Συγγραφέας:Αγγελοπούλου, Άννα
 
Καπλάνογλου, Μαριάνθη
 
Κατρινάκη, Εμμανουέλα
 
Τίτλος:Επεξεργασία παραμυθιακών τύπων και παραλλαγών AT 560-599
 
Τίτλος σειράς:Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας
 
Αριθμός σειράς:44
 
Τόπος έκδοσης:Αθήνα
 
Εκδότης:Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς
 
Έτος έκδοσης:2007
 
Σελίδες:519
 
Αριθμός τόμων:1 τόμος
 
Γλώσσα:Ελληνικά
 
Θέμα:Ελληνικά παραμύθια-Κατάλογος
 
Τοπική κάλυψη:Ελλάδα
 
Περίληψη:Στον πέμπτο αυτόν τόμο του Καταλόγου των Ελληνικών Παραμυθιών (βλ. και δημοσιεύματα ΙΑΕΝ αρ. 21, 26, 34 και 41) παρουσιάζεται η επεξεργασία του τελευταίου μέρους των μαγικών παραμυθιών (AT/ATU 300-749), που καλύπτει τους τύπους AT/ATU 560-649 (μαγικά αντικείμενα) και AT/ATU 650-699 (υπερφυσική δύναμη και γνώση).
 
Άδεια χρήσης:Αυτό το ψηφιοποιημένο βιβλίο του ΙΑΕΝ σε όλες του τις μορφές (PDF, GIF, HTML) χορηγείται με άδεια Creative Commons Attribution - NonCommercial (Αναφορά προέλευσης - Μη εμπορική χρήση) Greece 3.0
 
Το Βιβλίο σε PDF:Κατέβασμα αρχείου 10.44 Mb
 
Εμφανείς σελίδες: 289-308 από: 522
-20
Τρέχουσα Σελίδα:
+20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/289.gif&w=600&h=915

ΠΑΡΑΜΥΘΙΑΚΟΣ ΤΥΠΟΣ AT *613 D

Το ψέμα κι η αλήθεια

AT: Δεν περιλαμβάνεται

ATU: Δεν περιλαμβάνεται_

Άτιτλο

Μια φορά ανταμώσανε σε ένα σταυροδρόμι το Ψέμα με την Αλήθεια, καιρετιστήκανε, και ρώτησε το Ψέμα την Αλήθεια πώς τα περνάει. «Πώς να τα περνάω;» είπε η Αλήθεια, «κάθε πέρσι και καλύτερα». «Βλέπω τα χάλια σου», της είπε το Ψέμα και κοίταζε τα κουρελιάρικα ρούχα της. «Μα και τα χνώτα σου ακόμα βρωμάνε». «Έχω τρεις μέρες τώρα νηστικιά», είπε η Αλήθεια. «Όπου περάσω βρίσκω τον μπελά μου και κοντά σε μένα και οι λίγοι που μ' αγαπάνε. Δεν είναι ζωή αυτή». «Θέλεις όμως και τα τραβάς, της είπε το Ψέμα. Έλα μαζί μου, να δεις Θεού πρόσωπο, να ντυθείς με ρούχα χρυσά, σαν τα δικά μου, και να χορτάσεις φαΐ, μόνο να μη γελάσεις σε ό,τι κάνω και λέω».

Η Αλήθεια δέχτηκε, για μια φορά μονάχα, να πάει να φάει μαζί με το Ψέμα, γιατί δεν μπορούσε να σταθεί στα πόδια της από την πείνα. Τράβηξαν και έφτασαν σε μια μεγάλη πολιτεία, μπήκαν στο καλύτερο ξενοδοχείο, που ήταν γεμάτο από ανθρώπους, και κάθισαν κι έφαγαν από τα καλύτερα φαγιά. Σαν πέρασε πολλή ώρα και οι μισοί άνθρωποι είχαν φύγει, χτύπησε το τραπέζι το Ψέμα με τα χέρια του και πήγε κοντά τους ο ίδιος ο ξενοδόχος να τους περιποιηθεί, γιατί το Ψέμα φαινότανε σαν μεγάλος αφέντης, και ρώτησε τι θέλουν. «Περιμένω τόση ώρα να μας δώσεις τα ρέστα από τη λίρα, που 'δωκα στο παιδί σου, που μας έστρωσε το τραπέζι», είπε το Ψέμα. Φώναξε ο ξενοδόχος το παιδί, εκείνο είπε πως δεν του δώκανε καμιά λίρα, θύμωσε τότε το Ψέμα κι άρχισε να φωνάζει, πως δεν πίστευε ποτέ ότι ένα τέτοιο ξενοδοχείο έκλεβε τον κόσμο που έμπαινε εκεί μέσα να φάει, μα αυτό είναι για γνώση για άλλη φορά και πέταξε μια λίρα στον ξενοδόχο. «Να, του λέει, δώσε μου ρέστα». Ο ξενοδόχος για να μη γίνεται σούσουρο στο μαγαζί του, δεν πήρε τη λίρα, παρά έδωσε ρέστα από τη φιλονικούμενη λίρα, και άστραψε ένα μπάτσο του παιδιού του, που δεν θυμότανε πως πήρε τη λίρα. Εκείνο άρχισε να κλαίει, και να επιμένει πως δεν του δώκανε λίρα, μα κανείς δεν το πίστεψε, βαριαναστέναξε τότε το παιδί και είπε: «Αχ, πού είσαι καημένη Αλήθεια, χάθηκες;»

Σελ. 289
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/290.gif&w=600&h=915

«Εδώ 'μαι, είπε μέσα από τα δόντια της η Αλήθεια, μα ήμουνα τρεις μέρες νηστική και δεν μπορώ να μιλήσω, να βρεις το δίκιο σου, είναι δεμένη τώρα η γλώσσα μου». Σαν βγήκαν όξω, χασκογέλασε το Ψέμα και είπε της Αλήθειας: «Βλέπεις πώς τα καταφέρνω;» «Καλύτερα να ψοφήσω από την πείνα», είπε η Αλήθεια, «παρά να κάνω τα δικά σου καμώματα», και χωρίσανε για πάντα.

Λαογραφία Δ', 1913-1914, σ. 297-298 (Λουκάτος, 275-276, αρ. 25, «Πού είσαι καημένη αλήθεια!»), Άργος. Καταγραφέας: Παναγ. Δ. Σεφερλής.

ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΠΑΡΑΛΛΑΓΩΝ

ΝΗΣΙΑ ΤΟΥ ΑΙΓΑΙΟΥ Νησιά Ανατολικού Αιγαίου

1. Αναγνώστου, Λεσβιακά Γ', 60-61, Λέσβος, «Η γι' αλήθεια τσ' η ψιφτιά». ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΣ

2. ΛΑ 1192 (ΣΜ 22), 159, Βελίτσα Ολυμπίας, «Το ψέμα και η αλήθεια».

3. Λαογραφία Δ', 1913-1914, 297-298 (Λουκάτος, 275-276, αρ. 25, «Πού είσαι καημένη αλήθεια!»).

Σελ. 290
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/291.gif&w=600&h=915

ΠΑΡΑΜΥΘΙΑΚΟΣ ΤΥΠΟΣ AT *613 Ε

Όχι τέτοιες αλήθειες!

