Συγγραφέας:Αγγελοπούλου, Άννα
 
Καπλάνογλου, Μαριάνθη
 
Κατρινάκη, Εμμανουέλα
 
Τίτλος:Επεξεργασία παραμυθιακών τύπων και παραλλαγών AT 560-599
 
Τίτλος σειράς:Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας
 
Αριθμός σειράς:44
 
Τόπος έκδοσης:Αθήνα
 
Εκδότης:Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς
 
Έτος έκδοσης:2007
 
Σελίδες:519
 
Αριθμός τόμων:1 τόμος
 
Γλώσσα:Ελληνικά
 
Θέμα:Ελληνικά παραμύθια-Κατάλογος
 
Τοπική κάλυψη:Ελλάδα
 
Περίληψη:Στον πέμπτο αυτόν τόμο του Καταλόγου των Ελληνικών Παραμυθιών (βλ. και δημοσιεύματα ΙΑΕΝ αρ. 21, 26, 34 και 41) παρουσιάζεται η επεξεργασία του τελευταίου μέρους των μαγικών παραμυθιών (AT/ATU 300-749), που καλύπτει τους τύπους AT/ATU 560-649 (μαγικά αντικείμενα) και AT/ATU 650-699 (υπερφυσική δύναμη και γνώση).
 
Άδεια χρήσης:Αυτό το ψηφιοποιημένο βιβλίο του ΙΑΕΝ σε όλες του τις μορφές (PDF, GIF, HTML) χορηγείται με άδεια Creative Commons Attribution - NonCommercial (Αναφορά προέλευσης - Μη εμπορική χρήση) Greece 3.0
 
Το Βιβλίο σε PDF:Κατέβασμα αρχείου 10.44 Mb
 
Εμφανείς σελίδες: 195-214 από: 522
-20
Τρέχουσα Σελίδα:
+20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/195.gif&w=600&h=915

ΠΑΡΑΜΥΘΙΑΚΟΣ ΤΥΠΟΣ AT/ATU 575

Σελ. 195
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/196.gif&w=600&h=915 01 - 0002.htm

ΛΕΥΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

Σελ. 196
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/197.gif&w=600&h=915

ΠΑΡΑΜΥΘΙΑΚΟΣ ΤΥΠΟΣ AT/ATU 575

Το άλογο που πετά

AT: The Prince's Wings ATU: The Prince's Wings

Eberhard - Boratav no 136 III (1-4), no 175 IV, no 291 V_

To βασιλιόπουλον

Μια φορά 'τονε ένας βασιλιάς κι είχε κι ένα γιο. Και μαλώσανε ένας ζωγράφος μ' ένα ντουργκιέρη*. Είπε ντου ο ζωγράφος: «Το δίκιο να 'ναι δικό μου, να σου κάμω 'να μπεριστέρι, ν' ανεβαίνει μεσώρανα, κι από 'κειά να κατεβαίνει, να καθίζει σε νερό». Λέει κι ο ντουργκιέρης: «Εμένα να ρίξεις το δίκιο, να σου κάμω 'να μπεγιράκι*, να βγαίνει μεσώρανα, να πηαίνει όπου θες». Κάνει του 'να μπεγιράκι με τσι βίδες. Και ο βασιλιάς έχει έναν υγιό, και πήγε και κείνος εκειά που το σάζανε στην αυλή. Υστερα εμαλώσε ο βασιλιάς τον υγιό ντου, και βγαίνει στο μπεγίρι και καβαλικεύγει, και παίρνει γρόσα πολλά, και βάνει και το φαμέγιο* ντου στη γκαπούλα*.

Υστερα εγύρισε τη βίδα και ήφυγε και πήγε σ' άλλη χώρα, ήπεσε με το μπεγιράκι σε μνιας χήρας απάνω. Εγροίκησε* η χήρα το γτύπο, και πρόβαλε και είδε το βασιλιόπουλο στο δώμα. Υστερα κατεβαίνει και πάει στον ένα γκαβέ*, αφήνει 'να φλουρί, πάει στον άλλο, αφήνει 'να φλουρί. Υστερα λέγανε οι καβετζήδες: «Μπα να πολεμά να μασέ πνίξει και αφήνει τοσανά πλερώματα στσι καβέδες;»

Εκειά που μονοιάσανε πολλοί, είπανε πως ήχτισε επαδά ο βασιλιάς ένα μπύργο γυαλένιο, ψηλά, θεόρατο, κι ήβαλε τη θυγατέρα ντου και δεν τηνέ βρίσκει κιανείς. Επήγε ο νέος ποκάτω στο μπύργο, στο παραθύρι, και ήστεσε το μπεγιράκι και γύρισε τη βίδα και βγήκε στη γκορφή του πύργου κι ήβρε τη γκοπελιά. Η κοπελιά εξιπάστηκε αξαφνικά και φώνιαξε κι ήκουσε η νενέ τζη και ήφυγε αυτός. Και ο βασιλιάς ήβαλε κατράνι στο μπύργο απάνω, για να δει τη σκάρμη*, ήντά 'τονε που πήγε και ξίπασε τη θυγατέρα ντου. Και η κοπελιά δεν εμίλησε, μπα κι ήτονε η μοίρα τζη, και κατέβη τη μπρώτη αργατινή* κι ήβρηκέ τηνε. Και 'κειά που κατέβηκε αυτός και τη φίλησε, εκόλλησε μνια ολιά κατράνι στα ρούχα ντου. Αυτός είδε τη γαίνα* ντου στο κατράνι και πήγε και την ήβγαλε κι ήδωκέ ντηνε τση γρας, να τη γκάψει, να μην τηνέ δει ο βασιλιάς πως ήτονε κατρανιασμένη και να τονέ γραντίσει*. Και η γρα ελυπήθηκε τη

