Συγγραφέας:Αγγελοπούλου, Άννα
 
Καπλάνογλου, Μαριάνθη
 
Κατρινάκη, Εμμανουέλα
 
Τίτλος:Επεξεργασία παραμυθιακών τύπων και παραλλαγών AT 560-599
 
Τίτλος σειράς:Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας
 
Αριθμός σειράς:44
 
Τόπος έκδοσης:Αθήνα
 
Εκδότης:Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς
 
Έτος έκδοσης:2007
 
Σελίδες:519
 
Αριθμός τόμων:1 τόμος
 
Γλώσσα:Ελληνικά
 
Θέμα:Ελληνικά παραμύθια-Κατάλογος
 
Τοπική κάλυψη:Ελλάδα
 
Περίληψη:Στον πέμπτο αυτόν τόμο του Καταλόγου των Ελληνικών Παραμυθιών (βλ. και δημοσιεύματα ΙΑΕΝ αρ. 21, 26, 34 και 41) παρουσιάζεται η επεξεργασία του τελευταίου μέρους των μαγικών παραμυθιών (AT/ATU 300-749), που καλύπτει τους τύπους AT/ATU 560-649 (μαγικά αντικείμενα) και AT/ATU 650-699 (υπερφυσική δύναμη και γνώση).
 
Άδεια χρήσης:Αυτό το ψηφιοποιημένο βιβλίο του ΙΑΕΝ σε όλες του τις μορφές (PDF, GIF, HTML) χορηγείται με άδεια Creative Commons Attribution - NonCommercial (Αναφορά προέλευσης - Μη εμπορική χρήση) Greece 3.0
 
Το Βιβλίο σε PDF:Κατέβασμα αρχείου 10.44 Mb
 
Εμφανείς σελίδες: 254-273 από: 522
-20
Τρέχουσα Σελίδα:
+20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/254.gif&w=600&h=915

βασιλιάς: «Εκατό χιλιάδες». Του δίνει τις εκατό χιλιάδες ο βεζίρης για να πάρει τον Νικολάκη. Τ' αγκάλιασαν, το φίλησαν οι γονείς του και το παίρνει ο βασιλιάς και το πάει στο βεζίρη. Το παιδί ήταν κοντά είκοσι χρονών.

Σ' εκείνο το μέρος ήταν ένας βαθύπλουτος κι είχε μια κόρη και κοίταζε ποιο καλό παιδί θα βρει για να τη δώσει. Ο βεζίρης, που είχε κι αυτός δικό του γιο, σκεφτόταν να δώσει τον δικό του στην πλούσια. Ένα πρωί, φωνάζει και τα δυο παιδιά και τους λέγει: «Ακούτε, παιδιά, να σας πω, τώρα είσαστε παλικάρια, μπορείτε να φύγετε να πάτε για εμπόριο, θα σας δώσω από εκατό χιλιάδες και θα φύγετε. Όποιος γυρίσει πρώτος κι έχει περισσότερα λεφτά, σ' εκείνον θα δώσουμε την πλούσια κοπέλα». Αλλά ο βεζίρης έδωσε κρυφά περισσότερα λεφτά στο γιο του. Του βεζίρη ο γιος επειδή είχε πολλά λεφτά, έφυγε στο εξωτερικό με πλοία. Ο Νικολάκης έφυγε με τα πόδια. Βγήκε στην ερημιά, περπατούσε κι έφτασε σε μια βρύση και λέγει: «Δεν καθίζω σ' αυτήν τη βρύση, να πιω λίγο νεράκι και να φάγω και ψωμάκι και τυράκι και να βαδίσω;» Μόλις κάθισε, βλέπει έναν καλόγερα από μακριά να 'ρχεται και σκέφτηκε να περιμένει και τον καλόγερα για να φάγει κι εκείνος λίγο, γιατί φαντάστηκε ότι θα 'ταν πεινασμένος. Ο καλόγερας μόλις έφτασε κοντά στον Νικολάκη του λέγει: «Καλημέρα, τέκνον μου». «Καλώς τον πάτερ καλόγερα». Κάθισαν να φάνε. Ο καλόγερας είπε: «Έχω, παιδί μου, φαγητά» κι ανοίγει έναν τουρβά και του 'πε να φάει, γιατί αυτός ήταν χορτάτος. Έφαγε μ'ευχαρίστηση ο Νικολάκης. Άμα έφαγε ο Νικολάκης, ρώτησε: «Πού πας, πάτερ καλόγερα;» «Πάω να μαζέψω λεφτά για την πανήγυρη του Αϊ Νικόλα».

Και τότε ο Νικολάκης θυμήθηκε ότι για τη χάρη του Αγίου τον πουλήσαν κι αυτόν οι γονείς του και σκέφτηκε: «Ας δώσω κι εγώ από τα λεφτά μου» κι έβγαλε τριάντα χιλιάδες και του τις έδωσε. Τα πήρε ο καλόγερας κι έφυγε. Άρχισε πάλι ο Νικολάκης και περπατούσε μες στα δάση. Νύχτωσε, ξημέρωσε, βρέθηκε πάλι μπροστά σε μια βρύση. Κάθισε να φάει, βλέπει κι έρχεται πάλι ένας καλόγερας με γένια μακριά κι έναν τουρβά στην πλάτη του. «Έλα να φάμε από το ψωμάκι μου». «Εγώ, παιδί μου, έχω φαγητά» και βγάζει από τον τουρβά του τα καλύτερα φαγητά και φάγαν. Ρωτάει ο Νικολάκης: «Πού πας, πάτερ καλόγερα;» «Πάω να μαζέψω λεφτά για την πανήγυρη του Αϊ-Νικολα». Βγάζει ο Νικολάκης και δίνει άλλες τριάντα χιλιάδες. Ξεχώρισαν πάλι κι έφυγαν. Βάδιζε ο Νικολάκης, πού θα βρει πολιτεία να εργασθεί. Βλέπει ένα πηγάδι, πάει να βγάλει νερό και πάλι να σου ένας καλόγερας, και λέγει: «Ας περιμένω να 'ρθει κοντά». Του δίνει ο καλόγερας ένα μπακιράκι για να βγάλει νερό. Έφαγαν, ήπιαν κι όταν ρώτησε ο Νικολάκης, πάλι ο καλόγερας του είπε ότι πήγαινε να μαζέψει λεφτά για την πανήγυρη του Αϊ-Νικόλα. Δεν δέχτηκε όμως τα λεφτά που του πρόσφερε ο Νικολάκης και του λέγει: «Σ' είδα ότι είσαι καλό παιδί και θέλω να σε πάρω να δουλέψουμε μαζί, αλλά ό,τι σου λέγω, όχι δε θα λες». Τότε ξεκίνησαν και πάνε σε μια πολιτεία και κάναν μια παραγκούλα σε μιαν ακροθαλασσιά.

Σελ. 254
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/255.gif&w=600&h=915

Λέγει μετά ο καλόγερας: «Νικολάκη, εδώ είναι ένας βασιλιάς κι έχει μια κόρη, δεκαπέντε χρόνια άρρωστη από λέπρα σε κρεβάτι, πάρε αυτά τα μπουκαλάκια και πήγαινε έξω από το παλάτι να φωνάξεις εδώ γιατρός, καλός γιατρός! ξέρω κάθε ασθένεια να γιατρεύω, ό,τι ασθένεια παλαιά και να 'ναι!'» Πήγε απ' έξω ο Νικολάκης, φώναξε. Τ' άκουσε η βασιλοπούλα, εκεί που ήτανε πλαγιασμένη και φώναξε τη μητέρα της και ζήτησε να της φέρει το γιατρό. Ο Νικολάκης όμως, μόλις την είδε σ' αυτά τα χάλια, είπε: «Έχω ανώτερο γιατρό, θα πάω να συνενοηθώ μαζί του και μετά θά 'ρθω να την πάρω». Πήγε λοιπόν στον καλόγερα και του λέει: «Η βασιλοπούλα είναι όλο πληγές και μυρίζει άσχημα». Ο καλόγερας είπε: «Πήγαινε και δώσε το λόγο σου ότι θα την κάνουμε καλά. Να τη βάλουν σ' ένα αμάξι και να τη φέρουν εδώ». Αλλά ο Νικολάκης έλεγε με το μυαλό του: «Πώς θα μπορέσει αυτός ο καλόγερας να κάνει αυτό το βρώμικο πράμα καλά;» Δε μπορούσε όμως να πει και όχι, οπότε σηκώθηκε και πήγε στο παλάτι. Χτυπά την πόρτα, μπαίνει μέσα και βλέπει το βασιλιά και τη βασίλισσα, τους χαιρετά και τους λέγει: «Μ' έστειλε το αφεντικό μου να πάρω τη βασιλοπούλα, να τη γιατρέψει». Τότε του λέει ο βασιλιάς: «Παιδί μου, αν μπορέσετε να γιατρέψετε τη βασιλοπούλα, ό,τι ζητήσετε από χρήματα θα σας τα δώσουμε». Κλάψανε ο βασιλιάς κι η βασίλισσα, πώς να το δώσουνε αυτό το κορμί το σάπιο. Φέρνουνε ένα αμάξι, τη βάζουνε σ' ένα σεντόνι μέσα και μετά μέσα στο αμάξι. Απ' όπου την πιάνανε, πονούσε η βασιλοπούλα και φώναζε. Την πήγε λοιπόν ο Νικολάκης στον καλόγερα. Την κατεβάζουν, τη βάζουν μέσα στην παραγκούλα και διώξαν τ' αμάξι κι έφυγε. Τότε λέει ο καλόγερας: «Νικολάκη, πλύσου, φόρεσε και μιαν άσπρη μπλούζα κι έλα να πιάσουμε τη δουλειά μας, να γιατρέψουμε την κοπέλα».