AT: Δεν περιλαμβάνεται

ATU: Δεν περιλαμβάνεται_

Ο γούμενος κι η αλήθεια

Σ' ένα χωριό, έναν άνθρωπο, γιατί έλεγε πάντα την αλήθεια, τον κυνήγαγε ούλο το χωριό σαν το λυσσιάρικο σκυλί. Είδε κι απόειδε ο άνθρωπος, μούντζωσε το χωριό, αρατίστη* και πάει, όπου ιδούν τα μάτια του. Στο δρόμο που πάγαιν' ο χωριάτης, απανταίν' ένα γούμενο καβάλα στ' άλογο, και δεν τον χαιρετάει. Ο γούμενος που ήταν συνηθισμένος να τον χαιρετάνε πρώτα ούλος ο κόσμος, να βγάνουν τη σκούφια τους, να κάνουν μετάνοια και ναν του φιλούν το χέρι, εξαφνίστη, εκράτησε τ' άλογό του, και λέει του χωριάτη: «Βρε τέκνο μου, γιατί δε χαιρετάς»; Ο χωριάτης έκαμε πως δεν άκουσε, και πάει το δρόμο του. Ο γούμενος παραξενεύτηκε, βαρεί τ' άλογό του, φτάνει το χωριάτη και του λέει: «Βρε, ευλοημένε. Κουφός είσαι; Γιατί δε λές καλημέρα;» «Αι στο καλό γέροντα», του λέει ο χωριάτης. Τ' ανοίγει κουβέντα από περιέργεια ο γούμενος για να μάθει τι άνθρωπος είναι. Απ' τα πολλά ο χωριάτης για να ξεφορτωθεί το γούμενο, του λέει: «Το και το, γούμενε. Λέω την αλήθεια, και το χωριό μου με κυνηγάει σα λυσσιάρικο σκυλί. Έφυγ' απ' το χωριό και πά' όπου ιδούν τα μάτια μου». «Αν είναι κατά που λες», του λέει ο γούμενος, «έρχεσαι να σε πάρω στο μαναστήρι και να σε βάλω σκουτέρη*;» «Έρχουμαι», του λέει ο χωριάτης, «μα να λέω πάντα την αλήθεια!» «Σύμφωνος», γυρίζει και του λέει ο γούμενος. Ο γούμενος γύρισε στο μαναστήρι με το χωριάτη κι ο χωριάτης έγινε σκουτέρης. Τον ρώταγε καμιά φορά ο γούμενος ή κανένας καλόγερος πώς είν' τα πράματα* του μαναστηριού, τους έλεγε: «Καλά 'ναι με τη βοήθεια του θεού». Μια φορά του λέει ο γούμενος κατά τη συνήθεια: «Πώς είναι τώρα, τέκνο μου, τα πράματα του μαναστηριού;» «Καλά είν', άγιε γούμενε. Μονάχα ένα βόιδι είν' ακαμάτικο, ένα μουλάρι κάθε δυο μήνους κατεβάζει και βγάνει το καρακούσι*, κι έν' άλογο δε λέπ' απ' το δεξιό του». «Πάρτα, τέκνο μου», του λέ' ο γούμενος, «και σύρτα στο πανηγύρι ναν τα πουλήσεις». Ο χωριάτης πήγε στο πανηγύρι με τα ζα, τους έβαλε κλαρί, έμεινε δυο τρεις ημέρες, πήρε πάλι τα ζα και γύρισε στο μαναστήρι. Είδ' ο

Σελ. 291
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/292.gif&w=600&h=915

γούμενος το χωριάτη με τα ζα και του λέει: «Γιατί δεν τα πούλησες, τέκνο μου; Δεν ευρέθηκαν ανθρώποι ναν τα πάρουν, ή δε σου 'δωκαν την τιμή τους;» «Ευρεθήκανε, άγιε γούμενε, και την τιμή τους την εδίνανε, μα σαν μ' ερώτα γαν αν έχουν κανένα ζαράρι* και τους έλεγα πως το βόδι είν ακαμάτικο, το μουλάρι βγαίνει το καρακούσι και τ' άλογο πως δε λέπ' απ' το ένα, ένας ένας έφευγε». «Μα γιατί ναν τους ειπείς τα σακατιλίκια τους;» του λέ' ο γούμενος. «Δεν έχομε συφωνία, του λέει ο χωριάτης, να λέω πάντα την αλήθεια;» Ο γούμενος δε βάσταξε και με θυμό είπε στο χωριάτη: «Όχι τέτοιες αλήθειες, θεοκατάρατε!»

Λαογραφία Γ', 1911-1912, σ. 666-667, Τρίκαλα Κορινθίας, «Όχι τέτοιες αλήθειες θεοκατάρατε!» (Λουκάτος, Νεοελληνικοί Παροιμιόμυθοι, σ. 137). Καταγραφέας: I. Π. Σταματούλης.

Λεξιλόγιο

Αρατίζομαι = απομακρύνομαι τρέχοντας

Ζαράρι = νόσημα

Καρακούσι = νόσος των ποδιών

Πράματα = τα ζώα

Σκουτέρης = επικεφαλής του ποιμνίου

ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΠΑΡΑΛΛΑΓΩΝ

ΝΗΣΙΑ ΤΟΥ ΙΟΝΙΟΥ

1. ΛΑ 2344, 187, Ερεικούσα, άτιτλο.

ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΣ

2. Λαογραφία Γ', 1911-1912, 666-667, Τρίκαλα Κορινθίας, «Όχι τέτοιες αλήθειες θεοκατάρατε!» (Λουκάτος, Νεοελληνικοί Παροιμιόμυθοι, σ. 137). Η παραλλαγή που δημοσιεύουμε εδώ.

3. Λαογραφία Δ', 1913-1914, 714-715, Πάτρα, «Ο ηγούμενος και η αλήθεια».

ΑΔΗΛΟΥ ΤΟΠΟΥ

4. Ασλάνη-Βυζαντίου, 50-52 (Λουκάτος, 291, αρ. 49, «Τέτοιαν αλήθεια δεν την αγαπώ ούτ' εγώ!»).

Σελ. 292
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/293.gif&w=600&h=915

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΣΤΟΥΣ ΤΥΠΟΥΣ AT/ATU 613, AT *613 D,

AT *613 Ε

Δύο ταξιδιώτες, ένας καλός και ένας κακός, κρυφακούν δαίμονες ή άλλα όντα ή ζώα να καυχώνται για τις κακές τους πράξεις. Ο καλός άνθρωπος αξιοποιεί όσα ακούει, ενώ ο κακός, ακολουθώντας τον, συλλαμβάνεται και σκοτώνεται.

Ο παραμυθιακός τύπος AT/ATU 613 (The Two Travelers) είναι διαδεδομένος σε πολλά μέρη του κόσμου, αλλά έχει ιδιαίτερη παρουσία στην παράδοση των λαών της Ευρώπης και της Ασίας. Εκτός από προφορικό παραμύθι, η ιστορία είναι γνωστή στη λογοτεχνική παράδοση της Ανατολής ήδη από τον 9° μ. Χ. αιώνα και από την κινεζική βουδιστική λογοτεχνία έως τις εβραϊκές συλλογές διηγήσεων. Η ίδια ιστορία αναφέρεται σε ένα κήρυγμα του Φραγκισκανού Pelbart του Themesvar από τον ύστερο 15° αιώνα: εκεί ένας αφέντης και ο φτωχός υπηρέτης του διαφωνούν για το ποιος νικά, το δίκαιο ή το άδικο. Ο αφέντης στοιχηματίζει διακόσια χρυσά νομίσματα ότι νικά το άδικο. Ο υπηρέτης στοιχηματίζει τα μάτια του για το δίκιο. Ένας έμπορος, δικαστές, ένας επίσκοπος και ένας βασιλιάς αποφαίνονται υπέρ της αδικίας και ο αφέντης βγάζει τα μάτια του υπηρέτη του. Ο τυφλός βρίσκει ένα δέντρο και από εκεί κρυφακούει τους δαίμονες να καυχώνται για τις κακές πράξεις τους: ένας από αυτός έπεισε μερικούς ανθρώπους, δηλαδή τον έμπορο, τους δικαστές και τους υπόλοιπους κριτές, ότι η αδικία κερδίζει τη δικαιοσύνη. Ένας άλλος δαίμονας αποκαλύπτει το μέρος όπου υπάρχει το βοτάνι που θεραπεύει την τυφλότητα. Έτσι ο ήρωας θεραπεύεται, θεραπεύει και τη βασιλοπούλα και την παντρεύεται. Το αφεντικό του πάει και αυτό να μαζέψει το βοτάνι, αλλά οι δαίμονες τον ανακαλύπτουν και τον τυφλώνουν.

Για το παραμύθι υπάρχει μονογραφία του R. Th. Christiansen1.