Σελ. 197
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/198.gif&w=600&h=915

γαίνα, και ήβγαλέ τηνε στο τελάλι και πούλιεν τηνέ. Και είδασίν τηνε, και μολόησέν τονε η γρα, πως ήτονε ο βασιλιόπουλος, και πήγαν και πιάσαν τονέ, να τονέ κρεμάσουνε. Και πάν' τονε στο μεϊντάνι να τονέ κρεμάσουνε, και λέει: «Άφησε να φέρω τα ταβλιά που μου'δωκε ο πατέρας μου να προσκυνώ απάνω, κι απόει με κρεμάσετε». Και σωρεύτηκε το βιλαέτι και κάνανε σεΐρι*, οντέν ήθελα τονέ κρεμάσουνε, και εκείνος εστάθηκε και στέλιωνε* το μπεγιράκι και δεν κατέχανε ήντά 'κανε και γύρισε τη βίδα στο μεϊντάνι στη μέση και σηκώθηκε το μπεγιράκι ψηλά, και πήγε θεόρανα, και πήγε ο βασιλιόπουλος κι ήπηρε τη γκοπελιά και ξαρίστη.

Παρνασσός Θ', 1885, σ. 237 - 238. Κρητική παραλλαγή από τη συλλογή του I. Ν. Ζωγραφάκη.

Λεξιλόγιο

Αργατινή = απόγευμα, απογευματινή Γαίνα (ή γάνα) = λεκές, λίγδα Γκαβές = καφενείο και καφές Γκαπούλα = καπούλια Γροικώ = ακούω Γραντίζω = βρίσκω τον μπελά μου

Μπεγιράκι = αλογάκι Ντουργκιέρης = ξυλουργός Σεΐρι = θέαμα, περίγελως Σκάρμη = ίχνη Στελιώνω = στερεώνω Φαμέγιος = υπηρέτης

ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΠΑΡΑΛΛΑΓΩΝ

ΗΠΕΙΡΟΣ

1. ΛΦ 1733, 1-3, Ζαγόρι, άτιτλο. Η αρχή παρόμοια με την παραλλαγή που δημοσιεύεται εδώ. Στη συνέχεια ο ήρωας ξεφεύγει με την έγκυο βασιλοπούλα πάνω στο ξύλινο, ιπτάμενο αλογάκι. Στο δρόμο έρχεται η ώρα της γέννας, ο ήρωας φεύγει, να βρει δαδί γιατί νύχτωσε, το αλογάκι του πιάνει φωτιά και δεν μπορεί να έρθει γρήγορα κοντά της. Η βασιλοπούλα απελπισμένη φεύγει. Στο τέλος το ζευγάρι ξανασμίγει.

2. Hahn 1, 261-263, αρ. 46, Ζαγόρι, «Der Mann mit der Reisekiste». Ο ήρωας (κάποιος πλούσιος) μέσα σε ιπτάμενη κιβωτό εμφανίζεται στη βασιλοπούλα που είναι κλεισμένη σε ψηλό πύργο και της ζητά να την παντρευτεί παριστάνοντας το γιο του Θεού. Όλοι τον πιστεύουν εκτός από έναν. Για να τους πείσει παίρνει μπαρούτι και κάνει τρομερό θόρυβο, τάχα πως βροντά ο Θεός. Το κιβώτιο όμως καίγεται κι ο πλούσιος δεν ξαναγυρνά.

Σελ. 198
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/199.gif&w=600&h=915

ΝΗΣΙΑ ΤΟΥ ΑΙΓΑΙΟΥ α. Κρήτη

3. Παρνασσός Θ', 1885, 237-238, «Το βασιλιόπουλον». Η παραλλαγή που δημοσιεύεται εδώ.

β. Κυκλάδες

4. Roussel, αρ. 9, Μύκονος, άτιτλο. Παρόμοια με την παραλλαγή του Hahn, βλ. παρ. αρ. 2.

ΠΟΝΤΟΣ

5. Αρχείον Πόντου Γ', 1931, 87-89, αρ. 5, Σούρμενα, άτιτλο. Παρόμοια με την ηπειρώτικη παραλλαγή (βλ. παρ. αρ. 1)