Ο Νικολάκης όμως μέσα του δεν πίστευε ότι θα μπορέσουν να γιατρέψουν την κοπέλα. Ο καλόγερας φωνάζει ένα παιδί και του λέει να πάει να μαζέψει λίγα κεραμίδια. Μόλις τα έφερε, λέει στον Νικολάκη: «Έλα τώρα να πιάσεις τη δουλειά σου». Την κοπέλα την είχαν ξαπλώσει πάνω σε δύο σανίδια κι από τις πληγές της έτρεχε πύον. Λέει λοιπόν ο καλόγερας: «Νικολάκη, πάρε ένα κεραμίδι και να τρίβεις τα σάπια κρέατα μέχρι που να φύγουν και να μείνουν σκέτα κόκαλα». Μόλις άρχισε ο Νικολάκης με μεγάλη λύπη του να τρίβει την κοπέλα, αυτή πέθανε. Το παιδί σκεφτότανε πώς θα πάει στο βασιλιά να πει ότι πέθανε. Ο καλόγερας όμως έλεγε: «Τη δουλειά σου εσύ, καθάρισε το σώμα της, να μην έχει τίποτα επάνω σάπιο». Μόλις την καθάρισε, του λέει ο καλόγερας να σηκωθεί να πάει στο βασιλιά, να ζητήσει να κάψουν έναν άσπρο σκύλο στο φούρνο και να του δώσουν τη στάχτη. Ο βασιλάς έκανε ευτύς ό,τι του είπε. Παίρνει τη στάχτη σ' ένα δοχείο ο Νικολάκης και πηγαίνει στον καλόγερα, που δεν ανησυχούσε καθόλου. Του λέει: «Πιάσε να πλυθείς και να καθίσεις να φας γιατί έχεις δουλειά». Όμως εκείνος, όσο έβλεπε τα κόκαλα της κοπέλας, δεν μπορούσε να βάλει μπουκιά στο στόμα του.

Του λέει ο καλόγερας: «Πάρε τη στάχτη και ρίξε μέσα τα κόκαλα». Έρι-

Σελ. 255
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/256.gif&w=600&h=915

Έριχνε λοιπόν στάχτη και, όπου έριχνε, γινότανε κρέας, έτσι έγινε το σώμα της κοπέλας, αλλά ψυχή δεν είχε κι έλεγε με το νου του ο Νικολάκης: «Τι θα το κάνει τώρα αυτό το σώμα, πώς θα το πάμε στο βασιλιά». Τότε ο καλόγερας προσευχήθηκε στον Θεό, τη σταύρωσε και της έβαλε ψυχή. Μετά τη βοήθησε και τη σήκωσε όρθια. Ο Νικολάκης γέλασε, χάρηκε κι αγκάλιασε τον καλόγερα και τον φιλούσε και του έλεγε: «Πάτερ καλόγερα, Θεός είσαι και βάζεις ψυχή στους ανθρώπους;» Και λέει ο καλόγερας: «Πήγαινε στο βασιλιά, να πεις να έρθει ένα αμάξι, να πάρει τη βασιλοπούλα, να έρθει μαζί και μια δούλα για να την πάει στο λουτρό και μετά θα την πάρουν στο παλάτι».

Τρέχει λοιπόν ο Νικολάκης και με μεγάλη χαρά λέει στο βασιλιά: «Η κόρη σας έγινε καλά, μόνο θέλω ένα αμάξι και μια δούλα για να πάν' στο λουτρό και μετά να 'ρθουν στο παλάτι». Τον ρωτά ο βασιλιάς τι είναι ο κόπος των. Ο Νικολάκης όμως απαντά ότι θα συνεννοηθεί με τ' αφεντικό και θα πάγει να του πει. Πήγαν, πήραν τη βασιλοπούλα και την πήγαν στο λουτρό, μετά την πήγαν στο παλάτι. Άμα χτύπησαν την πόρτα και μπήκαν μέσα, ο βασιλιάς κι η βασίλισσα μείναν αναίσθητοι από τη χαρά τους. Όλη η πολιτεία πανηγύριζε τη γιατρειά της βασιλοπούλας. Ο Νικολάκης πάει τρεχάλα να ρωτήσει τον καλόγερα τι πληρωμή θέλει. «Θέλω να μου κάμει ένα καράβι όλο μαλαματένιο». Τότε τρέχει ο Νικολάκης και το λέγει στο βασιλιά κι αυτός παράγγειλε ένα καράβι μαλαματένιο στους κουγιουμτζήδες.

Ο Νικολάκης έκανε παρέα στο βασιλιά, στη βασίλισσα και στη βασιλοπούλα, που τον αγαπούσε πολύ, το βράδυ όμως πάλι γύριζε στην καλύβα στον καλόγερα. Μέσα σε δέκα μέρες το καράβι ήταν έτοιμο στην προκυμαία και το παραδώσαν στον Νικολάκη. Το βράδυ του είπε ο καλόγερας ότι θα φύγουν και να πάει να χαιρετίσει το βασιλιά. Πάει κι αυτός, τους αποχαιρετά. Έκλαιγαν όλοι που θα έφευγε ο Νικολάκης. Μπήκαν λοιπόν στο καράβι, έλυσαν παλαμάρι και φύγαν. Η φουρτούνα ήταν μεγάλη και κινδυνεύσαν να πνιγούν. Ο καλόγερας στεκόταν στο τιμόνι, ο Νικολάκης φοβόταν μη βουλιάξει το καράβι και το χάσει. Πάν' κι αράξαν σ' ένα βουνό ακατοίκητο, που ήταν όλο βράχια και λέει ο καλόγερας: «Νικολάκη, πήγαινε να κουβαλήσεις λίγες πέτρες για σαβούρα και να φύγουμε». Αφού κουβάλησε τις πέτρες, έφυγαν κι από κει και πήγαν σε μια μεγάλη πολιτεία κι αράξαν.

Ο Νικολάκης ήταν κουρελιασμένος. Του λέει ο καλόγερας: «Πάρε μια πέτρα απ' αυτές που κουβάλησες κι έβγα να πας να ψωνίσεις». Λέει με το νου του ο Νικολάκης: «Άκου τι λέει ο καλόγερας, να πάρω την πέτρα να πάγω να ψωνίσω». Αλλά τις πέτρες τις είχε ευλογήσει ο γέρος κι είχαν γίνει διαμάντια. Όταν πήρε την πέτρα και βγήκε έξω, τρέχαν κατόπι τ' κι Έλληνες κι Εβραίοι κι άλλοι και τον ρωτούσαν: «Πόσο πουλάς την πέτρα;» Τότε πονηρεύτηκε ο Νικολάκης και την πούλησε πεντακόσιες χιλιάδες. Πηγαίνει σ' ένα ραφτάδικο και παίρνει το καλύτερο κοστούμι και παίρνει κι ένα ρολόγι, καπέλο, μπαστουνάκι κι άλλα. Αφού ντύθηκε καλά, πάει σ' ένα εστιατόριο να φάει. Μόλις

Σελ. 256
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/257.gif&w=600&h=915

τον είδαν τα γκαρσόνια, πέσαν στο κατόπι του και τον πήγαν εκεί που τρώγαν οι πλούσιοι. Διέταξε λοιπόν πολλά φαγητά και του τα πήγαν στο τραπέζι του. Εκεί που κάθισε, φαινόταν και το περιβόλι του καταστήματος. Βλέπει λοιπόν μέσα στο περιβόλι το γιο του βεζίρη και πότιζε τα λουλούδια. Στενοχωρέθηκε μόλις τον είδε σ' αυτή τη θέση. Λέγει λοιπόν στα γκαρσόνια: «Πείτε σ' αυτό το παλικάρι ν' ανέβει επάνω». Τρέξαν τα γκαρσόνια και τον φωνάξαν. Ανέβηκε πάνω το βεζιρόπαιδο, αλλά δε γνώρισε το Νικολάκη, που του λέει: «Εσύ θα πεινάς, κάθισε να φας». Κάθισε κι έφαγε με την ψυχή του το βεζιρόπαιδο. Ο Νικολάκης φόραγε κι ένα ωραίο δαχτυλίδι που έβγαζε και σφραγίδες. Του λέει λοιπόν: «Δέχεσαι να σου δώσω εκατό λίρες και να δοκιμάσω τη σφραγίδα στο μπράτσο σου, να δω πώς είναι;» Πιάνει λοιπόν τις λίρες το βεζιρόπουλο και πηγαίνει ίσια στο καράβι για να φύγει για την πατρίδα του.

Ο Νικολάκης γύρισε στο καράβι κι όταν τον είδε έτσι χάρηκε ο καλόγερας. Του λέει: «Τώρα φεύγουμε, πάμε για την πατρίδα». Έφυγαν κι ο καλόγερας ήταν πάντα στο τιμόνι με τη φουρτούνα. Του βεζίρη ο γιος έφτασε πιο μπροστά και πήγε στο σπίτι του. Ο βασιλιάς κι η βασίλισσα κλαίγανε και λέγανε ότι χάσανε πια το παιδί τους κι ότι δεν θα το ξαναδούν.