Στο ελληνικό corpus, τα παραμύθια αρχίζουν ως εξής: δύο ταξιδιώτες, που μπορεί να είναι και αδέρφια, διαφωνούν ως προς το αν η αλήθεια ή το ψέμα είναι καλύτερο (σε άλλες ελληνικές παραλλαγές: «Καλοσύνες ή κακοσύνες θέλει ο Θεός;»). Με τη βοήθεια του διαβόλου που εμφανίζεται μεταμορφωμένος, ο κακός αδερφός κερδίζει το στοίχημα και τυφλώνει τον καλό. Σύμφωνα με μια διαφοροποιημένη εισαγωγή, ο ένας ταξιδιώτης έχει φαί και δεν δίνει στον πεινασμένο σύντροφο του παρά μόνο αν τον αφήσει να του βγάλει τα μάτια.

Η συνέχεια του παραμυθιού περιλαμβάνει μοτίβα γνωστά και σε άλλα παραμύθια: ο τυφλός άντρας σκαρφαλώνει σε ένα δέντρο για να περάσει τη νύχτα και κρυφακούει μια σύναξη δαιμόνων ή ζώων και μαθαίνει πολύτιμα μυστικά, όπως την απόκτηση ενός μαγικού φαρμάκου με το οποίο ξαναβρίσκει την όρα-

1. R. Christiansen, The Tale of the Two Travellers or The Blinded Man. A Comparative Study, FFC 24, Hamina 1916.

Σελ. 293
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/294.gif&w=600&h=915

όρασή του και θεραπεύει μια βασιλοπούλα. Έτσι αποκτά πλούτη ή γίνεται γαμπρός του βασιλιά. Όταν ο κακός σύντροφος του επιχειρεί με τον ίδιο τρόπο να αποκτήσει περισσότερα πλούτη, ανακαλύπτεται από τα υπερφυσικά όντα ή τα ζώα που τον σκοτώνουν. Με αυτόν τον τρόπο, ο παραμυθιακός τύπος AT/ATU 613 ανήκει στη μεγάλη ομάδα διηγήσεων δομημένων με τέτοιο τρόπο ώστε να επιβεβαιώνουν στο τέλος τον κανόνα «οι καλοί ανταμείβονται και οι κακοί τιμωρούνται»2.

Στο ελληνικό corpus υπάρχουν δύο παραλλαγές που αναπτύσσουν με διαφορετικό τρόπο το κεντρικό θέμα: σε μια κωακή ιστορία η βασική ιδέα παραμένει η ίδια, ωστόσο το κεντρικό ζευγάρι του καλού και του κακού συντρόφου αντικαθίσταται από έναν άνδρα (βαρκάρη) και την άπιστη γυναίκα του. Εκείνη και ο εραστής της, ένας καπετάνιος, του βγάζουν τα μάτια και τον πετούν στη θάλασσα. Διασώζεται όμως και με το αθάνατο νερό θεραπεύεται και θεραπεύει και την κόρη του βασιλιά της Κωνσταντινούπολης. Οι δύο ένοχοι τιμωρούνται. Ο Dawkins, που δημοσιεύει την ιστορία από την Κω, θεωρεί ότι ένας ταλαντούχος παραμυθάς, σε ένα περιβάλλον που οι άνθρωποι ζητούσαν όχι τόσο τις παλιές ιστορίες όσο νουβέλες της πραγματικής ζωής, είχε την ιδέα να χρησιμοποιήσει παλαιό υλικό με νέο τρόπο3. Ωστόσο η ύπαρξη μιας ακόμα παραλλαγής (δημοσιευμένης το 1915) από ένα κοντινό νησί (τη Ρόδο), που μάλιστα διατηρεί και το θέμα των δύο αδελφών, ενός καλού και ενός κακού, δείχνει ότι πιθανώς η συγκεκριμένη ανάπτυξη της ιστορίας να μην αποτελεί μια μεμονωμένη διατύπωση αλλά να γνώρισε διάδοση σε ένα περιορισμένο γεωγραφικό χώρο, σχηματίζοντας έναν τοπικό οικότυπο.

Η ιδέα της αντιπαράθεσης της αλήθειας και του ψέματος υπάρχει σε δυο ακόμα οικοτυπικά παραμύθια που ο Γεώργιος Μέγας κατατάσσει ως υπότυπους του AT/ATU 613: στον πρώτο (AT *613 D), στη θέση των δύο ταξιδιωτών, εμφανίζονται η αλήθεια και το ψέμα προσωποποιημένα (ας σημειωθεί ότι οι έννοιες της αλήθειας, του ψέματος, της τιμής κ.ά. εισάγονται προσωποποιημένες ήδη στον αρχαίο μύθο, ιδιαίτερα στον αισώπειο, π.χ. στο μύθο Οδοιπόρος και αλήθεια) : το ψέμα, βλέποντας την αλήθεια νηστική και ντυμένη με κουρέλια, προσφέρεται να της κάνει το τραπέζι. Τα καταφέρνει ενοχοποιώντας το αθώο παιδί που τους σερβίρει: τάχα τον πλήρωσαν και αυτός δεν επέστρεψε τα ρέστα. Το παιδί επικαλείται την αλήθεια αλλά αυτή δεν μπορεί να μιλήσει με το στόμα γεμάτο, αποφασίζει όμως να μην ξαναδεχτεί χάρη από το ψέμα και χωρίζουν για πάντα.

2. Bremond Claude, «Les bons récompenses et les méchants punis. Morphologie du conte merveilleux français», στο Claude Chabrol, Sémiotique narrative et textuelle, Larousse, Paris 1973, σ. 96-121.

3. R. M. Dawkins, Forty-five Stories from the Dodekanese. Edited and Translated from the Mss. Of lacob Zarraftis, Cambridge at the University Press, Cambridge 1950, σ. 333.

Σελ. 294
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/295.gif&w=600&h=915

Στη δεύτερη ιστορία (AT *613 Ε), που απαντάται και ως παροιμιακή φράση (αναφέρεται από τον Δημήτριο Λουκάτο στο βιβλίο του Νεοελληνικοί Παροιμιόμυθοι που την κατατάσσει στους φραστικούς παροιμιόμυθους), ένας ηγούμενος προσλαμβάνει έναν άνθρωπο που τον διώχνουν από παντού επειδή λέει πάντα την αλήθεια. Όταν όμως ο φιλαλήθης αποτυχαίνει να πουλήσει τα ζώα στο παζάρι (γιατί λέει την αλήθεια για τα ελαττώματά τους), ο ηγούμενος τον διώχνει κι αυτός με τη σειρά του. Όπως σημειώνει ο Λουκάτος: «ο μύθος παίρνει παραλλαγές και με άλλα ανομήματα, που πολύ περισσότερο δεν ήθελε το ξεσκέπασμά τους ο ηγούμενος»4. Πρόκειται για διήγηση που θα μπορούσε να ενταχθεί και στο μεγάλο κύκλο διηγήσεων που σατιρίζουν παπάδες και ιερατικά σχήματα (AT/ATU 1725-1849)5.

4. Δ. Λουκάτος, Νεοελληνικοί Παροιμιόμυθοι, Ερμής, Αθήνα 1972, σ. 137.

5. Για το αντίστοιχο ελληνικό corpus, βλ. Μ. Γ. Μερακλής, Ευτράπελες διηγήσεις. Το κοινωνικό τους περιεχόμενο, Αθήνα 1980, σ. 53-55.