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΣΤΟΝ ΤΥΠΟ AT/ATU 575

Η διήγηση αυτή έχει δύο μορφές, μια απλή και μια πιο διευρυμένη1. Η απλή (στην οποία συγκαταλέγεται και η κρητική που δημοσιεύουμε εδώ) εμφανίζεται ήδη σε κάποια μεσαιωνικά κείμενα και στις 1001 Νύχτες. Η διευρυμένη περιλαμβάνει και στοιχεία από την ιστορία του Νεκτάνεβου, διήγηση που κυκλοφορούσε από πολύ παλιά στο χώρο της ανατολικής Μεσογείου και που ενσωματώθηκε επίσης στο Μυθιστόρημα του Αλέξανδρου. Η τελευταία αφηγείται πώς ο μάγος Φαραώ Νεκτάνεβος εξαπάτησε την Ολυμπιάδα παριστάνοντας το Θεό Άμμωνα για να κοιμηθεί μαζί της (γίνεται έτσι πατέρας του Αλέξανδρου)2. Το επεισόδιο αυτό συμπληρώνει τις δύο από τις πέντε ελληνικές παραλλαγές, του Hahn και του Roussel, οι οποίες εξάλλου περιέχουν και ένα άλλο παλαιότατο μοτίβο, αυτό της καύσης της ιπτάμενης κιβωτού3.

1. Karel Horalek, « Flügel des Königssohnes. AaTh 575», Enzyklopädie des Märchens, Band 4, σ. 1358-1365.

2. Η φυλλάδα του Μεγαλέξαντρου. Διήγησις Αλεξάνδρου του Μακεδόνος, Βενετία 1750, Ερμής, Αθήνα 1989. Επιμέλεια Γ. Βελουδής. Η ιστορία του Νεκτάνεβου στις σ. 513 της παραπάνω έκδοσης. Η πρώτη γραπτή μορφή της «ιστορίας» του Μεγαλέξανδρου, η οποία κυκλοφορούσε ως τότε προφορικά, ανήκει σε έναν ελληνόγλωσσο αλεξανδρινό συγγραφέα του 3ου αιώνα. μ.Χ., τον «Ψευδο-Καλλισθένη» (Γ. Βελουδής, ό.π., σ. ι').

3. Karel Horalek, ό.π., σ. 1360.

Σελ. 199
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/200.gif&w=600&h=915 01 - 0002.htm

ΛΕΥΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

Σελ. 200
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/201.gif&w=600&h=915

ΠΑΡΑΜΥΘΙΑΚΟΣ ΤΥΠΟΣ AT/ATU 576

Σελ. 201
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/202.gif&w=600&h=915 01 - 0002.htm

ΛΕΥΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

Σελ. 202
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/203.gif&w=600&h=915

ΠΑΡΑΜΥΘΙΑΚΟΣ ΤΥΠΟΣ AT/ATU 576

Το μαγικό μαχαίρι

AT: The Magic Knife

ATU: The Magic Knife_

ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΠΑΡΑΛΛΑΓΩΝ

ΗΠΕΙΡΟΣ

1. ΛΑ 315, 7, Θεσπρωτία, άτιτλο. Με το σπαθί το θαυματουργό του πατέρα του το παιδί κόβει αράδα τα κεφάλια των 40 δράκων και παίρνει το παλάτι τους στην κατοχή του.

ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΣ

2. ΛΑ 1186 (ΣΜ 16), 40-42, «Το βασιλόπουλο». Το παιδί με το ξίφος του πατέρα του, που έκοβε σαράντα μέτρα μακριά, σκοτώνει και τρομάζει τους δράκους και τους παίρνει τα λεπτά. Κερδίζει το στοίχημα της βασιλοπούλας: πηδάει τη λίμνη. Μπαίνει σ' ένα σπίτι χωρίς πορτοπαράθυρα από τη σκεπή και βρίσκει ένα δράκο που τον οδηγεί στην Πεντάμορφη. Εκεί του ορμάνε τα λιοντάρια και άλλα ζώα, αλλά τα σκοτώνει με το ξίφος του και παίρνει την Πεντάμορφη.

3. ΛΦ 939, 3-4, Πυλία, «Η Πεντάμορφη». Το βασιλόπουλο ξεκινάει να βρει την Πεντάμορφη του Κόσμου, που τη φυλάνε δράκοι. Βοηθός του η γριά μάγισσα, που του δίνει μαγική βέργα. Βαράει το λιοντάρι και ψοφάει, το ποτάμι και περνάει, την πόρτα του πύργου της Πεντάμορφης και μπαίνει μέσα. Την αρπάζει. Τον κυνηγούν οι δράκοι, αλλά βαρώντας το ποτάμι, καταφέρνει και περνάει, ενώ οι δράκοι δε μπορούν να περάσουν.

4. ΣΠ 25, 3-8, Αγριδέικα Αιγιάλειας, άτιτλο. Το παιδί, τραβώντας την ουρά της γαΐδουρίτσας που κόλλησε στη λάσπη, κάνει το λυπημένο βασιλόπουλο να γελάσει. Για χάρισμα ζητά τη βασιλοπούλα. Εχει έναν καθρέφτη που φέρνει φαγιά από ένα θεριό σ' ένα πηγάδι και τον αλλάζει με το σπαθί ενός κλέφτη που κόβει ό,τι το προστάξουν. Νικά τους εχθρούς του βασιλιά.

