Συγγραφέας:Αγγελοπούλου, Άννα
 
Καπλάνογλου, Μαριάνθη
 
Κατρινάκη, Εμμανουέλα
 
Τίτλος:Επεξεργασία παραμυθιακών τύπων και παραλλαγών AT 560-599
 
Τίτλος σειράς:Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας
 
Αριθμός σειράς:44
 
Τόπος έκδοσης:Αθήνα
 
Εκδότης:Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς
 
Έτος έκδοσης:2007
 
Σελίδες:519
 
Αριθμός τόμων:1 τόμος
 
Γλώσσα:Ελληνικά
 
Θέμα:Ελληνικά παραμύθια-Κατάλογος
 
Τοπική κάλυψη:Ελλάδα
 
Περίληψη:Στον πέμπτο αυτόν τόμο του Καταλόγου των Ελληνικών Παραμυθιών (βλ. και δημοσιεύματα ΙΑΕΝ αρ. 21, 26, 34 και 41) παρουσιάζεται η επεξεργασία του τελευταίου μέρους των μαγικών παραμυθιών (AT/ATU 300-749), που καλύπτει τους τύπους AT/ATU 560-649 (μαγικά αντικείμενα) και AT/ATU 650-699 (υπερφυσική δύναμη και γνώση).
 
Άδεια χρήσης:Αυτό το ψηφιοποιημένο βιβλίο του ΙΑΕΝ σε όλες του τις μορφές (PDF, GIF, HTML) χορηγείται με άδεια Creative Commons Attribution - NonCommercial (Αναφορά προέλευσης - Μη εμπορική χρήση) Greece 3.0
 
Το Βιβλίο σε PDF:Κατέβασμα αρχείου 10.44 Mb
 
Εμφανείς σελίδες: 389-408 από: 522
-20
Τρέχουσα Σελίδα:
+20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/389.gif&w=600&h=915

ΠΑΡΑΜΥΘΙΑΚΟΣ ΤΥΠΟΣ AT *667 Β

Το Καράκι

AT: Δεν περιλαμβάνεται

ATU: Δεν περιλαμβάνεται_________

Η αφίλητη

Μιαβ βολάν τζ' έναν τζαιρόν είσεν έναβ βαιλέαμ που εσκέφτετουμ μέραν νύχταμ ποιον εν να' ν' το τέλος του. Σκέφτου, σκέφτου, εκατάντησεν να καλέσει έναμ μάον τζαι να τον αρωτήσει. Ο μάος άννοιξεν το χαρτίν του, επαρατήρησεγ καλά, τζ' είπεν του πως εν να γεννηθεί έναμ παλικάριν, τζαι μιαν ημέραν εν να πάει να τον ισκοτώσει, τζαι να πκιάσει το βασίλειόν του.

Ο βασιλέας τζείνος είσεν έναγ γιομ που τον αγάπαμ πολλά, τζ' άμα άκουσεν έτσι 'πού τομ μάον, εσκέφτην να κάμει έναμ πράμαμ που να γλιτώσει τζ' ο ίδιος 'πού το σκότωμαν, τζαι να μείνει τζαι το βασίλειόν του γιου του. Τζ' είνταμ που σκέφτηκεθ θαρκέστε; Έβκαλε μια διαταήν, όσα μωρά αρτσινικά γεννιούνται, να τα πνίουν οι μανάες τους, ειδεμή, εν να τες ποτζεφαλίζει. Τζείν' τες ημέρες εγέννησεμ μια χωρκάτισσα έναμ μωρόμ πολλά όμορφον, τζ' ελυπήθηκέν το να το πνίξει. Έπκιαέν το τζαι τζείνη, άμαν τζ' ενύχτωσεν, επήρεν το σ' ένα νεκροταφείον, τζ' έβαλέν το τζαμαί τζ' έφυεν.

Τζείν' τες ημέρες ο γιος του βασιλέα, σαν ετζυνήαν, ηύρεν τηφ φουλιάμ μιας λιοντάρενας με τρία λιονταρούδια, τζ' έπκιαέν τα τζ' επήρεν τα στο παλάτιν τζ' ανήωννέν* τα. Άμα ήρτεν η λιοντάρενα στηφ φουλιάν της τζ' εν ηύρεν τα μωρά της, αρκίνησεν τζ' εμουγκράριζεν*. Τα βυζιά της εγεμώσασιγ γάλα τζ' εγύρευκεν τα μωρά της να τα βυζάσει. Πού να τά 'βρει; Έπκιασεν τζαι τζείνη τη στράταν τζ'επάαιννεμ πέρκιμον τά 'βρει πούποτε. Σαν έρεσσεμ 'πό 'ξω 'πού το νεκροταφείον, άκουσεν το κλάμαν του μωρού τζ'έμπημ μέσα. Επήεγ κοντά στο μωρόν τζ'εβύζασέν το τζ'ύστερα έπκιαέν το τζ'επήρεν το στη φουλιάν της τζ' εβύζαννεν το ώσπου τζ'εγίνην τριώ γρονών.

Μιαν ημέραν ο γιος του βασιλέα εσκέφτην να ξαναπάει στη φουλιάν της λιοντάρενας πέρκι εύρει λιονταρούδκια πάλαι. Επήεν, τζ'αντί να βρει λιονταρούδκια ήβρεν έναμ μωρόν όμορφον τζ' εσκέφτην να το πάρει στο παλάτιν να τ' αναγιώσει. Επήρεν το, τζ'άμα το είδεν ο βασιλέας άρεσέν του πολλά τζ'αγάπαν το. Τέλος πάντων το μωρόν αναγιώθημ μέσ' το παλάτιν, τζ' ούλοι ελαλούσαν το γιον της λιοντάρενας, αμμά τζείνος εθαρκέτουμ πως ο βασιλέας τζ'η βασίλισσα

Σελ. 389
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/390.gif&w=600&h=915

έν' οι γονιοί του, τζαι το βασιλόπουλλομ πως έν' αρφός του. Εγίνην ένας νέος ψηλός, όμορφος τζαι παλληκάριμ 'πο 'ν είσεγ κανέναν να του μοιάσει.

Μιαν ημέραν σαν εκάθετουμ ο γιος της λιοντάρενας μέσ' τογ καβενέν, άκουσε δκυο μεθυσμένους τζ'ελαλούσαν για τογ γιόν του βασιλέα, πως έν' να χαρτωθεί, αμμά ο βασιλέας εν ιξέρει ποιαγ κοπέλλαν να του δώκει, τζαι πως η καλλύττερη κοπέλλα που του ταιρκάζει έν' η αφίλητη, αμμά πκοιος έν' ο άξιος πο' ν να του τηφ φέρει. Κανένας εν ημπορεί να τηφ φέρει, γιατί θέλει μηάλημ παλικαρκάν τζαι μηάλην εξυπνάδαν τούτ' ή δουλειά.

Ο γιος της λιοντάρενας ότι Τζ' άκουσεν έτσι, εσκέφτην να πάει τζείνος να φέρει την αφίλητην. Επήεν έσσω τζ'είπεν το τ' αρφού του, τζ'άρεσέν του, Τζ' εποφάσισεν να πάει τζαι τζείνος μιτά του. Είπαν το του βασιλέα Τζ' εδέχτην τζαι τζείνος. Επκιάαν τους αππάρους* τους τζαι την ευτζήν του βασιλέα τζ' ελαμνίσαν.

Λάμνε, λάμνε, εφτάσα σε μιαμ πολιτείαμ που 'σεγ γύρου- γύρου κάστρα τζαι πόρτες σιερένες με τους πορτάρηες Τζ' εγλέπαν τζείνους που μπαίνουμ μες στημ πολιτεία. Πάσιν τζαι τούτοι να μπουμ μέσα, επκιάσαν τους οι πορτάρηες να τους πάρουν εις τόβ βασιλέαν. Αρωτούσιν είντα τρέσει, λαλούν τους έτσι διαταήν έχουμ' 'πού τοβ βασιλέαν, επειδής αρώτησεν έναμ μάοντζ' είπεν του πως εν νά 'ρτει ένα ξένομ παλικάριν να τον ικσοτώσει τζαι να πκιάσει το βασίλειόν του. Άμα τους επήραν εις το παλάτιν τζ' είδεν τους ο βασιλέας, είπεν του γιου της λιοντάρενας, να τομ παντρέψει με τηγ κόρην του τζαι να του δώκει το βασίλειόν του. Ο γιος της λιοντάρενας εν εδέχτην. «Εγιώ», λαλεί του, «βασιλέα μου, ελάμνισα να πάω να φέρω την αφίλητην τ^ εσού λαλείς μου να πάρω τηγ κόρης σου τζαι να παραιτήσω; Εν τον αλλάσσω το σκοπόμ μου. Έδωκα τολ λόομ μου».

Υστερα ο βασιλέας επρότεινεν του βασιλόπουλου τζ'εδέχτηκεν. Ο γιος της λιοντάρενας εθυμώθηκεν. Λαλεί του: «Ελαμνίσαμεν να πάμεν να φέρομεν την αφίλητην να σε παντρέψομεν, τζ'εσού επαραίτησες να τημ πάρεις τούτη;» Τέλος πάντων να μεν τα πολλυλοούμεν, το βασιλόπουλον επαντρύτημ με τηγ κόρην του βασιλέα τζείνου, τζ'ο γιος τη λιοντάρενας εκαλλίτζεψεν τον άππαρόν του τζ' ετράβησεν. Την ώραμ που 'φευκεν, είπεν του βασιλέα: «Αήννω τον αρφόμ μου στα σέρκα σου. Άμ πάθει τίποτε, πο 'ν να στραφώ, έν' να λοαρκαστούμεν».

