Συγγραφέας:Αγγελοπούλου, Άννα
 
Καπλάνογλου, Μαριάνθη
 
Κατρινάκη, Εμμανουέλα
 
Τίτλος:Επεξεργασία παραμυθιακών τύπων και παραλλαγών AT 560-599
 
Τίτλος σειράς:Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας
 
Αριθμός σειράς:44
 
Τόπος έκδοσης:Αθήνα
 
Εκδότης:Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς
 
Έτος έκδοσης:2007
 
Σελίδες:519
 
Αριθμός τόμων:1 τόμος
 
Γλώσσα:Ελληνικά
 
Θέμα:Ελληνικά παραμύθια-Κατάλογος
 
Τοπική κάλυψη:Ελλάδα
 
Περίληψη:Στον πέμπτο αυτόν τόμο του Καταλόγου των Ελληνικών Παραμυθιών (βλ. και δημοσιεύματα ΙΑΕΝ αρ. 21, 26, 34 και 41) παρουσιάζεται η επεξεργασία του τελευταίου μέρους των μαγικών παραμυθιών (AT/ATU 300-749), που καλύπτει τους τύπους AT/ATU 560-649 (μαγικά αντικείμενα) και AT/ATU 650-699 (υπερφυσική δύναμη και γνώση).
 
Άδεια χρήσης:Αυτό το ψηφιοποιημένο βιβλίο του ΙΑΕΝ σε όλες του τις μορφές (PDF, GIF, HTML) χορηγείται με άδεια Creative Commons Attribution - NonCommercial (Αναφορά προέλευσης - Μη εμπορική χρήση) Greece 3.0
 
Το Βιβλίο σε PDF:Κατέβασμα αρχείου 10.44 Mb
 
Εμφανείς σελίδες: 237-256 από: 522
-20
Τρέχουσα Σελίδα:
+20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/237.gif&w=600&h=915

Π APΑΜΥΘIΑΚΟΣ ΤΥΠΟΣ AT/ATU 592

Σελ. 237
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/238.gif&w=600&h=915 01 - 0002.htm

ΛΕΥΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

Σελ. 238
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/239.gif&w=600&h=915

ΠΑΡΑΜΥΘΙΑΚΟΣ ΤΥΠΟΣ AT /ATU 592

Ο χορός στα αγκάθια

AT: The Danse among thorns ATU: The Danse among thorns Delarue-Tenèze: La danse dans les épines Grimm no 110: Der Jude im Dorn_

Ο Ντρελοτυχερός

Μια φορά κι έναν καιρό ήτανε δύο αδέρφια. Το λοιπό μια μέρα που εγυρίζανε μαζί στα χωρία, τι τσου εβουλήθηκε ν' ανεβούνε απάνου σε μία συκιά. Και κείνο η συκιά είχε δύο σύκα και το ένα ήτανε γούρμο και το άλλο άγουρο. Ο κουέτος (ήσυχος) έφαε το γούρμο σύκο και ο ντρελός εκαθότουνα απάνου στη συκιά να γουρμάσει. «Μωρέ, καλέ! Μωρέ, κακέ!», ο αδερφός του του 'λεγε. Τίποτσι εκείνος. «Μωρέ, θά 'ρουνε τη νύχτα θερία». Το λοιπό στο τέλος τον έπεισε. «Γούρμο», λέει, «ή άγουρο, θα ντο φάω. Στη συκιά το είδα και θα ντ' αφήσω;» Τρώει το σύκο και ξεκινάνε έπειτα.

Οπού στο δρόμο βρίσκει ο ντρελός ένα αδράχτι. «Μωρέ», λέει, «θα ντο πάρω για σφόντυλο τση μάνας μου!» Το παίρνει και πηαίνανε. Οπού φτάνουνε σ' ένα γάμο. Τσι καλέσανε να φάνε. Ο ντρελός το λοιπό ήτανε πολύ φαγάς. «Πώς θα ντη κάνω», λέει, «να μη γενώ ρεντίκουλο!» «Εγώ», λέει ο κουέτος, «θα σε προσέχω. Κι άμα ιδώ και παρατρώς, θα σου πατήσω το πόδι κι εσύ να πάψεις το φαΐ!» Οπού πραγματικώς, εκάτσανε στο τραπέζι, που είχε και του πουλιού το γάλα. Αλλά εκεί που αρχινήσανε να τρώνε, περνάει μία γάτα από πάνου από το πόδι του ντρελού κι εκείνος έλεε πως επαράφαε και πως τον επατούσε ο αδερφός του. Μία και παύει το φαΐ. «Μωρέ, φάε!» του λέγανε. «Φάε και είναι ωραίο το φαΐ». Τίποτα εκείνος. «Φχαριστώ», λέει, «δεν πεινάω». Οπού ήρθε η ώρα του ύπνου. Έτσι επήγανε να κοιμηθούνε, λέει ο ντρελός στον κουέτο: «Μωρέ θα πάω στην παδέλλα, μπέρτα κι έμεινε τίποτες, γιατί δε βαστάω από την πείνα». «Καλά», λέει, «πήγαινε. Φέρε και με καμία κουταλιά». Πάει το λοιπό στην κουζίνα κι έκαμε φαΐ, που εθαραπάηκε. Υστερα γιομίζει κι ένα πιάτο μακαρόνια και τα πάει για τον αδερφό του. Κι αντίς να πάει στην κάμερά του, επήε στην κάμερα της νύφης. Οπού η νύφη βγάνει τσι φωνές. «Ω, συφορά», λέει ο φρόνιμος, «να φύγουμε από δω. Πάμε ογλήγορα κα-

Σελ. 239
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/240.gif&w=600&h=915

καλιά μας, μη ντροπιαστούμε!» Ο ντρελός πού ν' ακούσει! Παίρνει το πιάτο με τα καφτά μακαρούνια και το αδειάζει στον πισινό τση νύφης. «Έλα», του φώναζε ο αδερφός του. «Έλα, τι κάνεις εφτού;» «Έρχουμαι! Τώρα!» Σηκώνεται λοιπό και πάει όξω. Αλλά κάνει να κλείσει την πόρτα κι εκείνος τη σηκώνει στον ώμο του. «Μωρέ, τι είναι εφτό που έκαμες!» λέει ο κουέτος. «Άσ' τηνε την πόρτα. Τι να την κάμουμε!» «Όχι», λέει, «θα την πάρω κοντά μου».

Πηαίνανε, πηαίνανε. Απαντέχουνε ένα δέντρο ψηλά. Ανεβαίνουνε απάνου κι εκαθόντανε. Οπού εκεί που αναπαυόντανε στη δροσία, ακούνε κάτι πατήματα από κάτου. Ήτουνα κάτι Οβραίοι, που επουλούσανε λιβάνια και διάφορα άλλα. «Εδώ», λέει, «θα κάτσουμε να φάμε». Στρώνουνε ένα τραπέζι κι είχανε ουλουνού του κόσμου τα καλά. Και εκεί που τα δύο αδέρφια τσι γουστάρανε, λέει ο ντρελός: «Θέλω να κατουρήσω». «Στάσου, μωρέ!» λέει ο κουέτος. «Θα μας σκοτώσουνε!» Αλλά πού ν' ακούσει εκείνος! Και οι Οβραίοι δεν εκαταλάβανε τίποτα. «Μωρέ, ωραία δροσία εδωπά ρίχνει το δέντρο!» λέανε. Εκεί που ήτανε στο αποφάωμα, λέει ο ντρελός: «Έχω», λέει, «να κάμω κάκα μου!» «Ω συφορά μου!» λέει ο άλλος αδερφός. «Τώρα είναι που θα μας χαλάσουνε!» « Τι», λέει, «θα σκάσω εγώ; Θα κάμω!» Οπού πραγματικώς, κάμνει κάκα του και πέφτει απάνου στο πιάτο του ενός Οβραίου. Κοιτάει εκείνος ψηλά και λέει:

«Μέγας πούλαρος πέρασε,

μέγαν κότσιλον (κουτσουλιά) έριξε!»

