Συγγραφέας:Αγγελοπούλου, Άννα
 
Καπλάνογλου, Μαριάνθη
 
Κατρινάκη, Εμμανουέλα
 
Τίτλος:Επεξεργασία παραμυθιακών τύπων και παραλλαγών AT 560-599
 
Τίτλος σειράς:Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας
 
Αριθμός σειράς:44
 
Τόπος έκδοσης:Αθήνα
 
Εκδότης:Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς
 
Έτος έκδοσης:2007
 
Σελίδες:519
 
Αριθμός τόμων:1 τόμος
 
Γλώσσα:Ελληνικά
 
Θέμα:Ελληνικά παραμύθια-Κατάλογος
 
Τοπική κάλυψη:Ελλάδα
 
Περίληψη:Στον πέμπτο αυτόν τόμο του Καταλόγου των Ελληνικών Παραμυθιών (βλ. και δημοσιεύματα ΙΑΕΝ αρ. 21, 26, 34 και 41) παρουσιάζεται η επεξεργασία του τελευταίου μέρους των μαγικών παραμυθιών (AT/ATU 300-749), που καλύπτει τους τύπους AT/ATU 560-649 (μαγικά αντικείμενα) και AT/ATU 650-699 (υπερφυσική δύναμη και γνώση).
 
Άδεια χρήσης:Αυτό το ψηφιοποιημένο βιβλίο του ΙΑΕΝ σε όλες του τις μορφές (PDF, GIF, HTML) χορηγείται με άδεια Creative Commons Attribution - NonCommercial (Αναφορά προέλευσης - Μη εμπορική χρήση) Greece 3.0
 
Το Βιβλίο σε PDF:Κατέβασμα αρχείου 10.44 Mb
 
Εμφανείς σελίδες: 53-72 από: 522
-20
Τρέχουσα Σελίδα:
+20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/53.gif&w=600&h=915

ΠΑΡΑΜΥΘΙΑΚΟΣ ΤΥΠΟΣ AT/ATU 562

Σελ. 53
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/54.gif&w=600&h=915 01 - 0002.htm

ΛΕΥΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

Σελ. 54
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/55.gif&w=600&h=915

ΠΑΡΑΜΥΘΙΑΚΟΣ ΤΥΠΟΣ AT/ATU 562

Το μαγικό κασελάκι

AT: The Spirit in the Blue Light ATU: The Spirit in the Blue Light Delarue - Tenèze: L' Homme de fer Grimm no 116: Das blaue Licht Eberhard - Boratav no 219

Η Πεντάμορφη

Μια φορά ήταν ένας βασιλιάς κι είχε τρεις γιους. Τον μεγάλο τον έλεγαν Πέτρο, τον δεύτερο Δήμο και τον μικρότερο Φώτο. Κάθε μέρα που περνούσε, ο πατέρας τους, που είχε πάρα πολύ γεράσει, ένιωθε πως φθάνει το τέλος του. Γι' αυτό μια μέρα φώναξε τα παιδιά του και τους λέει: «Εγώ, παιδιά μου, δεν έχω πια δύναμη να κυβερνώ το κράτος μου. Καλό θα είναι να πάρει ο Πέτρος τη βασιλεία, σαν μεγαλύτερος που είναι, με τη συμφωνία να μην ανοίξει την κάμαρα που είναι κλειδωμένη. Όποιος δεν ακούσει το θέλημα μου, θα 'χει την κατάρα μου».

Δεν πέρασε πολύς καιρός και ο γερο-βασιλιάς πέθανε. Πήρε τη βασιλεία ο Πέτρος με δόξα και τιμή. Μα ενώ ήταν τόσο ευτυχισμένος, τον βασάνιζε η περιέργεια για την κλειδωμένη κάμαρα: σαν τι να έχει άραγε μέσα που δεν πρέπει ν' ανοιχτεί; Αυτή η συλλογή δεν τον άφηνε να ησυχάσει ούτε μέρα ούτε νύχτα. Πώς να την άνοιγε, όμως, αφού θα είχε την κατάρα του πατέρα του; Στο τέλος, η περιέργεια, πιο δυνατή από τη θέλησή του, νίκησε και μια μέρα άνοιξε την απαγορευμένη κάμαρα. Μεγάλη απογοήτευση τον περίμενε σαν είδε μια κάμαρα εντελώς αδειανή και γεμάτη σκόνες κι αραχνιές. «Χαράς στην κάμαρη», συλλογίστηκε, «που θα έχω και την κατάρα του πατέρα μου...»

Λέγοντας αυτά, βλέπει σε μια γωνιά ένα ντουλαπάκι. Πηγαίνει κοντά, το ανοίγει και τι να δει μέσα! Τη ζωγραφιά μιας βασιλοπούλας τόσο ωραίας, που μόλις την είδε του ήρθε ζάλη. Από κάτω έγραφε: «Εγώ είμαι η Ωραία του Κόσμου και όποιος θέλει να με βρει, ας έρθει στην τάδε πολιτεία».

Ο Πέτρος δεν κρατήθηκε, τράβηξε τη ζωγραφιά με τα δυο του χέρια, τη δίπλωσε και την έκρυψε στην τσέπη του. Όλη τη νύχτα δεν έκλεισε μάτι, είχε τη

Σελ. 55
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/56.gif&w=600&h=915

ζωγραφιά αντίκρυ του και τη θαύμαζε. Αποφασίζει να φύγει την άλλη μέρα, να πάει και να βρει την ωραία βασιλοπούλα. Φωνάζει τον δεύτερο αδελφό του και του λέγει: «Εγώ, Δήμο, θα πάγω σε μια περιοδεία, θα πάρεις εσύ τη βασιλεία ώσπου να γυρίσω».

Πήρε μαζί του ένα δισάκι φλουριά κι έφυγε. Πολλές μέρες περπατούσε και όταν έφτασε σ' αυτήν την πολιτεία ήταν πια αργά. Εκείνον τον καιρό, ήταν όλο μικρά βασίλεια, που ήταν τριγυρισμένα από ψηλούς τοίχους και είχαν μια μεγάλη σιδερένια πόρτα, για κάθε προφύλαξη από τους εχθρούς. Αυτή η πόρτα άνοιγε με την ανατολή του ήλιου και σφαλούσε με τη δύση. Μόλις πρόλαβε να μπει μέσα ο Πέτρος και αμέσως η πόρτα έκλεισε. Ήταν ότι σουρούπωνε και από την κούραση δεν έβλεπε καλά. Άξαφνα ακούει μια φωνή: «Ώρα καλή, παλικάρι μου...» «Καλώς τη μάνα». Ήταν μια γριά που τον ρωτούσε: «Θέλεις τίποτε, παιδάκι μου;» «Θα ήθελα», της λέγει, «να φάω και να κοιμηθώ». «Μετά χαράς, γιόκα μου, δώσ' μου λεπτά να ψωνίσω για να φας κι όσο για τον ύπνο, θα σου ετοιμάσω ένα κρεβάτι βασιλικό».

Έφερε η γριά ένα ωραίο πουλάκι, έφερε και κρασί κι έφαγε ο Πέτρος με μεγάλην όρεξη. Ετοίμασε και το κρεβάτι του, πλάγιασε το παλικάρι κι ευθύς το πήρε ο ύπνος. Η γριά περίμενε έξω από την πόρτα να δει πότε θα κοιμηθεί. Μόλις τον βλέπει κοιμισμένο, τρέχει και φωνάζει το γιο της, που ήταν ένας κακούργος. Έρχεται αυτός μ' ένα χαντζάρι, δίνει μια στο παλικάρι και το σκοτώνει. Υστερα παίρνουνε τα φλουριά του και τον ρίχνουνε σ' ένα λάκκο, που ρίχνανε όσους σκοτώνανε.