Σελ. 295
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/296.gif&w=600&h=915 01 - 0002.htm

ΛΕΥΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

Σελ. 296
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/297.gif&w=600&h=915

ΠAΡAMΥΘIΑΚΟΣ ΤΥΠΟΣ AT 621 / ATU 857

Σελ. 297
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/298.gif&w=600&h=915 01 - 0002.htm

ΛΕΥΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

Σελ. 298
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/299.gif&w=600&h=915

ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΑΚΟΣ ΤΥΠΟΣ AT 621 / ATU 857

Η Ψείρα

AT 621 : The Louse-Skin ATU 857: The Louse Skin Delarue-Tenèze: La peau de pou Grimm no 212: Die Laus Basile I, 5: Lo Polece

Eberhard-Boratav no 152 III, no 153 III, no 212 III_

Η βασιλοπούλα με την ψείρα κι ο δαίμονας

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας βασιλιάς και μια βασίλισσα και είχαν μία βασιλοπούλα. Και οι υπηρέτριες και οι υπηρέτες τη φύλαγαν να μην έβγει σε ήλιο, γιατί έκανε ψείρα. Το λοιπό μια μέρα επαρακάλεσε να την αφήσουνε να βγει όξω κι έκαμε ψείρα. Μια ημέρα η βασιλοπούλα επήγε στο βασιλέα και ο βασιλέας όπως έψαχνε το κεφάλι τση κόρης του, εύρηκε την ψείρα. Την έπιασε και γιόμισε μία μποτίλια αίμα και την έβαλε μέσα. Όταν ήπιε ούλο το αίμα, εμεγάλωσε η ψείρα και δεν την έπαιρνε πλέον η μποτίλια και με τον καιρό την έβαλε μέσα σ'ένα ασκί. Όταν την έβγαλε από τ' ασκί, την έσφαξε και με το δέρμα τση ο βασιλέας έκαμε ένα τραπέζι και εκάλεσε ούλον τον κόσμο να βρει από πού είναι ευτό το δέρμα. Όποιος ήθελε το βρει, ήθελε να πάρει τη βασιλοπούλα για γυναίκα του. Για να εύρει ένας από τι είναι το δέρμα, είχε σκοτώσει ο βασιλέας κόσμο πολύ. Οπού από τσι πολλούς τ' άκουσε κι ένας δαίμονας, και επήε στο βασιλιά. «Μπα! γι' αυτό σκοτιζόσαστε! είπε. Είναι απλούστατο. Γι' αυτό έχεις σκοτώσει τόσον κόσμο! Το πετσί αυτό είναι από το ζωύφιο εκείνο, που έχουνε ούλοι τους απάνω τσους στο στρατό». Ετότες ο βασιλέας λέει: «Να πάρεις τη βασιλοπούλα την Κυριακή».

Οπού ενώ είχανε πει για να γένουνε τα στέφανα, δεν πήγε ο δαίμονας, επειδής ήτανε παπάδες. Και επήγε την άλλη Κυριακή και έγιναν τα στέφανα και επήρε σαράντα αμάξια και επήρε τη βασιλοπούλα. Εις το δρόμο, που επηγαίνανε, έπιασε ανεμοστρούφουλας και έσπασε τσι άμαξες και τσι αμαξηλάτες και επήγανε ούλα ούφου ντου λούφου.

Η βασιλοπούλα, όπου είχε φύγει από το σπίτι τση, είχε πάρει τρία πιτσούνια μαζί τση. Ο δαίμονας την πήγε μέσα στα βουνά και στα λαγκάδια. Επιτέλους

Σελ. 299
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/300.gif&w=600&h=915

λους τηνέ πήγε και σ' ένα έρημο μέρος, όπου δεν ήταν άνθρωπος. Ο δαίμονας την εβασάνιζε τη βασιλοπούλα. Όλο τηνέ βύζαινε από το ζερβί βυζί και ήρθε η κοπέλα σε θέση να πεθάνει. Ο βασιλέας ο πατέρας τση είχε σαράντα ημέρες να μάθει και ανησυχούσε πολύ τι έγινε η κόρη του. Η βασιλοπούλα μια ημέρα εύρηκε ευκαιρία κι έκαμε ένα γράμμα του πατέρα τση και το έστειλε με το ένα πιτσούνι. Και το πιτσούνι εκίνησε και πήγε εις το παλάτι του βασιλιά. Μόλις είδε το πιτσούνι ο βασιλιάς, αρχίνησε να κλαίει από τη χαρά του. Το πιτσούνι ανέβηκε απάνου στον ώμο του βασιλιά. Ο βασιλέας αρχίνησε να το χαϊδεύει και είδε το γράμμα στο λαιμό του: «Πατέρα, βρίσκουμαι εις το τάδε μέρος. Σώσε με, διότι πεθαίνω».

Ο βασιλέας έκαμε ένα τραπέζι κι εκάλεσε όλον τον κόσμο, ποίος μπορεί να του φέρει την κόρη του οπίσω. Όσοι είχανε πάει στο τραπέζι, δεν εμπόρειε κανείς να φέρει τη βασιλοπούλα. Ήτανε και μία γρία μαζί και είδανε πως έβγαλε λίγο ψωμί στην τσέπη τση. «Γρία, τι το θες το ψωμί;» «Έχω κάτι παιδία και δεν μπορούσα να τα φέρω και δι' αυτό το πήρα». «Να ντα φέρεις εδώ». «Τα παιδία δε θέλουν». Ο βασιλέας έστειλε την αστυνομία και τα έφερε. Ο βασιλέας λοιπόν τα ρώτησε ποίος είναι εις θέση να ντου φέρει την κόρη του. Λένε: «Εμείς είμαστε σε θέση». Και ένα-ένα τι κάνουν; Ο πρώτος του είπε: «Βάνω το αυτί μου εδεπά και ακούω εις την από κάτου γης». Ο άλλος λέει: «Βαρώ σαϊτιά και κόβω τη μύγα στον αέρα». Ο τρίτος είπε: «Εβαρούσα γροθία και έφτιανα πύργο». Ο τέταρτος λέει: «Εβαρούσα γροθία κι έσκιζα τη γης». Και ο πέφτος έτρεχε σα λαγός και δεν ημπόρειε κανείς να ντόνε φτάσει.

Το λοιπό εξεκινήσανε και πηγαίνανε στα βουνά. Οπού λέει ο ένας στον άλλονε: «Βάλε το αυτί σου, να ιδούμε πού βρισκόμαστε». Έβαλε το αυτί του κι ήτανε μακρία ακόμα από κει και επροχωρέσανε ομπρός και εξανάβαλε το αυτί του και τους άκουε από κοντά. Επροχωρέσανε και επήανε ακριβώς σ' αυτό το μέρος. Και εβάρειε ο ένοις γροθιές κι έσκιζε το βουνό και ευρήκανε το δαίμονα κι εβύζαινε την κόρη κι ήτανε αποκοιμισμένος κι ετραβήχτηκε η κόρη από κει και την επήρανε τα παιδία κι εφεύγανε. Οπού λοιπόν ε ξύπνησε ο δράκοντας και δεν την ηύρηκε εκεί. Εκανε σαν τρελός. Τρέχει εδώ, τρέχει εκεί, και τη βρίσκει που επήγαινε οπίσω από τα παιδία. Τσου εφώναξε: «Να με αφήσετε να την ιδώ από μία τρούπα». Κι εκείνοι εβαρείανε γροθιές κι εφτιάνανε πύργους, να μην την πάρει την κόρη. Την είδε όμως ο δαίμονας και τους την πήρε. Τόνε βαρέσανε σαϊτιές και τον ελαβώσανε και του την πήρανε πάλι. Κι εκινήσανε κι επηγαίνανε στο βασιλέα. Δεν την εγνώρισε ο βασιλέας την κόρη του από την κατάντια, που είχε. Κι άρχισε κι έκλαιγε από τη χαρά του, πως του την εφέρανε οπίσω, και τσ' είπε ποιο από τα παιδία να διαλέξει, να ντονε πάρει άντρα τση.

Μαριέττα Μινώτου, «Παραμύθια από τη Ζάκυνθο», Λαογραφία ΙΑ', 1934-1937, σ. 520-522. Παραλλαγή που αφηγήθηκε ο Κωνσταντής Καραμαλίκης, 80 χρονών, από το Λυκούδι.

Σελ. 300
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/301.gif&w=600&h=915

ΣΥΝΘΕΤΙΚΗ ΠΑΡΑΛΛΑΓΗ

I. Η ψείρα

α: Ένας βασιλιάς" α1: έχει μια μοναχοκόρη" α2: τρεις κόρες" α3: βρίσκει μια ψείρα στα γένια του" α4: στα μαλλιά της κόρης του" α5: στον κήπο, την ημέρα που γεννήθηκε η κόρη" α6: την αγοράζει γιατί δεν ξέρει τι είναι' α7: η βασιλοπούλα ψειρίζοντας τον πατέρα της βρίσκει την ψείρα.

β: Ο βασιλιάς θρέφει την ψείρα" β1: τη δίνει στην κόρη του να τη θρέψει' β2: τη βάζει μέσα' β3: σε μια κούπα λάδι' β4: σ' ένα ποτήρι αίμα' β5: άλλο' β6: η ψείρα μεγαλώνει' β7: και σπάζουν το δοχείο πολλές φορές για να τη βάλουν σε μεγαλύτερο" β8: ώσπου γίνεται τεράστια σαν βόδι' β9: άλλο' β10: τότε τη σφάζει" β1 1 : ψοφάει" β12: ο βασιλιάς σκοτώνει το χασάπη για να μη μαθευτεί το μυστικό" β13: κι απλώνει το πετσί της ψείρας στον ήλιο, να στεγνώσει.

