Συγγραφέας:Αγγελοπούλου, Άννα
 
Μπρούσκου, Αίγλη
 
Τίτλος:Επεξεργασία παραμυθιακών τύπων και παραλλαγών AT 700-749
 
Τίτλος σειράς:Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας
 
Αριθμός σειράς:23
 
Τόπος έκδοσης:Αθήνα
 
Εκδότης:Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς
 
Έτος έκδοσης:1994
 
Σελίδες:271
 
Αριθμός τόμων:1 τόμος
 
Γλώσσα:Ελληνικά
 
Θέμα:Ελληνικά παραμύθια-Κατάλογος
 
Τοπική κάλυψη:Ελλάδα
 
Περίληψη:Το βιβλίο αυτό αποτελεί υποδειγματική δημοσίευση, σύμφωνα με τα διεθνή σχετικά πρότυπα, του καταλόγου των ελληνικών παραμυθιών που συνέτασσε ο Γεώργιος Μέγας ήδη από το 1910. Είναι στην ουσία ο δεύτερος τόμος του καταλόγου, μιας και ο συντάκτης του είχε προλάβει να δημοσιεύσει τον πρώτο τόμο. Ο κατάλογος παραμυθιών του Μέγα αποτελεί ένα σπουδαίο έργο υποδομής για κάθε σχετική έρευνα, έργο που συμβάλλει στη μελέτη όχι μόνο της ελληνικής εθνικής προφορικής παράδοσης αλλά και της παγκόσμιας. Η προσπάθεια για μια υποδειγματική δημοσίευση του καταλόγου αυτού, που άρχισε με τον τόμο αυτόν, καταβλήθηκε με την απόλυτη πεποίθηση ότι η αξία του είναι επίκαιρη όσο ποτέ. Ένας κατάλογος παραμυθιών έρχεται ακριβώς να προσφέρει ταξινομημένο το σημαντικότατο υλικό των παραμυθιών και των παραλλαγών τους, και να υπενθυμίσει παράλληλα τη σημασία, τη συνέπεια, αλλά και τη δύναμη της ευελιξίας που ενέχεται στην προφορική παράδοση των παραμυθιών.
 
Άδεια χρήσης:Αυτό το ψηφιοποιημένο βιβλίο του ΙΑΕΝ σε όλες του τις μορφές (PDF, GIF, HTML) χορηγείται με άδεια Creative Commons Attribution - NonCommercial (Αναφορά προέλευσης - Μη εμπορική χρήση) Greece 3.0
 
Το Βιβλίο σε PDF:Κατέβασμα αρχείου 7.13 Mb
 
Εμφανείς σελίδες: 173-192 από: 274
-20
Τρέχουσα Σελίδα:
+20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/39/gif/173.gif&w=600&h=91523. Αγγελοπούλου - Μπρούσκου, Παραμυθιακοί τύποι

