μπάντα του χωριού κι απόκει γιαγέρνει πάλι και μπαίνει στη χώρα μέσα.

Απείς εμίσεψε αυτός, παίζει πάλι το κοπέλι το θιαμπόλι και πάει ένας λαγός, γίνουνται πάλι σαράντα. Λέει αυτός αργά του βασιλιά, λέει: «Να μη μετρήσομε τσι λαγούς, τοτεσά μέρες που τσι βλέπει, να μην ήχασε κανένα;» Λέει: «Ας είναι». Πάει αργά το κοπέλι τσι λαγούς, λένε του κοπελιού, λένε: «Σωστοί 'νιε οι λαγοί;» Λέει: «Σωστοί». Λέει: «Για να τσι μετρήσομε». Μετρούν αυτοί τσι λαγούς, βγάνουν τσι τριανταεννιά. Λέει το κοπέλι, λέει: «Ντα οι λαγοί 'σανε σωστοί, πώς να τσι βγάνετε του λόγου σας μόνο τριανταεννιά; Για να τσι μετρήσω κι εγώ». Μετρά το κοπέλι τσι λαγούς, τσι βγάζει σωστούς. Δεν είχανε δα είντα του πούνε, παίρνει το κοπέλι και παέι και τσι μαντρίζει.

Απάνω στσι τριανταεννιά μέρες λέει κι ο ίδιος ο βασιλιάς, λέει: «Να μην πάω 'γώ να του πάρω κιανένα λαγό, ταχτέρου που δα τσι μετρήσομενα μην είναι σωστοί, να τονέ κουτσοκεφαλίσω;» Βάν' αυτός χωριάτικα ρούχα και παίρνει και ένα φλασκί κρασί και παίρνει δα και γρόσσα και τα βάνει σ' ένα βουργίδι και πάει και βρίσκει το κοπέλι εκειά που 'βοσκέ τσι λαγούς. Το κοπέλι δα κάνει τον αδιάφορο, πως δεν τονέ γνωρίζει, λέει: «Και πού πας, κουμπάρε;» Λέει: «Επαέ 'πό πέρα σε τουτουνέ το χωριό έχω εδικούς και πάω να τσι δω. Μόνο, ανέ θες, άιντε να μου πουλήσεις ένα λαγό». Λέει: «Δεν πουλώ 'γώ λαγούς, γαιτί 'νιε του βασιλιά, κι ομπανέ που θα τσι μετρήσει, ανέ λείπει κιανείς, θα με κουτσοκεφαλίσει». «Όχι, άντε να μου δώσεις ένα, και χίλια πεντακόσα φλουριά θα σου δώσω». «Δε δίδω 'γώ κιανένα, για χίλια πεντακόσα φλουριά θα χάσω 'γώ την κεφαλή μου;» Λέει: «Να σου δώσω δυο χιλιάδες, να μου δώσεις ένα». Λέει: «Δίδω σού τονε 'γώ το λαγό, να μου δώσεις τσι δυο χιλιάδες τα φλουριά, μα θα σταθείς να πυρώσω κειονέ το δαχτυλίδι, να σου το πατήσω στο κούτελο». Λέει ο βασιλιάς: «Να πονέσω θέλω, μα θα ξιλντίσουνε οι λαγοί, ταχτέρου που θα τσι μετρήσομε να μην είναι σωστοί, να τονέ κουτσοκεφαλίσω και δεν πειράζει». Παίρνει ο βασιλιάς το λαγό, σφάζει τονε, τρών' τονέ με το κοπέλι και πίνουν και

Σελ. 161
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/162.gif&w=600&h=915

το κρασί, βουλώνει τονέ το κοπέλι στο κούτελο με το δαχτυλίδι κι απόκει κάν' αυτός πως θα πάει όθε το χωριό κι απόκει γιαγέρνει και πάει στη χώρα. Ταδεταχτέρου μετρούνε τσι λαγούς, βγάνουν τσι μόνο τριανταεννιά. Μετρά τσι και το κοπέλι ένα ένα αραδιαστά, βγάνει τσι σωστούς.

