Συγγραφέας:Αγγελοπούλου, Άννα
 
Καπλάνογλου, Μαριάνθη
 
Κατρινάκη, Εμμανουέλα
 
Τίτλος:Επεξεργασία παραμυθιακών τύπων και παραλλαγών AT 560-599
 
Τίτλος σειράς:Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας
 
Αριθμός σειράς:44
 
Τόπος έκδοσης:Αθήνα
 
Εκδότης:Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς
 
Έτος έκδοσης:2007
 
Σελίδες:519
 
Αριθμός τόμων:1 τόμος
 
Γλώσσα:Ελληνικά
 
Θέμα:Ελληνικά παραμύθια-Κατάλογος
 
Τοπική κάλυψη:Ελλάδα
 
Περίληψη:Στον πέμπτο αυτόν τόμο του Καταλόγου των Ελληνικών Παραμυθιών (βλ. και δημοσιεύματα ΙΑΕΝ αρ. 21, 26, 34 και 41) παρουσιάζεται η επεξεργασία του τελευταίου μέρους των μαγικών παραμυθιών (AT/ATU 300-749), που καλύπτει τους τύπους AT/ATU 560-649 (μαγικά αντικείμενα) και AT/ATU 650-699 (υπερφυσική δύναμη και γνώση).
 
Άδεια χρήσης:Αυτό το ψηφιοποιημένο βιβλίο του ΙΑΕΝ σε όλες του τις μορφές (PDF, GIF, HTML) χορηγείται με άδεια Creative Commons Attribution - NonCommercial (Αναφορά προέλευσης - Μη εμπορική χρήση) Greece 3.0
 
Το Βιβλίο σε PDF:Κατέβασμα αρχείου 10.44 Mb
 
Εμφανείς σελίδες: 155-174 από: 522
-20
Τρέχουσα Σελίδα:
+20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/155.gif&w=600&h=915

ΠΑΡΑΜΥΘΙΑΚΟΣ ΤΥΠΟΣ AT/ATU 570

Σελ. 155
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/156.gif&w=600&h=915 01 - 0002.htm

ΛΕΥΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

Σελ. 156
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/157.gif&w=600&h=915

ΠΑΡΑΜΥΘΙΑΚΟΣ ΤΥΠΟΣ AT/ATU 570

Ο βοσκός των λαγών

AT: The Rabbit-herd ATU: The Rabbit-herd

Delarue-Tenèze : Le troupeau de lapins, ou Le sac des vérités. Grimm no 165: Der Vogel Greif (σε συμφυρμό με τον AT 461) Eberhard - Boratav no 58 III (h), 182 III 1 (a), 182 V, 232 IV 3a

Ο μικρός ψαράς

Μια φορά ήτονε, λέει, μια χήρα και είχε ένα παιδί. Και το 'βαλε στο σκολειό. Το κοπέλι εβγήκε πολύ προκομμένο και εσπούδαξε. Και απείτις έμαθε αυτό τα γράμματα, δεν ηύρανε θέση να μπει, να βγάνει το ψωμί του, κι ήπαιρνε κάθε μέρα ένα καλαμάκι κι επήγαινε στο γιαλό κι εψάρευγε. Κι ήπιανε το κοπέλι κάθε μέρα ψάρια και τα πήγαινε και τα πούλιε κι ήπαιρνε παράδες κι εγόραζε ψωμί και το πήγαινε στο σπίτιν τους. Και μιαν ημέρα πάει στο γιαλό και πιάνει τρία ψαράκια όμορφα" και παίρνει και πάει τα στου βασιλιά το παλάτι ποκάτω κι εφώνιαζε: «Έδε ψάρια όμορφα και ψαράς μορφήτερος!» Κι ακούει τον η βασιλιοπούλα 'πό μέσα και λέει: «Ποίος είναι κεινοσά που φωνιάζει, έδε ψάρια όμορφα και ψαράς μορφήτερος; Για φωνιάξετέ του να βγει απάνω». Βγαίνει δα το κοπέλι απάνω, λέσιν του οι δούλες τση: «Πόσο θες, μωρέ, στο ψάρι, να μας το πουλήσεις;» Λέει: «Ας βγάλει η βασιλιοπούλα το κούκλωμά* τση, να δω τη μούρη τζη, να σασέ δώσω τα ψάρια και δε θέλω παράδες». Λέει η βασιλιοπούλα: «Να χαθείς από μπρος μου! Γιάδε άνθρωπος!» Συμαυλίζουν* τηνέ οι δούλες τση: «Βγάλε, βασιλιοπούλα μου, το κούκλωμά σου να σε δει, ντ' αυτό 'ναι κοπέλι και δεν κατέχει πράμα, να του πάρομε τα ψάρια». Συμαυλίζουν τηνέ, βγάνει το κούκλωμά τση και θωρεί το κοπέλι τη μούρη τση κι είχε μια χρουσήν ελιά. Γράφει το κοπέλι στο χαρτίν του πως έχει η βασιλιοπούλα στη μούρη μια χρουσήν ελιά. Πάει αργά το κοπέλι στο σπίτι, ρωτά το η μάνα του: «Είντα 'καμες, παιδί μου, το ψάρι που 'πιασες σήμερο;» Λέει: «Ήδωκά το βερεσέ' (δεν του 'καμ' η μάνα του πράμα).

Ταδεταχτέρου* πάει πάλι το κοπέλι στο γιαλό, εψάρευγε και πιάνει πάλι τρία ψάρια, όμορφα. Και παίρνει τα και πάει τα πάλι στο βασιλικό παλάτι 'πό κάτω κι εφώνιαζε: «Έδε ψάρια όμορφα και ψαράς μορφήτερος!» Ακούει τονέ

Σελ. 157
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/158.gif&w=600&h=915

πάλι η βασιλιοπούλα, λέει: «Ποίος είναι που φωνιάζει, έδε ψάρια όμορφα και ψαράς μορφήτερος; Φωνιάξετέ του να βγει απάνω». Μπαίνει το κοπέλι μέσα, λένε οι δούλες τση: «Πόσο θές, κοπέλι, στο ψάρι;» Λέει το κοπέλι: «Ας βγάλει η βασιλιοπούλα τα κομπιά τση να δω το μπέτη* τση, να σασέ δώσω το ψάρι». Ως τον ήκουσε η βασιλιοπούλα εμάνισε. Πιάνουν τηνέ πάλι οι δούλες τση, συμαυλίζουν τηνέ, βγάνει τα κομπιά τση, θωρεί το κοπέλι κι είχε τρεις χρυσές τρίχες στο μπέτη. Γράφει το κοπέλι πάλι στο χαρτί πως έχει η βασιλιοπούλα τρεις χρυσές τρίχες στο μπέτη. Πάει αργά στο σπίτι, ρωτά η μάνα του: «Είντα 'καμες, παιδί μου, το ψάρι που 'πιασες σήμερο;» «Ήδωκά το βερεσέ». «Ντα δε σου 'πα, δε θωρείς πως δεν έχομε ψωμί να φάμε, μόνο το 'δωνες βερεσέ;» Πιάνει τονέ, παίζει του κάμποσες κι από κει του λέει: «Άλλη μια φορά να μην το δώσεις βερεσέ, γιατί θα σε κοπανίσω».

Πάει πάλι ταδεχτέρου το κοπέλι στο γιαλό και πιάνει τρία ψαράκια όμορφα. Πάει στου βασιλιά το παλάτι πάλι ποκάτω, φωνιάζει το κοπέλι: «Έδε ψάρια όμορφα και ψαράς μορφήτερος!». Ακούει τον η βασιλιοπούλα, λέει: «Ποίος είναι που φωνιάζει, έδε ψάρια όμορφα και ψαράς μορφήτερος; Για φωνιάξετέ του να βγει απάνω!» Βγαίνει το κοπέλι απάνω, λέσιν του οι δούλες τση, λέει: «Πόσο θες, κοπέλι, να μασέ πουλήσεις τα ψάρια;» Λέει το κοπέλι: «Ας βγάλει η βασιλιοπούλα τα παπούτζα τση, να δω τα πόδια τση, να σασέ χαρίσω τα ψάρια». Εμάνισε πάλι η βασιλιοπούλα, πιάνουνε οι δούλες τση, συμαυλίζουν τηνέ, βγάνει τα παπούτσια τση, θωρεί το κοπέλι τα πόδια τση κι είχε ένα χρυσό κότσι στο δεξιό μπόδα. Γράφει το κοπέλι στο χαρτίν του πως έχει η βασιλιοπούλα ένα χρυσό κότσι στο δεξιό μπόδα. Παίρνει το κοπέλι, πάει αργά στο σπίτι, ρωτά τον η μάνα του: «Είντα 'καμες, παιδί μου, το ψάρι;» Λέει: «Ήδωκά το βερεσέ». «Που να σου λάχει άδικο, ντα αψαργάς δε σ' έδειρα να μην το δώσεις βερεσέ;» Πιάνει τονέ πάλι, παίζει του κάμποσες.

