Συγγραφέας:Αγγελοπούλου, Άννα
 
Μπρούσκου, Αίγλη
 
Τίτλος:Επεξεργασία παραμυθιακών τύπων και παραλλαγών AT 700-749
 
Τίτλος σειράς:Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας
 
Αριθμός σειράς:23
 
Τόπος έκδοσης:Αθήνα
 
Εκδότης:Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς
 
Έτος έκδοσης:1994
 
Σελίδες:271
 
Αριθμός τόμων:1 τόμος
 
Γλώσσα:Ελληνικά
 
Θέμα:Ελληνικά παραμύθια-Κατάλογος
 
Τοπική κάλυψη:Ελλάδα
 
Περίληψη:Το βιβλίο αυτό αποτελεί υποδειγματική δημοσίευση, σύμφωνα με τα διεθνή σχετικά πρότυπα, του καταλόγου των ελληνικών παραμυθιών που συνέτασσε ο Γεώργιος Μέγας ήδη από το 1910. Είναι στην ουσία ο δεύτερος τόμος του καταλόγου, μιας και ο συντάκτης του είχε προλάβει να δημοσιεύσει τον πρώτο τόμο. Ο κατάλογος παραμυθιών του Μέγα αποτελεί ένα σπουδαίο έργο υποδομής για κάθε σχετική έρευνα, έργο που συμβάλλει στη μελέτη όχι μόνο της ελληνικής εθνικής προφορικής παράδοσης αλλά και της παγκόσμιας. Η προσπάθεια για μια υποδειγματική δημοσίευση του καταλόγου αυτού, που άρχισε με τον τόμο αυτόν, καταβλήθηκε με την απόλυτη πεποίθηση ότι η αξία του είναι επίκαιρη όσο ποτέ. Ένας κατάλογος παραμυθιών έρχεται ακριβώς να προσφέρει ταξινομημένο το σημαντικότατο υλικό των παραμυθιών και των παραλλαγών τους, και να υπενθυμίσει παράλληλα τη σημασία, τη συνέπεια, αλλά και τη δύναμη της ευελιξίας που ενέχεται στην προφορική παράδοση των παραμυθιών.
 
Άδεια χρήσης:Αυτό το ψηφιοποιημένο βιβλίο του ΙΑΕΝ σε όλες του τις μορφές (PDF, GIF, HTML) χορηγείται με άδεια Creative Commons Attribution - NonCommercial (Αναφορά προέλευσης - Μη εμπορική χρήση) Greece 3.0
 
Το Βιβλίο σε PDF:Κατέβασμα αρχείου 7.13 Mb
 
Εμφανείς σελίδες: 163-182 από: 274
-20
Τρέχουσα Σελίδα:
+20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/39/gif/163.gif&w=600&h=91523. Αγγελοπούλου - Μπρούσκου, Παραμυθιακοί τύποι

ΠΑΡΑΜΥΘΙΑΚΟΣ ΤΥΠΟΣ  AT 712

Η τίμια γυναίκα

AT: Crescentia Η καλή γυναίκα

Ήταν ένας πραματευτής κ' είχε δύο παιδιά, το ένα φρόνιμο και το άλλο μπαντίδο. Σαν απέθαν' ο πατέρας, τα δύο παιδιά εμοίρασαν το βίο. Ο μέγας, ο φρονιμώτερος, τον κυβέρνησε το βίο του καλά και τον έκαμε μεγάλο. Ο μικρότερος πήγαινε όλο σε γυναίκες και το έφαγε όλο. Τότες πήγε στον μέγαν τον αδελφό του κλαίγοντας, και του λέει: "Αδερφέ μου, κάνω πραμάτειες και χάνω". Λοιπόν ο αδερφός του τον εσπλαχνίστηκε, κ'εβγάζει και του δίνει δέκα χιλιάδες. Αυτός πάλι τα έφαγε σ'τα ίδια. Πήγε πάλι σ'τον αδερφό του· του διηγήθηκε, πως εζημιώθηκε πολλά, κι ο αδερφός του του λέγει: "Αδερφέ, εσύ δεν έχεις τύχη· όμως κάτσε με την γυναίκα μου εδώ και με το σπίτι μου, και πάω εγώ σ'το ταξίδι, και βάνω κάμποσα χρήματα για λόγο μου και κάμποσα για σένα· γλέπω την τύχη σου". Κίνησε ο αδελφός του και πάει στα ξένα με την πραμάτεια, κι άφηκε τον αδερφό του τέλειο νοικοκύρη σ'το σπίτι. Αυτός σαν μπαντίδος σε τρεις μέρες ύστερα που έφυγε ο αδερφός του, εζητούσε τη γυναίκα του να τον απατήσει. Αυτή σαν όμορφη δέσποινα ήταν από γένος καλό και φρόνιμη, και δεν τον εδέχτηκε και του είπε: "Εγώ σ' έχω στον τόπο του αδερφού σου κι 'συ θέλεις να μου κάνεις πράμα σε μένα;" Τι να κάνει αυτός για να κερδίσει τον σκοπό σου; Πηγαίνει στο νεχκεμέ* και λέει: "Έφυγ' ο αδερφός μου, κ' η νύφη μου γίνηκε άτιμη και δεν το δέχομαι". Ο νεχκεμές, που ήξερε την κόρη, τον έβρισε και τον έδιωξε. Αυτός φεύγει από κει, και για να κερδέσει το σκοπό του πάλι, παίρνει στα μεσάνυχτα ένα μεθυσμένο σύντροφο του και τον εμβάζει στο σπίτι της νύφης, κ' έτρεξε σ'τον κάδη, κ' είπε: "Δόσ' μου δύο καβάζηδες**, να βρω τους αγαπητικούς της νύφης μου μέσα". Ευτύς πήγαν οι καβάζηδες και βαρούσαν την πόρτα. Αυτή δεν ήθελε να τους ανοίξει, και τους έλεγε: "Εγώ δεν έχω κανένα τεκλίφι!*** Πείτε μου πρώτα ποιοι είστε και να σας ανοίξω". Λοιπόν μετά βίας κατέβηκαν οι δούλες και άνοιξαν. Και τους λέει: "Τι ζητάτε από μένα;" Οι καβάζηδες μ'βήκαν μέσα και ηύραν

* νεχκεμές: δικαστικός

* * καβάσηδες: δικαστικούς κλητήρες

*** τεκλίφι: εντολή, πρόταση

Σελ. 163
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/39/gif/164.gif&w=600&h=91523. Αγγελοπούλου - Μπρούσκου, Παραμυθιακοί τύποι