ΠΑΡΑΜΥΘΙΑΚΟΣ ΤΥΠΟΣ  AT 715

Ο Μισοκοκκοράκος

AT: Derai-coq

Delarue: Moitie de coq

Ο Πετεινός

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας γέρος και μια γριά· σα δεν ήτανε πια άξιος να κάνει τίποτις ο γέρος, λέ' η γριά: "Να χωρίσωμενε· άντε στο σπίτι σου εμένα 'ν' αυτό δικό μου κι ό,τι άλλο έχομενε να το μοιράσωμενε". Όλο όλο είχανε μια όρνιθα κι έναν πετεινό' λέει: "Εσύ 'σαι άντρας πάρε τον πετεινό κι εγώ την όρνιθα". Τόνε βγάν' από το σπίτι, κρατίζει και την όρνιθα, πονηρή εκείνη, για να τση κάνει και τ' αυγό. Φεύγ' ο γέρος με τον πετεινό, χτίζει μίαν καλύβα κι ηκατοίκανε μέσα. Να δήτε το μελλικό (πεπρωμένο) τ' ανθρώπου είν τάνε [τι είναι). Ηθάρειεν (εθάρρει, νόμιζε) η γριά πως με την όρνιθα θα 'βγει κερδισμένη. Μια φορά πα' ο γέρος στην πόρταν τση και τση λέει: "Γριά, δε θυμάσαι πως ηφάα'εν άναν καιρό ψωμί κι αλάτ?; μαζί; Δος μου κι εμένα του κακομοίρη εν' αυγουλάκι να το ψήσω να φάω". "Φυ' από δω, παλιόερε". Σε λί'ες μέρες ξεπορτίζει ο πετεινός του γέρου και πάει από κατ' από το παλάτι (εκείνο τον καιρό ημιλούσανε και τα ζα) και φωνάζει: "Κικίκι του βασιλιά την κόρη φιλώ· τη μια τση δύο και τση τρεις απανωτό, κικίκι του βασιλιά την κόρη φιλώ, τη μια τση δύο και τση τρεις άπαν' απανωτό". Ν' ακούσει ο βασιλιάς από πάνω, "μωρέ το μασκαρά τον πετεινό"· προστάζει και τον ρίχνουνε μέσα σε μια λίμνη που 'ταν από κάτω πως θα πνιεί· ως καθώς τον ερρίξανε ήλεεν αυτός: "Ρουφά κώλο μου νερό, ρουφά κώλο μου νερό" και βγαίνει όξω και ξαναφωνάζει: "Κικίκι του βασιλιά την κόρη φιλώ, τη μια τση δύο και τση τρεις απανωτό, κικίκι του βασιλιά την κόρη φιλώ, τη μια τση δύο και τση τρεις απανωτό, κικίκι του βασιλιά την κόρη φιλώ, τη μια τση δύο και τση τρεις άπαν' απανωτό". Ο βασιλιάς πάλι να τ' ακούσει λέει: "Μωρέ το μασκαρά ρίξετε τόνε στο φούρνο, να ψηθεί ζωντανός". Σαν τον ερρίξανε μέσα, ήκανε: "Βγάλε κώλο μου νερό, βγάλε κώλο μου νερό, βγάλε κώλο μου νερό" βγάνει όλο το νερό που 'χενε ρουφημένο μεσ' στη λίμνη, μωλυμάρει το φούρνο, σβήν' η φωτιά, κι ηξυνίσανε τα ψωμιά που 'τανε για το παλάτι και δε μπορούσανε να ψηθούνε, έχυσε θες τόσο νερό' τα πετάξανε. Εκείνος ηβγήκενε πριχού και πάει πάλι απόξ' από το παλάτι και φωνάζει: "Κικίκι του βασιλιά την κόρη φιλώ, τη μια

Σελ. 173
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/39/gif/174.gif&w=600&h=91523. Αγγελοπούλου - Μπρούσκου, Παραμυθιακοί τύποι

τση δύο και τση τρεις απανωτό, κικίκι του βασιλιά την κόρη φιλώ, τη μια τση δύο και τση τρεις απανωτό, κικίκι του βασιλιά την κόρη φιλώ, τη μια τση δύο και τση τρεις άπαν' απανωτό". Ο βασιλιάς πγια να δει και τα ψωμιά ξυνισμένα λέει: "Μπρε αυτός μας το 'βαλε καπότο· ρίξετε τόνε στις σφήγκες να τόνε τσιμπίσουνε να πρηστεί να ψοφήσει". Τόνε ρίχτουν απόξ' από μια σφηγκιά, λέει αυτός: "Ρουφά κώλο μου σφήγκες, ρουφά κώλο μου σφήγκες, ρουφά κώλο μου σφήγκες", ηγέμισενε μέσα βίος (πλήθος) σφήγκες· και πάει πάλι απ' όξ' από το παλάτι και κράζει: "Κικίκι του βασιλιά την κόρη φιλώ, τη μια τση δύο και τση τρεις απανωτό, κικίκι του βασιλιά την κόρη φιλώ, τη μια τση δύο και τση τρεις απανωτό, κικίκι του βασιλιά την κόρη φιλώ, τη μια τση δύο και τση τρεις άπαν' απανωτό", θυμών' ο βασιλιάς, τόνε πιάνει και τόνε βάνει μες στο βρακίν του λέει: "Καλά θα σ' έχω δω τώρα να σκάσεις". Αυτός ήκαμεν από μέσα: "Βγάλε, κώλο μου σφήγκες, βγάλε, κώλο μου σφήγκες, βγάλε, κώλο μου σφήγκες"· βγαίνουνε το βίος οι σφήγκες, κεντούνε του βασιλιά τον κώλο και τόνε πρήσκουνε που 'καμεν ένα χρόνο να κάτσει κι ηπλάγιαζε το βράδυ στο κρεβάτι μπρούμυτα ο βασιλιάς, ωχ, ωχ, από τσοι πόνοι, τον άρπα και τόνε ρίχτει μέσα σε μίαν κασέλα και τόνε κλειδώνει. Ηβρεθήκενε, σαν τα φέρ'η τύχη, τα φέρνει, να 'χει μέσα φλουριά η κασέλα· λέει: "Ρουφά κώλο μου φλουριά, ρουφά κώλο μου φλουριά, ρουφά κώλο μου φλουριά", μπαίνουνε μέσαν του όλες οι λίρες τση κασέλας, ξεκλειδών' αυτός, φεύγει και πάει στην καλύβα του γέρου. Ο γέρος τον είχενε χαμένο δύο τρεις μέρες και σαν τον είδενε, ηθάριενε πως ηπιάσενε τον παπά 'πο τα γένεια: "Καλώς τον πετεινό μου". Είχεν απλωμένο χάμω ένα πανί ο γέρος κι ακουμπισμένο το ψωμίν του κι ήτρωένε· πάει κι ο πετεινός από πάνω: "Βγάλε, κώλο μου φλουριά, βγάλε κώλο μου φλουριά, βγάλε κώλο μου φλουριά", γεμίζει το πανί. Ο καημένος ο γέρος πγια με την χαρά του· παραντά το φαΐ και πάει κι αγοράζει σπίτι μομπιλάτο, ρούχα καλά, χωράφια, κι ηγένηκε ένας πρώτος νοικοκύρης του χωριού με καλά φαγιά, κι ήχενε πγια τον πετεινό σα θεός του. Σαν το 'μαθεν η γριά ηζήλεψενε· είχενε χαμένη κι εκείνη την κόταν τση· απλώνει ένα πευκί καθώς τήνε βλέπει: "Καλώς τήνε την κότα μου, καλώς τήνε την κότα μου", πάει κι ευτή από πάνω και κάνει το πευκί όλο κουτσουλιές. Τήνε βροντά κάτω η γριά και τήνε σκοτώνει κι ύστερα μηδέ αυγό είχενε, μηδέ τίοτις. Ετότες ήστελενε προξενειά στο γέρο να κάτσουνε πάλι μαζί, μα δεν ήθελε πγια κι ευτός, μόνον τση μήναε: "Όντας σε παρακαλούσα μην ηγένουσαν χαδούσα, τώρα που παρακαλείς, δεν σε θέλει πγια κανείς". Πα' η ίδια, λέει: "Δος μου μάγκους μου ένα φλουρί", "θυμήσου όντα σου ζητούμουν εγώ τ' αυγουλάκι".

