Συγγραφέας:Αγγελοπούλου, Άννα
 
Καπλάνογλου, Μαριάνθη
 
Κατρινάκη, Εμμανουέλα
 
Τίτλος:Επεξεργασία παραμυθιακών τύπων και παραλλαγών AT 560-599
 
Τίτλος σειράς:Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας
 
Αριθμός σειράς:44
 
Τόπος έκδοσης:Αθήνα
 
Εκδότης:Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς
 
Έτος έκδοσης:2007
 
Σελίδες:519
 
Αριθμός τόμων:1 τόμος
 
Γλώσσα:Ελληνικά
 
Θέμα:Ελληνικά παραμύθια-Κατάλογος
 
Τοπική κάλυψη:Ελλάδα
 
Περίληψη:Στον πέμπτο αυτόν τόμο του Καταλόγου των Ελληνικών Παραμυθιών (βλ. και δημοσιεύματα ΙΑΕΝ αρ. 21, 26, 34 και 41) παρουσιάζεται η επεξεργασία του τελευταίου μέρους των μαγικών παραμυθιών (AT/ATU 300-749), που καλύπτει τους τύπους AT/ATU 560-649 (μαγικά αντικείμενα) και AT/ATU 650-699 (υπερφυσική δύναμη και γνώση).
 
Άδεια χρήσης:Αυτό το ψηφιοποιημένο βιβλίο του ΙΑΕΝ σε όλες του τις μορφές (PDF, GIF, HTML) χορηγείται με άδεια Creative Commons Attribution - NonCommercial (Αναφορά προέλευσης - Μη εμπορική χρήση) Greece 3.0
 
Το Βιβλίο σε PDF:Κατέβασμα αρχείου 10.44 Mb
 
Εμφανείς σελίδες: 353-372 από: 522
-20
Τρέχουσα Σελίδα:
+20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/353.gif&w=600&h=915

ΠΑΡΑΜΥΘΙΑΚΟΙ ΤΥΠΟΙ AT 655, AT 655 A

Σελ. 353
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/354.gif&w=600&h=915 01 - 0002.htm

ΛΕΥΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

Σελ. 354
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/355.gif&w=600&h=915

ΠΑΡΑΜΥΘΙΑΚΟΙ ΤΥΠΟΙ AT 655 - AT 655 A

Οι τρεις σοφοί αδερφοί Το ξεστρατισμένο ζώο και τα έξυπνα συμπεράσματα

AT 655: The Wise Brothers

AT 655 A: The Strayed Camel and the Clever Deductions ATU 655: The Wise Brothers

Eberhard - Boratav no 347 III, no 348_

Η κρίση του δικαστή

Ήταν ένας γέρος κι είχε τρία αγόρια. Κι είχαν ένα μαγαζί, υφασματοπωλείο. Τα δυο αγόρια δούλευαν στο μαγαζί. Ο μικρός πήγαινε στο σχολείο, σπούδαζε. Τα παιδιά τα δυο ήταν εργατικά. Μια μέρα ο πατέρας αρρώστησε και κατάλαβε πως θα πεθάνει. Φώναξε τα παιδιά του και τους είπε: «Παιδιά μου, θέλω να σας δω. Εγώ θα πεθάνω. Εσείς να κάνετε τη δουλειά σας καλά. Ο μικρός να σπουδάζει κι εσείς να έχετε το μαγαζί και να μην χαλάσετε την κάσα με τις λίρες». Και πέθανε ο πατέρας τους.

Τα παιδιά τα δυο πήγαιναν στο μαγαζί και κάνανε τη δουλειά καλά. Ο μικρός, κρυφά, φανερά, άνοιξε την κάσα, έφαγε τις λίρες. Πέρασε ένας χρόνος. Τα δυο παιδιά θα παίρνανε εμπόρευμα, να γεμίσουνε το μαγαζί. Κοιτάνε, η κάσα άδεια. Λέει ο μεγάλος αδερφός: «Ποιος άνοιξε την κάσα; Ποιος έφαγε τις λίρες; Δεν τις πήραν ξένοι, κάποιος από εμάς τους τρεις τις έφαγε». Ο δεύτερος αδερφός λέει: «Αδερφέ, εγώ με σένα πάω κι έρχομαι στο μαγαζί». Κι ο μικρός λέει: «Εγώ δεν ξέρω τίποτα γι' αυτό». Τότε σηκώθηκε ο μεγάλος κι είπε: «Θα πάμε στο δικαστή!»

Σηκώθηκαν λοιπόν μια μέρα και ξεκίνησαν. Ο δικαστής ήταν τρεις ώρες μακριά. Καθώς πήγαιναν, πάει ένας αγωγιάτης και τους ρωτάει: «Πέρασε κανένα άλογο από εδώ; Είδατε κανένα άλογο;» Είπε ο μεγάλος: «Ήταν φορτωμένο μέλι;» Είπε κι ο αγωγιάτης: «Ναι». Τότε είπε ο μεγάλος: «Δεν το είδα». Συνέχισαν το δρόμο τους και πάει δεύτερος αγωγιάτης και τους ρωτάει: «Πέρασε κανένα άλογο από εδώ;» Λέει κι ο δεύτερος: «Καθόταν πάνω του μια γριά;» «Ναι», είπε ο αγωγιάτης. «Δεν το είδα», είπε κι ο δεύτερος. Πάει και τρίτος αγωγιάτης και τους ρωτάει: «Είδατε κανένα άλογο να έρχεται

Σελ. 355
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/356.gif&w=600&h=915

προς τα εδώ;» Είπε κι ο τρίτος αδερφός: «Είχε μόνο ένα μάτι;» «Ναι», είπε ο αγωγιάτης. «Δεν το είδα», είπε το τρίτο παιδί. Και τότε ο τρίτος αγωγιάτης μάλωσε με το τρίτο παιδί και του είπε: «Αφού δεν το είδες, πώς ξέρεις ότι έχει ένα μάτι;» Και τότε άκουσαν τις φωνές τα αδέρφια του, και ήρθαν κοντά κι οι άλλοι αγωγιάτες κι όλοι μαζί πήγαν στο δικαστή.

Μόλις έφτασαν στο δικαστή, τους ρώτησε αυτός: «Εσείς για ποιο λόγο ήρθατε;» Οι αγωγιάτες του είπαν: «Χάσαμε τα άλογά μας, και το ένα ήταν φορτωμένο μέλι, στο άλλο καθόταν μια γριά και το τρίτο είχε μόνο ένα μάτι. Αυτοί οι τρεις τα είδαν και τους ρωτήσαμε και το αρνήθηκαν». Τότε ο δικαστής ρώτησε τον μεγάλο: «Αφού δεν το είδες, πώς ήξερες ότι ήταν φορτωμένο μέλι;» Είπε κι ο μεγάλος: «Εγώ δεν είδα άλογο φορτωμένο με μέλι. Είδα μέλι χυμένο στο δρόμο, κι είπα, τρυπήθηκε ο τενεκές και χύθηκε το μέλι». Υστερα ρώτησε ο δικαστής τον δεύτερο αδερφό: «Αφού δεν είδες το άλογο, πώς ήξερες ότι πάνω του καθόταν μια γριά;» Είπε κι αυτός: «Πήγα στο πηγάδι κι ήταν ένα σημάδι από χέρι στη λάσπη και είπα, κάποια γριά θα κατέβηκε κι έβαλε το χέρι της στο τσαμούρι, για να σηκωθεί». Ρώτησε και τον μικρό ο δικαστής: «Εσύ δεν είδες το άλογο. Πώς ήξερες ότι είχε μόνο ένα μάτι;» Είπε κι εκείνος: «Εγώ δεν είδα το άλογο. Στο δρόμο που ερχόμασταν είχε σιτάρι, και στη μια πλευρά ήταν φαγωμένο κι είπα, από εδώ πέρασε ένα άλογο κι είχε ένα μάτι, κι όπου έβλεπε αυτό το μάτι, από κει πήγε κι έφαγε».