Υστερις 'πού λλίον τζαιρόν ό,τι φταίσιμον τζ'αν του 'βρεν ο βασιλέας τζείνος του βασιλόπουλου, έβαλεν το φυλακήμ με πως ήτουγ γαμπρός του. Ο γιος της λιοντάρενας έφτασε σε μιαν άλλημ πολιετίαμ που 'σεμ πόλεμο. Τρί' αδέρκια επολεμούσαμ μέραν νύχτα με σιλιάες στρατόν. Επήεγ κοντά στα τρί' αδέρκια τζ'ετάνυσέν τους. Άμα ετάβρησεν το σπαθίν του τζ'εβούρησεμ πάνω τους, πά' στο στρατόν τζείνον, εππέφτασιχ χαμαί σαν τα δεμάδκια τζ'εγέμωσεν ο κάμπος. Όσοι εγλιτώσαν, από φύει, φύει. Ο πόλεμος ετέλειωσεν τζαι τα τρί' αδέρκια εκαλέσαν τογ γιον τη λιοντάρενας να του κάμουν τραπέζι. Σαν ετρώαν

Σελ. 390
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/391.gif&w=600&h=915

αν, αρώτησέν τους για είντα εκάμαν τζείν' τομ πόλεμον. Είπαν του τζαι τζείνοι πως ο βασιλέας που κουβάλησεν τζείνον ούλλον το στρατόν, επαντρεύκετουμ με μιαγ κοπέλλαν, τζ'ύστερις 'πού σαράντα μέρες εποτζεφάλιζέν την τζ' έπαιρνεν άλλη. «Μέσ' το βασίλειόν του κανένας εν του διάγ' γεναίκαν, τζ' ήρτεν τζ'εζήτησεν την αρφήν τους. Ότι τζ'είπαν του εν του τη διούν, ήρτεν να τημ πάρει με το ζόρι, τζ'έτσι αναγκαστήκαμεν να πολεμήσομεγ για να γλιτώσομεν την αρφήμ μας». Είπεν τους τζαι τζείνος πως εμ' πολλά καλά 'πού κάμαν, τζ'εποσαιρέτησέν τους τζ'έφυεν.

Έφτασε σε μιαν άλλην πολιτείαν τζ' επέζεψε σ' έναχ χάνι. Κατά τα δειλινά θωρεί τογ κόσμον τζαι βουρά, άλλοι 'πό τζει, άλλοι 'πό δα, τζ'εσυλλοάτουν είντα 'πάθαν. Σαν εσυλλοάτουμ, πάει ο χαντζής κοντά του τζαι λαλεί του: «Χάτε, να φύομεν!» «Γιατί;» λαλεί του ο γιος τη λιοντάρενας. «Έρκεται ένα δράκος τζαι τρώει πλάσματα. Τωρά έν' ώρα του πο 'ν' νά 'ρτει». «Εμ πάω πούποτε», λαλεί ο γιος της λιοντάρενας, «τζ' όποιος θέλ' ας έρτει».

Έμεινεμ μανιχός του μέσ' το χάνι. Υστερις 'πού λλίην ώραν ακούει μιαμ μουγκαρκάν, εσούστηκεν το χάνι. Θωρεί το δράκον τζ'έρκεται, ολόισια πάνω του. Άμα τζ'εκόντεψέν του, ταβρά το σπαθίν του, δκιά του μιαν, έβαλέν τογ κάτω. Παρατηρά, εν επέθανεν. Εγίνηκε μια όμορφη κοπέλλα τζ' εσηκώστηκεμ πάνω τζ'εθώρεν τον καρρέ, καρρέ*. Λαλεί της: «Είνταμ πο 'ν' τούτο; Για δράκος, για κοπέλα;» Λαλεί του τζαί τζείνη: «Να 'ξερες τζ'εμέν' τα βάσανά μου! Ήμουβ βασιλοπούλα τζ'άρπαξέμ με ένας δράκος τζ' εμάεψεμ με τζ' εΐνικα έτσι. Παντρεύτου με να γλιτώσω 'πού τα βάσανα». «Εν ημπορώ να κάμω έτσι πράμαν. Εποφάσισα να πάω νά 'βρω την αφίλητην, να τημ παντρευτώ. Άλλην εμ παίρνω». Ότι τζ' είπεν της έτσι, η κοπέλα εφόρησεν τημ πετσιάν της τζ' έϊνικε δράκος τζ'έφυεν.

Υστερις που λλίην ώραν τζείνοι ούλοι που βουρούσαν τζ'εφεύκαν, εστραφήκαν, τζ'άμα είδαν τογ γιον της λιοντάρενας μέσ' το χάνιν, επήαν τζ'αρωτήσαν τον είντα λο 'ς εγλίτωσεν. Είπεν τους τζαι τζείνος πως εσκότωσεν το δράκον τζ' εγλίτωσεν. Ώστι να δεις τζαι να πεις, έμαθέν το ούλος ο κόσμος πως ήρτεν έναμ παλικάριν τζαι με μια σπαθκιάν εσκότωσεν το δράκον. Έμαθέν το τζ'ο βασιλέας τους, τζ'εκάλεσέν τον να πάει να τοδ δει. Επήεν. Όσον τζ'είδεν τον ο βασιλέας επρότεινέν του να τομ παντρέψει με τηγ κόρην του, τζαι να του δώκει τζαι το βασίλειόν του. Είπεν του τζαι τζείνος έτσι πράμαν εγ κάμνει, γιατί ο σκοπός του εν' άλλος, να πάει να 'βρει την αφίλητην, να τημ πάρει στον τόπον του, να τημ παντρευτεί. Ο βασιλέας τζείνος είπεν του να παραιτήσει 'πού έτσι σκοπό, γιατί έν' να χαθεί τζ'έν' να μεν την εύρει την αφίλητην. Ο γιος τη λοντάρενας πού ν' ακούσει έτσι λόον.

Εποσαιρέτησέν τους, τζ'εκαλλίτζεψεν τ' άλοβόν του τζ'έφυε. Σαν επάαινεν, είδεμ 'πού μακριά έναμ παλάτιν, τζαι τζείν' το παλάτιν ήτουν τζείν' της κοπέλας, που ήτουμ πρώτα δράκος τζ'ύστερα με τη σπαθκιάν του εΐνηγ κοπέλα, τζ'ύστερα πάλ' εΐνη δράκος. Η κοπέλα τζείνη είδεν τομ 'πού μακριά τζ'

Σελ. 391
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/392.gif&w=600&h=915

εκατάλαβέν τομ πως έν' τζείνος. Επρόσταξεν τες σαράντα δούλες της, άμα κοντέψει, να τον καλέσουν εις το παλάτιν, να τολ λούσουν, να του βάλουν τραπέζιν να φάει, τζαι να του πουμ' πως τζείν' το παλάτιν έν' της αφίλητης, τζ'έμ' πά' στ' ανώιν τζαι καρτερά τον. Εσκεδίασεμ με τες βαγιές της να τα καταφέρει να τημ πάρει τζείνημ, πως έν' η αφίλητη. Οι δούλες έκαμαν γιον* τους επαράντζειλεν η τζυρά τους. Άμα του είπαν πως τζείνον έν' το παλάτιν της αφίλητης, εν τους επίστεψε. Λαλεί τους: «Εν έν' τούτον το παλάτιν της αφίλητης, γιατί είπαμ μου πως έν' να πάθω πολλά κακά ώσπου να το βρω, τζαι περίτου κακά ώσπου να μπω μέσα».

Τέλος πάντων επήραν τον εις την τζυράν τους. Τζείνη άμα είδεμ πως εν επίστεψεμ πως έν' η αφίλητη, είπεν του την αλήθκειαν. Υστερα είπεν του να 'ποφασίσει να τημ πάρει τζείνηγ, γιατί έν' να μεν ημπορήσει να πάρει την αφίλητην. «Εγιώ», λαλεί του, «είμαι μάι'σσα τζαι ξέρω. Την αφίλητην ιγλέπουν τησ σαράντα δράτζοι. Πού να σε φήκου ζωντανόν, να κοντέψεις· εν' 'έγ κρίμαν να πά' να χαθείς έτσι λεβέντης;» Είπεν της τζαι τζείνος πως εν αλλάσσει το σκοπόν του, τζ' αχ χαθεί, ας χαθεί. Ότι τζ'είδεν η κοπέλα πως εγ κουρκάρει*, εσκέφτην να του παραντζείλει είντα να κάμει. Πρώτα, πρώτα, έδωκέν του μια σκούφκιαμ μαεμένην. Άμα την εφόρεν, εν τον εθώρεγ κανένας. Υστερα έδωκέν του έναγ γισακκούιμ* μαεμένον. Άμα του λάλες: «Άννοιξε γισακκούϊμ μου», άννοιεν τζ' είσεμ μέσα λογιώλ λογιώφ φαγιά. Την ώραμ πο 'θε να λαμνίσει, επήεμ μιτά του τζαι λαλεί του: «Ο άππαρός μου ξέρει τη στράταν να σε πάρει ολόισα τζει που θέλεις. Χέμα συντυχάννει, τζ'ό,τι θέλεις να τον αρωτάς. Άης τοδ δικός σου τζ'έπαρ' τοδ δικόμ μου».