Νάξος, ΝΕΑ.2, 33-35 αρ. 18. Ο Μ. Κρίσπης, κάτοχος του υλικού αυτού του φυλλαδίου, σημειώνει: "μετέβαλαν το ρήμα "φιλώ" ευσχημοσύνης χάριν".

Σελ. 174
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/39/gif/175.gif&w=600&h=91523. Αγγελοπούλου - Μπρούσκου, Παραμυθιακοί τύποι

ΣΥΝΘΕΤΙΚΗ ΠΑΡΑΛΛΑΓΗ

Ι. Ο γέρος, η γριά χι ο κοκκοράκος

α: Ο ήρωας είναι κόκκορας· α1: ένας γέρος και μια γριά χωρίζουν και στη μοιρασιά παίρνει ο γέρος τον κόκκορα κι η γριά την κότα (ή αντιστρόφως) · α2: η (ο) γριά (γέρος) απειλεί (ότι θα σφάξει) τον κόκκορα, επειδή δεν κάνει αυγά· α3: ο γέρος παραπονιέται στον ήρωα, γιατί η γριά καμαρώνει για τ' αυγά της κότας της και τα κρατάει για τον εαυτό της· α4: ο κόκκορας γεννάει χρυσά αυγά, επειδή τον κορόιδεψε η γριά· α5: ο κόκκορας είναι γιος της γριάς και βρίσκει στο δρόμο του ένα χρυσό φλουρί· α6: γεννιέται κόκκορας γιατί από απροσεξία η στείρα μάνα του ευχήθηκε ν' αποκτήσει παιδί "κι ας είναι και κοκκοράκι"· α7: είναι γιος μιάς στείρας γυναίκας και του ήλιου· α8: όταν η γριά αρνείται να δώσει αυγά στο γέρο, ο ήρωας ζητάει να τον πετάξουν στην κοπριά· α9: η γριά τον διώχνει, γιατί δεν της προσφέρει τίποτα· α10: ο ήρωας πάει να βρει την τύχη του· α1 1: πάει να βρει λεφτά για τη(τον) γριά(γέρο) · α12: φεύγει μαζί με τη σκυλίτσα για να βρει τροφή· φτάνοντας στην όχθη του ποταμού, η σκυλίτσα τον αφήνει μόνο του, γιατί δε μπορεί να περάσει απέναντι.