Τότε τους είπε ο δικαστής: «Πηγαίνετε στη δουλειά σας. Αυτοί δεν είδαν τα άλογα. Πηγαίνετε να ψάξετε για τα άλογά σας». Εκείνοι έφυγαν και παρέμειναν τα τρία παιδιά που πήγαν να ρωτήσουν το δικαστή ποιος πήρε την κάσα με τις λίρες. Ο δικαστής είπε στο δούλο του: «Βάλ' τους στο καλό δωμάτιο και μετά πήγαινε στον τσοπάνη, να σου δώσει ένα αρνί, και ψήσ' το στο φούρνο».

Έδωσε ο τσοπάνος το αρνί και το μεσημέρι τους έβαλε ο δικαστής να φάνε και είπε στο δούλο του: «Στάσου κοντά στην πόρτα, να ακούσουμε τι λένε αυτά τα τρία παιδιά». Καθώς έτρωγαν τα τρία αδέρφια, λέει ο μεγάλος: «Αυτό το κρέας, αδέρφια, δε μυρίζει σκύλο;» Κι ο δεύτερος αδερφός είπε: «Και το ψωμί, πεθαμένον δε μυρίζει;» Κι ο μικρός είπε: «Κι ο δικαστής είναι μπάσταρδος. Ο πατέρας του δεν ήταν στεφανωμένος με τη μάνα του!»

Ο δούλος ό,τι άκουσε πήγε και το είπε στο δικαστή. Ο δικαστής έστειλε τότε το δούλο του να πάει να φωνάξει τον τσοπάνη. Σε λίγο ήρθε ο τσοπάνης κι ο δικαστής τον ρώτησε: «Τι αρνί μου έστειλες;» Είπε κι εκείνος: «Αρνί, πρόβατο. Μια δυο φορές βύζαξε τη σκύλα — είχε ένα θηλυκό σκυλί ο τσοπάνης - γέννησε αυτή και πήγε το αρνί και βύζαξε».

Ο δικαστής δεν είπε τίποτ' άλλο. Έστειλε κι έφεραν το φούρναρη και του είπε: «Τι αλεύρι ζύμωσες; Από πού είναι το ψωμί που μας έστειλες;» Είπε τότε κι ο φούρναρης: «Θερίσαμε στάχυα από το νεκροταφείο και μ' αυτά κάναμε ψωμί». Ο δικαστής δεν μπόρεσε να πει τίποτα. Σηκώθηκε και πήγε στη μάνα του. «Μάνα, πες μου με ποιον με έκανες. Ό,τι θέλει ας είναι, μόνο πες μου

Σελ. 356
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/357.gif&w=600&h=915

την αλήθεια». «Μωρέ, παιδί μου, τόσα χρόνια πέρασαν και δεν είπες τίποτα γι' αυτό, και τώρα τι είναι και ρωτάς τέτοια πράγματα;» «Όχι, μάνα, πες μου». «Παιδί μου, ο πατέρας σου πέθανε πολύ νέος. Με αγάπησε ένας κι είπε θα με πάρει. Εγώ τον πίστεψα κι έτσι γεννήθηκες». «Ας μου έλεγες την αλήθεια κι ας έκανες ό,τι ήθελες, μάνα!»

Τώρα ο δικαστής λέει στα παιδιά: «Εσείς γιατί ήρθατε εδώ;» Αυτοί του λένε: «Η κάσα μας είχε λίρες και κάποιος από μας τις έφαγε. Θέλουμε να μάθουμε ποιος τις έφαγε». Και είπε κι ο δικαστής: «Αυτό είναι εύκολο. Θα σας πω ένα παραμύθι και θα το βρούμε». Κι άρχισε να λέει το παραμύθι του:

«Ήταν σ' ένα χωριό δυο γείτονες" κοντά-κοντά τα σπίτια τους. Ήταν πολύ αγαπημένοι κι ο ένας είχε ένα αγόρι κι ο άλλος ένα κορίτσι. Τα μωρά παίζανε κάθε μέρα μαζί. Όταν μεγάλωσαν τα παιδιά και έγιναν δεκαέξι, δεκαεφτά χρονών, τα αρραβώνιασαν. Μια μέρα είπε ο πατέρας του κοριτσιού στον πατέρα του αγοριού: «Συμπέθερε, ας ξενιτευτούμε, να μαζέψουμε κάμποσους παράδες, να κάνουμε το γάμο». Και φύγανε. Πήγανε στην Τραπεζούντα, στη Ρωσία (εκεί ξενιτεύονταν). Μείνανε εκεί δυο χρόνια. Ο πατέρας του κοριτσιού μάζεψε κάμποσα χρήματα. Του αγοριού δεν μπόρεσε. Όπως πήγε, έτσι γύρισε. Ο πατέρας του κοριτσιού, επειδή μάζεψε χρήματα, φέρθηκε ψυχρά στον πατέρα του παιδιού. Ο πατέρας του παιδιού το κατάλαβε κι ήταν στεναχωρημένος. Μια μέρα του λέει ο γιος του: «Πατέρα, γιατί είσαι στεναχωρημένος;» Λέει κι αυτός: «Παιδί μου, αυτός ο συμπέθερος δεν θα μας το δώσει το κορίτσι». «Δεν θα το δώσει; Ας μην το δώσει. Δεν χάθηκαν τα κορίτσια από τον κόσμο. Θα πάρουμε άλλη», είπε τότε ο γιος του. «Παιδί μου, εγώ για σένα στεναχωριέμαι. Φοβάμαι πως την αγαπάς και θα πάθεις τίποτα. Για μένα δεν είναι τίποτα!»

Μετά από κάμποσο καιρό ήρθε στο χωριό ένας πλούσιος κι έψαχνε να πάρει πλούσιο κορίτσι. Και του λέει το χωριό: «Εμείς εδώ είμαστε όλοι φτωχοί. Πήγαινε σε κείνο το σπίτι να ζητήσεις κορίτσι». Πήγε εκείνος και τη ζήτησε. Σε μια βδομάδα θα έκαναν το γάμο. Μια μέρα πήρε εκείνη το λαγήνι και πήγε στο πηγάδι. Εκεί ήταν ο παλιός αρραβωνιαστικός της και της είπε: «Από μικρά παιδιά ήμαστε αρραβωνιασμένοι, κι επειδή ο πατέρας σου μάζεψε χρήματα, δεν καταδέχτηκε να με κάνει γαμπρό. Να παντρευτείς, να χαίρεσαι. Μόνο, όταν θα γίνεις νύφη και θα μπείτε με το γαμπρό στο δωμάτιο, και θα πίνετε σερμπέτι, να κάνεις ένα 'αχ' για μένα». Έφτασε η μέρα του γάμου. Μπήκαν στο δωμάτιο. Πήρε ο γαμπρός το ποτήρι και το έδωσε στη νύφη. Πήρε αυτή το ποτήρι, κι έκανε 'αχ', πίνοντας. Ο γαμπρός έπιασε το ποτήρι και της είπε: «Γιατί έκανες 'αχ';» Κι αυτή είπε: «Θα αποχωριστώ τον πατέρα και τη μάνα μου κι έκανα 'αχ'. Πολύ δύσκολο μου είναι». «Όχι, πες μου την αλήθεια», είπε εκείνος. Ό,τι κι αν είπε η νύφη δεν έγινε πιστευτό. Αυτό κράτησε μέχρι τα ξημερώματα. Το κορίτσι κουράστηκε. «Θα του πω την αλήθεια κι ό,τι βράξει ας κατεβάσει», είπε η νύφη από μέσα της κι άρχισε να λέει: «Αφού