Ο γιος τη λιοντάρενας ακρόστηκεν, τζ'άμα εκαλλίτζεψελ λαλεί του ο άππαρος. «Βάωσ' τ' αμμάδκια στου τζαι κράε καλά». Ο άππαρος τζείνος επήαιννεσ σαν τον άνεμον. Άμαν εκοντέψαν εις τηθ θάλασσαν, ο γιος της λιοντάρενας άννοιξεν τ' αμμάδκια του, να δει ειντά 'παθεν ο άππαρος τζ' έκοψε. Παρατηρά, θωρεί δκυο ήλιους, μέσ' τηθ θάλασσα. Λαλεί τ' αππάρου: «Είντα πό'ν του'ν το πράμα;» Λαλεί του τζ'ο άππαρος: «Ο ένας ήλιος έν' ο ήλιος ο παντοτεινός, τζ'ο άλλος έν' το παλάτιν της αφίλητης», τζ'έδειξέν του το. Ώστι να δης τζαι να πεις, ευρεθήκασιμ 'πό 'ξω 'πού το παλάτιν της αφίλητης. Ο γιος της λιοντάρενας επέζεψεν, τζ'άννοιξεν τηγ καντζελλόπορταν, τζ' έμπημ μέσ' την αυλήν. Ο άππαρος άμαν είδεμ πως έν' ησυχία, εστράφημ μανιχός του στην τζυράν του. Ο γιος τη λιοντάραινας έδωκεν έναγ γυρόμ μέσ' το περβόλιθ, θωρεί ένα άδρωπον τζαι τζοιμάται πά' στη δοξαμένην. Επήεγ κοντά του τζ'εξύπνησέν τον τζαι λαλεί του: «Είντα γυρεύκεις, γιε μου, 'δα μέσα! Αλλό λλίομ πο 'ν' νά 'ρτουν οι δράτζοι 'έν' να σε φάσι». «Πού να μ' εύρουν τζυρά μου, λαλεί της. Εγιώ την νύχταμ πάω στον ουρανόν τζαι την ημέραν έρκομαι».

Ότι τζ'εκόντευκεν να νυχτώσει, να σου τους δράκους τζ'έρκονται τζ' οι σαράντα καττάρι*. Αρπάσσει τζ'ο γιος τη λιοντάρενας το σκουφίν του, εφόρησέν το τζ' εν εφαίνετουγ καθόλου. Έμεινεν την νύχταμ μέσ' το περβόλιμ με το

Σελ. 392
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/393.gif&w=600&h=915

σκουφίν του. Την άλλην ημέραν εφύαν οι δράτζοι, τζ'η αφίλητη πάλ' επήεν κοντά του τζ'εσυντυχάννασιν. Σαν εσυντυχάνναν, είπεν της ν' αρωτήσει την νύχταν τον αρκηόν τους δράκους πού έν' η δύναμή του. Η αφίλητη, άμα ήρταν οι δράτζοι τζ'αρκινήσαν να τρώσιν, εν έτρωε. Αρωτά την ο δράκος είντα 'σει, τζαι λαλεί του: «Θέλω να μου πεις πού έν' η δύναμή του» «Έμ' πά' τζείνον το παούλον», τζ'έδειξέν της το. Η αφίλητη εν επίστεψεν τζ' έκλαιεν. Σηκώννεται τζ'ο δράκος, άννοιξεν το παούλον τζ'έπκιασες σαράντα κλειδκιά τζαι την αφίλητημ 'πού το σέριν, τζ'επήεν άννοιξεσ σαράντα κάμαρες. Ο γιος τη λιοντάρενας είδεν τους. Στην υστερινήγ κάμαρην είσεν ένα δράκογ κότζινον. 'Πού τομ πολλύν τον τζαιρόν εκοτζίνισεν, τζ'ο δράκος έβκαλέν τον έξω τζ'έβαλεν άλλον εις τον τόπον του.

Μέσ' τζείν' τηγ κάμαρην είσεν έναλ λάκκον, τζ' ο δράκος άννοιξέν τον. Γύρου του λάκκου, είσεγ καμπανέλλες, τζαι μέσα είσεν τρία πεζούνια. Έδειξέν τα της αφίλητης τζ'είπεν της πως το έναν έν' η δύναμή του, το άλλον η αναπνοή του, τζαι το άλλον η ψυχή του. Υστερα είπεν της τζαι για τες καμπανέλλες, πως άμα φατζίσει μια, όπου τζ'αν ένι, τζαι πέρα κόμα, 'έν να βρεθεί τζαμαί. Εβαώσαν τηγ κάμαρην τζαι το δράκον τζ'εφύασιν.

Την άλλην ημέραν ο γιος τη λιοντάρενας έμπην έσσω. Ηύρεν την αφίλητην, τζαι τζείνη είπεν του την αλήθκειαν. Πκιάννει τα κλειδκιά 'πού το παούλον, αρκίνησεν ν' αννοίει πόρτες, τζείνος ομπροστά τζ'η αφίλητη ταπισόν του. Άμα άννοιξεν την ύστερην, ταβρά το σπαθίν του, εσκότωσεν το δράκομ που την έγλεπεν. Εκατέημ μέσ' τόλ λάκκον τζ'έπκιαέν τα πεζούνια τζ'έσφαξέν τα τζαι τα τρία. Την ώραμ που κατέαιννεν, έντζισε μιας καμπανέλλας τζ'εφάτζισεν. Ο γεροδράκος ευρέθημ μονιομιάς ομπρός τους, αμμά 'ν επρόφτασεν να κάμει τίποτε, γιατί ο γιος της λιοντάρενας έσφαξεν τα πεζούνια, τζ'άμα έφτασεν τζαμαί ο δράκος, ευρέθημ πεθαμένος μέσ' τα πόδκια τους.

«Ε! λαλεί της αφίλητης. Τώρα είσαι δική μου. Εγλίτωσά σε 'πού τους δράκους τζαι πρέπει νά'ρτεις μιτά μου». Η αφίλητη ευκαριστήθηκεν τζ' επκιάσασι στράταν. Λάμνε, λάμνε, εφτάσαν εις το παλάτιν της κοπέλας που 'ξερεν τες μαγιές. Τζείνη εχάρηκεμ πολλά άμα τους είδεν, τζ'έκαμέν τους περιποίησες μεν αρωτάς. Άμα ήρτεν η ώρα να φύουμ, παρατηρούν, το παλάτιν της μάϊσσας αρκίνησεν να παρπατεί τζαι να του παίρνη μιτά του, τζαι τζείνους τζαι την μάϊσσαν. Άμα εκοντέψαν εις το βασίλειομ που παντρεύτην ο αρφός του γιου τη λιντάρενας, ο βασιλέας επρόσταξεν να βκάλουν τογ γαμπρόν του 'πού τηφ φυλακή, τάχα πως έν' άρρωστος, τζαι να τοβ βάλουμ μες στο νοσοκομείον. Άμα εφτάσαν, ο γιος τη λιοντάρενας είπεν της μάισσας πως θέλει να πάει να δει τον αρφόν του, τζ' η μάϊσσα εσταμάτησεν το παλάτιν τζ' 'εν επαρπάταν. Άμα είδεν τον αρφόν του έτσι κιλίκκιν*, αρώτησέν τον είντα 'παθεν τζ' είπεν του τα κάστια* που του 'καμεν ο βασιλέας. Πάει τζαι τζείνος, εσκότωσεν τοβ βασιλέαν, έκατσεν τον αρφόν του στον τόπον του, τζ' εστράφην εις το παλάτιν της μάισσας. Το παλάτιμ παρπατεί, παραπατεί, τζαι φτάνει κοντά στο παλάτιμ

Σελ. 393
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/394.gif&w=600&h=915

τιμ π' αναγιώθην ο γιος τη λιοντάρενας. Πκιάννει την αφίλητην τζαι παίρνει την του βασιλέα. Όσον τζαι θωρεί την ο βασιλέας λαλεί του: «Αφού την έφερες για το γιομ μου, τζ'ο γιος μου επήρεν άλλην, 'έν να τημ πάρω γιω». Η μάϊσσα πού να δεχτεί έτσι πράμαν.

Μιαν ημέραν ο γιος τη λιοντάρενας επήεν εις το παλάτιν, τζ'έμπηκεν τζει μέσα που 'χασιν τα λιονταρούδκια βαωμένα, να τα δει. Ο βασιλέας ήτουχ χωσμένος τζ'έβκαλέν του τ' αμμάδκια του τζαι τα δκυο, έβαλέν του τα μες στημ πούγκαν του, τζ'επρόσταξεν τους δούλους του τζ' ερίψαν τομ μέσα σ' έναλ λάκκο ξερόν να πεθάνει 'πού τημ πείνα. Τα λιονταρούδκια, αφούτις ήτουν αέρκια του, όποτε τους αννοίασιν να δκιανεφτούν νάκκον, επηαίνναμ 'πό πάνω 'πού τολ λάκκον τζ'ελαλούσαν του να μεμ μαραζώνει τζ''έν' να του παίρνουφ φαΐν να τρώει. Είπεν τους τζαι τζείνος να του παίρνουν τζαι νερόν. Τα λιονταρούδκια ηύρασιν έναγ καλότζιν του βοσκού γεμάτον νερόν, τζ'επκιάσαν το τζ' επήραν του το. Ο βοσκός είδεν τα λιονταρούδκια πώς επκιάσαν το κολότζιν τουμ τζ' έτρεξεν ταπισόν τους. Άμα έφτασεν τζαμαί στολ λάκκον τζ'είδεμ πως έσει πλάσμαμ μέσα, έβκαλεν τογ γιον της λιοντάρενας τζ'επήρεν τον έσσω του. Ο βοσκός εξάννοιξέν τομ 'πό τζει 'πό δα, τζ' είπεν του την ιστορίαν του, τζ'επαρακάλησέν τον να τον πάρει στο παλάτιν της μάισσας πού ήτουν τζ'η αφίλητη.

