Συγγραφέας:Αγγελοπούλου, Άννα
 
Καπλάνογλου, Μαριάνθη
 
Κατρινάκη, Εμμανουέλα
 
Τίτλος:Επεξεργασία παραμυθιακών τύπων και παραλλαγών AT 560-599
 
Τίτλος σειράς:Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας
 
Αριθμός σειράς:44
 
Τόπος έκδοσης:Αθήνα
 
Εκδότης:Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς
 
Έτος έκδοσης:2007
 
Σελίδες:519
 
Αριθμός τόμων:1 τόμος
 
Γλώσσα:Ελληνικά
 
Θέμα:Ελληνικά παραμύθια-Κατάλογος
 
Τοπική κάλυψη:Ελλάδα
 
Περίληψη:Στον πέμπτο αυτόν τόμο του Καταλόγου των Ελληνικών Παραμυθιών (βλ. και δημοσιεύματα ΙΑΕΝ αρ. 21, 26, 34 και 41) παρουσιάζεται η επεξεργασία του τελευταίου μέρους των μαγικών παραμυθιών (AT/ATU 300-749), που καλύπτει τους τύπους AT/ATU 560-649 (μαγικά αντικείμενα) και AT/ATU 650-699 (υπερφυσική δύναμη και γνώση).
 
Άδεια χρήσης:Αυτό το ψηφιοποιημένο βιβλίο του ΙΑΕΝ σε όλες του τις μορφές (PDF, GIF, HTML) χορηγείται με άδεια Creative Commons Attribution - NonCommercial (Αναφορά προέλευσης - Μη εμπορική χρήση) Greece 3.0
 
Το Βιβλίο σε PDF:Κατέβασμα αρχείου 10.44 Mb
 
Εμφανείς σελίδες: 378-397 από: 522
-20
Τρέχουσα Σελίδα:
+20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/378.gif&w=600&h=915

σει, έτσι γλιτώνουν' δ5: συνέχεια όπως στον AT 302 Α* (Η αγριογούρουνα): ο ήρωας μαθαίνει από την Πεντάμορφη ότι η ζωή του υπερφυσικού όντος βρίσκεται σε τρία περιστέρια στην κοιλιά μιας αγριογουρούνας και το πεθαίνει' δ6: ο ήρωας επιστρέφει στο σπίτι της μάνας του μαζί με την Πεντάμορφη.

ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΠΑΡΑΛΛΑΓΩΝ

ΗΠΕΙΡΟΣ

1. ΛΑ 1304 (ΣΜ 134), 93-98, Κρυόβρυση Ζαγορίου, «Ο πατέρας και τα τρία παιδιά». Η αρχή όπως AT/ATU 303 (Τα δίδυμα): τρία αδέρφια βρίσκονται σε σταυροδρόμι με τρία μονοπάτια. Αφήνουν τα δαχτυλίδια τους κάτω από μια πλάκα και ο καθένας παίρνει από ένα δρόμο. Τα δύο μικρότερα αδέρφια βρίσκουν διαδοχικά την Ξανθομαλλούσα που τους μαρμαρώνει. II: γ8, γ10, γ11. III: ε16 (τριαντάφυλλο που αφήνει στη γριά που τον συμβουλεύει), στ, στ2, στ8 (γριά). IVA: α, α1, β3 (την πιάνει από τα μαλλιά), β4 (στο γάλα της μάνας της), β5, β6, στ, στ2 (επιστρέφοντας στο σπίτι του), στ4, στ7, στ10, στ12, ζ, ζ11, ζ12, ζ13, ζ22, ζ26, η20 (η γριά που τον συμβούλευε), θ10 (καλιγώνει το άλογό της), θ17.

2. ΛΑ 3018, 133-140, Καπέσοβο Ζαγορίου, «Ο βασιλιάς και τα παιδιά του». Συμφυρμός με AT/ATU 552 (Τα ζώα γαμπροί), βλ. παρ. αρ. 3. Επεισόδια του ΑΤ*667 A: IVA: ο νέος σκοτώνει τη Λάμια, όμως ένας βασιλιάς βλέπει τη γυναίκα του και την αρπάζει. Η γυναίκα του μαρτυράει, χωρίς να το θέλει, τη δύναμη του άντρα της: τρεις χρυσές τρίχες στο κεφάλι, χρυσό μαχαίρι και πιστόλι. Του τα παίρνουν και τον πεθαίνουν.

3. Archiv für Litteraturgeschichte 12, 1884, 97-105, «Die drei Gesellen». To παιδί που γεννήθηκε μετά το θάνατο του πατέρα του, όταν μεγαλώνει, ζητά το σκουριασμένο χαντζάρι του πατέρα του που έχει κρυμμένο η μάνα του. Αλλάζει όνομα (Χάντζαρος) και φεύγει αναζητώντας την τύχη του. III: α, α2, α3 (Άστρος, Θάλασσος), α20, β, β1, γ, γ9, ε, ε15 (φτερό αν ματώσει), στ, στ1, στ8 (μια γριά του λέει στο σταυροδρόμι των εφτά δρόμων ποιος είναι ο δρόμος για τον πύργο της Πεντάμορφης και αφήνοντας το όνομά του της λέει να οδηγήσει τους αδελφοποιητούς αν τον αναζητήσουν). IVA: Συναντώντας μια λάμια με έξι μικρά τους σκοτώνει καθώς πάνε να τον φάνε, γονατίζει και πίνει νερό με τα χέρια, αρπάζει με τα δόντια του με ένα πήδημα το μήλο της ψηλής μηλιάς, κομματιάζει και την άλλη λάμια που αντιστέκεται και κερδίζει την Πεντάμορφη, στί7 (φθονεροί βασιλιάδες που θέλουν την Πεντάμορφη στέλνουν στρατό αλλά νικώνται), ζ, ζ7, ζ11, ζ12, ζ14 (χαντζάρι), ζ16, ζ22, η, η1 (βουτά στη θάλασσα

Σελ. 378
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/379.gif&w=600&h=915

σα ο Θάλασσος), η13, η19, νικάει τους βασιλιάδες που τον πολεμούν και με τους αδελφοποιτούς του επιστρέφει στον τόπο του, ξεφεύγουν και από το βασιλιά πεθερό του Άστρου που δεν τον άφηνε να φύγει. Ο Άστρος και ο Θάλασσος πετούν και φεύγουν. Ο Χάντζαρος σκοτώνει με το χαντζάρι τους φύλακες και εξολοθρεύει τον στρατό που τον κηνυγάει, η μάνα του αναγνωρίζει τον πραγματικό της γιο. Κάνουν βασιλιά τον Θάλασσο που δεν ήταν παντρεμένος και όλοι μαζί ζουν αγαπημένοι.

ΘΕΣΣΑΛΙΑ

4. ΛΦ 666, 9-14, Μαυρομάτι Καρδίτσας, «Αν θα σηκωθείς, στην Αγγλία θα με βρεις». Τα δύο μεγαλύτερα βασιλόπουλα παρακούοντας την παραγγελία που τους έχει αφήσει ο πεθαμένος πατέρας τους μπαίνουν στο στοιχειωμένο δάσος, πίνουν εκεί νερό και μαρμαρώνουν. Ο μικρότερος ξεκινά με το άλογό του, προσφωνεί σταυρομάνα τη δράκαινα που συναντά κι αυτή τον συμβουλεύει να επαινέσει το δέντρο με τους σκουληκιασμένους καρπούς, το ακάθαρτο νερό. II: γ11. III: στ, στ1, στ2, στ7, στ9. IVA: α, α1, β4, β5 (τον βάζει να τα ραντίσει με νερό), στ, στ2 (επιστρέφοντας στο σπίτι), στ3, στ4, στ9, στ10, στ12, ζ, ζ3, ζ4, ζ7, ζ11, ζ12, ζ15 (ξίφος), ζ21, ζ22, ζ26, ζ29, η Πεντάμορφη του αφήνει γραφή, η13, η16, η20 (οι μοίρες), θ, θ5, θ10 (καβαλικεύει το άλογό της), θ20.

5. ΛΦ 715 Β', 80-84, Αργιθέα Καρδίτσας, «Το αθάνατο σπαθί». Το παιδί της χήρας ξεκινά να βρει την τύχη του με το αθάνατο σπαθί του πατέρα του. II: β, β1, β6. III: α, α2, α7, α9, α16 (ρουφάει τη θάλασσα), α20, β, β1, γ, γ9 (ο ήρωας δίνοντας το σπαθί στο σύντροφο του για να πηδήσει το χαντάκι πεθαίνει, ζωντανεύει όταν ο σύντροφος το επιστρέφει), ε, ε16 (το μπάλωμα από το ρούχο του που πιάστηκε στην πόρτα, αν πέσει). IVA: Ο ήρωας σκοτώνει την ανθρωποφάγα λάμια με τη βοήθεια της υπηρέτριας που κάνει γυναίκα του και ο βασιλιάς στέλνει εναντίον του στρατό, στ14, ζ, ζ12, ζ14, ζ16, ζ22 (την ώρα που τον ψειρίζει το τραβάει και το ρίχνει στη θάλασσα), η, η1, η13, η15, η16, η19.

ΘΡΑΚΗ

6. ΛΑ 140, 125 (αρ. 10), «Το περήφανο βασιλόπουλο και ο Δοντάς» (Αθανασούλα, 26-32). II: β (βασιλόπουλο), β1. III: ε (αφήνει στο φίλο του το βεζιρόπουλο), ε3, ε5. IVB: νικώντας το δράκο λευτερώνει τη βασιλοπούλα που είχε κλεμμένη, β (δοντάς), β4, β11, γ20 (το βεζιρόπουλο βρίσκει

Σελ. 379
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/380.gif&w=600&h=915

το σπαθί και το βάζει κοντά του), δ5. IVA: στ11 (βασιλιάς), στ12 (μαθαίνει από μάγο), στ13, ζ, ζ7, ζ11, ζ12, ζ14, ζ16, η (σύντροφοι ο αυτιάς και ο βουτηχτής), η13, η19, θ, θ1, θ2, θ11, θ12, θ14.

7. ΙΛ 372 / 1894, 97-125, αρ. 8, Αίνος Θράκης, «Του δράκου ο γιος». Η παραλλαγή που δημοσιεύουμε εδώ.

8. Θρακικά 17, 1942, 154-157, αρ. 72, Φανάρι Σηλυμβρίας, «Θα γίνω βασιλιάς». Η αρχή όπως AT/ATU 725 (Το όνειρο): ένας καλόγερος (η τύχη του) προλέγει στο παιδί πως θα γίνει βασιλιάς κι αυτό φεύγει να βρει την τύχη του. II: β, β3, β7 (ο καλόγερος). III: α, α2, α3 (τσοπάνο και παπά), β, γ15 (ανοίγει με το μαχαιράκι του τον πύργο που δεν έχει πόρτα), ε16 (αν αρμυρίσει το νερό και πικραθεί το στόμα σας). IVA: α, α3 (μπαίνει στην κάμαρα της Πεντάμορφης με το κλειδί του καλόγερου), στ, στ2 (ανοίγοντας την τεσσαρακοστή κάμαρα βρίσκει μέσα μια πουκαμίσα), στ9, στ10, στ11, στ12, στ13, στ14, ζ1, ζ3, ζ7, ζ11, ζ12, ζ13, ζ16, ζ22, η, η13, η15, η16, η19, θ, θ5, θ6, θ11, θ12, θ13, θ14, θ17, θ19, ο πατέρας του του ρίχνει νερό να πλυθεί, το όνειρο πραγματοποιείται.

ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ

9. ΛΦ 1152, 9-16, Αρναία Χαλκιδικής, «Ο δράκος και το ορφανό παιδί στη δυστυχία». ΙΑ: α, α2, β, β3, β4, β7, γ, γ2, γ3, γ5, γ7, γ8. II: α, α1, α3, α5, α8, α9, α14, α16, α17, α18, α19, α22, α23, β, β5, β12 (δαχτυλίδια), γ, γ2, γ4, δ, δ3. III: α, α1, α3 (βασιλόπουλα), α20, β, β1, β2, γ, γ1, γ2, γ4, γ8, γ9, γ10, γ13, γ14, ε, ε3, ε5. IVA: α, γ, γ1, γ2, στ2 (φεύγοντας με την Πεντάμορφη), στ4, στ8, στ10, στ12, ζ, ζ3, ζ4, ζ19, ζ21, ζ22, ζ26, ζ29, η, η4, η17, η19, θ, θ3 (ντυμένος με κουρέλια), θ4, θ11, θ12, θ17.

ΝΗΣΙΑ ΤΟΥ ΑΙΓΑΙΟΥ α. Νησιά Ανατολικού Αιγαίου

10. ΛΑ 2457, 74-83 και 99-102, Χίος, άτιτλο. ΙΑ: α, α2, β, β3, β5, β7, γ8. II: α, α3, α14, α16, α17, α18, γ, γ2, γ4, ε. III: α, α2, α5 (γιος της γης, γιος της θάλασσας), α20, β, β1, γ, γ1, γ2, γ5, γ8 (με τη συμβουλή δυο πουλιών τροχίζει το σπαθί του με δύο τρίχες από τα μουστάκια του), ε, ε12, ε13. IVA: γ, γ1 (κόβοντας με το σπαθί του τα δυο λιοντάρια φρουρούς, τρομάζει τους σαράντα δράκους αλλά βλέποντας με το σκουφί πως

Σελ. 380
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/381.gif&w=600&h=915

θέλουν να τον σκοτώσουν τους σκοτώνει κι αυτούς), γ2, στ, στ14, στ17 (βασιλιάς φθονερός), ζ (γριά μάγισσα), ζ19, ζ22, η, η13, η14, η15, η17, η19, θ, θ11, θ12, θ20.

11. Georgakis - Pineau, 68-80, Λέσβος, «Jean-Cerf». Βασιλιάς που ζηλεύει τη γυναίκα του τη σκοτώνει στη γέννα και εγκαταλείπει το μωρό στο δάσος όπου το μεγαλώνει ένα ελάφι. Ονομάζεται Jean-Cerf. Ο βασιλιάς φτιάχνει το πορτρέτο της πεντάμορφης αδελφής των εννέα δράκων και το κλείνει σε απαγορευμένο δωμάτιο. Στη συνέχεια σκοτώνεται σε πόλεμο με άλλον βασιλιά και ο άλλος βασιλιάς παίρνει τον ήρωα και τον μεγαλώνει με τον δικό του γιο. Ανακαλύπτουν τη φωτογραφία στο απαγορευμένο δωμάτιο και ο ήρωας ξεκινά να βρει την αδερφή των δράκων. Βοηθός του το άλογο, εμφανίζεται με το κόψιμο της τρίχας του. Ο ήρωας αποδεικνύεται δυνατότερος των δράκων, που τον παντρεύουν με την αδερφή τους. Ο γιος του άλλου βασιλιά ζηλεύοντας στέλνει μια γριά μάγισσα που λέγοντας στον ήρωα ότι υπάρχει μια γυναίκα δυνατότερή του, τον στέλνει να τη βρει. Στο δρόμο, πετώντας με το φτερωτό του άλογο ανάμεσα από τα βουνά που ανοιγοκλείνουν (πιάνεται μόνο η άκρη της ουράς του αλόγου), ο ήρωας παίρνει το αθάνατο νερό. Ακολουθώντας τη συμβουλή του αλόγου του, παλεύει με τη γενναία γυναίκα, της κόβει τις τρεις ξανθές τρίχες από την κορφή του κεφαλιού της, έτσι αυτή χάνει τη δύναμή της και τον ακολουθεί. Πάλι με τη συμβουλή του αλόγου του, νικάει και τον αράπη αδελφό της. Επιστρέφοντας, η γριά μάγισσα του δίνει μαγεμένο μήλο και τον αποκοιμίζει. Τον μεταφέρουν στο γιο του βασιλιά που τον βάζει στη φυλακή. Η γενναία γυναίκα παίρνοντας το μήλο τον ξυπνάει και ο ήρωας λευτερώνεται και σκοτώνει τη γριά. Ο γιος του βασιλιά του βγάζει τα μάτια αλλά ο ήρωας ξαναβρίσκει το φως του και τον σκοτώνει. Γίνεται ο ίδιος βασιλιάς.

β. Εύβοια — Σποράδες

12. Πέρδικα Β', 241-251, αρ. 25-26, Σκύρος, «Τα χρυσά κλαδιά και ο Αλίμονος». ΙΑ: α, α1 (φουρνάρισσας), α7, β, β1, β3, β4, β9, γ, γ2, γ3, γ4. II: α1, α3, α8, α11, α14, α16, α17, α18, α21, α22, α24, β, β5, β12 (τέσσερα χρυσά μήλα), γ (ντουλάπι), γ6, γ13, δ, δ1, δ3, ε, ε1, ε2, ε3. III: α, α1, α3 (καβαλάρηδες), α5 (γιος του ήλιου, γιος του φεγγαριού, γιος της θάλασσας), α17, α19 (τους αστράφτει σκαμπίλι), α20, β, β1, β2, γ, γ9, γ11, γ12, γ14, γ15 (όπως AT/ATU 325, βλ. παρ. αρ. 20), ε, ε6, ε7. IVA: α, στ, στ1, στ3, στ4, στ7, στ8, στ10, στ12, ζ, ζ21, ζ22, ζ26, ζ29, η, η3, η4, η5, η6, η7, η10 (το περιστέρι που περνά μέσα από τα βουνά που ανοιγοκλείνουν), η14, η15, η19, θ, θ11, θ12, θ13, θ17, θ18.

Σελ. 381
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/382.gif&w=600&h=915

13. Hahn 2, Anmerkungen στο παραμύθι αρ. 64 του 1ου τόμου, παραλλαγή 2η, Αγία Άννα Ευβοίας, άτιτλο. ΙΑ: α5 (παιδί παπά δυνατό). IVA: γ5, στ12 (βασιλόπουλο βρίσκει την εικόνα της δρακοπούλας στην κοιλιά ενός ψαριού και την ερωτεύεται), ζ25, ζ26. Το παιδί του παπά βάζει τη δράκισσα να φάει γριά και βασιλόπουλο και παίρνει πίσω τη γυναίκα του.

γ. Κρήτη

14. ΣΛ I, 174-184 (Λιουδάκη, Γιαγιά, 5-13), Ιεράπετρα, «Τα τρία βασιλόπουλα». Ένας βασιλιάς πεθαίνοντας αφήνει διαταγή στους τρεις γιους του να μην πάνε για κυνήγι πέρα από την Κακιά Σκάλα. Τα δύο μεγαλύτερα αδέρφια παρακούν την εντολή και φθάνουν διαδοχικά στο παλάτι της Πεντάμορφης. II: γ10, (μεταμορφωμένη σε αράπη παλεύει μαζί τους και τα νικά, τα μαρμαρώνει), γ11, γ12, δ (του ξεφεύγει μεταμορφωμένη σε πουλί). III: α, α4 (σαράντα), α17, α19 (όταν κατεβάζει μόνος του το καζάνι που μόνο και οι σαράντα μαζί μπορούσαν να σηκώσουν), ε, ε9, ε13, στ, στ1, στ8 (από τους σαράντα δράκους). IVA: α, α3 (πηδώντας), της καίει την αράπικη φορεσιά, έτσι χάνει τη δύναμή της, β5, η γριά υπηρέτρια της κοπέλας που τη θέλει για το γιο της, ζ7, ζ10, ζ11, ζ18, ζ21, ζ22, η, η1 (ρουφώντας το νερό του ποταμού βρίσκει την τρίχα στον πάτο), η13, η19, θ17, θ18.

15. ΣΛ III, 123-138 (Λιουδάκη, Παππούς, 166-179), «Ο γιδοβοσκός κι η ματωμένη μάγισσα». ΙΑ: β, β1, β2 (χωράφι), β5, β10 (βόσκει τις αγελάδες), γ, γ1 (δεν αναφέρεται αν τον νίκησε). II: α6 (ο αράπης του δίνει τα κλειδιά για τα δωμάτια), α8, α9, α14, α16, α17, α18, α21, α22, α23, γ, γ4, γ8, γ13, δ, δ1, δ7, ε, ε3. III: α, α3 (παλικάρια ως σύννεφα), α5 (παλικάρι της θάλασσας, παλικάρι της στεριάς, παλικάρι του ουρανού), α17, α20, β, γ, γ1, γ4 (μέσα θησαυρός), γ8, γ9, γ10, γ12, ε, ε12, ε13, ε14, ε15, ε16 (σουγιάς, αν κλείσει). IVA: α, α3 (με το φτερωτό άλογο περνά την πόρτα με τα ξυράφια και την αυλή με τα άγρια θηρία), β (σκοτώνει το στρατό της μάγισσας και τη νικά με το σπαθάκι του), β5, ζ11 (ένας βασιλιάς), ζ12, ζ14, ζ16, ζ26, η, η1, η2. Βρίσκουν τη μάγισσα και ο βοσκός τη βάζει να ξεμαγέψει τα ζώα, ξεμαγεύοντας μια γάτα γίνεται όμορφη παπαδοπούλα που ζήλευε, βλέποντάς την πάλι η μάγισσα σκάει από το κακό της. Ο βοσκός παντρεύεται την όμορφη παπαδοπούλα.

δ. Κυκλάδες

16. ΛΑ 1387, 27-34 (Αδ. Αδαμαντίου, Τηνιακά, αρ. 3), Τήνος, «Η ΒουλΣιάχ». IB: α1, α3 (άκληρος βασιλιάς αποκτά τρεις γιους), α11 (τρία κυπαρίσσια στο περιβόλι). II: γ7 (δράκαινα), γ10 (κυνηγώντας ο πρώτος

Σελ. 382
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/383.gif&w=600&h=915

ένα χρυσό πουλί παρουσιάζεται μια δράκαινα, που τον νικάει στο πάλεμα και τον μαρμαρώνει), γ11, γ12 (δεν μπορεί να τον νικήσει η δράκαινα και κοιμούνται μαζί), δ, δ10 (γραμμένο στην πέτρα πως θα τη βρει αν περπατήσει έξι χρόνια), ε. Με τη συντροφιά μιας κοπέλας και δύο γέρων (θαυμαστών συντρόφων) σκοτώνει στο πηγάδι το εφτακέφαλο θηρίο. IVA: στ, η Όμορφη του δίνει αλογάκι, στ3, στ5, στ8, στ10 (περιβόλι, φράζει τη βίδα του νερού), στ12, στ14, ζ, ζ20, ζ21, ζ22, οι δυο γέροι χτυπώντας τη γροθιά βλέπουν τον κίνδυνο κι έρχονται, η17, η19. Το βασιλόπουλο με το αλογάκι του ξαναπαίρνει τη Βουλ Σιάχ. Η συν. όπως IVB: α4 (ο βασιλιάς στέλνει τον καμπούρη, όσες γροθιές έτρωγε τόσες καμπούρες έβγαζε), β5, γ, η1, η6, η19, δ5 (μπαίνει στον πύργο της Βουλ-Σιάχ μεταμφιεσμένος σε πραματευτή). Ατελές.