Σελ. 357
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/358.gif&w=600&h=915

πείσμωσες τόσο, θα σου πω την αλήθεια. Εγώ από μικρό παιδί ήμουν αρραβωνιασμένη με το γείτονα, κι ο πατέρας μου, επειδή μάζεψε πολλά χρήματα στην ξενιτιά, δεν καταδέχτηκε να με δώσει στον παλιό αρραβωνιαστικό μου, επειδή είναι φτωχός. Μια μέρα με συνάντησε ο παλιός αρραβωνιαστικός μου στο πηγάδι και μου είπε να κάνω 'αχ' όταν πιω το σερμπέτι, κι εγώ το έκανα τώρα».

Τότε ο γαμπρός την πήρε από το χέρι και την πήγε στον παλιό της αρραβωνιαστικό και του είπε: «Αυτή είναι δική σου. Πάρ' την! Το 'αχ' για σένα το έκανε». Κι ο γαμπρός έφυγε.

Τώρα ο δικαστής ρωτά τον μεγάλο αδερφό: «Εσύ, αν ήσουν στη θέση του πατέρα του κοριτσιού, σε ποιον θα την έδινες; Στον φτωχό ή στον άρχοντα;» Κι εκείνος είπε: «Τα πλούτη καλά είναι, αλλά έπρεπε να τη δώσει στον πρώτο αρραβωνιαστικό». Έπειτα ο δικαστής ρώτησε τον δεύτερο. Ο δεύτερος είπε ό,τι είπε κι ο μεγάλος. Έπειτα ρώτησε τον μικρό. Κι εκείνος είπε: «Ούτε στον πλούσιο ούτε στον φτωχό θα την έδινα. Θα την έπαιρνα εγώ!» Κι ο δικαστής τότε είπε: «Αυτός έφαγε την κάσα με τις λίρες!»

Αρχείον Πόντου ΚΣΤ', 1964, 58-65. Παραλλαγή από την Τραπεζούντα. Αφηγήτρια η Ανθή Ποσινακίδου. Το δημοσιευμένο στην ποντιακή διάλεκτο κείμενο αποδίδεται εδώ στην κοινή νεοελληνική.

ΣΥΝΘΕΤΙΚΗ ΠΑΡΑΛΛΑΓΗ

ΙΑ. Τα τρία αδέρφια και η κλοπή της πατρικής περιουσίας

α: Ένας πατέρας πριν πεθάνει αφήνει την περιουσία του στους (τρεις) γιους του' α1: αφήνοντας παραγγελιά (διαθήκη) να μην τη μοιράσουν πριν να μεγαλώσουν' α2: άλλο.

β: Ο μικρότερος αδερφός κλέβει την περιουσία' β1: τα αδέρφια του ανακαλύπτουν την κλοπή' β2: αποφασίζουν να πάνε στον κριτή (βασιλιά, δικαστή, κτλ.) για να τους δικάσει και να ανακαλύψει τον κλέφτη, γ: Τα τρία αδέρφια έχουν «μαντικές» ικανότητες.

IB. Διήγηση Πτωχολέοντος

α: Ο ήρωας είναι ένας φτωχός άνθρωπος' α1: πλούσιος που ξέπεσε' α2: μπαίνει στην υπηρεσία του βασιλιά' α3: πουλώντας τον εαυτό του ως δούλο' α4: λέγοντας πως ξέρει από άλογα, από ανθρώπους κι από διαμάντια" α5: άλλο.

Σελ. 358
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/359.gif&w=600&h=915

II. Το ξεστρατισμένο ζώο και τα λογικά συμπεράσματα (AT 655 Α)

α: Στο δρόμο για τον κριτή τα αδέρφια συναντούν έναν άνθρωπο που έχει χάσει κάποιο ζώο του" α1: γάιδαρο (άλογο)' α2: καμήλα' α3: μαντεύουν τα χαρακτηριστικά του ζώου, χωρίς να το έχουν δει, από σημάδια' α4: πως είναι μονόφθαλμο' α5: βλέποντας ότι τα χορτάρια είναι φαγωμένα από τη μια μεριά του δρόμου' α6: πως είναι κουφιοδόντικο' α7: από τον τρόπο που είναι φαγωμένα τα σπαρτά' α8: πως μετέφερε ξίδι (μέλι)' α9: από το χυμένο ξίδι (μέλι) στο δρόμο' α10: άλλο μάντεμα' α12: ο άνθρωπος τους κατηγορεί ότι αυτοί έκλεψαν το ζώο και τους πάει στον κριτή για να τους δικάσει.

β: Τα αδέρφια εξηγούν στον κριτή με ποιον τρόπο έφτασαν στα συμπεράσματα για το ζώο, χωρίς να το έχουν δει, κι αυτός τους αθωώνει.

ΙΙΙΑ. Τα μαντέματα των αδερφών και η κρίση του βασιλιά

α: Ο κριτής προσκαλεί τα αδέρφια σε γεύμα κι εκείνα μαντεύουν' α1: πως το κρέας είναι σκυλίσιο (σκυλοβύζαχτο) ' α2: επειδή το σφαχτό είχε θηλάσει από σκύλα" α3: πως το ψωμί έχει μυρωδιά πεθαμένου' α4: γιατί το στάρι είναι σπαρμένο πάνω στα μνήματα' α5: άλλο' α6: πως ο κριτής είναι νόθος" α7: πράγματι αποκαλύπτεται πως σε όλα τα μαντέματα τα αδέρφια είχαν δίκιο.

β: Για να βγάλει δίκαιη κρίση για το ποιος είναι ο κλέφτης της πατρικής περιουσίας, ο κριτής διηγείται στα αδέρφια μια ιστορία και τους ρωτάει τι θα έκαναν αν συνέβαινε σε αυτούς [πβ. AT/ATU 976 ( Which Was the Noblest Act)]' β1: άλλο' β2: καταλαβαίνει ότι κλέφτης είναι ο μικρότερος αδερφός' β3: από τις απαντήσεις τους' β4: πιάνοντας τον μικρότερο να κλέβει το βραχιόλι της βασιλοπούλας.

ΙΙΙΒ. Διήγηση Πτωχολέοντος

α. Ο δούλος αποφαίνεται' α1: πως το διαμάντι που πάνε να πουλήσουν στο βασιλιά είναι κούφιο' α2: πως το άλογο που πάνε να πουλήσουν στο βασιλιά είναι άγριο' α3: πως ο βασιλιάς είναι νόθος' α4: αφού είναι αχάριστος και δεν τον αμείβει για τις συμβουλές του' α5: άλλο.

β: Όλες οι κρίσεις του δούλου βγαίνουν αληθινές' β1: ο βασιλιάς τον ελευθερώνει' β2: ο δούλος ξαναγίνεται πλούσιος.