β: Ο ήρωας είναι μισός κόκκορας (μισοκοκκοράκος)· β1: μια γριά σφάζει έναν κόκκορα και τρώει τον μισό' το άλλο μισό κομμάτι που έμεινε, φεύγει κρυφά για να γλιτώσει· β2: όταν ο γέρος πάει να το πάρει· β3: ο μισοκοκκοράκος γίνεται πολύ δυνατός, επειδή έφαγε ένα σκουλήκι· β4: ο μισοκοκκοράκος παρακαλεί τη γριά να του χαρίσει τη ζωή, κι υπόσχεται να την κάνει πλούσια.

γ: Ο ήρωας είναι ένας κόκκορας κουτσός· γ1: ο γέρος κι η γριά χωρίζουν η γριά παίρνει τη σκυλίτσα κι ο γέρος τον κόκκορα· τον δέρνει με το μπαστούνι και του σπάει το πόδι· γ2: η γριά σπάει το φτερό του κόκκορα, γιατί κάνει φασαρία· ο κόκκορας πάει να βρει λεφτά· γ3: ο γέρος σπάει το πόδι του ήρωα, επειδή η γριά του είπε ότι οι δικές της κότες κάνουν αυγά, ενώ ο κοκκοράκος του κάνει μόνο ακαθαρσίες.

ΙΙ. Οι περιπέτειες του κόκκορα

α: Βρίσκει τυχαία ένα φλουρί4 α1: που ο βασιλιάς του το παίρνει· α2: η δούλα του.

β: Στο δρόμο βρίσκει συντρόφους· β1: τον λύκο· β2: την αλεπού' β3: τις μέλισσες· β4: τους κουβαλάει στην πλάτη του· β5: όταν κουράζονται, τους καταπίνει· β6: καταπίνει το ποτάμι, όταν δε μπορεί να το περάσει.

γ: Ο ήρωας βρίζει τον βασιλιά· γ1: και τις κόρες του· γ2: και τη βασίλισσα· γ3: καταστρέφοντας το βασιλικό περιβόλι· γ4: ζητώντας πίσω το φλουρί του.

δ: Τον ρίχνουν δ1: στον φούρνο· δ2: στο ποτάμι(λίμνη, αλλού) · δ3: στο θησαυροφυλάκιο· δ4: στο κοτέτσι· δ5: στους σκύλους· δ6: στ' άλογα· δ7: αλλού.

Σελ. 175
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/39/gif/176.gif&w=600&h=91523. Αγγελοπούλου - Μπρούσκου, Παραμυθιακοί τύποι

ε: Γλιτώνει φτύνοντας (καταπίνοντας) τα ζώα(διάφορα) που είχε καταπιεί (φτύσει) · ε1: στο φούρνο φτύνει το νερό· ε2: στο ποτάμι, καταπίνει το νερό· ε3: στο κοτέτσι, αμολάει την αλεπού· ε4: στο θησαυροφυλάκιο, καταπίνει τα φλουριά και κάνει τον ψόφιο· ε5: καταπίνει τις μέλισσες που επιτίθενται στον βασιλιά, που του δίνει πολλά φλουριά· ε6: ξερνάει τις μέλισσες, όταν του επιτίθενται άλογα· ε7: ξερνάει τον λύκο (λιοντάρι) όταν του επιτίθενται άλογα (μουλάρια, πρόβατα).

ΙΙΙ. Η επιστροφή στο σπίτι

α: Ζητά από τη(τον) γριά(γέρο) να τον γυρίσει ανάποδα και να τον βαρέσει μ' ένα μπαστούνι στον κώλο για να πέσουν τα φλουριά· α1: ο κόκκορας(άλλο ζώο) πεθαίνει από τα χτυπήματα.

β: Ο γέρος κι η γριά μοιράζονται τα φλουριά· β1: δέρνονται κι ο γέρος σκοτώνει τη γριά' β2: συμφιλιώνονται.

γ: Ο (Η) γέρος (γριά) ζηλεύει και στέλνει την κότα (σκυλίτσα, γάτα) της να θησαυρίσει· εκείνη με τη σειρά της καταπίνει ακαθαρσίες(διάφορα) και τ' αμολάει μόλις επιστρέψει· γ1: τα φίδια σκοτώνουν τη γριά· γ2: ο γέρος θριαμβολογεί λέγοντας ότι ο κόκκορας δεν κάνει αυγά, αλλά κι η κότα δεν κάνει φλουριά· γ3: η γάτα(άλλο ζώο) ψοφάει· γ4: ο σκύλος της γριάς επιστρέφει μ' ένα παπούτσι, μια βελόνα, μια δεκάρα· η γριά σκοτώνει τον κόκκορα και τον σκύλο, τους μαγειρεύει και τους σερβίρει στον γέρο· γ5: η γριά σκάει από το κακό της, όταν πλουτίζει ο γέρος· γ6: την κότα της γριάς, που πάει να πλουτίσει, τρώει η αλεπού· γ7: διάφορα.