Σε κάμποσο καιρό βγάνει ο βασλιάς τελάλη στη χώρα, πως έχει η βασιλιοπούλα τρία σημάδια, κι όποιος βρει είντα σημάδια είναι, να πάει να το πει του βασιλιά, να παίρνει τη βασιλιοπούλα γυναίκαν του. Ακούει το το κοπέλι, παίρνει να πάει στου βασιλιά να του πει είντα σημάδια 'χει η βασιλιοπούλα. Θωρούν τον αυτές απού το παραθύρι, λένε: «Πάει το κοπέλι να το πει του βασιλιά, και δα μασέ κουτσοκεφαλίσει, μόνο να του φωνιάξομε να μπει μέσα, να του πλερώσομε το ψάρι». Φωνιάζουν αυτές του κοπελιού: «Ε, κοπέλι, έρχου να σου πούμε». Μπαίνει το κοπέλι μέσα, λέει: «Είντα με θέλετε;» Λέει: «Πόσο θες στο πρώτο ψάρι που μας επούλησες;» Λέει: «Πεντακόσα φλουριά». Δίδουν του τα πεντακόσα φλουριά, παίρνει τα το κοπέλι, πάει τα στση μάνας του, φκαιραίνει τα στην ποδιά τση, λέει: «Να, μητέρα μου, του πρώτου ψαριού τσι παράδες». Ταδεταχτέρου πάλι παίρνει το κοπέλι να πάει στου βασιλιά, θωρούν το πάλι 'πού το παραθύρι, φωνιάζουν του να μπει μέσα. Μπαίνει το κοπέλι μέσα, λέει: «Είντα με θέλετε;» Λέει: «Πόσο θες στο δεύτερο ψάρι που μας επούλησες;» Λέει: «Χίλια φλουριά». Παίρνει το κοπέλι τα χίλια φλουριά

Σελ. 158
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/159.gif&w=600&h=915

και πάει τση μάνας του, λέει: «Πάρε, μητέρα, του δεύτερου ψαριού τσι παράδες». Πάει πάλι στσι τρεις μέρες απάνω να το πει του βασιλιά, θωρούν τονέ αυτές πάλι 'πού το παραθύρι, φωνιάζουν του να μπει μέσα. Μπαίνει, λέει: «Πόσο θες, κοπέλι, στο ύστερο ψάρι που μου επούλησες;» Λέει: «Χίλια πεντακόσα φλουριά». Δίδουν του τα φλουριά, παίρνει τα το κοπέλι, πάει τα τση μάνας του, λέει: «Πάρε, μητέρα, και του ύστερου ψαριού τσι παράδες». Κι απόκειας παίρνει το κοπέλι και πάει στου βασιλιά και του λέει πως: «Έχει η θυγατέρα σου μιαν χρουσήν ελιά στη μούρη, τρεις χρυσές τρίχες στο μπέτη και ένα χρυσό κότσι στο δεξό μπόδα. Λέει του ο βασιλιάς: «Ντα, πώς το κατέχεις εσύ;» Λέει: «Απού τη μπολλή μου σπουδή το κατέχω».

Βασιλικός εδώ ορισμός δεν μπορεί να γυρίσει κι οπίσω, που 'χανε μιλημένα μ' έναν άλλο βασιλιά να γενούνε συμπεθέροι. Και μηνά του: «Νά 'ρθεις πόδε, γιατί ετσέ κι ετσέ, απατήθηκα κι ήβγαλα διαλαλημό πως έχει η θυγατέρα μου τρία σημάδια, κι όποιος τα βρει να τηνέ παίρνει γυναίκα, και ηύρηκε ένα κοπέλι είντα σημάδια είχενε και δεν μπορώ να γιαγύρ' οπίσω, γιατ' είναι βασιλικός ορισμός, και νά 'ρθεις να σκεφτούμε είντα λογιώ δα το διώξομε».

Πάει ο βασιλιάς, σμίγουνε κι ανεμαζώνει τη Δωδεκάδα του κι εσυμβουλευτήκανε να του πούνε να μαζώξει σε τρεις μέρες σαράντα λαγούς, να τσι βλέπει σαράντα μέρες, να κάμομε το γάμον του. Λένε του κοπελιού πως: «Ένα ζήτημα θα σου πούμε, κι αν το κάμεις, θα σου δώσομε τη βασιλιοπούλα, αλλιώς και δεν το κάμεις, θα σε κουτσοκεφαλίσομε». Λέει το κοπέλι: «Είντα ζήτημα 'ν' αυτό;» Λέει: «Να μαζώξεις σε τρεις μέρες σαράντα λαγούς, να τσι βλέπεις σαράντα μέρες, να τσι σφάξομε, να κάμομε το γάμο σου». Λέει: «Καλό ας είναι».

Πάει λέει τση μάνας του το κοπέλι: «Ετσέ-ετσέ μου 'πεν ο βασιλιάς, να μαζώξω σαράντα λαγούς σε τρεις μέρες, να τσι βλέπω σαράντα μέρες. Και πώς θα τσι μαζώξω 'γώ;» Λέει του η μάνα του, λέει: «Εγώ ήκουσα, παιδί μου, του κυρού σου και ήλεγε πως του παππού σου ο παππούς είχε ένα θιαμπόλι* και το 'παίζε, κι έχνος κι ητόνε εκειά κοντά πήγαινε ομπρός του, κι εχόρευγε, και είχενε και μια βέργα και την ήπεμπε κι επήγαινε και τ' ανεμάζωνε αμοναχή τση. Και μου 'πενε πως ητόνε σε εκειονέ το παραθύρι, μα δεν επήγα να ξανοίξω*. Για να πα ξανοίξομε δα;» Πάνε και ξανοίγουνε και βρίσκουν το θιαμπόλι και τη βέργα. Παίρνει το κοπέλι το θιαμπόλι και πάει στα όρη. Και δακέρνει* κι ήπαιζε το θιαμπόλι κι ανεμαζώνουντονε οι λαγοί κι επηαίνανε ομπρός του κι εχορεύγανε. Κι ανεμαζώνουνται σαράντα λαγοί. Και απείτις ανεμαζωχτήκανε σαράντα λαγοί, παίζει αυτός μια τση βέργας κι ανεμαζώνει τσι λαγούς ομπρός του και τσι κάνει 'να σωρό. Λαλεί τσι το κοπέλι, λέει: «Να μη δω 'γώ ανέ μερώσανε;» Θωρεί τσα ποπέρα μια μάντρα, λέει: «Να πάω θέλω 'γώ να τσι μαντρίσω, να δω ανέ μαντρίζουνε». Πάει τσι το κοπέλι, μαντρίζει τσι στη μάντρα. Ήβοσκέ τσι το κοπέλι κειδά, ώστε απού βράδιασε' κι απείτις εβράδιασε, τσι παίρνει να τσι πάει στη χώρα. Απέιτις τσι 'βαλε στη χώρα, εφώνιαζε αυτός:

Σελ. 159
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/160.gif&w=600&h=915