Σελ. 359
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/360.gif&w=600&h=915

ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΠΑΡΑΛΛΑΓΩΝ AT 655 + AT 655 A

ΘΡΑΚΗ

1. Λαογραφία ΙΣΤ', 1956-1957, 15-16 (ΛΑ 162, 1-6, ΛΑ 655, 2), Αίνος, «Ο παπάς και οι τρεις μάντεις». ΙΑ: α2 (ο βασιλιάς φυλάει σ' ένα σεντούκι το δαχτυλίδι του αρραβώνα του), β, β1 (ο βασιλιάς), β2 (στον παπά-μάντη), γ (τους έχει διδάξει ο παπάς). II: α9 (πως πέρασαν σαράντα καμήλες, οκτώ αρσενικές και οι υπόλοιπες θηλυκές), α10 (γκαστρωμένες), α8. ΙΙΙΑ: α, α1, α2, α3, α4, α6, α7, β1 (τους δείχνει τη φωτογραφία μιας όμορφης κοπέλας και τους ρωτά τι θα πρόσφεραν για να την αποκτήσουν. Ο μικρότερος λέει πως θα ήθελε πρώτα να τη χαρεί μια βραδιά), β2, β3.

2. Λαογραφία ΙΣΤ', 1956-1957, 16-17, (ΛΑ 225, 120-123, ΛΑ 655, 1), Χατζηγύριο Κεσσάνης, «Τα τρία αδέρφια προφήτες». ΙΑ: α2 (τρία φτωχά αδέρφια κληρονομούν από τον πατέρα τους ένα γάιδαρο. Φεύγουν από τον τόπο τους για να βρουν δουλειά, αλλά χάνουν το γάιδαρο τους) II: α10 (μαντεύουν ποιος έκλεψε το γάιδαρο: ένας κοντός, με στριμμένο σαρίκι, που τον λένε Μουσά. Πάνε στον κριτή που το επιβεβαιώνει). ΙΙΙΑ: α, α1, α2, α3, α4, α6, α7.

ΝΗΣΙΑ ΤΟΥ ΑΙΓΑΙΟΥ

α. Δωδεκάνησα

3. Λαογραφία ΙΣΤ', 1956-1957, 14-15 (Ζωγράφειος Αγών Α', 1891, 252, αρ. 4, Δροσίνης Β', 122-126, Λουκάτος 164-167, αρ. 9), Σύμη, άτιτλο. ΙΑ: α, α1, β, β1, β2, γ. II: α, α2, α3, α8, α9, α4, α5, α11, β. ΙΙΙΑ: α, α1, α2, α3 (τα σταφύλια), α5 (τα σταφύλια είναι από μνήματα), α6, α7, β, β2, β3.

4. Dawkins, 45 Stories, 318-326, αρ. 31 (Καφαντάρης Α', 538-546), Λέρος, «Τα παιδιά του φιλοσόφου». ΙΑ: α, β, β1, β2, γ. II: α, α1, α3, α8, α9, α6, α7, α4, α5, α11, β. ΙΙΙΑ: α, α1, α2, α3 (το κρασί), α5 (το αμπέλι είναι κοντά σε μνήμα), α6, α7, β, β2, β3.

β. Κυκλάδες

5. ΛΑ 1387, 357-374, αρ. 47 (Αδ. Αδαμαντίου, Τηνιακά, ΛΑ 655, 3), Τήνος, «Τα τρία βασιλόπαιδα». ΙΑ: α, α1, β, β1, β2, γ. II: α, α1 (φοράδα), α3, α4, α5, α8, α9, α11, β. ΙΙΙΑ: α, α1, α2, α3, α4, α6, α7, β, β2, β3.

Σελ. 360
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/361.gif&w=600&h=915

ΜΙΚΡΑ ΑΣΙΑ- ΠΟΝΤΟΣ- ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑ α. Μικρά Ασία

6. RHR 10, 1884, 79-85, Σμύρνη, «Le marchand et ses trois fils», β. Πόντος

7. Αρχείον Πόντου ΚΣΤ', 1964, 58-65, Τραπεζούντα, «Τη κατή το μεσέλ'». Η παραλλαγή που δημοσιεύουμε εδώ.

ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΠΑΡΑΛΛΑΓΩΝ AT 655

ΘΡΑΚΗ

1. Λαογραφία ΙΣΤ', 1956-1957, 4-5 (ΛΑ 230, 28, ΛΑ 925**, 1), Χατζηγύριο Κεσσάνης, «Ο γνωρίζων τριών πραγμάτων». IB: α, α1, α2, α3, α4. ΙΙΙΒ: α, α1, α2, α3, α4, β, β2.

ΝΗΣΙΑ ΤΟΥ ΙΟΝΙΟΥ

2. Λαογραφία ΙΑ', 1934-1937, 483-484, αρ. 26, Βασιλικό Ζακύνθου, «Η έξυπνη κόρη του Σοφο-Σολομώντα». ΙΑ: α, α1, β, β1, β2, β3, γ. III Α: α, α1, α2, α5 (το ψωμί είναι ματοζυμωμένο, γιατί αυτός που το ζύμωνε έκοψε το χέρι του κι έτρεξε αίμα), α6, α7, β3, β5.

ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΣ

3. Λαογραφία ΙΣΤ', 1956-1957, 6-7 (ΣΠ 18, 2-3), Κορινθία, άτιτλο. ΙΑ: α2 (στο Σουλτάνο, α4). ΙΙΙΒ: α, α2 (άλογο φοβιτσιάρικο), α1 (βγάζει το λιθαράκι από το διαμάντι του Σουλτάνου), α3, α5 (συμπεραίνει πως είναι γιος του χασάπη επειδή αντί να τον ανταμείψει με χρήματα του δίνει κρέας).

ΜΙΚΡΑ ΑΣΙΑ

4. Λαογραφία ΙΣΤ', 1956-1957, 5-6 (ΣΠ 2, ΛΑ 529, 148-149), Σμύρνη, άτιτλο. IB: α, α2, α3, α4. ΙΙΙΒ: α, α2, α1 (άλογο φοβιτσιάρικο), α3, β, β1, β2 (τον αμείβει πλουσιοπάροχα ο βασιλιάς).

Σελ. 361
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/362.gif&w=600&h=915

ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΠΑΡΑΛΛΑΓΩΝ AT 655 A

ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΣ

1. ΛΑ 1192 (ΣΜ 22), 164, Νιοχώρι Ηλείας, «Η ματιά του κυνηγού». II: Ο κυνηγός συναντά μικροπωλητές και μαντεύει τα χαρακτηριστικά των ζώων τους, α2, α4, α5, α8 (μέλι από τη μια μεριά, βρώμη από την άλλη), α9 (από τις μύγες στο μέλι), α6, α7, α11, β.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΣΤΟΥΣ ΤΥΠΟΥΣ AT 655, AT 655 A

Στον διεθνή Κατάλογο Aarne - Thompson (στην έκδοση του 1981) αναφέρονται δύο συγγενικοί τύποι, ο AT 655 και ο AT 655 Α με θέμα τις έξυπνες κρίσεις τριών ευφυϊών αδερφών. Από αυτούς τους δύο τύπους ο πρώτος εμφανίζεται περισσότερο διαδεδομένος, ενώ για τον δεύτερο αναφέρονται μόνο ινδικές παραλλαγές. Ο H.-J. Uther στην αναθεωρημένη έκδοση του Καταλόγου ενσωματώνει τον τύπο AT 655 Α στον AT/ATU 655, καθώς συμφύρονται συχνότατα. Πάντως φαίνεται πως υπάρχουν και παραλλαγές που περιλαμβάνουν επεισόδια μόνο από τον ένα ή τον άλλο τύπο1. Είναι γενικά αποδεκτό ότι η προέλευση αυτών των παραμυθιών είναι ανατολική2 και πολύ παλιά3.