τον μεθυσμένο, και της λέουν: "Τι είνε τούτος;" Αυτή αποκρίθηκε: "Δεν ξέρω τίποτες". Την πήγαν στο κριτήριο, και το έδωκε η κρίσις, να πααίνουν να τη σκοτώσουν. Την πήραν δύο παλικάρια και την πήγαν σ' ένα λόγγο, κι απ' την ομορφιά της και γνώμη της δεν την σκότωσαν, μόν' έσκαψαν τη γης, και την έβαλαν μέσα ως τον λαιμό, και την αφήκαν και έφυγαν. Το βράδυ διαβαίνει ένας Αράπης κλέφτης με τα παλικάρια του. Ακούοντας αυτή τα χρεμετίσματα τ' αλόγου, φώναξε με μεγάλη φωνή: "Αν είναι Τούρκος ή Ρωμηός, νάρθει να με λευτερώσει!" Ακούοντας ο Αράπης έτρεξε, και την έβγαλε από τη γης και την έρριξε πισωκάπ'λα, και την πάνει σ'το σπίτι του, και της έφτιαξε ένα καλύβι και κάθονταν, κι όλοι την αγαπούσαν πολλά για την φρονιμάδα της. Ένα πρωτοπαλίκαρο του καπετάνιου την ερωτεύτηκε, κ' ήθελε να την πατήσει. Αυτή δεν τον δέχτηκε, και του είπε: "θελα να το πω του καπετάνιου". Αυτός φοβήθηκε και σφάζει το παιδί του καπετάνιου και πήρε αίμα και έσταξε ως εκεί, όπου εκαθότανε αυτή, κ' έβαλε το μαχαίρι αποκάτου απ' το προσκέφαλο της. Το πωρνό σηκώθηκε η Αράπισσα, γλέπει το παιδί της σφαγμένο, σκούζει δυνατά και φωνάζει: "Ποιος μου έκανε αυτό το κακό;" Κι αυτός ο πειρασμός της είπε: "Να ιδούμε που πααίνει ο τορός από το αίμα". Και πήγαν και το ηύραν, και σ' αυτήν πάαινε· ηύραν και το μαχαίρι αποκάτου σ'το προσκέφαλο. Ο Αράπης δεν πίστεψε, πως το έκανε αυτή. Μόν' της είπαν να φύγει και της έδωκαν ένα τροβά φλουρί και την έβγαλαν σ' ένα κασαμπά*. Τότες πήγε αυτή και τσουκάνισε μια πορτοπούλα, κι ήταν μια γριά, όπου καθόταν μέσα, και της είπε: "Να ξενυχτίσω κι εγώ 'δω μέσα". Και της είπε η γριά: "Κάτσε και κοιμήσου!" Το πωρνό σηκώθηκε η γριά και γίνηκε χαζίρι να πααίνει στο χαμάμι. Της λέει η τσούπρα: "Ναρθώ κι εγώ στο χαμάμι". "Έλα", της λέει. Κίνησαν κι δύο να πααίνουν, και στον δρόμο όπου πάαιναν, είδαν έναν όπου επάαιναν να τον κρεμάσουν για πεντακόσια γρόσια. Λέει αυτή: "Τι είν' αυτό;" Και τότες της λέγουν, πως χρωστάει πεντακόσια γρόσια, και πως πααίνουν να τον κρεμάσουν. Λέει αυτή: "Πέστε του ναρθεί να του δώσω τα γρόσια, και να μην τον κρεμάσουν". Εδωκε λοιπόν τα γρόσια και έφυγε. Λέει αυτός που τον λευτέρωσε: "Ποιος μου 'κάνε τούτο το καλό;" Του είπαν: "Μια γυναίκα κι έφυγε". Κοσσεύει αυτός να την βρει, να της δώσει την ευχαρίστηση, που του έκανε εκείνο το καλό· την ηύρε, κι αμέσως ευρίσκει έναν καραβοκύρη, και την πουλάει σκλάβα.

Την πήρ' ο καραβοκύρης και την έβαλε σ'το καράβι, και κίνησε να φύγει. Ο καραβοκύρης θέλησε να την πατήσει, μόν' ο θεός είδε το κακό τούτο, και σηκώνει μια φουρτούνα, και τσακίζεται το καράβι, και την έβγαλε αυτή μια σανίδα σ' ένα βασιλικό σαράγι. Τότες πήγε και στάθηκε σε μια βρύση της βασίλισσας. Η βάγια πήγε να πάρει νερό, και της λέει: "Τι είσαι συ αυτού;" "Άνθρωπος είμαι", λέει αυτή, "και πες της βασίλισσας, αν θέλει να με πάρει κοπέλα χωρίς ρόγα**". Πάει ευτύς η βάγια και λέει της βασίλισσας· κι έστειλε και την πήρε, και σαν την είδε φρόνιμη, την έκανε

* κασαμπάς: κωμόπολη, προάστειο

** ρόγα: μισθός

Σελ. 164
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/39/gif/165.gif&w=600&h=915 23. Αγγελοπούλου - Μπρούσκου, Παραμυθιακοί τύποι

τέλεια νοικοκυρά σ' όλο το βασίλειο. Με καιρό ήρθε η ώρα, να πεθάνει η βασίλισσα. Έκραξε τη δωδεκάδα της και παράγγειλε, ότι: «Εγώ πεθαίνω και βάνω στον τόπο μου τούτην βασίλισσα». Κατά παραγγελίαν της, την έβαλαν βασίλισσα· μόν' τα χείλη της ποτέ δεν γελούσαν πάντα χολιασμένη και μαραμένη στεκόταν. Τότες της λέει μια γριά: «Εσύ ήσουν πικραμένη μια φτωχή· τώρα γίνηκες βασίλισσα· γιατί δεν γελάς; Ό,τι έχεις, πες μου το εμένα, κι εγώ ξέρω μάγιαις να σου σιάσω την καρδιά». Έκατσε κι αυτή και της τα διηγήθηκε όλα της γριάς. Τότες η γριά της είπε, ότι: «Σε τρεις μέρες σου δίνω τσουάπι *». Έκανε η γριά τις μάγιαις, και τα ηύρε όλα, και πάει στην βασίλισσα με χαρά μεγάλη και της λέει: «Να φκειάσεις ένα σπίτι στη μέση στον οβορό ** μεγάλο, να βάλεις ντελάλη σ' όλον τον κόσμο, γκαβός, τυφλός, λεπριασμένοι ναρθούν στην βασίλισσα να γιατρευτούν». Άκουσε ο άντρας της, που είχε τον αδελφό του γκαβό. Το παλικάρι του Αράπη, που γύρευε να την πατήσει είχε λέπρα. Κι ο καραβοκύρης είχε μαζωθεί. Ακούοντας τον ντελάλη πήγαν στο βασίλειο. Η βασίλισσα φώναξε πρώτα τα δύο αδέρφια ψηλά. Της λέει Ο αδερφός ο μεγαλύτερος: «Κυρά μου! ο αδερφός μου γκαβώθηκε». Του λέει η βασίλισσα: «Να ειπεί τα όσα έκανε στη ζωή του, και ιατρεύεται». Τα είπε αυτός όλα, μόνε για την νύφη του δεν είπε τίποτε, γιατί είχε κοντά τον αδερφό του κ' εφοβόταν μόν' είδε το βαρύ κ' είπε κι αυτό. Εβάρεσε η βασίλισσα τα χέρια, και του ήφεραν νερό και ιατρεύτηκε, και τους κατήβασαν κάτω στο σπίτι. Ανήβασαν τον Αράπη με το παλικάρι. Το ίδιο είπε κι αυτουνού, να ειπεί τα όσα έκανε, και να ιατρευτεί. Όλα τα είπε· το σκότωμα μόνο του παιδιού του αφεντός του δεν το είπε, γιατί εφοβόταν. Είδε το πολύ κακό, το μαρτύρησε κι αυτό, κι είπε: «Ας με σκοτώσει ο αφέντης μου!» Παρόμοια κι αυτός εγέρεψε ***. Εφώναξαν τον καραβοκύρη με το κοπέλι του. Του είπε κι αυτουνού τα ίδια, να μαρτυρήσει τα όσα έκαμε. Όλα τα είπε· το πως πούλησε την γυναίκα δεν το είπε. Μον' ύστερα κι αυτό το μαρτύρησε και εγέρεψε. Εφώναξε τον Αράπη, και του έδωκε χαρίσματα πολλά, «και μη σκοτώσεις το παλικάρι σου», του είπε. Το ίδιο και του καραβοκύρη, κι έφυγαν. Την άλλη μέρα εφώναξε τον άνδρα της ψηλά και του είπε: «Τι άνδρας ήσουν εσύ, που άφηκες τη γυναίκα σου στα χέρια το αδερφού σου, να τραβήξει τούτα όλα που ήκουσες; Αν έγλεπες τη γυναίκα σου, θα τη γνώριζες;» Κι αυτός της είπε: «Η γυναίκα μου απέθανε εδώ και δέκα χρόνια!» Πάλε του ξανάπε: «Αν την δεις, τη γνωρίζεις;» Αυτός είπε: «Τη γυναίκα μου δεν γνωρίζω;» Τότες αυτή ξεμπουλώθηκε και του λέει: «Εγώ είμαι η γυναίκα σου, κι όσα ήκουσες, όλα εγώ τα τράβηξα!» Και σηκώθηκε και τον εφίλησε, κ' εζούσαν καλά.

Παραλλαγή από την Ήπειρο, Ρίο, 21, 66-69.

* τσουάπι: συμβουλή

** οβορός: ξέφωτο

*** εγέρεψε: έγινε γερός

Σελ. 165
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/39/gif/166.gif&w=600&h=91523. Αγγελοπούλου - Μπρούσκου, Παραμυθιακοί τύποι

ΣΤΝΘΕΤΙΚΗ ΠΑΡΑΛΛΑΓΗ

Ι. Η τίμια γυναίκα

α: Μια πλούσια γυναίκα προκαλεί τον φθόνο των συννυφάδων της· α1: που της σκοτώνουν το παιδί και κατηγορούν την ίδια· α2: που την κρύβουν μέσα στο βαρέλι για να την εμποδίσουν να προϋπαντήσει τον άντρα της· α3: που την κατηγορούν ότι τρώει ψείρες και τσιπουροκόκκαλα· α4: επειδή βρήκε ένα θησαυρό κάτω από κάτι λάχανα πήρε στον άντρα της ένα σπίτι κι ένα αμπέλι· α5: επειδή βρήκε με τον αδελφό της μια κότα που γεννούσε χρυσά αυγά, τον βοήθησε να γίνει πλούσιος και να παντρευτεί.

