Συγγραφέας:Αγγελοπούλου, Άννα
 
Καπλάνογλου, Μαριάνθη
 
Κατρινάκη, Εμμανουέλα
 
Τίτλος:Επεξεργασία παραμυθιακών τύπων και παραλλαγών AT 560-599
 
Τίτλος σειράς:Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας
 
Αριθμός σειράς:44
 
Τόπος έκδοσης:Αθήνα
 
Εκδότης:Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς
 
Έτος έκδοσης:2007
 
Σελίδες:519
 
Αριθμός τόμων:1 τόμος
 
Γλώσσα:Ελληνικά
 
Θέμα:Ελληνικά παραμύθια-Κατάλογος
 
Τοπική κάλυψη:Ελλάδα
 
Περίληψη:Στον πέμπτο αυτόν τόμο του Καταλόγου των Ελληνικών Παραμυθιών (βλ. και δημοσιεύματα ΙΑΕΝ αρ. 21, 26, 34 και 41) παρουσιάζεται η επεξεργασία του τελευταίου μέρους των μαγικών παραμυθιών (AT/ATU 300-749), που καλύπτει τους τύπους AT/ATU 560-649 (μαγικά αντικείμενα) και AT/ATU 650-699 (υπερφυσική δύναμη και γνώση).
 
Άδεια χρήσης:Αυτό το ψηφιοποιημένο βιβλίο του ΙΑΕΝ σε όλες του τις μορφές (PDF, GIF, HTML) χορηγείται με άδεια Creative Commons Attribution - NonCommercial (Αναφορά προέλευσης - Μη εμπορική χρήση) Greece 3.0
 
Το Βιβλίο σε PDF:Κατέβασμα αρχείου 10.44 Mb
 
Εμφανείς σελίδες: 431-450 από: 522
-20
Τρέχουσα Σελίδα:
+20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/431.gif&w=600&h=915

ΠΑΡΑΜΥΘΙΑΚΟΣ ΤΥΠΟΣ AT/ATU 675

Σελ. 431
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/432.gif&w=600&h=915 01 - 0002.htm

ΛΕΥΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

Σελ. 432
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/433.gif&w=600&h=915

ΠΑΡΑΜΥΘΙΑΚΟΣ ΤΥΠΟΣ AT/ATU 675

Ο Σταχτιάρης

AT/ATU: The Lazy Boy AT/ATUU: The Lazy Boy Delarue-Tenèze: Le Garçon Paresseux Grimm no 54: Hans Dumm

Straparola III, 1 : Un nommé Pierre, estant insensé, retourna en son bon sens par le moyen d'un poisson nommé ton... Basile I, 3: Peruonto

Eberhard - Boratav no 69_

Ο κασιδιάρης

Ήταν ένας κασιδιάρης, έκοβε ξύλα στο λόγγο και φόρτωνε τα γομάρια. Τα πήγαινε στο παζάρι και τα πουλούσε. Πήγαινε κάθε μέρα κι έκοβε ξύλα. Μια μέρα βρίσκει δυο λιοντάρια στο λόγγο και πάλευαν. Τα λεοντάρια λένε του κασιδιάρη: «Για έμπα ανάμεσα να μας ξεχωρίσεις!» Μπήκε ανάμεσα ο κασιδιάρης και τα ξεχώρισε τα λεοντάρια.

Τα λεοντάρια τον έφτυσαν στο στόμα και τα δυο και ό,τι έλεγε, γινόταν. Πήγαινε στο λόγγο: «Κοπείτε, ξύλα, και φορτωθείτε!», έλεγε και κόβονταν και φορτώνονταν μοναχά τους. Μια μέρα πέρασε στο παλάτι του βασιλιά, από κάτω στη στράτα. Η βασιλοπούλα βγήκε στο παραθύρι απάνω και του τράβηξε (έριξε) ένα μήλο μες στο κεφάλι και τον βάρεσε στο κεφάλι. Ο κασιδιάρης την έβρισε. Με το βρίσιμο που της έκανε, εγκαστρώθηκε η βασιλοπούλα. Λέγει ο βασιλιάς (είδε τη βασιλοπούλα γκαστρωμένη): «Μωρέ», λέει ο βασιλιάς, «ποιος γκάστρωσε τη βασιλοπούλα; Θα μάσω τον κόσμον όλο κάτω από το παλάτι, να ιδούμε ποιος την εγκάστρωσε». Και τους έμασε όλους αποκάτω από το παλάτι και πετά το μήλο από το παραθύρι. Πάει στον κασιδιάρη. «Μωρέ, με τον κασιδιάρη τέτοιωσε κι εγκαστρώθηκε!» λέγει ο βασιλιάς, «βάρκα δίχως καραβοκύρη, να τους βάλουμε μέσα και τους δυο, να πνιγούν στο πέλαγος!» Πάει, πάει πολύ πέρα στο πέλαγος και δεν έκρινε ούτε ο ένας ούτε ο άλλος. Γυρίζει η βασιλοπούλα και του λέγει: «Καλά, μωρέ κασιδιάρη, πώς μ' έβρισες και με γκάστρωσες στο παλάτι;» «Δεν ξέρεις εσύ' ό,τι λέγω εγώ γίνεται». «Δε λες να γένουν τα μαλλιά σου, που είσαι κασιδιάρης!» «Βγείτε, μαλλιά!» Φοπ, φούντωσαν τα μαλλιά του. «Και να πεις της βάρκας

Σελ. 433
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/434.gif&w=600&h=915

να γυρίσει πίσω!» «Γύρισε, βάρκα, πίσω!» «Να πάμε στην άκρη του πελάγου, να φτιάξουμε σπίτια!» «Κάθονται και δε γίνονται!» «Πες εδώ να γίνουν ανώτερα από του βασιλέα τα παλάτια!» «Πες μια βάρκα μαλαματένια, να πάει πέρα στην άκρη, να έρθει ο βασιλιάς με τη δωδεκάδα του, να έρθουν (όλοι) εδώθε!» Πάει η βάρκα μοναχή της και τους έφερε στο παλάτι. Τους έβαλε η βασιλοπούλα κι έκατσαν όλοι πέρα. Η βασιλοπούλα λέει στον κασιδιάρη: «Ένα παγούρι να περιπατεί μοναχό του και να έρχεται γύρω!» Εκεί κοντά έφαγαν κι έπιαν' άμα απόφαγαν κι έπιαν, του λέγει η βασιλοπούλα: «Να του πεις του παγουριού, να πάει στο βρακί του βασιλιά!» Σηκώθηκαν αυτοί να φύγουν. Βγαίνει η βασιλοπούλα και χαλεύει το παγούρι. Τηρούσαν ο ένας τον άλλον κι έλεγαν: «Δεν πήραμε κανένα παγούρι». Είπε η βασιλοπούλα του βασιλιά: «Το 'χεις μέσα στο βρακί». Τηράει ο βασιλιάς: «Οπούθε πάει εδώ μέσα;» «Μα, πούθε ήρθε ο κασιδιάρης και μ' εγκάστρωσε στο παλάτι;» «Εσύ είσαι τσούπρα μου;» «Εγώ είμαι».

Carsten Höeg, Οι Σαρακατσάνοι, Β', Κοπεγχάγη-Παρίσι 1926, σ. 23-25 (Αγγελοπούλου, Σαρακατσάνικα παραμύθια, Ίδρυμα Α. Χατζημιχάλη, Άγρα 2002, σ. 31-34). Παραμύθι που αφηγήθηκε ο Κ. Καραγιώργος, 30 ετών.