II. Το αίνιγμα

α : Το δέρμα της ψείρας εκτείθεται σε κοινή θέα' α1: ο βασιλιάς διακηρύσσει ότι θα παντρέψει την κόρη του με όποιον βρει τίνος ζώου είναι το δέρμα" α2: η ίδια η βασιλοπούλα δηλώνει ότι θα παντρευτεί αυτόν που θα μαντέψει τίνος ζώου είναι το δέρμα.

β: Μαζεύονται οι γαμπροί κι αποτυχαίνουν' β1: τη λύση βρίσκει' β2: ένας νέος χαμηλής καταγωγής (άλλο)" β3: δασκαλεμένος από τη βασιλοπούλα' β4: από μια μάγισσα, που του λέει να πάρει τον αντίθετο δρόμο από το διάβολο' β5: ο διάβολος' β6: το θερίο (άλλο)' β7: μεταμορφωμένος σε υποψήφιο γαμπρό λύνει το αίνιγμα' β8: και παίρνει τη (μεγαλύτερη) κόρη για γυναίκα" β9: την αρπάζει από το βασιλιά, που τον καταλαβαίνει.

γ: Ο βασιλιάς του βάζει ένα αντι-αίνιγμα" γ1: ο διάβολος χάνει.

III. Ο γάμος κι οι δοκιμασίες του

α: Η βασιλοπούλα φεύγει με το διάβολο και τεράστια συνοδεία' α1: καμήλες' α2: αγωγιάτες' α3: φαγητά' α4: παίρνοντας μαζί της δύο περιστέρια" α5: ένα γατάκι' α6: άλλο.

β : Ο διάβολος τρώει τα φαγητά' β1: τα ζώα' β2 : διώχνει τους αγωγιάτες' β4: και μένει μόνος με την κόρη, οδηγώντας την στην υπόγεια κατοικία του' β5: την οδηγεί στο βουνό και τη δένει.

γ: Ο διάβολος της ρουφά το αίμα' γ1: κάθε βράδυ γίνεται όφις και τυλίγεται γύρω από τα βυζιά της και τη βυζαίνει' γ2: ρουφά το δαχτυλάκι της' γ3: άλλο" γ4: ρουφάει το αίμα και των άλλων δύο αδερφών της, που την επισκέπτονται.

Σελ. 301
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/302.gif&w=600&h=915

δ: Η κοπέλα καταρρέει' δ1: γράφει γράμμα στον πατέρα της' δ2: στους δικούς της' δ3: όπου ζητάει να τη σώσουν και το στέλνει με το ένα από τα δύο περιστέρια' δ4: με τη γάτα' δ5 : άλλο.

ε: Ο διάβολος συλλαμβάνει το περιστέρι (άλλο)' ε1: και το σκοτώνει' ε2: η κόρη στέλνει το δεύτερο ή και το τρίτο, που φθάνει σώο στό παλάτι' ε3: το γράμμα διαβάζει ο βασιλιάς κι αναζητεί λύση' ε4: τη φέρνει πίσω ένα καράβι.

στ: Τη βασιλοπούλα σώζουν ο κοφινάς κι ο μπαουλάς, που τη φυγαδεύουν μέσα σ' ένα μπαούλο. Το βρίσκει το βασιλόπουλο και την παντρεύεται. Ο κλέφτης ζητάει να την εκδικηθεί, ανεβαίνει στον πύργο της αλλά τα σκυλιά της τον κατασπαράζουν.

IV. Η απαγόρευση, η υπέρβαση κι η τιμωρία [πβ. AT/ATU 311 (Της Κάτω Γης ο αφέντης) ]

α: Ο διάβολος ζητά από την κόρη' α1: να φάει' α2: χέρι' α3: γλώσσα' α4: πόδι' α5: ανθρώπινο μέλος σε αποσύνθεση' α6: άλλο" α7: να μην ανοίξει το απαγορευμένο δωμάτιο' α8: να μην κοιμηθεί' α9: άλλο.

β: Η κόρη το πετάει' β1: το κρύβει' β2: αποκοιμιέται' β3: ανοίγει το απαγορευμένο δωμάτιο' β4: άλλο.

γ: Ο διάβολος τη ρωτάει αν το έφαγε κι ανακαλύπτει το ψέμα, γιατί το ανθρώπινο μέλος μιλά και λέει πού βρίσκεται' γ1: την τρώει' γ2: τη μαρμαρώνει' γ3: τη ρίχνει στο δωμάτιο με τις άλλες γυναίκες που πέρασαν από τα χέρια του" γ4: άλλο' γ5: η κόρη βάζει τη γλώσσα στον κόρφο της.

δ: Ιδιες περιπέτειες για τις άλλες δύο κόρες, που σώζονται μαζί με την ηρωίδα.

V. Οι επιτήδειοι αδερφοί [πβ. AT/ATU 653 (Οι επιτήδειοι αδερφοί)]

α: Ο βασιλιάς απελπισμένος προσφεύγει" α1: στα αδέρφια της κόρης" α2: στον (στους) άξιο (ους) γιο (ους) της γριάς" α3: της χήρας' α4: τρεις αδερφοί' α5: πέντε' α6: σαράντα' α7: άλλο' α8: που έχει (ουν) μαγικές ιδιότητες' α9: που κατέχουν σπάνιες τέχνες" α10: και τις ομολογούν για να πάρουν το ρούχο που ράβει η γριά για τον καλύτερο γιο της' α11: άλλο.

β: Ο ένας ακούει ό,τι συμβαίνει πολύ μακριά βάζοντας το αυτί του στη γη' β1: άλλος είναι επιτήδειος κλέφτης' β2: άλλος χτυπά το χέρι του στη γη και γίνεται πύργος' β3: άλλος σημαδεύει στα σύννεφα με τη σαΐτα κι αρπάζει ό,τι πέσει' β4: άλλος κατεβαίνει σαράντα οργιές κάτω από τη γη' β5: άλλος μ' ένα μπάτσο ρίχνει αναίσθητον όποιον χτυπήσει' β6: άλλος βλέπει μακριά' β7: πετροβολά τον κόσμο από τη μια μεριά στην άλλη' β8: δίνει ψυχή στον πεθαμένο' β9: κλέβει το μοσχάρι από την κοιλιά της αγελάδας, χωρίς να το καταλάβει' β10: πετά το ένα παπούτσι του διαβόλου στην ανατολή και τ' άλλο στη

Σελ. 302
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/303.gif&w=600&h=915

δύση' β11: βάζει τα χέρια του και πιάνει ό,τι πέφτει' β12: πετάει το χτένι και γίνεται δάσος' β 13: πετάει τη λαγήνα και γίνεται θάλασσα' β14: άλλο.

VI. Η φυγή (πβ. AT/ATU 653)

α: Ο γιος (τα αδέρφια) ελευθερώνει (ουν) την κόρη' α1: ο πρώτος αφουγκράζεται πού βρίσκονται' α2: ο δεύτερος δίνει γρόθο στη γη κι ανοίγει σαράντα οργιές' α3: ο τρίτος αρπάζει τη βασιλοπούλα (από την αγκαλιά του διαβόλου)' α4: άλλο.

β: Ο δράκος ξυπνά και τους κυνηγά' β1: χτίζουν γυάλινο πύργο' β2: περίεργη η κόρη κοιτάει από το παράθυρο (άλλο) κι ο δράκος την αρπάζει πάλι' β3: με δόλο την ξαναπαίρνουν' β4: πετιέται στον ουρανό αλλά τον σαιτεύουν' β5: παρασκευάζει ο ένας το γιατρικό' β6: κι ο άλλος το φέρνει γρήγορα' β7: άλλο.