Σελ. 203
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/204.gif&w=600&h=915

ΝΗΣΙΑ ΤΟΥ ΑΙΓΑΙΟΥ

α. Νησιά Ανατολικού Αιγαίου

5. ΛΑ 550, 4, Νένητα Χίου, άτιτλο. Το βασιλόπουλο κλέβει το σπαθί του Μώρου από το παλάτι του. Το διατάζει και κόβει όλους τους παλατιανούς της όμορφης βασιλοπούλας, μπήγεται στη μαρμαρένια πόρτα και την ανοίγει. Το παιδί σαν κασίδης καταφέρνει να το βγάλει από την πόρτα. Παίρνει τη βασιλοπούλα.

β. Δωδεκάννησα

6. Hallgarten, 109-117, Ρόδος, «Der Neugierige King».

γ. Κυκλάδες

7. ΛΦ 1379, 1-12, Τήνος, άτιτλο. Συμφυρμός με AT/ATU 561 (Το μαγικό κεράκι /Αλαντίν). Ο ήρωας, γιος τσαγκάρη, ξεκινάει να βρει τις τρεις βασιλοπούλες που άρπαξε ο αετός. Πιάνει δουλειά σ' έναν Εβραίο και βρίσκεται μέσα σ' ένα τομάρι (που αρπάζει ο αετός) στο βουνό με τις διαμαντόπετρες (πβ. AT 936* (The Golden Mountain). Βρίσκει μαγικό σπαθί θαμμένο, που με το χτύπημά του γίνεται σκαλοπάτι. Κατεβαίνει κάτω σ' ένα υπόγειο παλιόσπιτο και βρίσκει μαγικό σουραύλι. Παρουσιάζεται αράπης που εκτελεί κάθε του επιθυμία (πβ. AT/ATU 561). Του φέρνει φαγητά κι αθάνατο νερό, ανασταίνει ένα νεκρό που τον βοηθάει. Τον ανεβάζει στον πύργο του δράκου. Με το ξιφάκι σκοτώνει το δράκο και ελευθερώνει τις βασιλοπούλες. Στο παλάτι εκτελεί τα ζητήματα του βασιλιά με το σουραύλι: νικάει στους αγώνες με τα άλογα, φτιάχνει πύργο χωρίς πόρτα, σπάει το αυγό. Παντρεύεται τη μία από τις κόρες και γίνεται βασιλιάς.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΣΤΟΝ ΤΥΠΟ AT/ATU 576

Το παραμύθι αυτό φαίνεται να υπάρχει καταγραμμένο -εκτός από την Ελλάδα, όπου υπάρχουν επτά παραλλαγές- μόνον σε ορισμένες σκανδιναβικές χώρες, όπως στη Φινλανδία, Σουηδία, Λαπωνία αλλά και στη Ρωσία. Πραγματεύεται την ιστορία ενός φτωχού νέου που βρίσκει ή κλέβει ένα μαγικό σπαθί. Μ' αυτό σκοτώνει τους δράκους και τους υπόλοιπους εχθρούς του και παίρνει τη βασιλοπούλα.

Σελ. 204
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/205.gif&w=600&h=915

ΠΑΡΑΜΥΘΙΑΚΟΣ ΤΥΠΟΣ AT/ATU 580

Σελ. 205
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/206.gif&w=600&h=915 01 - 0002.htm

ΛΕΥΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

Σελ. 206
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/207.gif&w=600&h=915

ΠΑΡΑΜΥΘΙΑΚΟΣ ΤΥΠΟΣ AT/ATU 580

Ο αγαπημένος των γυναικών

AT: Beloved of Women

ATU: Beloved of Women_

Περίληψη υπόθεσης

Ένας πατέρας πεθαίνοντας αφήνει στους τρεις γιους του την ευχή του: οι μεγαλύτεροι ζητούν πλούτη, ο μικρότερος ομορφιά ώστε να τον αγαπούν οι γυναίκες. Τα αδέρφια φεύγουν σε ταξίδι και διανυκτερεύουν σταδιακά σε τρία πανδοχεία. Ο μικρότερος κοιμάται με τη γυναίκα (ή την κόρη) του πανδοχέα, κι αυτή του δίνει τρία μαγικά αντικείμενα: ένα τραπεζομάντιλο που γεμίζει φαγιά, ένα κύπελλο που γεμίζει κρασί κι ένα ψαλίδι που ράβει μόνο του.

Τα αδέρφια φτάνουν σε μια πόλη, όπου όποιος μπαίνει πρέπει να ευνουχιστεί. Ο μικρότερος το αρνείται και τον κλείνουν στη φυλακή. Με τα μαγικά του αντικείμενα δίνει φαγητό και ποτό σε όλους τους φυλακισμένους. Η βασιλοπούλα θέλει να αποκτήσει τα αντικείμενα κι ο ήρωας δέχεται να της τα δώσει αν κοιμηθεί μαζί του. Γάμος.

ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΠΑΡΑΛΛΑΓΩΝ

ΝΗΣΙΑ ΑΝΑΤΟΛΙΚΟΥ ΑΙΓΑΙΟΥ

1. Georgeakis- Pineau, 27-31, Λέσβος, «Les trois fils du pêcheur». Τρία αδέρφια σώζουν τη ζωή ενός ψαριού, κι αυτό πραγματοποιεί τις ευχές τους: Στους δύο πρώτους δίνει πλούτη ενώ τον τρίτο θα κάνει άρχοντα, αφού πρώτα τον κάνει υπηρέτη των αδερφών του. Τα τρία αδέρφια φεύγουν σε ταξίδι και μένουν σε τρία πανδοχεία. Οι κοπέλες των πανδοχείων δίνουν στον μικρό τρία μαγικά αντικείμενα: μαντίλι που γεμίζει φαγητά, τάσι που γεμίζει κρασί και καπέλο που βγάζει κανονιές. Βλέποντας τον να τριγυρνά άσκοπα από δω κι από κει ο βασιλιάς τον κλείνει στη φυλακή, όπου δίνει φαγητό και κρασί στους φυλακισμένους και τελικά τη γκρεμίζει. Ο βασιλιάς του δίνει την κόρη του γυναίκα.

Σελ. 207
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/208.gif&w=600&h=915

ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΣ

2. Kretshmer, NM, 211-215, αρ. 49, Άγιος Ανδρέας Κυνουρίας, «Das Kartenspiel mit der Prinzessin». Τρία αδέρφια χαρίζουν διαδοχικά τη ζωή σε ένα ψάρι. Τα μεγαλύτερα ζητούν χρήματα, ο μικρότερος παίρνει ομορφιά κι έτσι όλες οι γυναίκες θέλουν να τον παντρευτούν. Ακολουθώντας τ' αδέρφια του, που πηγαίνουν να συναντήσουν τη βασιλοπούλα, παίρνει από δύο κορίτσια, που τον θέλουν για άντρα, μαγικά πράγματα: μια πετσέτα που του φέρνει φαγιά κι ένα φέσι, που, όταν το φορά, γίνεται ό,τι διατάξει. Τ' αδέρφια του παίζοντας χαρτιά με τη βασιλοπούλα χάνουν και κλείνονται στη φυλακή. Χάνει κι ο ίδιος, αλλά φορώντας το φέσι χαλάει με κανονιές τη φυλακή και το παλάτι. Αναγκάζει τη βασιλοπούλα να τον πάρει άντρα της.

Σελ. 208
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/209.gif&w=600&h=915

ΠΑΡΑΜΥΘΙΑΚΟΣ ΤΥΠΟΣ AT/ATU 590

Σελ. 209
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/210.gif&w=600&h=915 01 - 0002.htm

ΛΕΥΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

Σελ. 210
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/211.gif&w=600&h=915

ΠΑΡΑΜΥΘΙΑΚΟΣ ΤΥΠΟΣ AT/ATU 590

Η άπιστη μάνα

AT: The Prince and the Armbands ATU 590: The Faithless Mother

Delarue-Tenèze: La mère traîtresse, ou, Le ruban qui rend fort Eberhard Boratav no 108_

Παραλλαγή πρώτη. H κακιά μάνα, το αθάνατο νερό κι ο δράκος

Μια φορά κι έναν καιρό ήτο μια χήρα γυναίκα κι είχε κι ένα αρσενικό παιδί. Ε, αυτό λοιπόν το παιδί εδούλευε, το κακόμοιρο, και την ήζιε. Τούτη, εντωμεταξύ, έχει και κανένα καύκο (αγαπητικό).

Όταν ήτο λοιπόν να φύει αυτό το παιί να πάει στο μεροκάματο, επήαινε αυτός και την ηύρισκε. Ε! Και κάναν εγιά τον κακό τος τον καιρό. Ε! Το παιί επήαινε λοιπόν και κατιτί βέβαια επήρε χαμπάρι το παιί και την εμάλωνε. Της λέει: «Αυτόν τον κερατά να μην τον ξαναώ στο σπίτι, γιατί, άμα τον ξαναώ, θα σε σφάξω».

Εκείνος λοιπόν εμάνη και της λέει: «Να κάμεις την αρρωστημένη και να του πεις πως είσαι αρρωστημένη, να πάει να σου φέρει αθάνατο νερό από τα δυο βουνά, που 'νοίουν και κλειώνουσι, να πάει, να τον μπζιάσουν τα βουνά κει, να 'ποκάμει, να φύει από τη μέση, να σε πάρω 'γώ γυναίκα μου». Ε, αυτή λοιπόν η άπονη μητέρα του... Πάει το βράδυ και το παιί, που επέστρεψε από το μεροκάματο, την ευρίσκει κοίετο εκεί, εκοιμάτο στο κρεβάτι. Λέει: «Τ' έχεις, μάνα;» Λέει: «Αρρωστημένη 'μαι, παιί μου, και μου λέει ο γιατρός πως θέλω να πάρω αθάνατο νερό, να ενώ καλά». «Ε!», λέει, «κι αμέ τώρα, κακομοίρα μάνα; Ε, να πά' να σου φέρω και να επιστρέψω θέλω μάφε!» «Ε!», λέει, «να πάεις, παιί μου, αν ημπορείς».