17. ΛΑ 1388, 129-140 (Αδ. Αδαμαντίου, Τηνιακά, αρ. 11), Τήνος, «Η ΒουλΣιάχ». Όμοιο με το προηγούμενο.

18. ΛΑ 1389, 1-62 (Αδ. Αδαμαντίου, Τηνιακά, αρ. 1), Τήνος, «Η Μαριγώ». IB: α2, α3, α4 (με φάρμακο), α6, α9, β1. II: β, β2 (την κάρφωσε στο στήθος του και είναι ορατή μόνο στην αδελφή του), β5, β12 (του δίνει το χάρισμα να αποκτά δύναμη όποτε επικαλείται το όνομα του νονού του και την ευχή του). Ο νέος κατηγορείται από τη μητριά (πρώην παραμάνα του) πως δήθεν της επιτέθηκε (το αντίθετο έχει συμβεί) και ο πατέρας του βάζει ένα δούλο να τον σκοτώσει, μα αυτός τον λυπάται και τον αφήνει να φύγει. III: α, α2, α3 (βασιλόπουλα), α7, α9, α13, α20, δ, δ1, δ2, δ4 (παντρεύεται και ο ήρωας την τρίτη βασιλοπούλα), η αδελφή του νέου τον βρίσκει και του διηγείται πώς έφθασε ως εκεί: την άρπαξε ένας κουρνιαχτός - το θεριό — ενώ έπεφτε από το παράθυρο απελπισμένη από το θάνατο του αδερφού (πβ. AT/ATU 312), ε (αφήνει στην αδελφή του), ε3, στ, στ1, στ7, στ8 (δράκο), στ9. IVA: α (με το άλογο που του έδωσε ο δράκος που βοήθησε), στ15, ζ, ζ11, ζ12, ζ15 (σαίτα), ζ21 (τον αποκοιμίζει με κρασί), ζ22, ζ26, η (έρχεται η αδερφή του), η13 (με το άλογο που της δίνει η δράκαινα και το λεγένι με τα τρία ψάρια έρχεται στη θάλασσα και ρίχνοντας μέσα τα ψάρια της φέρνουν τη σαΐτα), η16, η19, θ, θ8, θ17, θ19 (συμφιλίωση με τον πατέρα του).

19. ΛΑ 1395, 359-366 (Αδ. Αδαμαντίου, Τηνιακά, αρ. 24), Τήνος, «Οι τρεις πύργοι». IB: α, α3, α4, α5, α6, α8, β. II: β, β2, α22, α23, α24. III: α, α7, α9, ε. IVA: γ, γ1, στ, στ1, στ6, ζ24 (η γριά με ένα υπνωτικό μέσα στο κρασί κοιμίζει το παλικάρι), ζ26, ζ27, ζ28, η, η1, η2, η13, η15, η19.

20. ΛΑ 1441, 337-356, Απείρανθος Νάξου, «Του δράκου ο γιος (Ο Δρακοϊάννης)». ΙΑ: α, α1, α8, β, β1, β2, β3 (απαγορευμένα λιβάδια), β6, γ, γ2 (το δράκο), γ8. II: α, α1, α3, α5, α8, α11, α13, α16, α17, α22, α26 (Πεντάσπιθα), γ, γ13 (χτυπώντας μια ρίγα βρίσκει την ξωτικιά αγαπημένη

Σελ. 383
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/384.gif&w=600&h=915

του δράκου), γ14, δ, δ2, ε, ε3. III: α, α1, α4 (ως σύννεφα), α20, β, γ, γ9, γ10, γ12, γ15 (νικάει με το σπαθί τους εχθρούς του πατέρα της), ε, ε2, ε3, ε5, ε8, ε13. IVB: α, α1, α2, α5, β3, β5, β6, β9, γ, γ5, γ6, γ13, γ19, δ, δ1, 82, δ4, δ6.

21. ΛΦ 320, 1-6, Απείρανθος Νάξου, «Ο Ραδικάς». Συμφυρμός με AT/ATU 306, βλ. παρ. αρ. 13. ΙΑ: β, β3, β4, β6, γ, γ2, γ3, γ6. II: α, α3, α5 (σύμφωνα με το στοίχημα σε τρεις μέρες), α7, α9, α13, α16, α17, α18, α20, α22, α23, γ, γ4, γ13 (με τα δάκρυά του ξυπνάει την κοιμισμένη Πεντάμορφη), γ14, δ, δ1, δ9 (στους μαύρους κάμπους και στα μαύρα κούτσουρα), ε. III: α, α1, α6 (βασιλιάς των ποντικών, βασιλιάς των πουλιών, βασιλιάς του αθάνατου νερού), α20, β, β1, γ, γ1, γ2, γ5, γ8, γ9, γ10, γ12, ε, ε2, ε3, ε5, ε8, ε13. IVB: α4 (σαράντα δράκοι), α5, β5 (στο κυνήγι), γ, γ2, γ5, γ6, γ19, δ, δ1.

ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΣ

22. ΛΑ 137, 85-99, Κορινθία, «Η Χρυσομαλλούσα». IB: α, α5, α7, β1. II: β, β1, β5, γ5, γ15 (στη λεπίδα του σπαθιού ιστορισμένη η Χρυσομαλλούσα), ε. III: α, α1, α7, α8 (πήδαγε σαν το λαγό), α9 (και αφουγκραζόταν τι γίνεται στον Κάτω Κόσμο), α10, α11, α20, ε, ε10, ε11, ε13. IVA: λάμψη στο νερό από τα μαλλιά της Χρυσομαλλούσας θαμπώνει το άλογο του παλικαριού, η Χρυσομαλλούσα τον παίρνει άντρα της, στ, στ5, στ8, στ10 (Κάτω Κόσμο), στ11, στ12, στ13, ζ (γριά μάγισσα), ζ3, ζ5, ζ6, ζ7, ζ8, ζ11, ζ12, ζ14, ζ17 (στο πηγάδι), ζ22, ζ26, ζ28, η, η1, η13 (βγάζει το χαντζάρι από το πηγάδι), η19, θ, θ1, θ2, θ11, Θ12, 014.

23. ΛΑ 1282 (ΣΜ 112), 499-503, Κυπαρισσία, «Ο δερβίσης, το παιδί και η Πεντάμορφη». IB: α, α7, β1. II: α4, α6, α7, α10, α14, α16, α17 (ξίφος), α18, α20, πεθαίνει ο δερβίσης, γ, γ2, γ4, ε. III: στ, στ2, στ8 (μια γριά). IVA: α, α1, καταφέρνει να πάρει την Πεντάμορφη.

24. ΛΦ 247, 107-110, Μάνη, «Η Αγγελοστάνη και ο αντρειωμένος». ΙΑ: α, α2, β, β3, β5, β7, γ8. II: α, α2, α3, α5, α22, α23, α26, α29 (πορτοκάλι). III: Αντί θαυμαστοί σύντροφοι, βασιλοπούλες που κάνει αδελφές. Παντρεύει τις αδελφές με τον δυνατό που φύλαγε τη γέφυρα και τον κτίστη που πέταγε πέτρες. Με τη γυναίκα του (Αγγελοστάνη) γυρνάει στη μάνα του.

25. ΛΦ 477, 3-8, Σπάρτη, «Η Σπίθα». Συμφυρμός με AT/ATU 306, βλ. παρ. αρ. 16. ΙΑ: α, α2, α6, β, β1, β3, β5, β6, γ, γ2. II: α1, α3, α4, α5, α7, α10, α14, α16, α17, α18, α20, α22, α26, α27, α28, γ4, γ15 (ανοίγει το μαγικό μήλο και από μέσα βγαίνει η Πεντάμορφη), δ, δ9 (καημένο κάμπο), ε, ε3. III: α, α1, α5 (θηρία του βουνού, του κάμπου, της θάλασσας

Σελ. 384
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/385.gif&w=600&h=915

σας), α17, α19 (τα προσπερνούν), β, β2, γ, γ1, γ3, γ8, γ9, γ11, γ12, γ14, ε, ε3, ε4, ε5, ε12 (αν τον σφίξει), στ, στ1, στ3. IVA: α, α1 (βρύσες), γ, σκοτώνει τις λάμιες, στ10, στ11, στ12, στ13, ζ, ζ3, ζ4, ζ7, ζ11, ζ12, ζ14, ζ15 (σκουφί, παπούτσια), ζ24 (τον αρρωσταίνει βαριά), η, η2, η13, η15, η19, θ11, θ12, θ20.

26. ΛΦ 1049, 1-4, Κασσίμι Μεγαλόπολης, «Ο γιος του αράπη και η Πεντάμορφη». ΙΑ: α, α1, α4, β, β3, β5, β7, γ, γ2, γ8. II: α, α1, α3, α5, α17 (όταν ξεσπαθώνει, θα πεθαίνει όποιος βρίσκεται μπροστά, όταν το βάζει στο θηκάρι θα ξανάρχεται στη ζωή), α29 (ρολόι άφαντο), β, β5, β3 (τρία μαχαιράκια), γ4, ε. III: α, α2, α3, α5 (γιο ξηράς, γιο θάλασσας), α20, ε, ε8, ε13. IVA: γ (μαρμαρώνει), γ2, στ, στ10, στ12, ζ, ζ7, ζ11, ζ12, ζ14 (το ξεθηκαρώνει), ζ17 (στην άκρη του κόσμου), ζ22, ζ26, η, η3, η4, η13, η15, η19, θ, θ5, θ7, έρχεται αόρατος στο τραπέζι του γάμου και χώνει το βασιλιά στη σοφίτα, θ11, θ13, θ17, θ18.

27. ΣΠ 7, 1-20 (ΛΑ 534), Κορινθία, «Ο Δρακοντογιαννάκης». ΙΑ: α8, β, β3, β4, β8, γ8. II: α, α2, α3, α4, α8, α9, α13, α16, α17, β, β1, β5, γ, γ1, γ4, γ7 (μπορεί να ξανανιώσει όποιον κοιμηθεί μαζί της), ε, ε4. III: α, α1, α3, α5 (παιδί φωτιάς, παιδί θάλασσας, παιδί της γης), α20, β, γ, γ1, γ7 (τη μπάλα στον αέρα), γ8, γ9, γ10, γ12, γ14, ε, ε8, ε13, στ (συμβουλή πώς θα την κερδίσει: ορκίζοντάς την στης τατάς το κεφάλι πως δεν θα τον πειράξει), το άλογο μαρμαρώνεται από την κατάρα της μάνας της Πεντάμορφης, στ2, στ3, στ4. IVA: α, α2, γ, γ3, γ4 (να τη χτυπήσει μόνο μια φορά με το σπαθί του), στ, στ3, στ4, στ8, στ10, στ11, στ12, στ13, ζ (γριά μάγισσα), ζ7, ζ11, ζ12, ζ14, ζ16, ζ22, ζ26, η, η3, η13, η16, η19, θ, θ11, θ14.

28. ΣΠ 8, 1-12 (ΛΑ 535), Κορινθία, άτιτλο. Όμοιο με το προηγούμενο.