Ας δούμε τώρα τι έκαμε ο άλλος γιος που και αυτός είχε το ίδιο κεφάλι με τον πρώτο κι έπαθε τα ίδια με αυτόν. Έμεινε πια ο μικρότερος, ο Φώτος. Πήρε αυτός τη βασιλεία, αλλά κάθε μέρα που περνούσε, τον στεναχωρούσε η αργοπορία των αδελφών του. Θέλησε να πάει να δει πού βρίσκονται κι αποφασίζει να φύγει. Φωνάζει το βεζίρη και του λέγει: «Εγώ θα πάω να βρω τ' αδέλφια μου, εσύ θα μείνεις στη βασιλεία ώσπου να γυρίσω».

Αρχίζουν τις ετοιμασίες, παίρνουν μαζί τους σκηνές, τρόφιμα, μάγειρους, υπηρέτες, ιπποκόμους, άφθονα φλουριά και ξεκινούν. Αφού περπάτησαν όλη μέρα, το βράδυ βρήκαν ένα ωραίο μέρος που είχε πολλά δέντρα και μια μεγάλη βρύση με νερό σαν το κρύσταλλο. Ετοίμασαν μια ωραία σκηνή για το Φώτο. Μόλις έφαγε, πλάγιασε να κοιμηθεί, γιατί ήταν πολύ κουρασμένος. Μόλις τον έπαιρνε ο ύπνος, ακούει τη φωνή του αλόγου του που χλιμιντρούσε. «Μούου... ου... ου... μου... ου...» «Τι τρέχει;», ρωτά ο βασιλιάς τον ιπποκόμο, «γιατί φωνάζει τ' άλογο;» «Δεν ξέρω τι έχει βασιλιά μου, του δίνω να πιει νερό κι αυτό τραβά το κεφάλι του και φωνάζει». «Αμέσως να καθαρίσετε τη γούρνα», διατάζει ο βασιλιάς.

Καθαρίζουν τη γούρνα, βάζουν άλλο νερό, αλλά μόλις το άλογο πάει κοντά στη βρύση, τραβά πάλι του κεφάλι του και φωνάζει. Πάει ο Φώτος να δει με τα μάτια του ποια είναι η αιτία που δεν πίνει νερό το ζώο. Σκύβει στη βρύση

Σελ. 56
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/57.gif&w=600&h=915

και βλέπει μέσα στο νερό να λάμπει η σκιά μιας κοπέλας, που σαν την είδε θαμπώθηκε από την ομορφιά της. Γυρίζει το κεφάλι του επάνω και βλέπει μια ζωγραφιά κρεμασμένη σ' ένα κλαδί του δέντρου.

Την άλλη μέρα, διατάζει να μαζέψουν τα πράματα και να γυρίσουν όλοι πίσω. Κρατά ο Φώτος ένα δισάκι φλουριά και το σπαθί του. Αφού έφυγαν όλοι, ανεβαίνει στο δέντρο και παίρνει τη ζωγραφιά. Αυτή η ζωγραφιά ήταν η ίδια που ήταν στο ντουλαπάκι κι έγραφε τα ίδια λόγια, γιατί ήταν μαγική και παρουσιαζόταν παντού. Βάζει τη ζωγραφιά στην τσέπη του, παίρνει τα φλουριά και το σπαθί του και πάει να βρει την κοπέλα. Πολλές μέρες περπάτησε και τέλος έφτασε στην πολιτεία που ήταν η Πεντάμορφη. Μόλις πρόφτασε να περάσει την πόρτα και κρακ!... την έκλεισαν οι φρουροί γιατί ήταν η ώρα περασμένη. Βρίσκει την ίδια γριά, που με κολακείες προσπαθούσε να τραβήξει κι αυτόν σπίτι της για να τον σκοτώσει, όπως και τους άλλους δύο. Του 'δωσε να φάει και του ετοίμασε το κρεβάτι του. Κατάλαβε όμως ο Φώτιος πως αυτή δεν ήταν καλή γυναίκα, είδε πως πηγαινοερχότανε και πως περίμενε για κάποιον κακό σκοπό. Πλάγιασε και έκανε πως διαβάζει ένα βιβλίο, αλλά με τρόπο παρακολουθούσε τη γριά. Την έβλεπε πως κοίταζε κάθε τόσο από τη χαραμάδα της πόρτας. Καμώθηκε πως τον πήρε ο ύπνος κι έπεσε το βιβλίο από το χέρι του. Με την άκρη του ματιού του, έβλεπε τι θα κάμει η γριά.

Τη βλέπει, λοιπόν, που πάει και φωνάζει το γιο της, έναν άγριο άντρακλα ως εκεί πάνω, με το χαντζάρι του, έτοιμο να τον κομματιάσει. Την ίδια στιγμή, παίρνει ο Φώτιος το σπαθί του, δίνει μια στον κακούργο και τον σκοτώνει. Τρέχει αρπάζει και τη γριά απ' τα μαλλιά και της λέει: «Εσύ, κακούργα, είσαι η αιτία που σκοτώθηκαν τ' αδέλφια μου. Να μου πεις αμέσως πού τους ρίξατε και πού βάλατε τα φλουριά τους». Φωνάζει αυτή, παρακαλεί, το παλικάρι δεν αφήνει τα μαλλιά της και την αναγκάζει να του δείξει πού είχε ρίξει τους αδελφούς του. Δεν χάνει καιρό και της κόβει το κεφάλι με το σπαθί του. Έτσι εκδικήθηκε για τ' αδέλφια του. Έμεινε σ' αυτό το σπίτι, γιατί δεν ήθελε να φανερωθεί πως ήταν βασιλιάς.

Την άλλη μέρα πήγε στην πόλη. Εκεί που προχωρούσε, βλέπει πολύν κόσμο μαζεμένο σ' ένα μέρος. Ρωτά τι τρέχει, του λένε πως από δω θα περάσει η Πεντάμορφη με τ' αμάξι της κι όποιος θέλει να τη δει, θα γεμίσει ένα δοχείο φλουριά. Αυτός, λοιπόν, που είχε πολλά, το γεμίζει και περιμένει να φανεί το αμάξι. Όταν έσκυψε στο παράθυρο του αμαξιού για να δει την Πεντάμορφη, τόση ήταν η ομορφιά και η λάμψη της κοπέλας, που ζαλίστηκε και δεν μπόρεσε να δει τίποτα. Την άλλη μέρα πάλι τα ίδια, και την άλλη, ώσπου τελείωσαν τα φλουριά του κι αυτός δεν κατάφερε να τη δει. Έτσι έμεινε χωρίς δεκάρα κι από δουλειά δεν ήξερε τίποτα.

Άρχισε να τον βασανίζει η πείνα. Να ζητιανέψει δεν μπορούσε. Τι να κάμει; Κατά καλή του τύχη, περνούσε μια μέρα από ένα φούρνο που έκαναν κουλούρια. Τον χτύπησε η μυρωδιά και γούρλωσαν τα μάτια του να τα βλέπει.

Σελ. 57
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/58.gif&w=600&h=915

Τον είδε ο φούρναρης και κατάλαβε πως πεινούσε. «Τι αγαπάς, παλικάρι;» τον ρωτά. «Θα ήθελα να δουλέψω», είπε το παλικάρι. «Και τι δουλειά ξέρεις να κάνεις;» «Μα ... ό,τι να 'ναι» (κι ας μην ήξερε τίποτε από δουλειές). «Έλα μέσα», του λέει ο φούρναρης, και πρώτα πρώτα του δίνει να φάει. Του φέρνει ένα πιάτο φασόλια, ένα κρεμμύδι και ψωμί. Δεν μπορώ να σας πω με τι όρεξη και τι γλύκα έφαγε. Ποτέ του δεν είχε φάει τόσο νόστιμο φαΐ. «Ε», του λέει ο μάστορης, «τώρα δουλειά. Πάρε τη στάμνα και πάνε στη βρύση για νερό».