β: Μια τίμια γυναίκα αποκρούει τις προτάσεις που της κάνουν τρεις άντρες (ή περισσότεροι) διαδοχικά, ενώ λείπει ο άντρας της, και παρόλα αυτά, την κατηγορούν για μοιχεία· β1: ο πεθερός της ηρωίδας υπόσχεται ένα σφοντύλι σε όποια από τις νύφες του κοιμηθεί μαζί του, και η ηρωίδα πετάει το σφοντύλι μαζί με τα τσιπουροκόκκαλα· β2: η ηρωίδα αποκρούει τις προτάσεις ενός ανθρώπου που τον έσωσε από την κρεμάλα, και αυτός την πουλάει σκλάβα· β3: στο πλοίο αποκρούει τον καπετάνιο· β4: στο δάσος αποκρούει τον Αράπη ή το πρωτοπαλλήκαρό του.

ΙΙ. Η διωγμένη γυναίκα

α: Η ηρωίδα διώχνεται μέσα στο δάσος· α1: κουβαλώντας το νεκρό παιδί της· α2: με κομμένα χέρια, από τον αδελφό της ή τον άντρα της, τον οποίο καταριέται να κουτσαθεί ή να τυφλωθεί· α3: ο άντρας της την πετά σε ένα βάραθρο· α4: πρέπει να ακολουθήσει μια κουλούρα που της πετάει ο άντρας της. Η κουλούρα σταματά μπροστά σε μια οξυά.

β: Ανασταίνει το παιδί της· β1: με ένα μαγικό βοτάνι· β2: κρυφακούγοντας τη συνομιλία των διαβόλων, βρίσκει το μαγεμένο νερό· β3: ακούγοντας τη συνομιλία των πουλιών, βρίσκει το μαγικό βοτάνι.

γ: Ξαναβρίσκει τα χέρια της χάρη σε ένα γέροντα που της μεταδίδει τη θεραπευτική του δύναμη.

δ: Αποκτάει μαγικό παλάτι· δ1: προσευχόμενη στο θεό· δ2: πραγματοποιεί όλες της τις επιθυμίες με τη βοήθεια μαγικού καρπού, που της έδωσε ο ερημίτης· δ3: παρακαλεί την οξυά να της ανοίξει να μπει κι εκείνη μεταμορφώνεται σε παλάτι· δ4: φτάνει στους σαράντα δράκους ντυμένη άντρας και της χαρίζουν το βασίλειο.

ε: Αποκτά το χάρισμα να θεραπεύει όλες τις ανθρώπινες αρρώστιες· ε1: γίνεται καλόγρια και γιατρεύει όλους τους προσκυνητές του μοναστηριού που χτίζει· ε2: ένα πουλί κάθεται στον ώμο της και αλλάζει φύλο, χτίζει μοναστήρι και, ως μοναχός,

Σελ. 166
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/39/gif/167.gif&w=600&h=915 23. Αγγελοπούλου - Μπρούσκου, Παραμυθιακοί τύποι

γιατρεύει όλους τους αρρώστους που ομολογούν τα κρίματά τους· ε3: γιατρεύει τον αδελφό της, που είχε κουτσαθεί από τη δική της κατάρα, αγγίζοντας τον με τα γιατρεμένα της χέρια.

1/7. Λύση και αναγνώριση

α: Ο άντρας (ή ο αδελφός) επισκέπτεται το παλάτι (το μοναστήρι) · α1: στο τραπέζι τον κατηγορούν ότι έκλεψε ένα κουταλάκι, που ο γιος του κρύβει μέσα στα ρούχα του. Αναγνώριση· α2: και η ηρωίδα διηγείται την ιστορία της στο τραπέζι. Αναγνώριση· α3: η ηρωίδα διηγείται την ιστορία στη ρόκα της και την ακούει. Αναγνώριση· α4: τα αδέλφια της και η μάνα της την αναγνωρίζουν στη φωτογραφία του βασιλιά των σαράντα δράκων πάνω στη βρύση· α5: ο άντρας της βρίσκει την όραση του, μόλις η καλόγρια τον κοιτάξει.

β: Η νύφη(οι νύφες) ή η πεθερά σκοτώνονται.

γ: Το παλάτι μεταφέρεται με μαγικό τρόπο στο χωριό του.

Σελ. 167
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/39/gif/168.gif&w=600&h=915 23. Αγγελοπούλου - Μπρούσκου, Παραμυθιακοί τύποι

ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΠΑΡΑΛΛΑΓΩΝ

ΗΠΕΙΡΟΣ

1. ΛΑ 881, 1, Πάργα Θεσπρωτίας, «Οι δύο σύντροφοι». ΙΙ: α, β2 (γιατρεύει τον βασιλιά που τυφλώθηκε και αυτός της χτίζει παλάτι). ΙΙΙ: α4 (το παλάτι στο μέρος που ο άντρας φύλαγε τα γελάδια).

2. ΛΑ 1259, (ΣΜ 89), 21-22, Κόνιτσα, «Τα τρία αδέλφια». Ι: α, α3. ΙΙ: α, 83. ΙΙΙ: α, ο2, β.

3. ΛΑ 1297, (ΣΜ 127), 460-461, Ζαγόρι, «Η άτυχη νύφη». Ι: α, α2. 77; α3, δ, 81. ΙΙΙ: α, α1, α3, γ.

4. ΛΑ 1309, (ΣΜ 139), 244-246, Κόνιτσα, «Ο κακός πεθερός». Ι: β1. 77; α, α4, 83. ΙΙΙ: α, α1, α3.

5. Ρίο, 21, 66-69, ίδιο και Hahn,l, 140, Δωδώνη, «Η καλή γυναίκα». Ι: β, β2, β3, β4. ΙΙ: Γίνεται βασίλισσα λόγω της φρονιμάδας της, αλλά δεν γελάει ποτέ. Μια γριά τη συμβουλεύει να δέχεται και να γιατρεύει όλους τους αρρώστους· ε2 (έρχονται όλοι όσοι την έχουν αδικήσει).

ΘΡΑΚΗ

6. Αρχείο Θρακ. θησ., Ζ, 204-206, αρ. 2, Κομοτηνή, «Η τίμια πόγινε βασίλισσα». Ι: β, β2, β3, β4. ΙΙ: ε2 (γιατρεύει τον τυφλό αδελφό του άντρα της). ΙΙΙ: α, α2.

7. θρακικά, 17, 180-182, Φανάρι, «Η Μυρσίνα». Ι: β, β2, β3, β4. ΙΙ: ε, ε1. ΙΙΙ: α5.

ΝΗΣΙΑ ΤΟΥ ΑΙΓΑΙΟΥ

Κρήτη

8. ΛΑ 709, 10, Νεάπολη Μεραμβέλλου, «Λάμψε ήλιε για να λάμψω». Αρχή όπως AT 709. Ι: Η μητριά· α1. ΙΙ: α, α1, α2 (της βγάζει και τα μάτια), β, β3, 84. ΙΙΙ: α4.

ΝΗΣΙΑ ΤΟΥ ΙΟΝΙΟΥ 9. Boulanger, 115-123, Κέρκυρα, «La fortune dans les legumes». Ι: α, α1, α4.

Σελ. 168
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/39/gif/169.gif&w=600&h=91523. Αγγελοπούλου - Μπρούσκου, Παραμυθιακοί τύποι

ΙΙ: α, α1 (με το βοτάνι που ζωντάνεψε το φίδι κολλάει το κεφάλι του παιδιού), 82. ΙΙΙ: α, α1, β.

ΚΥΠΡΟΣ

10. Κληρίδης, II, 43-45, αρ. 19, Ποταμιά, "Νύφη τζ'αντραέρφισσα". Ι: α, α1, α5. ΙΙ: α, α1, α2 (τον καταριέται να μείνει κουτσός ώσπου να τον πιάσει με τα δύο της χέρια), γ, ε3. III: β (αλογοσέρνεται).