29. ΣΠ 24, 10-17 (ΛΑ 551), Μαρμάρι Ακράτας, «Ο άτεκνος βασιλιάς». IB: α1, α3, α4, α11. II: Φτάνοντας στη βρύση τα τρία αδέρφια αφήνουν τα δαχτυλίδια τους κάτω από ένα λιθάρι και ο μικρότερος παίρνει το δρόμο που έλεγε ότι δεν θα γυρίσει. Με τη συμβουλή ενός γέρου δεν απαντά στα δέντρα που του φωνάζουν, γιατί θα μαρμαρωνόταν, πιάνει το περιστέρι που βγαίνει από ένα πηγάδι (θυγατέρα μιας μάγισσας) και την παίρνει γυναίκα. IVA: στ11, στ12, στ13, ζ11, ζ18, ζ22, ζ26, ζ27, ζ28 (βαρέλι), η20 (το ζωντάνεμα με αθάνατο νερό που φέρνουν δυο πουλιά), θ, θ11, θ12. Η συν. όπως AT/ATU 301 Α (Τα χρυσά μήλα): ο νέος ξαναγυρίζει στη βρύση με τη γυναίκα του και βρίσκει κάτω από το λιθάρι τα δαχτυλίδια των αδερφών του. Αφού γλίτωσε τ' αδέρφια του που είχαν φτωχύνει, κατεβαίνει σε ένα πηγάδι για νερό. Οι άπιστοι αδερφοί κλείνουν τον ήρωα στο πηγάδι και του παίρνουν τη γυναίκα. Αυτός πιάνοντας το μαύρο κριάρι πάει στον Κάτω Κόσμο. Γλιτώνοντας τα πουλάκια του κόρακα από το φίδι

Σελ. 385
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/386.gif&w=600&h=915

ανεβάζεται από τον κόρακα, που του δίνει και τρία αυγά με μαγικά φορέματα μέσα. Μπαίνοντας κάλφας σε ένα ράφτη προμηθεύει τα τρία φορέματα που ζητάει η γυναίκα του από το μεγαλύτερο αδερφό του για να τον παντρευτεί, διηγείται την ιστορία του σαν παραμύθι. Αναγνώριση.

30. ΛΦ 1504, 1-6, Κρανίδι, «Η Ξανθομαλλούσα». II: γ, γ2, γ5, γ8, γ10, γ11, ε, ε4. III: στ, στ2, στ3, στ4, στ8 (τη γριά - μάνα της Ξανθομαλλούσας). IVA: α, α1, β1, β2, β5 (ο ίδιος ο ήρωας ξεμαρμαρώνει τα παλικάρια, μαζί και τ' αδέρφια του, ραντίζοντάς τα με το υγρό που του έδωσε η Ξανθομαλλούσα).

31. Χριστοδουλόπουλος, 90-92, Μαντινεία, «Η Πεντάμορφη». ΙΑ: α, α1, β, β3, β5, β10 (να κόψει βλαστάρια), γ, γ8. II: α, α1, β, β5, ε. Στο δρόμο γλιτώνει τα μυρμήγκια, τον ποντικό απ' τη γάτα, το ψάρι, και αυτά ευγνώμονα του δίνουν φτερό, τρίχα, λέπι, να τα κάψει όποτε τα χρειαστεί. III: α, α2, α5 (στοιχειό του βουνού, στοιχειό της θάλασσας), α19 (παλεύει μαζί τους και βγαίνει ισόπαλος), α20, ε, ε12, ε13. IVA: α, δ1, δ2, δ3, ε, ε1, ε2, ε3, ζ11 (το μαθαίνουν οι άνθρωποι του βασιλιά), ζ12, ζ15 (το χρυσό ζωνάρι του), ζ16, ζ23, η, η2, η13 (το στοιχειό της θάλασσας του το φέρνει με το κουτσό ψάρι), η19, θ17, θ19.

32. Χριστοδουλόπουλος, 95-99, Μαντινεία, «Ο Αρκουδογιαννάκης». Το παιδί (Γιαννάκης) δυνατό. Παίρνοντας τα δώρα του νονού του (τουφέκι, βιβλίο) μεγαλώνει η δύναμή του. III: α, α1, α3, α12, α14, α15, με αυτούς λευτερώνει τη βασιλοπούλα και το αραπόπουλο από τον αράπη και παίρνει μαγικά αντικείμενα από τις τρεις μοίρες: τάσι (γεμίζει λίρες), βέργα (μαρμαρώνει και ξεμαρμαρώνει), φέσι (αόρατος), β, γ, γ15 (μαρμαρώνει τους άγριους ανθρώπους με τη βέργα, γεμίζει με το τάσι μια θάλασσα λίρες), ε, ε6, ε7. IVB: β9 (τον βρίσκει ο αράπης και του παίρνει τα μαγικά αντικείμενα), β10, γ, γ14, γ19.

ΣΤΕΡΕΑ ΕΛΛΑΔΑ

33. ΛΑ 124, 141, αρ. 32, Φραγκίστα Ευρυτανίας, «Ου Ντιλαράπς». ΙΑ: α, α1, α4, α5, β, β3, β5, β7, γ8. II: β, β10, γ, γ1, γ4, ε. IVA: γ5.

34. ΛΑ 1329 (ΣΜ 142), 53-56, Αθήνα, άτιτλο. ΙΑ: α5, β, β1, β3 (πύργο), β5, β6, ο αράπης παρουσιάζεται και το υποβάλλει σε δοκιμασίες για τη δύναμή του: να σηκώσει μια πλάκα, ένα μεγάλο βράχο, το παιδί δυνατό τα σηκώνει, γ8. II: α, α1 (λίρες), α3, α4, α8, α14, α17, και με τα τρία πηδάει βουνά. Με αυτά έρχεται πίσω στον πατέρα του, τον κάνει πλούσιο αλλά ξαναγυρνάει στον αράπη όπως είχε υποσχεθεί. Ο αράπης μόλις τον βλέπει πεθαίνει και το παιδί σύμφωνα με την παραγγελία του ανοίγει το

Σελ. 386
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/387.gif&w=600&h=915

απαγορευμένο συρτάρι, δυο φορές το κλείνει χωρίς να το κοιτάξει, την τρίτη βλέπει την Όμορφη του Κόσμου, γ (συρτάρι), γ6, γ13, δ, δ1, δ5, ε. III: α, α1, α3, α5 (θεό της φωτιάς, θεό της ξηράς, θεό της θάλασσας), α20, β, β1, γ, γ9, γ10 (και τα άλλα μαγικά αντικείμενα), ε, ε16 (τρεις τρίχες). IVA: α, στ.

35. ΛΦ 524, 28-33, Παλαιόπυργος Ναυπακτίας, «Η Πεντάμορφη». Συμφυρμός με AT/ATU 306. ΙΑ: α, α2, α7, β, β3, β4, β7, γ, γ2. II: α, α1, α3, α5, α8, α12, α14, α15, α17, α18, α19, α22, γ, γ4, γ13, δ, δ8, ε, ε1, ε2, ε3. III: α, α2, α7, α12, α15, α20 (ρίχνει τα βουνά στη θάλασσα), α17, α20, β, β1, β2, γ, γ1, γ6, γ8, γ12, γ14, ε, ε16 (τρεις τρίχες από το άλογο του), στ, στ1, στ6. IVA: Ο ήρωας προσπερνά τα φίδια που φυλάγουν την Πεντάμορφη, στ, στ1, στ3, στ4, στ8, στ10 (τη φωτογραφία τη φέρνει στο βασιλιά μια γριά), στ12, ζ (η γριά ζητά 10 καράβια για να πάει να φέρει την Πεντάμορφη), ζ7, ζ11, ζ18, ζ21, ζ22, ζ26, ζ29, η, η4, η18, η19, θ, θ1, θ3 (μάγειρας), θ5, θ11, θ12, θ13, θ14.

ΜΙΚΡΑ ΑΣΙΑ - ΠΟΝΤΟΣ - ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑ α. Πόντος

36. ΛΦ 574, 25-31, Τραπεζούντα, «Ζιλβισιάχ». Γέρος με τρεις γιους, τους αφήνει πεθαίνοντας εντολή να μην πάνε στο απαγορευμένο παλάτι. Τα δύο μεγαλύτερα αδέρφια πηγαίνουν, συναντούν αράπη που τους χώνει βαθιά μέσα στη γη. II: γ4, γ7 (μεταμορφώνεται σε αράπη), γ10 (τους παρουσιάζεται μεταμορφωμένη, τα χώνει στη γη), γ11, γ12, δ, δ1, δ9 (στο χρυσό κιμισκιλέρ το κονάκι), ε. III: α, α1, α3, στ, στ1, στ8 (τους τρεις νέους). IVA: α, στ, στ10 (ψωριάρη), στ12, ζ, ζ19, ζ24 (τον αποκοιμίζει), ζ26, ζ28, ζ30, η17, η19, θ, θ1, θ3 (γιατρό), θ5, θ9 (τραγούδι), ο ήρωας γιατρεύει τον ψωριάρη βασιλιά με το φάρμακο που του έδωσαν οι τρεις νέοι, λύνει η Ζιλβισιάχ το σκοινί που την είχε δεμένη ο βασιλιάς και φεύγει με τον άντρα της με φτερωτά άλογα, θ17, θ18.

37. Ποντιακή Εστία, 1956, 4137-4141, Τσακράκ, «Ο Γουλαχγουβρατάνον ( = αυτός που ζουλάει τ' αυτιά). II: β, β4 (ο ξυλοκόπος χαρίζει στο βασιλιά την αρκούδα που έπιασε ζουλώντας της τα αυτιά και σε αντάλλαγμα ζητάει να του φτιάξουν ένα σιδερένιο ρόπαλο σαράντα σαράντα στατήρων που να πετάει στον ουρανό και να ξαναπιάνει με το χέρι του). III: α, α2, α7, α16 (ο ένας βρίσκει όποιον χάνεται στη γη, ο άλλος ό,τι χάνεται στη θάλασσα), α20, δ (μάγισσα), δ1, δ2, δ4, δ5 (πβ. AT/ATU 300 (Ο δρακοντοκτόνος): σκοτώνοντας το δράκο που έπαιρνε το νερό της βρύσης δίνει τη βασιλοπούλα γυναίκα στον άλλο σύντροφο), ε, ε6, ε13. IVA: α, γ, γ1

Σελ. 387
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/388.gif&w=600&h=915

(εφτακέφαλο δαίμονα), γ4, στ15, ζ, ζ7, ζ11, ζ12, ζ15 (σιδερένιο ρόπαλο), ζ16, ζ24 (βαθύ ύπνο), η, η1, η13, η19. Ο βασιλιάς του ζητά συγνώμη και του δίνει για γυναίκα του την κόρη του.

ΚΥΠΡΟΣ

38. ΛΦ 1159, 1-5, Λευκόνοικον Μεσσαριάς, «Ο Αχιλλέας». Ο Τούρκος βασιλιάς υπόσχεται στους χριστιανούς να τους δώσει το γιο του για βασιλιά, μα κάθε παιδί του που γεννιέται το φυγαδεύει για να μη γίνει χριστιανός βασιλιάς. Στο τρίτο παιδί οι χριστιανοί παραφυλάνε, το παίρνουν και το βαφτίζουν Αχιλλέα. II: β, β1, β12 (και το δόρυ του). Γυρνώντας να γνωρίσει τον κόσμο σκοτώνει τους στρατιώτες του κακού βασιλιά. III: α, α2, α5 (γιο της γης, γιο της θάλασσας), α17, ε, ε3. IVA: α (του παρουσιάζεται μεταμορφωμένη σε αραπίνα), β, β1, στ, στ2 (παίζοντας ο Αχιλλέας κοντά στο παλάτι το θαυμαστό όργανο της Πεντάμορφης), στ6 (που είχε το όργανο), στ9, στ10, στ12 (μαγεύεται από τη μουσική), ζ, ζ3, ζ4, ζ21, ζ26 (τάχα να της δώσει νερό από το πιθάρι), θ, θ20.