Αυτός όμως, καθώς πήγαινε αμέριμνος, χτυπά τη στάμνα σε μια πέτρα και την κάμει θρύψαλα. Απελπισμένος γυρίζει πίσω κι ο μάστορης τον υποδέχεται με βρισιές και κλωτσιές. Φεύγει από εκεί και συλλογίζεται πού να πάει... Καθώς περπατούσε στενοχωρημένος, ακούει κάποιον να τον ρωτά: «Για πού, παλικάρι από δω;» Ήταν ένας λουτράρης, που στεκότανε στην πόρτα του και ρωτούσε. «Γυρεύω δουλειά», λέει ο Φώτος. «Έλα μέσα, να σου δώσω εγώ δουλειά».

Πρώτα πρώτα του δίνει να φάει, γιατί αυτός ήταν μάγος και κατάλαβε πως ήταν πεινασμένος. Του 'δωσε κοτόπουλο, άλλα ωραία φαγιά και κρασί. Όταν πέρασε καμιά ώρα αφού έφαγε, του λέει ο λουτράρης: «Πάμε τώρα για δουλειά». Πηγαίνουν στη μάντρα που είχε πολλά ξύλα για το καζάνι του λουτρού. «Τώρα θα σκίζεις ξύλα», του λέει. Παίρνει ο Φώτος το πελέκι κι αρχίζει να χτυπά με όλη του τη δύναμη. «Τι κάμεις αυτού;» φωνάζει ο λουτράρης, «θα σπάσεις το πελέκι. Πρέπει να ξέρεις πως για να σπάσει κανείς ξύλα, πρέπει ν' ανοίξει στο ξύλο μια χαραματιά, να βάλει μέσα μια σκίζα, ένα κομμάτι ξύλο μυτερό, ύστερα να χτυπήσει με ορμή τη σκίζα ώσπου ν' ανοίξει το ξύλο. Έτσι και το ξύλο εύκολα κόβεται και το πελέκι δεν σπάνει».

Σαν έμαθε ο Φώτος να σκίζει τα ξύλα, του λέει ο μάγος: «Φθάνει για σήμερα η δουλειά, τώρα πες μου τίνος γιος είσαι». Ο Φώτος κοντοστάθηκε, ο λουτράρης όμως του λέει: «Μη μου κρύψεις τίποτε, γιατί τα ξέρω όλα, ακόμη και γιατί ήρθες εδώ. Επειδή όμως εσύ άκουσες τη συμβουλή του πατέρα σου, ό,τι ποθείς θα γίνει. Θα σε στείλω στο παλάτι να δεις τη βασιλοπούλα. Αλλά τη φυλάνε τόσο καλά, που ούτε πουλί δεν μπορεί να φτάσει κοντά της, γι' αυτό θα σου δώσω ένα σκούφο που όταν τον φοράς δε θα σε βλέπει κανείς». Φορά ο μάγος το σκούφο και σκουντά το Φώτο. «Με βλέπεις;» τον ρωτά. «Όχι, δε βλέπω τίποτε». «Μ' αυτό το σκούφο θα πας στο παλάτι και θα μπεις, χωρίς να σε βλέπουν, στην κάμαρα της βασιλοπούλας».

Παίρνει αυτός το σκούφο κι αν τον πιάσεις. Μόλις φθάνει κοντά στο παλάτι, τον φορά. Περνά εμπρός από τους φρουρούς - κανείς δεν τον πήρε είδηση, καθώς ήξερε και από παλάτια - ανεβαίνει σαν καλός νοικοκύρης και μια και δυο, ίσια στης βασιλοπούλας την κάμαρα.

Αυτή καθόταν σε μια χρυσή πολυθρόνα και κεντούσε. Μόλις την είδε ο Φώτος, τα 'χασε από την ομορφιά της. Πηγαίνει κοντά της, παίρνει την κλωστή που κεντούσε και τη σπάνει. Βάζει η βασιλοπούλα τις φωνές, τόσο τρόμαξε

Σελ. 58
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/59.gif&w=600&h=915

ξε που είδε να σπάνει ξαφνικά η κλωστή της χωρίς να βλέπει κανέναν. Τρέχουν όλες οι σκλάβες να δουν τι έπαθε η κοπέλα, μα αυτή από την ντροπή της είπε πως τσίμπησε το χέρι της.

Το βράδυ γύρισε το βασιλόπουλο όλο χαρά στο λουτράρη που του έκαμε αυτή τη χάρη. Περίμενε με αγωνία πότε θα έρθει η άλλη μέρα και αφού έσκισε αρκετά ξύλα, ήρθε η ώρα να φύγει. Μπαίνει πάλι στης βασιλοπούλας την κάμαρα, που μόλις της είχαν φέρει το φαΐ της. Πάει αυτός ο καλός σου, παίρνει το πιρούνι και τρώει όλο το φαΐ. Η κοπέλα ντράπηκε να φωνάξει, αφού δεν έβλεπε κανένα, αλλά πεινούσε και διατάζει να της φέρουν άλλο φαΐ.

Ο Φώτος πήγαινε κάθε μέρα στο παλάτι και επειδή έτρωγε της βασιλοπούλας το φαΐ, αυτή πρόσταζε και της έφερναν άλλο. Όλοι απορούσαν με την πείνα της και έλεγαν πως αυτό δεν είναι φυσικό. Ανησύχησαν λοιπόν όλοι στο παλάτι κι αποφάσισαν να φωνάξουν ένα γιατρό. «Κάτι τρέχει, λέει αυτός, αλλά δεν είναι δική μου δουλειά. Να φωνάξετε ένα μάγο να σας πει».

Ψηλά, σ' ένα βουνό, ήταν μια γριά μάγισσα. Αυτήν έστειλαν κι εφώναξαν και τους είπε: «Τώντις, κάποιος έρχεται στην κάμαρα της κοπέλας και ο μάγος που τον έστειλε είναι μεγαλύτερος από μένα, αλλά εγώ θα κατορθώσω να τον βρω». Προστάζει και της φέρνουν μαγκάλι με αναμμένα κάρβουνα κι ένα τσουβάλι γεμάτο άχυρα. Αφού έκλεισε τις πόρτες και τα παράθυρα, κάθισε μπροστά στο μαγκάλι, άρχισε να λέει τα μαγικά της κι όλο έριχνε από λίγο άχυρο στη φωτιά. Βγήκε τότε ένας κατάμαυρος και πυκνός καπνός, που έκανε να τσούζουν τα μάτια. Ο Φώτος άρχισε να τρίβει τα μάτια του. Τόσο τα 'τρίψε, που δίχως να το καταλάβει, έπεσε ο σκούφος απ' το κεφάλι του. Τρέχει η γριά, αρπάζει το σκούφο και φωνάζει τους δούλους: «Ελάτε να πιάσετε αυτόν που ήταν εδώ!»

Τον παίρνουν τον καλό σου και τον βάζουν στη φυλακή. Τον ρωτούν: «Τίνος γιος είσαι;» «Του λουτράρη», λέει αυτός. Στέλνει ο βασιλιάς, στρατιώτες και διατάζει να φέρουν το λουτράρη. Πηγαίνει η συνοδεία του βασιλιά και του λέει: «Ο βασιλιάς κι αφέντης μας προστάζει να 'ρθεις αμέσως στο παλάτι, γιατί πιάσαμε το γιο σου, μέσα στης βασιλοπούλας την κάμαρα και τον βάλαμε φυλακή». «Όποιος θέλει να μιλήσει μαζί μου», λέει ο λουτράρης, «ας έρθει εκείνος εδώ». «Μωρέ, έτσι μιλά αυτός για το βασιλιά! Πιάστε τον αμέσως να τον πάμε με το στανιό!»