Κατά τις τέσσερις η ώρα που ξημέρωνε, φτάνει το καράβι και το άραξε στην προκυμαία ο καλόγερας. Έλαμψε όλος ο κόσμος και ρωτούσαν ποιός ξένος ήρθε κι έφερε ένα τέτοιο καράβι. Ο βεζίρης ήταν πονηρός, είδε που δεν ήρθε ο Νικολάκης, κι έτρεξε να ετοιμάσει τις αραβώνες με την πλούσια κοπέλα. Όταν ξημέρωσε η μέρα, λέει ο καλόγερας στο παιδί: «Πήγαινε στον πατέρα σου και στη μητέρα σου να τους δεις, αλλά να γυρίσεις πάλι στο καράβι». Οι γονείς του πέσαν επάνω του και κλαίγαν και δεν ήθελαν να τον αφήσουν από τα χέρια τους. Έτρεξε όλος ο κόσμος να δει τον Νικολάκη, έτρεξε κι ο πλούσιος να του προτείνει να τον κάμει γαμπρό. Ο Νικολάκης όμως δεν έδωσε το λόγο του, γιατί θέλησε πρώτα να συμβουλευτεί τον καλόγερα. Κι εκείνος του είπε: «Πήγαινε, παιδί μου, με την ευχή μου, να ετοιμάσεις τους γάμους σου, να πάρεις τους γονείς σου και το βράδυ απόψε να γίνει ο γάμος, γιατί εγώ θέλω πια να φύγω». Του είπε ακόμη να πάει στο καράβι να του πει κάτι μετά το γάμο. Έγιναν λοιπόν όλα καθώς έπρεπε και το παιδί γύρισε πίσω στο καράβι. Του λέει τότε ο καλόγερας: «Πιάσε τις πέτρες που ήταν διαμάντια και βγάλε τις έξω. Να τις μοιράσεις σε δύο μέρη, γιατί μαζί τα κερδίσαμε, μαζί θα τα μοιραστούμε».

Ο Νικολάκης μ' ευχαρίστηση τα μοίρασε. Του λέει μετά ο καλόγερας: «Να μοιράσουμε τώρα και το καράβι στα δύο». Όμως ο Νικολάκης του απάντησε: «Πάρ' το εσύ κι ας μην το χαλάσουμε, εμένα μου φτάνουν αυτά που μου 'δωκες». Μέχρι να συζητήσουν όμως, το καράβι είχε γίνει δυο κομάτια. Κατόπιν λέει ο καλόγερας: «Νικολάκη, θα μοιραστούμε και την κοπέλα, γιατί μαζί την κερδίσαμε».

Ο Νικολάκης όμως του λέει: «Όχι, πάρ' την εσύ, δεν θέλω να δω να τη

Σελ. 257
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/258.gif&w=600&h=915

σκοτώσεις». Ώσπου να τελειώσουν, ο καλόγερας είχε σχίσει την κοπέλα στα δύο. Μόλις την έσχισε, εβγήκε από τα εντόσθια της ένα φίδι, που το σκότωσε, μετά την ένωσε πάλι και του λέγει: «Νικολάκη, το φίδι αυτό θα έβγαινε το βράδυ και θα σ' έπνιγε. Από σήμερα η κοπέλα είναι δική σου». Κατόπιν ο καλόγερας είπε στον Νικολάκη να πάρει ό,τι του ανήκε από το καράβι. Με τη χάρη του, αυτό ήταν πάλι ενωμένο και μέσα ήταν όλες οι πέτρες. Τότε ο γέρος αγκάλιασε τον Νικολάκη και του λέγει: «Παιδί μου, επειδή ο πατέρας σου θυσίασε όλο του το βασίλειο για τον Aï-Νικόλα, κι εσένα τον ίδιο, γι' αυτό κι εγώ, που είμαι ο Άγιος, σε βοήθησα να γίνεις πλούσιος. Σου τα χαρίζω όλα και να γίνεις ευτυχισμένος».

Τότε έγινε ένας αέρας και χάθηκε από μπροστά από τον Νικολάκη.

ΛΦ 784, 1-16. Παραλλαγή από τα Μοσχονήσια. Καταγραφή της Σοφίας Κωνσταντοπούλου, που το άκουσε από τη γιαγιά της.

ΣΥΝΘΕΤΙΚΗ ΠΑΡΑΛΛΑΓΗ

I. Το ειδύλλιο του φτωχού με τη βασιλοπούλα

α: Ένα φτωχό παιδί' α1: γιος μιας χήρας' α2: ενός βασιλιά (άλλο) που φτώχυνε' α3: ψαράς' α4: άλλο' α5: πουλάει τα ψάρια του στο παλάτι κι η βασιλοπούλα τον παίρνει κοντά της για να τον μορφώσει" α6: πωλείται οικειοθελώς στο βασιλιά (άλλο) " α7: για να μπορέσουν οι γονείς του να κάμουν το τάμα τους (άλλο)' α8: στον Αϊ- Νικόλα [πβ. AT/ATU 507 C (Η κόρη με τα φίδια), επεισόδιο ΙΙΙβ]' α9: και το ερωτεύεται η βασιλοπούλα' α10: ενώ ο βασιλιάς το στέλνει να φτιάξει περιβόλι στον αγριότοπο, χωρίς εργαλεία.

β: Το παιδί' β1: ο μικρότερος από τα τρία αδέρφια' β2: ευεργετεί ένα γέρο' β3: τον Αϊ-Νικόλα' β4: άλλο' β5: ενώ το βασιλόπουλο (άλλο) αρνείται να τον βοηθήσει' β6: ο γέρος (άλλο) το συμβουλεύει' β7: να πιάσει το μπράτσο της βασιλοπούλας, όταν τη δει (άλλο)' β8: και βγαίνει βραχιόλι με διαμαντόπετρες (άλλο)' β9: περιδέραιο στο λαιμό' β10: ζώνη στη μέση' β11: η κόρη τον ερωτεύεται' β 13: άλλο.

γ: Ένα βασιλόπουλο' γ1: βεζιρόπουλο (άλλο)' γ2: ζητά σε γάμο τη βασιλοπούλα' γ3: που αρνείται' γ4: και παντρεύεται το παιδί (σκλάβο)' γ5: αποφασίζεται να πάρει εκείνον από τους μνηστήρες που θα φέρει περισσότερα κέρδη' γ6: κατά διαταγή του βασιλιά, που θέλει τον πιο πλούσιο γαμπρό' γ7: και κοροϊδεύει την κόρη του που προτιμάει της πορδολαχανούς το γιο.

δ: Ένας φτωχός βασιλιάς' δ1: τάζει το βασίλειο του σ' όποιον από τους τρεις

Σελ. 258
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/259.gif&w=600&h=915

γιους του φέρει τα πιο πολλά λεφτά [πβ. AT/ATU 550 (Το μπιρμπιλαηδόνι)].

II. Η παρέμβαση του γέρου

α: Το παιδί φτάνει στον τόπο των δαιμόνων' α1: ένας γέρος (άλλο)' α2: που είναι ο Άγιος Νικόλαος (άλλο)' α3: παρουσιάζεται στο παιδί (άλλο) και το συμβουλεύει" α4: και φορτώνει το καράβι του με αλάτι για να το πουλήσει σε τόπο που είναι άγνωστο [πβ. AT/ATU 1651 A (Fortune in Salt)] ' α5: να κάμει μιαν αλοιφή" α6: από τη στάχτη ενός άσπρου κι ενός μαύρου σκύλου (άλλο)" α7: ενός πιθήκου" α8: και να γιατρέψει' α9: τον άρρωστο βασιλιά' α10: άλλο' α11: ούτως ώστε να πάρει ως αμοιβή μια φρεγάτα (άλλο)' α12: εμφανίζεται στον ύπνο του και τον βοηθάει να βρει εργαλεία και να φτιάξει περιβόλι' α13: και να βρει φλουριά κάτω από ένα σκίνο' α14: άλλο.

β: Στην επιστροφή ο ήρωας συναντά' β1: τον (τους) αντεραστή (ές) του' β2: το βεζιρόπουλο' β3: άλλο' β4: σε ελεεινή κατάσταση' β5: και του δίνει χρήματα' β6: τον παίρνει στη φρεγάτα του' β7: άλλο' β8: αφού εκείνος (οι) δέχτηκε (αν) να τον βουλώσει με τη σφραγίδα του' β9: στα οπίσθια' β10: άλλο.

III. Οι περιπέτειες κι η νίκη του ηρώα

α: Ο αντίζηλος (οι) του ήρωα' α1: του αρπάζει τη φρεγάτα' α2: φτάνει πρώτος με το καράβι του στον τόπο τους (άλλο)' α3: κι αξιώνει (ουν) να παντρευτεί τη βασιλοπούλα' α4: αλλά η ψευτιά του αποδεικνύεται' α5: από το σφράγισμα' α6: άλλο' α7: κι ο ήρωας γίνεται γαμπρός του βασιλιά' α8: όπως είχε προείπει ο γέρος' α9: αλλά το ζευγάρι χωρίζει, γιατί η βασιλοπούλα είναι προσβλητική' α10: και ξανασμίγει μετά από περιπλάνηση της κόρης για να ξαναβρεί τον χαμένο της σύζυγο.

β: Ο ήρωας πέφτει στη θάλασσα' β1: και βρίσκεται σε υπόγειο παλάτι' β2: όπου του χαρίζουν το πουλί με την ανθρώπινη λαλιά' β3: και βγαίνοντας γίνεται πλούσιος' β4: παντρεύεται τη βασιλοπούλα' β5: αφού λύσει μαγικά ζητήματα.

γ: Ο γέρος ζητά να μοιραστεί με τον ήρωα τα πλούτη όπως συμφώνησαν' γ1: και τη γυναίκα. Καθώς σηκώνει το μαχαίρι να κόψει τη νύφη στα δύο, βγαίνει ένα φίδι από το στόμα της (άλλο) (πβ. AT/ATU 507 C, επεισόδιο Va, β). Ο γέρος εξαφανίζεται' γ2: αφού αποκαλύψει την ταυτότητά του.