Σελ. 169
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/39/gif/170.gif&w=600&h=915 23. Αγγελοπούλου - Μπρούσκου, Παραμυθιακοί τύποι

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ, βλ. σ. 76.

Σελ. 170
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/39/gif/171.gif&w=600&h=915 23. Αγγελοπούλου - Μπρούσκου, Παραμυθιακοί τύποι

ΠΑΡΑΜΥΘΙΑΚΟΣ ΤΥΠΟΣ AT 715

Σελ. 171
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/39/gif/172.gif&w=600&h=915 23. Αγγελοπούλου - Μπρούσκου, Παραμυθιακοί τύποι

ΛΕΥΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

Σελ. 172
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/39/gif/173.gif&w=600&h=91523. Αγγελοπούλου - Μπρούσκου, Παραμυθιακοί τύποι

ΠΑΡΑΜΥΘΙΑΚΟΣ ΤΥΠΟΣ  AT 715

Ο Μισοκοκκοράκος

AT: Derai-coq

Delarue: Moitie de coq

Ο Πετεινός

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας γέρος και μια γριά· σα δεν ήτανε πια άξιος να κάνει τίποτις ο γέρος, λέ' η γριά: "Να χωρίσωμενε· άντε στο σπίτι σου εμένα 'ν' αυτό δικό μου κι ό,τι άλλο έχομενε να το μοιράσωμενε". Όλο όλο είχανε μια όρνιθα κι έναν πετεινό' λέει: "Εσύ 'σαι άντρας πάρε τον πετεινό κι εγώ την όρνιθα". Τόνε βγάν' από το σπίτι, κρατίζει και την όρνιθα, πονηρή εκείνη, για να τση κάνει και τ' αυγό. Φεύγ' ο γέρος με τον πετεινό, χτίζει μίαν καλύβα κι ηκατοίκανε μέσα. Να δήτε το μελλικό (πεπρωμένο) τ' ανθρώπου είν τάνε [τι είναι). Ηθάρειεν (εθάρρει, νόμιζε) η γριά πως με την όρνιθα θα 'βγει κερδισμένη. Μια φορά πα' ο γέρος στην πόρταν τση και τση λέει: "Γριά, δε θυμάσαι πως ηφάα'εν άναν καιρό ψωμί κι αλάτ?; μαζί; Δος μου κι εμένα του κακομοίρη εν' αυγουλάκι να το ψήσω να φάω". "Φυ' από δω, παλιόερε". Σε λί'ες μέρες ξεπορτίζει ο πετεινός του γέρου και πάει από κατ' από το παλάτι (εκείνο τον καιρό ημιλούσανε και τα ζα) και φωνάζει: "Κικίκι του βασιλιά την κόρη φιλώ· τη μια τση δύο και τση τρεις απανωτό, κικίκι του βασιλιά την κόρη φιλώ, τη μια τση δύο και τση τρεις άπαν' απανωτό". Ν' ακούσει ο βασιλιάς από πάνω, "μωρέ το μασκαρά τον πετεινό"· προστάζει και τον ρίχνουνε μέσα σε μια λίμνη που 'ταν από κάτω πως θα πνιεί· ως καθώς τον ερρίξανε ήλεεν αυτός: "Ρουφά κώλο μου νερό, ρουφά κώλο μου νερό" και βγαίνει όξω και ξαναφωνάζει: "Κικίκι του βασιλιά την κόρη φιλώ, τη μια τση δύο και τση τρεις απανωτό, κικίκι του βασιλιά την κόρη φιλώ, τη μια τση δύο και τση τρεις απανωτό, κικίκι του βασιλιά την κόρη φιλώ, τη μια τση δύο και τση τρεις άπαν' απανωτό". Ο βασιλιάς πάλι να τ' ακούσει λέει: "Μωρέ το μασκαρά ρίξετε τόνε στο φούρνο, να ψηθεί ζωντανός". Σαν τον ερρίξανε μέσα, ήκανε: "Βγάλε κώλο μου νερό, βγάλε κώλο μου νερό, βγάλε κώλο μου νερό" βγάνει όλο το νερό που 'χενε ρουφημένο μεσ' στη λίμνη, μωλυμάρει το φούρνο, σβήν' η φωτιά, κι ηξυνίσανε τα ψωμιά που 'τανε για το παλάτι και δε μπορούσανε να ψηθούνε, έχυσε θες τόσο νερό' τα πετάξανε. Εκείνος ηβγήκενε πριχού και πάει πάλι απόξ' από το παλάτι και φωνάζει: "Κικίκι του βασιλιά την κόρη φιλώ, τη μια

Σελ. 173
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/39/gif/174.gif&w=600&h=91523. Αγγελοπούλου - Μπρούσκου, Παραμυθιακοί τύποι

τση δύο και τση τρεις απανωτό, κικίκι του βασιλιά την κόρη φιλώ, τη μια τση δύο και τση τρεις απανωτό, κικίκι του βασιλιά την κόρη φιλώ, τη μια τση δύο και τση τρεις άπαν' απανωτό". Ο βασιλιάς πγια να δει και τα ψωμιά ξυνισμένα λέει: "Μπρε αυτός μας το 'βαλε καπότο· ρίξετε τόνε στις σφήγκες να τόνε τσιμπίσουνε να πρηστεί να ψοφήσει". Τόνε ρίχτουν απόξ' από μια σφηγκιά, λέει αυτός: "Ρουφά κώλο μου σφήγκες, ρουφά κώλο μου σφήγκες, ρουφά κώλο μου σφήγκες", ηγέμισενε μέσα βίος (πλήθος) σφήγκες· και πάει πάλι απ' όξ' από το παλάτι και κράζει: "Κικίκι του βασιλιά την κόρη φιλώ, τη μια τση δύο και τση τρεις απανωτό, κικίκι του βασιλιά την κόρη φιλώ, τη μια τση δύο και τση τρεις απανωτό, κικίκι του βασιλιά την κόρη φιλώ, τη μια τση δύο και τση τρεις άπαν' απανωτό", θυμών' ο βασιλιάς, τόνε πιάνει και τόνε βάνει μες στο βρακίν του λέει: "Καλά θα σ' έχω δω τώρα να σκάσεις". Αυτός ήκαμεν από μέσα: "Βγάλε, κώλο μου σφήγκες, βγάλε, κώλο μου σφήγκες, βγάλε, κώλο μου σφήγκες"· βγαίνουνε το βίος οι σφήγκες, κεντούνε του βασιλιά τον κώλο και τόνε πρήσκουνε που 'καμεν ένα χρόνο να κάτσει κι ηπλάγιαζε το βράδυ στο κρεβάτι μπρούμυτα ο βασιλιάς, ωχ, ωχ, από τσοι πόνοι, τον άρπα και τόνε ρίχτει μέσα σε μίαν κασέλα και τόνε κλειδώνει. Ηβρεθήκενε, σαν τα φέρ'η τύχη, τα φέρνει, να 'χει μέσα φλουριά η κασέλα· λέει: "Ρουφά κώλο μου φλουριά, ρουφά κώλο μου φλουριά, ρουφά κώλο μου φλουριά", μπαίνουνε μέσαν του όλες οι λίρες τση κασέλας, ξεκλειδών' αυτός, φεύγει και πάει στην καλύβα του γέρου. Ο γέρος τον είχενε χαμένο δύο τρεις μέρες και σαν τον είδενε, ηθάριενε πως ηπιάσενε τον παπά 'πο τα γένεια: "Καλώς τον πετεινό μου". Είχεν απλωμένο χάμω ένα πανί ο γέρος κι ακουμπισμένο το ψωμίν του κι ήτρωένε· πάει κι ο πετεινός από πάνω: "Βγάλε, κώλο μου φλουριά, βγάλε κώλο μου φλουριά, βγάλε κώλο μου φλουριά", γεμίζει το πανί. Ο καημένος ο γέρος πγια με την χαρά του· παραντά το φαΐ και πάει κι αγοράζει σπίτι μομπιλάτο, ρούχα καλά, χωράφια, κι ηγένηκε ένας πρώτος νοικοκύρης του χωριού με καλά φαγιά, κι ήχενε πγια τον πετεινό σα θεός του. Σαν το 'μαθεν η γριά ηζήλεψενε· είχενε χαμένη κι εκείνη την κόταν τση· απλώνει ένα πευκί καθώς τήνε βλέπει: "Καλώς τήνε την κότα μου, καλώς τήνε την κότα μου", πάει κι ευτή από πάνω και κάνει το πευκί όλο κουτσουλιές. Τήνε βροντά κάτω η γριά και τήνε σκοτώνει κι ύστερα μηδέ αυγό είχενε, μηδέ τίοτις. Ετότες ήστελενε προξενειά στο γέρο να κάτσουνε πάλι μαζί, μα δεν ήθελε πγια κι ευτός, μόνον τση μήναε: "Όντας σε παρακαλούσα μην ηγένουσαν χαδούσα, τώρα που παρακαλείς, δεν σε θέλει πγια κανείς". Πα' η ίδια, λέει: "Δος μου μάγκους μου ένα φλουρί", "θυμήσου όντα σου ζητούμουν εγώ τ' αυγουλάκι".