«Καλά», λέει ο κουέτος, «τη γλιτώσαμε και τούτη». Σε λίγο λέει ο ντρελός: «Εκουράστηκα», λέει, «να βαστάω ετούτη την πόρτα. Θα την πετάξω». «Τώρα, μωρέ εχαθήκαμε!» λέει ο αδερφός του. «Θα μας σκοτώσουνε, μωρέ, οι Οβραίοι και με το δίκιο τους». Αλλά πού εκείνος! Γρρρ, ένα σαραβολητό, πέφτει η πόρτα κάτου. Οπού φύγει - φύγει οι Οβραίοι. Κατεβαίνουνε τότες τα δύο αδέρφια και φάγανε ούλα τα καλά του τραπεζιού. Έπειτα αρχίσανε το τραγούδι. Το λοιπό εξέχασα να πω πως ευτός ο ντρελός ήτουνα και τραυλός. Οι Οβραίοι τον ακούανε που ετραγουδούσε έτσι ανακατωτά, τα εμπουρδούλιζε και λέανε: «Ποίος ξέρει τι γλώσσα είναι!» Πάνε κοντά. «Να σου δώσουμε», λέει, «ό,τι-ό,τι, αλλά να μας μάθεις να μιλούμε έτσι!» «Εύκολο πράμα», λέει εκείνος. «Να μ' αφήσετε να σας κόψω τη γλώσσα». Οπού πραγματικώς στέκονται και τσου κόβει τη γλώσσα. Έπειτα λέει: «Τι να σου δώσουμε;» «Δε θέλω», λέει εκείνος, «παρά το λιβάνι σας. Θα πάω να λιβανίσω το Θεό».

Το λοιπό παίρνει το λιβάνι και πάει απάνου στο βουνό και λιβάνιζε. Και κατεβαίνει ο Θεός και του λέει: «Τί χάρη θέλεις να σου κάμω, που εσύ μου προσφέρεις τέτοια ευωδία;» «Θέλω», λέει, «Θε μου, μία σαρμόνικα, που έτσι την παίζω, να χορεύουνε σαρτούμενα, πετούμενα κι όποιος κι αν την ακούει». Το λοιπόν ο Θεός του 'δωσε τη σαρμόνικα. Έτσι την είχε ο ντρελός στα χέρια του, λέει στον αδερφό του: «Να χωρίσουμε. Θα πάω υπερέτης σ' ένα παπά». Όπως

Σελ. 240
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/241.gif&w=600&h=915

κιόλας αφού εχωρίσανε, πάει στου παπά. Οπού είχε μίαν αυλή γουρούνια. «Θα πηγαίνεις», λέει ο παπάς, «να τα βόσκεις. Να σου δίνω και το φαΐ σου και να κάθεσαι ούλη μέρα έξω με δαύτα». Το λοιπόν εκείνος εκαθόντουνα κι έτρωε, κι έτσι έτρωε, αρχίναε τη φλογέρα. Παίξιμο αυτός, χορό τα γουρούνια. Το βράδι τα 'βλεπε ο παπάς ψόφια στην κούραση. «Μωρέ», λέει, « να τον ακλουθήσω», λέει, «μία μέρα, για να ιδώ τι τσου κάνει!» Και πού να τρουπώσει, οπίσω από 'να φράχτη. Ο ντρελός τον εμυρίστηκε πως είναι εκεί από πίσω κρυμμένος. Αρχινάει λοιπό τη σαρμόνικα. Χορό ο παπάς από πίσω από το φράχτη! «Αμάν! Του 'λεγε. Σώνει τώρα!». Τίποτε εκείνος, χειρότερα. Έσκισε τα ράσα του στο φράχτη, ήτουνα σ' ελεεινή κατάσταση. Οπού, να σου και περνάει ένας μ' ένα γαϊδούρι φορτωμένο κατρογυάλια. «Ε!» λέει ο ντρελός, «δώσε μου ένα να κατουρώ» «Χαζίρι», λέει, «σ' έχω;» «Σώπα, μωρέ κι έννοια σου!» λέει εκείνος. Αρχινάει τη σαρμόνικα. Χορό εκείνος, χορό ο γάιδαρος. Πάνε τα κατρογυάλια. Δεν έμεινε ούτε ένα. Οπού εκεί που εχορεύανε, να σου κι ένας με πορτοκάλια. «Δώσε μου, μωρέ και διψάω», λέει ο ντρελός. «Ό,τι το 'λεγα», λέει, «που θα σου δώσω πορτοκάλι!» Αρχινάει εκείνος τη σαρμόνικα. Χορό ο πορτοκαλάς, χορό κι η καρέτα (αμάξι) με τα πορτοκάλια. Οπού τα 'καμε ούλα άχερα. Οπού έτσι εκουράστηκε να παίζει, λένε εκείνοι ούλοι: «Πάμε», λέει, «στην αστυνομία», να ντο πούμε, να σε συγυρίσουμε». «Πάμε», λέει εκείνος. Αρχινάει ο παπάς την ιστορία. Το λοιπό οι αστυνόμοι εγελούσανε. «Για να πειστούμε», λέει, «πρέπει να το ιδούμε ευτό το απαράτο (φαινόμενο)». «Να με δέσετε καλά», λέει ο παπάς πρώτα, «για να μη χορεύω εγώ, γιατί θα ιδείτε πράμα, που δεν το ξαναείδαν τα μάτια σας». Τόνε δένουνε καλά τον παπά και βάνουνε τον ντρελό να παίξει την σαρμόνικα. Οπού αμέσως, χορό οι δικαστές, χορό ο αστυνόμος, χορό ούλοι. «Πήγαινε», λέει, «χριστιανέ μου! Είσαι ελεύθερος», λένε ετότες. «Άσε να περνάει η ώρα σου. Κακό δεν κάνεις».

Μαριέτα Mtvcó-cou, «Παραμύθια από τη Ζάκυνθο», Λαογραφία ΙΑ', 1934-1937, σ. 490-493. Αφηγήτρια η Διονυσία Τζερμένου, χρονών 55, από το Χουρχουλίδι.

ΣΥΝΘΕΤΙΚΗ ΠΑΡΑΛΛΑΓΗ

I. Μαγικά αντικείμενα και ιδιότητες του ήρωα

α: Ένα παιδί" α1: παλαβό' α2: γιος παπά" α3: βοσκός" α4: άλλο' α5: τον κακομεταχειρίζεται' α6: η μητριά του' α7: το αφεντικό του.

β: Δίνει το ψωμί του (άλλο) σε μια γριά' β1: που είναι νεράιδα' β2: σ' ένα γέρο' β3: που είναι ο Χριστός' β4: άλλο' β5: και του δίνεται μια φλογέρα' β6: σε αντάλλαγμα με το θυμίαμα που έκαψε για το Θεό' β7: του δίνεται η δυνα-

Σελ. 241
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/242.gif&w=600&h=915

δυνατότητα να ζητήσει να εκπληρωθεί (ούν)' β8: μία ευχή' β9: άλλο' β10: που κάνει τα πάντα να χορεύουν.

γ: Ο ήρωας εύχεται ν' αποκτήσει' γ1: ένα όργανο, που, όποιος ακούει τη μουσική του, να χορεύει χωρίς σταματημό' γ2: ένα όπλο που να βρίσκει πάντα το στόχο του' γ3: άλλο' γ4: βρίσκει έναν αυλό.

ΙΙ. Ο καταραμένος χορός

α: Ο μουρλός ήρωας με τη φλογέρα (άλλο)' α1: κάνει να χορέψουν' α2: ο παπάς' α3: ο γυρολόγος με τα γυαλικά' α4: άλλο" α5: στα αγκάθια' α6: και τους καταστρέφει' α7: το εμπόρευμα' α8: την άμαξα' α9: τα ράσα, αφήνοντάς τον γυμνό' α10: άλλο.