Τραβά ο ένας το χέρι του, το χέρι βγαίνει! Τραβούν και το άλλο χέρι, βγαίνει κι αυτό! Φέρνουν ένα σακί και τα βάζουν μέσα, τραβούν και το πόδι βγαίνει και το πόδι. Να μη σας τα πολυλογώ, ο λουτράρης γίνεται κομμάτια. Τα βάζουν όλα στο σακί και ίσια για το παλάτι. Το σακί ήταν ασήκωτο από το βάρος κι ώσπου να φθάσουν στο παλάτι, ο ιδρώς έτρεχε ποτάμι από το πρόσωπο τους. Τους ρωτά ο βασιλιάς τι τρέχει, του διηγούνται όλη την ιστορία. «Ανοίξτε το σακί!» διατάζει. Βγάζουν τα κομμάτια ένα - ένα κι αντί να είναι του λουτράρη, ήταν ενός γαϊδάρου, κεφάλι, χέρια, πόδια. Όλοι απόρησαν σαν

Σελ. 59
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/60.gif&w=600&h=915

τα είδαν. Αποφασίζει ο βασιλιάς να πάει στο λουτράρη, καθώς του είχε μηνύσει. «Ω... καλώς όρισες, συμπέθερε», του λέει αυτός. Ο βασιλιάς από το κακό του φωνάζει τη συνοδεία του. «Αρπάξτε αυτόν τον αυθάδη και πετάξτε τον από το παράθυρο», λέει.

Μόλις τον πετούν, αυτός βρίσκεται καθισμένος αντίκρυ στο βασιλιά και κουβεντιάζει. «Τι λέγαμε, λοιπόν, συμπέθερε;» Τότε πια τρόμαξε με τα σωστά του ο βασιλιάς. « Έλα να σιάξουμε τα πράματα και να παντρέψουμε τα παιδιά μας». «Α, μπράβο, έτσι δα βασιλιά μου, μάθε όμως, πως αυτό το παλικάρι δεν είναι γιος μου, παρά της τάδε χώρας βασιλιάς, που είναι μεγαλύτερη από τη δική σου, και ήρθε εδώ μόνο και μόνο για την κόρη σου».

Φαντάζεστε τη χαρά του βασιλιά, στέλνει αμέσως τους ανθρώπους του να βγάλουν το παλικάρι από τη φυλακή. Με δόξα τον πήγαν στο παλάτι κι έμαθε ο κόσμος πως η Πεντάμορφη αρραβωνιάστηκε με το βασιλιά Φώτο της μεγάλης πολιτείας. Άρχισαν οι ετοιμασίες του γάμου κι έφεραν πολλές κοπέλες για να κεντήσουν το νυφικό φόρεμα, όλο με μαργαριτάρι και διαμάντι. Όταν το φόρεσε η βασιλοπούλα ήταν πραγματικά πεντάμορφη! Έγιν' ένας γάμος ξακουστός.

Την άλλη μέρα, ετοίμασαν το βασιλικό αμάξι, που ήταν ολόχρυσο και μέσα με μπλε βελούδο στολισμένο. Μπήκαν η νύφη κι ο γαμπρός στο ωραίο αμάξι και έφυγαν για την πολιτεία τους. Εκεί τους δέχτηκαν με μεγάλες τιμές. Οκτώ μέρες έκαμαν γιορτές, είχαν τραπέζια στρωμένα κι έτρωγε κι έπινε ο κόσμος δίχως πληρωμή. Έτσι έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.

Δ. Πασχαλίδου, Παραμύθια του λαού μας, Αθήνα 1939, σ. 7-18. Παραλλαγή από την Κωνσταντινούπολη.

ΣΥΝΘΕΤΙΚΗ ΠΑΡΑΛΛΑΓΗ

I: Η απόχτηση του μαγιχού αντικειμένου

α: Ο ήρωας είναι ένας νέος" α1: φτωχός" α2: πλούσιος' α3: που όμως σπατάλησε την περιουσία του' α4: ένας στρατιώτης" α5: άλλο.

β: Αγοράζει ένα αντικείμενο' β1: κασελάκι (μπαούλο κτλ.)' β2: που, «όποιος το πάρει θα το μετανιώσει και όποιος δεν το πάρει πάλι θα το μετανιώσει»' β3: από το οποίο εμφανίζεται ένα μαγικό ον' β4: δαίμονας' β5: αράπης" β6: που πραγματοποιεί τις επιθυμίες του ήρωα' β7: κάποιο άλλο πρόσωπο βοηθάει τον ήρωα' β8: του δίνει' β9: άφαντο σκουφάκι' β10: και (ή) άλλο μαγικό αντικείμενο.

Σελ. 60
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/61.gif&w=600&h=915

II: Ο ήρωας και η βασιλοπούλα

α: Ο ήρωας ζητά από το μαγικό υπηρέτη φαγητά (λεφτά κ.ά)' α1: διατάζει να του φέρει τη βασιλοπούλα (ή την Πεντάμορφη)' α2: την επισκέπτεται ο ίδιος χάρη στο άφαντο σκουφάκι' α3: διαδοχικές νύχτες.

β: Ο βασιλιάς (ή η γυναίκα του) μαθαίνει για την ύπαρξη του διαφθορέα' β1: από την ίδια του (της) την κόρη' β2: αναθέτει στη βασιλοπούλα (σε κάποιο άλλο πρόσωπο) να σημαδέψει την πόρτα του ήρωα' β3: αλλά ο μαγικός υπηρέτης σημαδεύει όλες τις πόρτες' β4: ο βασιλιάς προσπαθεί με άλλον τρόπο να τον ανακαλύψει' β5: αλλά ο δαίμονας ματαιώνει πάλι τα σχέδιά του' β6: με κάποια άλλη πονηριά' β7: ο ήρωας αποκαλύπτεται και συλλαμβάνεται.

III: Οι περιπέτειες του ήρωα και του μαγικού υπηρέτη του

α: Ο μαγικός υπηρέτης νικάει το στρατό που ο βασιλιάς έχει στείλει εναντίον τους' α1: ο βασιλιάς αναγκάζεται να συμφιλιωθεί με τον ήρωα' α2: ο ήρωας αποχωρίζεται τον μαγικό υπηρέτη' α3: που στέλνεται από το βασιλιά σε κάποια μακρινή αποστολή' α4: ενώ ο μαγικός υπηρέτης απουσιάζει' α5: ο ήρωας φυλακίζεται' α6: καταδικάζεται σε θάνατο' α7: του βγάζουν τα μάτια' α8: κλείνεται στο σακί' α9: σκοτώνεται.

β: Ο μαγικός υπηρέτης απελευθερώνει (γιατρεύει, ξαναζωντανεύει) τον ήρωα' β1: κάνει άλλα κατορθώματα' β2: ο ήρωας ζητά το μαγικό αντικείμενο και χρησιμοποιώντας το γλιτώνει' β3: ο ήρωας παντρεύεται τη βασιλοπούλα (Πεντάμορφη).

ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΠΑΡΑΛΛΑΓΩΝ

ΗΠΕΙΡΟΣ

1. Dozon, 77-81, «Le coffre merveilleux». I: α, α2, α3, β, β1, β2, β3, β5, β6. II: α1, α3, β, β2, β3, β6 (ρίχνοντας αρωματισμένο υγρό ο ήρωας μυρίζει στο λουτρό), β7. III: α3, β (το μαγικό ον φτιάχνει φιρμάνι όμοιο με του βασιλιά, που διατάζει το στρατηγό που θα κρέμαγε το παλικάρι να τον αφήσει ελεύθερο), β3.