Νάξος, ΝΕΑ.2, 33-35 αρ. 18. Ο Μ. Κρίσπης, κάτοχος του υλικού αυτού του φυλλαδίου, σημειώνει: "μετέβαλαν το ρήμα "φιλώ" ευσχημοσύνης χάριν".

Σελ. 174
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/39/gif/175.gif&w=600&h=91523. Αγγελοπούλου - Μπρούσκου, Παραμυθιακοί τύποι

ΣΥΝΘΕΤΙΚΗ ΠΑΡΑΛΛΑΓΗ

Ι. Ο γέρος, η γριά χι ο κοκκοράκος

α: Ο ήρωας είναι κόκκορας· α1: ένας γέρος και μια γριά χωρίζουν και στη μοιρασιά παίρνει ο γέρος τον κόκκορα κι η γριά την κότα (ή αντιστρόφως) · α2: η (ο) γριά (γέρος) απειλεί (ότι θα σφάξει) τον κόκκορα, επειδή δεν κάνει αυγά· α3: ο γέρος παραπονιέται στον ήρωα, γιατί η γριά καμαρώνει για τ' αυγά της κότας της και τα κρατάει για τον εαυτό της· α4: ο κόκκορας γεννάει χρυσά αυγά, επειδή τον κορόιδεψε η γριά· α5: ο κόκκορας είναι γιος της γριάς και βρίσκει στο δρόμο του ένα χρυσό φλουρί· α6: γεννιέται κόκκορας γιατί από απροσεξία η στείρα μάνα του ευχήθηκε ν' αποκτήσει παιδί "κι ας είναι και κοκκοράκι"· α7: είναι γιος μιάς στείρας γυναίκας και του ήλιου· α8: όταν η γριά αρνείται να δώσει αυγά στο γέρο, ο ήρωας ζητάει να τον πετάξουν στην κοπριά· α9: η γριά τον διώχνει, γιατί δεν της προσφέρει τίποτα· α10: ο ήρωας πάει να βρει την τύχη του· α1 1: πάει να βρει λεφτά για τη(τον) γριά(γέρο) · α12: φεύγει μαζί με τη σκυλίτσα για να βρει τροφή· φτάνοντας στην όχθη του ποταμού, η σκυλίτσα τον αφήνει μόνο του, γιατί δε μπορεί να περάσει απέναντι.

β: Ο ήρωας είναι μισός κόκκορας (μισοκοκκοράκος)· β1: μια γριά σφάζει έναν κόκκορα και τρώει τον μισό' το άλλο μισό κομμάτι που έμεινε, φεύγει κρυφά για να γλιτώσει· β2: όταν ο γέρος πάει να το πάρει· β3: ο μισοκοκκοράκος γίνεται πολύ δυνατός, επειδή έφαγε ένα σκουλήκι· β4: ο μισοκοκκοράκος παρακαλεί τη γριά να του χαρίσει τη ζωή, κι υπόσχεται να την κάνει πλούσια.

γ: Ο ήρωας είναι ένας κόκκορας κουτσός· γ1: ο γέρος κι η γριά χωρίζουν η γριά παίρνει τη σκυλίτσα κι ο γέρος τον κόκκορα· τον δέρνει με το μπαστούνι και του σπάει το πόδι· γ2: η γριά σπάει το φτερό του κόκκορα, γιατί κάνει φασαρία· ο κόκκορας πάει να βρει λεφτά· γ3: ο γέρος σπάει το πόδι του ήρωα, επειδή η γριά του είπε ότι οι δικές της κότες κάνουν αυγά, ενώ ο κοκκοράκος του κάνει μόνο ακαθαρσίες.

ΙΙ. Οι περιπέτειες του κόκκορα

α: Βρίσκει τυχαία ένα φλουρί4 α1: που ο βασιλιάς του το παίρνει· α2: η δούλα του.

β: Στο δρόμο βρίσκει συντρόφους· β1: τον λύκο· β2: την αλεπού' β3: τις μέλισσες· β4: τους κουβαλάει στην πλάτη του· β5: όταν κουράζονται, τους καταπίνει· β6: καταπίνει το ποτάμι, όταν δε μπορεί να το περάσει.

γ: Ο ήρωας βρίζει τον βασιλιά· γ1: και τις κόρες του· γ2: και τη βασίλισσα· γ3: καταστρέφοντας το βασιλικό περιβόλι· γ4: ζητώντας πίσω το φλουρί του.

δ: Τον ρίχνουν δ1: στον φούρνο· δ2: στο ποτάμι(λίμνη, αλλού) · δ3: στο θησαυροφυλάκιο· δ4: στο κοτέτσι· δ5: στους σκύλους· δ6: στ' άλογα· δ7: αλλού.

Σελ. 175
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/39/gif/176.gif&w=600&h=91523. Αγγελοπούλου - Μπρούσκου, Παραμυθιακοί τύποι

ε: Γλιτώνει φτύνοντας (καταπίνοντας) τα ζώα(διάφορα) που είχε καταπιεί (φτύσει) · ε1: στο φούρνο φτύνει το νερό· ε2: στο ποτάμι, καταπίνει το νερό· ε3: στο κοτέτσι, αμολάει την αλεπού· ε4: στο θησαυροφυλάκιο, καταπίνει τα φλουριά και κάνει τον ψόφιο· ε5: καταπίνει τις μέλισσες που επιτίθενται στον βασιλιά, που του δίνει πολλά φλουριά· ε6: ξερνάει τις μέλισσες, όταν του επιτίθενται άλογα· ε7: ξερνάει τον λύκο (λιοντάρι) όταν του επιτίθενται άλογα (μουλάρια, πρόβατα).

ΙΙΙ. Η επιστροφή στο σπίτι

α: Ζητά από τη(τον) γριά(γέρο) να τον γυρίσει ανάποδα και να τον βαρέσει μ' ένα μπαστούνι στον κώλο για να πέσουν τα φλουριά· α1: ο κόκκορας(άλλο ζώο) πεθαίνει από τα χτυπήματα.

β: Ο γέρος κι η γριά μοιράζονται τα φλουριά· β1: δέρνονται κι ο γέρος σκοτώνει τη γριά' β2: συμφιλιώνονται.

γ: Ο (Η) γέρος (γριά) ζηλεύει και στέλνει την κότα (σκυλίτσα, γάτα) της να θησαυρίσει· εκείνη με τη σειρά της καταπίνει ακαθαρσίες(διάφορα) και τ' αμολάει μόλις επιστρέψει· γ1: τα φίδια σκοτώνουν τη γριά· γ2: ο γέρος θριαμβολογεί λέγοντας ότι ο κόκκορας δεν κάνει αυγά, αλλά κι η κότα δεν κάνει φλουριά· γ3: η γάτα(άλλο ζώο) ψοφάει· γ4: ο σκύλος της γριάς επιστρέφει μ' ένα παπούτσι, μια βελόνα, μια δεκάρα· η γριά σκοτώνει τον κόκκορα και τον σκύλο, τους μαγειρεύει και τους σερβίρει στον γέρο· γ5: η γριά σκάει από το κακό της, όταν πλουτίζει ο γέρος· γ6: την κότα της γριάς, που πάει να πλουτίσει, τρώει η αλεπού· γ7: διάφορα.

Σελ. 176
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/39/gif/177.gif&w=600&h=915 23. Αγγελοπούλου - Μπρούσκου, Παραμυθιακοί τύποι

ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΠΑΡΑΛΛΑΓΩΝ

ΗΠΕΙΡΟΣ

1. ΛΦ 786, 31-33, Άρτα, άτιτλο. Ι: <χ9. ΙΙ: β6, γ, 81, 83, ε1, ε4. ΙΙΙ: α, γ.