Απείτις το 'καμε δα τουτονά το ζήτημα, του λένε πως: «Αλλονένα ζήτημα θα σου πούμε, κι ανέν το κάμεις θα σου δώσομε τη βασιλιοπούλα. Αλλιώς και δεν το κάμεις, θα σε κουτσοκεφαλίσουμε». Λέει το κοπέλι: «Είντα ζήτημα είναι αυτό;» Λέει: «Να μασέ γεμίσεις τρία χαράρια ψώματα». Λέει: «Ας είναι. Ανεμάζωξε ταχτέρου το λαό σου όλο στην πλατέα, να 'ρθω κι εγώ να γεμώσω τα τρία χαράρια ψώματα». Βγάνει ο βασιλιάς τελάλη κι εφώνιαζε στη χώρα ν' ανεμαζωχθούνε στην πλατέα, που θέλει ο βασιλιάς να τωσέ πει. Ανεμαζώνεται ο λαός όλος στην πλατέα και πάει και το κοπέλι. Δακέρνει δα το κοπέλι και τσι ήλεγε πως: «Ο βασιλιάς μ' έβαλε να του βλέπω σαράντα λαγούς σαράντα μέρες, κι απάνω στσι σαράντα μέρες να τσι σφάξει, να μου κάμει το γάμο μου, κι απάνω στσι τριάντα μέρες έρχεται ο ξένος βασιλιάς, και ήκαμα τον αδιάφορο, πως δεν τον εγνώρισα και του λέω, πού πας, κουμπάρε; Λέει, επάε σε τουτονέ το χωριό έχω εδικούς και πάω να τσι δω. Μόνο, ανέ θες να μου δώσεις ένα λαγό, να σου δώσω πεντακόσα φλουριά. Και ήδωκά του το λαγό μα τον εβούλωσα στο κούτελο και, σαν δεν το πιστεύετε, σύρετέ του το φέσι απάνω, να δείτε τη βούλα». Λέει τότ' ο λαός: «Ψώωωματα!». Πιάνει αυτό το 'να χαράρι γεραερά κι ανοίγει το και γεμίζει το ψώματα κι απόκειας το δένει και τ' αφήνει στη μια μπάντα, και πιάνει τ' άλλο. «Κι απόκειας έρχεται κι ο γιος του απάνω στσι τριανταέξε μέρες, και του 'καμα κι αυτηνού το ίδιο και, σα δε μου το πιστεύγετε, σύρετέ του απάνω το φέσι, να δείτε τη βούλα». Λέει ο λαός: «Ψώωωματα!» Γεμώνει και τ' άλλο σακί και δένει το κι αφήνει το στη μπάντα. Πιάνει και τ'άλλο. Ως το 'πιάσε, το 'νιώσε ο βασιλιάς πως ήθελε πει και γι' αυτόν και του λέει: «Άστο, παιδάκι μου, αυτονά να μην το γεμώσεις και φτάνουνε τα δυο που γέμωσες».