Εκαβαλίκεψε λοιπόν το άλογό του και πήαινε. Στη στράτα λοιπόν, απού πήαινε το παλικάρι, παντήσει μια γρα γυναίκα. Λέει: «Πού πάεις, παλικάρι μου;» Λέει: «Πάω να φέρω της μητέρας μου έμμετι νερό αθάνατο από τα δυο βουνά». Αυτά ήταν δυο βουνά κι ενοίαν κι εκλειώνασι! Ε, αν ήτο βέβαια πιον ο άνθρωπος πουλί να χύσει, να το προκάμει, να ουτήσει το μαστραπά, επρόκανε! Αμά το να μην προκάμεις, σε μπζιάναν τα βουνά και σε λιώναν! Λέει: «Στο μέρος που πάεις, παιί μου, εν θα επιστρέψεις και λυπούμαι πολύ!» «Ε,

Σελ. 211
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/212.gif&w=600&h=915

εγώ επιστρέψω, κακομοίρα γρά, δεν επιστρέψω... Αν ηξέρεις τίποτα να με συμβουλέψεις, καλά». «Ε», λέει, «να πάεις, παιί μου, και αν είν' το άλογό σου τόσο μεταειρισμένο και πετάσει και ουτήσεις το μαστραπά...»

Ε, επήε λοιπόν αυτό... Ενοίαν λοιπόν κι εκλειώναν τα βουνά. Το άλογό του λοιπόν μεταειρισμένο επέτα! Παίζει λοιπόν, με το που 'νοίξαν τα βουνά, στο μουλάρι μια. Αυτός είχε ένα μαστραπά, τον εβούτηξε και στρέφει λοιπόν κατ' ευτεία το άλογο και δεν τον επρόκαμε το βουνό. Ε, έρκεται λοιπόν... Αυτός όμως είχε αγαπητικιά, ο νεαρός, και σαν ήρκετο λοιπόν, επίστρεψε στης αγαπητικιάς του. Αυτή η κοπέλα ήτο προνότισσα, πώς το λένε, απού προνοούσε. Έπιασε λοιπόν η κοπέλα το νερό αυτό, το αθάνατο, και το φύλαξε και του έμωσε το μαστραπά νερό από τη λατσία. Αυτός λοιπόν εκάθισε κει, του 'καμε τον καφέ η αγαπητικιά του και μετά επίστρεψε στο σπίτι. Πάει στη μάνα του, λέει: «Έρτα, μητέρα». Λέει: «Έρτες, παιί μου;» Ε, αφήνει λοιπόν το νερό και σαν το 'πιασε κείνη, είπε κατ' ευτεία: «Ε, παιί μου, ελαφρύναν τα σωθικά μου. Ελαφρύναν τα σωθικά μου, εΐνηκα καλά!» «Ε», λέει, «μαγάρι, κακομοίρα μάνα, να 'σαι καλά». Ε, το πουρνό λοιπόν λέει: «Είμαι πολύ καλά, παιί μου, τώρα».

Επεράσαν λοιπόν πάλι πέντ' έξε μέρες. Πάει λοιπόν ο κλέφτης πάλι αυτός και λέει: «Ήρτε ο κερατάς;» Λέει: «Ήρτε», λέει, «κι αμέ τώρα πώς θα τον κάομε;» «Να του πεις τώρα πως θέλεις το αθάνατο καρπούζι, απού 'ναι μες στο δάσος ένας δράκος και πετάσει το καρπούζι στον ουρανό κι έρκεται πάλι στον πάτο και το ένα του χέρι φτάνει στον ουρανό και το άλλο είναι στη γη. Ατού άμα πάει, δεν θα γλιτώσει!»

Επεράσαν λοιπόν πέντ' έξε μέρες, κάνει λοιπόν αυτή πάλι την αρρωστημένη. «Επέρασέ μου, παιί μου, και τώρα πάλι μ' ήμπζιασε κι ήρτε πάλι ο γιατρός και μου λέει πως θέλω τώρα το αθάνατο καρπούζι να πάρω, να φάω, να ενώ καλά». «Ω, κακομοίρα μάνα, να πάω λοιπόν πάλι να δω!»

Ε, καβαλικεύει αυτός λοιπόν πάλι το άλογό του, πάει. Στη στράτα που πήαινε, παντήσει πάλι μια γρα. Λέει: «Πού πάεις, παιί μου;» Λέει: «Πάω να φέρω το αθάνατο καρπούζι της μάνας μου, απού 'ναι 'ρωστημένη κι είπε της ο γιατρός πως πρέπει να το φάει, για να ενεί καλά». «Ε», λέει, «εκειά που πάεις, παιί μου, εν θα στρέψεις!» «Ε!», λέει, «ό,τι ξέρεις, καημένη γρα, συμβούλεψέ με». Λέει: «Να πάεις κι αυτός είναι ένας αόμματος, ο δράκος, και δεν έχει ούτε μάδια. Μόνο είναι μες στο δάσος κι έχει μια καρπούζα και την πετάσει στον ουρανό κι έρκεται πάλι στα χέρια του. Αυτός φωνάζει ούλη την ημέρα: «Πάνω καρπούζι, κάτω καρπούζι!» Περισσότερα δεν είπε η γρα.