«Στη μπάντα να περάσουνε του βασιλιά οι λαγοί, να τσι πάω στο κονάκι». Πάει τσι το κοπέλι στο κονάκι και τσι μαντρίζει. Ήπαιρνέ τσι το κοπέλι κάθε μέρα και τσι πήγαινε όξω και τσι βόσκιζε, και καθ' αργά πάλι τσι πήγαινε και τσι μάντριζε. Πάνω στι τριάντα μέρες λέει ο ξένος βασιλιάς: «Να μη μπάω 'γώ να πολεμήσω, να του πάρω κεινουδά του κοπελιού κανένα λαγό, σε πεντέξε μέρες που θα τσι μετρήσ' ο βασιλιάς να ξελντίσουνε* 'πού το λογαριασμό, να τονέ κουτσοκεφαλίσει;» Βάνει αυτός χωριάτικα ρούχα και παίρνει κι ένα φλασκί κρασί και παίρνει και ψωμί σ' ένα βουργίδι* και παίρνει και γρόσσα και κάνει τον αδιάφορο, πως επέρνα από τον τόπο που 'βλεπε το κοπέλι τσι λαγούς. Πάει, χαιρετά το κοπέλι (το κοπέλι κάνει δα πως δεν τονέ γνωρίζει) και του λέει: «Και πού πας, κουμπάρε;» Λέει: «Επαέ ποπέρα σε τουτονέ το χωριό 'χω δυο τρεις εδικούς και πάω να τσι δω. Μόνο άιντε να μου πουλήσεις ένα λαγό». Λέει: «Δεν τσι δίδω 'γώ τσι λαγούς, γιατ' είναι του βασιλιά, ταχτέρου την άλλη μέρα που θα τσι μετρήσει, α δε βγούνε σωστά, θα με κουτσοκεφαλίσει». Λέει: «Μωρέ, δώ' μου ένα κι εγώ θα σου δώσω πεντακόσα φλουριά». «Για πεντακόσα φλουριά που θα μου δώσεις του λόγου σου δε χάνω 'γώ την κεφαλή μου. Δε σου τονέ δίδω». Λέει: «Δώσε μου τονε και χίλια φλουριά θα σου δώσω». Λέει: «Άιντε, να σου τονέ δώσω, να μου δώσεις τα χίλια φλουριά, μα να σταθείς να πυρώσω κείνο το δαχτυλίδι να σε βουλώσω* στο κούτελο». Λέει αυτός: «Να πονέσω θέλω, μα θα του πάρω το λαγό να ξιλντίσουνε 'πού το λογαριασμό, μα θα τονέ κουτσοκεφαλίσει ο βασιλιάς, και δεν μπειράζει». Πιάνει δ' αυτός το λαγό, σφάζει τονέ, και ψήνουν τονέ και τρών' τονέ και πίνουν και το κρασί. Κι απόκειας πυρώνει το δαχτυλίδι στη φωτιά και το κάνει ολιοκόκκινο και του το πατεί στο κούτελο, και του δίδει και τα χίλια φλουριά και κάνει πως θα πάει όθε* την μπάντα* κεινουδά του χωριού κι απόκει γιαγέρνει και πάει στη χώρα με τόση χαρά. Λέει αυτός του βασιλιά, λέει: «Δεν κάνει να μετρήσομε τσι λαγούς, τοτεσά μέρες που τσι βλέπει, μπα να 'χασε κανένα;» Λέει: «Ας είναι». Πάει αργά το κοπέλι τσι λαγούς, μετρούν τσι αυτοί, βγάνουν τσι τριανταεννιά. Λέει το κοπέλι: «Πώς να 'ν' αυτοί μόνον τριανταεννιά; Ντ' αυτοί 'σανε σωστοί. Για να τσι μετρήσω κι εγώ». Λέει τσι το κοπέλι: «Αραδιαστά να περνάτε. Στένεται το κοπέλι στη μια μπάντα, επερνούσαν αυτοί αραδιαστά και ήγγιζε 'νούς 'νούς στη γκεφαλή και τσι μετρά και τσι βγάνει σαράντα. Πάει το κοπέλι και τσι μαντρίζει πάλι.

Απάνω στσι τριανταέξε μέρες λέει και ο γιος κεινουδά του βασιλιά, λέει: «Να μην μπάω 'γώ να πολεμήσω να του πάρω κανένα λαγό, να ξιλντίσουνε 'πού το λογαριασμό, ταχτέρου την άλλη μέρα που θα τσι μετρήσ' ο βασιλιάς να μην είναι σωστοί, να τονέ κουτσοκεφαλίσει;» Βάνει κι αυτός σ' ένα φλασκί κρασί σ' ένα βουργίδι και παίρνει και ψωμί και βαίνει και γρόσσα. Και παίρνει και πάει, βρίσκει το κοπέλι. Κάνει δα το κοπέλι πως δεν τονέ γνωρίζει και του λέει: «Και πού πας, κουμπάρε;» Λέει: «Επαέ 'πό πίσω σε τουτονέ το χωριό έχω εδικούς και πάω να τσι δω. Μόνο, ανέ θες, άιντε να μου πουλήσεις ένα

Σελ. 160
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/161.gif&w=600&h=915

λαγό». «Δεν τσι πουλώ 'γώ τσι λαγούς, γιατί 'νιε του βασιλιά, κι ομπανέ θα τσι μετρήσει, κι ανέ λείπει κιανείς θα με κουτσοκεφαλίσει». «Μωρέ, άιντε να μου δώσεις ένα λαγό και χίλια φλουριά θα σου δώσω». «Δεν τσι δίδω 'γώ τσι λαγούς γιατ' είναι του βασιλιά, ομπανέ που θα τσι μετρήσει, ανέ λείπει ένας θα με κουτσοκεφαλίσει». Λέει: «Χίλια πεντακόσα φλουριά θα σου δώσω, να μου δώσεις ένα». «Δίδω σου τονε 'γώ, να μου δώσεις τα χίλια πεντακόσα φλουριά, μα να πυρώσω τουτονέ το δαχτυλίδι, να σταθείς να σε βουλώσω στο κούτελο». Λέ' αυτός: «Να πονέσω θέλω μια ολιά, μα θα του πάρω το λαγό, να ξιλντίσουνε 'πού το λογαριασμό και θα τονέ κουτσοκεφαλίσει ο βασιλιάς, και δεν πειράζει». Πιάνει το λαγό, σφάζει τονέ και ψήνει τονέ και τρών' τονέ και πίνουν και το κρασί. Κι απόκειας του δίδει τα χίλια πεντακόσα φλουριά και πυρώνει και το δαχτυλίδι και τονέ βουλώνει στο κούτελο. Κι απόκειας μισεύγει και κάνει πως θα πάρει δα όθε τη μπάντα του χωριού κι απόκει γιαγέρνει πάλι και μπαίνει στη χώρα μέσα.

Απείς εμίσεψε αυτός, παίζει πάλι το κοπέλι το θιαμπόλι και πάει ένας λαγός, γίνουνται πάλι σαράντα. Λέει αυτός αργά του βασιλιά, λέει: «Να μη μετρήσομε τσι λαγούς, τοτεσά μέρες που τσι βλέπει, να μην ήχασε κανένα;» Λέει: «Ας είναι». Πάει αργά το κοπέλι τσι λαγούς, λένε του κοπελιού, λένε: «Σωστοί 'νιε οι λαγοί;» Λέει: «Σωστοί». Λέει: «Για να τσι μετρήσομε». Μετρούν αυτοί τσι λαγούς, βγάνουν τσι τριανταεννιά. Λέει το κοπέλι, λέει: «Ντα οι λαγοί 'σανε σωστοί, πώς να τσι βγάνετε του λόγου σας μόνο τριανταεννιά; Για να τσι μετρήσω κι εγώ». Μετρά το κοπέλι τσι λαγούς, τσι βγάζει σωστούς. Δεν είχανε δα είντα του πούνε, παίρνει το κοπέλι και παέι και τσι μαντρίζει.

Απάνω στσι τριανταεννιά μέρες λέει κι ο ίδιος ο βασιλιάς, λέει: «Να μην πάω 'γώ να του πάρω κιανένα λαγό, ταχτέρου που δα τσι μετρήσομενα μην είναι σωστοί, να τονέ κουτσοκεφαλίσω;» Βάν' αυτός χωριάτικα ρούχα και παίρνει και ένα φλασκί κρασί και παίρνει δα και γρόσσα και τα βάνει σ' ένα βουργίδι και πάει και βρίσκει το κοπέλι εκειά που 'βοσκέ τσι λαγούς. Το κοπέλι δα κάνει τον αδιάφορο, πως δεν τονέ γνωρίζει, λέει: «Και πού πας, κουμπάρε;» Λέει: «Επαέ 'πό πέρα σε τουτουνέ το χωριό έχω εδικούς και πάω να τσι δω. Μόνο, ανέ θες, άιντε να μου πουλήσεις ένα λαγό». Λέει: «Δεν πουλώ 'γώ λαγούς, γαιτί 'νιε του βασιλιά, κι ομπανέ που θα τσι μετρήσει, ανέ λείπει κιανείς, θα με κουτσοκεφαλίσει». «Όχι, άντε να μου δώσεις ένα, και χίλια πεντακόσα φλουριά θα σου δώσω». «Δε δίδω 'γώ κιανένα, για χίλια πεντακόσα φλουριά θα χάσω 'γώ την κεφαλή μου;» Λέει: «Να σου δώσω δυο χιλιάδες, να μου δώσεις ένα». Λέει: «Δίδω σού τονε 'γώ το λαγό, να μου δώσεις τσι δυο χιλιάδες τα φλουριά, μα θα σταθείς να πυρώσω κειονέ το δαχτυλίδι, να σου το πατήσω στο κούτελο». Λέει ο βασιλιάς: «Να πονέσω θέλω, μα θα ξιλντίσουνε οι λαγοί, ταχτέρου που θα τσι μετρήσομε να μην είναι σωστοί, να τονέ κουτσοκεφαλίσω και δεν πειράζει». Παίρνει ο βασιλιάς το λαγό, σφάζει τονε, τρών' τονέ με το κοπέλι και πίνουν και

Σελ. 161
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/162.gif&w=600&h=915

το κρασί, βουλώνει τονέ το κοπέλι στο κούτελο με το δαχτυλίδι κι απόκει κάν' αυτός πως θα πάει όθε το χωριό κι απόκει γιαγέρνει και πάει στη χώρα. Ταδεταχτέρου μετρούνε τσι λαγούς, βγάνουν τσι μόνο τριανταεννιά. Μετρά τσι και το κοπέλι ένα ένα αραδιαστά, βγάνει τσι σωστούς.