ΣΥΝΘΕΤΙΚΗ ΠΑΡΑΛΛΑΓΗ

I: Ο ήρωας και η απόχτηση της υπερφυσικής δύναμής του

α: Ο ήρωας είναι ένας φτωχός νέος" α1: έχει κάποια φυσική ατέλεια' α2: που δηλώνεται στο όνομά του' α3: είναι τεμπέλης' α4: κασίδης' α5: κάθεται συνέχεια μέσα στις στάχτες' α6: ονομάζεται Σταχτιάρης (ή παρόμοιο).

β: Από ανάλογη ευχή μιας άτεκνης γυναίκας γεννιέται' β1: ένας μισός άνθρωπος' β2: ένα παιδί σαν γροθιά' β3: ένας «κώλος»' β4: άλλο' β5: που ονομάζεται Μισοκωλάκης' β6: έχει άλλο σχετικό όνομα.

γ: Ο ήρωας πάει να μαζέψει ξύλα' γ1: (άλλο)' γ2: σταλμένος από τη μητέρα του' γ3: αναχωρεί με το γάιδαρο έχοντας τα πόδια του μέσα στη στάχτη' γ4: χάνει (ή του πέφτουν) τα εργαλεία του στο δρόμο.

δ: Χαρίζει τη ζωή σε ένα (χρυσό) ψάρι (ψάρια)' δ1: όταν αυτό (αυτά) του τάζουν, αν το (τα) αφήσει, να του χαρίσει (ουν) μαγικές δυνάμεις.

ε: Καίγοντας λιβάνι η μυρωδιά φθάνει στον ουρανό και ο Θεός στέλνει τον άγγελό του στη γη' ε1: ο νέος συναντά' ε2: ένα υπερφυσικό ον ή ζώο' ε3: και του φέρεται με καλοσύνη' ε4: δίνοντάς του από το ψωμί του' ε5: ευεργετώντας το με άλλο τρόπο.

Σελ. 434
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/435.gif&w=600&h=915

στ: Σε αντάλλαγμα το (α) ευεργετημένο (α) ον (όντα) του δίνει (ουν) το χάρισμα όλες οι επιθυμίες του να πραγματοποιούνται' στ1: με τη χρήση ενός μαγικού αντικειμένου (που του δίνει)' στ2: ή (και) μιας στερεότυπης φράσης' στ3: που είναι: «Μα το λόγο του Θεού και μα το λόγο του ψαριού...»' στ4: φτύνοντας του στο στόμα.

II: Η εγκυμοσύνη της βασιλοπούλας και η ανακάλυφη του πατέρα του παιδιού

α: Ο ήρωας εύχεται' α1: να εμφανιστούν ψωμιά (φαγητά)' α2: να κοπούν τα ξύλα μόνα τους" α3: να φορτωθούν μόνα τους στο ζώο' α4: να μεταφερθεί ο ίδιος καβάλα στο δεμάτι' α5: να μεταφερθεί το δάσος στην αυλή του' α6: άλλο.

β: Περνώντας κάτω από το μπαλκόνι της βασιλοπούλας' β1: εκείνη γελά με το θέαμα' β2: τον κοροϊδεύει' β3: κι ο ήρωας εύχεται να μείνει η βασιλοπούλα έγκυος.

γ: Η βασιλοπούλα γεννάει ένα αγόρι' γ1: που μεγαλώνει πολύ γρήγορα' γ2: μοιάζει στον ήρωα' γ3: στις ερωτήσεις του βασιλιά η βασιλοπούλα επιμένει στην αθωότητά της.

δ: Για να βρεθεί ο πατέρας του παιδιού, ο βασιλιάς συγκεντρώνει κάτω από το παλάτι όλους τους άνδρες του βασιλείου' δ1: που περνούν στη σειρά ανάλογα με την κοινωνική τους θέση' δ2: ο ήρωας περνάει τελευταίος' δ3: δεν έρχεται και εμφανίζεται σε άλλη περίσταση' δ4: το παιδί τον υποδεικνύει πετώντας του ένα μήλο' δ5: το μήλο πετά στον ήρωα η βασιλοπούλα.

III: Η τιμωρία και το ευτυχές τέλος

α: Ο βασιλιάς τους παντρεύει' α1: βάζει την κόρη του, το παιδί της και τον ήρωα σε κιβώτιο και τους πετάει στη θάλασσα' α2: τους βάζει σε μια βάρκα' α3: με προμήθειες (σύκα).

β: Ο ήρωας αποκαλύπτει στη βασιλοπούλα τη δύναμή του' β1: ακολουθώντας τις συμβουλές της' β2: ζητώντας πρώτα να του δώσει από την τροφή που έχουν μαζί τους' β3: εύχεται να βγουν στη στεριά' β4: να γίνει ένα παλάτι' β5: ωραιότερο από το παλάτι του βασιλιά' β6: γυάλινο' β7: κοντά στο παλάτι του βασιλιά' β8: με το οποίο να συνδέεται με μια γέφυρα' β9: άλλες ευχές.

γ: Ο ήρωας εύχεται να αποκτήσει ακέραιη τη μορφή του' γ1: μεταμορφώνεται σε ωραίο νέο' γ2: κάνει διάφορα άλλα κατορθώματα (συμφυρμοί με άλλους παραμυθιακούς τύπους).

δ: Ο βασιλιάς επισκέπτεται το νέο παλάτι' δ1: όπου του κάνουν το τραπέζι" δ2: χωρίς να τους αναγνωρίσει' δ3: ακολουθώντας πάλι τη συμβουλή της βασιλοπούλας' δ4: ο ήρωας εύχεται να βρεθεί πάνω στο βασιλιά (ή τη γυναίκα του)' δ5: ένα αντικείμενο από το σερβίτσιο' δ6: άλλο αντικείμενο (αντικείμενα)

Σελ. 435
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/436.gif&w=600&h=915

μενα)' δ7: ρωτούν όλα τα αντικείμενα αν λείπει κανένα και το εξαφανισμένο αντικείμενο μαρτυρά τη θέση του" δ8: τα υπόλοιπα αντικείμενα διαμαρτύρονται ότι το έχασαν' δ9: ψάχνουν το βασιλιά (ή τη γυναίκα του) και το βρίσκουν πάνω του (της)' δ10: έτσι ο ήρωας αποδεικνύει στο βασιλιά ότι η κόρη του ήταν, όπως και αυτός, αθώα.

ε: Αναγνώριση - συμφιλίωση" ε1: γάμος του ήρωα με τη βασιλοπούλα.

ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΠΑΡΑΛΛΑΓΩΝ

ΗΠΕΙΡΟΣ

1. ΙΛ 788 Α', 287-299, Πάργα, «Ο Σταχτιάρης». I: α, α6, δ, στ, στ2, στ3. II: α3 (κι αυτός καβάλα), β3, δ4. III: α1, β3, β4, δ (ο βασιλιάς ακούει τη βασιλοπούλα να διηγείται την ιστορία της), ε.

2. ΛΑ 3176, 85-90, «Ο Σταχτιάρς». I: α6, στ1 (καίγοντας τις τρίχες του ελαφιού). II: α, α6 (με ένα ράμα να σύρει ολόκληρο κλαρί, να βγουν όλοι στο βασιλικό μπαλκόνι και να μην μπορούν να του κάνουν κακό), β1, β3, γ. III: Ο βασιλιάς τους φυλακίζει, β4, β5, διατάζει να γίνει λόγγος καλύτερος από του βασιλιά, με όλα τα ζώα, γεφύρι που μόνο με τη διαταγή του θα δέχεται άνθρωπο. Ο βασιλιάς τον παραδέχεται για δυνατότερο, του χαρίζει το μεγαλύτερο μέρος του βασιλείου του.