Του λένε δα, απείτις το 'καμε και τουτονά, λέει: «Σ' ένα σπίτι θα σασέ βάλομε και τσι τρεις μονοπάντας, και με όποιο βρεθεί η βασιλοπούλα την ταχινή, με τα κειονονά θα τηνέ βλοήσομε». Λέει το κοπέλι: «Ας είναι». Αρμηνεύγουνε αυτοί του βασιλιόπουλου και τση βασιλιοπούλας πως: «Όλο μαζί να πηαίνετε, να μη θέλετε το κοπέλι να σασέ σιμώσει κιαολιάς. Και να ξανοίγεις, ό,τι κάνει το κοπέλι να κάνεις κι εσύ, γιατ' είν' αυτός κατεργάρης, να μη σου κάμει καμιά δουλειά». Πάει και το κοπέλι κι αγοράζει ένα γυαλάκι κανελόλαδο και το βάνει στην τζέπην του. Κι ως τσι βάλανε μέσα στο σπίτι και τσι σφαλίξανε, καθίζει το κοπέλι 'πό πίσω στην πόρτα κι εγκόμιαχε κι απόκειας ελείφουν τονέ το κανελόλαδο. Γρικά τονέ δα το βασιλιόπουλο, λέει του: «Μωρέ είντα κάνεις ατουδά;» Λέει (με συμπάθειο): «Χέζομαι κι αλείφομαι». Καθίζει και το βασιλιόπουλο κι εκατούργενε κι απόκειας ελείφουν τονέ (του 'χανε δα λεομένα, ό,τι κάνει το κοπέλι να κάνει κι αυτός). Πάει ύστερα να σιμώσει τση βασιλιοπούλας

Σελ. 162
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/163.gif&w=600&h=915

πούλας κι εβρώμνιενε και δεν τον ήθελε η βασιλιοπούλα, μόνο ήθελε το κοπέλι που ητόνε 'λειμμένο τσι μυρωδιές κι εμύριζε. Λέει τση αυτός: «Για το Θεό, κι εγώ 'μαι ο βασιλιόπουλος, κι εδά λες πως δε με θες; Ντα δεν ήκουσες είντα μας επαραγγείλανε;» Λέει: Πήνε περακιέ, εσύ βρωμείς. Καλιά 'χω 'γώ το κοπέλι». Πάνε την ταχινή, ανοίγουνε, βρίσκουνε το κοπέλι με τη βασιλιοπούλα και του τηνέ βλογούνε.

Παρνασσός Ζ', 1883, σ. 838-845. Παραλλαγή από τη Ρογδιά Μαλεβιζίου Κρήτης.

I. Ο ήρωας και τα ζητήματα του βασιλιά

α: Ο ήρωας είναι ένας φτωχός νέος" α1: ψαράς' α2: άλλο.

β: Ο βασιλιάς υπόσχεται να δώσει την κόρη του γυναίκα' β1: σε όποιον τα καταφέρει στα ζητήματα που του θέτει' β2: να βρει τα σημάδια που έχει η βασιλοπούλα στο σώμα της (πβ. AT/ATU 850, The Birthmarks of the Princess)' β3: άλλο' β4: ο ήρωας τα καταφέρνει' β5: αλλά ο βασιλιάς δεν θέλει να του δώσει την κόρη του' β6: η βασιλοπούλα δεν θέλει να τον παντρευτεί' β7: άλλο.

γ: Για να αποτρέψει το γάμο, ο βασιλιάς βάζει νέα δοκιμασία' γ1: ο ήρωας πρέπει να μαζέψει σαράντα (εκατό, άλλο) λαγούς και να τους βοσκήσει χωρίς να χάσει κανέναν' γ2: ο νέος τα καταφέρνει' γ3: παίζοντας μια μαγική φλογέρα' γ4: που του έχει χαρίσει ένα πρόσωπο ή ένα ευγνώμον ζώο' γ5: άλλο.

Λεξιλόγιο

Ανεμαζώνω = συγκεντρώνω

Βουλώνω = σφραγίζω

Βουργίδι = σακί

Δακέρνω = επιτίθεμαι

Θιαμπόλι = μουσικό ποιμενικό όργανο

Θωρώ = βλέπω

Κοπέλι = αγόρι

Κούκλωμά = σκέπασμα

Μπάντα = πλευρά, μεριά

Μπέτης = στήθος

Νους - νους = καθενός, ενός - ενός

Όθε = προς

Παίζω — χτυπώ

Ξανοίγω = κοιτάζω

Συμαυλίζω = οδηγώ σε συνουσία

(εδώ: παρακινώ)

Ταδεταχτέρου = την άλλη μέρα

Χαράρι = σακί

ΣΥΝΘΕΤΙΚΗ ΠΑΡΑΛΛΑΓΗ

Σελ. 163
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/164.gif&w=600&h=915

II. Τρία τσουβάλια ψέματα

α: Ο βασιλιάς αθετεί το λόγο του" α1: και προσπαθεί να αγοράσει ένα λαγό' α2: στέλνοντας κάποιον, που προσπαθεί να πείσει τον ήρωα να του πουλήσει ένα λαγό' α3: τέλος πηγαίνει ο ίδιος, μεταμφιεσμένος' α4: η βασιλοπούλα προσπαθεί να πάρει έναν λαγό.