Απείτις το 'καμε δα τουτονά το ζήτημα, του λένε πως: «Αλλονένα ζήτημα θα σου πούμε, κι ανέν το κάμεις θα σου δώσομε τη βασιλιοπούλα. Αλλιώς και δεν το κάμεις, θα σε κουτσοκεφαλίσουμε». Λέει το κοπέλι: «Είντα ζήτημα είναι αυτό;» Λέει: «Να μασέ γεμίσεις τρία χαράρια ψώματα». Λέει: «Ας είναι. Ανεμάζωξε ταχτέρου το λαό σου όλο στην πλατέα, να 'ρθω κι εγώ να γεμώσω τα τρία χαράρια ψώματα». Βγάνει ο βασιλιάς τελάλη κι εφώνιαζε στη χώρα ν' ανεμαζωχθούνε στην πλατέα, που θέλει ο βασιλιάς να τωσέ πει. Ανεμαζώνεται ο λαός όλος στην πλατέα και πάει και το κοπέλι. Δακέρνει δα το κοπέλι και τσι ήλεγε πως: «Ο βασιλιάς μ' έβαλε να του βλέπω σαράντα λαγούς σαράντα μέρες, κι απάνω στσι σαράντα μέρες να τσι σφάξει, να μου κάμει το γάμο μου, κι απάνω στσι τριάντα μέρες έρχεται ο ξένος βασιλιάς, και ήκαμα τον αδιάφορο, πως δεν τον εγνώρισα και του λέω, πού πας, κουμπάρε; Λέει, επάε σε τουτονέ το χωριό έχω εδικούς και πάω να τσι δω. Μόνο, ανέ θες να μου δώσεις ένα λαγό, να σου δώσω πεντακόσα φλουριά. Και ήδωκά του το λαγό μα τον εβούλωσα στο κούτελο και, σαν δεν το πιστεύετε, σύρετέ του το φέσι απάνω, να δείτε τη βούλα». Λέει τότ' ο λαός: «Ψώωωματα!». Πιάνει αυτό το 'να χαράρι γεραερά κι ανοίγει το και γεμίζει το ψώματα κι απόκειας το δένει και τ' αφήνει στη μια μπάντα, και πιάνει τ' άλλο. «Κι απόκειας έρχεται κι ο γιος του απάνω στσι τριανταέξε μέρες, και του 'καμα κι αυτηνού το ίδιο και, σα δε μου το πιστεύγετε, σύρετέ του απάνω το φέσι, να δείτε τη βούλα». Λέει ο λαός: «Ψώωωματα!» Γεμώνει και τ' άλλο σακί και δένει το κι αφήνει το στη μπάντα. Πιάνει και τ'άλλο. Ως το 'πιάσε, το 'νιώσε ο βασιλιάς πως ήθελε πει και γι' αυτόν και του λέει: «Άστο, παιδάκι μου, αυτονά να μην το γεμώσεις και φτάνουνε τα δυο που γέμωσες».

Του λένε δα, απείτις το 'καμε και τουτονά, λέει: «Σ' ένα σπίτι θα σασέ βάλομε και τσι τρεις μονοπάντας, και με όποιο βρεθεί η βασιλοπούλα την ταχινή, με τα κειονονά θα τηνέ βλοήσομε». Λέει το κοπέλι: «Ας είναι». Αρμηνεύγουνε αυτοί του βασιλιόπουλου και τση βασιλιοπούλας πως: «Όλο μαζί να πηαίνετε, να μη θέλετε το κοπέλι να σασέ σιμώσει κιαολιάς. Και να ξανοίγεις, ό,τι κάνει το κοπέλι να κάνεις κι εσύ, γιατ' είν' αυτός κατεργάρης, να μη σου κάμει καμιά δουλειά». Πάει και το κοπέλι κι αγοράζει ένα γυαλάκι κανελόλαδο και το βάνει στην τζέπην του. Κι ως τσι βάλανε μέσα στο σπίτι και τσι σφαλίξανε, καθίζει το κοπέλι 'πό πίσω στην πόρτα κι εγκόμιαχε κι απόκειας ελείφουν τονέ το κανελόλαδο. Γρικά τονέ δα το βασιλιόπουλο, λέει του: «Μωρέ είντα κάνεις ατουδά;» Λέει (με συμπάθειο): «Χέζομαι κι αλείφομαι». Καθίζει και το βασιλιόπουλο κι εκατούργενε κι απόκειας ελείφουν τονέ (του 'χανε δα λεομένα, ό,τι κάνει το κοπέλι να κάνει κι αυτός). Πάει ύστερα να σιμώσει τση βασιλιοπούλας

Σελ. 162
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/163.gif&w=600&h=915

πούλας κι εβρώμνιενε και δεν τον ήθελε η βασιλιοπούλα, μόνο ήθελε το κοπέλι που ητόνε 'λειμμένο τσι μυρωδιές κι εμύριζε. Λέει τση αυτός: «Για το Θεό, κι εγώ 'μαι ο βασιλιόπουλος, κι εδά λες πως δε με θες; Ντα δεν ήκουσες είντα μας επαραγγείλανε;» Λέει: Πήνε περακιέ, εσύ βρωμείς. Καλιά 'χω 'γώ το κοπέλι». Πάνε την ταχινή, ανοίγουνε, βρίσκουνε το κοπέλι με τη βασιλιοπούλα και του τηνέ βλογούνε.

Παρνασσός Ζ', 1883, σ. 838-845. Παραλλαγή από τη Ρογδιά Μαλεβιζίου Κρήτης.

I. Ο ήρωας και τα ζητήματα του βασιλιά

α: Ο ήρωας είναι ένας φτωχός νέος" α1: ψαράς' α2: άλλο.

β: Ο βασιλιάς υπόσχεται να δώσει την κόρη του γυναίκα' β1: σε όποιον τα καταφέρει στα ζητήματα που του θέτει' β2: να βρει τα σημάδια που έχει η βασιλοπούλα στο σώμα της (πβ. AT/ATU 850, The Birthmarks of the Princess)' β3: άλλο' β4: ο ήρωας τα καταφέρνει' β5: αλλά ο βασιλιάς δεν θέλει να του δώσει την κόρη του' β6: η βασιλοπούλα δεν θέλει να τον παντρευτεί' β7: άλλο.

γ: Για να αποτρέψει το γάμο, ο βασιλιάς βάζει νέα δοκιμασία' γ1: ο ήρωας πρέπει να μαζέψει σαράντα (εκατό, άλλο) λαγούς και να τους βοσκήσει χωρίς να χάσει κανέναν' γ2: ο νέος τα καταφέρνει' γ3: παίζοντας μια μαγική φλογέρα' γ4: που του έχει χαρίσει ένα πρόσωπο ή ένα ευγνώμον ζώο' γ5: άλλο.

Λεξιλόγιο

Ανεμαζώνω = συγκεντρώνω

Βουλώνω = σφραγίζω

Βουργίδι = σακί

Δακέρνω = επιτίθεμαι

Θιαμπόλι = μουσικό ποιμενικό όργανο

Θωρώ = βλέπω

Κοπέλι = αγόρι

Κούκλωμά = σκέπασμα

Μπάντα = πλευρά, μεριά

Μπέτης = στήθος

Νους - νους = καθενός, ενός - ενός

Όθε = προς

Παίζω — χτυπώ

Ξανοίγω = κοιτάζω

Συμαυλίζω = οδηγώ σε συνουσία

(εδώ: παρακινώ)

Ταδεταχτέρου = την άλλη μέρα

Χαράρι = σακί

ΣΥΝΘΕΤΙΚΗ ΠΑΡΑΛΛΑΓΗ

Σελ. 163
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/164.gif&w=600&h=915

II. Τρία τσουβάλια ψέματα

α: Ο βασιλιάς αθετεί το λόγο του" α1: και προσπαθεί να αγοράσει ένα λαγό' α2: στέλνοντας κάποιον, που προσπαθεί να πείσει τον ήρωα να του πουλήσει ένα λαγό' α3: τέλος πηγαίνει ο ίδιος, μεταμφιεσμένος' α4: η βασιλοπούλα προσπαθεί να πάρει έναν λαγό.