β: Η γυναίκα του παπά τον παίρνει για το διάβολο' β1: και φεύγει' β2: παντρεύεται τον ήρωα.

γ: Ο μουρλός αναγκάζει τον παπά (άλλο) να του δώσει την κόρη του για γυναίκα' γ1: παντρεύεται τη βασιλοπούλα (άλλο) που του το υπόσχεται για να σταματήσει το χορό' γ2: κάνει τα πρόβατα να πρηστούν από το χορό' γ3: και κερδίζει το στοίχημα με τον παπά ότι θα τα παχύνει βοσκώντας τα στην άμμο' γ4: τον σκοτώνει' γ5: βάζοντας φωτιά στα βάτα.

δ: Ο ήρωας πέφτει στο πηγάδι (άλλο)' δ1: τον κάνει να πέσει ένας γνωστικός (άλλο) που παίζει τη φλογέρα του' δ2: και πνίγεται.

ε: Σκοτώνει τη μάνα του με ζεματιστό νερό γιατί τον μάλωσε' ε1: βάζει φωτιά στ' αγκάθια και καίει τον παπά.

III. Ο μουρλός ήρωας γλιτώνει την τιμωρία

α: Ο ήρωας οδηγείται' α1: στο δικαστή' α2: στους χωροφύλακες' α3: άλλο' α4: και παίζει τη φλογέρα του (άλλο)' α5: και όλοι χορεύουν' α6: και ο δεμένος παπάς' α7: μην αντέχοντας το βάσανο, τον αφήνουν ελεύθερο' α8: ο δικαστής (άλλο) τον κρατάει κοντά του για να τον διασκεδάζει' α9: σπάει το κεφάλι του δικαστή, γιατί ο ήρωας του ζήτησε να βάλει μια πέτρα απάνω του κι έπειτα τον ανάγκασε να χορέψει' α10: άλλο .

ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΠΑΡΑΛΛΑΓΩΝ

ΗΠΕΙΡΟΣ

1. ΙΛ 788, 242-254, Αγία Κυριακή Θεσπρωτίας, άτιτλο. Συμφυρμός με AT/ATU 1653 Β, AT/ATU 1651 Β και AT/ATU 1009. Ι: α, α1, β5, β6, β10. II: α, α1, α4 (αυτούς που πηγαίνουν για ξύλα, τα ψωμιά στο φούρνο, τις γυναίκες με τα ρούχα). III: α, α1, α4, α5, α7.

Σελ. 242
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/243.gif&w=600&h=915

2. ΛΑ 1260 (ΣΜ 90), 77-79, Οξυά Κόνιτσας, άτιτλο. Συμφυρμός με AT 1653 Β και AT/ATU 1009. I: α, β6, β10. II: α, α1, γ2. Ατελές.

3. ΛΑ 1297 (ΣΜ 127), 462-463. Ζαγόρια, «Η φτερωτή». Συμφυρμός με AT 1653 Β. Ο τρελός αντί σιτάρι αλέθει θυμίαμα. Παίρνει τη φτερωτή του μύλου για να την πάει στη μάνα του. Ανεβαίνει στο δέντρο με το γνωστικό αδερφό του. Ρίχνει στον άνθρωπο που κάθισε από κάτω νερό, καρύδια και τη φτερωτή. Ο άνθρωπος τρομάζει και φεύγει. Ι: α, α1, β6, β5, β10. II: α, α1, α2, γ2, ε.

4. ΛΑ 1305 (ΣΜ 135), 127-128, Ζαγόρια, «Ο παπάς με τους τζομπάνους». Συμφυρμός με AT 1653 Β και AT/ATU 1009. I: α, α1, β6, β5, β10. II: α, α1, α2, γ2.

5. ΛΑ 2302, 431-434, Δωδώνη, άτιτλο. Συμφυρμός με AT 1653 Β, AT/ATU 1000 και AT/ATU 1009. I: α, α1, β6, β5, β10. II: α, α1, α2, α4 (παπαδιά, παπαδοπούλα), δ, δ2.

6. ΛΑ 3018, 105-108, Καπέσοβο, «Ο ζουρλός αδερφός». Συμφυρμός με AT/ATU 1009, AT/ATU 1653 Β και AT 1682 Β. I: α, α1, β6, β5, β10. II: α, α1, α2, α4 (βασιλιάς, βασιλοπούλα), γ2, γ1 (σταματά όταν η βασιλοπούλα υπόσχεται να τον παντρευτεί).

7. ΛΦ 376, 30-32, Μαργαρίτι Θεσπρωτίας, «Ο τρελός κι οι ιστορίες του». Συμφυρμός με AT/ATU 1009, AT 1653 Β και AT 1681 Β. I: α, α1, β6, β5, β10. II: α, α1, α4 (ο γουρουνάς με τα γουρούνια του), δ, δ1 (του παίρνουν τα παιδιά τη φλογέρα και τον κάνουν να χορέψει), δ2.

8. Hahn 1, 219-224, αρ. 34, Βήσσανη Πωγωνίου, «Baiala». Συμφυρμός με AT/ATU 1009, AT 1653 Β, AT/ATU 1007 και AT/ATU 1029. I: α, α1, β6, β5, β10. II: α, α1, α3 (ο τσουκαλάς με τα τσουκάλια του), α2, α4 (βόδια), υπάρχει συμφωνία να μη θυμώσουν.

9. Hahn 2, 238, Anmerkungen στο παραμύθι αρ. 34 του 1ου τόμου, Κουκούλι, άτιτλο. I: α, α1, β6, β5, β10. II: α, α1, α4 (ο τσουκαλάς με τα τσουκάλια του).

ΘΕΣΣΑΛΙΑ

10 ΛΦ 267, 16-18, Ανατολή Αγιάς, «Τα δυο αδέρφια». Συμφυρμός με AT 1653 Β και AT/ATU 1009. I: α, α1, β (λεφτά), β6, β7. II: α, α1, α4 (παίρνει από το φούρναρη ψωμί, από τον ψαρά ψάρια, από το λαδά λάδι). III: α, α1, α4, α5, α7.

11. ΛΦ 302, 11-12, Γαύροβο Καλαμπάκας, «Ο παπάς και ο τσομπάνος». II: α, α1, α5, α4 (πηγαίνει η παπαδιά να του βγάλει τ' αγκάθια και μπαίνει ένα στην καρδιά του και πεθαίνει), β2.

Σελ. 243
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/244.gif&w=600&h=915

ΘΡΑΚΗ

12. ΛΑ 592, 1, Αίνος, «Η Ξανθομαλλούσα». Η Ξανθομαλλούσα καταστρέφει τα δυο αδέρφια. Ο μικρότερος στον πύργο των δράκων παίρνει ένα τραπέζι με φαγιά, ένα διαμαντένιο ποτήρι κι ένα βιολί που κάνει τους πάντες να χορεύουν. Η Ξανθομαλλούσα του παίρνει τα δυο πρώτα αντικείμενα κι ο ήρωας την αναγκάζει να χορέψει και να γίνει γυναίκα του.

13. ΛΑ 592, 2, Σουφλί, «Η ντιουντιούκα». Συμφυρμός με AT 1653 Β. Ι: α, α1, β6 (ο Θεός άρρωστος), β7, β8, γ, γ1 (σφυρίχτρα). II: α, α1, α4 (αυγά στο καλάθι, τσουκάλια, πρόβατα), α2, α5, α10 (διάβολοι στην καρυδιά, που τους εξαναγκάζει να χωθούν στο τσουβάλι και τους τρυπά με βελόνια) .

14. ΛΑ 1642, 2, Αδριανούπολη, άτιτλο. Παρόμοιο με το προηγούμενο. Σφυρίχτρα της Παναγίας.

ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ

15. ΙΛ 604, 11-15, Αιανή Κοζάνης, «Ένας σαλός κι ένας γνωστικός». Συμφυρμός με AT/ATU 1681 Β και AT 1653 Β. I: α, α1, β6, β7 (ο άγγελος), β8, β10. II: α, α1, α4 (αγελάδες, πρόβατα), α2, α6.