Ε, όταν επήε αυτός κι ήθελε λοιπόν δυο μίλια ακόμα να πλησιάσει στο μέρος, 'κούει το παλικάρι: «Πάνω καρπούζι, κάτω καρπούζι!» Λέει: «Εδώ 'ναι ο δράκος!» Ε, πάει λοιπόν αυτός, επλησίασε σιμά. Την ώρα που πέταξε την καρπούζα κι ήρκετο κάτω, πετάσεται, σαν το πουλί, το άλογο και το παλικάρι πιάνει την καρπούζα και στρέφει.

Όταν επίστρεφε λοιπόν το άλογο ύστερα, καταλαβαίνει ο δράκος πως δεν

Σελ. 212
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/213.gif&w=600&h=915

ήρτε η καρπούζα κάτω, κλείνει και τις δυο του χέρες. Ήταν αδειανές! Και τότε γαζώνει το άλογο από την ορά. Το άλογο όμως εμίλα και λέει: «Κόψε, σκύλε, την ορά!» Τραβά λοιπόν αυτός, το παιί, το σπαθί του και κόβγει την ορά του μουλαριού. Ε, εξεγλίτωσε λοιπόν το μουλάρι κι ήφυε.

Στο δρόμο λοιπόν απού πήαινε έπειτα, ήκλαιε λοιπόν το άλογο κι ήλεε: «Όλα τ'αλόγατα 'χουν ορά κι εγώ 'μαι κουσσοράης!» Λέει: «Μη χολιάς, αλογατάκι μου, κι εγώ θα σου την κάνω μαλαματένια!» Ε, πάει λοιπόν. Ντήσσει λοιπόν πάλι το παιί από της αγαπητικιάς του. Λέει: «Ήρτες;» Λέει: «Ήρτα», λέει, «ήφερά την». Πιάνει λοιπόν η κοπέλα την καρπούζα και τη φυλάει και του βάλλει μες στον τουρβά άλλη καρπούζα.

Πάει λοιπόν στης μητέρας του. Λέει: «Έρτες, παιί μου;» Λέει: «Ήρτα, μάνα». Λέει: «Ήφερες την καρπούζα;» Λέει: «Ήφερά την». Κόβγει την λοιπόν, τρώει την. «Ενεσάναν τα σωθικά μου, εΐνηκα καλά!» «Ε!», λέει, «μαγάρι, κακομοίρα μάνα, κι εγώ έρημος στον κόσμο εγιάμ απού εν έχω μηέ άλλη μάνα μηέ αφέντη!»

Σαν επήε το παιί το πουρνό στο μεροκάματο, πάει ο μάγκας πάλι. Λέει: «Ήρτε ο κερατάς;» Λέει: «Ήρτε», λέει, «κι αμέ τώρα πώς θα τον καταστρέψομε;» Λέει: «Ξέρεις τι θα κάμομε; Να του πεις: αύριο είναι Σάτο. Έλα, παιί μου, να σε λούσω, απού γύριζες τόσον καιρό τα λαγκάδια. Να το λούσεις, να του ρίξεις τα σαπούνια μες στα μάδια του, να 'ρτω με τη μαχαίρα, να το σφάξω».

Ε, όπως την εσυμβούλεψε, το 'καμε αυτό. Ήτο χωσμένος αυτός, του 'ριξε λοιπόν τα σαπούνια, που τον ήλουνε, μες στα μάδια και πάει αυτός με τη μαχαίρα και τον κόβει και τον βάλλει μες στη ζιμπίλα κι απόει τον φορτώνει στο άλογο και το άλογο βέβαια το ζώξασι, έφυε.

Πού να πάει το άλογο, πού να μην πάει;... Πάει στης αγαπητικιάς, απού 'το μαθημένο να πηγαίνει εκεί. Ε, μόλις το 'δε λοιπόν η αγαπητικιά, το γνώρισε, το 'φερε μέσα, ξανοίει (κοιτάζει) μες στη ζιμπίλα. Το παιί είναι σφαμένο μέσα. Μπζιάνει λοιπόν, το ταιριάζει το σώμα του και χύνει απάνω το αθάνατο νερό και του κόβει την αθάνατη καρπούζα , απού 'χε χωσμένη και του ήδωκε την άλλη να πάρει στη μάνα του, και τη βάζει στο στόμα του παλικαριού και το παιί 'νεστήθηκε. «Ε, που γλυκά κοιμόμουνα και με ξυπνήσετε!...» Λέει: «Εκοιμάσου γιά σφαμένος ήσουν;» Λέει: «Το γνωρίζω. Μόνο τώρα», λέει, «περίμενε δυο λεφτά».

Καβαλικεύει το άλογό του και στρέφει και πάει στο σπίτι και τους ευρίσκει και κοιμούντο κι οι δυο: ο μάγκας κι η μάνα του. Λέει: «Εγιά 'στε κι οι δυο!» Βγάζει λοιπόν το σπαθί του και τους σφάζει και τους δυο. Κι απόει στρέφει και πάει στης αγαπητικιάς και παντρεύτηκαν και τρώαν και πίναν κι εψοφούσαν κι από την πείνα.