β: ο ήρωας πράγματι δίνει (πουλά) ένα λαγό' β1: αλλά ζητά να σημαδέψει το πρόσωπο που του ζήτησε το λαγό' β2: ζητά φιλί από τη βασιλοπούλα' β3: άλλο' β4: με τη μαγική φλογέρα φέρνει πίσω το λαγό κι έτσι οι λαγοί βγαίνουν πάντα σωστοί.

γ: Ο βασιλιάς ζητά τελικά από τον ήρωα να γεμίσει ένα (τρία) τσουβάλι (α) ψέματα, κι αν τα καταφέρει θα πάρει τη βασιλοπούλα' γ1: εκείνος αρχίζει να διηγείται την προσπάθεια του βασιλιά (της βασιλοπούλας) να του κλέψει τους λαγούς κι ο τελευταίος αναγκάζεται να τον σταματήσει, λέγοντας πως τα κατάφερε να γεμίσει ψέματα τους σάκους' γ2: γάμος του ήρωα με τη βασιλοπούλα.

III. Η επιλογή του γαμπρού (πβ. AT/ATU 850).

α: Ο βασιλιάς θελει να παντρέψει την κόρη του με το βασιλόπουλο (βεζυρόπουλο)' α1: βάζουν το βασιλόπουλο, τον ήρωα και τη βασιλοπούλα στο ίδιο δωμάτιο, λέγοντας πως θα την παντρέψουν με όποιον τη βρουν το πρωί, και συμβουλεύουν το βασιλόπουλο να κάνει ό,τι και ο ήρωας' α2: ο ήρωας αλείφεται με κανελόλαδο και λέει πως αλείφεται με τις ακαθαρσίες του, το βασιλόπουλο κάνει το ίδιο, βρωμίζει κι η βασιλοπούλα δεν τον θέλει' α3: στέλνουν το βασιλόπουλο και τον ήρωα ταξίδι, λέγοντας πως θα δώσουν τη βασιλοπούλα σε όποιον φέρει περισσότερα χρήματα. Ο ήρωας πουλά αλάτι στον τόπο που αυτό είναι άγνωστο και γίνεται πλούσιος (πβ. AT/ATU 1651 Α Fortune in Salt)' α4: γάμος του ήρωα με τη βασιλοπούλα.

ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΠΑΡΑΛΛΑΓΩΝ

ΗΠΕΙΡΟΣ

1. ΛΑ 1298 (ΣΜ 128), 526-532, Ζαγόρια, άτιτλο. I: α, β, β3 (σε όποιον πέσει το χρυσόμηλο), β4, β5, γ, γ1, γ2, γ5 (ένα φίδι, που το έσωσε από τη φωτιά, τον φτύνει στο στόμα, και του δίνει το χάρισμα να φέρνει πίσω τους λαγούς λέγοντας «μπάκι). II: α, α1, α3, β, β1, β24 γ, γ1, γ2.

Σελ. 164
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/165.gif&w=600&h=915

2. ΛΑ 1305 (ΣΜ 135), 133-134, Ζαγόρια, «Η παντρειά της βασιλοπούλας». I: α, α1, β6 (θέλει να παντρευτεί τον υπηρέτη), β7 (και θέτει η ίδια το ζήτημα) , β3 (ποιος θα παίξει καλύτερα ένα μουσικό όργανο), β4, γ (η ίδια η βασιλοπούλα), γ1, γ2, γ3. II: α4 (μεταμφιεσμένη σε κυνηγό), β, β4. III: α3, α4.

ΘΡΑΚΗ

3. ΛΑ 306, 1, Χατζηγύριο Κεσσάνης, «Ο κασιδιάρης γαμβρός του βασιλέως». Συμφυρμός με AT/ATU 306, βλ. παρ. αρ. 2. Φορώντας το άφαντο καπέλο ο ήρωας φέρνει εις πέρας το ζήτημα του βασιλιά: να βοσκήσει τους λαγούς. Καθώς δεν τον βλέπουν, δεν φοβούνται, και τότε τους δένει από το πόδι κι οι λαγοί δεν μπορούν να φύγουν.

4. Αρχ. Θρ. Θησ. ΣΤ', 1940, 245-249, Βαβά Εσκί, «Ο Γιάνς' το φτωχόπαιδο». Συμφυρμός με AT/ATU 611 (Toc δώρα του Αγίου), βλ. παρ. αρ. 6 και AT/ATU 1651 Α. Ι: α, β, β1, γ1, γ2, γ3. II: α, α1, α2 (τις κόρες του), β, β4. III: α, α3 (στέλνουν τον ήρωα με σάπιο καράβι. Πβ. AT/ATU 1651 Α), α4.

ΝΗΣΙΑ ΤΟΥ ΑΙΓΑΙΟΥ

α. Δωδεκάνησα

5. ΛΑ 2139 Α', 48-54, Ψέριμος, «Ο ψαράς και ο βεζίρης». Η αρχή όπως AT/ATU 611, βλ παρ. αρ. 14. Η συν. όπως AT/ATU 570: I: α, α1, β, β1, γ1, γ2, γ3. II: α, α1, α2, α3, β, β1, β4, γ, γ1, γ2. Η συν. όπως AT/ATU 611.

β. Κρήτη

6. Παρνασσός Ζ', 1883, 838-845 (Σ. ΚΠ. 31, 132, αρ. 5), Ρογδιά Μαλεβιζίου, «Ο μικρός ψαράς». Συμφυρμός με AT/ATU 850. Η παραλλαγή που δημοσιεύεται εδώ.

7. Kretschmer, NM, 128-142, αρ. 34, « Der Derwisch». Συμφυρμός με AT 561 (Το μαγικό χεράκι / Αλαντίν). Η αρχή όπως AT/ATU 561, βλ. παρ. αρ. 11. Η συν. όπως AT/ATU 570: I: β, β1, γ1, γ2, γ3, γ4 (το λιοντάρι που βγαίνει από το λυχνάρι). II: α, α1, α2, α3, α4 (η βασίλισσα), β, β (να τους χαστουκίσει), β2 (από τη βασίλισσα), β4 (έπειτα από αυτό του ζητούν να χτίσει ένα τεράστιο παλάτι- τα καταφέρνει με τη βοήθεια του λυχναριού), γ, γ1, γ2.

Σελ. 165
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/166.gif&w=600&h=915

γ. Κυκλάδες

8. ΣΠ 57, 214-229, Πάρος, «Το έξυπνο ψαροπαίδι». Συμφυρμός με AT/ATU 850. I: α, α1, β, β1, β2, β4, β5, γ, γ1, γ2, γ3. II: α, α1, β, β1, β4, γ, γ1, γ2.

ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΣ

9. ΙΛ 579, 17-22, Τρίπολη, άτιτλο. Συμφυρμός με AT/ATU 850. I: α, α2 (κασιδιάρης), β, β1, β2, β4, β5, γ, γ1, γ2, γ3, γ4 (φίδι, που το γλίτωσε από τη φωτιά). II: α, α1, β, β3 (ζητά να κοιμηθεί με τη δούλα), β4 (βγαίνει ο μαγειρεμένος λαγός από το τσουκάλι κι έτσι ο ήρωας κερδίζει στη δοκιμασία) γ2.

ΣΤΕΡΕΑ ΕΛΛΑΔΑ

10. ΛΑ 1320 (ΣΜ 133), 59, Αγγελόκαστρο Μεσολογγίου, άτιτλο. I: α, β (η βασίλισσα), β3 (στο γιο της γειτόνισσας), γ (η βασίλισσα), γ1, γ2, γ3. II: α, α1, β, β1, β4, γ, γ1 (η συνέχεια απροσάρμοστη).

11. ΛΦ 349, 5-7, Ορχομενός Βοιωτίας, άτιτλο. Συμφυρμός με AT/ATU 850. I: α, α1, β, β1, β2, β4, β5, γ, γ1, γ2, γ5 (βάζοντας τους πίσσα στα πόδια). II: α, α1, α2 (το βασιλόπουλο), α3, β, β1, β4, γ, γ1. III: α, α1, α2, α4.

12. ΛΦ 1192, 3-6, Αγρίνιο, «Η βασιλοπούλα και ο κασιδιάρης». Σαν επεισόδιο στο AT/ATU 851 (The Princess who Cannot Solve the Riddle). To ζήτημα της βασιλοπούλας στον ήρωα: να φυλάξει σαράντα μέρες σαράντα λαγούς και να τους φέρει όλους πίσω. Τους δένει από τα πόδια. Του κλέβουν πέντε λαγούς, αλλά ο ήρωας τους αντικαθιστά με πέντε άλλους που του δίνουν οι κυνηγοί. Καταφέρνοντας και τα άλλα ζητήματα παντρεύεται τη βασιλοπούλα.