16. ΛΑ 1653 Β, 6, «Ο ζουρλός αδερφός». Συμφυρμός με AT/ATU 1681 Β και AT/ATU 1009. Μοιράζοντας το θησαυρό ο ζουρλός διαλέγει τη σούρλα (σφυρίχτρα). II: α, α1, α4, α5, α7, α10 (κάνει το Χάρο να φύγει).

17. ΛΑ 2502, 131-132, Προάστειο Εορδαίας, «Ο τρελός». Συμφυρμός με AT 1681 Β, AT 1653 Β, AT/ATU 1000 και AT/ATU 1120. I: α, α1, β6, β7, γ, γ1. II: α, α1, α2, α5.

18. ΛΑ 2761, 361-362, Αγρίανη Σερρών, άτιτλο. Ι: α, α1, β6, β7, γ, γ1. II: α, α1, α4 (πρόβατα), α2, α5, α6, α9. Ελλιπές.

19. ΛΦ 1-3, Βλάστη Εορδαίας, άτιτλο. Συμφυρμός με AT/ATU 1642, AT/ATU 1030*, AT/ATU 1211, και AT 1653 Β. I: α, α1, β6, β7, β8, β9 (το θυμίαμά του γιάτρεψε την Παναγία από τον πονόδοντο). II: α, α1, α3, α7, α7. Η συν. όπως AT/ATU 1642.

ΝΗΣΙΑ ΤΟΥ ΑΙΓΑΙΟΥ

α. Νησιά Ανατολικού Αιγαίου

20. ΛΑ 1646, 3, Καρδάμυλα Χίου, άτιλο. I: α, α1, β6 (ο Θεός άρρωστος), β7, β8, γ, γ1 (σφυρίχτρα). II: α, α1, α4 (αυγά στο καλάθι, τσουκάλια, πρόβατα), α2, α5.

Σελ. 244
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/245.gif&w=600&h=915

β. Δωδεκάνησα

21. Μιχαηλίδης - Νουάρος Α', 271-278, Κάρπαθος, «Ο παλλαρός κι ο φρόνιμος». Συμυρμός με AT/ATU 1684 Β, AT/ATU 1211, AT/ATU 1696, AT 1653 Β και AT/ATU 1600. I: α, α1, β6, β7, β8 (άγγελος), γ, γ1. II: α, α1, α2, α5.

22. ΛΑ 2279, 175-179, Λέρος, άτιτλο. Συμφυρμός με AT/ATU 1691, AT/ATU 1009 και AT 1653 Β. I: α, α1, β6, β7, β8 (άγγελος), γ, γ1 (σουραύλι). II: α, α1, α3, α6, α7, α10 (μάνα κι αδερφός χορεύουν ασταμάτητα) .

γ. Εύβοια- Σποράδες

23. ΛΑ 1275 (ΣΜ 105) 71, «Ο παπάς και ο κοπελιάρης». Δεν λέγεται πού βρήκε ο κοπελιάρης το σουραύλι του. II: α, α1, α2, α4 (πρόβατα).

δ. Κρήτη

24. ΛΑ 2955, 268-271, Ρέθυμνο, άτιτλο. I: α, α1, α3, β6, β5, β10. II: α, α1, α4 (ο τσουκαλάς με τα τσουκάλια του, ο πιθαράς με τα πιθάρια του). III: α, α1, α4, α5, α6, α8.

25. ΛΦ 1115, 12-15, Τέμενος, άτιτλο. I: α, α1,α3 (του παπά), β5, β10. II: α, α1, α2, α3, α4 (σταμνάς). III: α, α1, α9.

ε. Κυκλάδες

26. ΛΑ 1396, 513-515, αρ. 124 (Αδ. Αδαμαντίου, Τηνιακά, ΛΑ 1653 Β, 9), Τήνος, «Λωλός και γνωστικός». Συμφυρμός με AT/ATU 1009. I: α, α1, β6, β7, β8 (άγγελος), γ, γ1 (σουραύλι). II: α, α1, α4 (πρόβατα, σταμνιά, αυγά), α6.

ΝΗΣΙΑ ΙΟΝΙΟΥ

27. ΛΑ 2276, 468-469, Μεγανήσι Λευκάδας, άτιτλο. I: α, α1, β6, β7, β8 (άγγελος). II: α, α1, α2, α4 (πρόβατα), α5, α3, α6, α7. III: α, α1, α4, α5, α7.

Σελ. 245
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/246.gif&w=600&h=915

28. ΣΠ 56, 1-7, Κεφαλονιά, άτιτλο. Συμφυρμός με AT/ATU 566 (Τα μαγικά αντικείμενα και τα μαγικά φρούτα), βλ. παρ. αρ. 25. I: α, α1, β7, β8 (φλογέρα), β10. II: α, α1, α2, α4 (γουρούνια), α5.

29. Λαογραφία ΙΑ', 1934-1937, 490-493, Ζάκυνθος, «Ο Ντρελοτυχερός». Η παραλλαγή που δημοσιεύουμε εδώ.

30. Scmidt, 115, αρ. 20, Ζάκυνθος, «Die Wanderpfeife». Ο γιος του παπά παίρνει από τον Πάνο (τον αρχαίο Πάνα;) ένα χρυσόμαλλο κατσικάκι και το θυσιάζει στο Θεό. Για αμοιβή ο άγγελος του δίνει τη μαγική φλογέρα.

ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΣ

31. ΛΑ 1208 (ΣΜ 38), 33-34, Κορινθία, «Οι τρεις αδερφοί». Συμφυρμός με AT/ATU 1000, AT/ATU 1200 Α και AT/ATU 1007. I: α4 (ο τρίτος αδερφός υπηρέτης του παπά), β9 (έχει μια φλογέρα από το Θεό), β1. II: α, α1, α2, α5, α4 (χορτάρια, γουρούνια, βάτα" κρύβεται σ'αυτά ο παπάς για να δει τι κάνει ο υπηρέτης του, που του λέει: «Αν είσαι παπάς, θα στα κόψω τα γένια, αν είσαι δεσπότης, τα μαλλιά, για να βγεις θα βάλω φωτιά»), ε1.

32. ΛΑ 1281 (ΣΜ 111), 133-138, Κυπαρισσία, άτιτλο. Συμφυρμός με AT/ATU 1681 Β (ο μουρλός σκοτώνει τη μάνα του με το χυλό), AT/ATU 1211, AT/ATU 1009 (παίρνει την πόρτα μαζί του) και AT 1653 Β (ρίχνει την πόρτα από το δέντρο και τρομάζει τους Τούρκους, που παρατούν φλουριά και λιβάνι και φεύγουν). Ι: β6, β10. II: α, α1, α2, γ2.

33. ΛΑ 1281 (ΣΜ 111), 492-497, Κυπαρισσία, «Ο Εβραίος στ' αγκάθια». I: α, α1, α5 (διώχνεται), β (λεφτά), β6, β7, γ, γ1. II: α, α1, α2, α5. III: α, α1, α4, α5, α7.

34. ΛΑ 1281 (ΣΜ 111), 339-346, Κυπαρισσία, «Τα δυο αδέρφια». Συμφυρμός με AT/ATU 1211 A, AT/ATU 1009, AT 1653 Β και AT/ATU 1000. I: β5 (χάρισμα της Παναγίας για το λιβάνι που τη γιάτρεψε). II: α, α1, α2, γ2, γ3.

35. ΛΑ 1282 (ΣΜ 112), 139-142, Κυπαρισσία, 139-142, άτιτλο. Συμφυρμός με AT/ATU 1681 Β.