3. Hahn 1, 102-108, « Der halbe Mensch » (Pio, 21-26, «Ο μισός άθρωπος»). Ι: β, β1, γ, η βασιλοπούλα γελάει, γ4, δ, δ1, στ, στ2, στ3. II: β, β1, β3, γ, γ3, δ, δ4. III: α1, α3 (σύκα), β, β1, β2, β3, β4 (όπου όλα τα αντικείμενα μιλάνε), δ, δ1, δ2, δ3, δ4, δ5, 87, δ10, ε, ο βασιλιάς παντρεύει την κόρη του με βεζίρη και τον μισάδη με μια σκλάβα του.

4. Höeg, 23-25 (Αγγελοπούλου, 31-34), Σαρακατσάνοι, «Ο κασιδιάρης». Η πραλλαγή που δημοσιεύουμε εδώ.

ΘΕΣΣΑΛΙΑ

5. ΛΑ 2301, 66-68, Καρδίτσα, άτιτλο. Ι: β (με το μήλο που δίνει ο διακονιάρης στη γριά που είχε χαμένα όλα της τα παιδιά), β3, γ, γ3 (λέει στη μάνα του να φορτώσει το γάιδαρο με στάχτες). II: α (επικαλείται την Παναγιά), α5. II: Η βασιλοπούλα τον βλέπει και τον ερωτεύεται, τον διαλέγει για άντρα της. Ο γαμπρός περιφρονημένος. Πηγαίνει τάχα με κουτσό άλογο να φέρει αθάνατο νερό για να γιατρέψει τον τυφλό πεθερό

Σελ. 436
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/437.gif&w=600&h=915

του και ξεγελώντας τους άλλους γαμπρούς τους δίνει κάτουρο, τους σημαδεύει με το πέταλο του αλόγου και κρατά ο ίδιος το αθάνατο νερό. Αναγνώριση.

6. ΣΠ 65, 117-119, Τρίκαλα, «Ο Κουτρουλός και η βασιλοπούλα». I: β, β4 (παιδί χωρίς χέρια, χωρίς πόδια), δ, στ, στ1 (χρυσή ταμπακέρα). II: β2, β3. III: α1, β4, δ4, δ5.

ΝΗΣΙΑ ΤΟΥ ΑΙΓΑΙΟΥ

α. Νησιά Ανατολικού Άιγαίου

7. ΛΦ 189, 3-5, Φυτά Χίου, «Το Σουλάκι». I: β, β2, δ, δ1, στ (η μάνα του ψαριού), στ1 (μαγικό λέπι). II: α, α6 (σταφύλια το Γενάρη), β1, β3, δ (έπειτα από συμβουλή του αξιωματικού του), το παιδί τον φωνάζει μπαμπά. III: α1, β4, β6, δ. Καταρρέει το παλάτι και πνίγονται όλοι.

8. Folk- Lore XII, 1901, 197-200, Μυτιλήνη, «The Woodcutter Lad». I: α, γ, ε1, ε2 (έναν καλόγερο που είναι ο Χριστός μεταμορφωμένος), ε3, ε4, με την ευλογία του Χριστού το ψωμί από στάχτη γίνεται άσπρο ψωμί και δεν λιγοστεύει όσο και να τρώνε, ο ήρωας μεταφέρει στην πλάτη του το δεμάτι ξύλα σαν να είναι πούπουλο, στ. II: α, α4, β, β1, β3, γ, γ3, δ, δ3, δ4. III: α1, β3, β4, β5, β7, β8, γ1, δ, δ1, δ2, δ4, δ5, δ9, δ10, ε, ε1.

β. Δωδεκάνησα

9. Λαογραφία ΙΕ', 1953-1954, 312-315, Πάτμος, «Το Κουτρουλό». I: α, α3, γ, γ2, δ, στ, στ1, στ2. II: α, α2, α3, β, β1, β3, γ (κορίτσι), δ, δ2, δ4. III: α1, α3, β1, β2, β3, β4, γ1, δ, δ1, δ4, δ5, δ8 (πηρουνοθήκη, κουταλοθήκη, μαχαιροθήκη), δ9, δ10, ε, ε1.

γ. Κρήτη

10. ΛΦ 1333, 37-38, Κρύα Βρύση Ρεθύμνου, άτιτλο. I: α (γιος χήρας), ε, στ. II: α, α2, α4, β1, β3, δ, δ4. III: β4, δ, 81, δ4, δ5, 89, δ10.

11. Ζωγράφειος Αγών Β', 1896, 60-61, Ρογδιά, «Το κασιδάκι». Ι: α4 (δούλος του βασιλιά), γ, δ, δ1, στ, στ2, στ3. II: α, α2 (να βρει τέσσερα δεμάτια ξύλα), ο βασιλιάς μαζεύει τους ανθρώπους του βασιλείου για να διαλέξει η βασιλοπούλα σύζυγο με το μήλο, διαλέγει το κασιδάκι. III: α, φεύ-

Σελ. 437
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/438.gif&w=600&h=915

φεύγουν σε άλλο τόπο, γεννάει η βασιλοπούλα και επειδή κουράζονται στο δρόμο εύχεται να παρουσιαστούν δύο χρυσά άλογα, μια δούλα να βαστάει το παιδί, μια πόλη, β4, δ, ε. 12. Σ. ΚΠ 31, 136, Ρογδιά, «Ο Κωλοπάνης». Ι: δ, στ, στ2. II: β3.

δ. Κυκλάδες

13. ΛΑ 1396, 283-286 (Αδ. Αδαμαντίου, Τηνιακά), Τήνος, άτιτλο. I: α, α4 (φορά λαστιχένιο καλπάκι), ε2 (ψαράκια), ε3, ε4, στ (ο βασιλιάς των ψαριών). II: α6 (το φρύγανο άλογο), β2, β3, δ4. III: α1, β1, β3, β4, δ1, δ4, δ5, δ10, ε.

ΝΗΣΙΑ ΤΟΥ ΙΟΝΙΟΥ

14. ΛΦ 407, 1-3, Λευκίμμη Κέρκυρας, «Ο Σταχτιάρης». I: β, β4 (σταχτιάρης, κάθεται μέσα στις στάχτες), γ, γ2, γ3 (με δυο σακούλες στάχτη φορτωμένες στο γάιδαρο), γ4, δ, δ1, στ, στ1 (κόκαλο), στ2. II: α, α5 (με ένα ράμμα), β, β1, ε1.

15. ΛΦ 1666, 12-14, Ζάκυνθος, «Ο Στάχτης». Ι: δ, δ1, στ, στ2, στ3. II: α, α5, β, β3, γ, γ3, δ, δ2, δ4. III: α, α1, α3, β, β1, β2, β3, β4, β5, β6, δ, δ4, δ5, δ9, δ10, ε.

16. ΣΠ 51, 29-32, Ληξούρι, άτιτλο. Ι: α6, δ, στ, στ2, στ3. II: α, α5, β3. III: β4, β5, δ4, δ6 (κλώσα με δώδεκα χρυσά πουλιά).

ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΣ

17. ΛΦ 36, 4-5, Πάτρα, «Ο Σβώλος». Ι: β, β4 (σβώλος), β6, γ, παρακαλά την Αγιά-Καλαμωτούλα που του πραγματοποιεί τις επιθυμίες. II: α3, ζητά να τον αγαπήσει η βασιλοπούλα. III: α (για προίκα του δίνει όλο κουτσά πράγματα), α1, β3, β4, δ, δ1, σερβίρουν το βασιλιά με κουτσά κουτάλια και πηρούνια.