ΚΥΠΡΟΣ

13. ΛΦ 1290, 13-14, Πιτσιλιά, «Οι τρεις αδερφοί τζαι τα κότσινα μήλα». I: α, β, β1, β3 (να φέρει κόκκινα μήλα στη βασιλοπούλα, β4 (ενώ οι δυο αδερφοί του αποτυχαίνουν), β6, γ, γ1, γ2, γ3. II: α4 (τον κλέβει), β4, β3 (ο βασιλιάς ζητά από τον ήρωα να φέρει ένα φτερό από το αθάνατο πουλί, κι εκείνος τα καταφέρνει), γ2.

14. ΛΦ 1328, 13-16, «Το παραμύθι του βοσκού». I: α, α2 (βοσκός), β, β1, β3 (να ξεχωρίσει σε μια νύχτα διάφορους ανακατεμένους καρπούς), β4 (με τη βοήθεια των μυρμηγκιών), β3 (να φάει ένα σπίτι ψωμιά), β4 (καλεί

Σελ. 166
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/167.gif&w=600&h=915

τους ποντικούς και τα τρώνε), β5, γ, γ1, γ2, γ3, γ4 (μια γριούλα). II: α, α1, α3, β, β3 (αλλά βάζει το βασιλιά να φιλήσει το γαϊδούρι στα καπούλια), β2, α4, β, β2 (με την προϋπόθεση να του δώσει ένα φιλί), β4, γ, γ1, γ2.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΣΤΟΝ ΤΥΠΟ AT/ATU 570

Το παραμύθι του Βοσκού των λαγών έχει πιθανότατα ευρωπαϊκή προέλευση1. Είναι διαδεδομένο σε ολόκληρη την Ευρώπη με περισσότερες καταγραφές από τη Γερμανία, τη Νορβηγία, τη Φινλανδία και τη Γαλλία2. Τα κύρια σημεία της υπόθεσής του είναι τα εξής:

Ο ήρωας αποκτά μια μαγική φλογέρα, με τη βοήθεια της οποίας τα καταφέρνει στο ζήτημα που θέτει ο βασιλιάς ως προϋπόθεση για να του δώσει την κόρη του γυναίκα: να συγκεντρώσει σαράντα (εκατό, κλπ) λαγούς, να τους βοσκήσει και να μην χάσει ούτε έναν. Για να τον κάνει να αποτύχει, ο βασιλιάς στέλνει κάποιο πρόσωπο (ή και την κόρη του και τέλος πάει ο ίδιος) να αγοράσει ένα λαγό. Ο ήρωας δίνει πράγματι ένα λαγό στο πρόσωπο που τον ζητά, αλλά ως αντάλλαγμα απαιτεί από αυτό μια πράξη αυτο-εξευτελισμού: να τον αφήσει να του σφραγίσει τον πισινό (ή το μέτωπο), να τον φιλήσει, να κοιμηθεί μαζί του, ή και χειρότερα: να φάει ακαθαρσίες. Μετά από αυτό ο ήρωας καλεί πίσω με τη φλογέρα του το λαγό που πούλησε, οπότε ο βασιλιάς θέτει άλλη αδύνατη δοκιμασία. Τον βάζει να γεμίσει τρία σακιά με ψέματα. Ο ήρωας αρχίζει να διηγείται τα συμβάντα και ο βασιλιάς τον σταματά για να μην εξευτελιστεί, λέγοντας ότι τα σακιά γέμισαν.

Υπάρχουν πολλές καταγραφές αυτής της ιστορίας υπό αυτήν τη μορφή, αλλά και πολλοί συμφυρμοί της με άλλους παραμυθιακούς τύπους3. Στην Ελλάδα ο Βοσκός των λαγών συμφύρεται συνήθως με τον τύπο AT/ATU 850 (The Birthmarks of the Princess), ένα. παραμύθι με σαφώς ερωτικό/ σεξουαλικό περιεχόμενο (ο ήρωας πείθει τη βασιλοπούλα να τον αφήσει να τη δει γυμνή κι έτσι απαντά στην ερώτηση του πατέρα της «τι σημάδια έχει στο σώμα της» και την παντρεύεται). Οι σεξουαλικοί (και σκατολογικοί) υπαινιγμοί δεν λείπουν και από το παραμύθι του Βοσκού των λαγών, το οποίο, σύμφωνα με με-

1. S.Thompson, The Folktale, à. π., σ. 154.

2. Linda Dégh, « Hasenhirt (AT 570) », Enzyklopädie des Märchens, Band 6, 1999, σ. 558-563.

3. L. Dégh ό.π., σ. 559-560.

Σελ. 167
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/168.gif&w=600&h=915

μελέτη της L. Dégh, φαίνεται πως λεγόταν σε ανδρικούς κύκλους4. Για την Dégh το παραμύθι αυτό εκφράζει αλληγορικά τη μάχη ανάμεσα σε πλούτο και φτώχεια" η νίκη του φτωχού ήρωα, που ταπεινώνει και εξευτελίζει ολόκληρο βασιλιά, εκφράζει την επιθυμία των φτωχών αγροτών, φορέων της συγκεκριμένης αφήγησης, να υπερισχύσουν των ανώτερων και πλούσιων στρωμάτων. Επομένως για την ουγγαρέζα εθνολόγο το βασικό θέμα της αφήγησης είναι η ταπείνωση του βασιλιά, κι όχι ο γάμος του ήρωα με τη βασιλοπούλα. Υπό αυτό το πρίσμα διαφωνεί με την ψυχολογική ερμηνεία του Α. Dundes5, ο οποίος μιλά για φαλλικό χαρακτήρα του παραμυθιού (συνδέοντας το μαγικό αντικείμενο - φλογέρα- το λαγό και το επεισόδιο όπου ο ήρωας κοιμάται με τη βασιλοπούλα με τη γονιμότητα).

Κατά τη γνώμη μας ο φαλλικός χαρακτήρας της αφήγησης είναι δύσκολο να παραβλεφθεί, αφού αυτή περιέχει τόσα σεξουαλικά στοιχεία κι αφού η σύνδεση του λαγού με τη γονιμότητα είναι αδιαμφισβήτητη6. Δεν θα μπορούσε να υποστηριχθεί πως ο ήρωας που κυριαρχεί πάνω στους λαγούς κυριαρχεί επίσης στη σεξουαλικότητα και τη γονιμότητα; Δεν είναι άλλωστε αυτή η δοκιμασία (που θέτει ένας πατέρας απρόθυμος να δώσει την κόρη του, όπως συμβαίνει στα περισσότερα παραμύθια), μια δοκιμασία που θα οδηγήσει τον ήρωα στο γάμο, δηλαδή στην ολοκλήρωση της σεξουαλικότητας; Ο συμφυρμός εξάλλου με τον τύπο AT/ATU 850, παραμύθι με φανερά ερωτικό περιεχόμενο, όπως είπαμε, μας φαίνεται πως ενισχύει αυτή την ερμηνεία.

4. L. Dégh ό.π., σ. 561-562.

5. Α. Dundes, « The Symbolic Equivalence of Allomotifs in the Rabbit-Herd (AT 570) », Arv, 36, 1980, σ. 91-98.

6. Βλ. και R. Schenda, « Hase», Enzyklopädie des Märchens, Band 6, 1999, σ. 545.

Σελ. 168
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/169.gif&w=600&h=915

ΠΑΡΑΜΥΘΙΑΚΟΣ ΤΥΠΟΣ AT/ATU 570 A

Σελ. 169
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/170.gif&w=600&h=915 01 - 0002.htm

ΛΕΥΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

Σελ. 170
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/171.gif&w=600&h=915

ΠΑΡΑΜΥΘΙΑΚΟΣ ΤΥΠΟΣ AT/ATU 570 A

Το ποτηράκι που κάνει το νερό χρυσάφι

AT: The Princess and the Magic Fish Skin

ATU: The Princess and the Magic Shell

Eberhard - Boratav no 71, no 192 V, no 193 (6-8)_

Του πουτηράκ'

Μια φουρά κι ένα γκιρό ήταν ένα ατρόγνου που είχαν τρεις κόρις. Η πατέρας τουν ψάρηβι. Μια μέρα, κει που κάναν ρόκα μι τ' μάνα τουν, πήγι ένα αγόρ' δέκα χρουνού. Αυτό τσ' λέγει: « Ω, θεια, μάνα δεν έχου, να' ρτου να μι πάριτι γιο;» Γελάσαν αυτές κι τ' είπαν: «Έλα, σι παίρνουμε». Του μησμέρ' ήρτι κι η πατέρας τουν μ' ένα μιγάλου ψάρ' στα χέρια τ'. Του 'παν τν ιστουρία για του πιδί κι τσ' είπι: «Καλά κάνατι».