39. Λαογραφία Κ', 312-321, Μεσαρά, «Η Πεντάμορφη η γρυσομαλλούσα». Βασιλόπουλο που δεν θέλει να παντρευτεί ζητά από τον πατέρα του ολόχρυση φορεσιά, άλογο και σπαθί και αναχωρεί παίρνοντάς τα μαζί του. II: β, β1 (αν μείνει σαράντα μέρες έξω από το θηκάρι του), β6, γ4, γ5, ε. III: α, α2, α7, α8, α9, α19, α20, β, δ, 03 (κόρες του γέρου), στ, στ2 (να σηκώσει το μάρμαρο στην ακρογιαλιά, αποκάτω χαλινάρι χρυσό, να το φορέσει στο κόκκινο άλογο που θα βγει από τη θάλασσα), στ6, στ9. IVA: α, α3 (χρησιμοποιώντας ως σκάλα τα μαλλιά της), γ, γ1, στ, στ1, στ4, στ8 (φουρτούνα), στ10, στ12, ζ (η γριά ζητά άλογο, χρυσά ρούχα, λίρες), ζ3, ζ9, ζ11, ζ12 (ξεθηκαρώνει), ζ14, ζ16, ζ21, ζ23, ζ26, ζ31, η, η1, η13, η15, η19, θ, θ5, θ7 (τσεβρέ που έχει βάλει η Πεντάμορφη ως όρο για να παντρευτεί, το φέρνει η γριά), θ1, θ2, θ11, θ12, θ13, θ14.

Σελ. 388
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/389.gif&w=600&h=915

ΠΑΡΑΜΥΘΙΑΚΟΣ ΤΥΠΟΣ AT *667 Β

Το Καράκι

AT: Δεν περιλαμβάνεται

ATU: Δεν περιλαμβάνεται_________

Η αφίλητη

Μιαβ βολάν τζ' έναν τζαιρόν είσεν έναβ βαιλέαμ που εσκέφτετουμ μέραν νύχταμ ποιον εν να' ν' το τέλος του. Σκέφτου, σκέφτου, εκατάντησεν να καλέσει έναμ μάον τζαι να τον αρωτήσει. Ο μάος άννοιξεν το χαρτίν του, επαρατήρησεγ καλά, τζ' είπεν του πως εν να γεννηθεί έναμ παλικάριν, τζαι μιαν ημέραν εν να πάει να τον ισκοτώσει, τζαι να πκιάσει το βασίλειόν του.

Ο βασιλέας τζείνος είσεν έναγ γιομ που τον αγάπαμ πολλά, τζ' άμα άκουσεν έτσι 'πού τομ μάον, εσκέφτην να κάμει έναμ πράμαμ που να γλιτώσει τζ' ο ίδιος 'πού το σκότωμαν, τζαι να μείνει τζαι το βασίλειόν του γιου του. Τζ' είνταμ που σκέφτηκεθ θαρκέστε; Έβκαλε μια διαταήν, όσα μωρά αρτσινικά γεννιούνται, να τα πνίουν οι μανάες τους, ειδεμή, εν να τες ποτζεφαλίζει. Τζείν' τες ημέρες εγέννησεμ μια χωρκάτισσα έναμ μωρόμ πολλά όμορφον, τζ' ελυπήθηκέν το να το πνίξει. Έπκιαέν το τζαι τζείνη, άμαν τζ' ενύχτωσεν, επήρεν το σ' ένα νεκροταφείον, τζ' έβαλέν το τζαμαί τζ' έφυεν.

Τζείν' τες ημέρες ο γιος του βασιλέα, σαν ετζυνήαν, ηύρεν τηφ φουλιάμ μιας λιοντάρενας με τρία λιονταρούδια, τζ' έπκιαέν τα τζ' επήρεν τα στο παλάτιν τζ' ανήωννέν* τα. Άμα ήρτεν η λιοντάρενα στηφ φουλιάν της τζ' εν ηύρεν τα μωρά της, αρκίνησεν τζ' εμουγκράριζεν*. Τα βυζιά της εγεμώσασιγ γάλα τζ' εγύρευκεν τα μωρά της να τα βυζάσει. Πού να τά 'βρει; Έπκιασεν τζαι τζείνη τη στράταν τζ'επάαιννεμ πέρκιμον τά 'βρει πούποτε. Σαν έρεσσεμ 'πό 'ξω 'πού το νεκροταφείον, άκουσεν το κλάμαν του μωρού τζ'έμπημ μέσα. Επήεγ κοντά στο μωρόν τζ'εβύζασέν το τζ'ύστερα έπκιαέν το τζ'επήρεν το στη φουλιάν της τζ' εβύζαννεν το ώσπου τζ'εγίνην τριώ γρονών.

Μιαν ημέραν ο γιος του βασιλέα εσκέφτην να ξαναπάει στη φουλιάν της λιοντάρενας πέρκι εύρει λιονταρούδκια πάλαι. Επήεν, τζ'αντί να βρει λιονταρούδκια ήβρεν έναμ μωρόν όμορφον τζ' εσκέφτην να το πάρει στο παλάτιν να τ' αναγιώσει. Επήρεν το, τζ'άμα το είδεν ο βασιλέας άρεσέν του πολλά τζ'αγάπαν το. Τέλος πάντων το μωρόν αναγιώθημ μέσ' το παλάτιν, τζ' ούλοι ελαλούσαν το γιον της λιοντάρενας, αμμά τζείνος εθαρκέτουμ πως ο βασιλέας τζ'η βασίλισσα

Σελ. 389
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/390.gif&w=600&h=915

έν' οι γονιοί του, τζαι το βασιλόπουλλομ πως έν' αρφός του. Εγίνην ένας νέος ψηλός, όμορφος τζαι παλληκάριμ 'πο 'ν είσεγ κανέναν να του μοιάσει.

Μιαν ημέραν σαν εκάθετουμ ο γιος της λιοντάρενας μέσ' τογ καβενέν, άκουσε δκυο μεθυσμένους τζ'ελαλούσαν για τογ γιόν του βασιλέα, πως έν' να χαρτωθεί, αμμά ο βασιλέας εν ιξέρει ποιαγ κοπέλλαν να του δώκει, τζαι πως η καλλύττερη κοπέλλα που του ταιρκάζει έν' η αφίλητη, αμμά πκοιος έν' ο άξιος πο' ν να του τηφ φέρει. Κανένας εν ημπορεί να τηφ φέρει, γιατί θέλει μηάλημ παλικαρκάν τζαι μηάλην εξυπνάδαν τούτ' ή δουλειά.

Ο γιος της λιοντάρενας ότι Τζ' άκουσεν έτσι, εσκέφτην να πάει τζείνος να φέρει την αφίλητην. Επήεν έσσω τζ'είπεν το τ' αρφού του, τζ'άρεσέν του, Τζ' εποφάσισεν να πάει τζαι τζείνος μιτά του. Είπαν το του βασιλέα Τζ' εδέχτην τζαι τζείνος. Επκιάαν τους αππάρους* τους τζαι την ευτζήν του βασιλέα τζ' ελαμνίσαν.

Λάμνε, λάμνε, εφτάσα σε μιαμ πολιτείαμ που 'σεγ γύρου- γύρου κάστρα τζαι πόρτες σιερένες με τους πορτάρηες Τζ' εγλέπαν τζείνους που μπαίνουμ μες στημ πολιτεία. Πάσιν τζαι τούτοι να μπουμ μέσα, επκιάσαν τους οι πορτάρηες να τους πάρουν εις τόβ βασιλέαν. Αρωτούσιν είντα τρέσει, λαλούν τους έτσι διαταήν έχουμ' 'πού τοβ βασιλέαν, επειδής αρώτησεν έναμ μάοντζ' είπεν του πως εν νά 'ρτει ένα ξένομ παλικάριν να τον ικσοτώσει τζαι να πκιάσει το βασίλειόν του. Άμα τους επήραν εις το παλάτιν τζ' είδεν τους ο βασιλέας, είπεν του γιου της λιοντάρενας, να τομ παντρέψει με τηγ κόρην του τζαι να του δώκει το βασίλειόν του. Ο γιος της λιοντάρενας εν εδέχτην. «Εγιώ», λαλεί του, «βασιλέα μου, ελάμνισα να πάω να φέρω την αφίλητην τ^ εσού λαλείς μου να πάρω τηγ κόρης σου τζαι να παραιτήσω; Εν τον αλλάσσω το σκοπόμ μου. Έδωκα τολ λόομ μου».

Υστερα ο βασιλέας επρότεινεν του βασιλόπουλου τζ'εδέχτηκεν. Ο γιος της λιοντάρενας εθυμώθηκεν. Λαλεί του: «Ελαμνίσαμεν να πάμεν να φέρομεν την αφίλητην να σε παντρέψομεν, τζ'εσού επαραίτησες να τημ πάρεις τούτη;» Τέλος πάντων να μεν τα πολλυλοούμεν, το βασιλόπουλον επαντρύτημ με τηγ κόρην του βασιλέα τζείνου, τζ'ο γιος τη λιοντάρενας εκαλλίτζεψεν τον άππαρόν του τζ' ετράβησεν. Την ώραμ που 'φευκεν, είπεν του βασιλέα: «Αήννω τον αρφόμ μου στα σέρκα σου. Άμ πάθει τίποτε, πο 'ν να στραφώ, έν' να λοαρκαστούμεν».

Υστερις 'πού λλίον τζαιρόν ό,τι φταίσιμον τζ'αν του 'βρεν ο βασιλέας τζείνος του βασιλόπουλου, έβαλεν το φυλακήμ με πως ήτουγ γαμπρός του. Ο γιος της λιοντάρενας έφτασε σε μιαν άλλημ πολιετίαμ που 'σεμ πόλεμο. Τρί' αδέρκια επολεμούσαμ μέραν νύχτα με σιλιάες στρατόν. Επήεγ κοντά στα τρί' αδέρκια τζ'ετάνυσέν τους. Άμα ετάβρησεν το σπαθίν του τζ'εβούρησεμ πάνω τους, πά' στο στρατόν τζείνον, εππέφτασιχ χαμαί σαν τα δεμάδκια τζ'εγέμωσεν ο κάμπος. Όσοι εγλιτώσαν, από φύει, φύει. Ο πόλεμος ετέλειωσεν τζαι τα τρί' αδέρκια εκαλέσαν τογ γιον τη λιοντάρενας να του κάμουν τραπέζι. Σαν ετρώαν

Σελ. 390
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/391.gif&w=600&h=915

αν, αρώτησέν τους για είντα εκάμαν τζείν' τομ πόλεμον. Είπαν του τζαι τζείνοι πως ο βασιλέας που κουβάλησεν τζείνον ούλλον το στρατόν, επαντρεύκετουμ με μιαγ κοπέλλαν, τζ'ύστερις 'πού σαράντα μέρες εποτζεφάλιζέν την τζ' έπαιρνεν άλλη. «Μέσ' το βασίλειόν του κανένας εν του διάγ' γεναίκαν, τζ' ήρτεν τζ'εζήτησεν την αρφήν τους. Ότι τζ'είπαν του εν του τη διούν, ήρτεν να τημ πάρει με το ζόρι, τζ'έτσι αναγκαστήκαμεν να πολεμήσομεγ για να γλιτώσομεν την αρφήμ μας». Είπεν τους τζαι τζείνος πως εμ' πολλά καλά 'πού κάμαν, τζ'εποσαιρέτησέν τους τζ'έφυεν.