Επήεν τζ'επήρεν τον, αμμά που είσεν ησυχίαν η μάϊσσα. Καθ' ημέρα επολέμαν με το στρατόν του βασιλέα, τζ'ο πόλεμος 'εν ετέλειωννεν. Μιαν ημέραν η αφίλητη εποφάσισεν να πάει με τες δούλες να δουν τημ μάϊσσαμ που πολεμά με το στρατόν του βασιλέα. Ο γιος τη λιοντάρενας άκουσέν το τζ'έθελεν να τομ πάρουν μιτά τους. Τζείνες ελυπηθήκαν τον τζ' επήραν τον. Ότι τζ'είδεν τον η μάϊσσα, είπεν τους να τομ πάρουν πά' στο βουνόν τζαι να τον αήκουμ μανιχόν του. Επήραν τον. Σαν εκάθετουν τζαμαί, επήασιγ κοντά του δκυο πεζούνια τζ'είπαν του πως 'έν' να του σύρου δκυο φτερά τζαι να τα πκιάση. Άμα τα πκιάσει, να βκάλει 'πού τημ πούγκαν του τ' αμμάδκια του, τζαι να τα βάλει στον τόπο τους. Άμα τα βάλει, να τα αλείψει με τα φτερά τζ' 'έν' να γειάνει. Έτσι ήτουν. Όπως του είπαν τα πεζούνια έκαμεν, τζ'έΐνηκεν τέλεια καλά. Εσηκώστην τζ' επήεν ολόισια τζαμαί που πολέμαν η μάϊσσα. Τζείν' την ώραν επολέμαν τζ'ο βασιλέας. Όσον τζ'είδεν τον ο γιος τη λιοντάρενας, βουτά με το σπαθίν του, εσκότωσέν τον. Ο πόλεμος ετέλειωσεν τζ' ο γιος τη λιοντάρενας επαντρεύτηκημ με την αφίλητην, τζ'έπκιασεν το βασίλειον δικόν του. Έμεινεν τζ' η μάϊσσα μιτά τους, τζ'άηκά τους τζείνους τζει καλά τζ'ήρτα δα τ^ ηύρα σας εσάς καλλύτερα.

Ν. Κληρίδης, Κυπριακά παραμύθια III, σ. 69-75. Παραλλαγή από τον Αγρό της Κύπρου. Αφήγηση Αννεζού Χατζησάββα, 80 ετών.

Σελ. 394
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/395.gif&w=600&h=915

Λεξιλόγιο

Ανηώννω = ανατρέφω, μεγαλώνω Άππαρος = άλογο Γιον = σαν, ως, καθώς Γισακκούιμ = δισάκι μικρό και μεγάλο Καρρέ - καρρέ = κατάματα Κάστια = μεγάλα βάσανα Καττάρι = γραμμή, παράταξη Κουρκάρω = υποχωρώ, δέχομαι Κιλίκκιν = κατάσταση Μουγκαρίζω = μουγκρίζω

ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΠΑΡΑΛΛΑΓΩΝ

ΝΗΣΙΑ ΤΟΥ ΑΙΓΑΙΟΥ α. Δωδεκάνησα

1. ΙΛ 700 Α', 227-237, Νίσυρος, «Της Πεντάμορφης του κόσμου η φωτγιά». Η κατάρα της γριάς στο βασιλόπουλο γιατί της έριξε τον τέντζερη με τη φακή: «Που να σε κάψει της Πεντάμορφης του Κόσμου η φωτιά». Αναζήτηση, βοηθός ο δράκος που του έκοψε τα φρύδια και η δράκισσα που της συγύρισε το σπίτι: να περάσει γρήγορα από τα βουνά που ανοιγοκλείνουν, να κάψει την τρίχα της και θα σβήσει η φωτιά που όλους καίει, να ρίξει το κρέας στα λιοντάρια και το ψωμί στους σκύλους και στα αρνιά. Η Πεντάμορφη τα διατάζει να τον κυνηγήσουν μα αυτά ευγνώμονα δεν τον πειράζουν. Η Πεντάμορφη παραδέχεται πως νικήθηκε και την κάνει γυναίκα του. Γυρνούν μαζί στο παλάτι του πατέρα του.

2. ΙΛ 726, 247-288, Κάλυμνος, «Η κυρά-Τζορτζόνα». Ανοίγοντας το βασιλόπουλο την απαγορευμένη κασέλα βλέπει τη φωτογραφία της κυρά-Τζορτζόνας που ούτε ο πατέρας του ούτε ο παππούς του μπόρεσαν να πάρουν και αποφασίζει να τη βρει. Παίρνοντας το άλογο του παππού του, που κανένας δεν μπορούσε να καβαλήσει, φεύγει. Με τη συμβουλή του αλόγου του φτάνει στον πύργο της Τζορτζόνας και κάνει τα αδέλφια της (σαράντα δράκους) να τον αναγνωρίσουν για δυνατότερο τους και να τον κάνουν γαμπρό τους (φέρνει το περισσότερο κυνήγι, τους περνάει στο βόλι). Μαθαίνοντας ο βασιλιάς- πατέρας του ότι ο γιος του παντρεύεται με τη Τζορτζόνα

Σελ. 395
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/396.gif&w=600&h=915

να στέλνει στρατό να τον νικήσει για να πάρει την κοπέλα. Ο νέος τους νικάει όλους. Αναλαμβάνει μια γριά μάγισσα και ξεγελώντας τον, τον φέρνει στο καράβι της, τον κοιμίζει με τα μαγεμένα μήλα και τον φέρνει στο βασιλιά. Ο βασιλιάς θέλει να τον κρεμάσει μα τον σώζει η βασιλοπούλα και η καϊμακχαμοπούλα. Η μάγισσα ξανάρχεται στον πύργο της Τζορτζόνας σαν ζητιάνα και της λέει πως υπάρχει δυνατότερος απ' το βασιλόπουλο: το Καράκι. Το μαθαίνει ο νέος και πηγαίνει να το βρει. Παλεύει μαζί της - γυναίκα θηρίο - μα βγαίνουν ισόπαλοι. Με τη συμβουλή του γέρου την ακολουθεί στη σπηλιά της, της σκίζει φόρεμα και τρώγοντας το ματζούνι της τη νικάει. Αντί για άλλη αμοιβή ζητάει από το βασιλιά αμάξι που τραβάει το Καράκι και φεύγουν. Στο δρόμο νικάει και άλλα θηρία και τους αποκτά συντρόφους: αράπη που με τα χείλια του έκλεινε το ποτάμι, αυτόν που έκλεινε με τα πόδια του το δρόμο, αυτόν που χαλούσε το βουνό. Παίρνοντας και τη γυναίκα του πηγαίνει να δει τους γονείς του αλλά ο πατέρας του τον ξεγελάει και παίζοντας μαζί του ζάρια, τον κερδίζει, του βγάζει τα μάτια και τον πετάει στο γκρεμό. Από τις κουβέντες των πουλιών μαθαίνει πώς θα ξαναβρεί το φως του: να σκάψει και θα βρει αθάνατο νερό και αλείφοντας χαρουπόφυλλα στα μάτια του θα αποκτήσει μάτια γαλάζια. Ξαναγυρνάει στο αμάξι και οι σύντροφοι-θηρία τον αναγνωρίζουν από το ρίξιμο της πέτρας: την πετάει μακριά. Εμφανίζεται αγνώριστος στον πατέρα του, μόνο αυτός μπορεί να τραβήξει το αμάξι με τη Τζορτζόνα. Βάζει τα θηρία-συντρόφους να σκοτώσουν το βασιλιά πατέρα του και τους ανθρώπους του, γίνεται αυτός βασιλιάς και η Τζορτζόνα βασίλισσα.

3. ΛΦ 230, 1-27, Κατταβιά Ρόδου, «Το βασιλόπουλον κι η Πεντάμορφη». Αντρειωμένο βασιλόπουλο μπαίνει στο απαγορευμένο δωμάτιο, βλέπει τη φωτογραφία της Πεντάμορφης και ξεκινάει να τη βρει. Συναντά τ' αδέρφια της, τους σαράντα δράκους, που τον αναγνωρίζουν ως αξιότερο τους και τον παντρεύουν με την Πεντάμορφη. Φεύγοντας του δίνουν τρίχες από τον καθένα τους, να τις τσικνίσει, άμα τους έχει ανάγκη. Ο πατέρας του ήρωα στέλνει στρατό εναντίον του αλλά τους εξολοθρεύει. Στέλνεται τότε μια γριά που στην ερώτηση του νέου «υπάρχει κάποιος δυνατότερος από μένα;» βάζει την αφελή γυναίκα του να του απαντήσει ότι υπάρχει η Καράκκης. Ο νέος φεύγει σε αναζήτηση της. Φθάνει σε χωριό όπου ένα θηλυκό θηρίο (Καράκκης) ζητά να τρώει μια κοπέλα την ημέρα ως αντάλλαγμα για να αφήνει το νερό να τρέξει (πβ. AT/ATU 300). Ο ήρωας νικάει το θηρίο και σώζει τη βασιλοπούλα. Κατόπιν επιστρέφει στον τόπο της Πεντάμορφης με μαλαματένια καρότσα όπου έχει ζέψει το θηλυκό θηρίο και τον αδερφό του (που με την τσιμπούκα του έκαιγε όποιον περνούσε αλλά το βασιλόπουλο τον υποτάσσει και αυτόν). Η Πεντάμορφη καλεί τους σαράντα δράκους με το τσίκνισμα της τρίχας και αυτοί τρώνε τη γριά. Επιστρέφοντας με την Πεντάμορφη στον πατέρα του, ο ήρωας παίζει χαρτιά

Σελ. 396
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/397.gif&w=600&h=915

μαζί του: όποιος χάσει θα του βγάλουν τα μάτια. Ο νέος νικά τις δυο πρώτες φορές αλλά αρνείται να βγάλει τα μάτια του πατέρα του, την τρίτη ο πατέρας κερδίζει και του βγάζει τα μάτια. Ο νέος ξαναβλέπει νίβοντας τα μάτια του με αθάνατο νερό (αλλάζουν το χρώμα τους), επιστρέφει, βάζει τα θηρία να φάνε τον πατέρα του και γίνεται βασιλιάς.