ΘΕΣΣΑΛΙΑ

2. ΛΦ 1308, 3-4, Καλαμπάκα, άτιτλο. Ι: α5 (άνθρωπος), β, β1, β2, β3, β4, β6. II: α, α1, α3, β, β2, β7. III: α5, α9, β3.

Σελ. 61
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/62.gif&w=600&h=915

ΘΡΑΚΗ

3. Πασχαλίδου, 7-18, Κωνσταντινούπολη, «Η Πεντάμορφη». Η παραλλαγή που δημοσιεύουμε εδώ.

ΝΗΣΙΑ ΤΟΥ ΑΙΓΑΙΟΥ

α. Κρήτη

4. ΛΑ 2396, 127-151, Ιεράπετρα, «Ο Σμαήλ-Μπέης». I: α, α2 (βεζιρόπουλο), α3, β7 (η μάνα του), β8, β9, β10 (οργανάκι να παίζει και να βγάζει λεφτά, του το κλέβουν οι φίλοι). Ο βασιλιάς του παίρνει το άφαντο σκουφάκι και τον στέλνει στους δαίμονες, που του δίνουν για συνοδό ένα δαίμονα με τη συμφωνία να μην τον αφήσει, αν δεν τον διώξει γραπτά. II: α (χρυσό παλάτι, όλες τις κοπέλες της πολιτείας), α1, β, β2, β3. III: α (κάνει μπακιρένιες τις επάλξεις του σπιτιού, έτσι ο στρατός δεν μπορεί να περάσει), α1, α2, α4 (διώχνεται από τον ήρωα), α8, β, β3.

5. ΣΛ I, 160-167, Ιεράπετρα, «Η μαγεμένη ποδιά». I: α4, β7 (μάγισσα που του προλέγει ότι θα παντρευτεί τη βασιλοπούλα), β8, β10 (μαγική ποδιά). Με τη συμβουλή της μάγισσας ο ήρωας σηκώνει πλάκα και κατεβαίνει σε τρεις κάμαρες, όπου βρίσκει τρεις κασέλες που φυλάνε τρεις σκύλοι. Στρώνοντας κάτω την ποδιά, κατεβαίνουν τα σκυλιά και ο ήρωας ανοίγει τις κασέλες και γεμίζει διαμάντια και φλουριά. Ανεβαίνοντας πάνω δεν επιστρέφει στη μάγισσα την ποδιά και ακούγοντας τα σκυλιά τον τσακωμό χυμούν και τρώνε τη μάγισσα. Ο στρατιώτης δίνει την ποδιά σε ένα γέρο, που γίνεται βοηθός του. II: α1, α3, β, β1 (που νομίζει ότι βλέπει όνειρο), β2, β3, β6 (η βασίλισσα ράβει στον ποδόγυρο του νυχτικού σουσάμι που σκορπιέται τη νύχτα), β7. III: α6, β2, β3.

β. Κυκλάδες

6. ΛΑ 1395, 207-229 (Αδ. Αδαμαντίου, Τηνιακά), Τήνος, «Ο ιμάμης». I: α, α1, β7, β8, β9. II: α2, β, β6 (βάζοντας φωτιά στην κάμαρα τον αναγκάζει να βγει), β7. III: α6, β (παρουσιάζεται τάχα σαν απεσταλμένος του βασιλιά), β3.

7. ΛΑ 2339, 113-116, Μήλος, «Το κασελάκι κι ο δαίμονας». I: α, α1, β, β1, β2, β3, β4, β6. II: α1, α3, β, β1, β2, β3, β4 (να ρίξει άμμο στο δρόμο του), β5. III: α, α1, α2, α3, α4, α7, β, β3.

Σελ. 62
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/63.gif&w=600&h=915

ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΣ

8. ΛΑ 1188, 8-10, Ηλεία, «Ο νάνος Τζιτζές». I: α (βασιλόπουλο), α3 (για να δει την Πεντάμορφη), β, β1, β2, β3 (νάνος), β6. II: α, α1, α3, β, β1, β7. III: α5, β, β3.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΣΤΟΝ ΤΥΠΟ AT/ATU 562

Στον διεθνή Κατάλογο η υπόθεση του παραμυθιού παρουσιάζεται ως εξής: σε έναν απολυμένο στρατιώτη (λιποτάκτη) ανατίθεται από μια γριά γυναίκα (μάγισσα) να της φέρει το τσακμάκι (φως, ταμπακέρα, κερί) από έναν υπόγειο θησαυρό (μαγικό κάστρο) που φυλάσσεται από σκυλιά. Εκείνος το ιδιοποιείται (σκοτώνει τη γριά γυναίκα). Ανακαλύπτει ότι ανάβοντας το τσακμάκι εμφανίζεται ένα πνεύμα-βοηθός (σκυλιά, σιδερένιος άντρας, γίγαντας). Διατάζει το πνεύμα να του φέρει την πριγκίπισσα για τρεις διαδοχικές νύχτες. Εκείνη πρέπει να τον υπηρετεί (τη φιλάει, την αφήνει έγκυο). Ο βασιλιάς προσπαθεί να ανακαλύψει πού πηγαίνει η κόρη του βάζοντας ένα σημάδι στην πόρτα. Το πνεύμα ανακαλύπτει το κόλπο και το ακυρώνει βάζοντας το ίδιο σημάδι σε όλα τα σπίτια. Την τρίτη φορά που ο στρατιώτης παίρνει την πριγκίπισσα, ανακαλύπτεται (παραδίνεται) και φυλακίζεται. Ζητάει το τσακμάκι του και πριν εκτελεστεί, ζητά την άδεια να καπνίσει για τελευταία φορά. Όταν ανάβει το τσακμάκι, το πνεύμα εμφανίζεται και τον σώζει (φυλακίζει το βασιλιά στη θέση του). Ο στρατιώτης πείθει με απειλές το βασιλιά να τον παντρέψει με την κόρη του.

Ο AT/ATU 562 κατατάσσεται στην ομάδα των παραμυθιών για τα μαγικά αντικείμενα που ο ήρωας (συνήθως ένας στρατιώτης) κερδίζει, χάνει και ξαναβρίσκει. Όπως στο παραμύθι του Aladdin (AT/ATU 561), το μαγικό αντικείμενο (τσακμάκι) βρίσκεται σε ένα υπόγειο δωμάτιο. Ανάβοντάς το εμφανίζεται ένα πνεύμα που υπηρετεί τον ήρωα και του φέρνει τρεις διαδοχικές νύχτες τη βασιλοπούλα. Τον βρίσκουν όμως και πάνω στην αναταραχή χάνει το τσακμάκι. Λίγο πριν τον εκτελέσουν, ζητά την άδεια να ανάψει την πίπα του με το τσακμάκι που κάποιος του έχει φέρει στη φυλακή. Καθώς το ανάβει, εμφανίζεται ο μαγικός υπηρέτης και τον σώζει. Παρά τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του, ο παραμυθιακός αυτός τύπος είναι τόσο στενά συγγενής με άλλους (AT/ATU 560, AT/ATU 561, AT/ATU 566 κ.ά) ώστε να μην είναι πάντα δυνατή μια ακριβής διαφοροποίηση.

Στην Ευρώπη το παραμύθι είναι ευρέως διαδομένο, ιδιαίτερα στις Βαλτικές χώρες και τη Σκανδιναβία. Αναφέρονται επίσης τουρκικές, αρμενικές, ιουδαϊκές και ινδικές παραλλαγές ενώ το παραμύθι φθάνει έως την Ιαπωνία.