Σελ. 259
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/260.gif&w=600&h=915

ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΠΑΡΑΛΛΑΓΩΝ

ΘΕΣΣΑΛΙΑ

1. ΛΑ 1267 (ΣΜ 97), 19-22, Λάρισσα, «Ο ψαράς». Συμφυρμός με AT/ATU 879 A (Fisher Husband of the Princess). I: α, α5, α9, γ, γ1, γ2, γ3, γ5, γ6. II: α4, β, β1, β6, β8, β10 (την πλάτη). III: α7, η συν. όπως AT/ATU 879 Α: ο ήρωας προσβάλλεται από την πριγκήπισσα και φεύγει βουβός. Τον σώζει η γυναίκα του από την κρεμάλα κάνοντάς τον να μιλήσει.

2. ΛΑ 3026, 120-127, Καρδίτσα, άτιτλο. Ι: α, α6, α7 (γιατί βλέπει τον Άγιο στον ύπνο του και του ζητά εκκλησία), β, β2, β3, β6, β7, β8, β9, β10, β11. II: α1, α2, α3, α4, α11. III: α7, α8, γ, γ4.

3. ΛΦ 695, 1-5, «Ο βασιλιάς και τα τρία βασιλόπουλα». Παραλλαγμένο. Συμφυρμός με AT/ATU 550. I: δ, δ1.

ΘΡΑΚΗ

4. ΛΑ 185, αρ. 2, Μάδυτος, άτιτλο.

5. Αρχ. Θρακ. Θησ. Γ', 1936-1937, αρ. 2, Καλλίπολις, «Το παραπαίδι τσ' Βαβυλωνίας». I: α2, α6, α7, α8, α9, γ (της Βαβυλωνίας), γ2, γ3, γ5, γ6. II: α1, α2, α3, α4, α5, α6, α8, α9, α11 (δέκα μαλαματένια καράβια).

III: α7.

6. Αρχ. Θ pax. Θησ. ΣΤ', 1940, 245-249, Βαβά Εσκί, «Γιάννς το φτωχόπαιδο». Συμφυρμός με AT/ATU 570 (Ο βοσκός των λαγών), βλ. παρ. αρ. 4. I: β, β2, β4 (τον Θεό, που παίρνει στο καράβι του), β5. II: α1, α2 (ο Θεός), α3, α5, α6, α8, α10 (πλούσιο τυφλό), α11 (γεμάτη αλάτι). III: α7.

7. Αρχ. Θρακ. Θησ. Ζ', 1941, 206-208, Σαμακόβιο Ανατολικής Θράκης, «Το άξιο μπαξεβανόπουλο και η βασιλοπούλα». Συμφυρμός με AT/ATU 879 Α. I: α, α4 (κηπουρός, αρέσει στη βασιλοπούλα, που θέλει να τον μορφώσει. Προκομμένος, χτίζει παλάτι), α9, γ, γ2, γ3, γ5, γ6. II: α14 (πλουτίζει κι αγοράζει δεύτερο καράβι), β, β1, β4, β5, β8, β9. III: α, α2, α3, α4, α5, α7, η συν. όπως AT/ATU 879 Α: ο ήρωας προσβάλλεται από την πριγκήπισσα και φεύγει. Η βασιλοπούλα τον αναζητάει και τον βρίσκει στο παλάτι του βασιλιά μιας χώρας, βουβό. Στοιχηματίζει να τον κάμει να μιλήσει ή να την κρεμάσουν. Την παραμονή της κρεμάλας το μπαξεβανόπουλο μιλάει και τη σώζει. Δίνοντας πέντε κούφια καρύδια στο βα-

Σελ. 260
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/261.gif&w=600&h=915

βασιλιά για να της χαρίσει τη ζωή, της δείχνει πόσο μικρή αξία είχε για το βασιλιά η ζωή της και πόσο άδικα πλήγωσε τον αγαπημένο της, προσβάλλοντας τον ως μπαξεβάνη.

8. Πασχαλίδου, 27-33, Κωνσταντινούπολη, «Ο Aï-Νικόλας». Συμφυρμός με AT/ATU 879 Α. Ι: α2, α3, α5, α9, γ1, γ3, γ5, γ6. II: α1, α2, α3, α10 (να πάρει ψάθες στο καράβι. Στο ναυάγιο τις καίει με τη συμβουλή του γέρου, γίνονται στάχτες, όπου κυλούνται άσπρα πουλιά κι αφήνουν διαμάντια. Τα σκεπάζει με κεραμίδια και τα φέρνει στο παλάτι). III: α7, η συν. όπως AT/ATU 879 Α: ο ήρωας προσβάλλεται από την πριγκήπισσα και φεύγει. Η βασιλοπούλα τον αναζητάει και τον αναγνωρίζει από το βιολί του κι εκείνος από το διαμάντι που της είχε χαρίσει. Ξανασμίγουν.

ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ

9. ΛΑ 2154 Γ', 48, Αυγερινός Βοΐου, «Ο Άγιος Νικόλαος». I: α, α6, α7, α8,

β6, β7, β8, β9, β11, γ, γ2, γ3, γ5, γ6. II: α2, α5, α6, α8, α9, α11 (χρυσό), β, β1, β6, β8, β10 (στο μέτωπο). III: α, α1, α3, α4, α5, α7, α8.

10. ΣΠ 124 (ΛΑ 845, 3-12), Σιάτιστα, «Το παιδί του ψαρά οπού πήρε τη βασιλοπούλα». Συμφυρμός με AT/ATU 507 C. I: α4 (γιος ψαρά χαρίζει τη ζωή σε «ευγνώμονα ιχθύ»), α9, γ, γ2, γ5, γ6. II: α4, β, β1, β4, β5, β8, β9. III: α, α2, α3, α4, α5, α7.

ΝΗΣΙΑ ΑΙΓΑΙΟΥ

α. Νησιά Ανατολικού Αιγαίου

11. ΛΦ 784, 1-16, Μοσχονήσια, «Το παραμύθι του Αγίου Νικολάου». Η παραλλαγή που δημοσιεύουμε εδώ.

12. Pernot,!?/. Ling., 298-300, αρ. 49α, Χίος, «L'enfant vendu en l'honneur de Saint Nicolas». I: α, α6, α7, α8, γ1, γ2, γ5, γ6. II: α1, α2, α3, α5, α8, α9, α11, β, β2, β6. III: α7, α8.

β. Δωδεκάνησα

13. ΙΛ 690 Β', 227-246, Πάτμος, «Ο Αϊ- Νικόλας». Συμφυρμός με AT/ATU 750 D (Three Brothers each Granted a Wish by an Angel Visitor). I: α2, α6, α7, α8, α9, γ1, γ2, γ5, γ6. II: α1, α2, α3, α5, α6, α8, α9, α11 (λε-

Σελ. 261
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/262.gif&w=600&h=915

λεφτά), β, β1, β5, β8, β10 (στο κούτελο). III: α, α2, α3, α4, α5, α7, η συν. όπως AT/ATU 750 D: ο Αϊ- Νικόλας παρουσιάζεται σαν ψωριάρης και βρώμικος γέρος. Για να γιατρευτεί, θυσιάζουν το πρωτότοκο παιδί τους καίγοντάς το στο φούρνο. Το ξαναβρίσκουν ζωντανό με ψαλτήριο στο χέρι. Φανερώνεται ο Άγιος.

14. ΛΑ 2139 Α', 48-54, Ψέριμος Καλύμνου, «Ο ψαράς κι ο βεζίρης». Συμφυρμός με AT 507 C και AT/ATU 570 (Ο βοσκός των λαγών). I: α4 (πουλάει χρυσόψαρο στο παλάτι και παίρνει ένα μαντήλι φλουριά), α9, γ1, γ2, γ3, γ5, γ6. II: α, α2, α3, α10 (να πάρει χαλίκια στο καράβι του, που γίνονται διαμάντια), β, β2, β3 (φόρτωσε πίσσα κι έλιωσε). III: β4, β5, η συν. όπως AT/ATU 570, βλ. παρ. αρ. 5. Για να παντρευτεί τη βασιλοπούλα ο ήρωας εκτελεί και αδύνατα ζητήματα, όπου τον βοηθάει ο Άγιος. Μαζεύει τους σκόρπιους λαγούς με το κλαρίνο του, γεμίζει ένα τσουβάλι ψέματα. Η συν. όπως AT/ATU 611: III: γ, γ1.

15. Dawkins, 45 Stories, 438-465, αρ. 41, Αντιμάχεια της Κω, «Ο Γιαννάκης». Συμφυρμός με AT 507 C, AT/ATU 300 (Ο δρακοντοκτόνος ήρωας) και AT/ATU 301 (Τα χρυσά μήλα). I: α (ο ήρωας είναι τυχερός γιατί την ώρα που γεννιόταν σώθηκε ένας καραβοκύρης που έγινε νονός του. Τον πάει στην Κωνσταντινούπολη για να δουλέψει. Θέλει να παντρευτεί τη βασιλοπούλα), γ1, γ2, γ3, γ5, γ6. II: α1, α2 (δίνει τα καράβια του για να βοηθήσει ένα γέρο), α3, α5, α6, α8, α9, α11, α4, (βρίσκεται σ'έναν τόπο με δαίμονες που προσπαθούν να τον ξεγελάσουν και τον συμβουλεύει ένα πουλάκι, που είναι ο γέρος μεταμορφωμένος). Η συν. όπως AT/ATU 300 και AT/ATU 301: ο ήρωας κατεβαίνει στον Κάτω Κόσμο, γλιτώνει την κόρη του βασιλιά από την αγριογουρούνα και στη συνέχεια τον ανεβάζουν αετοί στον Άνω Κόσμο), β, β1, β4, β5, β10 (υπογράφοντας χρεώγραφα). III: α, α2, α3, α4, α6 (χάρη στα χρεώγραφα), α7, α8, γ, γ1 (συμφυρμός με, V: α, β).