2. ΛΦ 789,27-28, Μέτσοβο, «Ο γέρος κι η γριά». Ι: «11, γ, γ2,83. III: α, γ, γ1.

3. ΛΦ 830, 4-5, Βλαχώρι Θεσπρωτίας, «Το έξυπνο πετειναράκι». Ι: α10, β2, β1, β6, α, α2, 84, ε3, ε1, ε7.

4. ΛΦ 1266, 1-4, Δολιανά Δωδώνης, «Ο γέρος και η γριά με τον κόκκορα και την κότα». Ι: α1, α2, γ, γ2. ΙΙ: 83, ε4. ΙΙΙ: γ, γ1.

5. ΛΑ 1259, (ΣΜ 89), 29-31, Κόνιτσα, «Ο πετεινός με τις λίρες κι η κότα». Ι: α3. ΙΙ: γ, γ2, 81, 83, ε1, ε4. ΙΙΙ: α, γ.

6. ΛΑ 1261, (ΣΜ 91), 9-10, Κόνιτσα, «Ο πάπος και η μπάμπω». Ι: α11. Η: β1, β2, 81, ε1, 87, ε4. ΙΙΙ: α, γ.

7. ΛΑ 1278, (ΣΜ 108), 17-18, Φιλιάτες, «Η γριά με τον πετεινό της». Ι: α9. II: γ, γ1, 84, ε3, 81, ε1, ε7, ε4.

8. ΛΑ 1293, (ΣΜ 123), 244, Ζαγόρι, «Οι γέροι με τον κόκκορα και την κότα». ΙΙ: γ, γ2, 83, ε4. ΙΙΙ: α, γ.

9. ΛΑ 1296, (ΛΑ 126), 401-403, Άρτα, «Ο κόκκορας με το φλωρί». Η: δ1, 83, ε1, ε4.ΙΙΙ: γ3.

10. ΛΑ 1299, (ΣΜ 129), 564-565, Ζαγόρι, «Ο γέρος με τον κόκκουτο κι η γριά με την κότα». Ι: α3, α11, γ2, 83, ε4. III: α, γ.

11. ΛΑ 2032, 20-21, Συρράκο Δωδώνης, «Ο γέροντας κι η γριά, ο πετεινός κι η κότα». Ι: α3, α11. ΙΙ: γ, γ3, 83, ε4. ΙΙΙ: α, γ, γ3.

12. ΛΑ 2233, (ΙΑ 652), 94-96, Ζαγόρι, «Ου γέρους κι η γριά». Ι: α3, α11. II: 87 (στο πηγάδι), 81, 83, ε1, ε4. ΙΙΙ: α.

13. ΙΑ 857, 248-256, Σούλι, άτιτλο. Ι: α3, γ3. II: β1, β6, γ, γ2, ε7, ε1, ε4. III: α, γ, β2.

14. ΛΦ 883, 1-3, Κόνιτσα, «Ο γέρος και η γριά». I: α3, α11. Η: β2, β6, γ, γ2, 8, ε3, ε4. ΙΙΙ: β2.

15. Hahn,2, 85, Ζίτσα, «Ο γέρος με τον κουτσοπετεινό κι η γριά με την κότα».

16. Hoeg, αρ. 10, 50-51, Σαρακατσάνοι Ηπείρου, «Le coq du vieillard». I: γ3. ΙΙ: ε1, ε3, ε4.

17. Χρηστοβασίλης, 32-35, «Ο πετεινός κι η κότα». Ι: α2. ΙΙ: ε4. ΙΙΙ: α, γ.

Σελ. 177
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/39/gif/178.gif&w=600&h=91523. Αγγελοπούλου - Μπρούσκου, Παραμυθιακοί τύποι

ΘΕΣΣΑΛΙΑ

18. ΛΑ 1268, (ΣΜ 98) 95-96, Καρδίτσα, "Ο Μισοκοκοτάκος". ΙΙ: β1, β2, β6, ε1, ε3, ε6. ΙΙΙ: α.

19. ΛΑ 1269, (ΣΜ 99), 49-50, Λάρισα, "Οι κότες και οι γέροι". ΙΙ: β1, β2, β3. ΙΙΙ: ε, ε1, ε2, ε3, ε4, ε5. ΙΙΙ: α, γ.

20. ΛΑ 2746, 268-270, Ροδιά Τύρναβου, άτιτλο. Ι: α11. ΙΙ: β6, β2, γ, γ1, δ1, ε1, ε3, ε4. ΙΙΙ: α, γ7 (βρίσκει στην κοπριά ένα κουμπί, μια κόπιτσα και μια πινέζα κι αντί λίρες φέρνει αυτά στη γριά).

21. ΛΑ 2780, 167-172, Καρδίτσα, άτιτλο. Ι: α1. ΙΙ: α, α1, β1, β2, β3, β4, ε6, ε3, ε4. ΙΙΙ: γ, γ1.

22. ΛΦ 152, 5-7, Τρίκαλα, "Ο κουτσοκόκκορας". Ι: ζει με την γριά· ΙΙ: α, α1, β1, β2, β6, ε7, ε3, ε1.

23. ΛΦ 486, 3-6, Καρδίτσα, "Ο κοτσοκόκκοτας". ΙΙ: ε1, ε2, ε3, ε4, ε5. ΙΙΙ: α, γ.

24. ΛΦ 1550, 17-23, Καρδίτσα, "Η κουτσοκούκουτας". Ι: α1. ΙΙ: α1, β1, β2, β3, β6, ε1, ε2, ε3, ε6, ε4. ΙΙΙ: γ1, γ3.

ΘΡΑΚΗ

25. ΛΦ 946, 11-12, Σουφλί, "Ο πετεινός". Η: α11, β2, β1, β6, ε3, ε7, ε1, ε4.

ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ

26. ΛΦ641, 4-5, Καισαρεία Κοζάνης, "Αούσλο σε Μουάσια (ο γέρος και η γριά)". Ι: α1. ΙΙ: α. ΙΙΙ: α (δανείζεται ο γέρος από τη γριά το ταγάρι να μετρήσουν τα φλουριά· ένα κολλάει στο κατραμωμένο ταγάρι)· ΙΙΙ: β, β1.

27. ΛΦ 792, 32-33, Δίλοφο Κοζάνης, "Ου παππάς κι η μπαμπού". Ι: α11. Η: γ, γ3, γ4. III: α, γ.

28. ΛΦ 1643, 6, "Το έξυπνο πετεινάρι". Ι: α1, α11, β1, β2, β3, ε1, ε3, ε7, ε4. ΙΙΙ: α.

29. ΛΑ 1176, (ΣΜ 6), 3-4, Ημαθία, "Ο Μισοκοκκοτάκος". Ι: β, β1, β3. ΙΙ: ε1, ε3, ε5, ε7, ε4. ΙΙΙ: α, γ.

30. ΛΑ 1181, (ΣΜ 11), 167-168, Κοζάνη, "Ου κουτσοπέτ'νους". Ι: α11, β6, ε1, γ, γ1, ε4. ΙΙΙ: α, γ.

31. ΛΑ 1248, (ΣΜ 78), 3, Παγγαίο, άτιτλο. ΙΙ: α, α1, α3, ε7, ε1, ε4.

Σελ. 178
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/39/gif/179.gif&w=600&h=915 23. Αγγελοπούλου - Μπρούσκου, Παραμυθιακοί τύποι

32. ΛΑ 1269, (ΣΜ 99), 17-20, Δράμα, «Ο πετεινός και η κότα». ΙΙ: ε4. ΙΙΙ: α, Υ, Τ1·

33. ΛΑ 1326, (ΣΜ 139), 15, Γιαννιτσά, «Ο κόκκορας». ΙΙ: α, α1, ε2, ε1, ε4.

ΝΗΣΙΑ ΤΟΥ ΑΙΓΑΙΟΥ

α. Ανατολικό Αιγαίο

34. ΛΑ2452,143-147, Βροντάδος Χίου, «Το πετειναράκι». ΙΙ: γ (αμολάει τη σφήκα που τσιμπάει τον πισινό του βασιλιά), ε7, ε1, ε4. ΙΙΙ: α.