Του φουνάζ' λοιπόν κι τ' λέγ': «Έλα να σι στείλου σ' ένα σπίτ', να πας αυτό του ψάρ'. Όταν σι ρουτήσιν' πόσα κάν', να πεις, όσου αξίζ'». Του πήγι λοιπόν του μουρό κι τ' έδουκαν ένα μιτζίτ'. Tν' άλλ' μέρα πιάν' πάλι του ίδιου του ψάρ'. Του έστλι πάλι στου ίδιου σπίτ', γιατί ήταν πλούσιοι κι μπουρούσαν να τ' αγουράζιν. Του δώσαν τούτην τ' φουρά δυο μιτζίτια. Την τρίτ' μέρα πάλι του ίδιου ψάρ' πιάν' η πατέρας τουν. Όταν του πήγι στου σπίτι τ', λέγ' στ' γυναίκα τ': «Σήμιρα πλια θα του φάμι ημείς αυτό του ψάρ'». Όταν του καθαρίζαν κι ανοίξαν τ' κλιά τ', βγάζιν ένα πουτηράκ' απού μέσα. Του μουρέλ' του παίρν', του πλύν' κι του βάζ' στου τραπέζ'. Τότι ου πατέρας είπει: «Τούτου του ψάρ' θέλ' κι κρασί». Πήραν μια ουκά κι κάτσαν να φάν'. Τρώγουντας κι πίνουντας του μωρέλ' έβαλι να πιει κρασί μέσα στου ποτηρέλ'. Μόλις ίπγι κι τ' απόθησι στου τραπέζ'. γέμουσι φλουρί του ποτηρέλ'. Άμα του 'δαν τρουμάξαν. Ούλ' τότι πίναν απ' του πουτηράκ'. Του γιμίζαν κρασέλ' κι αδειάζαν φλουρέλ'. Γίναν απού φτουχοί ψαράδις πλούσιοι.

Πάτριψι τα κουρίτσια τ' κι είχαν κι πουλύ θησαυρό οι γέρ'. Τότι τ' αγουρέλ' είπι: «Θα φύγου πλιά απού κουντά σας. Μόνι θέλου να μι δώσητι του πουτηρέλ' μαζί μ'». Του δώκαν κι έφγι.

Στου δρόμου που πάγινι κάθσι σ' ένα καφινιδέλ', που 'ταν αντικρύς στου παλάτ' του βασιλικό, να ξηκουραστεί κι να πιει κι έναν γκαφέ. Άμα ήπγι του γκαφέ, βγάζ' του πουτηρέλ' μέσ' απ' τσέπη τ', ρίχν' νιρό μέσα κι του πίν'. Βά-

Σελ. 171
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/172.gif&w=600&h=915

ζουντάς του απάνου στου δίσκου γιμίζ' φλουρί κι τ'αδειάζ' για του γκαρσόν μπαξίζ1. Απ' του παλάτ' μια θιραπινίδ' τσ' πριγκήπσας, βλέπουντας αυτό του συμβάν του λέγ' στ' κυρά τσ'. Τότι βγήκι κι κείν' στου μπαλκόν' για να δει. Αυτός κάν' του ίδιου πράμα. Η θιραπινίδα λέγ' στ' κυρά τσ': «Αυτό του πουτηρέλ' αξίζ' να το 'χσ' ισύ». Η βασιλουπούλα τν' αλικότσει, αλλά ικείν' πάγει να τ' του γυρέψ'. Λέγ': «Η βασιλουπούλα σι παρακαλεί να τσ' δώγσ' του πουτηρέλ'». Ικείνους τσ' είπει; «Για να τσ' του δώκου, πρέπ' να τ' γνουρίσου πρώτα». Μια κι δυο τουν πήρει κι τουν πήγει μέσα στου δουμάτιου τσ'. Γνουρστήκαν. Τέλους πάντουν, κάναν ό,τ' κάναν ικεί κι τσ' του χάρσι κι έφγι.

Μι τουν γκιρό όμους η σατανάς τν' έβγαλι στου φανιρό. Άμα τν' είδι η μάνα τσ' τ' ρώτσι, αλλά αυτήν δεν τσ' είπι τίπουτα. Η πατέρα τσ' βλέπουντας να φουσκών' του κατάλαβι. Τ' μάλουσι, τν έδειρι, αλλά αυτήν δεν φανέρουσι τίπουτα. Τότι θέλ' ικείνους να τ' διώξ' απ'του παλάτ', για να μη τουν κάν' ριζίλ'. «Γιατί, άμα δε φύγ'», λέγ' στ' γναίκα τ', «θα σας σκουτώσου κι τσι δγυο». Τότι αυτήν έφγι κι γύρζι απού δω κι απού κει, να βρει αυτόν που τσ' έδουκι του πουτηρέλ'.

Σι μια χώρα, ικεί που γύρζι, τουν βρίσκ'. Αυτός, μόλις τν' είδι, τσ' λέγει: «Έχσ' του πουτηρέλ';» Κι τσείν' είπι: «Το 'χου». «Ε, τότι σουθήκαμει». Στ' χώρα ιτσείν' τότι έναν μιγάλου πύργου κάναν', να παγαίν' ικεί ούλους η κόσμους να τρώγ', να πίν' χουρίς να πληρών' ούτι μια δραχμή. Ούλα δε τα έξουδα θα τα κάναν ιτσείν' μι του πιρίσιου φλουρί που 'βγαζι του ποτήρ'. Βάλαν μέσαν πουλύ προυσουπικό, για να ξυπηρετά όποιουν ηρχόνταν ικεί. Βούγηξι ούλ' η γοικουμέν' μ'αυτό του πράμα που κάναν αυτοίν, γιατί πουθινά δεν είχι αξτεί του iötou. Φτουχοί κι αφιντάδις τρέχαν απ' ούλα τα μέρ', για να παν' ικεί να φάν', να πιουν κι να δουν ποιοιν είνι αυτοίν που έχειν τόσιν παράδις κι κάνειν αυτό του καλό στου κόσμου. Μέσα σ' ούλ' το 'μαθι κι η βασιλιάς μας κι απουφασίζ' να πάγ' μι τη βασίλσα τ' ικεί.

Υστιρα απού πουλές μέρις ταξίδ' φτάσανι στου μέρους που ήταν η πύργους. Η κόρη τ' μόλις τσ' είδι απού μακριγιά τσ' γνώρσι. Τρέχ' αμέσους, βάζ' μια ατρίκια φουρισιά κι ένα κασκέτου κι πάγ' να τσ' προϋπαντήσ'. Η πατέρας κι η μάνα τσ' πού να τν' γνουρίσιν ύστιρα απού τόσα χρόνια, κι που τν' είχαν διώξ'. Αυτήν τσ' παίρν' μέσα, τσ' πιριποιείτι σα γκαρσόν. Μείναν άλαλ' απ' κείνα που 'δαν ικεί. Τώρα η βασιλιάς ήθιλι να μάθ' πού βρίσκαν αυτοίν τόσα λεφτά κι κάναν αυτό που κάναν. Απού δω, απού κει, του 'μαθι.

Τότι αυτός η βασιλιάς πήρει τν' απ'οφασ' να τσ' του γυρέψ'. Αυτοίν, μόλις τ'ακούσαν, είπαν στου βασιλιά: «Ηυχαρίστους θα στου δώσουμε, ιάν διχτείς να σι πατήσουμι μια βούλα στα πισνά σ'». Η βασιλιάς δε ντράπκι, παρά δέχκι. Μόλις πάγ' να κατιβάσ' του σώβρακού τ', η κόρη τ' τότι βγάζ1 τ'αντρίκια ρούχα, του κασκέτου κι τ' λέγ': «Πατέρα, τι σι λείπ' σ' αυτόν του κόσμου; Τόσα καλά κι αγαθά έχσ', δε ντράπκις να έρτσ' σ'αυτή τ' θέσ' γι' αυτό του πουτηράκ'; Κι γω τότι γι' αυτό του πουτηράκ' έκανα ό,τι έκανα, για να του απου-

Σελ. 172
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/173.gif&w=600&h=915

απουκτήσου. Ιγώ τότι ας πω πως δεν είχα μυαλό γιατί ήμαν μικρή, όμους κι συ, καθώς βλέπου, του ίδιου θα 'κανίς. Τότι ισύ μ'έδιουξις απ' του παλάτ' χωρίς να μι ρουτήγσ' τι γίνκα».

Τότι τ' δικαίουσι τ' κόρη τ' γι' αυτό που έκανι κι ζήσαν αυτοίν καλά κι μεις καλύτιρα.