Έφτασε σε μιαν άλλην πολιτείαν τζ' επέζεψε σ' έναχ χάνι. Κατά τα δειλινά θωρεί τογ κόσμον τζαι βουρά, άλλοι 'πό τζει, άλλοι 'πό δα, τζ'εσυλλοάτουν είντα 'πάθαν. Σαν εσυλλοάτουμ, πάει ο χαντζής κοντά του τζαι λαλεί του: «Χάτε, να φύομεν!» «Γιατί;» λαλεί του ο γιος τη λιοντάρενας. «Έρκεται ένα δράκος τζαι τρώει πλάσματα. Τωρά έν' ώρα του πο 'ν' νά 'ρτει». «Εμ πάω πούποτε», λαλεί ο γιος της λιοντάρενας, «τζ' όποιος θέλ' ας έρτει».

Έμεινεμ μανιχός του μέσ' το χάνι. Υστερις 'πού λλίην ώραν ακούει μιαμ μουγκαρκάν, εσούστηκεν το χάνι. Θωρεί το δράκον τζ'έρκεται, ολόισια πάνω του. Άμα τζ'εκόντεψέν του, ταβρά το σπαθίν του, δκιά του μιαν, έβαλέν τογ κάτω. Παρατηρά, εν επέθανεν. Εγίνηκε μια όμορφη κοπέλλα τζ' εσηκώστηκεμ πάνω τζ'εθώρεν τον καρρέ, καρρέ*. Λαλεί της: «Είνταμ πο 'ν' τούτο; Για δράκος, για κοπέλα;» Λαλεί του τζαί τζείνη: «Να 'ξερες τζ'εμέν' τα βάσανά μου! Ήμουβ βασιλοπούλα τζ'άρπαξέμ με ένας δράκος τζ' εμάεψεμ με τζ' εΐνικα έτσι. Παντρεύτου με να γλιτώσω 'πού τα βάσανα». «Εν ημπορώ να κάμω έτσι πράμαν. Εποφάσισα να πάω νά 'βρω την αφίλητην, να τημ παντρευτώ. Άλλην εμ παίρνω». Ότι τζ' είπεν της έτσι, η κοπέλα εφόρησεν τημ πετσιάν της τζ' έϊνικε δράκος τζ'έφυεν.

Υστερις που λλίην ώραν τζείνοι ούλοι που βουρούσαν τζ'εφεύκαν, εστραφήκαν, τζ'άμα είδαν τογ γιον της λιοντάρενας μέσ' το χάνιν, επήαν τζ'αρωτήσαν τον είντα λο 'ς εγλίτωσεν. Είπεν τους τζαι τζείνος πως εσκότωσεν το δράκον τζ' εγλίτωσεν. Ώστι να δεις τζαι να πεις, έμαθέν το ούλος ο κόσμος πως ήρτεν έναμ παλικάριν τζαι με μια σπαθκιάν εσκότωσεν το δράκον. Έμαθέν το τζ'ο βασιλέας τους, τζ'εκάλεσέν τον να πάει να τοδ δει. Επήεν. Όσον τζ'είδεν τον ο βασιλέας επρότεινέν του να τομ παντρέψει με τηγ κόρην του, τζαι να του δώκει τζαι το βασίλειόν του. Είπεν του τζαι τζείνος έτσι πράμαν εγ κάμνει, γιατί ο σκοπός του εν' άλλος, να πάει να 'βρει την αφίλητην, να τημ πάρει στον τόπον του, να τημ παντρευτεί. Ο βασιλέας τζείνος είπεν του να παραιτήσει 'πού έτσι σκοπό, γιατί έν' να χαθεί τζ'έν' να μεν την εύρει την αφίλητην. Ο γιος τη λοντάρενας πού ν' ακούσει έτσι λόον.

Εποσαιρέτησέν τους, τζ'εκαλλίτζεψεν τ' άλοβόν του τζ'έφυε. Σαν επάαινεν, είδεμ 'πού μακριά έναμ παλάτιν, τζαι τζείν' το παλάτιν ήτουν τζείν' της κοπέλας, που ήτουμ πρώτα δράκος τζ'ύστερα με τη σπαθκιάν του εΐνηγ κοπέλα, τζ'ύστερα πάλ' εΐνη δράκος. Η κοπέλα τζείνη είδεν τομ 'πού μακριά τζ'

Σελ. 391
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/392.gif&w=600&h=915

εκατάλαβέν τομ πως έν' τζείνος. Επρόσταξεν τες σαράντα δούλες της, άμα κοντέψει, να τον καλέσουν εις το παλάτιν, να τολ λούσουν, να του βάλουν τραπέζιν να φάει, τζαι να του πουμ' πως τζείν' το παλάτιν έν' της αφίλητης, τζ'έμ' πά' στ' ανώιν τζαι καρτερά τον. Εσκεδίασεμ με τες βαγιές της να τα καταφέρει να τημ πάρει τζείνημ, πως έν' η αφίλητη. Οι δούλες έκαμαν γιον* τους επαράντζειλεν η τζυρά τους. Άμα του είπαν πως τζείνον έν' το παλάτιν της αφίλητης, εν τους επίστεψε. Λαλεί τους: «Εν έν' τούτον το παλάτιν της αφίλητης, γιατί είπαμ μου πως έν' να πάθω πολλά κακά ώσπου να το βρω, τζαι περίτου κακά ώσπου να μπω μέσα».

Τέλος πάντων επήραν τον εις την τζυράν τους. Τζείνη άμα είδεμ πως εν επίστεψεμ πως έν' η αφίλητη, είπεν του την αλήθκειαν. Υστερα είπεν του να 'ποφασίσει να τημ πάρει τζείνηγ, γιατί έν' να μεν ημπορήσει να πάρει την αφίλητην. «Εγιώ», λαλεί του, «είμαι μάι'σσα τζαι ξέρω. Την αφίλητην ιγλέπουν τησ σαράντα δράτζοι. Πού να σε φήκου ζωντανόν, να κοντέψεις· εν' 'έγ κρίμαν να πά' να χαθείς έτσι λεβέντης;» Είπεν της τζαι τζείνος πως εν αλλάσσει το σκοπόν του, τζ' αχ χαθεί, ας χαθεί. Ότι τζ'είδεν η κοπέλα πως εγ κουρκάρει*, εσκέφτην να του παραντζείλει είντα να κάμει. Πρώτα, πρώτα, έδωκέν του μια σκούφκιαμ μαεμένην. Άμα την εφόρεν, εν τον εθώρεγ κανένας. Υστερα έδωκέν του έναγ γισακκούιμ* μαεμένον. Άμα του λάλες: «Άννοιξε γισακκούϊμ μου», άννοιεν τζ' είσεμ μέσα λογιώλ λογιώφ φαγιά. Την ώραμ πο 'θε να λαμνίσει, επήεμ μιτά του τζαι λαλεί του: «Ο άππαρός μου ξέρει τη στράταν να σε πάρει ολόισα τζει που θέλεις. Χέμα συντυχάννει, τζ'ό,τι θέλεις να τον αρωτάς. Άης τοδ δικός σου τζ'έπαρ' τοδ δικόμ μου».

Ο γιος τη λιοντάρενας ακρόστηκεν, τζ'άμα εκαλλίτζεψελ λαλεί του ο άππαρος. «Βάωσ' τ' αμμάδκια στου τζαι κράε καλά». Ο άππαρος τζείνος επήαιννεσ σαν τον άνεμον. Άμαν εκοντέψαν εις τηθ θάλασσαν, ο γιος της λιοντάρενας άννοιξεν τ' αμμάδκια του, να δει ειντά 'παθεν ο άππαρος τζ' έκοψε. Παρατηρά, θωρεί δκυο ήλιους, μέσ' τηθ θάλασσα. Λαλεί τ' αππάρου: «Είντα πό'ν του'ν το πράμα;» Λαλεί του τζ'ο άππαρος: «Ο ένας ήλιος έν' ο ήλιος ο παντοτεινός, τζ'ο άλλος έν' το παλάτιν της αφίλητης», τζ'έδειξέν του το. Ώστι να δης τζαι να πεις, ευρεθήκασιμ 'πό 'ξω 'πού το παλάτιν της αφίλητης. Ο γιος της λιοντάρενας επέζεψεν, τζ'άννοιξεν τηγ καντζελλόπορταν, τζ' έμπημ μέσ' την αυλήν. Ο άππαρος άμαν είδεμ πως έν' ησυχία, εστράφημ μανιχός του στην τζυράν του. Ο γιος τη λιοντάραινας έδωκεν έναγ γυρόμ μέσ' το περβόλιθ, θωρεί ένα άδρωπον τζαι τζοιμάται πά' στη δοξαμένην. Επήεγ κοντά του τζ'εξύπνησέν τον τζαι λαλεί του: «Είντα γυρεύκεις, γιε μου, 'δα μέσα! Αλλό λλίομ πο 'ν' νά 'ρτουν οι δράτζοι 'έν' να σε φάσι». «Πού να μ' εύρουν τζυρά μου, λαλεί της. Εγιώ την νύχταμ πάω στον ουρανόν τζαι την ημέραν έρκομαι».

Ότι τζ'εκόντευκεν να νυχτώσει, να σου τους δράκους τζ'έρκονται τζ' οι σαράντα καττάρι*. Αρπάσσει τζ'ο γιος τη λιοντάρενας το σκουφίν του, εφόρησέν το τζ' εν εφαίνετουγ καθόλου. Έμεινεν την νύχταμ μέσ' το περβόλιμ με το

Σελ. 392
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/393.gif&w=600&h=915

σκουφίν του. Την άλλην ημέραν εφύαν οι δράτζοι, τζ'η αφίλητη πάλ' επήεν κοντά του τζ'εσυντυχάννασιν. Σαν εσυντυχάνναν, είπεν της ν' αρωτήσει την νύχταν τον αρκηόν τους δράκους πού έν' η δύναμή του. Η αφίλητη, άμα ήρταν οι δράτζοι τζ'αρκινήσαν να τρώσιν, εν έτρωε. Αρωτά την ο δράκος είντα 'σει, τζαι λαλεί του: «Θέλω να μου πεις πού έν' η δύναμή του» «Έμ' πά' τζείνον το παούλον», τζ'έδειξέν της το. Η αφίλητη εν επίστεψεν τζ' έκλαιεν. Σηκώννεται τζ'ο δράκος, άννοιξεν το παούλον τζ'έπκιασες σαράντα κλειδκιά τζαι την αφίλητημ 'πού το σέριν, τζ'επήεν άννοιξεσ σαράντα κάμαρες. Ο γιος τη λιοντάρενας είδεν τους. Στην υστερινήγ κάμαρην είσεν ένα δράκογ κότζινον. 'Πού τομ πολλύν τον τζαιρόν εκοτζίνισεν, τζ'ο δράκος έβκαλέν τον έξω τζ'έβαλεν άλλον εις τον τόπον του.

Μέσ' τζείν' τηγ κάμαρην είσεν έναλ λάκκον, τζ' ο δράκος άννοιξέν τον. Γύρου του λάκκου, είσεγ καμπανέλλες, τζαι μέσα είσεν τρία πεζούνια. Έδειξέν τα της αφίλητης τζ'είπεν της πως το έναν έν' η δύναμή του, το άλλον η αναπνοή του, τζαι το άλλον η ψυχή του. Υστερα είπεν της τζαι για τες καμπανέλλες, πως άμα φατζίσει μια, όπου τζ'αν ένι, τζαι πέρα κόμα, 'έν να βρεθεί τζαμαί. Εβαώσαν τηγ κάμαρην τζαι το δράκον τζ'εφύασιν.