β. Κυκλάδες

4. ΛΑ 1684 Β', 7-13, Αμοργός, «Χρυσομαλλούσα». Με το μήλο που δίνει ο γεωργός στον άκληρο βασιλιά γεννιέται ένα παιδί που, αντί για γάλα, ζητάει μια φουρνιά ψωμί. Ο πατέρας φοβάται τη δύναμή του και διατάζει όλοι να κλειστούν στα σπίτια τους αλλά το υπερφυσικό βρέφος ζητάει να δει τον κόσμο. Σπάζοντας με μια πέτρα το τσουκάλι της γριάς, της χύνεται η φάβα και αυτή τον καταριέται να δει τον καημό της Χρυσομαλλούσας. Το οκτώ ημερών βρέφος (Γιαννάκης) ανοίγοντας την απαγορευμένη κάμαρα με το κλειδί που ζύγιζε δεκαπέντε καντάρια, λευτερώνει το άλογο που έτρωγε όσο αυτός, παίρνει τη χρυσή σέλα του από το κλειδωμένο δωμάτιο και τα κρυμμένα όπλα του παππού του και καβαλώντας το έρχεται στο παλάτι της Χρυσομαλλούσας και νικάει τους αδερφούς της: στο στοίχημα ποιος θα ρίξει τη σαΐτα του πάνω από το δέντρο, του παιδιού πάει δυο φορές πιο ψηλά. Για να τον αφανίσουν οι δράκοι τον παίρνουν μαζί στο κυνήγι και τον αφήνουν μόνο με δύο θηρία αλλά ο Γιαννάκης αντρειωμένος τα σκοτώνει. Οι δράκοι τον κάνουν γαμπρό τους αλλά ο πατέρας του μαθαίνοντας πως πήρε τη Χρυσομαλλούσα που στο κρεβάτι γινόταν δώδεκα χρονών τη θέλει για τον εαυτό του. Με τη βοήθεια μιας γριάς τον κοιμίζει και τον φυλακίζει αλλά η βεζιροπούλα εξαγοράζει τους φύλακες και τον ελευθερώνει. Σε αντάλλαγμα ο Γιαννάκης την παντρεύει με έναν από τους κουνιάδους του. Και δεύτερη φορά η γριά προσπαθεί να τον αφανίσει: βάζει τη Χρυσομαλλούσα να του πει πως δυνατότερος από αυτόν είναι η Καρακιόζι. Ο Γιαννάκης την αναζητάει, νικάει τον αράπη δούλο της, τρώει τα ψωμιά και το βόδι που θα έτρωγε η Καρακιόζι, λευτερώνει τον άνθρωπο που θα έτρωγε και παλεύοντας μαζί της βγαίνουν ισόπαλοι. Κρυφακούγοντας μαθαίνει πως η μάνα της Καρακιόζι γέμισε για την κόρη της τα κουρούπια με δύναμη, τα πίνει αυτός και βρίσκοντας κοιμισμένη την Καρακιόζι, κοιμάται μαζί της. Ξυπνώντας η Καρακιόζι παραδέχεται πως νικήθηκε και τον ακολουθεί. Την δίνει γυναίκα στον δεύτερο κουνιάδο του. Και πάλι ο βασιλιάς πατέρας του τον ξεγελάει και ρίχνοντάς τον από τον γκρεμό, του βγάζει τα μάτια για να πάρει τη Χρυσομαλλούσα αλλά, από δυο πουλάκια, ο νέος μαθαίνει πώς θα ξαναδεί: να πλυθεί με το νερό μιας βρύσης. Ο αράπης της Καρακιόζι με το τσιμπούκι του σκοτώνει το βασιλιά και στο θρόνο ανεβαίνει ο Γιαννάκης με τη Χρυσομαλλούσα.

Σελ. 397
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/398.gif&w=600&h=915

ΚΥΠΡΟΣ

5. Κληρίδης III, 69-75, Αγρός, «Η αφίλητη». Η παραλλαγή που δημοσιεύουμε εδώ.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΣΤΟΥΣ ΤΥΠΟΥΣ AT *667 Α KAI AT *667 Β

Ο παραμυθιακός τύπος AT/ATU 667 (The Wood-Spirit's Foster Son) είναι κυρίως γνωστός σε δανέζικες, σουηδικές, φινοσουηδικές, ρωσικές και λευκορωσικές παραλλαγές οι οποίες είναι κατά το ένα μέρος μερικώς ατελείς και κατά το άλλο κατατάσσονται υπό τον AT/ATU 302 [The Ogre's (Devil's) Heart in the Egg - Η εξωτερική ψυχή)]. Όπως σημειώνει η Pirkko - Liisa Rausmaa, ο AT 667 δύσκολα μπορεί να καταταγεί ως ανεξάρτητος παραμυθιακός τύπος, καθώς περιέχει πολλά στοιχεία που περιλαμβάνονται και σε πολλούς άλλους τύπους διηγήσεων1. Ο Γεώργιος Μέγας, ο οποίος συστηματικά ασχολήθηκε με τον AT *667Α, θεωρεί ως ελληνικό οικότυπο τον συμφυρμό του διεθνούς παραμυθιακού τύπου AT 667 με τον AT 513 (Οι θαυμάσιοι σύντροφοι) και τον AT/ATU 3022. Με αυτόν τον παραμυθιακό συμφυρμό συνδέονται επίσης και άλλοι παραμυθιακοί τύποι που αντιστοιχούν στα επεισόδια της απόκτησης συζύγων για τους τρεις βοηθούς [συνηθέστερα ο AT/ATU 306 (Η βασιλοπούλα που χαλούσε τα παπούτσια της) και σπανιότερα οι AT/ATU 852* και AT/ATU 325 (Ο μαθητευόμενος μάγος) καθώς και άλλα παραμύθια είτε ως εισαγωγές [AT/ATU 314 (Ο χασίδης), AT/ATU 725 (Το όνειρο)] είτε ως επιπλέον επεισόδια που εμπλουτίζουν τις περιπέτειες του ήρωα [όπως ο AT/ATU 300 (Ο δρακοντοκτόνος ήρωας). Ένα αρχετυπικό λοιπόν παραμυθιακό θέμα (η αναζήτηση της Πεντάμορφης) αναπτύσσεται στον AT *667Α σε μια σύνθετη και συνεκτική παραμυθιακή πλοκή που, συναιρώντας έναν μεγάλο αριθμό θεμάτων και μοτίβων του μαγικού παραμυθιού, φαίνεται ότι απευθυνόταν σε ακροατήρια ιδιαίτερα εξοικειωμένα με τον πλούτο της παραδοσιακής αφήγησης. Η συχνή άλλωστε αναφορά του παραμυθιού αυτού σε έντυπες και χειρόγραφες συλλογές του 19ου αιώνα (Hahn, Κρίσπη, Αδαμαντίου), σε αντίθεση με τη γενικά περιορισμένη του διάδοση στη σύγχρονη εποχή, υποδεικνύει αφενός ένα τέτοιο παραμυθιακό περιβάλλον, αφετέρου την ύπαρξη μιας παλαιότερης και ευρύτερα διαδομένης παραμυθιακής παράδοσης στην οποία ο οικότυπος αυτός ανήκει.

Η αναφορά τριάντα εννέα παραλλαγών δεν είναι ενδεικτική της διάδοσης του

1. Pirkko - Liisa, «Pflegesohn des Waldgeistes», Enzyklopädie des Märchens, Band 10, σ. 947-948.

2. Γ. Α Μέγας, «Σημειώσεις εις τα Κυπριακά παραμυθία της συλλογής Ν. Κονομή», Λαογραφία Κ', 1962, σ. 412.

Σελ. 398
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/399.gif&w=600&h=915

παραμυθιού καθώς επιλέξαμε να συμπεριλάβουμε και παραμύθια που δεν έχουν παρά μακρινή σχέση με το βασικό θέμα του AT/ATU 667. Ο ίδιος ο Μέγας στις σημειώσεις που κρατούσε στον ανέκδοτο κατάλογο του ελληνικού παραμυθιού φαίνεται να αμφιβάλλει για το αν ορισμένες παραλλαγές πρέπει να ενταχθούν σε αυτόν ή σε άλλους τύπους. Επιπλέον η πολυπλοκότητα του θέματος προκύπτει τόσο από τη συσσώρευση μαγικών στοιχείων όσο και από τη θέση τους στην εξέλιξη της αφήγησης που μπορεί κάθε φορά να διαφέρει.