Οι λιγοστές ελληνικές παραλλαγές των παραμυθιών που ο Γ. Μέγας κατέταξε στους τύπους AT/ATU 655 και AT/ATU 655 Α μπορούν να χωριστούν σε δύο βασικές ομάδες. Η πρώτη ακολουθεί σε γενικές γραμμές τους τύπους AT/ATU 655 και AT/ATU 655 Α, όπως αυτοί περιγράφονται στον διεθνή Κατάλογο AT/ATU. Οι τύποι αυτοί συνήθως συμφύρονται (επτά παραλλαγές), ενώ έχουμε τέσσερις ανεξάρτητες παραλλαγές του AT 655 και μία του 655 Α.

Η δεύτερη, με τρεις παραλλαγές καταγεγραμμένες στα τέλη του 19ου αιώνα, ανήκει επίσης στον τύπο AT/ATU 655 (βλ. παραπάνω, συνθετική παραλλαγή, επεισόδια IB και ΙΙΙΒ), αλλά ακολουθεί ένα έμμετρο βυζαντινό αφήγημα, τη διήγηση Περί Πτωχολέοντος, ανατολικής επίσης προέλευσης. Ο Γ.

1. Kurt Ranke, «Brüder: Die scharfsinnigen Brüder (AT 655, AT 655 A)», Enzyklopädie des Märchens, Band 2, 1999, σ. 874-887.

2. Ο Κ. Ranke, ό.π., σ. 883-884 διατυπώνει την υπόθεση ότι ο τύπος AT 655 έχει ινδική προέλευση και ο τύπος AT 655 Α αραβική.

3. Ο Κ. Ranke, ό.π., σ. 879-881 αναφέρει μια ινδική αφήγηση του 7ου αιώνα καθώς και αρκετές ευρωπαϊκές μεσαιωνικές παραλλαγές.

Σελ. 362
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/363.gif&w=600&h=915

Μέγας έδειξε σε σχετικό άρθρο του4 πως η διήγηση του Πτωχολέοντος πέρασε και στην προφορική παράδοση, χωρίς ωστόσο να βρει μεγάλη απήχηση, όπως μαρτυρούν οι λιγοστές προφορικές παραλλαγές5.

4. Γ. Α. Μέγας, «Η περί Πτωχολέοντος διήγησις και τα σχετικά προς αυτήν παραμύθια», Λαογραφία ΙΣΤ', 1956, σ. 3-20.

5. Για την Ιστορία Πτωχολέοντος βλ. επίσης Γ. Κεχαγιόγλου (εκδ.), Κριτική έκδοση της Ιστορίας Πτωχολέοντος, Θεσσαλονίκη 1978.

Σελ. 363
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/364.gif&w=600&h=915 01 - 0002.htm

ΛΕΥΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

Σελ. 364
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/365.gif&w=600&h=915

ΠΑΡΑΜΥΘΙΑΚΟΙ ΤΥΠΟΙ AT *667 Α, AT *667 Β

Σελ. 365
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/366.gif&w=600&h=915 01 - 0002.htm

ΛΕΥΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

Σελ. 366
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/367.gif&w=600&h=915

ΠΑΡΑΜΥΘΙΑΚΟΣ ΤΥΠΟΣ AT *667 Α

Ο θετός γιος του δράκου και η Πεντάμορφη

AT: Δεν περιλαμβάνεται

ATU: Δεν περιλαμβάνεται_

Του δράκου ο γιος

Ήταν ένας βασιλιάς και δεν έκανε παιδιά" και μια φορά τον πήρε το παράπονο και βγήκε έξω από τη χώρα να περπατήσει για να ξεδώσει ο νους του. Εκεί που περπατούσε, τον βρίσκει ένας ασκητής' ήταν δράκος" και λέει του βασιλιά: «Ώρα καλή, αφέντη βασιλιά. Πού πηγαίνεις έτσι ολομόναχος και πεζός και δεν έχεις κανένα στρατιώτη μαζί σου;» «Τι να σου πω, γέροντα;» αποκρίθηκε ο βασιλιάς. «Δεν κάνω παιδιά. Και απ' αυτό το παράπονο βγήκα έξω να περπατήσω κομμάτι, για να ξεδώσει ο νους μου, γιατί είμαι για να σκάσω». Τότε ο ασκητής του λέει: «Εγώ θα σου δώσω ένα γιατρικό να κάνεις παιδί, αλλά θέλω όταν θα γίνει δώδεκα χρονών, να μου το δώσεις να το σπουδάσω και πάλι να σου το φέρω». «Καλό" γίνεται», είπε ο βασιλιάς. Τότε ο δράκος βγάζει και του δίνει ένα μήλο και του λέει: «Το μισό να φάει η βασίλισσα και τ' άλλο μισό να το φάει ο βασιλιάς να κάνει παιδί».

Πήρε το μήλο ο βασιλιάς με χαρά και πάει στο παλάτι και λέει στη βασίλισσα: «Μη λυπάσαι τώρα, βασίλισσα" τώρα πια θα κάνουμε κι εμείς ένα παιδί. Αυτό το μήλο μου το 'δωσε ένας ασκητής και να φάμε από μισό για να κάνουμε παιδί». Τότε πιάνει η βασίλισσα και το κόβει το μήλο και το μισό το δίνει στο βασιλιά και το τρώει και τ' άλλο το μισό το 'φαγε εκείνη και γκαστρώθηκε και ήρθε καιρός και γέννησε η βασίλισσα και γέννησε ένα αγόρι. Και το αναθρέψανε και το χαίρονταν. Και όταν γίνηκε έξι-εφτά χρονών το στείλανε στο σχολείο και μάθαινε γράμματα μέχρι που γίνηκε δώδεκα χρονών. Τη μέρα που συμπλήρωσε τα δώδεκα χρόνια, πάει ο δράκος στο παλάτι και γύρεψε από το βασιλιά το παιδί. Και ο βασιλιάς δεν μπόρεσε να μην το δώσει το παιδί.

Το πήρε λοιπόν ο δράκος το παιδί και το πήγε σε άλλη χώρα και το 'βαλε πάλι στο σχολείο και έμαθε τα γράμματα καλά. Και ύστερα ο δράκος το έφτυσε μέσα στο στόμα και του έδωσε δρακοντίσια δύναμη. Και τότε το έφερε πάλι στον πατέρα του το βασιλιά. Του 'δωσε και ένα μαχαιρούδι και του είπε πως αυτό το μαχαιρούδι ποτέ να μην το βγάζει από πάνω. Και όσο το φορεί κανένα

Σελ. 367
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/368.gif&w=600&h=915

να να μην φοβάται. Και αφού κάθισε κοντά στον πατέρα του κανένα χρόνο, γύρεψε να φύγει πάλι να γυρίσει όλο το βασίλειο. Και πήγε μέσα στο βασιλικό το αχούρι για να διαλέξει ένα άλογο για να καβαλικέψει. Και τα τραβούσε από την ουρά να τα δοκιμάσει, να δει μπορούν να τον σηκώσουν; Και όσα άλογα ήταν μέσα στο αχούρι, όλα τα τράβηξε από την ουρά κι όλα γονατίσανε. Και το λέει του πατέρα του ότι κανένα άλογο δεν υπάρχει που να μπορεί να τον σηκώσει και θάμαξε ο βασιλιάς. Μια μέρα λοιπόν, κει που σεριάνιζε μέσα στους παχτσέδες (κήπους) βλέπει έναν παχτσέ κι είχανε στο μαγγανοπήγαδο ζεμένη μια παλιοφοράδα και κατά πόδι της πήγαινε ένα πουλάρι ως έξι μηνών. Πηγαίνει στον παχτσεβάνη (κηπουρό) και του λέει: «Δε μου το πουλάς εμένα αυτό το πουλάρι;» «Σου του πουλώ», είπε ο παχτσεβάνης. Και κάνανε τη συμφωνία και το πήρε κείνο το πουλάρι το βασιλόπουλο, γιατί το γνώρισε πως κείνο το πουλάρι ήτανε από γοργόνα. Είχε έρθει σε επαφή η παλαιοφοράδα με γοργόνα αρσενικιά και δεν το 'ξερε ο παχτσεβάνης. Το βασιλόπουλο έβαλε και έναν άνθρωπο για να προσέχει μόνο αυτό το πουλάρι όσο να μεγαλώσει, να μπορεί να το καβαλικέψει.