VII. Η λύση

α: Την κόρη εναποθέτουν στην αγκαλιά των γονιών της' α1: του πατέρα της' α2: και παντρεύεται' α3: με τον μικρότερο' α4: τον μεγαλύτερο' α5: αυτόν που την έβγαλε' α6: από την αγκαλιά του διαβόλου' α7: με το τόξο του, που έστειλε ψηλά στα σύννεφα' α8: από την κοιλιά του, όπου είχε μείνει ζωντανή [πβ. AT/ATU 333 (Η Κοκκινοσκουφίτσα) ] ' α9: η οικογένεια ξανασμίγει χαρούμενη' α10: άλλο.

β: Η κόρη αρνείται να διαλέξει γαμπρό' β1: ζει με τους γονείς της' β2: που κάνουν πλούσιους τους θαυμαστούς αδερφούς' β3: ο αδερφός που την έσωσε κατακρημνίζεται στον άλλο κόσμο από τα ζηλόφθονα αδέρφια του. Σκοτώνει το τρικέφαλο φίδι που κρατάει το νερό. Με τα κεφάλια του φιδιού αποδεικνύει την ψευτιά του αδερφού του, που διεκδικεί το τίμημα για τη σωτηρία της κόρης [πβ. AT/ATU 300 (Ο δρακοντοκτόνος ήρωας)]. Χρησιμοποιεί το τέχνασμα με τα άσπρα και μαύρα σύκα [πβ. AT/ATU 566 (Άσπρα σύκα, μαύρα σύκα)] για να τους αναγκάσει να του δώσουν την κόρη' β4: τ' αδέρφια φεύγουν να βρουν την τύχη τους' β5: ο πρώτος πεθαίνει' β6: ο δεύτερος παντρεύεται κι ο τρίτος φεύγει στον άλλον κόσμο.

γ: Η κόρη πεθαίνει' γ1: έχοντας χάσει πολύ αίμα' γ2: ευτυχισμένη στα χέρια των γονιών της.

δ: Ο διάβολος έρχεται μεταμφιεσμένος, τάχα να γλιτώσει την άρρωστη βασιλοπούλα' δ1: ως γιατρός, δ2: ως δεσπότης, δ3: άλλο' δ4: και της ρουφάει το αίμα.

Σελ. 303
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/304.gif&w=600&h=915

ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΠΑΡΑΛΛΑΓΩΝ

ΗΠΕΙΡΟΣ

1. ΛΑ 621, 3, Λεσινίτσα, άτιτλο. Ι: α, α1, β, β6, β10, β13. II: α, α1, β, β1, β5, β7, β8. III: α, α6 (ένα πουλάκι), γ, δ1, δ3, ε. V : α, α2, α8. VII: β, β3.

2. ΛΑ 1263 (ΣΜ 93), 67-70, Επαρχία Κονίτσης, άτιτλο.

3. ΛΑ 1294 (ΣΜ 124), 316-317, Ζαγόρια, άτιτλο.

4. ΛΑ 3176, 84-85, « Οι διαόλοι κι η θυγατέρα τ' άρχοντα». Ι: α, α1, β, β6, β10, β13. II: α, α1, β, β1, β5, β7, β8. III: α, β, β1, β4,δ,δ3. IV: α, α6 («πετούμενα»), β. V: α, α2, α5, α8, β, β1, β2 (την κλείνει μέσα στο κάστρο). Ο διάβολος ζητά να δει το δαχτυλάκι της και την ξαναπαίρνει, β3. VI: α, α1, α2, α3, β, β1, β3, β4. VII: α, β, β1, β2.

5. ΛΦ 191, 3-5, Αγία Κυριακή, Τσουμέρκα, «Η βασιλοπούλα και τα επτά αδέρφια». I: α, α1, β, β6, β10, β13. II: α, α1, β, β1, β5, β7, β8. III: γ, δ, δ1, δ3, δ5 (στο γράμμα λέει ότι μόνον τα επτά αδέρφια θα τη σώσουν). V: α, α2, α7 (επτά), α8, β1, β2, β9, β11. VI: α. VII: α, β, β1, β2.

6. ΛΦ 214, 31-48, Άγιος Σπυρίδων, «Η αρχοντοπούλα και ο δαίμονας». Συμφυρμός με AT/ATU 311. Ι: α, α1, β, β6, β10, β13. II: α, α1, β, β1, β5, β7, β8. III: δ1, δ3, ε, ε2, ε3. V: α, α2, α9, β14 (ο πρώτος με τη γροθιά του έφτιανε γυάλινη καρότσα που πετάει, ο δεύτερος με μια τουφεκιά έκοβε σκοινί, ο τρίτος με το άγγιγμα του αυτιού του άκουγε τα πάντα). VII: α, α1, α2, α3. VII: β, β4, β6.

7. Archiv für Literaturgeschichte XII, 118-121, «(Die sieben Brüder mit den Wundergaben)». Ι: α, α1, β, β6, β10, β13. II: α, α2, β, β1, β5, β7, β8. III: α, β4, δ, δ1, δ3. V: α, α2, α7 (επτά), α9, α10. VI: α, α1, α5 (την κλείνει μέσα στο κάστρο. Ο διάβολος ζητά να δει το δαχτυλάκι της και την ξαναπαίρνει), β, β1, β3, β4. VII: α, α2, α10 (τον τέταρτο).

8. Dozon, 27-33, αρ. 4, « Le pou ». I: α7, β1, β2, β5 (κουτί, ντουλάπα), β6, β8, β10, β11. II: α, α1, β, β1, β5, β7, β8. V: α, α2, α7 (επτά), β, β1, β4, β10, β2, β3, β11. VI : α, α2, α3, β4. VII: α2, α3.

9. Χρηστοβασίλης, 116-123, «Η ψείρα των γενειών» Ι: α, α1, β, β6, β10, β13. II: α, α1, β, β1, β5, β7, β8. III: β, β4, δ, δ1. VI: α, α2, α3, β1, β4, β7 (ο έκτος την πιάνει όταν πέφτει από ψηλά). VII: α, α2, α3.

ΘΕΣΣΑΛΙΑ

10. ΛΦ 1743, 7-9, Μουζάκι Καρδίτσας, «Ο βασιλιάς κι η ψείρα». Συμφυρμός

Σελ. 304
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/305.gif&w=600&h=915

με AT/ATU 313 (Η κόρη βοηθός στη φυγή του ήρωα). I: α, α3 (που του προκαλεί φαγούρα), β, β5 (ρακοπότηρο), β6, β8, β10, β13. II: α, α1, β, β5, β7, β8. III: β4, δ1, δ3, ε, ε2, ε3. IV: α, α1, α6 (φίδια, βατράχια). V: α, α1, α11 (πβ. AT/ATU 313: μαγική φυγή της κόρης με τ' αδέρφια της. Πετούν το χτένι και φυτρώνει δάσος, το αλάτι κι εμφανίζεται λίμνη, τον καθρέφτη και γίνεται βουνό από γυαλί, όπου δεν μπορεί να πατήσει ο διάβολος και γλιτώνουν.)

ΘΡΑΚΗ

11. ΛΑ 653, 1, Αίνος, «Της ψείρας το κεφάλι». I: α, α1, β, β6, β10, β13. II: α, α1, β, β1, β5, β7, β8. III: β, β1, β2, β4, γ1, δ1, δ3. V : α, α2, α8, β, β1, β2, β14. VII: α, α1, α2, α3, β, β4. VII: α.

12. ΣΠ 77, 1-3, Αίνος, άτιτλο. Ι: α, α1, β, β6, β10, β13. II : α, α1, β, β1, β5, β7, β8. III: β, β4, γ, γ1 (κάθε βράδι γίνεται φίδι με δώδεκα κεφάλια και τη βυζαίνει), δ, δ1 (το παλάτι βάφεται μαύρο). V: α, α2, α7 (επτά) α8, β14 (σηκώνει ό,τι φορτίο να 'ναι), β14 (κόβει δώδεκα κεφάλια στην αράδα) β2, β3, β14 (κρατάει την αστραπή στα χέρια του), β10, β. VI: α. VII: α, α2, α3.

ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ

13. ΛΑ 2762, 120-121, Κορμίστα Σερρών, άτιτλο. I: α, α1, β, β6, β10, β13. II: α, α1, β, β1, β2 (γύφτος), γ (ο βασιλιάς δεν τον θέλει για γαμπρό και του βάζει άλλο ένα στοίχημα, να κάτσει γυμνός στα κεραμίδια. Συμφυρμός με AT/ATU *920. Ο γύφτος (Ναστραντίν Χότζας) καλεί το βασιλιά σε τραπέζι. Κρεμάει το αρνί σ' ένα δέντρο κι ανάβει από κάτω κερί για να το ψήσει. Ο βασιλιάς καταλαβαίνει το άτοπο).