Το δεύτερο μέρος του παραμυθιού συγκεντρώνει μια σειρά μοτίβων ιδιαίτερα παλαιών και διαδομένων: το μοτίβο της χρυσής τρίχας, μεταφερμένης από ένα πουλί σε ένα βασιλιά, που στέλνει τον ήρωα σε αναζήτησης της Πεντάμορφης, στην οποία ανήκει, είναι αξιοσημείωτο τόσο για την παλαιότητα όσο και για τη διάδοση του: εμφανίζεται στον φαραωνικό μύθο των Δύο αδερφών (1300 περ. π.Χ.), στην κινεζική Tripitaka (500 μ. Χ), σε γερμανική σύνθεση του Τριστάνου και Ιζόλδης του 12ου αιώνα, σε εβραϊκή συλλογή του 12ου ή 13ου αιώνα και συνδέεται συχνά, στην πρόσφατη παράδοση, με θέματα των παραμυθιακών τύπων AT/ATU 318 (The Faithless Wife), AT/ATU 302 Β (Hero with Life Dependent on his Sword), AT/ATU 531 (Ferdinand the True and Ferdinand the False / To βασιλόπουλο και ο σπανός) και AT/ATU 560 (The magic Ring/Το μαγικό δαχτυλίδι).

Εκτός από το μοτίβο της χρυσής τρίχας, το παραμύθι της φαραωνικής Αιγύπτου Τα δύο αδέρφια περιέχει επίσης το μοτίβο της γριάς γυναίκας που ξεγελά τη νεαρή σύζυγο να αποκαλύψει το μυστικό της δύναμης του ήρωα (η καρδιά του βρίσκεται στην κορφή μιας ακακίας). Η σύζυγος φθάνει στο παλάτι του Φαραώ ενώ οι στρατιώτες κόβουν την ακακία, έτσι η καρδιά του ήρωα πέφτει στη γη προκαλώντας το θάνατο του. Αλλά ο μεγαλύτερος αδερφός του, ειδοποιημένος από ένα σημάδι ζωής και θανάτου, ανασταίνει τον μικρότερο. Το παραμύθι συνεχίζεται πάνω στο θέμα της άπιστης συζύγου.

Ο Claude Bremond, σε ανέκδοτη μελέτη του, παρακολουθεί την εξέλιξη του μοτίβου της χρυσής τρίχας με αφετηρία το παραμύθι των Δύο αδερφών και διακρίνει στο coprus των νεότερων παραμυθιών δύο κύριες γραμμές εξέλιξης: η μία προς τους τύπους AT 302 Β (ιδιαίτερα διαδομένος στην Ινδία) και AT 303 (The Twins or Blood Brothers) και η δεύτερη προς τους τύπους AT 318, AT 531, 560. Τα παραμύθια αυτά παρουσιάζουν μοτίβα συχνά συνδεδεμένα με την παράδοση του AT *667. Πιο κοντά του φαίνεται να βρίσκονται πάντως τα παραμύθια που ανήκουν στο πρώτο σκέλος, που αναπτύσσεται από το αιγυπτιακό παραμύθι, ιδιαίτερα ο AT/ATU 302 Β (που στον ελληνικό κατάλογο αναφέρεται ως AT 302). Το σχήμα της πλοκής του AT/ATU 302 Β περιλαμβάνει το μοτίβο του μαγικού αντικειμένου (σπαθί) απ' όπου εξαρτάται η ζωή του ήρωα, το μοτίβο της χρυσής τρίχας της νέας συζύγου που φθάνει στα χέρια ενός βασιλιά που την επιθυμεί με τη σειρά του, την παρέμβαση της γριάς γυναίκας που κερδίζει την εμπιστοσύνη της και μαθαίνει ότι η ζωή του άντρα της

Σελ. 399
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/400.gif&w=600&h=915

εξαρτάται από το σπαθί του και το ρίχνει στη φωτιά προκαλώντας το θάνατο του ήρωα, την αρπαγή της νέας γυναίκας και την επέμβαση των συντρόφων του ήρωα που ειδοποιημένοι από τα σημάδια ζωής, φθάνουν και τον ανασταίνουν και στη συνέχεια όλοι μαζί ελευθερώνουν την σύζυγο.

Αντίθετα, το δεύτερο μέρος του AT *667 διαφέρει από τον AT/ATU 318 ως προς το μοτίβο της άπιστης γυναίκας, που δεν υπάρχει στις παραλλαγές του AT *667. Ο AT *667 διαφέρει επίσης από τον AT/ATU 531 επειδή στον AT/ATU 531 η χρυσή τρίχα ανήκει σε μία ανύπαντρη νέα που ο ήρωας, σταλμένος από το βασιλιά, πρέπει να αναζητήσει, ενώ στον AT *667 πρόκειται για τη γυναίκα του ήρωα που απάγεται από το βασιλιά. Κοινά μοτίβα στον AT/ATU 531 και AT *667 είναι η επιθυμία του γέρου βασιλιά να γίνει νέος, η τιμωρία του και η αντικατάσταση του από τον ήρωα στο θρόνο.

Ο Γεώργιος Μέγας μελέτησε τις ελληνικές παραλλαγές του AT/ATU *667 Α σε σύγκριση με τα τουρκικά, ρουμανικά και υπόλοιπα βαλκανικά παράλληλά τους3. Με αφετηρία το φαραωνικό παραμύθι των Δύο αδερφών βλέπει μία ανάπτυξη ανατολική του παραμυθιού και μια ανάπτυξη δυτική. Συμπεραίνει ότι οι ελληνικές παραλλαγές απομακρύνονται από το αρχαίο αιγυπτιακό παραμύθι, επειδή δεν περιέχουν το μοτίβο της άπιστης γυναίκας.

Ο Karel Horälek εξετάζει τα σλαβικά παραμύθια που κατατάσσονται στον AT 302 Β και AT 516 Β (The Abducted Princess. Love Throught Sight of Floating Hair) σε σχέση με τα ελληνικά και ανατολικο-τουρκικά παραμύθια και θεωρεί ότι όλα αυτά τα παραμύθια είναι γενετικά συγγενή με το αιγυπτιακό παραμύθι των Δύο αδερφών και επομένως προστίθενται στην ανατολική διατύπωση αυτού του παλαιού παραμυθιού.

Ο Γεώργιος Μέγας σημειώνει, διαφωνώντας με την παραπάνω άποψη, ότι η καταγωγή της ανατολικής ομάδας από το αιγυπτιακό παραμύθι δεν είναι τόσο καθαρή, όπως αυτή της δυτικής ομάδας. Τα παραμύθια της δυτικής ομάδας συνδέουν την προδοσία της γυναίκας και τις τρεις μεταμορφώσεις του ήρωα [AT/ATU 318 και AT/ATU 590 A (The Treacherous Wife) ] και επομένως βρίσκονται πολύ κοντά στο αρχαίο αιγυπτιακό παραμύθι, κάτι που δεν μπορούμε να πούμε και για τα παραμύθια της ανατολικής ομάδας4. Τα παραμύθια της ανατολικής διατύπωσης είναι πιθανόν να έφθασαν στα Βαλκάνια με μεσολάβηση των Οσμανλήδων Τούρκων. Έτσι εξηγούνται οι ιδιαιτερότητες στα ονόματα (π.χ. Καρακίζ) που έχουν τα βαλκανικά και ορισμένα ελληνικά παραμύθια, επιβεβαιώνοντας το γεγονός ότι το παραμύθι του δυτικού τύπου ήταν άγνωστο στα Βαλκάνια5.

3. G. Α. Megas, «Der Pflegesohn des Waldgeistes (AT 667). Eine griechische und balkanische parallele», Λαογραφία KE', 1967, σ. 344-370.

4. Megas, 1968, ό.π., 362.

5. Megas, 1968, ό.π., 363.

Σελ. 400
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/401.gif&w=600&h=915

Ωστόσο το μοτίβο του ξανανιώματος του γέρου βασιλιά εφόσον κοιμηθεί με την Πεντάμορφη που βρίσκεται στις ελληνικές, σε δύο σλαβομακεδονικές και σε δυτικοβουλγαρικές παραλλαγές, δεν υπάρχει σε καμιά από τις τουρκικές παραλλαγές του παραμυθιού μας. Κάτι που ως ένα σημείο δείχνει και την περιχαράκωση των ελληνικών παραμυθιών σε ξένες επιδράσεις6. Ο Μέγας εξετάζει τις βαλκανικές παραλλαγές συγγενών παραμυθιών και συγκρίνει τις ελληνικές παραλλαγές του AT/ATU *667Α που μοιάζουν με τις τουρκικές παραλλαγές του αρ. 215 του τουρκικού καταλόγου των παραμυθιών των Eberhard και Boratav. Εξετάζοντας τη σχέση μεταξύ των ελληνικών (και επομένως υπόλοιπων βαλκανικών) και των τουρκικών παραμυθιών, ο Μέγας το θεωρεί ως ένα ζήτημα ιδιαίτερα περίπλοκο, καθώς ήδη πριν από την τουρκική εισβολή στη Βαλκανική, η ανατολική μορφή του παραμυθιού ζούσε στην ελληνική παράδοση, όπως μαρτυρεί η μυθιστορία του Καλλίμαχου. Ο Μέγας7 επισημαίνει τις σχέσεις μεταξύ των λαϊκών παραλλαγών του AT *667 Α και των έμμετρων βυζαντινών μυθιστοριών του 14ου αιώνα Καλλίμαχος και Χρυσορρόη και Λίβιστρος και Ροδάμνη, που περιέχουν επίσης το μοτίβο του ήρωα του οποίου η ζωή εξαρτάται από ένα μαγικό αντικείμενο και το επεισόδιο της αρπαγής της νέας συζύγου.