18. ΛΦ 64, 7-10, Χώρα Τριφυλλίας, «Ο σακάτης». Ι: β, β1 (χωρίς πόδια), δ, δ1, στ, στ2. II: β, β2, β3, γ, γ3, δ, δ2, δ4. III: α1, α3, β2, β3, β4, γ, δ, δ1, δ2, δ4 (τα υπόλοιπα αντικείμενα που μιλούν εύχονται να βρεθεί στην τσέπη του βασιλιά το κοψοκούταλο που του έδωσαν για να τρώει), δ7, δ10, ε.

19. ΛΦ 88, 3-6, Κορώνη, «Το μισακάκι». Ι: α, α1, α2, ο ήρωας κατέχει μα-

Σελ. 438
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/439.gif&w=600&h=915

μαγική δύναμη ό,τι λέει να γίνεται. II: β1, β3, γ3, δ, δ2, δ5. III: α, α1, α3, β1, β2, β4, β7, γ1, δ, δ1, δ4, δ6 (το κούντουρο κουταλάκι του παιδιού), δ9, δ10, ε.

20. ΛΦ 729, 5-8, Γαργαλιάνοι Μεσσηνίας, «Ο Μισοκωλαράκης». Ι: α, δ (ταΐζει τα ψάρια), στ, στ1 (τρίχα), στ2. III: Ο ήρωας θέλει να παντρευτεί τη βασιλοπούλα, β4, β5, γ1, ε1.

21. ΛΦ 1298 Α', 5-7, Γορτυνία, «Τεμπελογιάννης». I: α, α3, γ, γ2, ε1, ε2 (μια γυναίκα που είναι η τύχη του), ε4, στ. II: α, α4, β, β1, β3, γ, δ (κάνει τραπέζι), δ2, δ4 (του μιλάει). III: α1, β, β1, β3, β4, γ1.

22. ΛΦ 1461, 8-10, Φιλιατρά Μεσσηνίας, «Ο Κολοστάχτης». I: β, β4 (χώνεται στη στάχτη), β6, γ, γ3, ε1, ε2 (φίδι), στ (χωρίς το στοιχείο της ευεργεσίας), στ2. II: α, α3, β, β2, β3, γ, γ3, δ, δ4. III: α, α1, α3, β, β2, β3, β4, β6, δ, δ4, δ5, δ9, δ10, ε.

23. ΣΠ 33, 11-14, επαρχία Καλαβρύτων, άτιτλο. Ι: β, β3, γ, δ (πέφτει στη λίμνη και πλακώνει τρία ψαράκια), στ, στ1 (τρεις βεργούλες). II: α, α6 (γίνεται καλός άνθρωπος), β3, δ4. III: ε1.

24. Λουκάτος, 125-127, Κορώνη, «Ο Μισακάκης». I: β, β4 (παιδί κακοφτιαγμένο), β6, έχει το χάρισμα ό,τι λέει να γίνεται, γ, γ2. II: α, α5, β, β1, β3, γ, γ3, δ, δ1, δ2, δ4. III: α1, α3, β1, β2, β3, β4, β7, γ1, δ, δ1, δ2, δ4, δ6 (το κούντουρο κουταλάκι του παιδιού), δ9, δ10, ε, ε1.

ΣΤΕΡΕΑ ΕΛΛΑΔΑ

25. ΛΑ 1171, 35 (ΣΜ 8), Βάλτος, «Κοντοροβιθάκης». Ι: β, β2, δ, στ, στ1 (φτερούγα του ψαριού όταν την καίει). II: β1, β3, δ4. III: α1, β3, β4.

26. ΛΑ 1273, 11-12 (ΣΜ 103), Θίσβη, «Ο Κλοσούρτης». Ι: β, δ, στ, στ2, στ3. II: α, α5, δ5. III: Ο βασιλιάς δεν τον θέλει για γαμπρό και τους διώχνει. Έρχονται σε ερημονήσι.

27. ΛΑ 1273 (ΣΜ 103), 89-90, Θίσβη, «Η γριά και το παιδί». I: α, δ, στ, στ2, στ3. II: α4, α5, δ5. III: α1, β4, β5, γ1.

28. ΛΑ 1320 (ΣΜ 133), 4-5, Αγγελόκαστρο Μεσολογγίου, άτιτλο. I: α3, α6 (Σταχτοπέπελο), ε1, ε2 (το Χριστό), ε3, ε4, στ. II: α, α1, α6 (τα ξύλα που κουβαλάει αποκτούν ποδάρια).

29. ΛΑ 1320 (ΣΜ 133), 18, Αγγελόκαστρο Μεσολογγίου, άτιτλο. I: α6, δ, στ. II: α, α5.

30. ΛΦ 495, 3-4, Ιτέα, «Ο Σταχτογιάννης». I: α5, α6, γ, γ2, γ3, ε1, ε2 (δράκο), ε5 (του κόβει τα φρύδια που τον εμπόδιζαν να δει), στ. II: α, α2 (να μπορεί να ξεριζώνει δέντρα).

Σελ. 439
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/440.gif&w=600&h=915

31. ΛΦ 1006, 6-8, περιοχή Φθιώτιδας, «Ο Σταχτομάρης». Ι: α, α5, α6, γ1 (να ζητιανέψει), γ2, γ3, δ, δ1, στ, στ1 (βέργα), στ2. II: α, α1, α2, α5, β3 (επειδή ο βασιλιάς αρνήθηκε να του τη δώσει για γυναίκα), γ, δ, δ2, δ4 (ρόδι). III: α, β4, β9 (στρώνει το δρόμο με χρυσάφι), δ, δ1, δ4, δ5, δ9, δ10.

32. ΣΠ 1, 177-191, Αθήνα, «Ο Γιάννης ή τα τρία χρυσά ψαράκια». Ι: α5, δ, στ, στ2. II: β3. III: β4, β6, δ, δ4, δ5, δ10.

ΜΙΚΡΑ ΑΣΙΑ - ΠΟΝΤΟΣ - ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑ Μικρά Ασία

33. ΚΜΣ, Γκιουλ-Μπαξέ 10, 1-12, «Ο Σταχτοπούτης». Ι: α, α5, α6, γ, ε1, ε2 (αράπης), το υπερφυσικό ον εκτελεί κάθε επιθυμία. II: α, α2, α4. Η συνέχεια όπως AT/ATU 314 (Ο κασίδης) και AT 532 (Μπιλμέμ). Το όνομα του ήρωα Μπιλμέμ. Πηγαίνει στη μάχη με κουτσό άλογο, αλλά κάθε φορά που καίει μια τρίχα έρχονται το μαύρο, το κόκκινο και το άσπρο άλογο. Νικά στη μάχη και παίρνει δώρα από το βασιλιά (ρολόι, δαχτυλίδι, μαντίλι για να δέσει το πληγωμένο χέρι του). Αναγνώριση. Γάμος.

ΚΥΠΡΟΣ

34. ΛΦ 1227, 38-43, περιοχή Πάφου, «Ο πελλός που την πόρταν». Αρχή όπως AT/ATU 1009 (Guarding the Store-room Door) και AT 1653 Β (The Robbers under the Tree). Από τα λάφυρα που άφησε φεύγοντας το στράτευμα του βασιλιά τα δύο μεγαλύτερα αδέλφια παίρνουν τα πλούτη ενώ ο τρελός το λιβάνι. I: ε, στ. II: α, α1, α4, β, β2, β3, δ, δ5. III: α, ο ήρωας νικά τους εχθρούς του πεθερού του αλλά αυτός προσπαθεί να τον δηλητηριάσει, αποτυχαίνει, τον βάζει σε σεντούκι και τον ρίχνει στη θάλασσα αλλά αυτός βγαίνει έξω, α2, β1, β2 (καρύδια), β3, β4, β5, β7, δ, δ1, δ4, δ5, δ8, δ10, ο τρελός γίνεται βασιλιάς και κάνει το βασιλιά σύμβουλο του.