36. ΛΑ 2934, 208-210, Καλαμάτα, άτιτλο. Ο μουρλός σκοτώνει τη μάνα του ζεματώντας την με το χυλό (πβ. AT 1681 Β). Παίρνει την πόρτα μαζί του (πβ. AT/ATU 1009). Ρίχνει την πόρτα από το δέντρο και τρομάζει τους Τούρκους, που παρατούν φλουριά και λιβάνι και φεύγουν (πβ. AT 1653 Β). Ο μουρλός στη μοιρασιά παίρνει το λιβάνι κι ο γνωστικός τα φλουριά. I: β5, β6 (η Παναγία). II: α, α1, α2, γ2 (του βάζει μια φρέσα ο μουρλός, πβ. AT/ATU 1000), γ4.

Σελ. 246
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/247.gif&w=600&h=915

37. ΛΦ 501, 46-48, Αίγιο, «Ο τρελός με την καραμούζα». Συμφυρμός με AT/ATU 1691, AT/ATU 1009 και AT/ATU 1653 Β.

38. ΛΦ 1091, 8-9, Πυλία, «Ο ζουρλός και ο φρόνιμος».Η αρχή όπως AT/ATU 1681 Β (ο ζουρλός ζεματάει τη μάνα του με το χυλό, σέρνοντάς την με το σκοινί για να τη θάψει κόβεται το σκοινί και μένει στο δρόμο. Βλέποντας μιαν άλλη γριά στη συκιά, νομίζει ότι είναι η μάνα του και την παίρνει στις πετριές. Φέρνει δύο πεθαμένες γριές. Μαζί με τον γνωστικό μπαίνει στην υπηρεσία του παπά). Ο μουρλός σκοτώνει τα πρόβατα γιατί έφαγαν τ' αχλάδια που έριξε από το δέντρο. Αφήνει μόνον ένα κριάρι γιατί κατά λάθος στάθηκε ένα αχλάδι στο κέρατο του. Κρεμάει τα κουδούνια στο κριάρι. Ι: β6, β5, β10. II: α, α1, α2, α4 (δέντρα), γ2, γ4, γ5.

39. ΛΦ 1404, 1-6, Γορτυνία, «Ο Λιας ο φρόνιμος». I: Μόνο ο Λιας είναι πονόψυχος, β2, β3, β5, β10. II: α, α1, α2, α4 (γουρούνια), α10 (τον περιποιείται μαθαίνοντας τη δύναμη της φλογέρας του).

40. ΛΦ 1413, 1-3, Αιγιάλεια, άτιτλο. Ο μουρλός σκοτώνει τη μάνα του ζεματώντας την με το χυλό (πβ. AT/ATU 1681 Β). Μουρλός και γνωστικός στην υπηρεσία του παπά. Ο μουρλός σκοτώνει τα πρόβατα γιατί έφαγαν τ'αχλάδια που έριξε από το δέντρο. Αφήνει μόνο ένα κριάρι γιατί κατά λάθος στάθηκε ένα αχλάδι στο κέρατο του. Φεύγουν νύχτα από τον παπά. Γίνονται υπηρέτες του μπακάλη. Του παίρνει ο μουρλός ένα τσουβάλι λιβάνι και το καίει. I: β5, β6. II: Πάνε σ' άλλον παπά υπηρέτες, α, α2, α4 (πρόβατα). Συμφυρμός με AT 1653 Β (κατουράει κι οι ληστές νομίζουν ότι είναι δροσιά τ'ουρανού), δ, δ1, δ2 (ο άγγελος του παίρνει την ψυχή).

41. ΣΠ 129, 1-3, άτιτλο. Συμφυρμός με AT 1653 Β. I: α, α1, β6, β5, β10. II: α, α1, α2, α4 (γουρούνια).

ΣΤΕΡΕΑ ΕΛΛΑΔΑ

42. ΛΑ 1653 Β, 1, Παπαρούσι Ευρυτανίας, άτιτλο. I: α, α1, β6 (ο Θεός άρρωστος), β7, β8, γ, γ1 (σφυρίχτρα). II: α, α1, α4 (αυγά στο καλάθι, τσουκάλια, πρόβατα), α2, α5.

43. ΛΑ 1653 Β, 2, Μάνδρα Τριχωνίας, άτιτλο. I: α, α1, β6, β7, γ, γ1 (φλογέρα). II: α, α1, α2, α4 (γουρούνια, παπαδιά), α5.

44. ΛΑ1653 Β, 3, Αμπρακιά Τριχωνίας, άτιτλο. I: α, α1, β6, β7, γ, γ1 (φλογέρα). II: α, α1, α2, α4 (γουρούνια, παπαδιά), α5.

45. ΛΑ1653 Β, 4, Αμπρακιά Τριχωνίας, άτιτλο. I: α, α1, β6, β7, γ, γ1 (φλογέρα). II: α, α1, α2, α4 (γουρούνια, παπαδιά), α5.

Σελ. 247
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/248.gif&w=600&h=915

46. ΛΑ 1653 Β, 7, Αιτωλία, άτιτλο. Συμφυρμός με AT/ATU 1009. I: α, α1, β6, β7, γ, γ1(φλογέρα).

II: α, α2, α4 (πρόβατα, γουρούνια).

47. ΛΑ 1256 (ΣΜ 86) 144-146, Κατούνα Βόνιτσας, «Τα δύο παιδιά». Συμφυρμός με AT 1653 Β. Ι: α, α1, β6, β7, γ, γ1 (φλογέρα). II: α, α1, α2, α4 (γουρούνια, παπαδιά), α5.

48. ΛΦ 590, 2-3, Άγραφα, άτιτλο. Ι: α,α1, α3, β6 (που έκλεψε), β7 (άγγελος κατεβαίνει), γ, γ1 (φλογέρα). II: α, α1, α2, α5, α6, α9 (χωρίς γένια), β, β1.

49. ΛΦ 852, 30-32, Άγραφα, «Ο φρόνιμος κι ο παλαβός». Συμφυρμός με AT/ATU 1681 Β, AT/ATU 1009 και AT 1653 Β. I: α,α1, β6, β7, γ, γ1 (φλογέρα). II: α, α2, α10.

50. ΛΦ 1258, 22-27, Φθιώτιδα, «Μια οικογένεια και τα παιδιά τους». Συμφυρμός με AT/ATU 1646, AT/ATU 1030*, AT/ATU 1211 και AT/ATU 1653 Β. I: α, α1, β6, β7, γ, γ1 (φλογέρα γιατί γιάτρεψε τον άρρωστο Θεό). II: α, α2, α4 (τα γουρούνια), α5, α6, α9.

ΜΙΚΡΑ ΑΣΙΑ-ΠΟΝΤΟΣ-ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑ α. Μικρά Ασία

51. ΚΜΣ, Φάρασα, 4449-4460, 4461-4469, «Ο δομένος». Συμφυρμός με AT 1653 Β, AT 1681 Β, AT/ATU 1211, AT/ATU 1009, AT/ATU 1000 και AT/ATU 1120. I: α, α1, β6, β7, β9 (ζητάει ζουρνά από τον άγγελο), γ1. II: α, α1, α2 (κι η παπαδιά), α4 (τα πρόβατα μένουν χωρίς νύχια).

52. ΛΑ 1642, 5, Κύζικος, άτιτλο. Ι: α, α1, β6, β7, β8, γ, γ1 (σφυρίχτρα). II: α, α1, α4 (αυγά στο καλάθι, τσουκάλια, πρόβατα), α2, α5.

β. Πόντος

53. Χρονικά Πόντου Β', 1945-1946, 517-519, Κοτύωρα, «Ο Καλτίτς και ο Κοσές». Συμφυρμός με AT/ATU 1211 A, AT/ATU 1009, AT 1653 Β και AT/ATU 1000.

Σελ. 248
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/249.gif&w=600&h=915

ΚΥΠΡΟΣ

54. ΛΦ 1287, 1-2, Μεσσαριά, «Το πηδικαβλούδιν». I: α, α1, β4 (από τα τρία αδέρφια ο ένας αγοράζει βελόνες, ο άλλος καρπούς, ο τρίτος πίσσα που την καίει κι η μυρωδιά της αρέσει στο Θεό), β5, β10. II: α, α1, α2, α5, γ2, α3. III: α, α1, α4, α5, α7.