Έξω από το βασιλικό το παλάτι ήτανε μια μεγάλη πέτρα, που δεν μπορούσαν να την σηκώσουν εκατό νοματαίοι. Και κάθε πουρνό το βασιλόπουλο, για να γυμνάζεται, πήγαινε και τη σήκωνε και την έβαζε παρακάθι κι έλεγε: «Α, τώρα ίσιωσαν λίγο τα κόκαλά μου». Ο βασιλιάς την είδε μια μέρα την πέτρα μετατοπισμένη αλλά δεν την περιεργάστηκε τόσο. Άλλη μέρα πάλι την είδε σε άλλο μέρος και ρώτησε τους δούλους και του είπε μια δούλα πως κάθε πουρνό σηκώνεται το βασιλόπουλο απ' τον ύπνο και αφού νιφτεί και χτενιστεί, πηγαίνει και τη σηκώνει αυτή την πέτρα και τη μετατοπίζει και λέει: «Α, τώρα ίσιωσαν κομμάτι τα κόκαλά μου». Παραφύλαξε λοιπόν ο βασιλιάς ένα πουρνό και τον είδε πως τη σήκωσε και θάμαξε και το 'νιωσε πως ο γιος του είναι δρακοφορεμένος.

Όταν μεγάλωσε το πουλάρι, το καβαλίκεψε και πάει να γυρίσει το βασίλειο να δει κόσμο. Εκεί που πήγαινε, τον πιάνει μια φουρτούνα που ξερίζωνε τα δέντρα" κι αυτή την ώρα πέφτει ένα παλικάρι από τον ουρανό και λέει στο βασιλόπουλο: «Ώρα καλή, αδερφέ». «Πολλά τα έτη», απολογήθηκε το βασιλόπουλο. «Πού πηγαίνεις;» το ρωτά. «Πηγαίνω να δω κόσμο», είπε το βασιλόπουλο. «Ας πάμε μαζί», είπε το παλικάρι. «Ας πάμε», είπε το βασιλόπουλο και γινήκανε σταυραδέρφια και πήρανε το δρόμο μαζί και πηγαίνανε. Και κει που πηγαίνανε, βρήκαν έναν πύργο κι έξω από τον πύργο μια βρύση. Και καθίσανε εκεί στη βρύση να ξεκουραστούν, να φάνε και κομμάτι ψωμί. Και κει που τρώγανε, κατέβηκε μια δούλα από τον πύργο να πάρει ένα τάσι νερό, να πάει στην κοκκώνα της να πιει, και γυρέψανε το τάσι να πιούνε νερό κι η δούλα είπε: «Δεν ταιριάζουνε τα δικά σας τα χείλια να πιουν νερό με της κοκκώνας μου το τάσι». «Πρε!», είπε το βασιλόπουλο, «καλύτερη είναι η κοκκώνα σου από μας;» Και πετιέται απάνω και αρπάζει το τάσι και το γεμίζει νερό και

Σελ. 368
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/369.gif&w=600&h=915

το δίνει στο σταυραδερφό του και πίνει κι ύστερα πίνει και κείνος και το έδωσε το τάσι στη δούλα. Και κείνη το γέμισε και το πάει επάνω στην κοκκώνα της' και είπε πως κάτω στη βρύση είναι δυο παλικάρια και της γυρέψανε το τάσι να πιούνε νερό και κείνη δεν το 'δωσε και τ' αρπάξανε απ' τα χέρια της και ήπιανε. Και τη μάλωσε η κοκκώνα της, γιατί να μην τους δώσει το τάσι να πιουν νερό. Και την έστειλε και πήγε και τους είπε να πάνε επάνω στον πύργο. Και όταν πήγανε, τους καλοδέχτηκε και τους έβαλε τραπέζι και φάγανε. Φάγανε δε φάγανε, βλέπουν κι ανεβαίνει στον πύργο ο ασκητής, ο ψυχοπατέρας του βασιλόπουλου και βαστούσε μια κληματσίδα στο χέρι και πιάνει και στεφανώνει το παλικάρι με τη βασιλοπούλα και κουμπάρος γίνηκε το βασιλόπουλο. Κι ύστερα έφυγε ο ασκητής. Τη δεύτερη τη μέρα ετοιμάστηκε και το βασιλόπουλο να φύγει και βγάζει το δαχτυλίδι του και το δίνει στο σταυραδερφό του και του λέει: «Βάλ' το αυτό στο χέρι σου και όποτε σε σφίξει, να ξέρεις πως πέθανα και να έρθεις να με βρεις». Υστερα αποχαιρετηθήκανε και έφυγε το βασιλόπουλο.

Στο δρόμο που πήγαινε, πήρε πάλι μια φουρτούνα μεγάλη κι έπεσε πάλι από τον ουρανό ένα παλικάρι, και χαιρετηθήκανε και γινήκανε ,σταυραδέρφια και πηγαίνανε. Και στο δρόμο που πηγαίνανε, βρήκανε ένα πύργο πάλι και έναν τσεσμέ (βρύση), καθίσανε στον τσεσμέ και κατέβηκε η δούλα να πάρει νερό με το τάσι. Γύρεψαν να πιούνε νερό, δεν τους έδωσε το τάσι η δούλα, το άρπαξε το βασιλόπουλο και ήπιανε' το είπε η δούλα της κοκκώνας της και τους προσκάλεσε επάνω στον πύργο και τους έβαλε τραπέζι και φάγανε. Πρόφτασε πάλι ο ασκητής με μια κληματσίδα στο χέρι και τη βάζει την κληματσίδα και στεφανώνει το παλικάρι με την κοκκώνα του πύργου και κουμπάρος γίνηκε το βασιλόπουλο. Κι ύστερα έφυγε ο ασκητής. Τη δεύτερη τη μέρα πάλι το βασιλόπουλο πιάνει και μπήγει το σπαθί του απ' τη μύτη στο ταβάνι και λέει στο σταυραδερφό του πως σαν πέσει μοναχό του το σπαθί, να ξέρει πως είναι πεθαμένος και να πάει να τον βρει.