Ο Γ. Μέγας θεωρεί ξεχωριστό οικότυπο (AT *667 Β) μια ομάδα πέντε παραμυθιών από τα Δωδεκάνησα, τις Κυκλάδες και την Κύπρο, όπου αντίπαλος του ήρωα είναι ο ίδιος του ο πατέρας, θέμα που στις παραλλαγές του AT *667 Α παρουσιάζεται με έμμεσο μόνο τρόπο (στο επεισόδιο του γέρου βασιλιά που επιθυμεί να κοιμηθεί με την Όμορφη για να ξανανιώσει). Σε ορισμένες επίσης παραλλαγές του AT *667 Α η εξωτική γυναίκα είναι ερωμένη του θετού γονιού ή αποτελεί αντικείμενο πόθου τόσο για τον πατέρα όσο και τον παππού του ήρωα που όμως δεν μπόρεσαν να την κατακτήσουν. Το θέμα της αντιπαράθεσης ενός νέου με τον ίδιο του τον πατέρα για μια μαγική γυναίκα που φθάνει έως την πατροκτονία εμφανίζεται και σε άλλες ομάδες παραμυθιών8.

Ο δράκος (δερβίσης ή αράπης) που γίνεται θετός γονιός ή νονός του ήρωα συγκεντρώνει επίσης ποικίλα αφηγηματικά χαρακτηριστικά που τον απομακρύνουν από τους συνήθεις κακούς και ανθρωποφάγους δράκους των ελληνικών παραμυθιών που κυκλοφορούν σε ομάδες των σαράντα9: είναι το υπερφυσικό

6. Megas, 1968, ό.π., σ. 364.

7. Γ. Α. Μέγας, «Καλλιμάχου και Χρυσορρόης υπόθεσις», Mélanges offerts à Octave et Melpo Merlier, Athènes 1956, τ. 2, σ. 147-172.

8. Βλ. για παράδειγμα την ανάλυση της Άννας Αγγελοπούλου για τους παραμυθιακούς τύπους AT 400, AT 402 και AT 465 (Α. Angélopoulou, « Fiancée exotique, fiancée animale?», Cahiers de Littérature Orale, n. 57-58, 2005, σ. 117-138.

9. Δεν είναι η μοναδική περίπτωση: ένα σύνθετο αφηγηματικό ρόλο αποτελεί, yta παράδειγμα, και ο δράκος στις ελληνικές παραλλαγές του AT 894, βλ. Ε. Katrinaki, «Le secret du maître d'école. A propos du conte-type AT 894», Cahiers de Littétature Orale, n. 57-58, 2005, σ. 139-164.

Σελ. 401
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/402.gif&w=600&h=915

πλάσμα που εξασφαλίζει μια μαγική γέννηση για να οικειοποιηθεί στη συνέχεια το αποτέλεσμά της, η πατρική μορφή που ο νεαρός ήρωας πρέπει να αντιμετωπίσει και να νικήσει για να πάρει τη «δρακοντίσια» δύναμη, κατέχει μαγικά αντικείμενα και ζώα και ζει σε παλάτι μέσα στο οποίο υπάρχει η απαγορευμένη κάμαρα με την Πεντάμορφη, ένα πρόσωπο ταυτόχρονα απειλητικό και λυτρωτικό, που συνήθως πεθαίνει ή εξαφανίζεται από το πεδίο της δράσης, όταν ο νεαρός ήρωας, φορτωμένος με τα δώρα που εκείνος του έδωσε, ξεκινά να βρει την Πεντάμορφη.

Η βασική ιδέα των παραμυθιών για την αναζήτηση της Πεντάμορφης αφορά στην αντιπαράθεση ανάμεσα σ' έναν θνητό άντρα και μια γυναίκα με υπερφυσικές δυνάμεις. Ο παραμυθιακός ήρωας, προικισμένος με «δρακοντίσια» δύναμη ή παίρνοντας από τον θετό γονιό του μαγικά αντικείμενα και φτερωτό άλογο που τον συμβουλεύει, ξεκινά σε αναζήτηση της Πεντάμορφης που τη ζωγραφιά της έχει δει μέσα στο απαγορευμένο δωμάτιο. Η Πεντάμορφη, που κατοικεί σ' έναν απομακρυσμένο, μαγικό τόπο, μακριά από τον κόσμο των ανθρώπων, στην ερημιά, προσκαλεί τους υποψήφιους μνηστήρες να παλέψουν μαζ1 της, αποδεχόμενη να παντρευτεί μόνο όποιον τη νικήσει στο πάλεμα. Ορισμένες φορές πρόκειται για μια μάγισσα που έχει τη δυνατότητα να αλλάζει μορφές ή και να μεταμορφώνει τους αντιπάλους της σε ζώα ή να τους μαρμαρώνει. Είναι συχνά καρδιογνώστης και κατέχει κι άλλες μαγικές ιδιότητες όπως την ικανότητα να ξανανιώνει όποιον κοιμηθεί μαζί της. Άλλοτε πρόκειται για την κόρη ενός βασιλιά ο οποίος βάζει αδύνατα ζητήματα στους υποψήφιους μνηστήρες, τους σκοτώνει, όταν αποτύχουν και χτίζει πύργο με ανθρώπινα κεφάλια.

Μύθοι και παραμύθια για μάγισσες που μεταμορφώνουν τους ανθρώπους σε ζώα ή μάρμαρα είναι διεθνώς γνωστά. Ωστόσο η μάγισσα δεν είναι ένα συνηθισμένο πρόσωπο στον αρχαίο ελληνικό μύθο: ως προέλευση των δύο πιο γνωστών μαγισσών, της Κίρκης και της Μήδειας, αναφέρεται εξάλλου η ανατολή. Συνήθως πρόκειται είτε για μια μάγισσα που σκοτώνει (και καμιά φορά τρώει) κάθε άνθρωπο που παραβιάζει το χώρο της είτε για μια όμορφη μαγική γυναίκα, σε αναζήτηση ενός εραστή, που, όταν βαρεθεί, μεταμορφώνει σε ζώο.

Σε ορισμένες παραλλαγές (από τη νησιωτική Ελλάδα και τους μικρασιάτες πρόσφυγες) ο παραμυθιακός ήρωας έχει να αντιμετωπίσει όχι μόνο την Πεντάμορφη (ή τους φύλακές της) αλλά και ένα ανθρωποφάγο θηλυκό τέρας, ένα είδος δράκισσας, που τελικά νικάει και κάνει υπηρέτη του. Το επεισόδιο αυτό εντάσσεται σε διαφορετικούς παραμυθιακούς τύπους και παραδόσεις (όπως η μικρασιατική παράδοση της Μαρκάλτσας, μιας δράκισσας που τρώει μικρά παιδιά) όπου το θηλυκό τέρας αντικαθιστά την Πεντάμορφη, αφού ο ήρωας τελικά το παντρεύεται. Στις παραλλαγές του AT *667 Β το επεισόδιο της αναζήτησης της γυναίκας - θηλυκού τέρατος που υποτάσσεται από τον ήρωα και τον βοηθάει στη συνέχεια είναι επίσης περισσότερο αναπτυγμένο.

Σελ. 402
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/403.gif&w=600&h=915

Με βάση το αφηγηματικό υλικό που διαθέτουμε, φαίνεται ότι το θέμα της αναζήτησης της Πεντάμορφης και το θέμα της πάλης με μια γυναίκα αυτή τη φορά όχι όμορφη αλλά τερατώδη, λειτούργησαν συμπληρωματικά σε ορισμένες παραλλαγές των τύπων AT *667 Α και AT *667 Β, μεταφέροντας ερωτήματα για τη γυναικεία φύση και τη γυναικεία γενναιότητα. Οπωσδήποτε οι Πεντάμορφες, και οι μαγικές ή τερατώδεις γυναίκες των παραμυθιών ξεφεύγουν από τα ανθρώπινα μέτρα, δρουν στο περιθώριο της ανθρώπινης κοινωνίας, τα βάζουν με υπερφυσικούς αντιπάλους και αρνούνται συνήθως να ενσωματωθούν σε μια κοινωνία μέσα από ένα κατεξοχήν κοινωνικό θεσμό, το γάμο, που, όταν τελικά συμβεί, οδηγεί στην απώλεια μέρους ή όλων των μαγικών δυνάμεων της ηρωίδας.

Σελ. 403
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/404.gif&w=600&h=915 01 - 0002.htm

ΛΕΥΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

Σελ. 404
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/405.gif&w=600&h=915

ΠΑΡΑΜΥΘΙΑΚΟΣ ΤΥΠΟΣ AT/ATU 670

Σελ. 405
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/406.gif&w=600&h=915 01 - 0002.htm

ΛΕΥΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

Σελ. 406
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/407.gif&w=600&h=915

ΠΑΡΑΜΥΘΙΑΚΟΣ ΤΥΠΟΣ AT/ATU 670

Η γλώσσα των ζώων

AT: The animal languages

ATU 670: The man who understands animal languages Delarue-Tenèze : Le langage des animaux

Straparola XII, 3, Federic du Petit Puys, lequel entendoit le langage de tous animaux...

Eberhard - Boratav no 56_

Ο καρδιογνώστης

Κάποια φορά ζούσε ένας χωριάτης. Δούλευε στο χτήμα του μιαν ημέρα και στο δρόμο που πήγαινε συνάντησε ένα θάμνο που καιγόταν. Γλίτωσε λοιπόν ένα φίδι που κινδύνευε να καεί και κείνο για πλερωμή του 'δωκε το χάρισμα να καταλαβαίνει όλων των ζώων τις γλώσσες. Δεν έπρεπε όμως να πει σε κανέναν το μυστικό, γιατί θα πέθαινε.