14. ΛΑ 2895, 37-42, Χωριστή Δράμας, άτιτλο. I: α, α1, β, β6, β10, β13. II: α, α1, β, β1, β5, β7, β8. III: β4. V: α, α2, α8, α10, α14 (γίνεται αμάξι), β2, β, β1. VI: α, α2, α3, β, β1, β2, β3, β4, β7 (γίνεται στρώμα). VII: α, α10 (ζουν όλοι μαζί σαν αδέρφια).

15. ΛΦ 566, 1-6, Έδεσσα, «Ο Σατανάς γαμπρός». I: α, α1, β, β6, β10, β13. II: α, α1, β, β1, β5, β7, β8. III: β4, γ, δ, δ1, δ3. V: α, α2, α5, α11 (γνέθει ανάποδα για να τους προκαλέσει να της πουν τις θαυμαστές τους ιδιότητες), β, β1, β2, β3, β11. VI: a. VII: α, α2, α10 (τον τελευταίο, που την έπιασε όταν έπεφτε).

16. ΛΑ 2895, 37-42, Χωριστή Δράμας, άτιτλο. I: α, α1, β, β6, β10, β13. II:

Σελ. 305
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/306.gif&w=600&h=915

α, α1, β, β1, β5, β7, β8. III: β4, γ, γ2, δ, δ1, δ3. V: α, α2, α7 (επτά), β, β1, β2, β3, β11. VI: α. VII: λ.

17. ΣΠ 101, 35-37, Ρουμλούκι Ημαθίας, άτιτλο. Ι: α, α1, β, β6, β10, β13. II: α, α1, β, β1, β5, β7, β8. III: β, β4, γ, γ1, δ, δΙ. V: α, α2, α7 (επτά), α8, β14 (σηκώνει ό,τι φορτίο να 'ναι), β2, β3, β14 (κρατάει την αστραπή στα χέρια του), β10, β, β14 (ο έβδομος είναι αραμπάς). VI: α. VIII: α, α2, α4.

ΝΗΣΙΑ ΑΙΓΑΙΟΥ

α. Νησιά Ανατολικού Αιγαίου

18. ΛΑ 2459, 269-276, Μεστά Χίου, άτιτλο. I: α, α1, β, β6, β10, β13. II: α, α1, β, β1, β5, β7, β8. III: β, β4. V: α, α2, α7 (έξι), α8, β14 (γίνεται σιδηρόδρομος), β4, β10, β2, β3, β14 (πιάνει ποτήρι νερό που πέφτει από τον ουρανό). VI: α. VII: α, α2, α10 (αυτόν που την έπιασε).

β. Δωδεκάνησα

19. Ζωγράφειος Αγών Α', 1891, 427, αρ. 11, Νίσυρος, άτιτλο. I: α, α1, β, β6, β10, β13. II: α, α1, β, β1, β5 (ο πειρασμός), β7, β8. III: β4 V: α, α2, α4, α8, β14 (ο ένας «νόης» και καταλάβαινε πότε θα εχόταν ο πειρασμός), β2, β4. VI: α. VII: α, α2, α3.

20. Pio, 93-111, αρ. 2, Αστυπάλαια, « Το χρουσό κουτάκι » (Misotakis, 42, Geldart, 106). Εδώ οι τύποι AT/ATU 621 και AT/ATU 653 αποτελούν ένα επεισόδιο ένθετο στο παραμύθι της Αμίλητης βασιλοπούλας [AT/ATU 851 (The Princess who Cannot Solve the Riddle)], όπου ο ήρωας αφηγείται την ιστορία της ψείρας για να κάνει τη βασιλοπούλα να μιλήσει. I: α, α1, α3, β, β3, β6, β8, β10, β13. II: α, α1, β, β1, β5, β7, β8. III: α, α1, α2, α3, β, β1, β2, β4, γ, δ, δ1, δ3, ε, ε1, ε2. IV : α, α5. V : α, α2, α7 (επτά), α9, β, β1, β2, β3, β6. VI: α, α1, α2, α3, α5 (τη βάζει στους ώμους του και φεύγει), β, β1, β2, β3, β4, β7 (την πιάνει ενώ πέφτει).

γ. Εύβοια - Σποράδες

21. ΛΑ 2745, 351-357, Γιάλτρα Ευβοίας, άτιτλο. I: α, α1, α4, β, β2, β4, β6, β7, β8, β10. II: α, α1, β, β1, β5, β7, β8. III: α, α4, γ3 (τη βυζαίνει), δ, δ1, δ3. V: α, α2, α5, β, β3, β14 (ο ένας φτιάχνει πύργο, ο άλλος σκίζει

Σελ. 306
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/307.gif&w=600&h=915

τη γη, ο τελευταίος τρέχει σαν λαγός). VI: α, α1, β, β1, β2, β3. VII: α2.

22. ΛΦ 244, 17-22, Αλιβέρι Κύμης, «Η γριά κι οι επτά γιοι της». I: α, α1, β, β6, β10, β13. II: α, α1, β, β1, β5, β7, β8. III: β4, γ, δ, δ1, δ3. V: α, α2, α7 (επτά), α8, β, β1, β2, β14. VI: α, α1, α2, α3, β, β4. VII: α, α2, α3 (που την έπιασε πέφτοντας από τον ουρανό).

δ. Κρήτη

23. ΛΑ 621, 2, Μονοφάτσιο, άτιτλο. I: α, α1, β, β6, β10, β13. II: α, α1, β, β1, β5, β7, β8. III: β4, γ1, δ, δ1, δ3, ε3. V: α, α2, α7 (τέσσερις), α8, β, β9, β14 (σκοτώνει σκνίπα στον αέρα), β11 (πιάνει αστροπελέκι που πέφτει). VI: α. VII: α2, α10 (τον τελευταίο, που την έπιασε και δε σκοτώθηκε) .

24. ΛΦ 932, 31-33, Ρέθυμνο, «Ο Σατανάς κι η βασιλοπούλα». Παραλλαγμένο. I: α, α1, β, β6, β10, β13. II: α, α1, β, β1, β5, β7, β8. Η κόρη βλέπει τον Σατανά να γίνεται σκύλος, να σκάβει τάφους και να τρώει κόκαλα. Ψειρίζοντάς τον, βρίσκει στο κεφάλι του κλειδάκια και μ' αυτά ανοίγει τις σαράντα κάμαρες και βρίσκει κόκαλα. Τη βρίσκει ένας κυνηγός και την παίρνει μαζί του. Ο Σατανάς σαν διακονιάρης καταφέρνει να μπει στο σπίτι τους και την αρπάζει. Πριν να τη φάει, του ζητάει να λουστεί. Με τη συμβουλή τριών τυφλών γριών ρίχνει το τενεκεδάκι με τις σαράντα ψυχές, τις ελευθερώνει και γίνονται άντρες δυνατοί που σκοτώνουν το Σατανά. Οι γριές ζητούν ως αμοιβή να σφάξει το πρώτο της παιδί όταν γίνει δώδεκα ετών και με το αίμα του να τους ξεπλύνει τα μάτια. Τους στέλνει το παιδί της. Γιατρεύονται μ' ένα περιστέρι και στέλνουν το παιδί σώο πίσω στη μάνα του.

25. ΛΦ 959, 5-8, «Το δέρμα της ψείρας». I: α, α1, β, β6, β10, β13. II: α, α1, β, β1, β5, β7, β8. III: β4. V: α, α2, α10, β, β4, β2, β9, β14 (σηκώνει δοκάρι που κάθονται έξι επάνω), β11, β14 (κατεβαίνει σαράντα σκαλιά κάτω στη γη). VI: α, α1, α2, α10 (σ' αυτόν που κατέβηκε σαράντα σκαλιά κάτω στη γη).