Καβαλίκεψε πάλι το γοργονούδι του και πάει. Και περπατούσε μέσα στα βουνά. Εκεί βρήκε έναν πύργο' και σ' αυτόν τον πύργο καθότανε η Έμορφη του Κόσμου. Κι έδεσε κάτω στο αχούρι το γοργονούδι του κι αυτός πάει επάνω. Μόλις τον είδε η Έμορφη τον καλοδέχτηκε και τον ρώτησε πώς ήταν και πήγαινε σ' εκείνα τα μέρη; Και το βασιλόπουλο είπε: «Για σένα ήρθα για να σε πάρω». «Καλά», είπε η Έμορφη, «κι εγώ σε παίρνω, αλλά βλέπεις εκείνο τον πύργο εκεί; Τον έχω φτιαγμένο όλον με ανθρώπινα κεφάλια και κόκαλα, γιατί πολλά βασιλόπουλα σαν εσένα ήρθανε για να με πάρουνε και δεν μπορέσανε' και τα έσφαζα κι έκανα αυτόν τον πύργο. Λοιπόν αύριο θα παλέψουμε. Κι αν με νικήσεις, θα με πάρεις, κι αν σε νικήσω, θα σε σφάξω και θα πάρω και το δικό σου το κεφάλι και τα κόκαλά σου να τα βάλω εκεί στον πύργο». «Γίνεται», είπε το βασιλόπουλο.

Το πουρνό λοιπόν ήρθε η ώρα να παλέψουνε. Και πιαστήκανε στο πάλεμα. Πιάνει η Έμορφη το βασιλόπουλο και το σηκώνει και το χτυπά μία κατά γης

Σελ. 369
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/370.gif&w=600&h=915

και μπήκε το βασιλόπουλο μέσα στη γης ως τους αστράγαλους. Πάει πάλι να το πιάσει η Έμορφη το βασιλόπουλο και την πιάνει αυτό και την τινάζει, μπήκε ως τη μέση' ύστερα κι αυτή χύνεται, τον πιάνει και τον χτυπά μια κατά γης και μπαίνει κι αυτός ως τη μέση. Τότε φωνάζει το βασιλόπουλο: «Τώρα σε θέλω, μαχαιρούδι μου». Αυτό είπε κι ευθύς βρέθηκε έξω από τη γης' κι αρπάζει την Όμορφη και την χτυπά κάτω και μπήκε ως τα βυζιά. Τότες είπε κείνη: «Ε, τώρα πια με νίκησες. Είμαι δική σου και συ δικός μου». Και πήγαν απάνω στον πύργο και φάγανε και χαρήκανε. Και τη νύχτα πλαγιάσανε μαζί. Το βασιλόπουλο όμως έβαζε ανάμεσά τους ένα προσκέφαλο. Και ρώτησε η Έμορφη: «Εμ, γιατί το βάζεις αυτό; Τώρα είμαστε το ένα». «Έχουμε καιρό», είπε το βασιλόπουλο, «για να γίνουμε το ένα».

Έμαθε ένας γέρος βασιλιάς πως την Έμορφη του Κόσμου την πήρε πια ένα βασιλόπουλο και θέλησε να την πάρει αυτός απ' τα χέρια του βασιλόπουλου. Γιατί του είχε πει ένας μάγος ότι, άμα κοιμηθεί με αυτήν την Όμορφη, θα σηκωθεί το πουρνό είκοσι πέντε χρονών παλικάρι. Έστειλε στρατεύματα να την πάρει, δεν μπορέσανε' γιατί όσο είχε το μαχαιρούδι του το βασιλόπουλο, ήταν ανίκητο. Τότε στέλνει ο βασιλιάς μια γριά για να μπορέσει να γελάσει την Έμορφη, να την πάρει να φύγουνε. Την πήγανε λοιπόν στρατεύματα τη γριά ως εκείνο το μέρος, και κείνα κρυφτήκανε. Κι η γριά λοιπόν άρχισε να κλαίει έξω από τον πύργο κι έκανε πως είχε ένα γιο και πήγε εκεί να για να πάρει την Έμορφη και τονέ σκότωσε. Τη νύχτα ακούσανε τα κλάματα της γριάς το βασιλόπουλο και η Έμορφη και την παρηγορούσανε. Ήρθε η ώρα να πλαγιάσουνε' είπανε στη γριά να πάει σε μιαν άλλη κάμαρα να πλαγιάσει και είπε: «Όχι, παιδιά μου, το παιδί μου να 'ναι σκοτωμένο εδώ, κι εγώ να πλαγιάζω στα μαλακά, δεν το πάει η ψυχή μου. Να, εδώ που κάθομαι, θα ζαρώσω ως το πουρνό».

Την αφήσανε λοιπόν κι έμεινε. Τη δεύτερη τη μέρα έμαθε από την Όμορφη πως η ανδρεία του ήτανε σε ένα μαχαιρούδι. Το βράδυ λοιπόν το βασιλόπουλο, όποτε ήθελε να πλαγιάσει, έβγαζε το μαχαιρούδι από το ζωνάρι του, και το έβαζε από κάτω από το προσκέφαλο του. Τα μεσάνυχτα σηκώνεται η μπαμπόγρια και αγάλια αγάλια απλώνει, παίρνει το μαχαιρούδι και κατεβαίνει κάτω από τον πύργο και έδωσε είδηση στα στρατεύματα και πήγανε και πήρανε την Έμορφη και την πάνε στον βασιλιά. Και ο βασιλιάς θέλησε ευθύς να την στεφανωθεί, γιατί βιαζότανε να γίνει είκοσι πέντε χρονών παλικάρι. Η Έμορφη όμως γύρεψε σαράντα μέρες διορία, με την ελπίδα πως θα πάει το βασιλόπουλο να τη λευτερώσει.

Η γριά, όταν πήρε το μαχαιρούδι, το έριξε μέσα στη θάλασσα. Τότε έσφιξε το δαχτυλίδι το δάχτυλο του σταυραδερφού του και το σπαθί έπεσε από κει που ήτανε μπηγμένο. Ο πρώτος που 'χε το δαχτυλίδι πήρε αθάνατο νερό μαζί του' και είχε την αξία να βάζει τ' αυτί του κατά γης, ν' ακούει τι γίνεται σ' όλη τη γης την οικουμένη. Έβαλε λοιπόν τ' αυτί του κατά γης και άκουσε πως

Σελ. 370
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/371.gif&w=600&h=915

έχει το βασιλόπουλο έναν άλλον σταυραδερφό και του άφησε το σπαθί του και πως ρίξανε το μαχαιρούδι μέσα στη θάλασσα και πήρανε τη γυναίκα του και κείνος είναι πεθαμένος στο κρεβάτι του.

Παίρνει λοιπόν τ' αθάνατο το νερό και πηγαίνει και βρίσκει τον άλλον το σταυραδερφό" αυτός πάλι ήξερε τη γλώσσα των ψαριών και τον ακούγανε σε ό,τι τους έλεγε. Σηκώνονται λοιπόν και πηγαίνουνε εκεί στον πύργο και βρίσκουνε το σταυραδερφό τους και κοιμότανε στο κρεβάτι του τον αξύπνητο. Τότες του έχυσε το αθάνατο νερό ο σταυραδερφός του και αναστήθηκε και ξύπνησε και είπε: «Τι βαθιά κοιμόμουνα!» «Δεν κοιμόσουνα, μόνο ήσουνα πεθαμένος». Τότε γύρεψε το μαχαιρούδι του, πού 'ν 'το; Τότε του είπανε: «Το μαχαιρούδι σου είναι μέσα στη θάλασσα και τη γυναίκα σου την πήρε άλλος βασιλιάς». «Εμ, τώρα;» ρώτησε το βασιλόπουλο με τα δάκρυα. «Μη λυπάσαι», του λέει ο άλλος σταυραδερφός του, «τώρα εγώ σου φέρνω το μαχαιρούδι σου. Σεις καθίστε εδώ».