16. Hallgarten, 39-43, Ρόδος, «Der Heilige Nikolas». Συμφυρμός με AT 507 C. Ι: α, α6, α7, α8, γ, γ1, γ2, γ5, γ6. II: α1, α2, α3, α4, α5, α6, α8, α9, α11 (χρυσάφι), β, β1, β4, β5, β8. III: α, α3, α4, α5, α7, γ, γ1.

17. Klaar, Christos, 148-154 , Πάτμος, «Der heilige Antonios als Metzgermeister». Παραλλαγμένο. Συμφυρμός με AT 507 C και AT/ATU 621 (H φείρα). Το φτωχό παιδί παρακαλάει να συναντήσει τον Άγιο Αντώνιο. Στο δρόμο συναντά ένα γέρο κι αποφασίζουν να συνεταιρισθούν ως χασάπηδες με τη συμφωνία ό,τι κερδίσουν να το μοιράσουν στα δύο (πβ. AT 507 C). Τον βοηθάει να λύσει το αίνιγμα της ψείρας και να παντρευτεί τη βασιλοπούλα (πβ. AT/ATU 621). III: γ, γ1.

18. Μοσκόβη, 44-53, Σύμη, «Το ψαρόπουλο κι η βασιλοπούλα». I: α3, α5, α9, γ1, γ3, γ5. II: α1 (αράπης που φυλάει θησαυρό), α10 (του τον μετα-

Σελ. 262
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/263.gif&w=600&h=915

μεταφέρει στο καράβι), β, β1, β10 (αποκαλύπτει τελευταία στιγμή το θησαυρό). III: α7, α9, α10.

γ. Εύβοια - Σποράδες

19. ΙΛ 758, 278-283, Αλόννησος, άτιτλο. Παραλλαγμένο (πρώην τύπος Μέγα AT *611 Β). Ο Σατανάς φέρνει τρικυμία στο καράβι. Ο Άγιος Νικόλαος σώζει τον ήρωα. Τον συμβουλεύει να ζητήσει ένα περιστέρι κατεβαίνοντας στη στεριά. Το παιδί τού βγάζει το τσιμπούρι που έχει στο κεφάλι του και μεταμορφώνεται σε βασιλοπούλα. Την παντρεύεται.

20. ΛΑ 2744, 62-65, Γιάλτρα Ευβοίας, άτιτλο. Ελαφρώς παραλλαγμένο. Συμφυρμός με AT/ATU 1651 Α. I: α, α5, α9, γ, γ2, γ3, γ5, γ6. II: α, α4. III: β1, β2, β3, β4.

21. ΛΦ 1068, 6-18, Άγιος Ιστιαίας, άτιτλο. Συμφυρμός με AT 507 C. I: α6 (η μάνα πουλάει το γιο της στο βασιλιά για να πάρει λιβάνι για το εκκλησάκι του Αϊ- Νικόλα), α9, γ, γ2, γ5, γ6. II: α1, α2, α3, 5, α6, α8, α9 α11. III: a, α1, a2 (κλέβει τη βάρκα με το χρυσάφι για να βγει πρώτος στο λιμάνι, αλλά ο γέρος με την ευχή του κάνει ώστε να τον πιάσουν για κλέφτη), α7, γ, γ1.

22. Hahn 1, 288-295, αρ. 53, Αγία Άννα, «Belohnte Treue» (Kretschmer, NM, 233-240, αρ. 55, «Belohnte Treue»). Συμφυρμός με AT 507 C. I: α, α6, α7, α8, γ, γ2, γ5, γ6. II: α1, α2, α3, α5, α8, α10 (τυφλούς), α11 (γίνεται πλούσιος), β, β1, β4, β5, β8, β10 (μπράτσο). III: α, α3, α4, α7, α8, γ, γ1.

23. Πέρδικα Β', 187-189, Σκύρος, αρ.11, «Της Πορδολαχανούς ο γιος». Συμφυρμός με AT/ATU 1651 Α. I: γ, γ2, γ3, γ5, γ6, γ7. II: α4, α11 (μάλαμα). III: α7.

δ. Κυκλάδες

24. ΛΑ 1392, 87-90 (Αδ. Αδαμαντίου, Τηνιακά, αρ. 15, ΛΑ 611, 4), Τήνος, άτιτλο. Ι: α4 (γιος ψαρά που πουλάει ψάρια στο παλάτι), α9, γ1, γ2, γ5, γ6. II: α10 (ο ψαράς πλουτίζει), β, β2, β4, β8. III: α, α2, α3, α4, α5 , α7.

25. ΛΑ 1396, 343-349 (Αδ. Αδαμαντίου, Τηνιακά, αρ. 93, ΛΑ 611, 5), Τήνος, «Το σκλαβάκι». Ι: α, α1, α6, α7, α8, β2, β6, β7, β8, β9, β11, γ, γ2, γ3, γ5, γ6. II: α1, α2, α10 (τον σώζει από τρικυμία ο γέρος κρατώντας το τιμόνι), α5, α8, α9, α11 (πέτρες που γίνονται διαμάντια), β, β1, β7 (του

Σελ. 263
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/264.gif&w=600&h=915

παίρνει ένα φόρτωμα κρεμύδια), β8. III: α, α2, α3, α4, α5, α7, α8.

26. ΛΑ 2342, 322-324, Φιλώτι Νάξου, άτιτλο. I: α, α6, α7, α8,α9, γ, γ2, γ3. II: α1, α2, α3, α4, α11, β, β1, β4. III: α7, α8.

27. Ανέκδοτη συλλογή Διαλεχτής Ζευγώλη-Γλέζου, Τετρ. Β', 21, Νάξος, «Ο Νικόλας». I: α2, α6, α7, α8, β, β2, β3, β6, β7, β8, β9, β10, β11, γ, γ2, γ3, γ5, γ6. II: α1, α2, α3, α4, α5, α6, α8, α9, α11, β, β1, β4, β5, β8, β9. III: α, α2, α3, α4, α5, α7, α8.

28. Ανέκδοτη συλλογή Διαλεχτής Ζευγώλη-Γλέζου, Τετρ. Γ', 105-112, Νάξος «Ο υπερέτης». Συμφυρμός με AT/ATU 507 C. I: α2, α6, α7, α8, β, β2, β3, γ, γ2, γ3, γ5, γ6. II: α1, α2, α3, α5, α6, α8, α9, α11, β, β1, β4, β5, β8, β9. III: α, α2, α3, α4, α5, α7, α8, γ, γ1.

29. Roussel, αρ. 6 και 7, Μύκονος, άτιτλο. Συμφυρμός με AT/ATU 507 C. I: α, α6, α7, α8, β, β2, β3, β6, β7, β8, β9, β11. III: α7, α8, γ, γ1 γ1.

ΝΗΣΙΑ ΙΟΝΙΟΥ

30. ΛΑ 2067 Γ', 61-68, Κεφαλονιά, άτιτλο. Ι: α, α6 (τον αγοράζει η βασιλοπούλα και του δίνει να βοσκήσει ένα αρνί. Ένας καλόγερος κάνει το αρνί χρυσό), α7, α8, β, β3, β7 (της δίνει ένα φιλί και φανερώνεται ήλιος χρυσός, φεγγάρι χρυσό), β11, γ, γ2, γ3, γ5, γ6. II: α1, α2, α3 (του κάνει χρυσό καράβι), β, β1, β4, β5, β8, β10 (πλάτη). III: α, α2, α3, α4, α6 (παραμύθι στο γάμο), α5, α7, α8.

ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΣ

31. ΛΑ 1187 (ΣΜ 17), 5-7, Ηλεία, «Η ευχή της μάνας». (Πρώην τύπος Μέγα AT 611C). I: α, α6, α7 (για να σώσει την άρρωστη μάνα του). Με την ευχή της, τον σώζουν τα δελφίνια από ναυάγιο και βρίσκει τον χαμένο πατέρα του.

32. ΛΑ 1277 (ΣΜ 107), 43-46, Βιζύκι Γορτυνίας, άτιτλο. Παραλλαγμένο. Το παιδί ξεριζώνοντας ένα μαραμένο κλήμα βρίσκει εικόνα του Αγίου και φεύγει για να κερδίσει λεπτά, για να του χτίσει εκκλησία. Συναντά το γέρο που του δίνει ένα φράγκο και το στέλνει στον πατέρα του για ν' αρχίσει την εκκλησία. I: α, γ, γ1, γ2, γ3, γ5, γ6. II: α1, α2, α3, α5, α8, α9, α11, β, β1, β4 (λούστροι), β5, β8, β10 (πλάτη). III: α, α1, α2, α3, α4, α5, α7.

33. ΛΑ 2255, 228-240, Τρόπαια Γορτυνίας, άτιτλο. I: α, α6, α7, α8, α9, γ1, γ2, γ3, γ5, γ6. II: α1, α2, α3, α4, α14 (σταματάει η φουρτούνα όταν σκοτώνει μια γυναίκα που βγαίνει από τη θάλασσα), β, β2, β4, β5, β10 (η σαβούρα γίνεται μαργαριτάρια). III: α, α2, α3, α7, α8.