55. ΛΦ 1290, 9-10, Αγρός Πιτσιλιάς, «Ο ντρελός τζαι το Πηδκιάβλιν». I: α, α1, β5, β6 (από το Θεό). II: α, α1, α2, α3, α6, α7, α8, γ2. III: α, α1, α4, α5, α6, α7 (φεύγει).

56. ΛΦ 1296, 16-17 , άτιτλο. I: α, α1, β (τα λεφτά του), β2, β4 (φτωχός), β5, β9 (ένα δίκανο που δεν αστοχεί κι ένα βιολί). II: α, α1, α4 (ο έμπορος που δεν έδινε τα λεφτά του για το πουλί), α5. III: α, α1, α4, α5, α7 (του δίνουν τα λεφτά του).

57. ΛΦ 1616, 54-69, Νέα Πάφος, «Ο ντρελός που την πόρταν». Συμφυρμός με AT/ATU 1030, AT/ATU 1642, AT/ATU 1211, AT/ATU 1600, AT/ATU 1691, AT/ATU 1009 και AT 1653 Β. I: α, α1, β5, β6, β10. II: α, α2, γ2. III: α, α1, α4, α5, α7.

58. Κυπριακά Χρονικά ΙΓ', 150-156, «Ο τρελός που πήρε την πόρταν». Συμφυρμός με AT/ATU 1642 και AT 1653 Β (φλογέρα για το λιβάνι που ο μουρλός έκαψε για το Θεό).

59. Κληρίδης I, 21-23, αρ. 15, «Το πηδικαβλούιν». I: α, α3, β4 (βρίσκει τυχαία έναν αυλό), β10. II: α, α2, α4 (χωριάτες, βασιλιά, βασίλισσα), γ2. III: α, α3 (βασιλιά), α4, α5, α8 (ο βασιλιάς).

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΣΤΟΝ ΤΥΠΟ AT/ATU 592

Αυτό το καθαρά ευρωπαϊκό παραμύθι κατά τον Thompson1 συναντάται συχνά στην αγγλική και γαλλική λογοτεχνία. Η αρχαιότερη παραλλαγή του είναι ένα αγγλικό ποίημα του 15ου αιώνα που διαδόθηκε κυκλοφορώντας σε λαϊκά φυλλάδια2.

Το πρόσωπο που εκδικείται ο ήρωας με το χορό στ' αγκάθια είναι συχνά παπάς και σπανιότερα Εβραίος, όπως και στις γαλλικές παραλλαγές. Το παραμύθι έχει την τάση να συμφύρεται με αλυσίδα ευτράπελων αφηγήσεων. Απαριθμούμε παρακάτω τους τύπους με τους οποίους παρουσιάζονται σταθεροί συμφυρμοί :

1. S.Thompson,ό.π., σ. 76-77.

2. John Ashton, Chapbooks of the eighteenth Century, London 1882, σ. 238-244.

Σελ. 249
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/250.gif&w=600&h=915

AT/ATU 1000, Bargain not to become Angry (Συμφωνία να μη θυμώσει κανείς)

AT/ATU 1009, Guarding the Store-Room's Door (Παίρνοντας την πόρτα της αποθήκης)

AT/ATU 1030, The Crop Division (To μοίρασμα των σιτηρών) AT/ATU 1120, The Ogre's Wife thrown into the Water (Η γυναίκα του δράκου ρίχνεται στο νερό)

AT/ATU 1211, The Peasant Woman thinks the Cow chewing her Cud is mimicking her (Η χωρική νομίζει ότι την κοροϊδεύει η αγελάδα που μηρυκάζει)

AT/ATU 1600, The Fool as Murderer (Ο τρελός δολοφόνος)

AT/ATU 1642, The Good Bargain (Η καλή συμφωνία)

AT 1653 Β, Brothers in the Tree (Τ' αδέρφια στο δέντρο)

AT 1681 Β, Fool as Custodian of Home and Animals (Ο τρελός φύλακας του

σπιτιού και των ζώων) AT/ATU 1691, Don't Eat too Greedily (Μην τρως τόσο λαίμαργα).

Τα επεισόδια μίας ή περισσοτέρων ευτράπελων αφηγήσεων έρχονται να προστεθούν στο κυρίως θέμα του καταραμένου χορού στ' αγκάθια, που προκαλεί η ουρανόσταλτη μαγική φλογέρα του σαλού ήρωα.

Σελ. 250
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/251.gif&w=600&h=915

ΠΑΡΑΜΥΘΙΑΚΟΣ ΤΥΠΟΣ AT/ATU 611

(περιλαμβάνει και τους τύπους Μέγα AT *611 A, AT *611 Β

και AT 611 C)

Σελ. 251
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/252.gif&w=600&h=915 01 - 0002.htm

ΛΕΥΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

Σελ. 252
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/253.gif&w=600&h=915

ΠΑΡΑΜΥΘΙΑΚΟΣ ΤΥΠΟΣ AT/ATU 611 (περιλαμβάνει και τους τύπους Μέγα AT *611 A, AT *611 Β

και AT 611 C) Πρόταση κατάταξης ως AT 507 D

Τα δώρα του Αγίου

AT 611 : The gifts of the Dwarfs

ATU 611 : The Gifts of the Demons_

To παραμύθι του Αγίου Νικολάου

Μια φορά ήταν ένας βασιλιάς, λοιπόν δεν έκανε παιδιά η βασίλισσα και παρακαλούσε τον Άγιο Νικόλα κι έλεγε: «Άγιε μ' Νικόλα, δώσε μ' ένα παιδάκι, να 'ναι αγοράκι και να το βγάλω Νικολάκη και στην πανήγυρη ό,τι έξοδα χρειάζονται θα τα κάνει ο βασιλιάς».Τη λυπήθηκε ο Θεός από τα τόσα παρακάλια και τσ' έδωσε παιδί και το βάφτισε Νικολάκη, αλλά δεν ήταν τυχερό το παιδί στο μπαμπά τ' κι όλο καταστρεφόταν ο βασιλιάς. Ερχόταν η χάρη τ' Αγίου Νικόλα και ο βασιλιάς, που είχε το τάμα του, έκανε ό,τι χρειαζόταν. Το παιδί στο μεταξύ μεγάλωνε μια χαρά αλλά ο βασιλιάς χρόνο με το χρόνο καταστρεφόταν. Είχε πουλήσει ακόμη και το παλάτι του ο βασιλιάς κι έμενε σ' ένα μικρό σπίτι για χατίρι του Νικολάκη. Έφτασε το παιδί δεκάξι - δεκαεφτά χρονών, αλλά ο βασιλιάς ήταν πάμπτωχος, από τους πολέμους και τα έξοδα που έκανε. Έφτασε η εορτή τ' Αγίου Νικόλα, που έπρεπε να κάνουν το τάμα τους και σκέπτονταν πώς να βρουν λεπτά. Σκέφτηκαν λοιπόν κι οι δυο (ο βασιλιάς κι η βασίλισσα), να πουλήσουν τον Νικολάκη, γιατί δεν είχαν πια τίποτε άλλο. Σου λέγει, όπου και να πάει, παιδί μας είναι, θα το βλέπουμε, φτάνει να μην πάθει κακό. Πίσω από το παιδί τους, κάθονταν κι έκλαιγαν πώς θα το αποχωριστούν.

Απάνω στην ώρα, πηγαίνει το παιδί και τους βρίσκει και κλαίνε. Τους ρωτά: «Μαμά, μπαμπά, τι έχετε και κλαίτε;» Κι απάντησε η μητέρα: «Παιδί μου, σ' έδωσε σε μας ο Άγιος Νικόλας και του τάξαμε να του κάνουμε την πανήγυρη κάθε χρόνο, τώρα επειδή δυστυχήσαμε και δεν μπορούμε να κάνουμε την πανήγυρη, θα σε πουλήσουμε ».Το παιδί τους λέγει: «Μη στενοχωριέστε, όπου και να πάγω, ξέρω τον πατέρα μου και τη μητέρα μου».