β: ο ήρωας πράγματι δίνει (πουλά) ένα λαγό' β1: αλλά ζητά να σημαδέψει το πρόσωπο που του ζήτησε το λαγό' β2: ζητά φιλί από τη βασιλοπούλα' β3: άλλο' β4: με τη μαγική φλογέρα φέρνει πίσω το λαγό κι έτσι οι λαγοί βγαίνουν πάντα σωστοί.

γ: Ο βασιλιάς ζητά τελικά από τον ήρωα να γεμίσει ένα (τρία) τσουβάλι (α) ψέματα, κι αν τα καταφέρει θα πάρει τη βασιλοπούλα' γ1: εκείνος αρχίζει να διηγείται την προσπάθεια του βασιλιά (της βασιλοπούλας) να του κλέψει τους λαγούς κι ο τελευταίος αναγκάζεται να τον σταματήσει, λέγοντας πως τα κατάφερε να γεμίσει ψέματα τους σάκους' γ2: γάμος του ήρωα με τη βασιλοπούλα.

III. Η επιλογή του γαμπρού (πβ. AT/ATU 850).

α: Ο βασιλιάς θελει να παντρέψει την κόρη του με το βασιλόπουλο (βεζυρόπουλο)' α1: βάζουν το βασιλόπουλο, τον ήρωα και τη βασιλοπούλα στο ίδιο δωμάτιο, λέγοντας πως θα την παντρέψουν με όποιον τη βρουν το πρωί, και συμβουλεύουν το βασιλόπουλο να κάνει ό,τι και ο ήρωας' α2: ο ήρωας αλείφεται με κανελόλαδο και λέει πως αλείφεται με τις ακαθαρσίες του, το βασιλόπουλο κάνει το ίδιο, βρωμίζει κι η βασιλοπούλα δεν τον θέλει' α3: στέλνουν το βασιλόπουλο και τον ήρωα ταξίδι, λέγοντας πως θα δώσουν τη βασιλοπούλα σε όποιον φέρει περισσότερα χρήματα. Ο ήρωας πουλά αλάτι στον τόπο που αυτό είναι άγνωστο και γίνεται πλούσιος (πβ. AT/ATU 1651 Α Fortune in Salt)' α4: γάμος του ήρωα με τη βασιλοπούλα.

ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΠΑΡΑΛΛΑΓΩΝ

ΗΠΕΙΡΟΣ

1. ΛΑ 1298 (ΣΜ 128), 526-532, Ζαγόρια, άτιτλο. I: α, β, β3 (σε όποιον πέσει το χρυσόμηλο), β4, β5, γ, γ1, γ2, γ5 (ένα φίδι, που το έσωσε από τη φωτιά, τον φτύνει στο στόμα, και του δίνει το χάρισμα να φέρνει πίσω τους λαγούς λέγοντας «μπάκι). II: α, α1, α3, β, β1, β24 γ, γ1, γ2.

Σελ. 164
Φόρμα αναζήτησης
Αναζήτηση λέξεων και φράσεων εντός του βιβλίου: Επεξεργασία παραμυθιακών τύπων και παραλλαγών AT 560-599
Αποτελέσματα αναζήτησης
    Ψηφιοποιημένα βιβλία
    Σελίδα: 145
    

    ΠΑΡΑΜΥΘΙΑΚΟΣ ΤΥΠΟΣ AT/ATU 569