35. Argenti-Rose, Ι, 539-541, αρ. 27, Καρδάμυλα Χίου, «Ο πετεινός». ΙΙ: ε7, ε1, ε4. ΙΙΙ: γ.

β. Δωδεκάνησα

36. Hallgarten, 54-55, Ρόδος, «Der Hahn». Π: α, α1, γ, ε2, ε1, ε6, ε4.

γ. Εύβοια - Βόρειες Σποράδες

37. Ρήγας,2, 94-95, αρ. 29, Σκιάθος, «Ου πετ'νός κι του φλουράκ'». ΙΙ: α, α1, ε2, ε1, ε4. ΙΙΙ: α.

δ. Κυκλάδες

38. ΛΑ 2304, 429-435, Μήλος, ενωμένο με το AT 312Δ, άτιτλο. ΙΙ: ε5, ε6, ε1.

39. ΛΑ 715, 8, (ΛΑ 1396, 319-320, αρ. 84), Τήνος, «Ο Πετνός και ο γάτς». Ι: α6. Π: γ, γ1, 81, ε1, ε5. ΙΙΙ: α, γ3.

40. ΛΑ715Β, 1, (χφ ΛΑ 1390, 91-98, αρ. 11), Τήνος, «Ο Μισόκωλος», Το βιβλίο που διαβάζουν τα τρία βασιλόπουλα γίνεται ωραία κοπέλα· την αναζητούν για να την πάρουν πρέπει να φάνε όλα τα ψωμιά ενός φούρναρη, όλο το ξυνόγαλα, όλο το νερό ενός ποταμού, τα σταφύλια ενός κάμπου. Οι δύο πρώτοι δεν μπορούν μαρμαρώνονται από τις μάγισσες που έχουν την ωραία. Μόνο ο τρίτος — ο Μισόκωλος — τα καταφέρνει: «ρουφά κώλο τα ψωμιά», «ρουφά κώλο το ξυνόγαλα» κ.λπ. Παίρνει την ωραία και τ' αθάνατο νερό και ξεμαρμαρώνει τ' αδέλφια του, αλλ' αυτά τον φθονούν και τον ρίχνουν σε λαγκάδι να τον φάνε τα θηρία. Ξερνάει ο Μισόκωλος το γάλα, το νερό, τα σταφύλια. Πηγαίνει στο βασιλικό τραπέζι· διηγείται την ιστορία του. Ο βασιλιάς διώχνει τ' αδέλφια του και του δίνει τη βασιλοπούλα.

41. ΝΕΑ 2, 33-35, αρ. 18, Νάξος, «Ο πετεινός». Ι: α, α1. ΙΙ: γ, γ1, δ2, δ7 (σφήγκες), ε2, ε1, ε5, ε4. ΙΙΙ: α, γ, γ7 (η γριά σκοτώνει την κότα της και δεν έχει πια αυγά)· ζητά να συμφιλιωθεί με τον γέρο, αλλά αυτός αρνείται.

ΝΗΣΙΑ ΤΟΥ ΙΟΝΙΟΥ

42. ΛΑ 1211, (ΣΜ41), 21-22, Κεφαλλονιά, «Το κουτσοκοκκοράκι που φέρνει τσεκίνια".

Σελ. 179
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/39/gif/180.gif&w=600&h=91523. Αγγελοπούλου - Μπρούσκου, Παραμυθιακοί τύποι

Ι: α (ο γέρος κράτησε το άλογο κι η γριά το κουτσοκοκκοράκι, που πάει στο παλάτι του βασιλιά καβάλα στο άλογο). II: α, α1, ε4. ΙΙΙ: α.

43. ΛΑ 1215, (ΣΜ 45), 3-6, Ζάκυνθος, "Το κοκκοράκι και η γάτα". Ι: α10. II: β2, β4, β6, δ, SI, B4, δ3, ε1, ε3, ε4. ΙΙΙ: γ.

44. ΛΑ 1215, (ΣΜ 45), 39, Ζάκυνθος, "Κόκκορος και γριά". ΙΙ: ε4. ΙΙΙ: α.

ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΣ

45. ΑΑ 1126, (ΣΜ 16), 172, Ηλεία, "Το μισοκοκκοράκι". ΙΙ: γ, γ1 (ο βασιλιάς βάζει να σφάξουν τον κόκκορα της γριάς γιατί φώναζε: "και τη μια και την άλλη και τις τρεις τ' απανωτάρι". Η γριά πηγαίνει στο μαγερειό και ζητάει να της δώσουν έστω και τον μισό. Αυτός ζωντανεύει κι αρχίζει πάλι τα ίδια, ο βασιλιάς τη γεμίζει φλουριά για να τον πάρει να φύγει).

46.ΛΑ1189, (ΣΜ 19), 82-83, Σαβάλια Ηλείας, "Ο γέρος κι η γριά".Ι: γ2 (καίει το φτερό του η γριά για να ταΐσει τους ξένους της), α11. ΙΙ: β1, β2, β3, β5, ε2, ε3, ε1, ε4. ΙΙΙ: α, γ (τον γεμίζει τυρόγαλα).

47. ΛΑ 1202, (ΣΜ 32), 166-167, Πουλίτσα Κορινθίας, "Το μισοκοκκοράκι". Ι: β4. ΙΙ: ε3, ε1, ε4. ΙΙΙ: α.

48. ΛΑ 1202, (ΣΜ 32), 1-3, Πύργος, "Γριά - γέρος - πετεινός - σκύλα". Ι: α11. ΙΙ: β, β1, β2, γ, γ1, ε3, ε1, ε4. ΙΙΙ: α, γ.

49. ΛΑ 1221, (ΣΜ 51), 62-63, Μελιγαλάς Μεσσηνίας, "Ο κουτσοκοκκοράκος". ΙΙ: ε1, ε3, ε6, ε4. ΙΙΙ: α, γ.

50. ΛΑ 1222, (ΣΜ 52), 207-210, Μελιγαλάς Μεσσηνίας, "Ο κουτσοκοκκοράκος". Παραλλαγή ταυτόσημη με την προηγούμενη.

51. ΛΑ 1223, (ΣΜ53), 199-206, Μελιγαλάς Μεσσηνίας, "Ο κουτσοκοκκοράκος". Παραλλαγή ταυτόσημη.

52. ΛΑ 1281, (ΣΜ 111), 79-81, Κυπαρισσία, άτιτλο. Ι: α11. ΙΙ: ε7, ε3, ε1, ε4. ΙΙΙ: α, γ.

53. ΑΦ 196, 1-2, Κυνουρία, "Το μισοκοκκοράκι". Ι: β1, β4. ΙΙ: ε3, ε7, ε1, ε4. ΙΙΙ: γυρνάει στον γέρο και τη γριά.

54. ΑΦ 200, 6-7, Μαντινεία Αρκαδίας, "Η γιαγιά, ο σκύλος κι ο κόκκορας". ΙΙ: γ, γ1, ε4. ΙΙΙ: α.

55. ΑΦ 1013, 3-5, Μαντινεία Αρκαδίας, "Ο μισοκόκκορας μετά φλωριά". Ι: α11. ΙΙ: γ, γ1, γ3, ε2, ε1, ε4. ΙΙΙ: α, γ.

56. ΑΦ 1383, 7-8, Μεγαλόπολις, "Η γιαγιά, ο κόκκορας κι ο σκύλος". Ι: α11. ΙΙ: γ1, ε4. ΙΙΙ: α, γ.

Σελ. 180
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/39/gif/181.gif&w=600&h=91523. Αγγελοπούλου - Μπρούσκου, Παραμυθιακοί τύποι

57. ΛΦ 1861 3-5, Καλαμάτα, "Ο κουτσοκοκκοράκος". Ι: γ1, II, β1, β2, β5, β6, γ, ε3, ε7, ε1, ε4. ΙΙΙ: α, γ.

58. Ταρσούλη, Τα πρώτα παραμύθια, 1-12, Κορώνη, "Ο μισοκοκκοράκος". Ι: α9. ΙΙ: β2, β1, β6 (βάζουν στοίχημα, ποιος θα τρέξει πιο γρήγορα, κερδίζει ο Μισοκοκκοράκος και τους ρουφάει), α, α2, ε3, ε7, ε1, ε4. ΙΙΙ: α.