Πάει ο βασιλιάς στο βεζίρη και του λέγει: «Ήρθα να σου πω ευχάριστο για σένα, δυσάρεστο για μένα. Πουλώ τον Νικολάκη μου για χατίρι του Αϊ-Νικόλα, να κάνω την πανήγυρή τ'». Λέ' ο βεζίρης: «Πόσο τον πουλάς;» Λέ' ο βα-

Σελ. 253
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/254.gif&w=600&h=915

βασιλιάς: «Εκατό χιλιάδες». Του δίνει τις εκατό χιλιάδες ο βεζίρης για να πάρει τον Νικολάκη. Τ' αγκάλιασαν, το φίλησαν οι γονείς του και το παίρνει ο βασιλιάς και το πάει στο βεζίρη. Το παιδί ήταν κοντά είκοσι χρονών.

Σ' εκείνο το μέρος ήταν ένας βαθύπλουτος κι είχε μια κόρη και κοίταζε ποιο καλό παιδί θα βρει για να τη δώσει. Ο βεζίρης, που είχε κι αυτός δικό του γιο, σκεφτόταν να δώσει τον δικό του στην πλούσια. Ένα πρωί, φωνάζει και τα δυο παιδιά και τους λέγει: «Ακούτε, παιδιά, να σας πω, τώρα είσαστε παλικάρια, μπορείτε να φύγετε να πάτε για εμπόριο, θα σας δώσω από εκατό χιλιάδες και θα φύγετε. Όποιος γυρίσει πρώτος κι έχει περισσότερα λεφτά, σ' εκείνον θα δώσουμε την πλούσια κοπέλα». Αλλά ο βεζίρης έδωσε κρυφά περισσότερα λεφτά στο γιο του. Του βεζίρη ο γιος επειδή είχε πολλά λεφτά, έφυγε στο εξωτερικό με πλοία. Ο Νικολάκης έφυγε με τα πόδια. Βγήκε στην ερημιά, περπατούσε κι έφτασε σε μια βρύση και λέγει: «Δεν καθίζω σ' αυτήν τη βρύση, να πιω λίγο νεράκι και να φάγω και ψωμάκι και τυράκι και να βαδίσω;» Μόλις κάθισε, βλέπει έναν καλόγερα από μακριά να 'ρχεται και σκέφτηκε να περιμένει και τον καλόγερα για να φάγει κι εκείνος λίγο, γιατί φαντάστηκε ότι θα 'ταν πεινασμένος. Ο καλόγερας μόλις έφτασε κοντά στον Νικολάκη του λέγει: «Καλημέρα, τέκνον μου». «Καλώς τον πάτερ καλόγερα». Κάθισαν να φάνε. Ο καλόγερας είπε: «Έχω, παιδί μου, φαγητά» κι ανοίγει έναν τουρβά και του 'πε να φάει, γιατί αυτός ήταν χορτάτος. Έφαγε μ'ευχαρίστηση ο Νικολάκης. Άμα έφαγε ο Νικολάκης, ρώτησε: «Πού πας, πάτερ καλόγερα;» «Πάω να μαζέψω λεφτά για την πανήγυρη του Αϊ Νικόλα».

Και τότε ο Νικολάκης θυμήθηκε ότι για τη χάρη του Αγίου τον πουλήσαν κι αυτόν οι γονείς του και σκέφτηκε: «Ας δώσω κι εγώ από τα λεφτά μου» κι έβγαλε τριάντα χιλιάδες και του τις έδωσε. Τα πήρε ο καλόγερας κι έφυγε. Άρχισε πάλι ο Νικολάκης και περπατούσε μες στα δάση. Νύχτωσε, ξημέρωσε, βρέθηκε πάλι μπροστά σε μια βρύση. Κάθισε να φάει, βλέπει κι έρχεται πάλι ένας καλόγερας με γένια μακριά κι έναν τουρβά στην πλάτη του. «Έλα να φάμε από το ψωμάκι μου». «Εγώ, παιδί μου, έχω φαγητά» και βγάζει από τον τουρβά του τα καλύτερα φαγητά και φάγαν. Ρωτάει ο Νικολάκης: «Πού πας, πάτερ καλόγερα;» «Πάω να μαζέψω λεφτά για την πανήγυρη του Αϊ-Νικολα». Βγάζει ο Νικολάκης και δίνει άλλες τριάντα χιλιάδες. Ξεχώρισαν πάλι κι έφυγαν. Βάδιζε ο Νικολάκης, πού θα βρει πολιτεία να εργασθεί. Βλέπει ένα πηγάδι, πάει να βγάλει νερό και πάλι να σου ένας καλόγερας, και λέγει: «Ας περιμένω να 'ρθει κοντά». Του δίνει ο καλόγερας ένα μπακιράκι για να βγάλει νερό. Έφαγαν, ήπιαν κι όταν ρώτησε ο Νικολάκης, πάλι ο καλόγερας του είπε ότι πήγαινε να μαζέψει λεφτά για την πανήγυρη του Αϊ-Νικόλα. Δεν δέχτηκε όμως τα λεφτά που του πρόσφερε ο Νικολάκης και του λέγει: «Σ' είδα ότι είσαι καλό παιδί και θέλω να σε πάρω να δουλέψουμε μαζί, αλλά ό,τι σου λέγω, όχι δε θα λες». Τότε ξεκίνησαν και πάνε σε μια πολιτεία και κάναν μια παραγκούλα σε μιαν ακροθαλασσιά.

Σελ. 254
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/255.gif&w=600&h=915

Λέγει μετά ο καλόγερας: «Νικολάκη, εδώ είναι ένας βασιλιάς κι έχει μια κόρη, δεκαπέντε χρόνια άρρωστη από λέπρα σε κρεβάτι, πάρε αυτά τα μπουκαλάκια και πήγαινε έξω από το παλάτι να φωνάξεις εδώ γιατρός, καλός γιατρός! ξέρω κάθε ασθένεια να γιατρεύω, ό,τι ασθένεια παλαιά και να 'ναι!'» Πήγε απ' έξω ο Νικολάκης, φώναξε. Τ' άκουσε η βασιλοπούλα, εκεί που ήτανε πλαγιασμένη και φώναξε τη μητέρα της και ζήτησε να της φέρει το γιατρό. Ο Νικολάκης όμως, μόλις την είδε σ' αυτά τα χάλια, είπε: «Έχω ανώτερο γιατρό, θα πάω να συνενοηθώ μαζί του και μετά θά 'ρθω να την πάρω». Πήγε λοιπόν στον καλόγερα και του λέει: «Η βασιλοπούλα είναι όλο πληγές και μυρίζει άσχημα». Ο καλόγερας είπε: «Πήγαινε και δώσε το λόγο σου ότι θα την κάνουμε καλά. Να τη βάλουν σ' ένα αμάξι και να τη φέρουν εδώ». Αλλά ο Νικολάκης έλεγε με το μυαλό του: «Πώς θα μπορέσει αυτός ο καλόγερας να κάνει αυτό το βρώμικο πράμα καλά;» Δε μπορούσε όμως να πει και όχι, οπότε σηκώθηκε και πήγε στο παλάτι. Χτυπά την πόρτα, μπαίνει μέσα και βλέπει το βασιλιά και τη βασίλισσα, τους χαιρετά και τους λέγει: «Μ' έστειλε το αφεντικό μου να πάρω τη βασιλοπούλα, να τη γιατρέψει». Τότε του λέει ο βασιλιάς: «Παιδί μου, αν μπορέσετε να γιατρέψετε τη βασιλοπούλα, ό,τι ζητήσετε από χρήματα θα σας τα δώσουμε». Κλάψανε ο βασιλιάς κι η βασίλισσα, πώς να το δώσουνε αυτό το κορμί το σάπιο. Φέρνουνε ένα αμάξι, τη βάζουνε σ' ένα σεντόνι μέσα και μετά μέσα στο αμάξι. Απ' όπου την πιάνανε, πονούσε η βασιλοπούλα και φώναζε. Την πήγε λοιπόν ο Νικολάκης στον καλόγερα. Την κατεβάζουν, τη βάζουν μέσα στην παραγκούλα και διώξαν τ' αμάξι κι έφυγε. Τότε λέει ο καλόγερας: «Νικολάκη, πλύσου, φόρεσε και μιαν άσπρη μπλούζα κι έλα να πιάσουμε τη δουλειά μας, να γιατρέψουμε την κοπέλα».