35. ΛΦ 1280, 5-7, «Ο Τοσούλλης». Ι: β, β2, β6, δ, δ1, στ, στ1. II: β1, β3, δ, δ4 (το παιδί τον δείχνει). III: Ο βασιλιάς τους βάζει φυλακή, β3 (νησί), γ1, ε.

36. Σακελλάριος Β', 335-337, «Ο Μιλόσκης». I: Μια γριά είχε ένα γιο που όλη μέρα καθόταν μέσα στις νηστιές και τον έλεγαν Μιλόσκη, γ1 (θρουμπιά), γ2, δ, δ1, στ, στ2, στ3. II: α, α1, β, β2, β3, γ, γ2, γ3. III: α1,

Σελ. 440
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/441.gif&w=600&h=915

α3, β1, β2, β3, ζητά και φαγιά, β4, β5, δ, δ1, με τις μαγικές δυνάμεις του μεταμορφώνει το βασιλιά σε γάτο, με την παράκληση της βασιλοπούλας τον ξεμαγεύει.

ΑΔΗΛΟΥ ΤΟΠΟΥ

37. ΛΦ 614, 11-14, «Το δώρο ενός χρυσόψαρου». I: α3, δ (ψαράκι που σπαρταράει), στ. II: α, α1, ο νέος εύχεται να τον αγαπήσει η βασιλοπούλα κι αυτή ρίχνοντάς του το μήλο τον επιλέγει για σύζυγο. III: Ο βασιλιάς τους βάζει μέσα σε δέμα και τους εγκαταλείπει στο δάσος, ελευθερώνονται με το λόγο του, β4, β5, ε1.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΣΤΟΝ ΤΥΠΟ AT/ATU 675

Παραμυθιακός ήρωας είναι πάντοτε αυτός που έχει τα περισσότερα μειονεκτήματα: είναι το μικρότερο ή μικροσκοπικό παιδί, ορφανός, φτωχός, χαζός ή κασίδης, άσχημος ή ημιτελής, αδύναμος, περιφρονημένος ή κυνηγημένος από τους μεγαλύτερούς του, με κάποια σωματική ή πνευματική ατέλεια. Χαρακτηριστική περίπτωση ενός τέτοιου υποτιμημένου παραμυθιακού προσώπου που όμως στο τέλος καταφέρνει να θριαμβεύσει αποτελεί ο ήρωας του παραμυθιακού τύπου AT/ATU 675 που είναι ένας ανάπηρος ή μισός άνθρωπος ή, όπως δείχνει και ο τίτλος του παραμυθιού στη διεθνή κατάταξη, ένα τεμπέλικο παιδί.

Η πολυσημία του μοτίβου του μισού ανθρώπου που αποτελεί μια μορφή προσαρμόσιμη σε πολλαπλές χρήσεις στους μύθους των λαών οδήγησε και στις διαφορετικές ερμηνευτικές προσεγγίσεις του είτε ως μιας σταθεράς του συλλογικού ασυνειδήτου είτε ως μέρος της κοινωνικής και κοσμολογικής διαδικασίας που περιγράφουν οι μύθοι όπου η κατάκτηση της τελικής ολοκλήρωσης προϋποθέτει ένα σώμα ατελές ή ανολοκλήρωτο. Η μορφή του μισού ανθρώπου, μια μορφή ατελής και ασύμμετρη οδηγεί ακριβώς στα ερωτήματα της συμπληρωματικότητας και της συμμετρίας, της διαφοροποίησης των φύλων και της ερμηνείας των κανόνων που καθορίζουν τις κοινωνικές σχέσεις. Η Françoise Héritier μελετώντας την πολυσημία της μονόπλευρης μορφής στην αρχαία κλασική και αλεξανδρινή εποχή δείχνει ότι στη μισή ανδρική φιγούρα η ιδέα της διαχώρισης δημιουργεί μια συγκέντρωση και όχι μια απώλεια της γενετήσιας δύναμης1.

1. Françoise Héritier, «Une figure multivalante. La 'moitié d' homme'», L' Homme 174, 2005, a. 7-10.

Σελ. 441
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/442.gif&w=600&h=915

Ο παραμυθιακός τύπος AT/ATU 675 είναι διαδεδομένος στην Ευρώπη, την Ασία και την Αμερική και ο St. Thompson υποδεικνύει ότι πιθανώς διαμορφώθηκε στη Νότια Ευρώπη. Παρουσιάζεται από νωρίς στην έντυπη λογοτεχνία, καθώς η πρώτη καταγραμμένη παραλλαγή περιλαμβάνεται στο έργο του Στραπαρόλα Le Piacevoli Notti (Βενετία, 1551) και περίπου ογδόντα χρόνια αργότερα στη συλλογή Pentamerone του Giambattista Basile.

Με βάση τη λαογραφική θεωρία των ειδών της λαϊκής λογοτεχνίας, ο AT/ATU 675 εμφανίζει μια μεικτή κληρονομιά. Στο μαγικό παραμύθι ο ήρωας πρέπει να πραγματοποιήσει αδύνατα ζητήματα με τη βοήθεια μαγικών ζώων ή άλλων όντων. Στον AT/ATU 675 όμως η δύσκολη φύση της εργασίας που πρέπει να γίνει συνδυάζεται με το κωμικό στοιχείο της αυτόματης εκτέλεσής της (το τεμπέλικο παιδί διατάζει τα ξύλα να κοπούν, να φορτωθούν και να μεταφερθούν μόνα τους στο σπίτι). Το θέαμα του ήρωα που αντί να φορτωθεί ένα μεγάλο δεμάτι ξύλα, μεταφέρεται καβάλα πάνω σε αυτό (μοτίβο ήδη παρόν στην παραλλαγή του Basile), προκαλεί το γέλιο της βασιλοπούλας. Η εικόνα αυτή παραπέμπει σε ένα ασυνήθιστα μεγάλο ανδρικό μόριο, μοτίβο ιδιαίτερα συνηθισμένο στις άσεμνες διηγήσεις του Υστερου Μεσαίωνα2. Η ευχή της εγκυμοσύνης από απόσταση αποτελεί μια βλάσφημη ανατροπή της εικόνας της άμωμου σύλληψης, καθώς μάλιστα συνοδεύεται συχνά από την επίκληση της θεϊκής βοήθειας" με κοινωνικοπολιτισμικούς όμως όρους ερμηνείας, υποδεικνύει ενδεχομένως μια προσπάθεια απαλλαγής από τον άμεσο ερωτισμό των μεσαιωνικών διηγήσεων, που ξεκίνησε από το 16ο αιώνα και ορίζει τη διαδικασία της λογοτεχνικής επεξεργασίας τους3.

Συνδυάζοντας επομένως κωμικά και άσεμνα στοιχεία στο πρόσωπο ενός παραμυθιακού ήρωα που, παρά τις αδυναμίες του, πραγματοποιεί αδύνατα ζητήματα και παντρεύεται τη βασιλοπούλα, οι αφηγητές του Τεμπέλικου αγοριού δημιουργούν μια υβριδική μορφή που βρίσκεται μεταξύ του μαγικού παραμυθιού και της ευτράπελης διήγησης.

Η Nicole Belmont, ερμηνεύοντας το παραμύθι με φροϋδικούς όρους (σύμφωνα με τον Φρόυντ «το εγώ είναι πρώτα απ' όλα ένα εγώ σωματικό»), το βλέπει ως μία αφηγηματοποίηση των σταδίων ανάπτυξης του ανθρώπου στην αναζήτηση της ταυτότητάς του: η ατέλεια του σώματος παραπέμπει στην κατάσταση απόγνωσης του βρέφους, οι αδυναμίες του ήρωα στην περίοδο προσκόλλησης κατά τη διάρκεια του θηλασμού και η ολοκλήρωσή του στην ικανότητά του να αντιμετωπίσει την εικόνα του πατέρα και στην κατάκτηση του υπερεγώ4.