26. ΛΦ 1217, 9-12, Ρέθυμνο, « Το ψειράκι ». Ι: α, α1, β, β6, β10, β13. II: α, α1, β, β1, β5, β7, β8. III: β4, γ, γ1, δ, δ1, δ3, ε3. V: α, α2, α7 (6 αδέρφια), α8, α14 (ο πρώτος σήκωνε τον ουρανό, ο δεύτερος γινόταν κάστρο, ο τρίτος πέρναγε σφαίρα μέσα από δαχτυλίδι, ο τέταρτος έκλεβε αβγό μέσα από την κοιλιά της κότας, ο πέμπτος σκότωνε πουλί και το 'πιανε στα χέρια του, ο έκτος χωρίς δύναμη). VI: ο δεύτερος φτιάχνει κάστρο και βάζουν μέσα τη βασιλοπούλα που ξετύλιξε από το φίδι ο τέταρτος. Ανοίγοντας τρύπα την αρπάζει ο διάβολος. Τον σημαδεύει ο τρίτος

Σελ. 307
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/308.gif&w=600&h=915

και τον σκοτώνει, την κόρη πιάνει ο πέμπτος. VII: α2, α10 (της δίνουν τον έκτο αδερφό για να μη μαλώνουν).

27. ΛΦ 1525, 20-24, Βραχάσι Μεραμβέλλου, «Η ψείρα». I: α, α1, β, β6, β10, β13. II: α, α1, β, β1, β5, β7, β8. III: α, α4, α6 (τη δούλα της), γ1, δ1, δ3, ε, ε2, ε3. IV: α, α1, α6 (ο διάβολος ως σκύλος τρώει τα συκώτια ενός πεθαμένου και της τα φέρνει να τα φάει. Η βασιλοπούλα το καταλαβαίνει και δεν τα δίνει στη δούλα ούτε τα πετάει). V: α, α2, α6, α8, β, β1, β2, β3, β11. VI: α, α1, α2, β1, β4 (ως γεράκι). VII: α, β1, β2 (και την κόρη βασίλισσα).

28. ΣΛ I, 317-323, Ιεράπετρα, «Η προβειά της ψείρας κι ο διάολος». I: α, α1, β, β6, β10, β13. II: α, α1, β, β1, β5, β7, β8. III: β4, δ1, δ3. V: α, α2, α5, α8. VI: α.

ε. Κυκλάδες

29. ΛΑ 1684 Β', 13-16, Χώρα Αμοργού, «Οι επτά αδερφοί». I: α, α1, β, β6, β10, β 13. II: α, α1, β, β1, β5, β7, β8. III: β4, γ (με τη μορφή αράπη), γ1, γ3 (τη βυζαίνουν διαόλοι) δ, δ1, δ3, ε3. V : α, α2, α7 (επτά) α8, β, β1, β2, β14. VI: α, α1, α2, α3, β, β4. VII: α.

30. ΝΕΑ Β', 1874, 118-122, αρ. 35, Νάξος, άτιτλο. I: α, α1, α3, β, β3, β6, β8, β10, β13. II: α, α1, β, β1, β5, β7, β8. III: α, α1, α2, α3, β, β1, β2, β4, γ, δ, δ1, δ3, ε, ε1, ε2. V: α, α2, α6 (σαράντα αντρειωμένοι με ουρά), α8. VI: α, β, β7 (ο ένας την παίρνει στην πλάτη του κι οι άλλοι τριάντα εννέα παλεύουν με το διάβολο). VII: α, γ, γ1, γ2.

ΝΗΣΙΑ ΙΟΝΙΟΥ

31. Λαογραφία ΙΑ', 1934-37, 464-465, Ζάκυνθος, «Η βασιλοπούλα με την ψείρα και ο δαίμονας». Η παραλλαγή που δημοσιεύουμε εδώ.

ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΣ

32. ΛΑ 1186 (ΣΜ 16), 77-80, Πύργος Ηλείας, «Η ψείρα ». Συμφυρμός με AT/ATU 311. Ι: α, α1, β, β6, β10, β13. II: α, α1, β, β1, β5, β7, β8. IV: α, α1, α4, α6 (κρέας σκύλου, αλεπούς, λύκου κι επειδή αρνείται να φάει, την ξυλοφορτώνει). III: δ, δ1, δ3, ε, ε1, ε2, ε3. V : α, α2, α7 (τέσσερα αδέρφια), α8, β, β1, β2, β14 (καρδιογνώστης). VI: α, β, β1, β2, β3. VII: α, α2, α5, α6.

Σελ. 308
Φόρμα αναζήτησης
Αναζήτηση λέξεων και φράσεων εντός του βιβλίου: Επεξεργασία παραμυθιακών τύπων και παραλλαγών AT 560-599
Αποτελέσματα αναζήτησης
    Ψηφιοποιημένα βιβλία
    Σελίδα: 289
    

    ΠΑΡΑΜΥΘΙΑΚΟΣ ΤΥΠΟΣ AT *613 D

    Το ψέμα κι η αλήθεια

    AT: Δεν περιλαμβάνεται

    ATU: Δεν περιλαμβάνεται_

    Άτιτλο

    Μια φορά ανταμώσανε σε ένα σταυροδρόμι το Ψέμα με την Αλήθεια, καιρετιστήκανε, και ρώτησε το Ψέμα την Αλήθεια πώς τα περνάει. «Πώς να τα περνάω;» είπε η Αλήθεια, «κάθε πέρσι και καλύτερα». «Βλέπω τα χάλια σου», της είπε το Ψέμα και κοίταζε τα κουρελιάρικα ρούχα της. «Μα και τα χνώτα σου ακόμα βρωμάνε». «Έχω τρεις μέρες τώρα νηστικιά», είπε η Αλήθεια. «Όπου περάσω βρίσκω τον μπελά μου και κοντά σε μένα και οι λίγοι που μ' αγαπάνε. Δεν είναι ζωή αυτή». «Θέλεις όμως και τα τραβάς, της είπε το Ψέμα. Έλα μαζί μου, να δεις Θεού πρόσωπο, να ντυθείς με ρούχα χρυσά, σαν τα δικά μου, και να χορτάσεις φαΐ, μόνο να μη γελάσεις σε ό,τι κάνω και λέω».

    Η Αλήθεια δέχτηκε, για μια φορά μονάχα, να πάει να φάει μαζί με το Ψέμα, γιατί δεν μπορούσε να σταθεί στα πόδια της από την πείνα. Τράβηξαν και έφτασαν σε μια μεγάλη πολιτεία, μπήκαν στο καλύτερο ξενοδοχείο, που ήταν γεμάτο από ανθρώπους, και κάθισαν κι έφαγαν από τα καλύτερα φαγιά. Σαν πέρασε πολλή ώρα και οι μισοί άνθρωποι είχαν φύγει, χτύπησε το τραπέζι το Ψέμα με τα χέρια του και πήγε κοντά τους ο ίδιος ο ξενοδόχος να τους περιποιηθεί, γιατί το Ψέμα φαινότανε σαν μεγάλος αφέντης, και ρώτησε τι θέλουν. «Περιμένω τόση ώρα να μας δώσεις τα ρέστα από τη λίρα, που 'δωκα στο παιδί σου, που μας έστρωσε το τραπέζι», είπε το Ψέμα. Φώναξε ο ξενοδόχος το παιδί, εκείνο είπε πως δεν του δώκανε καμιά λίρα, θύμωσε τότε το Ψέμα κι άρχισε να φωνάζει, πως δεν πίστευε ποτέ ότι ένα τέτοιο ξενοδοχείο έκλεβε τον κόσμο που έμπαινε εκεί μέσα να φάει, μα αυτό είναι για γνώση για άλλη φορά και πέταξε μια λίρα στον ξενοδόχο. «Να, του λέει, δώσε μου ρέστα». Ο ξενοδόχος για να μη γίνεται σούσουρο στο μαγαζί του, δεν πήρε τη λίρα, παρά έδωσε ρέστα από τη φιλονικούμενη λίρα, και άστραψε ένα μπάτσο του παιδιού του, που δεν θυμότανε πως πήρε τη λίρα. Εκείνο άρχισε να κλαίει, και να επιμένει πως δεν του δώκανε λίρα, μα κανείς δεν το πίστεψε, βαριαναστέναξε τότε το παιδί και είπε: «Αχ, πού είσαι καημένη Αλήθεια, χάθηκες;»