Ο W. Liungman εντοπίζει την παλαιότερη μορφή της διήγησης (χωρίς το

Σελ. 63
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/64.gif&w=600&h=915

μοτίβο του αναπτήρα) στην περιοχή δυτικά της Βαγδάτης, πιθανώς στην Τουρκία ή στα Βαλκάνια. Στις τουρκικές, αλβανικές και αρμενικές παραλλαγές απουσιάζει το μοτίβο του αναπτήρα ενώ εμφανίζεται ένας μαγικός υπηρέτης με την επίκληση του ονόματος του. Όπως όμως αναφέρει η Elizabeth Tucker, η θεωρία αυτή δεν είναι αρκετά πειστική καθώς συγκρίσιμες παραλλαγές ανευρίσκονται και στον βορειοανατολικό ευρωπαϊκό χώρο1.

Το παραμύθι του Άντερσεν ««Fyrtojet» (Το τσακμάκι), δημοσιευμένο το 1835, φαίνεται ότι συνδέεται με την εξάπλωση της διήγησης από τον 19ο αιώνα. Όπως αναφέρει ο St. Thompson, η μορφή με την οποία το παραμύθι κυκλοφορεί σε ένα μεγάλο μέρος της Ευρώπης είναι άμεσα επηρεασμένη από την παραλλαγή του Χανς Κρίστιαν Άντερσεν. Ωστόσο είναι δύσκολο να διακρίνουμε αν πρόκειται για μια επίδραση απευθείας από το παραμύθι του Άντερσεν ή εάν τα κείμενα δημιουργούνται από την προφορική παράδοση, απ' όπου άλλωστε και ο Άντερσεν άντλησε το υλικό του2.

Ο Άντερσεν, όπως νωρίτερα οι αδελφοί Γκριμ, καθόρισε με το έργο του τους κανόνες του παραμυθιού για παιδιά, ως είδους, καθώς, μέσα από τη λογοτεχνική καταγραφή των λαϊκών παραμυθιών, συνετέλεσε στο να γίνουν ευρύτερα αποδεκτά από τις ανερχόμενες κοινωνικές ομάδες του 19ου αιώνα. Προσπάθησε να συνδυάσει τα παραδοσιακά μοτίβα των λαϊκών παραμυθιών με τα έντεχνα λογοτεχνικά μοτίβα των ρομαντικών παραμυθιών, βασισμένων όμως σε ένα σύστημα αξιών ολοκληρωτικά αστικό και εμπνευσμένο από τις αντιλήψεις για τις ανθρώπινες δεξιότητες και διαθέσεις.

Στην ελληνική παράδοση ο AT/ATU 562 απαντάται σπάνια και από τις υπάρχουσες καταγραφές μόνο ένα κρητικό παραμύθι φαίνεται να βρίσκεται πιο κοντά στο δημοφιλές παραμύθι του Άντερσεν. Ας σημειωθεί ότι το παραμύθι του Άντερσεν είχε μεταφρασθεί στην αρχή του 20ού αιώνα [με τίτλο Το πυρείον, σε μετάφραση Αιμύλιου Ειμαρμένου (Αριστοτέλη Κουρτίδη), Διάπλασις των Παίδων, σε τέσσερις συνέχειες (Οκτώβριος-Νοέμβριος 1901], ενώ περιληπτική αναφορά του υπάρχει από νωρίτερα (Διάπλασις των Παίδων 1882). Οι ελληνικές μεταφράσεις των παραμυθιών του Άντερσεν είχαν ξεκινήσει ήδη στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα στα παιδικά περιοδικά και σε ανεξάρτητες εκδόσεις, που δείχνουν τον ιδιαίτερα ευνοϊκό τρόπο με τον οποίο έγιναν δεκτά τα παραμύθια αυτά όχι μόνο από το κοινό αλλά και από τους παιδαγωγούς και λόγιους της εποχής3. Ωστόσο δε φαίνεται να άσκησαν σημαντική επίδραση στην ελληνική προφορική παράδοση4.

1. Tucker, «Geist im blauen Licht», Enzyklopädie des Märchens, Band 5, σ. 928-933.

2. Tucker, ό.π., σ. 930.

3. Καπλάνογλου, Ελληνική Λαϊκή Παράδοση: Τα παραμύθια στα περιοδικά για παιδιά και νέους (1836-1922), Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 1998, σ. 185-211.

4. Μ. Kaliambou, «Hans Christian Andersens "Reise" in Griechenland. Zur seiner Märchen seit Ende des 19. Jahrhunderts», Fabula, Band 46, 2005, σ. 78-88.

Σελ. 64
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/65.gif&w=600&h=915

Με τον αμοραλισμό που διακρίνει το μαγικό αυτό παραμύθι ασχολήθηκαν, μεταξύ άλλων, οι L. Röhrich και W. Woeller, οι οποίοι τονίζουν ότι ο στρατιώτης που αποστρατεύτηκε με βίαιο τρόπο από τους ευρωπαϊκούς στρατούς του 18ου και 19ου αιώνα ανήκει στους φτωχούς και τους καταπιεσμένους, αποτελώντας μια παλαιότερη και όχι πια κατανοητή σ' εμάς μορφή. Στην αντιπαλότητα μεταξύ στρατιώτη και βασιλιά εκφράζεται η κοινωνική κριτική για τη σύγκρουση πλούσιων και φτωχών, κυρίαρχων και υπηκόων5.

Το βασικό μαγικό αντικείμενο (το τσακμάκι) δεν αναφέρεται στις ελληνικές παραλλαγές, που το αντικαθιστούν συνήθως με ένα κλειστό κιβώτιο απ' όπου πετάγεται το μαγικό ον. Άλλοτε πρόκειται για έναν μαγικό βοηθό που φέρνει στον ήρωα (σπάνια ένας στρατιώτης, συνηθέστερα ένας νέος φτωχός ή πλούσιος που σπατάλησε την περιουσία του) τη βασιλοπούλα και τον σώζει στο τέλος.

5. Tucker, ό.π., σ. 931.

Σελ. 65
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/66.gif&w=600&h=915 01 - 0002.htm

ΛΕΥΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

Σελ. 66
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/67.gif&w=600&h=915

ΠΑΡΑΜΥΘΙΑΚΟΣ ΤΥΠΟΣ AT/ATU 563

Σελ. 67
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/68.gif&w=600&h=915 01 - 0002.htm

ΛΕΥΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

Σελ. 68
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/69.gif&w=600&h=915

ΠΑΡΑΜΥΘΙΑΚΟΣ ΤΥΠΟΣ AT/ATU 563

Η Κουκιά

AT: The Table, the Ass, and the Stick ATU: The Table, the Donkey, and the Stick Delarue-Tenèze: La serviette, l'âne et le bâton

Grimm no 36: Tischchen deck dich, Goldesel, und Knüppel aus dem Sack Basile I, 1 : Dell huerco Eberhard - Boratav no 176

Η κουτσιά

Μια βολά τσ' έναν γκαιρό ήτονε ένας ζέρος τσαι μια γρζά. Αυτοί εν είχανε τίποτε να φάνε. Είντα να κάμουν, παίρνουν μισή οκά κουτσά τσαι λέει η γρζά στο ζέρο της: «Εν πάεις ακόμα, ζέρο, να τα φυτέψεις στο χωράφι μας;» «Ναι βρε γρζά, εγώ θα πάω να τα φυτέψω». Πααίνει τσαι καθίντζει από πάνω από το πηάδι τσαι τα τρώει ένα ένα. Του ξεφεύζει ένα κουκάτσι τσαι πααίνει μέσα στο πηάδι.

Φύζει τσαι πάει στης γρζάς του. «Βρε ζέρο, τα φύτεψες;» «Ναι, γρζά μου». Ηπέρασε κάμποσος τσαιρός τσαι του λέει: «Κακόμοιρε ζέρο, εν ηπήες να νηορέψεις (να επισκεφθείς) τις κουτσιές». Πααίνει τσαι είντα να δει! Το κουτσί που είχε πέσει μέσα στο πηάδι είχε ζίνει κουτσά και είχε φτάσει στον ουρανό.