Ο Νικολάκης όμως μέσα του δεν πίστευε ότι θα μπορέσουν να γιατρέψουν την κοπέλα. Ο καλόγερας φωνάζει ένα παιδί και του λέει να πάει να μαζέψει λίγα κεραμίδια. Μόλις τα έφερε, λέει στον Νικολάκη: «Έλα τώρα να πιάσεις τη δουλειά σου». Την κοπέλα την είχαν ξαπλώσει πάνω σε δύο σανίδια κι από τις πληγές της έτρεχε πύον. Λέει λοιπόν ο καλόγερας: «Νικολάκη, πάρε ένα κεραμίδι και να τρίβεις τα σάπια κρέατα μέχρι που να φύγουν και να μείνουν σκέτα κόκαλα». Μόλις άρχισε ο Νικολάκης με μεγάλη λύπη του να τρίβει την κοπέλα, αυτή πέθανε. Το παιδί σκεφτότανε πώς θα πάει στο βασιλιά να πει ότι πέθανε. Ο καλόγερας όμως έλεγε: «Τη δουλειά σου εσύ, καθάρισε το σώμα της, να μην έχει τίποτα επάνω σάπιο». Μόλις την καθάρισε, του λέει ο καλόγερας να σηκωθεί να πάει στο βασιλιά, να ζητήσει να κάψουν έναν άσπρο σκύλο στο φούρνο και να του δώσουν τη στάχτη. Ο βασιλάς έκανε ευτύς ό,τι του είπε. Παίρνει τη στάχτη σ' ένα δοχείο ο Νικολάκης και πηγαίνει στον καλόγερα, που δεν ανησυχούσε καθόλου. Του λέει: «Πιάσε να πλυθείς και να καθίσεις να φας γιατί έχεις δουλειά». Όμως εκείνος, όσο έβλεπε τα κόκαλα της κοπέλας, δεν μπορούσε να βάλει μπουκιά στο στόμα του.

Του λέει ο καλόγερας: «Πάρε τη στάχτη και ρίξε μέσα τα κόκαλα». Έρι-

Σελ. 255
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/256.gif&w=600&h=915

Έριχνε λοιπόν στάχτη και, όπου έριχνε, γινότανε κρέας, έτσι έγινε το σώμα της κοπέλας, αλλά ψυχή δεν είχε κι έλεγε με το νου του ο Νικολάκης: «Τι θα το κάνει τώρα αυτό το σώμα, πώς θα το πάμε στο βασιλιά». Τότε ο καλόγερας προσευχήθηκε στον Θεό, τη σταύρωσε και της έβαλε ψυχή. Μετά τη βοήθησε και τη σήκωσε όρθια. Ο Νικολάκης γέλασε, χάρηκε κι αγκάλιασε τον καλόγερα και τον φιλούσε και του έλεγε: «Πάτερ καλόγερα, Θεός είσαι και βάζεις ψυχή στους ανθρώπους;» Και λέει ο καλόγερας: «Πήγαινε στο βασιλιά, να πεις να έρθει ένα αμάξι, να πάρει τη βασιλοπούλα, να έρθει μαζί και μια δούλα για να την πάει στο λουτρό και μετά θα την πάρουν στο παλάτι».

Τρέχει λοιπόν ο Νικολάκης και με μεγάλη χαρά λέει στο βασιλιά: «Η κόρη σας έγινε καλά, μόνο θέλω ένα αμάξι και μια δούλα για να πάν' στο λουτρό και μετά να 'ρθουν στο παλάτι». Τον ρωτά ο βασιλιάς τι είναι ο κόπος των. Ο Νικολάκης όμως απαντά ότι θα συνεννοηθεί με τ' αφεντικό και θα πάγει να του πει. Πήγαν, πήραν τη βασιλοπούλα και την πήγαν στο λουτρό, μετά την πήγαν στο παλάτι. Άμα χτύπησαν την πόρτα και μπήκαν μέσα, ο βασιλιάς κι η βασίλισσα μείναν αναίσθητοι από τη χαρά τους. Όλη η πολιτεία πανηγύριζε τη γιατρειά της βασιλοπούλας. Ο Νικολάκης πάει τρεχάλα να ρωτήσει τον καλόγερα τι πληρωμή θέλει. «Θέλω να μου κάμει ένα καράβι όλο μαλαματένιο». Τότε τρέχει ο Νικολάκης και το λέγει στο βασιλιά κι αυτός παράγγειλε ένα καράβι μαλαματένιο στους κουγιουμτζήδες.

Ο Νικολάκης έκανε παρέα στο βασιλιά, στη βασίλισσα και στη βασιλοπούλα, που τον αγαπούσε πολύ, το βράδυ όμως πάλι γύριζε στην καλύβα στον καλόγερα. Μέσα σε δέκα μέρες το καράβι ήταν έτοιμο στην προκυμαία και το παραδώσαν στον Νικολάκη. Το βράδυ του είπε ο καλόγερας ότι θα φύγουν και να πάει να χαιρετίσει το βασιλιά. Πάει κι αυτός, τους αποχαιρετά. Έκλαιγαν όλοι που θα έφευγε ο Νικολάκης. Μπήκαν λοιπόν στο καράβι, έλυσαν παλαμάρι και φύγαν. Η φουρτούνα ήταν μεγάλη και κινδυνεύσαν να πνιγούν. Ο καλόγερας στεκόταν στο τιμόνι, ο Νικολάκης φοβόταν μη βουλιάξει το καράβι και το χάσει. Πάν' κι αράξαν σ' ένα βουνό ακατοίκητο, που ήταν όλο βράχια και λέει ο καλόγερας: «Νικολάκη, πήγαινε να κουβαλήσεις λίγες πέτρες για σαβούρα και να φύγουμε». Αφού κουβάλησε τις πέτρες, έφυγαν κι από κει και πήγαν σε μια μεγάλη πολιτεία κι αράξαν.

Ο Νικολάκης ήταν κουρελιασμένος. Του λέει ο καλόγερας: «Πάρε μια πέτρα απ' αυτές που κουβάλησες κι έβγα να πας να ψωνίσεις». Λέει με το νου του ο Νικολάκης: «Άκου τι λέει ο καλόγερας, να πάρω την πέτρα να πάγω να ψωνίσω». Αλλά τις πέτρες τις είχε ευλογήσει ο γέρος κι είχαν γίνει διαμάντια. Όταν πήρε την πέτρα και βγήκε έξω, τρέχαν κατόπι τ' κι Έλληνες κι Εβραίοι κι άλλοι και τον ρωτούσαν: «Πόσο πουλάς την πέτρα;» Τότε πονηρεύτηκε ο Νικολάκης και την πούλησε πεντακόσιες χιλιάδες. Πηγαίνει σ' ένα ραφτάδικο και παίρνει το καλύτερο κοστούμι και παίρνει κι ένα ρολόγι, καπέλο, μπαστουνάκι κι άλλα. Αφού ντύθηκε καλά, πάει σ' ένα εστιατόριο να φάει. Μόλις

Σελ. 256
Φόρμα αναζήτησης
Αναζήτηση λέξεων και φράσεων εντός του βιβλίου: Επεξεργασία παραμυθιακών τύπων και παραλλαγών AT 560-599
Αποτελέσματα αναζήτησης
    Ψηφιοποιημένα βιβλία
    Σελίδα: 237
    

    Π APΑΜΥΘIΑΚΟΣ ΤΥΠΟΣ AT/ATU 592