Την άλλην ημέραν ο γιος τη λιοντάρενας έμπην έσσω. Ηύρεν την αφίλητην, τζαι τζείνη είπεν του την αλήθκειαν. Πκιάννει τα κλειδκιά 'πού το παούλον, αρκίνησεν ν' αννοίει πόρτες, τζείνος ομπροστά τζ'η αφίλητη ταπισόν του. Άμα άννοιξεν την ύστερην, ταβρά το σπαθίν του, εσκότωσεν το δράκομ που την έγλεπεν. Εκατέημ μέσ' τόλ λάκκον τζ'έπκιαέν τα πεζούνια τζ'έσφαξέν τα τζαι τα τρία. Την ώραμ που κατέαιννεν, έντζισε μιας καμπανέλλας τζ'εφάτζισεν. Ο γεροδράκος ευρέθημ μονιομιάς ομπρός τους, αμμά 'ν επρόφτασεν να κάμει τίποτε, γιατί ο γιος της λιοντάρενας έσφαξεν τα πεζούνια, τζ'άμα έφτασεν τζαμαί ο δράκος, ευρέθημ πεθαμένος μέσ' τα πόδκια τους.

«Ε! λαλεί της αφίλητης. Τώρα είσαι δική μου. Εγλίτωσά σε 'πού τους δράκους τζαι πρέπει νά'ρτεις μιτά μου». Η αφίλητη ευκαριστήθηκεν τζ' επκιάσασι στράταν. Λάμνε, λάμνε, εφτάσαν εις το παλάτιν της κοπέλας που 'ξερεν τες μαγιές. Τζείνη εχάρηκεμ πολλά άμα τους είδεν, τζ'έκαμέν τους περιποίησες μεν αρωτάς. Άμα ήρτεν η ώρα να φύουμ, παρατηρούν, το παλάτιν της μάϊσσας αρκίνησεν να παρπατεί τζαι να του παίρνη μιτά του, τζαι τζείνους τζαι την μάϊσσαν. Άμα εκοντέψαν εις το βασίλειομ που παντρεύτην ο αρφός του γιου τη λιντάρενας, ο βασιλέας επρόσταξεν να βκάλουν τογ γαμπρόν του 'πού τηφ φυλακή, τάχα πως έν' άρρωστος, τζαι να τοβ βάλουμ μες στο νοσοκομείον. Άμα εφτάσαν, ο γιος τη λιοντάρενας είπεν της μάισσας πως θέλει να πάει να δει τον αρφόν του, τζ' η μάϊσσα εσταμάτησεν το παλάτιν τζ' 'εν επαρπάταν. Άμα είδεν τον αρφόν του έτσι κιλίκκιν*, αρώτησέν τον είντα 'παθεν τζ' είπεν του τα κάστια* που του 'καμεν ο βασιλέας. Πάει τζαι τζείνος, εσκότωσεν τοβ βασιλέαν, έκατσεν τον αρφόν του στον τόπον του, τζ' εστράφην εις το παλάτιν της μάισσας. Το παλάτιμ παρπατεί, παραπατεί, τζαι φτάνει κοντά στο παλάτιμ

Σελ. 393
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/394.gif&w=600&h=915

τιμ π' αναγιώθην ο γιος τη λιοντάρενας. Πκιάννει την αφίλητην τζαι παίρνει την του βασιλέα. Όσον τζαι θωρεί την ο βασιλέας λαλεί του: «Αφού την έφερες για το γιομ μου, τζ'ο γιος μου επήρεν άλλην, 'έν να τημ πάρω γιω». Η μάϊσσα πού να δεχτεί έτσι πράμαν.

Μιαν ημέραν ο γιος τη λιοντάρενας επήεν εις το παλάτιν, τζ'έμπηκεν τζει μέσα που 'χασιν τα λιονταρούδκια βαωμένα, να τα δει. Ο βασιλέας ήτουχ χωσμένος τζ'έβκαλέν του τ' αμμάδκια του τζαι τα δκυο, έβαλέν του τα μες στημ πούγκαν του, τζ'επρόσταξεν τους δούλους του τζ' ερίψαν τομ μέσα σ' έναλ λάκκο ξερόν να πεθάνει 'πού τημ πείνα. Τα λιονταρούδκια, αφούτις ήτουν αέρκια του, όποτε τους αννοίασιν να δκιανεφτούν νάκκον, επηαίνναμ 'πό πάνω 'πού τολ λάκκον τζ'ελαλούσαν του να μεμ μαραζώνει τζ''έν' να του παίρνουφ φαΐν να τρώει. Είπεν τους τζαι τζείνος να του παίρνουν τζαι νερόν. Τα λιονταρούδκια ηύρασιν έναγ καλότζιν του βοσκού γεμάτον νερόν, τζ'επκιάσαν το τζ' επήραν του το. Ο βοσκός είδεν τα λιονταρούδκια πώς επκιάσαν το κολότζιν τουμ τζ' έτρεξεν ταπισόν τους. Άμα έφτασεν τζαμαί στολ λάκκον τζ'είδεμ πως έσει πλάσμαμ μέσα, έβκαλεν τογ γιον της λιοντάρενας τζ'επήρεν τον έσσω του. Ο βοσκός εξάννοιξέν τομ 'πό τζει 'πό δα, τζ' είπεν του την ιστορίαν του, τζ'επαρακάλησέν τον να τον πάρει στο παλάτιν της μάισσας πού ήτουν τζ'η αφίλητη.

Επήεν τζ'επήρεν τον, αμμά που είσεν ησυχίαν η μάϊσσα. Καθ' ημέρα επολέμαν με το στρατόν του βασιλέα, τζ'ο πόλεμος 'εν ετέλειωννεν. Μιαν ημέραν η αφίλητη εποφάσισεν να πάει με τες δούλες να δουν τημ μάϊσσαμ που πολεμά με το στρατόν του βασιλέα. Ο γιος τη λιοντάρενας άκουσέν το τζ'έθελεν να τομ πάρουν μιτά τους. Τζείνες ελυπηθήκαν τον τζ' επήραν τον. Ότι τζ'είδεν τον η μάϊσσα, είπεν τους να τομ πάρουν πά' στο βουνόν τζαι να τον αήκουμ μανιχόν του. Επήραν τον. Σαν εκάθετουν τζαμαί, επήασιγ κοντά του δκυο πεζούνια τζ'είπαν του πως 'έν' να του σύρου δκυο φτερά τζαι να τα πκιάση. Άμα τα πκιάσει, να βκάλει 'πού τημ πούγκαν του τ' αμμάδκια του, τζαι να τα βάλει στον τόπο τους. Άμα τα βάλει, να τα αλείψει με τα φτερά τζ' 'έν' να γειάνει. Έτσι ήτουν. Όπως του είπαν τα πεζούνια έκαμεν, τζ'έΐνηκεν τέλεια καλά. Εσηκώστην τζ' επήεν ολόισια τζαμαί που πολέμαν η μάϊσσα. Τζείν' την ώραν επολέμαν τζ'ο βασιλέας. Όσον τζ'είδεν τον ο γιος τη λιοντάρενας, βουτά με το σπαθίν του, εσκότωσέν τον. Ο πόλεμος ετέλειωσεν τζ' ο γιος τη λιοντάρενας επαντρεύτηκημ με την αφίλητην, τζ'έπκιασεν το βασίλειον δικόν του. Έμεινεν τζ' η μάϊσσα μιτά τους, τζ'άηκά τους τζείνους τζει καλά τζ'ήρτα δα τ^ ηύρα σας εσάς καλλύτερα.

Ν. Κληρίδης, Κυπριακά παραμύθια III, σ. 69-75. Παραλλαγή από τον Αγρό της Κύπρου. Αφήγηση Αννεζού Χατζησάββα, 80 ετών.

Σελ. 394
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/395.gif&w=600&h=915

Λεξιλόγιο

Ανηώννω = ανατρέφω, μεγαλώνω Άππαρος = άλογο Γιον = σαν, ως, καθώς Γισακκούιμ = δισάκι μικρό και μεγάλο Καρρέ - καρρέ = κατάματα Κάστια = μεγάλα βάσανα Καττάρι = γραμμή, παράταξη Κουρκάρω = υποχωρώ, δέχομαι Κιλίκκιν = κατάσταση Μουγκαρίζω = μουγκρίζω

ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΠΑΡΑΛΛΑΓΩΝ

ΝΗΣΙΑ ΤΟΥ ΑΙΓΑΙΟΥ α. Δωδεκάνησα

1. ΙΛ 700 Α', 227-237, Νίσυρος, «Της Πεντάμορφης του κόσμου η φωτγιά». Η κατάρα της γριάς στο βασιλόπουλο γιατί της έριξε τον τέντζερη με τη φακή: «Που να σε κάψει της Πεντάμορφης του Κόσμου η φωτιά». Αναζήτηση, βοηθός ο δράκος που του έκοψε τα φρύδια και η δράκισσα που της συγύρισε το σπίτι: να περάσει γρήγορα από τα βουνά που ανοιγοκλείνουν, να κάψει την τρίχα της και θα σβήσει η φωτιά που όλους καίει, να ρίξει το κρέας στα λιοντάρια και το ψωμί στους σκύλους και στα αρνιά. Η Πεντάμορφη τα διατάζει να τον κυνηγήσουν μα αυτά ευγνώμονα δεν τον πειράζουν. Η Πεντάμορφη παραδέχεται πως νικήθηκε και την κάνει γυναίκα του. Γυρνούν μαζί στο παλάτι του πατέρα του.

2. ΙΛ 726, 247-288, Κάλυμνος, «Η κυρά-Τζορτζόνα». Ανοίγοντας το βασιλόπουλο την απαγορευμένη κασέλα βλέπει τη φωτογραφία της κυρά-Τζορτζόνας που ούτε ο πατέρας του ούτε ο παππούς του μπόρεσαν να πάρουν και αποφασίζει να τη βρει. Παίρνοντας το άλογο του παππού του, που κανένας δεν μπορούσε να καβαλήσει, φεύγει. Με τη συμβουλή του αλόγου του φτάνει στον πύργο της Τζορτζόνας και κάνει τα αδέλφια της (σαράντα δράκους) να τον αναγνωρίσουν για δυνατότερο τους και να τον κάνουν γαμπρό τους (φέρνει το περισσότερο κυνήγι, τους περνάει στο βόλι). Μαθαίνοντας ο βασιλιάς- πατέρας του ότι ο γιος του παντρεύεται με τη Τζορτζόνα

Σελ. 395
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/396.gif&w=600&h=915

να στέλνει στρατό να τον νικήσει για να πάρει την κοπέλα. Ο νέος τους νικάει όλους. Αναλαμβάνει μια γριά μάγισσα και ξεγελώντας τον, τον φέρνει στο καράβι της, τον κοιμίζει με τα μαγεμένα μήλα και τον φέρνει στο βασιλιά. Ο βασιλιάς θέλει να τον κρεμάσει μα τον σώζει η βασιλοπούλα και η καϊμακχαμοπούλα. Η μάγισσα ξανάρχεται στον πύργο της Τζορτζόνας σαν ζητιάνα και της λέει πως υπάρχει δυνατότερος απ' το βασιλόπουλο: το Καράκι. Το μαθαίνει ο νέος και πηγαίνει να το βρει. Παλεύει μαζί της - γυναίκα θηρίο - μα βγαίνουν ισόπαλοι. Με τη συμβουλή του γέρου την ακολουθεί στη σπηλιά της, της σκίζει φόρεμα και τρώγοντας το ματζούνι της τη νικάει. Αντί για άλλη αμοιβή ζητάει από το βασιλιά αμάξι που τραβάει το Καράκι και φεύγουν. Στο δρόμο νικάει και άλλα θηρία και τους αποκτά συντρόφους: αράπη που με τα χείλια του έκλεινε το ποτάμι, αυτόν που έκλεινε με τα πόδια του το δρόμο, αυτόν που χαλούσε το βουνό. Παίρνοντας και τη γυναίκα του πηγαίνει να δει τους γονείς του αλλά ο πατέρας του τον ξεγελάει και παίζοντας μαζί του ζάρια, τον κερδίζει, του βγάζει τα μάτια και τον πετάει στο γκρεμό. Από τις κουβέντες των πουλιών μαθαίνει πώς θα ξαναβρεί το φως του: να σκάψει και θα βρει αθάνατο νερό και αλείφοντας χαρουπόφυλλα στα μάτια του θα αποκτήσει μάτια γαλάζια. Ξαναγυρνάει στο αμάξι και οι σύντροφοι-θηρία τον αναγνωρίζουν από το ρίξιμο της πέτρας: την πετάει μακριά. Εμφανίζεται αγνώριστος στον πατέρα του, μόνο αυτός μπορεί να τραβήξει το αμάξι με τη Τζορτζόνα. Βάζει τα θηρία-συντρόφους να σκοτώσουν το βασιλιά πατέρα του και τους ανθρώπους του, γίνεται αυτός βασιλιάς και η Τζορτζόνα βασίλισσα.