Αρτσινά τσαι ανεβαίνει φύλλο - φύλλο τσαι πάει στον ουρανό, τσαι βλέπει το φεγγάρι να μαλώνει με τον ήλιο τσ' από το κακό τως ο ήλιος να φέγγει τη νύχτα τσαι το φεγγάρι τη μέρα. Ξεπεθσιέται ο ζέρος τσαι λέει: «Ο ήλιος τη μέρα τσαι το φεγγάρι τη νύχτα». «Μπράβο, βρε ζέρο, έτσι είναι». «Είντα θέλεις να σου δώκομε τώρα;» «Ό,τι θέλετε». Του δώνουνε ένα μαντηλάτσι.

Κατεβαίνει πάλι φύλλο- φύλλο τσαι πααίνει στης γρζάς του. «Να κακομοίρα γρζά, σου 'φερα ένα μαντηλάτσι». «Τσαι είντα να το κάμω;» «Τώρα θα δεις είντα θα το κάμεις». Του φωνάντζει: «Μαντηλάτσι μου σε θέλω» τσαι βλέπεις τσαι στρώνεται μια τράπεντζα ούλο φαζιά. «Έλα, τρώε τσαι μη μιλάς». Ηφάανε απ' ούλα που 'χε το τραπέντζι. Πσάνει πάλι το μαντηλάτσι τσαι χάνεται η τράπεντζα. Ε φτάνει που είχε τσαι ήτρωε, μονάχα ήθελε να καλέσω τσαι το δήμαρκο με ούλους τους συμβούλους. Πάει τους καλάει: «Ευκαρίστως

Σελ. 69
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/70.gif&w=600&h=915

θα περάσομε» του λένε. Πάνε την άλλη μέρα ούλοι. Τους παίρνει τσαι καθίντζουνε σ' ένα δωμάτιο. Αυτοί ηβλέπανε. Ήλεε ο ένας με τον άλλο: «Ούτε φουού (φουφού) φαίνεται ούτε κατσαρόλα, ζια να δούμε είντα θα μας εκάμουνε».

Έρτσεται το μεσημέρι, φέρνει ο ζέρος το μαντηλάτσι τσαι φωνάντζει: «Μαντηλάτσι μου, σε θέλω». Βλέπουν, παιδί μου, τσαι στρώνεται ένα τραπέντζι με του Αβραάμ τα καλά. Καθίντζουνε τσαι τρώνε ούλοι τους. Ηκάτσανε μετά τσαι ηκουβεντζιάζανε. Ήρτε η ώρα να φύουνε. Ο ζέρος είχε ξεχάσει το μαντηλάτσι επάνω στο τραπέντζι. Με τη φασαρία - που τονέ χαιρετούσανε εν είχε μπροσέξει πως ήχασε το μαντηλάτσι. Το 'χε 'ρπάξει ο δήμαρκος τσ' ήφυε πρώτος τσαι στον τόπο που ήτονε του ζέρου είχε βάλει το δικό του. Το βράδυ πααίνει να πσάσει το μαντηλάτσι του, φωνάντζει: «Μαντηλάτσι μου, σε θέλω», τίποτα αυτό. Πσος δέρνεται, πσος χτυπσέται; ο ζέρος. Τρέχει τσαι πάει στου δημάρκου. «Δώσε μου το μαντηλάτσι μου τσαι πάρε το δικό σου». «Άντε φύε από δω, παλιόζερε», τσαι τονέ διώξανε με τις κλωτσές. Πάει στο σπίτι του, ητελειώνανε από την πείνα, πααίνει στο χωράφι, ανεβαίνει πάλι φύλλο-φύλλο, βλέπει πάλι τον ήλιο με το φεγγάρι να μαλώνουνε τα ίντζα του. Τος έπε πάλι ο ζέρος: «Ο ήλιος τη μέρα τσαι το φεγγάρι τη νύχτα». «Μπράβο, ζέρο, έτσι είναι», του δίνουν πάλι μια όρνιθα, κατεβαίνει και λέει: «Είντα να την κάμω εγώ την όρνιθα;» Ώσπου να κατέβει, ο κόρφος ήτονε ζεμάτος λίρες.

Πάει πάλι στης γρζάς του. «Έλα, κακομοίρα γρζα, να χαρούμε τσαι να τρώμε κάθε μέρα αντί κουτσουλιές λίρες». Ηπλούτησε τώρα ο ζέρος τσαι λέει της γρζάς του: «Τώρα θα τηνέ πάω στο χρουσοφό να μου τηνέ μαλαματώσει». Τηνέ πάει στο χρουσοφό. «Θέλω να μου τηνέ μαλαματώσεις». «Πολύ ευκαρίστως», κάνει ο χρουσοφός. Του τηνέ 'φήνει τσαι φεύζει ο ζέρος. Το πρωί που ησηκώθητσε ο χρουσοφός, είντα να δει! Αντί κουτσουλιές ο τόπος ζεμάτος λίρες.

Αυτή είναι καλή, ηστσ' έφτητσε. Είντα να κάμει; Πσάνει μια από τις διτσές του τσαι τηνέ μαλαματώνει τσαι παίρνει αυτός την όρνιθα του ζέρου, που ήκανε τις λίρες.

Έρτσεται ο ζέρος. «Έτοιμη είναι η όρνιθά μου;» «Έτοιμη είναι», λέει ο χρουσοφός. Πλερώνει ο ζέρος τον γκόπο του τσαι φεύζει.

Ώσπου να έρτει σπίτι του, ο κόρφος του ήτανε ζεμάτος κουτσουλιές. Στρέφει πίσω τσαι του λέει: «Εν είναι αυτή η όρνιθά μου». «Άντε φύε από δω, παλιόζερε». Τσαι τόνε ντζιώχνει. Πααίνει στης γρζάς του. «Αμέ, ε φτάνει που 'κανε τις λίρες, μονάχα ήθελες να τηνέ μαλαματώσεις», τον έβαλε ετσείνη μπροστά, του ντζιάβασε κάμποσα. Ητρώανε κάνα ντζο μέρες, ύστερα ηπεινούσανε πάλι.

Πάει πάλι φύλλο-φυλλο, 'νεβαίνει στην κουτσά. Ημαλώνανε πάλι ο ήλιος με το φεγγάρι. Τους ξεχωρίντζει. «Τώρα, είντα θέλεις να σου δώσομε, ζέρο;»

Σελ. 70
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/71.gif&w=600&h=915

«Το ματσουκάτσι». Είντα να κάμουνε, του το δίνουνε τσαι φεύζει.

Κατεβαίνει, πάει στο δήμαρκο. «Δώ' μου το μαντηλάτσι, σου λέω με το καλό». «Άντε φύε από δω, παλιόζερε, ύστερα 'πό τόσον γκαιρό ζητάς το μαντηλάτσι σου;» «Ματσουκάτσι μου, σε θέλω». Τόνε κάνουνε το δήμαρκο σαν το άκνιο (ώριμο) σύκο τσαι παίρνει τσαι το μαντηλάτσι του τσαι φεύζει.

Πααίνει στο χρουσοφό. «Δώσε μου την κότα μου με το καλό». «Άντε φύε απ' εδώ». «Σου λέω να μου τηνέ δώκεις με το καλό». «Ε σου τηνέ δώνω». «Ματσουκάτσι μου, σε θέλω». Τον κάνει τσ' αυτόνε σύσπαστο τσαι παίρνει την κότα τσαιφεύζει, τσαι πάει στης γρζάς του. «Έννοια σου», της ελέει, «τους έκαμα εγώ της καλής ώρας!»