Σελ. 264
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/265.gif&w=600&h=915

34. ΣΠ 25, 21-26 (ΛΑ 552), Αγριδέικα Αιγιαλείας, «Ο λούστρος βασιλιάς». I: α4 (λούστρος), α9, γ, γ2, γ3, γ5, γ6. II: α, α3 (τον σώζει ο λούστρος από την τρικυμία), α4, α5, α6 (από σαλιγκάρια), α8, α9, β, β1, β4, β5, β8, β10 (πλάτη). III: α, α1, α2, α3, α4, α5.

ΣΤΕΡΕΑ ΕΛΛΑΔΑ

35. ΔΙΕ Α', 1883, 544-549, αρ. 17, Αθήνα, «Ο Μοδάς». (Πρώην τύπος Μέγα AT *611 A). I: α, α6 (σκλάβος στο βεζίρη για ένα μόδι φλουριά), α9, α10. II: α1, α2 (η ευχή της μάνας του), α12, α13. III: α7.

ΜΙΚΡΑ ΑΣΙΑ - ΠΟΝΤΟΣ - ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑ

Καππαδοκία

36. ΙΛ 812, 319-333, Νίγδη, άτιτλο. I: α, α6, α7, α8, α9, γ, γ2, γ3, γ5, γ6. II: α1, α2, α3, α5, α6, α8, α9, α11 (το ναυαγισμένο καράβι με τα διαμάντια). III: α7, γ.

37. ΚΜΣ, 5096-5116, Φάρασα, «Η Σινέ κι ο Γαρίπης». Παραλλαγμένο. I: α (ο Γαρίπης παίζει ωραίο σάζι), α9 (η Σινέ), γ5, γ6. Φεύγει για να κερδίσει λεφτά ως βοηθός καφετζή. Με το σάζι γοητεύει τους πάντες και πλουτίζει τον καφετζή. Μαθαίνει ότι η Σινέ παντρεύεται και γυρίζει πίσω, στο δρόμο πεθαίνει το άλογό του και προσεύχεται. Εμφανίζεται ο Αϊ-Γιώργης με πολλά φλουριά και τον παίρνει πάνω στο δικό του άλογο. Στο γάμο της Σινέ παίζει σάζι κι αναγνωρίζεται. Γιατρεύει τα τυφλά μάτια της μάνας του (από τα πολλά δάκρυα) με τη σκόνη του αλόγου του Αγίου. Παντρεύεται τη Σινέ.

38. ΚΜΣ, Γκιουλ Μπαξέ 8, 1-5, «Ο κοσκινάς». Ι: α, α6, α7 (για να σώσει τη μάνα του). Με την ευχή της, βρίσκει εργαλεία και νερό και φτιάχνει περιβόλι για το βασιλιά. III: α7 (και καλεί τη μάνα του κοντά του, που με την ευχή της τον βοήθησε).

39. ΚΜΣ, Γκιουλ Μπαξέ 15, 1-9, «Ο Άγιος Νικόλαος». Συμφυρμός με AT 507 C. I: α, α6, α7, α8, β, β2, β6, β13 (να κόψει μήλα, πορτοκάλια και γαρίφαλα, να τα βάλει στην ποδιά της και να τη φιλήσει) β11, γ, γ2, γ3, γ5, γ6. II: α1, α3, α4, α11 (φλουριά) β, β1, β4, β5, β8, β10 (πλάτη). III: α, α2, α3, α4, α5, α7, γ, γ1.

Σελ. 265
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/266.gif&w=600&h=915

ΚΥΠΡΟΣ

40. ΛΑ 2351 Β', 1130-1158, Ακανθού, άτιτλο. I: α, α6, α7, α8, γ, γ2, γ3, γ5, γ6. II: α1, α2, α3, α5, α6, α8, α9, ali (να ζητήσει αλάτι και την αρραβώνα του βασιλιά), α4, α10 (λίρες), β, β1, β4, β5, β8. III: α, α1, α2, α3, α4, α5, α7, α8 (ο Άγιος ζητά μια εκκλησία στο όνομά του).

41. ΛΦ 1434, 6-10, Πάφος, «Ο ψαράς». Συμφυρμός με AT 507 C και AT/ATU 879 Α. I: α3, α4 (σώζει ένα ψάρι. α5, α9, γ5, γ6. II: α1 (ψάρι), α10,(γεμίζει το βαπόρι του διαμάντια). III: α7, η συν. όπως AT/ATU 879 Α: ο ήρωας προσβάλλεται από την πριγκήπισσα, που τον ξαναβρίσκει ως βιολιτζή και συμφιλιώνονται.

42. ΛΦ 1815, 1-8, Κύπρος, «Ο γιος του ψαρά». Συμφυρμός με AT 507 C και AT/ATU 879 Α. I: α3, α4 (σώζει ένα ψάρι), α5, α9, γ5, γ6. II: α1 (ψάρι), α10 (γεμίζει το βαπόρι του διαμάντια). III : α7, η συν. όπως AT/ATU 879 Α: ο ήρωας προσβάλλεται από την πριγκήπισσα, που τον ξαναβρίσκει ως βιολιτζή και συμφιλιώνονται.

43. Λαογραφία Κ', 1962, αρ. 9, Μεσαράς Κύπρου, «Ο Νικολάτζης». I: α2, α6, «7, α8, β, β2, β3, β6, β7, β8, β9, β11, γ1, γ2, γ3, γ5, γ6. II: α, α2, α10 (να πουλήσει ξύλα σ' έναν τόπο που δεν έχουν), α5,'α7, α8, α10 (λεπρό βασιλόπουλο), α11, β, β2, β4, β5, β8, β10 (στο μηρό). III: α, α2, α3, α4, α5, α6(η βροχή γίνεται διαμαντόπετρες ), α7, α8.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΣΤΟΥΣ ΤΥΠΟΥΣ AT/ATU 611, AT *6Ι1 Α, AT *611 Β, AT 611 C

Το παραμύθι αυτό έχει επίφαση θρησκευτικής αφήγησης, όπως σημειώνει ο Γ.Μέγας1, καθώς ο ήρωας είναι ταμένος στον Άγιο Νικόλαο που τον προστατεύει, ενώ συχνά φέρει και το όνομά του. Το παιδί είναι σκλαβάκι, το έχουν πουλήσει οι γονείς του στο βασιλιά ή σε κάποιον ισχυρό, για να μπορέσουν να κάνουν το τάμα τους στον Άγιο. Έχουν φτωχύνει τόσο πολύ, που ούτε προζύμι δε μπορούν πια ν' αγοράσουν. Καμιά φορά το ίδιο το παιδί ζητάει από τη μάνα του να το πουλήσει για ν' αποκτήσει τα προς το ζειν. Και ο Άγιος Νικόλας, που για χάρη του γίνονται όλες αυτές οι αγοροπωλησίες, σώζει τον ήρωα από κάθε είδους κακοτοπιά και τον κάνει πλούσιο. Εδώ παρουσιάζεται συμφυρμός με τον κύκλο του Ευγνώμονα νεκρού, ακριβώς γιατί ο μαγικός βοηθός, ως Άγιος, δεν ανήκει στο φυσικό κόσμο. Πρόκειται ουσιαστικά για μια υπο-ομάδα του παραμυθιακού

1. Γ. Μέγας, «Σημειώσεις εις τα Κυπριακά Παραμύθια», Λαογραφία Κ', 1962, σ. 409-445.

Σελ. 266
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/267.gif&w=600&h=915

θιακού τύπου AT 507 C (Η κόρη με τα φίδια), όπως είχαμε παρατηρήσει κατά την ανάλυσή του. Ο Μέγας κατατάσσει εξάλλου ορισμένες παραλλαγές της ιστορίας του Aï-Νικόλα στον τύπο 507 C κι ορισμένες στον παρόντα AT/ATU 611 (The Gifts of the Dwarfs), χωρίς να φαίνεται ξεκάθαρα το γιατί. Βέβαια, συχνά τα θέματα των δύο τύπων είναι συναφή και οι διαφορές ελάχιστες -η απόκτηση πλούτου πουλώντας αλάτι σε μια χώρα όπου είναι τελείως άγνωστο κι η απόκτηση της βασιλοπούλας, που είναι ωστόσο ερωτευμένη με τον φτωχό ήρωα κι αρνείται να πάρει το βασιλόπουλο. Προτείνουμε κατά συνέπεια να υπάρξει ενοποίηση, δηλαδή να συμπεριληφθούν οι σαράντα τρεις παραλλαγές του AT/ATU 611 στον κύκλο του Ευγνώμονα νεκρού, δημιουργώντας ένα νέο υπότυπο, τον AT 507 D (Τα δώρα του Αγίου).

Η ερωτική αντιζηλία μεταξύ του ήρωα και του αντεραστή του αποτελεί κύριο επεισόδιο του τύπου AT 506 Α, όπου ο ήρωας βρίσκεται στη θάλασσα και τον σώζει πότε ο ευγνώμων ιχθύς και πότε ο ευγνώμων νεκρός. Στην παρούσα αφήγηση σωτήρας είναι ο θαυμάσιος γέρος που φέρει τα χαρακτηριστικά του Aï-Νικόλα. Όμως ο τύπος AT/ATU 611 που εξετάζουμε είναι πολύ πιο ρεαλιστικός, μιλάει για πλούτο, για άσκηση μαγικών θεραπευτικών μεθόδων με διογκωμένα κέρδη, για πλοία με χρυσάφι, πετράδια, θησαυρούς. Το καλό παλικάρι αυγαταίνει την περιουσία που του δίνει ο Αγιος, ενώ τα σπάταλα βασιλόπαιδα χρεοκοπούν. Σε ορισμένες παραλλαγές ό ήρωας τους ευεργετεί δανείζοντάς τους χρήματα, αλλά παράλληλα τους σφραγίζει και τα οπίσθια για να υπάρχει απόδειξη δανεισμού. Όταν οι ανταγωνιστές του σφετερίζονται τον τίτλο του συζύγου της πριγκήπισσας, ο ήρωας αποκαλύπτει τα σφραγισμένα μέλη τους και κερδίζει τη βασιλεία. Το μοτίβο αυτό δεν απαντάται στον κύκλο του Ευγνώμονα νεκρού, απ' όπου απουσιάζουν τα καθαρά ευτράπελα στοιχεία.