2. Ruth Β. Bottigheimer, «Luckless, Witless, and Filthy-footed. A Sociocultural Study and Publishing History Analysis of 'The Lazy Boy», Journal of American Folklore 106, 1993, a. 263.

3. R. Bottigheimer, ό.π., σ. 269.

4. Belmont Nicole, Poétique du conte. Essai sur le conte de tradition orale, Gallimard,

Σελ. 442
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/443.gif&w=600&h=915

Οι ελληνικές παραλλαγές του παραμυθιού - που είναι αρκετά δημοφιλές όπως δείχνουν και νεότερες καταγραφές - φαίνεται να συγκεντρώνουν στοιχεία από τα διαφορετικά σημεία ιστορικής εξέλιξης του παραμυθιού: το πιθανότατα παλαιό μοτίβο του ευγνώμονος ψαριού που ο ήρωας ξαναπετά στη θάλασσα (που απαντάται και στην παραλλαγή του Στραπαρόλα) απαντάται επίσης σε ορισμένες ελληνικές παραλλαγές παράλληλα με την παρουσία σε άλλες παραλλαγές του μοτίβου της συνάντησης με χριστιανικά ή άλλα υπερφυσικά όντα (που παραπέμπει στην παραλλαγή του Basile). Η αρχική πιο δυναμική παρουσία της βασιλοπούλας, υπονοείται στις παραλλαγές όπου εκείνη καθοδηγεί τον ήρωα στο να κάνει ευχές.

Στις ελληνικές παραλλαγές του παραμυθιού μας ξαναβρίσκουμε ένα αγαπητό στην ελληνική παράδοση μοτίβο, αυτό του Σταχτιάρη ή Σταχτοπούτη που κάθεται μέσα στη στάχτη5. Ίσως όχι τόσο γνωστός, όσο το θηλυκό παράλληλο του (η Σταχτοπούτα) το αγόρι που κάθεται μέσα στη στάχτη (που λέγεται αλλιώς και Αχιλοπουτούρης, Σταχτομπήτης ή Σταχτοπιταράς) αποδεικνύεται ένα εξίσου διαδεδομένο αφηγηματικό πρόσωπο καθώς εισάγεται σε διαφορετικές παραμυθιακές υποθέσεις6. Πίσω από την ταπεινή του εμφάνιση, ο παραμυθιακός αυτός ήρωας μπορεί να κρύβει ένα θαυμαστό εαυτό. Σε αντίθεση με άλλα παραμυθιακά πρόσωπα που αναχωρούν σε μια περιπετειώδη αναζήτηση, ο Σταχτιάρης αρνείται να εγκαταλείψει το σπίτι του και ό,τι κυρίως το συμβολίζει, την εστία του σπιτιού και τη στάχτη, γι' αυτό και σε ορισμένες παραλλαγές τον παρουσιάζουν να αναχωρεί πάνω στο γάιδαρο του με τα πόδια του μέσα σε δυο σακούλες με στάχτη για να τα κρατά ζεστά. Με αυτόν τον τρόπο, ακόμα και αν φεύγει από την εστία του, κατά κάποιο τρόπο την παίρνει μαζί του.

Paris 1999, σ. 176-186. Belmont Nicole, « 'Moitié d'homme' dans les contes de tradition orale: Lieux, usages et signification d'un motif singulier», L' Homme 174, 2005, σ. 11-22.

5. M. Γ. Μερακλής, «Σχόλια», στο βιβλίο της Καλλιόπης Μουσαίου-Μπουγιουκου, Παραμύθια του Λιβισιού και της Μάκρης, Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών, Αθήνα 1976, σ. 263.

6. Μαριάνθη Καπλάνογλου, Παραμύθι και αφήγηση στην Ελλάδα: μια παλιά τέχνη σε μια νέα εποχή, εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2002, σ. 208-209.

Σελ. 443
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/444.gif&w=600&h=915 01 - 0002.htm

ΛΕΥΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

Σελ. 444
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/445.gif&w=600&h=915

ΠΑΡΑΜΥΘΙΑΚΟΣ ΤΥΠΟΣ AT 676 / ATU 954

Σελ. 445
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/446.gif&w=600&h=915 01 - 0002.htm

ΛΕΥΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

Σελ. 446
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/447.gif&w=600&h=915

ΠΑΡΑΜΥΘΙΑΚΟΣ ΤΥΠΟΣ AT 676 / ATU 954

Άνοιξε Κουδουμουντού

AT/ATU 676: Open Sesame AT/ATU 954: The Forty Thieves

ATU 954 (περιλαμβάνει τον AT/ATU 676): The Forty Thieves (Ali Baba)

Delarue-Tenèze: Sésame, ouvre-toi Grimm no 142: Simeliberg

Eberhard - Boratav no 153 III, no 179 III, no 369 III_

Άτιτλο

Μια φορά ήτον ένας γέρος πολύ πλούσιος και είχε δύο παιδιά, ο μέγας ήτον διαβολεμένος, άδικος και φιλάργυρος και ο μικρός ήτον πολύ καλός, γλυκόλαλος και καλόγνωμος, κανένα δεν ήθελε να βλάψ'. Πέθανεν ο γέρος και άφκεν όλο το βιο τ' στα δύο τ' τα παιδιά. Ο φιλάργυρος με τις αδικίες του δεν έδωκε τίποτε στον καλόγνωμο, τον κατακόλσεν κι ας του παπά τ' το σπίτ', κι εκείνος πήρεν την γνέκα τ' και τα παιδιά τ' και πήγεν κάτζεν με το νοίκι σ' ένα σπίτι, δούλευεν και ζούσεν.

Ένα χρόνο νοτον μεγάλη πείνα, δεν μπορούσε να θρέψ' τα παιδιά τ' και την γναίκα τ', ήρταν τα Χριστούγεννα και τα μεγάλα μέρες, τα παιδιά ήθελαν τζόλια να φορέσουν, κουντούρες, ψωμί, κριάς και τι δεν χρειάζονται στ' γιέρμο το σπίτι. Παγαίν' στον αδελφό τ', πέφτ' στα πουδάρια τ', τον παρακαλεί να τον δώκ' τίποτε για να περάσ' τις μεγάλες μέρες, ο φιλάργυρος τον κατακόλσεν. Εκεί τότες ο καλόγνωμος πήρε στο χέρι τ' και πήγε στ' άγρια στα βουϊνά για να τον φάν' οι λύκοι και να μη διούν τίποτε τα μάτια τ'. Κι ο χειμός ήτον πολύ βαρύς, πήγε νηστικός και γανωμένος, παγούρωσε, νύχτωσεν, ήλτεν τζαλίγο στον εαυτό τ' και είπε με τον νου τ': «Πού παγαίνω 'γώ; τι θιάνω; τα παιδιά μ', αν χαθώ, Tt να γενούν;» Κι έκλαψε, δεν ήξευρεν πού βρίσκεται, στην ξαστεριά είδεν ένα χαλασμένο χάν', ήβρεν ένα τυρπί που ήτο τοιχογυρισμένο, μούλωσεν εκεί μέσα, σωρεύτην' στη γνιά και παρακάλσεν τον Θεγό να τον βογηθήσ' και πολεμούσε να κουμπώσ' τα μάτια τ' να κοιμηθεί, άμα πού ύπνος; ας την πείνα κι ας το κρύο μπορούσε να πάγ' στον ύπνο; Ποτέ ήτον σ' ετό τη θέση κι έτρεμεν, ακούει ένα χαριλτού, ύστερα λαλέματα. Φοβήθην', ας το φόβο τ' ίδρωσεν, τυχτίθην' (χώθηκε) κι άλλ' απέσω, τα λαλέματα όσον

Σελ. 447
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/448.gif&w=600&h=915

παγαίνισκαν, ήρχοντο εκεί κοντά τ'. Υστερα ήρταν στάθαν' στο τρυπί τ' απέρα. Τρανά σαράντα αγρίους δράκους, φορτωμένους απ' ένα δισάκι, στάθην' ο μέγας των και είπε: «Σαν να με φαίνεται να ήρτε κανείς εδώ πέρα», οι άλλοι είπαν: «Αβούτζα σε φαίνεται, ποιος μπορεί να πατήσ' το πουδάρι τ' εδώ», ύστερα ο μέγας είπεν: «Άνοιξε, θύρα μ', άνοιξε κι ύστερα πάλε σφάλιξε».