Μια μέρα ταξίδευε για το χωριό του πεθερού του. Καβάλα στη φοράδα του ήταν η γυναίκα του, γκαστρωμένη, που 'χε κι άλλο μωρό στην αγκαλιά της. Μα κι η φοράδα ήταν γκαστρωμένη και πίσω της ακολουθούσε το πουλαράκι της. Το πουλαράκι όμως απόστασε και λέει στη μάνα του: «Μάνα, απόστασα». Κι η φοράδα τ' απάντησε: «Πορπάτα, μωρέ παιδί μου. Τι να πω κι εγώ η δόλια, που σέρνω τέσσερους απάνω μου...» Ο χωριάτης τ' άκουσε τούτα κι είπε στη γυναίκα του να κατεβεί. Εκείνη ζήτησε να μάθει το γιατί, μα ο χωριάτης δεν της απάντησε άλλο.

Άμα φτάσανε στο χωριό, ο πεθερός του πήρε να σφάξει έν' αρνί, για να τους καλωσορίσει. Η μάνα τ' αρνιού παραπονεύτηκε κι είπε: «Λαμπρή να 'ρθει, δικό μου αρνί θα σφάξουν. Απόκριες να 'ρθουν, το ίδιο. Δε σφάζουν και καμιάς άλλης;» Τ' άκουσ' ο χωριάτης και είπε στον πεθερό του να σφάξει άλλο αρνί.

Τη νύχτα ήρθανε λύκοι στο χωριό. Είπαν στα σκυλιά να τους κάμουν πλάτες και το μερίδιο θα το 'χαν μισακό. Όλα τα σκυλιά δέχτηκαν. Μονάχα ένα γέρικο σηκώθηκε και φόβισε τ' άλλα σκυλιά πως θα μαρτυρήσει στ' αφεντικά τη μπαμπεσά τους. Αν διώχναν τους λύκους, τους υποσχέθηκε το πρωί να χύσει το γάλα απ' την καρδάρα, για να κάνουν οι σκύλοι ένα ωραίο φαΐ. Έτσι κι έγινε. Το πρωί το γέρικο σκυλί το 'χυσε το γάλ' από την καρδάρα. Θύμωσε ο πεθερός και χύμηξε με τη μαγκούρα του να σκοτώσει το σκυλί. Τον αμπόδικε

Σελ. 407
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/408.gif&w=600&h=915

όμως ο χωριάτης. Του 'πε πως τούτο το παλιόσκυλο γλίτωσε τη νύχτα ούλο το κοπάδι.

Η γυναίκα του χωριάτη ζητούσε σώνει και καλά να μάθει το μυστικό. Ο χωριάτης της είπε πως θα πέθαινε άμα της το 'λεγε. Η γυναίκα επέμενε. Ο χωριάτης στο τέλος δέχτηκε. Μόνο την παρακάλεσε, μια και θα 'ταν τα τελευταία του, να του 'τοιμάσει τα σπερνά του. Έτσι κι έγινε.

Στα σπερνά όμως πήγε και σγάρλιξ'ένας κόκορας. Μια κότα του 'πε: «Άσ' τα, και τον αφέντη μας θα τον πεθάνει η σκύλα η γυναίκα του. Θέλει να μάθει το μυστικό του». Κι ο κόκορας απάντησε: «Μωρέ, μπράβο! Εγώ κάνω καλά ενός χωριού κότες κι είμαι άρχοντας και κείνος μια γυναίκα δεν μπορεί να κάνει καλά; Ας πάρει μια σανίδα να της μετρήσει τα παίδια, να δεις, του ματαζητάει να μάθει το μυστικό;» Τ' άκουσ' ο χωριάτης κι έκανε κατά πώς είπε ο κόκορας. Και ζήσαν όλοι καλά και ποτέ δεν ματαζήτησε η χωριάτισσα να μάθει το μυστικό τ' αντρού της.

ΛΦ 1243, 27-28. Παραλλαγή που κατέγραψε ο I. Παπαδόπουλος το 1957 στην επαρχία Καλαβρύτων.

ΣΥΝΘΕΤΙΚΗ ΠΑΡΑΛΛΑΓΗ

I. Το δώρο των ζώων (ο ήρωας αποκτά το χάρισμα να καταλαβαίνει τις γλώσσες των ζώων)

α: Ο ήρωας είναι ένας άντρας που καταλαβαίνει τις γλώσσες των ζώων' α1: και των πουλιών' α2: είναι βοσκός' α3: είναι γεωργός' α4: άλλο.

β: Το χάρισμα αυτό του το έχει δώσει' β1: ένα φίδι' β2: φτύνοντας μέσα στο στόμα του' β3: δίνοντάς του ένα μαγικό αντικείμενο' β4: ένα ψάρι' β5: άλλο πρόσωπο ή ζώο' β6: επειδή του έσωσε τη ζωή' β7: ως ανταμοιβή, γιατί το τάιζε' β8: ο θεός' β9: άλλο.

γ: Ο άντρας δεν πρέπει να αποκαλύψει το μυστικό της γνώσης του' γ1: ειδάλλως θα πεθάνει' γ2: άλλο.

II. Οι συνομιλίες των ζώων και η περίεργη γυναίκα

α: Ο ήρωας ακούει τη συνομιλία των ζώων (και γελά)' α1: ακούει τα σκυλιά του να μιλούν με το λύκο που θέλει να φάει τα πρόβατα- μόνο ένα σκυλί (το πιο γέρικο) είναι πιστό και σώζει το κοπάδι. Ο άντρας ανταμείβει το πιστό σκυλί (και τιμωρεί τα άλλα)' α2: την προβατίνα να παραπονιέται που θέ-

Σελ. 408
Φόρμα αναζήτησης
Αναζήτηση λέξεων και φράσεων εντός του βιβλίου: Επεξεργασία παραμυθιακών τύπων και παραλλαγών AT 560-599
Αποτελέσματα αναζήτησης
    Ψηφιοποιημένα βιβλία
    Σελίδα: 389
    

    ΠΑΡΑΜΥΘΙΑΚΟΣ ΤΥΠΟΣ AT *667 Β

    Το Καράκι

    AT: Δεν περιλαμβάνεται

    ATU: Δεν περιλαμβάνεται_________

    Η αφίλητη

    Μιαβ βολάν τζ' έναν τζαιρόν είσεν έναβ βαιλέαμ που εσκέφτετουμ μέραν νύχταμ ποιον εν να' ν' το τέλος του. Σκέφτου, σκέφτου, εκατάντησεν να καλέσει έναμ μάον τζαι να τον αρωτήσει. Ο μάος άννοιξεν το χαρτίν του, επαρατήρησεγ καλά, τζ' είπεν του πως εν να γεννηθεί έναμ παλικάριν, τζαι μιαν ημέραν εν να πάει να τον ισκοτώσει, τζαι να πκιάσει το βασίλειόν του.

    Ο βασιλέας τζείνος είσεν έναγ γιομ που τον αγάπαμ πολλά, τζ' άμα άκουσεν έτσι 'πού τομ μάον, εσκέφτην να κάμει έναμ πράμαμ που να γλιτώσει τζ' ο ίδιος 'πού το σκότωμαν, τζαι να μείνει τζαι το βασίλειόν του γιου του. Τζ' είνταμ που σκέφτηκεθ θαρκέστε; Έβκαλε μια διαταήν, όσα μωρά αρτσινικά γεννιούνται, να τα πνίουν οι μανάες τους, ειδεμή, εν να τες ποτζεφαλίζει. Τζείν' τες ημέρες εγέννησεμ μια χωρκάτισσα έναμ μωρόμ πολλά όμορφον, τζ' ελυπήθηκέν το να το πνίξει. Έπκιαέν το τζαι τζείνη, άμαν τζ' ενύχτωσεν, επήρεν το σ' ένα νεκροταφείον, τζ' έβαλέν το τζαμαί τζ' έφυεν.

    Τζείν' τες ημέρες ο γιος του βασιλέα, σαν ετζυνήαν, ηύρεν τηφ φουλιάμ μιας λιοντάρενας με τρία λιονταρούδια, τζ' έπκιαέν τα τζ' επήρεν τα στο παλάτιν τζ' ανήωννέν* τα. Άμα ήρτεν η λιοντάρενα στηφ φουλιάν της τζ' εν ηύρεν τα μωρά της, αρκίνησεν τζ' εμουγκράριζεν*. Τα βυζιά της εγεμώσασιγ γάλα τζ' εγύρευκεν τα μωρά της να τα βυζάσει. Πού να τά 'βρει; Έπκιασεν τζαι τζείνη τη στράταν τζ'επάαιννεμ πέρκιμον τά 'βρει πούποτε. Σαν έρεσσεμ 'πό 'ξω 'πού το νεκροταφείον, άκουσεν το κλάμαν του μωρού τζ'έμπημ μέσα. Επήεγ κοντά στο μωρόν τζ'εβύζασέν το τζ'ύστερα έπκιαέν το τζ'επήρεν το στη φουλιάν της τζ' εβύζαννεν το ώσπου τζ'εγίνην τριώ γρονών.

    Μιαν ημέραν ο γιος του βασιλέα εσκέφτην να ξαναπάει στη φουλιάν της λιοντάρενας πέρκι εύρει λιονταρούδκια πάλαι. Επήεν, τζ'αντί να βρει λιονταρούδκια ήβρεν έναμ μωρόν όμορφον τζ' εσκέφτην να το πάρει στο παλάτιν να τ' αναγιώσει. Επήρεν το, τζ'άμα το είδεν ο βασιλέας άρεσέν του πολλά τζ'αγάπαν το. Τέλος πάντων το μωρόν αναγιώθημ μέσ' το παλάτιν, τζ' ούλοι ελαλούσαν το γιον της λιοντάρενας, αμμά τζείνος εθαρκέτουμ πως ο βασιλέας τζ'η βασίλισσα