Σε έντεκα παραλλαγές εμφανίζεται ως τελικό επεισόδιο ο καθαρισμός της μελλόνυμφης από τα φίδια που κατοικούν στην κοιλιά της και που θα μπορούσαν να θανατώσουν τον ήρωα την πρώτη νύχτα του γάμου. Πρόκειται για έναν ακόμα συχνό συμφυρμό με τον τύπο AT 507 C (Η κόρη με τα φίδια). Ο Άγιος Νικόλαος την κόβει στα δύο ή την απειλεί με το μαχαίρι κι από τον τρόμο της πέφτουν τα φίδια από το στόμα. Το μοτίβο της μοιρασιάς καταρχήν αφορά τα κέρδη της επιχείρησης και δεν συμπεριλαμβάνει υποχρεωτικά και τη γυναίκα. Αλλά ο Άγιος συνοδεύει και μυεί τον προστατευόμενο του και στα τεχνάσματα για την κατάκτηση της κόρης. Του προτείνει να της πιάσει το χέρι, το λαιμό, τη μέση της και με το χάδι του εμφανίζονται επάνω της χρυσά κοσμήματα, που τη γοητεύουν και εμπνέουν τον έρωτά της για το φτωχό παιδί. Ο Μέγας πιστεύει2 ότι για την αφήγηση αυτή φαίνεται να υπάρχει κάποιο άγνωστο λόγιο πρότυπο σχετικά με τα θαύματα του Αγίου Νικολάου, που την ξεχωρίζει από τις παράλληλες ομοιότυπες ιστορίες περί δαιμονικού βοηθού που καταγράφηκαν

2. Γ. Μέγας, ό.π., σ. 436.

Σελ. 267
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/268.gif&w=600&h=915

φηκαν στη Βόρεια Ευρώπη. Στον ελληνόφωνο χώρο δύο είναι μόνον οι παραλλαγές (από τα Δωδεκάνησα) που αναφέρουν κάποια δαιμονική παρουσία πλάι στον ήρωα, ένα μαύρο αράπη3 ή έναν απαίσιο διάβολο, που δρα σ' ένα χώρο γεμάτο κινδύνους για την αρετή του φτωχού παιδιού. Στις υπόλοιπες εκχριστιανισμένες παραλλαγές βοηθός είναι πάντα κάποιος γέροντας, καλόγερος, Άγιος ή κάποια προσωποποίηση της «ευχής» της μάνας του ήρωα.

3. Βλ. την παρ. αρ. 15 από την Κω, και την παρ. αρ. 18 από τη Σύμη.

Σελ. 268
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/269.gif&w=600&h=915

ΠΑΡΑΜΥΘΙΑΚΟΣ ΤΥΠΟΣ AT/ATU 612

(περιλαμβάνει και τον τύπο Μέγα AT 612 Α)

Σελ. 269
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/270.gif&w=600&h=915 01 - 0002.htm

ΛΕΥΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

Σελ. 270
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/271.gif&w=600&h=915

ΠΑΡΑΜΥΘΙΑΚΟΣ ΤΥΠΟΣ AT/ATU 612 (περιλαμβάνει και τον τύπο Μέγα AT/ATU 612 Α)

Τα φύλλα που ανασταίνουν

AT 612: The three Snake-Leaves

AT/ATU 612 A: The Ungrateful Wife Restored to Life

ATU 612: The three Snake-Leaves (περιλαμβάνει και τον AT/ATU

612 A)

Delarue-Tenèze: Les feuilles qui ressuscitent Grimm no 16: Die drei Schlangenblätte

Eberhard Boratav no 120_

Άτιτλο

Μια φορά ήτανε ένας έμπορας κι είχε τρία παιδιά, και τα τρία σερνικά. Τον ήφκενε ο πατέρας του κατάρα, αρχόντισσα να μην πάρει κανένας, παρά να πάρουνε φτωχές, κατατρεμένες. Ήτανε κοντά τωνε μιαν αρφανή πολύ φτωχή. Λέει ο πατέρας τωνε: «Να την πάρομε, καημένε, εφτήνη τη φτωχή, να μας λατρεύει». Είχαν τηνέ στο σπίτι τρία χρόνια.

Λέει λοιπόν ο πατέρας του: «Γιε μου, να παντρευτείτε, γιατί εγώ θα 'ποθάνω». «Εσύ, πατέρα μου, δε θες αρχόντισσα, να πάρω τούτη που 'βαλες μες στο σπίτι, που 'ναι πολύ φτωχή». Δεν το καταδέχτη ο έμπορας. «Την ψυχοπαίδα μας θα πάρεις γυναίκα;» «Να την πάρω, πατέρα!» Αμέσως απεθαίνει ο πατέρας και παίρνει εφτούνος αυτή τη φτωχή κόρη.

Ο πιο μεγάλος επήρενε πιο αρχόντισσα. «Βρε», λέει, «δε θυμάσαι του πατέρα την ευχή, που μας ηλέγενε, να παίρνουμε όλο φτωχές;» «Ου, τώρα», λέει «κι εσύ! Την πήρα που την πήρα!» Ο μικρός εγύρευε φτωχή, να πάει με του πατέρα του την ευχή. Επήαινε και τη βρήκενε και την παίρνει. Στο δρόμο που πααίνανε, του πόθανε.

Άρχισε λοιπόν τις φωνές: «Πατέρα, πατέρα, δεν ερουβάρισε η ευκή που μου 'δωσες, να γλιτώσ' η γυναίκα μου!» Αμέσως, πετιέται από το ντουβάρι ένα θερίο κι είχενε στο στόμα του ένα τριαντάφυλλο και της το πάει στη μύτη της και σε λίγο ανεστήνεται. Τρέχει το παιδί κι αρπά το τριαντάφυλλο από του φιδιού τη γλώσσα. Φαντάσου, όντας ανεστήθηκε τι χαρά που την είχενε. Επήρενε τη γυναίκα και το τριαντάφυλλο κι επήγαινε ν' ανεστήσει τον πατέρα του.

Σαν έπιανε στον Aï-Λουκά, ήτανε κλειστά. Ο νέος, κουρασμένος και πι-

Σελ. 271
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/272.gif&w=600&h=915

πικραμένος, έκατσεν απόξω και περίμενε ν' ανοίξει ο Άγιος Λουκάς. Έπεσε κι εκοιμήθηκε πάνω στα γόνατα τση. Ντελόγκου περνάει ένα μουλάρι κι εκάθουνταν απάνω ένας πασάς και την κοίταζε καλά-καλά. «Ε» λέει, «πασά, τι με κοιτάζεις;» Λέει: «Μου αρέσεις πολύ. Κατέβα», λέει, «να κάτσω εγώ». Τον εβγάνει από τα γόνατά της αγάλια-αγάλια, και τον 'κουμπά στα χώματα και παίρνει τον πασά και φεύγει.

Ξυπνά ο νέος και δεν τη βρίσκει, και κλαίει και σκοτώνεται. «Βρε, για όνομα του Θεού, πού πήγεν η γυναίκα μου;» Πιάνει λοιπόν και κατεβαίν' στη χώρα και μπαίνει σ' έναν καφενέ. Κι αγνάντια ήτανε μια πορτοπούλα και τη βλέπει κι εκαθούντανε. Άμα τον εβλέπει, πέφτει κι εξαπλώνεται. Τση λέει ο πασάς: «Τι έχεις;» Λέει: «Να πιάσετε κείνονε, να τον εσκοτώσετε κι όποτε με βλέπει, μου κάνει το μάτι». Αμέσως ήβαλενε στρατιώτες να τον συλλάβουν.

Ένας του φίλος τ', αγαπημένος, τ' ακούσενε κι επήγαινε. Του είπενε: «Φίλε», λέει, «θα σε σκοτώσ'!» «Ε», λέει, «τι να κάμω; βασιλικός ορισμός και τα σκυλιά δεμένα!» Βγάνει το τριαντάφυλλο και το δίνει του φίλου του: «Φίλε, μόνα με σκοτώσουνε, βάλε το τριαντάφυλλο στη μύτη μου, που αμέσως θ' ανεστηθώ». Καλά του τα 'πενε, καλά και τα κάμανε. Αμέσως που τον εσκοτώσενε, επήαινε στον τάφο του και του 'βαλε το τριαντάφυλλο κι ανεστήθηκε.

Τι να κάμει το παιδί; Εσκώθηκεν, ήφυγεν από την πόλη της κι έγινε ένας πόλεμος κι επήεν ο νέος, αγνώριστος, κι επολέμησε και γύρισε κερδεσμένος. Του λέει ο πασάς: «Τι θες, παιδί μου, να σου κάμω;» «Θα κάμομε», λέει, «ένα χαρτί κι ό,τι σου πω θα κάμεις». Λέει: «Ναι». «Εφτήν την κούρβα που έχεις, θέλω να μ' την αποκεφαλίσεις!» Ε, τι ήθελε να κάμει, που είχανε χαρτί καμωμένο; Αμέσως την αποκεφαλίσανε. Φεύγει κι αυτός και πάει στο μοναστήρι και γίνεται καλόγερος και δεν ήθελε πια να τ' απαντήξει γυναίκα...