Σε μιας άνοιξεν ένα σιδεριώνας θύρα κι ούλοι σέμαν' απ' έσω κι η θύρα μαναχή της πάλε σφάλησε, πρίχουμ να σφαλίσ' είδιεν λάμψη σαν να 'ταν απ' έσω όλιος. Είπεν να σηκωθεί να φύγει, αμά φοβούταν να μη τον νιώσουν, ως το γλυκοχάραγμα έτρεμεν ας το φόβο τ' κι ας τον κρύο. Άμα άρχεψε να γλυκοχαράζει, ακούει από πέσο πάλι το άγριο λάλεμα του πρώτου κι έλεγε: «Θύρα μ', θύρα μ', σιδεριώνας όπως σφάλιξες ν' ανοίξεις, κι ύστερα να καλοκλείσεις».

Άνοιξε πάλι η θύρα, ξέβαν' ούλοι απ' όξω και πάλε μαναχή της σφάλιξεν, ύστερα ούλοι έφυγαν, κανείς δεν ακούετο. Ξέβην όλιος, ξέβην ο καημένος ας το τυρπί τ' κι όλο το κορμί τ' ήτον μουδιασμένο, στάθην' τζαλίγο στην ευλεμή, έζεσεν το κορμί τ', ήρτεν στον εαυτό τ', είπε με τον νου τ': «Αβούτζα κι αβούτζα θα πεθάνω, ας έμω απ' έσω να διούμ' τι είν' και είπε: «Άνοιξε, θύρα μ', άνοιξε κι ύστερα πάλε σφάλιξε».

Άνοιξεν η θύρα, σέμην' απ' έσω, κι τρανά εδώ μάλαγμα, εκεί ασήμι, εδώ λίρες, εκεί φλωριά, θόλωσαν τα μάτια τ', παγαίν' κι άλλ' απέσω, τρανά ένα στρωμένο χοντζά, όπως πεινούσε, κάτζεν, έφαγεν, χόρτασεν παίρ' κι ένα κομάτ' κριάς μαζί τ' και ψωμί, ύστερα γιόμωσε τον κόλφο τ' λίρες και πήγε στην θύρα κι είπε: «Θύρα μ', θύρα μ', σιδεριώνας, όπως σφάλιξες ν' ανοίξεις κι ύστερα να καλοκλείσεις».

Άμα άνοιξεν η θύρα και ξέβην όξω σε μιας κατόψα τ' πάλε σφάλσεν μαναχή της, χωρίς να τρανήσει ομπρό τ' οπίσω τ' έφυγε απ' εκείνο το άγριο το μέρος, και ξέβην σ' ένα στράτα, άμα ακόμα δεν ξεύρισκεν πού βρίσκεται, ύστερα ανέβην' σ' ένα ψελό βουινί και απ' εκεί διάλεξε την στράτα και κατέβην' ας το βουινί και τράβσεν ίσα στο χωριό τ', όπου έφταξε τα μεσάνυχτα. Ας το σπίτι τ' ήσαν σταναχωρημέν' που δυο γ' μέρες ήταν χαμένος, πεινασμέν', νηστιοί, χωρίς νηστιά χειμώνα καιρό, χωρίς ψωμί, τα παιδιά έκλαιγαν, ήθελαν ψωμί, οι άλλ' έκλαιγαν, όσον έβλεπαν που νύκτωνε και ο νοικοκύρης δεν ήρχετο. Ποτέ ήσαν σε τούτη την σταναχωριά, κτυπά η θύρα, ευτύς ούλοι σηκώθαν' στο πουδάρ, τα παιδιά φώναζαν: «Ήρτεν ο παπάς».

Παγαίν' απ' έσω στον οτά, βγάζ1 τις λίρες, η γναίκα τ' όταν είδιεν τόσα πολλά παράδια κόντευε να τα χάσ'. Εκείνο το βράδ' χτύψαν τα σήμαντρα, πήγαν στην εκκλησιά και ήρταν έφαγαν το κριάς που έφερεν τάμα τ', δόξασαν το Θεγό. Σεπεδιού την ημέρα πήγε ψώμισεν ό,τι ηύρεν, έφερεν γιόμωσεν το σπίτι τ' και σαν πέρασαν οι γιορτές 'γόρασε και ρουχικά σ' όλο το σπιτικό τ', όλοι όσοι έβλεπαν τα έξοδα τ' θάγμαζαν πού ηύρεν τόσο παρά. Ο φιλάργυρος ας το κακό τ' μούτε μέρα μούτε νύχτα κοιμώτονε, άρχεψε να πιάν' από κοντά τον καλόγνωμο και να τον χαιρετά, λίγο - λίγο τον ζήτηξε και παράδια. Ο καλό-

Σελ. 448
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/449.gif&w=600&h=915

καλόγνωμος πάλε τον λυπήθην, έβγαλε τον έδωκε πέντε λίρες, όταν είδιε πού έχ' ο αδελφό τ' παράδια ήθελε να μάθ' πού τα ηύρεν, μια μέρα ήρτε και τον παρακάλσε να τον πει το μέρος και να πάγ' κι ετός να πάρ' λίρες. Ο καλόγνωμος τον είπεν: «Άμα τελειώσουν τα παράδια μ' θα πάμ 'ντάμα. Τέλειωσαν τα παράδια τ', τον λάλησε και πήγαν στους δράκους, σέμαν' απέσω, γιόμωσαν τις τζόπες των, ο μέγας πήρε διπλά ας τον άλλον, βγήκαν όξω και ήρταν στο σπίτι των. Άμα ο μέγας κρυφά την άλλην μέρα παίρ' ένα δισάκι και παγαίν' πάλε, σέμην απέσω, γιόμωσεν το δισάκι τ', ύστερα όταν ήθελε να φύγει αντίς να πει: «Θύρα μ', θύρα μ', σιδηριώνας, όπως σφάλιξες ν' ανοίξεις κι ύστερα να καλοκλείσεις», είπε: «Θύρα μ', θύρα, μ' σιδηριώνας, όπως άνοιξες να κλείσεις κι ύστερα να καλοκλείσεις».