Και φεύγει και πηγαίνει στη θάλασσα και φωνάζει όλα τα ψάρια και τα ρωτά: «Δεν είδατε κανένα μαχαιρούδι να πέφτει μέσα στη θάλασσα;» Όλα τα ψάρια στεκότανε και συλλογίζονταν. Και κει που συλλογίζονταν, βλέπουνε κι έρχεται και κείνο απ' τα μακριά. Και το ρωτήσανε τ' άλλα τα ψάρια, και είπε: «Α, εγώ το είδα κείνο το μαχαιρούδι την ώρα που 'πεφτε. Εκείνη την ώρα κοιμόταν ένας γερο-σάζανος με το στόμα του ανοιχτό κι έπεσε μέσα στο στόμα του ίσια. Και τώρα πάλι πέρασα και τον βρήκα και κοιμότανε. Τώρα να πάω να το φέρω». Γυρίζει το ψαρούδι μάνι μάνι και πηγαίνει και βρίσκει το σάζανο και, καθώς είχε το στόμα του ανοιχτό, χώνεται μέσα στην κοιλιά και παίρνει το μαχαιρούδι και το πάει. Το παίρνει το παλικάρι το μαχαιρούδι και το πάει στο βασιλόπουλο. Αυτό άμα είδε το μαχαιρούδι του, πέταξε από τη χαρά του.

Κείνο το βράδυ απομείνανε στον πύργο, φάγανε, ήπιανε και χαρήκανε και πλαγιάσανε. Το πουρνό είπε το βασιλόπουλο: «Ε, αδέρφια, σας ευχαριστώ για τη χάρη που μου κάνατε. Α να πάτε τώρα να ησυχάσετε κι εγώ θα πάω να βρω τη γυναίκα μου». Και αφού ο ένας ο σταυραδερφός του έβαλε τ' αυτί του κατά γης κι έμαθε πού βρίσκεται η γυναίκα και πως τον περιμένει να πάει, αγκαλιαστήκανε και φιληθήκανε και χωρίσανε. Και τα δυο τα σταυραδέρφια του γυρίσανε το καθένα στον πύργο του. Ανέβηκε και το βασιλόπουλο στη γοργόνα του και πηγαίνει σ' εκείνη τη χώρα που 'τανε η γυναίκα του και πάει σε μιας γριάς το σπίτι κι έκανε κονάκι (κατέλυσε).

Το πουρνό λέει στη γριά: «Να σηκωθείς να πας στο βασιλικό το παλάτι που κάθεται η ξένη η βασίλισσα και να της πεις: «Ο άνδρας σου ήρθε. Τον θέλεις; Για να κάνει όλη τη χώρα και τον κόσμο αχλιά (στάχτη);»

Σηκώνεται η γριά, πηγαίνει στο παλάτι που καθότανε η Έμορφη και βρίσκει τρόπο και πηγαίνει κοντά της και της λέει κρυφά: «Ο άνδρας σου ήρθε. Τον θέλεις πάλι ή θα αφανίσει τη χώρα και τους ανθρώπους μαζί;» «Τι θα πει τονέ θέλω;» είπε η Έμορφη. «Εγώ τον περιμένω τόσον καιρό. Τώρα που

Σελ. 371
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/372.gif&w=600&h=915

'ρθε, θα πω στο βασιλιά να αρχίσει τη χαρά. Και συ τον άνδρα μου, να του φορέσεις γυναικεία φορέματα, να κάνεις πως και καλά είναι θυγατέρα σου. Και 'γώ θα στείλω την καλέστρια να την προσκαλέσει στο γάμο. Κι όταν θα 'ρθει, ξέρουμε τι θα κάνουμε».

Πήγε η γριά, τα 'πε αυτά τα λόγια στο βασιλόπουλο και χάρηκε. Κι η Έμορφη μήνυσε του βασιλιά πως την Κυριακή να προστάξει να ετοιμάσουνε για να γίνει η χαρά. Ετοιμαστήκανε λοιπόν για τη χαρά, στείλανε την καλέστρια και προσκάλεσε στο γάμο, πήγε προσκάλεσε και της γριάς τη θυγατέρα. Σηκώνεται λοιπόν αυτή την Κυριακή και στολίζει το βασιλόπουλο καλά καλά και το κάνει ένα κορίτσι' και το παίρνει και πάνε στη χαρά. Άμα τον είδε η Έμορφη, τον γνώρισε και τον πήρε μέσα και τον έκρυψε από κάτω από το κρεβάτι που θα κοιμηθούνε το βράδυ. Αφού λοιπόν τελείωσε η χαρά και έφυγε ο κόσμος ο προσκαλεσμένος, πήγε ο γαμπρός και πλάγιασε στο κρεβάτι και περίμενε και τη νύφη να πλαγιάσει για να γίνει είκοσι πέντε χρονών. Τότε βγαίνει το βασιλόπουλο και του παίρνει το κεφάλι του με το μαχαιρούδι. Και πλαγιάσανε αυτός με τη γυναίκα του' αλλά ανάμεσα έβαλε πάλι ένα προσκέφαλο. «Ως πότε θα το βάζεις αυτό το προσκέφαλο;» «Έχει καιρό ακόμα», είπε το βασιλόπουλο και πλάγιασε. Το πουρνό όταν σηκώθηκε, τον είδαν οι άνθρωποι του παλατιού και θαμάξανε πως ο γέρος ο βασιλιάς γίνηκε είκοσι πέντε χρονών παλικάρι. Τότε βλέπει πάλι τον ασκητή κι έρχεται με μια κληματσίδα στο χέρι και στεφανώνει το βασιλόπουλο με την Έμορφη του Κόσμου' και το βράδυ πλαγιάσανε πια μαζί και δεν έβαζε πια προσκέφαλο ανάμεσα. Υστερα έφυγε ο ασκητής και το βασιλόπουλο έμεινε εκεί και βασίλεψε.

ΙΛ, Αρ. Χ. Κ. 372/1894, 97-125, αρ. 8, Αίνος Θράκης. Το κείμενο αποδίδεται εδώ στην κοινή νεοελληνική.

ΣΥΝΘΕΤΙΚΗ ΠΑΡΑΛΛΑΓΗ

ΙΑ: Η πάλη με το δράκο (αράπη κτλ.)

α: Ο γιος' α1: μιας χήρας" α2: φτωχιάς γυναίκας' α3: φτωχού ζευγαριού" α4: το μικρότερο παιδί' α5: πολύ δυνατό' α6: που ονομάζεται Γιάννης' α7: Γιαννάκης' α8: Δρακοντογιαννάκης.

β: Μπαίνει' β1: παρακούοντας την παραγγελία που του άφησε ο πατέρας του' β2: πεθαίνοντας' β3: στο περιβόλι' β4: του δράκου' β5: του αράπη' β6: για να μαζέψει χόρτα' β7: λάχανα" β8: πορτοκάλια" β9: για να πιει νερό' β10: άλλο.

Σελ. 372
Φόρμα αναζήτησης
Αναζήτηση λέξεων και φράσεων εντός του βιβλίου: Επεξεργασία παραμυθιακών τύπων και παραλλαγών AT 560-599
Αποτελέσματα αναζήτησης
    Ψηφιοποιημένα βιβλία
    Σελίδα: 353
    

    ΠΑΡΑΜΥΘΙΑΚΟΙ ΤΥΠΟΙ AT 655, AT 655 A