ΛΦ 1558, 3-7. Παραλλαγή που κατέγραψε η Βασιλική Σταματή στην Αγιάσο της Λέσβου. Αφηγήτρια μια εβδομηντάχρονη γυναίκα.

Απόδοση στην κοινή νεοελληνική

Το ποτηράκι

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα αντρόγυνο που είχαν τρεις κόρες. Ο πατέρας τους ψάρευε. Μια μέρα, κει που κάναν ρόκα με τη μάνα τους, πήγε ένα αγόρι δέκα χρονών. Αυτό τους λέει: « Ω, θεια, μάνα δεν έχω, να 'ρθω να με πάρετε γιο;» Γελάσαν αυτές και του είπαν: «Έλα, σε παίρνουμε». Το μεσημέρι ήρθε κι ο πατέρας τους μ' ένα μεγάλο ψάρι στα χέρια του. Του 'παν την ιστορία για το παιδί και τους είπε: «Καλά κάνατε».

Το φωνάζει λοιπόν και του λέει: «Έλα να σε στείλω σ' ένα σπίτι, να πας αυτό το ψάρι. Όταν σε ρωτήσουνε πόσο κάνει, να πεις, όσο αξίζει». Το πήγε λοιπόν το μωρό και του έδωσαν ένα μετζίτι (τουρκικό νόμισμα). Την άλλη μέρα πιάνει πάλι το ίδιο το ψάρι. Τον έστειλε πάλι στο ίδιο σπίτι, γιατί ήταν πλούσιοι και μπορούσαν να τ'αγουράζουν. Του δώσαν τούτη τη φορά δυο μετζίτια. Την τρίτη μέρα, πάλι το ίδιο ψάρι πιάνει ο πατέρας τους. Όταν το πήγε στο σπίτι του, λέει στη γυναίκα του: «Σήμερα πια θα το φάμε εμείς αυτό το ψάρι». Όταν το καθαρίζανε κι ανοίξανε την κοιλιά του, βγάζουν ένα ποτηράκι από μέσα. Το μωράκι το παίρνει, το πλένει και το βάζει στο τραπέζι. Τότε ο πατέρας είπε: «Τούτο το ψάρι θέλει και κρασί». Πήραν μια οκά και κάτσανε να φάνε. Τρώγοντας και πίνοντας το μωράκι έβαλε να πιει κρασί μέσα στο ποτηράκι. Μόλις ήπιε και τ'ακούμπησε στο τραπέζι, γέμισε φλουριά το ποτηράκι. Άμα το είδαν τρόμαξαν. Όλοι τότε πίνανε απ' το ποτηράκι. Το γεμίζανε κρασάκι κι αδειάζανε φλουράκια. Γίνανε από φτωχοί ψαράδες πλούσιοι.

Πάντρεψαν τα κορίτσια τους κι είχαν και πολύ θησαυρό οι γέροι. Τότε τ' αγουράκι είπε: «Θα φύγω πιά από κοντά σας. Μόνο θέλω να μου δώσετε το ποτηράκι μαζί μου». Του το έδωσαν κι έφυγε.

Στο δρόμο που πήγαινε κάθισε σ' ένα καφενεδάκι, που 'ταν απέναντι στο παλάτι το βασιλικό, να ξεκουραστεί και να πιει κι έναν καφέ. Άμα ήπιε τον καφέ, βγάζει το ποτηράκι μέσα από την τσέπη του, ρίχνει νερό μέσα και το πίνει.

Σελ. 173
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/174.gif&w=600&h=915

Βάζοντάς το πάνω στο δίσκο γεμίζει φλουρά και τ' αδειάζει, μπαξίσι για το γκαρσόν. Απ' το παλάτι μια θεραπαινίδα της πριγκήπισσας, βλέποντας αυτό το συμβάν το λέει στην κυρά της. Τότε βγήκε και κείνη στο μπαλκόνι για να δει. Αυτός κάνει το ίδιο πράγμα. Η θεραπαινίδα λέει στην κυρά της: «Αυτό το ποτηράκι αξίζει να το 'χεις εσύ». Η βασιλοπούλα την αποπήρε, αλλά εκείνη πάει να του το γυρέψει. Λέει: «Η βασιλοπούλα σε παρακαλεί να της δώσεις το ποτηράκι». Εκείνος της είπε: «Για να της το δώσω, πρέπει να τη γνωρίσω πρώτα». Μια και δυο τον πήρε και τον πήγε μέσα στο δωμάτιο της. Γνωρίστηκαν. Τέλος πάντων, κάναν ό,τι κάναν εκεί και της το χάρισε κι έφυγε.

Με τον καιρό όμως ο σατανάς τα φανέρωσε. Άμα την είδε η μάνα της, τη ρώτησε, αλλά αυτή δεν της είπε τίποτα. Ο πατέρα της, βλέποντας να φουσκώνει, το κατάλαβε. Τη μάλωσε, την έδειρε, αλλά αυτή δεν φανέρωσε τίποτα. Τότε θέλησε εκείνος να τη διώξει απ'το παλάτι, για να μη τον κάνει ρεζίλι. «Γιατί, άμα δε φύγει», λέει στη γυναίκα του, «θα σας σκοτώσω και τις δυο». Τότε αυτή έφυγε και γύριζε από δω κι από κει, να βρει αυτόν που της έδωσε το ποτηράκι.

Σε μια χώρα, εκεί που γύριζε, τον βρίσκει. Αυτός, μόλις την είδε, της λέει: «Εχεις το ποτηράκι;» Και κείνη είπε: «Το 'χω». «Ε, τότε σωθήκαμε». Στη χώρα εκείνη τότε κάνανε έναν μεγάλο πύργο, να πηγαίνει εκεί όλος ο κόσμους, να τρώνε, να πίνουν χωρίς να πληρώνουν ούτε μια δραχμή. Όλα δε τα έξοδα θα τα κάναν εκείνοι με το περίσσιο φλουρί που 'βγάζε το ποτήρι. Βάλαν μέσα πολύ προσωπικό, για να εξυπηρετεί όποιον ερχόταν εκεί. Βούιξε όλη η οικουμένη μ' αυτό το πράγμα που κάναν αυτοί, γιατί πουθενά δεν είχε ξαναγίνει το ίδιο. Φτωχοί κι αφεντάδες τρέχαν απ' όλα τα μέρη, για να πάνε εκεί να φάνε, να πιουν και να δουν ποιοι είναι αυτοί που έχουν τόσους παράδες και κάνουν αυτό το καλό στον κόσμο. Μέσα σ' όλους το 'μαθε κι ο βασιλιάς κι αποφασίζει να πάει με τη βασίλισσά του εκεί.

Υστερα από πολλές μέρες ταξίδι φτάσανε στο μέρος που ήταν ο πύργος. Η κόρη τους, μόλις τους είδε από μακριά τους γνώρισε. Τρέχει αμέσως, βάζει μια αντρίκια φορεσιά κι ένα κασκέτο και πάει να τους προϋπαντήσει. Ο πατέρας κι η μάνα της πού να τη γνωρίσουν ύστερα από τόσα χρόνια, που την είχανε διώξει. Αυτή τους παίρνει μέσα, τους περιποιείται σαν γκαρσόν. Μείναν άλαλοι από κείνα που 'δαν εκεί. Τώρα ο βασιλιάς ήθελε να μάθει πού βρίσκαν αυτοί τόσα λεφτά κι κάναν αυτό που κάναν. Από δω, από κει, το 'μαθε.

Τότε αυτός ο βασιλιάς πήρε την απόφαση να τους το γυρέψει. Αυτοί, μόλις τ' ακούσαν, είπαν στο βασιλιά: «Ευχαρίστως θα στο δώσουμε, εάν δεχτείς να σου πατήσουμε μια βούλα στα πισινά σου». Ο βασιλιάς δεν ντράπηκε, παρά δέχτηκε. Μόλις πάει να κατεβάσει το σώβρακο του, η κόρη του βγάζει τ' αντρίκια ρούχα, το κασκέτο και του λέει: «Πατέρα, τι σου λείπει σ' αυτόν τον κόσμο; Τόσα καλά κι αγαθά έχεις, δε ντράπηκες να έρθεις σ' αυτή τη θέση γι' αυτό το ποτηράκι; Και 'γώ τότε γι' αυτό το ποτηράκι έκανα ό,τι έκανα, για να

Σελ. 174
Φόρμα αναζήτησης
Αναζήτηση λέξεων και φράσεων εντός του βιβλίου: Επεξεργασία παραμυθιακών τύπων και παραλλαγών AT 560-599
Αποτελέσματα αναζήτησης
    Ψηφιοποιημένα βιβλία
    Σελίδα: 155
    

    ΠΑΡΑΜΥΘΙΑΚΟΣ ΤΥΠΟΣ AT/ATU 570