Μήτε εγώ ήμουνα κει μητ' εσύ να το πιστέψεις.

L. Roussel, Contes de Mycono, Léopol 1929, σ. 128-129, αρ. 65.

ΣΥΝΘΕΤΙΚΗ ΠΑΡΑΛΛΑΓΗ

Ι . Ο γάμος του ήρωα

α: Ο ήρωας παντρεύεται μια κοπέλα" α1: κατώτερης κοινωνικής τάξης" α2: παρά τη θέληση των γονιών του' α3: και συμφωνούν, όποιος πεθάνει πρώτος, ο άλλος' α4: να τον ακολουθήσει στον τάφο' α5: να θρηνήσει για σαράντα μέρες' α6: άλλο.

β: Η κοπέλα πεθαίνει λίγο καιρό μετά το γάμο' β1: κι ο ήρωας κλαίει στον τάφο της (άλλο), όπου βλέπει' β2: δυο φίδια' β3: ένα ζώο' β4: άλλο' β5: που

Σελ. 272
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/273.gif&w=600&h=915

του δείχνουν έναν μαγικό τρόπο να την αναστήσει" β6: κι ο ήρωας την ανασταίνει.

γ: Ο άντρας πεθαίνει' γ1: στον τάφο του η γυναίκα βλέπει" γ2: δυο φίδια' γ3: άλλο' γ4: που της δείχνουν έναν μαγικό τρόπο να τον αναστήσει" γ5: κι η γυναίκα τον ανασταίνει.

II. Η αχαριστία της γυναίκας

α: Η γυναίκα παντρεύεται κάποιον άλλο (ανώτερο κοινωνικά), που την παίρνει και φεύγουν μαζί.

β: Ο ήρωας γίνεται δεκανέας (άλλο) στο στράτευμα, του οποίου ηγείται ο αντίζηλος του" β1: τον αναγνωρίζει η γυναίκα του και θέλει να τον σκοτώσει" β2: καμώνεται ότι δεν τον αναγνωρίζει' β3: ενώ ο σύζυγος τη διεκδικεί από τον αντεραστή του' β4: που διατάζει να τον κάψουν (άλλο).

γ: Τον ήρωα ενοχοποιούν ως κλέφτη (βάζοντας στη τσέπη του ένα κουταλάκι (άλλο)' γ1: και τον εκτελούν' γ2: τον εκτελεί η γυναίκα του γιατί κανείς άλλος δε θέλει να τον σκοτώσει.

δ: Επεμβαίνει ο Χριστός και τον γλιτώνει' δ1: οι δήμιοι τον λυπούνται" δ2: καίνε τη γυναίκα του.

III. Η ανάσταση του ήρωα

α: Ο ήρωας παραδίδει σ' έναν πιστό του φίλο το φάρμακο (άλλο) που ανασταίνει' α1: που το έχει από τότε που ανάστησε τη γυναίκα του' α2: άλλο" α3: τριαντάφυλλο' α4: φύλλα φιδιού" α5: άλλο.

β: Ο πιστός φίλος ανασταίνει τον ήρωα' β1: που ανασταίνει και την πεθαμένη βασιλοπούλα' β2: ξαναγυρίζει σαν αρχιστράτηγος (άλλο)' β3: και τιμωρεί τον αντίζηλο' β4: και τη γυναίκα του' β5: την καταδικάζει σε θάνατο' β5: την καίνε' β6: άλλη τιμωρία' β7: παντρεύεται τη δούλα και την κάνει βασίλισσα' β8: ανασταίνει τη βασιλοπούλα" β9: γίνεται πασάς (άλλο) στον τόπο της γυναίκας του.

ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΠΑΡΑΛΛΑΓΩΝ

ΘΡΑΚΗ

1. ΛΦ 584, 2-5, Σουφλί, «Το ρόδο». Ι: α, α1, α3, α4, β, β1, β2 (γουρίδες), β4 (ρόδο), β6. II: α, β (δάσκαλος του φρούραρχου), β1, γ (δαχτυλίδι),

Σελ. 273
Φόρμα αναζήτησης
Αναζήτηση λέξεων και φράσεων εντός του βιβλίου: Επεξεργασία παραμυθιακών τύπων και παραλλαγών AT 560-599
Αποτελέσματα αναζήτησης
    Ψηφιοποιημένα βιβλία
    Σελίδα: 254
    

    βασιλιάς: «Εκατό χιλιάδες». Του δίνει τις εκατό χιλιάδες ο βεζίρης για να πάρει τον Νικολάκη. Τ' αγκάλιασαν, το φίλησαν οι γονείς του και το παίρνει ο βασιλιάς και το πάει στο βεζίρη. Το παιδί ήταν κοντά είκοσι χρονών.

    Σ' εκείνο το μέρος ήταν ένας βαθύπλουτος κι είχε μια κόρη και κοίταζε ποιο καλό παιδί θα βρει για να τη δώσει. Ο βεζίρης, που είχε κι αυτός δικό του γιο, σκεφτόταν να δώσει τον δικό του στην πλούσια. Ένα πρωί, φωνάζει και τα δυο παιδιά και τους λέγει: «Ακούτε, παιδιά, να σας πω, τώρα είσαστε παλικάρια, μπορείτε να φύγετε να πάτε για εμπόριο, θα σας δώσω από εκατό χιλιάδες και θα φύγετε. Όποιος γυρίσει πρώτος κι έχει περισσότερα λεφτά, σ' εκείνον θα δώσουμε την πλούσια κοπέλα». Αλλά ο βεζίρης έδωσε κρυφά περισσότερα λεφτά στο γιο του. Του βεζίρη ο γιος επειδή είχε πολλά λεφτά, έφυγε στο εξωτερικό με πλοία. Ο Νικολάκης έφυγε με τα πόδια. Βγήκε στην ερημιά, περπατούσε κι έφτασε σε μια βρύση και λέγει: «Δεν καθίζω σ' αυτήν τη βρύση, να πιω λίγο νεράκι και να φάγω και ψωμάκι και τυράκι και να βαδίσω;» Μόλις κάθισε, βλέπει έναν καλόγερα από μακριά να 'ρχεται και σκέφτηκε να περιμένει και τον καλόγερα για να φάγει κι εκείνος λίγο, γιατί φαντάστηκε ότι θα 'ταν πεινασμένος. Ο καλόγερας μόλις έφτασε κοντά στον Νικολάκη του λέγει: «Καλημέρα, τέκνον μου». «Καλώς τον πάτερ καλόγερα». Κάθισαν να φάνε. Ο καλόγερας είπε: «Έχω, παιδί μου, φαγητά» κι ανοίγει έναν τουρβά και του 'πε να φάει, γιατί αυτός ήταν χορτάτος. Έφαγε μ'ευχαρίστηση ο Νικολάκης. Άμα έφαγε ο Νικολάκης, ρώτησε: «Πού πας, πάτερ καλόγερα;» «Πάω να μαζέψω λεφτά για την πανήγυρη του Αϊ Νικόλα».

    Και τότε ο Νικολάκης θυμήθηκε ότι για τη χάρη του Αγίου τον πουλήσαν κι αυτόν οι γονείς του και σκέφτηκε: «Ας δώσω κι εγώ από τα λεφτά μου» κι έβγαλε τριάντα χιλιάδες και του τις έδωσε. Τα πήρε ο καλόγερας κι έφυγε. Άρχισε πάλι ο Νικολάκης και περπατούσε μες στα δάση. Νύχτωσε, ξημέρωσε, βρέθηκε πάλι μπροστά σε μια βρύση. Κάθισε να φάει, βλέπει κι έρχεται πάλι ένας καλόγερας με γένια μακριά κι έναν τουρβά στην πλάτη του. «Έλα να φάμε από το ψωμάκι μου». «Εγώ, παιδί μου, έχω φαγητά» και βγάζει από τον τουρβά του τα καλύτερα φαγητά και φάγαν. Ρωτάει ο Νικολάκης: «Πού πας, πάτερ καλόγερα;» «Πάω να μαζέψω λεφτά για την πανήγυρη του Αϊ-Νικολα». Βγάζει ο Νικολάκης και δίνει άλλες τριάντα χιλιάδες. Ξεχώρισαν πάλι κι έφυγαν. Βάδιζε ο Νικολάκης, πού θα βρει πολιτεία να εργασθεί. Βλέπει ένα πηγάδι, πάει να βγάλει νερό και πάλι να σου ένας καλόγερας, και λέγει: «Ας περιμένω να 'ρθει κοντά». Του δίνει ο καλόγερας ένα μπακιράκι για να βγάλει νερό. Έφαγαν, ήπιαν κι όταν ρώτησε ο Νικολάκης, πάλι ο καλόγερας του είπε ότι πήγαινε να μαζέψει λεφτά για την πανήγυρη του Αϊ-Νικόλα. Δεν δέχτηκε όμως τα λεφτά που του πρόσφερε ο Νικολάκης και του λέγει: «Σ' είδα ότι είσαι καλό παιδί και θέλω να σε πάρω να δουλέψουμε μαζί, αλλά ό,τι σου λέγω, όχι δε θα λες». Τότε ξεκίνησαν και πάνε σε μια πολιτεία και κάναν μια παραγκούλα σε μιαν ακροθαλασσιά.