Η θύρα, αντί να 'νοίξει, μανταλούτον κι άλλο πολύ πόμνεν. Απ' έσω τα 'χασεν, όσω έλεγεν: «Όπως άνοιξες να κλείσεις κι ύστερα να καλοκλείσεις», η θύρα μανταλούτον, που κι αν λέσκεν σωστά πάλε δεν θ' ανοίγωτον. Να μη τα πολυλογούμεν βράδυνε. Ακούει απ' όξω που 'ρταν οι δράκοι, φορτωμέν' φλωρί, ύστερα ο πρώτος δράκος είπε: «Άνοιξε, θύρα μ', άνοιξε κι ύστερα πάλε σφάλιξε». Αμά πού ν' ανοίξ' η θύρα, ήταν χίλια φοράς κλειδωμέν', γιατί ο φιλάργυρος αδελφός είπε: «Χίλια φοράς όπως άνοιξες να κλείσεις κι ύστερα να καλοκλείσεις». Ο πρώτος εκεί τότες είπεν: «Εγώ δεν σας είπα εδώ έρχεται κλέφτης και σεις με λέσκετε ποιος μπορεί νά 'ρτ' εδώ, το είδιετε αδαρά τίχαλα έρχουνται. Οι άνθρωπ' είν' πιο διαβολεμέν' ας τους δράκους, αμά πιάνουνται κι εύκολα, να ζιούμ' τίχαλα να γλυτώσ' αδαρά» και σε μιας ούλοι οι σαράντα βρέχυσταν τάμα είκοσι πέντε φοράς και η θύρα άνοιξε, γιατί είκοσι πέντε γρόσια θειάνουν χίλια παράδια και γρόσι έχ' σαράντα παράδια, και σαράντα δράκοι είκοσι πέντε φοράς νίσκεται χίλια φοράς. Να μην τα πολυλογούμε, σαν άνοιξεν η θύραμ παγίντζεν (λιποθύμησε) ο φιλάργυρος, τον ξύψαν', τον ρώτσαν' πόσα φοράς ήρτεν κι εκείνος είπε: «Εγώ δεν φταίβω, ο αδελφό μ' φταίβ', εκείνος μ' έφερεν», τον ρώτζαν πού έν' ο αδελφό τ' και κείνος είπε το χωριό τ' και το σπίτι κι οι δράκοι ύστερα τον έπιασαν, τον έσκισαν' ας τη μέσ' και τον ποίκαν δύο κομμάτια κι ύστερα τον κρέμασαν στην θύρα απάνω, το 'να το μέρος ας τα δεξιά και τ' άλλο ας τα ζερβιά. Υστερα είπεν ο μέγας: «Και τον άλλον τ'άλλο σήμερα διανταρό σαν τελειώσωμεν πο 'χομεν το 'ργο πρέπ' να πάμ' στο χωριό τ' να τον σκοτώσοωμε, γιατί αν το μάθουν κι άλλοι ύστερα, γλυτωμό δεν έχομ'».

Ας το σπίτι του φιλαργύρ' φύλαξαν πεντέξι μέρες, σαν είδιαν που δεν ήρτεν, παγαίνουν στον αδελφό τ' και τον ρωτούν, εκείνος ρώτζεν: «Πού πήγε;» «Εκεί που πήγετε μια φορά 'ντάμα», τον λένε, σευτύς χτύπεν' το κεφάλι τ' κι είπε: «Ποιος τον είπεν να πάγει' μοναχό τ, να πάγω να διώ πού πήγε. Γιατί θέλεσεν να ποίκ' ας εμέν' κρυφάς πράγματα». Τον παρακάλσαν να πάγ' να διεί τι νότον', κι ετός σηκώθην' την άλλη μέρα, πήγεν εκεί και είδιεν τον αδελφό τ' απάνω στην θύρα. «Αχ αδελφέ», είπε, «η φιλαργυρία σ' σ' έφαγε». Μούλωσεν

Σελ. 449
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/450.gif&w=600&h=915

μέσα στο τυρπί, ήλθαν το βράδ' οι δράκοι, πρίχουμ' να μουν (μπουν) απέσω, ο μέγας σήκωσεν το κεφάλι τ', είδιε τον φιλάργυρο κι είπε: «Ε! πώς τα πας μετά δύο μέρες, κι ο αδελφός σου νά' ρτ' να σ' εύρει, να τον δείξομεν τι χαλάέρχονται εδώ πέρα». Υστερα γύρσεν στους άλλους δράκους και τους είπε: «Πήρετε τα τουλούμια;» κι εκείνοι είπαν: «Ο πράσινος δράκος τα πήρε».

Υστερα τους είπεν: «Ταχύ τελειώνουν όλα μας τα 'ργατα, τ' άλλ' ταχύ (μεθαύριο) να μήτε όλοι σας στα τουλούμια μέσα κι εγώ να σας φορτώσω σε σαράντα βορτόνια για τυρί και να πάμε στο χωριό του κρεμασμέν', να κατεβούμ' στο σπίτι του αδελφού τ', να τον πούμ' πως τον τα στέλλ' ο αδελφός του τα τουλούμια και τη νύχτα να τον πνίξομ' κι εκείνον και τα παιδιά τ' κι αβούτζα να γλυτώσομε ας ένα μέγα οχτρό».

Ο καημένος ο καλόγνωμος αδελφός από πέσω ας το τυρπί, όταν ήξεν ετούτα, η καρδιά τ' κτυπούσε σαν ωρολόγι. Να μη τα πολυλογούμε, την άλλη μέρα, άμα έφυγαν οι δράκοι, σηκώνεται και φέγν' χωρίς να τρανήσει δεξιά κι ζερβιά, έρχεται στο σπίτι τ', συλλογιέται τι να ποίκ', είχε ένα μέγα φούρνο και τον άναψε δύο μέρες κατά σειράν. Ήρτεν ο δράκος με σαράντα βορτόνια φορτωμένα με τυρί, σαν Αβανεσίτης κυρατζής (αγωγιάτης), γιανές πως τον πίταξεν ο αδελφό τ' και την άλλη μέρα να ζυγιάσει και να τον δώκ' τα τυριά. Ο καλόγνωμος τον πήρε στο σπίτι τ' και τα τουλούμια τα 'βαλε σ' ένα μέρος. Τη νύχτα, σαφού έφαγε ο δράκος, μέθυσε και κοιμήθη. Ποτέ κοιμάται, παγαίν' ο καλόγνωμος, τον κτυπά μ' ένα μαχαίρ' στην καρδιά και τον αφήν' στον τόπο τ', ύστερα πήρεν κι όλα τα τουλούμια, τα' πιασεν και τα 'ριψεν στον φούρνο, σαφού τα 'δινε ένα μαχαιριά και όλους τους έκαψεν.

Την άλλη μέρα πήρε τα μουλάρια και πήγε και εκατό μέρες και εκατό νύχτες κουβαλούσε το βιο των δράκων και δεν τελείωνε. Υστερα νότον πλούσιος και καθημέρα είχε στο σπίτι τ' για τους φτωχούς τραπέζια και βοηθούσε όλους. Κι έφκιασε σ' ούλο τον κόσμον πολλές καλοσύνες και ήτον πολύ ευχαριστημένος κι ημείς καλύτερα. Ας ετό το παραμύθι μαθαίνομ' να μη γκυρεύομε τα πολλά, γιατί όποιος ζητά τα πολλά χάνει και τα λίγα, σαν τον φιλάργυρο, κι όποιος έν' ευχαριστημένος ας τα λίγα, βρίσκ' τα πολλά σαν τον καλόγνωμο.

Α. Σαραντίδης, Η Σινασός, Εν Αθήναις 1899, 211-216. Παραλλαγή από τη Σινασό της Καππαδοκίας.

Σελ. 450
Φόρμα αναζήτησης
Αναζήτηση λέξεων και φράσεων εντός του βιβλίου: Επεξεργασία παραμυθιακών τύπων και παραλλαγών AT 560-599
Αποτελέσματα αναζήτησης
    Ψηφιοποιημένα βιβλία
    Σελίδα: 431
    

    ΠΑΡΑΜΥΘΙΑΚΟΣ ΤΥΠΟΣ AT/ATU 675