Märchen der europaischen Völker (von Prinzen, Trollen und Herrn Fro), Jahresgabe 1965, Ashendorff, Münster Westf., Germany, σ. 67-72. To παραμύθι αυτό μαγνητοφώνη-

Σελ. 213
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/214.gif&w=600&h=915

σε η Marianne Klaar στην Κάσο, στις 15. 12. 1964. Αφηγητής ο σαρανταπεντάχρονος Δημήτριος Φιλιππής, από την Καθίστρα Αγίας Μαρίνας.

Παραλλαγή δεύτερη. Το ορφανό καρπούζι

Μια φορά και έναν καιρό, μπήκαν Γερμανοί σε ένα χωριό. Όλοι έφυγαν από το χωριό, μονάχα έμεινε ένα παιδί με την αδερφή του και είχαν και ένα άλογο. Το άλογο αυτό, ό,τι το έλεγαν, έκανε. Ένα πρωί σηκώθηκαν και λένε στο άλογο: «Θα φύγομε και θα πηγαίνεις εκεί που θα σου λέμε εμείς. Τι λες;» «Θα αποφασίσομε ναι, να φύγομε» απάντησε το άλογο.

Μπαίνουν καβάλα και οι δυο και προχωρούν. Πήγαν μακριά, πολύ μακριά, έφτασαν σε άγνωστο τόπο, μέσα σε ένα λόγκο. Εκεί βρίσκουν ένα σπιτάκι. «Εδώ θα καθίσομε», λένε. Μια γριούλα τους λέγει: «Παιδιά μου, μην κάθεστε». «Γιατί, γιαγιά;» απαντούν τα παιδιά. «Γιατί αυτού κάθονται δράκοι και θα σας φάν'». «Πού είναι οι δράκοι τώρα, γιαγιά;» «Είναι πέρα μακριά σε ένα χωριό, να βρουν τίποτα να φάν' το βράδυ».

Εκεί που τα λέγανε αυτά, ξεκουμπάει ένας δράκος στην πόρτα, έρχονταν ζαλκωμένος κρέατα. Κοιτάει επάνω στο τζάκι, βλέπει άλλους δυο που καθόνταν. «Α, α! Άλλος φρέσκος μεζές ετούτος», είπε και όρμησε να τους φάει. Τότε του δίνει μια με το σπαθί του το παιδί και τον εσκότωσε. Μπήκαν και οι άλλοι μέσα και τους εσκότωσε όλους με το σπαθί του και τους πήρε και τους πέταξε όλους σε ένα λαγκάδι. Ήταν σαράντα δράκοι και όλους τους εσκότωσε, σε έναν μόνο δεν είχε βγει η ψυχή του ακόμη. Πήγε η κοπέλα και τον εσίμωσε, τον έβαλε επάνω στο νταβάνι και τον περιποιόνταν ως ότου γίνει καλά.

Ο αδερφός της κάθε πρωί πήγαινε στο κυνήγι. Ένα πρωί σηκώθηκε η αδερφή του και του λέγει: «Αδερφούλη μου, σήμερα δεν θα πας πουθενά». «Γιατί;» απαντά εκείνος. «Γιατί δεν μπορώ». «Τι θέλεις να γίνεις καλά;» «Θέλω το αθάνατο νερό». Ήθελε να τον ξεκάνει τον αδερφό της, γιατί ο δράκος είχε γίνει καλά και ήθελε να τον πάρει άντρα της.

Το αθάνατο νερό ήταν μέσα σε δυο βουνά που άνοιγαν και έκλειναν. Όποιον έκλειναν μέσα, χανόταν. Λέει στο άλογο το παιδί: «Θα πάμε, αλογάκι μου;» «Θα πάμε», απάντησε εκείνο. Μπαίνει καβάλα στο άλογο και ξεκινούν. Στο δρόμο που πήγαιναν βρίσκουν ένα λαγκάδι πολύ βαθύ. Εκεί ήταν ένας βασιλιάς. «Για πού πηγαίνεις, καλόπαιδο;» «Πηγαίνω για το αθάνατο νερό. Τι λες, θα μπορέσω να το βρω;» «Αχ, παιδάκι μου, εκεί που είναι το αθάνατο νερό, δεν μπορεί κανένας να το πάρει». «Εγώ θα πάω και θα το φέρω». «Εάν το πάρεις το νερό, θα σε κάνω παιδί μου, θα σε στεφανώσω με την κόρη μου».

Και επήγε εκεί που ήταν το νερό και λέει στο άλογο: «Θα τρέξεις όσο μπορείς, για να μην μας κλείσουν μέσα τα βουνά, γιατί θα χαθούμε». Έβγαλε το

Σελ. 214
Φόρμα αναζήτησης
Αναζήτηση λέξεων και φράσεων εντός του βιβλίου: Επεξεργασία παραμυθιακών τύπων και παραλλαγών AT 560-599
Αποτελέσματα αναζήτησης
    Ψηφιοποιημένα βιβλία
    Σελίδα: 195
    

    ΠΑΡΑΜΥΘΙΑΚΟΣ ΤΥΠΟΣ AT/ATU 575