3. ΛΦ 230, 1-27, Κατταβιά Ρόδου, «Το βασιλόπουλον κι η Πεντάμορφη». Αντρειωμένο βασιλόπουλο μπαίνει στο απαγορευμένο δωμάτιο, βλέπει τη φωτογραφία της Πεντάμορφης και ξεκινάει να τη βρει. Συναντά τ' αδέρφια της, τους σαράντα δράκους, που τον αναγνωρίζουν ως αξιότερο τους και τον παντρεύουν με την Πεντάμορφη. Φεύγοντας του δίνουν τρίχες από τον καθένα τους, να τις τσικνίσει, άμα τους έχει ανάγκη. Ο πατέρας του ήρωα στέλνει στρατό εναντίον του αλλά τους εξολοθρεύει. Στέλνεται τότε μια γριά που στην ερώτηση του νέου «υπάρχει κάποιος δυνατότερος από μένα;» βάζει την αφελή γυναίκα του να του απαντήσει ότι υπάρχει η Καράκκης. Ο νέος φεύγει σε αναζήτηση της. Φθάνει σε χωριό όπου ένα θηλυκό θηρίο (Καράκκης) ζητά να τρώει μια κοπέλα την ημέρα ως αντάλλαγμα για να αφήνει το νερό να τρέξει (πβ. AT/ATU 300). Ο ήρωας νικάει το θηρίο και σώζει τη βασιλοπούλα. Κατόπιν επιστρέφει στον τόπο της Πεντάμορφης με μαλαματένια καρότσα όπου έχει ζέψει το θηλυκό θηρίο και τον αδερφό του (που με την τσιμπούκα του έκαιγε όποιον περνούσε αλλά το βασιλόπουλο τον υποτάσσει και αυτόν). Η Πεντάμορφη καλεί τους σαράντα δράκους με το τσίκνισμα της τρίχας και αυτοί τρώνε τη γριά. Επιστρέφοντας με την Πεντάμορφη στον πατέρα του, ο ήρωας παίζει χαρτιά

Σελ. 396
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/397.gif&w=600&h=915

μαζί του: όποιος χάσει θα του βγάλουν τα μάτια. Ο νέος νικά τις δυο πρώτες φορές αλλά αρνείται να βγάλει τα μάτια του πατέρα του, την τρίτη ο πατέρας κερδίζει και του βγάζει τα μάτια. Ο νέος ξαναβλέπει νίβοντας τα μάτια του με αθάνατο νερό (αλλάζουν το χρώμα τους), επιστρέφει, βάζει τα θηρία να φάνε τον πατέρα του και γίνεται βασιλιάς.

β. Κυκλάδες

4. ΛΑ 1684 Β', 7-13, Αμοργός, «Χρυσομαλλούσα». Με το μήλο που δίνει ο γεωργός στον άκληρο βασιλιά γεννιέται ένα παιδί που, αντί για γάλα, ζητάει μια φουρνιά ψωμί. Ο πατέρας φοβάται τη δύναμή του και διατάζει όλοι να κλειστούν στα σπίτια τους αλλά το υπερφυσικό βρέφος ζητάει να δει τον κόσμο. Σπάζοντας με μια πέτρα το τσουκάλι της γριάς, της χύνεται η φάβα και αυτή τον καταριέται να δει τον καημό της Χρυσομαλλούσας. Το οκτώ ημερών βρέφος (Γιαννάκης) ανοίγοντας την απαγορευμένη κάμαρα με το κλειδί που ζύγιζε δεκαπέντε καντάρια, λευτερώνει το άλογο που έτρωγε όσο αυτός, παίρνει τη χρυσή σέλα του από το κλειδωμένο δωμάτιο και τα κρυμμένα όπλα του παππού του και καβαλώντας το έρχεται στο παλάτι της Χρυσομαλλούσας και νικάει τους αδερφούς της: στο στοίχημα ποιος θα ρίξει τη σαΐτα του πάνω από το δέντρο, του παιδιού πάει δυο φορές πιο ψηλά. Για να τον αφανίσουν οι δράκοι τον παίρνουν μαζί στο κυνήγι και τον αφήνουν μόνο με δύο θηρία αλλά ο Γιαννάκης αντρειωμένος τα σκοτώνει. Οι δράκοι τον κάνουν γαμπρό τους αλλά ο πατέρας του μαθαίνοντας πως πήρε τη Χρυσομαλλούσα που στο κρεβάτι γινόταν δώδεκα χρονών τη θέλει για τον εαυτό του. Με τη βοήθεια μιας γριάς τον κοιμίζει και τον φυλακίζει αλλά η βεζιροπούλα εξαγοράζει τους φύλακες και τον ελευθερώνει. Σε αντάλλαγμα ο Γιαννάκης την παντρεύει με έναν από τους κουνιάδους του. Και δεύτερη φορά η γριά προσπαθεί να τον αφανίσει: βάζει τη Χρυσομαλλούσα να του πει πως δυνατότερος από αυτόν είναι η Καρακιόζι. Ο Γιαννάκης την αναζητάει, νικάει τον αράπη δούλο της, τρώει τα ψωμιά και το βόδι που θα έτρωγε η Καρακιόζι, λευτερώνει τον άνθρωπο που θα έτρωγε και παλεύοντας μαζί της βγαίνουν ισόπαλοι. Κρυφακούγοντας μαθαίνει πως η μάνα της Καρακιόζι γέμισε για την κόρη της τα κουρούπια με δύναμη, τα πίνει αυτός και βρίσκοντας κοιμισμένη την Καρακιόζι, κοιμάται μαζί της. Ξυπνώντας η Καρακιόζι παραδέχεται πως νικήθηκε και τον ακολουθεί. Την δίνει γυναίκα στον δεύτερο κουνιάδο του. Και πάλι ο βασιλιάς πατέρας του τον ξεγελάει και ρίχνοντάς τον από τον γκρεμό, του βγάζει τα μάτια για να πάρει τη Χρυσομαλλούσα αλλά, από δυο πουλάκια, ο νέος μαθαίνει πώς θα ξαναδεί: να πλυθεί με το νερό μιας βρύσης. Ο αράπης της Καρακιόζι με το τσιμπούκι του σκοτώνει το βασιλιά και στο θρόνο ανεβαίνει ο Γιαννάκης με τη Χρυσομαλλούσα.

Σελ. 397
Φόρμα αναζήτησης
Αναζήτηση λέξεων και φράσεων εντός του βιβλίου: Επεξεργασία παραμυθιακών τύπων και παραλλαγών AT 560-599
Αποτελέσματα αναζήτησης
    Ψηφιοποιημένα βιβλία
    Σελίδα: 378
    

    σει, έτσι γλιτώνουν' δ5: συνέχεια όπως στον AT 302 Α* (Η αγριογούρουνα): ο ήρωας μαθαίνει από την Πεντάμορφη ότι η ζωή του υπερφυσικού όντος βρίσκεται σε τρία περιστέρια στην κοιλιά μιας αγριογουρούνας και το πεθαίνει' δ6: ο ήρωας επιστρέφει στο σπίτι της μάνας του μαζί με την Πεντάμορφη.

    ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΠΑΡΑΛΛΑΓΩΝ

    ΗΠΕΙΡΟΣ

    1. ΛΑ 1304 (ΣΜ 134), 93-98, Κρυόβρυση Ζαγορίου, «Ο πατέρας και τα τρία παιδιά». Η αρχή όπως AT/ATU 303 (Τα δίδυμα): τρία αδέρφια βρίσκονται σε σταυροδρόμι με τρία μονοπάτια. Αφήνουν τα δαχτυλίδια τους κάτω από μια πλάκα και ο καθένας παίρνει από ένα δρόμο. Τα δύο μικρότερα αδέρφια βρίσκουν διαδοχικά την Ξανθομαλλούσα που τους μαρμαρώνει. II: γ8, γ10, γ11. III: ε16 (τριαντάφυλλο που αφήνει στη γριά που τον συμβουλεύει), στ, στ2, στ8 (γριά). IVA: α, α1, β3 (την πιάνει από τα μαλλιά), β4 (στο γάλα της μάνας της), β5, β6, στ, στ2 (επιστρέφοντας στο σπίτι του), στ4, στ7, στ10, στ12, ζ, ζ11, ζ12, ζ13, ζ22, ζ26, η20 (η γριά που τον συμβούλευε), θ10 (καλιγώνει το άλογό της), θ17.

    2. ΛΑ 3018, 133-140, Καπέσοβο Ζαγορίου, «Ο βασιλιάς και τα παιδιά του». Συμφυρμός με AT/ATU 552 (Τα ζώα γαμπροί), βλ. παρ. αρ. 3. Επεισόδια του ΑΤ*667 A: IVA: ο νέος σκοτώνει τη Λάμια, όμως ένας βασιλιάς βλέπει τη γυναίκα του και την αρπάζει. Η γυναίκα του μαρτυράει, χωρίς να το θέλει, τη δύναμη του άντρα της: τρεις χρυσές τρίχες στο κεφάλι, χρυσό μαχαίρι και πιστόλι. Του τα παίρνουν και τον πεθαίνουν.

    3. Archiv für Litteraturgeschichte 12, 1884, 97-105, «Die drei Gesellen». To παιδί που γεννήθηκε μετά το θάνατο του πατέρα του, όταν μεγαλώνει, ζητά το σκουριασμένο χαντζάρι του πατέρα του που έχει κρυμμένο η μάνα του. Αλλάζει όνομα (Χάντζαρος) και φεύγει αναζητώντας την τύχη του. III: α, α2, α3 (Άστρος, Θάλασσος), α20, β, β1, γ, γ9, ε, ε15 (φτερό αν ματώσει), στ, στ1, στ8 (μια γριά του λέει στο σταυροδρόμι των εφτά δρόμων ποιος είναι ο δρόμος για τον πύργο της Πεντάμορφης και αφήνοντας το όνομά του της λέει να οδηγήσει τους αδελφοποιητούς αν τον αναζητήσουν). IVA: Συναντώντας μια λάμια με έξι μικρά τους σκοτώνει καθώς πάνε να τον φάνε, γονατίζει και πίνει νερό με τα χέρια, αρπάζει με τα δόντια του με ένα πήδημα το μήλο της ψηλής μηλιάς, κομματιάζει και την άλλη λάμια που αντιστέκεται και κερδίζει την Πεντάμορφη, στί7 (φθονεροί βασιλιάδες που θέλουν την Πεντάμορφη στέλνουν στρατό αλλά νικώνται), ζ, ζ7, ζ11, ζ12, ζ14 (χαντζάρι), ζ16, ζ22, η, η1 (βουτά στη θάλασσα