ΣΤΕΡΕΑ ΕΛΛΑΔΑ

59. ΛΦ 261, 1-2, Σπερχειάς, "Ο κουτσοκοκοτάκος". ΙΙ: α, α1, β1, β2, β6, ε3, ε7, ε1, ε4. ΙΙΙ: γ, γ7 (κρεμάει η γριά την κότα· πεθαίνει).

60. ΛΦ 365, 1-2, Θήβα, "Το μισοκοκκοράκι". ΙΙ: γ, γ1, ε3, ε7, ε1, ε4.

61. ΛΦ 1096, 1, Λαμία, "Κουτσοκόκουτας". Ι: α, α1, ε7, ε3, ε8 (στις τσουκνίδες βρίσκει το φλουρί του και γυρνάει πίσω).

62. ΛΦ 1804, 3-7, Ναυπακτία, "Ο Κουτσοκοκκοτάκης". Ι: α1, α11. ΙΙ: β1, β2, β3, β5, β6, γ, γ1, ε3, ε7, ε1, ε8 (στο βρακί του γέρου, αμολάει το μελίσσι), ε4. ΙΙΙ: α, γ, β1.

63. ΛΑ 1205, (ΣΜ 35), 103-104, Ναύπακτος, "Σκύλα και κόκκοτος". Ι: α!2. ΙΙ: β6, ε4, ε1. III: α, γ, γ4.

64. ΛΑ 1216, (ΣΜ 46), 185-187, Μεσολόγγι, "Κόκκορας και σκύλος". Ι: α1. ΙΙ: ε3, ε1, ε4. ΙΙΙ: α, γ.

65. ΛΑ 1246, (ΣΜ 76), 6, Έξαρχος Βοιωτίας, "Ο κόκκορας". ΙΙ: ε3, ε7, ε4.

66. ΛΑ 1255, (ΣΜ 85), 19-21, Άγραφα, "Για έναν κουτσόν κόκκορα". ΙΙ: α1, ε7, ε1, ε8 (στα ρούχα ενός για να σκάσει, τον τσιμπάει το μελίσσι), ε4.

67. ΛΑ 1320, (ΣΜ 133), 51-53, Μεσολόγγι, άτιτλο. ΙΙ: α1, ε8 (θηρία), ε1, ε4. ΙΙΙ: γ.

68. ΛΑ 2223, (ΙΛ 624), 108-111, Μέγαρα, "Το κοκκοράτσι". Ι: "7. ΙΙ: β1, β2, β5, β6, γ, γ1, ε1, ε3, ε7, ε4. ΙΙΙ: α, γ, γ3.

69. Αθηνά, 45, αρ. 4, 99-101, Κορωπί, "Ο κόκκορας που 'κάνε λίρες". Έλλειπες. Η γριά έχει κότες, ο γέρος κόκκορα, που κάποτε αρχίζει και γεννάει λίρες. Πέφτει σ' ένα ποταμό και τον μαγεύει ένας βασιλιάς, που τον ρίχνει στο κοτέτσι με τις κότες. Κάνει τον ψόφιο και τον πετούν. Ζωντανεύει και γυρνάει σπίτι του.

ΠΟΝΤΟΣ

70. ΛΦ 798, 4-5, Πόντος, "Ο γέρος με τον κόκκορα κι η γριά με την κότα". 7; α3. ΙΙ: τάχα ψόφιος ο πετεινός, οδηγείται στο παλάτι· γ (για να τον πιάσουν ξεριζώνουν όλα τα λουλούδια), ε4. ΙΙΙ: γ.

Σελ. 181
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/39/gif/182.gif&w=600&h=91523. Αγγελοπούλου - Μπρούσκου, Παραμυθιακοί τύποι

ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑ

71. Dawkins, 401, Αξό Νίγδης, Καππαδοκία, "Ο πετεινός κι η παρέα του".

ΚΥΠΡΟΣ

72. ΛΦ 1097, 16-21, Λευκωσία, "Ο μισός". Συμφυρμός με τον τύπο AT 650 ("Ο πανίσχυρος").

ΑΔΗΛΟΥ ΤΟΠΟΥ

73. Νέα Παραμύθια, 11-14, "Ο κόκκορας κι ηκότα".Ι: α3.ΙΙ: γ, ε4.ΙΙΙ: α, γ, γ1.

74. Αινεία, Παραμύθια, 14, "Ο Μπιτσικοκκοράκος". Ι: α11. ΙΙ: γ1, ε1, ε3, ε7, ε4. ΙΙΙ: α, γ.

Σελ. 182
Φόρμα αναζήτησης
Αναζήτηση λέξεων και φράσεων εντός του βιβλίου: Επεξεργασία παραμυθιακών τύπων και παραλλαγών AT 700-749
Αποτελέσματα αναζήτησης
    Ψηφιοποιημένα βιβλία
    Σελίδα: 163
    23. Αγγελοπούλου - Μπρούσκου, Παραμυθιακοί τύποι

    ΠΑΡΑΜΥΘΙΑΚΟΣ ΤΥΠΟΣ  AT 712

    Η τίμια γυναίκα

    AT: Crescentia Η καλή γυναίκα

    Ήταν ένας πραματευτής κ' είχε δύο παιδιά, το ένα φρόνιμο και το άλλο μπαντίδο. Σαν απέθαν' ο πατέρας, τα δύο παιδιά εμοίρασαν το βίο. Ο μέγας, ο φρονιμώτερος, τον κυβέρνησε το βίο του καλά και τον έκαμε μεγάλο. Ο μικρότερος πήγαινε όλο σε γυναίκες και το έφαγε όλο. Τότες πήγε στον μέγαν τον αδελφό του κλαίγοντας, και του λέει: "Αδερφέ μου, κάνω πραμάτειες και χάνω". Λοιπόν ο αδερφός του τον εσπλαχνίστηκε, κ'εβγάζει και του δίνει δέκα χιλιάδες. Αυτός πάλι τα έφαγε σ'τα ίδια. Πήγε πάλι σ'τον αδερφό του· του διηγήθηκε, πως εζημιώθηκε πολλά, κι ο αδερφός του του λέγει: "Αδερφέ, εσύ δεν έχεις τύχη· όμως κάτσε με την γυναίκα μου εδώ και με το σπίτι μου, και πάω εγώ σ'το ταξίδι, και βάνω κάμποσα χρήματα για λόγο μου και κάμποσα για σένα· γλέπω την τύχη σου". Κίνησε ο αδελφός του και πάει στα ξένα με την πραμάτεια, κι άφηκε τον αδερφό του τέλειο νοικοκύρη σ'το σπίτι. Αυτός σαν μπαντίδος σε τρεις μέρες ύστερα που έφυγε ο αδερφός του, εζητούσε τη γυναίκα του να τον απατήσει. Αυτή σαν όμορφη δέσποινα ήταν από γένος καλό και φρόνιμη, και δεν τον εδέχτηκε και του είπε: "Εγώ σ' έχω στον τόπο του αδερφού σου κι 'συ θέλεις να μου κάνεις πράμα σε μένα;" Τι να κάνει αυτός για να κερδίσει τον σκοπό σου; Πηγαίνει στο νεχκεμέ* και λέει: "Έφυγ' ο αδερφός μου, κ' η νύφη μου γίνηκε άτιμη και δεν το δέχομαι". Ο νεχκεμές, που ήξερε την κόρη, τον έβρισε και τον έδιωξε. Αυτός φεύγει από κει, και για να κερδέσει το σκοπό του πάλι, παίρνει στα μεσάνυχτα ένα μεθυσμένο σύντροφο του και τον εμβάζει στο σπίτι της νύφης, κ' έτρεξε σ'τον κάδη, κ' είπε: "Δόσ' μου δύο καβάζηδες**, να βρω τους αγαπητικούς της νύφης μου μέσα". Ευτύς πήγαν οι καβάζηδες και βαρούσαν την πόρτα. Αυτή δεν ήθελε να τους ανοίξει, και τους έλεγε: "Εγώ δεν έχω κανένα τεκλίφι!*** Πείτε μου πρώτα ποιοι είστε και να σας ανοίξω". Λοιπόν μετά βίας κατέβηκαν οι δούλες και άνοιξαν. Και τους λέει: "Τι ζητάτε από μένα;" Οι καβάζηδες μ'βήκαν μέσα και ηύραν

    * νεχκεμές: δικαστικός

    * * καβάσηδες: δικαστικούς κλητήρες

    *** τεκλίφι: εντολή, πρόταση