Τσ' είχανε την κότα τους τσαι το μαντηλάτσι τους τσ' ητρώανε τσ' ηπίνανε τσ' ηξεραθυμούσανε.

Παν. Γ. Κρητικός, «Πατινιώτικα παραμύθια», Λαογραφία ΙΣΤ', 1956-1957, σ. 405408. Αφήγηση Μόσχας Μπενή.

ΣΥΝΘΕΤΙΚΗ ΠΑΡΑΛΛΑΓΗ

I: Η απόκτηση των μαγικών αντικειμένων

α: Φτωχός γέρος' α1: με γριά' α2: ένα φτωχό παιδί' α3: τρία αδέρφια' α4: ένα ζευγάρι με πολλά παιδιά' α5: που δεν έχουν ούτε ψωμί να φάνε' α6: ένα ζευγάρι χωρίς παιδιά παρακαλά το Θεό να τους δώσει ένα παιδί, ας είναι και φίδι' η ευχή του πραγματοποιείται το φίδι τους φροντίζει, μεγαλώνοντας όμως φεύγει αφήνοντας παραγγελιά αν το χρειαστούν να το αναζητήσουν' α7: η κόρη του γέρου γίνεται γυναίκα ενός μαγικού όντος (ή ζώου) ' στη συνέχεια η ίδια (ή το μαγικό ον-γαμπρός) βοηθάει τους γονείς' α8: άλλο.

β: Ο ήρωας' β1 έχει' β2: βρίσκει' β3: αγοράζει" β4: κουκί (κουκιά)' β5: φασόλι (φασόλια)" β6: που τα φυτεύει' β7: αντί να τα φυτέψει τα τρώει' β8: και λέει στη γυναίκα του ότι τα φύτεψε' β9: μόνο ένα κουκί (φασόλι) πέφτει κατά τύχη κάτω' β10: μέσα σε ένα πηγάδι' β11: ο ήρωας πουλάει το βόδι του (την κατσίκα) του για λίγα φασόλια (φασολιές), που η μάνα του θυμωμένη πετά έξω' β12: και φυτρώνει ένα δέντρο' β13: που φθάνει ως τον ουρανό' β14: σε σύντομο χρονικό διάστημα.

γ: Ο ήρωας σκαρφαλώνει στο δέντρο και συναντά ένα μαγικό ον (μαγικά όντα)" γ1: ο ήρωας συναντά το μαγικό ον (τα μαγικά όντα) στη γη' γ2: όταν ετοιμάζεται να κόψει το δέντρο' γ3: όταν παραπονιέται, επειδή ο αέρας (η

Σελ. 71
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/72.gif&w=600&h=915

βροχή) κατέστρεψε τη σοδειά του" γ4: τον Ήλιο και το Φεγγάρι" γ5: το Φεγγάρι και ένα αστέρι (τ' αστέρια)" γ6: που μαλώνουν μεταξύ τους για το ποιος είναι ο καλύτερος' γ7: βάζουν τον ήρωα κριτή' γ8: και αυτός απαντά ότι και οι δυο είναι καλοί' γ9: ότι ο ένας από τους δυο είναι καλύτερος' γ10: άγγελο Κυρίου' γ11: τον Θεό' γ12: έναν δράκο' γ13: έναν αράπη' γ14: άλλο πρόσωπο' γ15: τα τρία αδέρφια μαθητεύουν το καθένα σε έναν διαφορετικό μάστορα' γ16: ο γέρος (η γριά) πεθαίνοντας της πείνας ζητά βοήθεια από το φίδι' γ17: από την κόρη τους (ή το μαγικό ον —γαμπρό τους).

δ: Ο ήρωας δέχεται από τα μαγικά όντα (μαγικό ον, άλλο πρόσωπο) που συνάντησε τρία μαγικά αντικείμενα' δ1: δύο μαγικά αντικείμενα' δ2: διαδοχικά' δ3: ως χάρισμα' δ4: ως ανταμοιβή, που τους έλυσε τη διαφορά' δ5: ως αντάλλαγμα, για να μην κόψει το δέντρο' δ6: το καθένα από τ' αδέρφια δέχεται από το αφεντικό του ένα μαγικό αντικείμενο ως ανταμοιβή για τις υπηρεσίες του' δ7: το φίδι δίνει στους γονείς του το μαγικό αντικείμενο' δ8: τα μαγικά αντικείμενα δίνει η κόρη (ή το μαγικό ον -γαμπρός)' δ9: ο ήρωας κλέβει τα μαγικά αντικείμενα' δ10: με τη βοήθεια ενός άλλου προσώπου.

ε: Πετσέτα που δίνει φαγητό' ε1: τραπέζι, το ίδιο' ε2: τραπεζομάντιλο, το ίδιο' ε3: μαντίλι, το ίδιο' ε4: ταψί, το ίδιο' ε5: τσουκάλι, το ίδιο' ε6: άλλο αντικείμενο που προσφέρει φαγητό' ε7: και ό,τι άλλο θέλει' ε8: κότα που κάνει χρυσά αυγά' ε9: γάιδαρο που βγάζει χρυσάφι (λίρες, φλουριά)' ε10: κόκορα, το ίδιο' ε11: άλλο αντικείμενο (ζώο), το ίδιο' ε12: κόπανο που δέρνει' ε13: άλλου είδους ξύλο, το ίδιο' ε14: μέσα σ' ένα σάκο' ε15: (νερο)κολοκύθα' ε16: από το τελευταίο μαγικό αντικείμενο βγαίνει (βγαίνουν) μαγικό ον (μαγικά όντα) που πραγματοποιεί (πραγματοποιούν) τις επιθυμίες του ήρωα.

στ: Κάθε (μερικά από τα) μαγικό(ά) αντικείμενο (α) ενεργοποιείται(ούνται) με μια συγκεκριμένη φράση και (ή) σταματά (ούν) με άλλη συγκεκριμένη φράση' στί: το μαγικό αντικείμενο που προσφέρει φαγητό ενεργοποιείται με χτύπημα' στ2: ο μαγικός γάιδαρος ενεργοποιείται με κέντημα' στ3: μόνο το αντικείμενο που τιμωρεί ενεργοποιείται και σταματά με μια συγκεκριμένη φράση' στ4: που το υπερφυσικό ον λέει στον ήρωα' στ5: αλλά του απαγορεύει να την επαναλάβει στ6: από περιέργεια ο ήρωας (ή η γυναίκα του) λέει τη μαγική φράση στο τελευταίο μαγικό αντικείμενο και αυτό τον (την) δέρνει στ7: ο ήρωας βάζει το μαγικό αντικείμενο να δείρει τη γυναίκα του που γκρινιάζει.

II: Η κλοπή και η επανεύρεση των μαγικών αντικειμένων

α: Ο ήρωας (ή η γυναίκα του) προσκαλεί το βασιλιά για να του κάνει το τραπέζι με τη χρήση του μαγικού αντικειμένου που βγάζει φαΐ" α1: προσκαλείται από αυτόν' α2: προσκαλεί κάποιο άλλο πρόσωπο' α3: που έρχεται με την ακολουθία του' α4: ο ήρωας βάζει σε λειτουργία το μαγικό αντικείμενο" α5: ο βασιλιάς (το άλλο πρόσωπο) ή κάποιος από την ακολουθία του με εντολή του

Σελ. 72
Φόρμα αναζήτησης
Αναζήτηση λέξεων και φράσεων εντός του βιβλίου: Επεξεργασία παραμυθιακών τύπων και παραλλαγών AT 560-599
Αποτελέσματα αναζήτησης
    Ψηφιοποιημένα βιβλία
    Σελίδα: 53
    

    ΠΑΡΑΜΥΘΙΑΚΟΣ ΤΥΠΟΣ AT/ATU 562