Σελ. 176
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/39/gif/177.gif&w=600&h=915 23. Αγγελοπούλου - Μπρούσκου, Παραμυθιακοί τύποι

ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΠΑΡΑΛΛΑΓΩΝ

ΗΠΕΙΡΟΣ

1. ΛΦ 786, 31-33, Άρτα, άτιτλο. Ι: <χ9. ΙΙ: β6, γ, 81, 83, ε1, ε4. ΙΙΙ: α, γ.

2. ΛΦ 789,27-28, Μέτσοβο, «Ο γέρος κι η γριά». Ι: «11, γ, γ2,83. III: α, γ, γ1.

3. ΛΦ 830, 4-5, Βλαχώρι Θεσπρωτίας, «Το έξυπνο πετειναράκι». Ι: α10, β2, β1, β6, α, α2, 84, ε3, ε1, ε7.

4. ΛΦ 1266, 1-4, Δολιανά Δωδώνης, «Ο γέρος και η γριά με τον κόκκορα και την κότα». Ι: α1, α2, γ, γ2. ΙΙ: 83, ε4. ΙΙΙ: γ, γ1.

5. ΛΑ 1259, (ΣΜ 89), 29-31, Κόνιτσα, «Ο πετεινός με τις λίρες κι η κότα». Ι: α3. ΙΙ: γ, γ2, 81, 83, ε1, ε4. ΙΙΙ: α, γ.

6. ΛΑ 1261, (ΣΜ 91), 9-10, Κόνιτσα, «Ο πάπος και η μπάμπω». Ι: α11. Η: β1, β2, 81, ε1, 87, ε4. ΙΙΙ: α, γ.

7. ΛΑ 1278, (ΣΜ 108), 17-18, Φιλιάτες, «Η γριά με τον πετεινό της». Ι: α9. II: γ, γ1, 84, ε3, 81, ε1, ε7, ε4.

8. ΛΑ 1293, (ΣΜ 123), 244, Ζαγόρι, «Οι γέροι με τον κόκκορα και την κότα». ΙΙ: γ, γ2, 83, ε4. ΙΙΙ: α, γ.

9. ΛΑ 1296, (ΛΑ 126), 401-403, Άρτα, «Ο κόκκορας με το φλωρί». Η: δ1, 83, ε1, ε4.ΙΙΙ: γ3.

10. ΛΑ 1299, (ΣΜ 129), 564-565, Ζαγόρι, «Ο γέρος με τον κόκκουτο κι η γριά με την κότα». Ι: α3, α11, γ2, 83, ε4. III: α, γ.

11. ΛΑ 2032, 20-21, Συρράκο Δωδώνης, «Ο γέροντας κι η γριά, ο πετεινός κι η κότα». Ι: α3, α11. ΙΙ: γ, γ3, 83, ε4. ΙΙΙ: α, γ, γ3.

12. ΛΑ 2233, (ΙΑ 652), 94-96, Ζαγόρι, «Ου γέρους κι η γριά». Ι: α3, α11. II: 87 (στο πηγάδι), 81, 83, ε1, ε4. ΙΙΙ: α.

13. ΙΑ 857, 248-256, Σούλι, άτιτλο. Ι: α3, γ3. II: β1, β6, γ, γ2, ε7, ε1, ε4. III: α, γ, β2.

14. ΛΦ 883, 1-3, Κόνιτσα, «Ο γέρος και η γριά». I: α3, α11. Η: β2, β6, γ, γ2, 8, ε3, ε4. ΙΙΙ: β2.

15. Hahn,2, 85, Ζίτσα, «Ο γέρος με τον κουτσοπετεινό κι η γριά με την κότα».

16. Hoeg, αρ. 10, 50-51, Σαρακατσάνοι Ηπείρου, «Le coq du vieillard». I: γ3. ΙΙ: ε1, ε3, ε4.

17. Χρηστοβασίλης, 32-35, «Ο πετεινός κι η κότα». Ι: α2. ΙΙ: ε4. ΙΙΙ: α, γ.

Σελ. 177
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/39/gif/178.gif&w=600&h=91523. Αγγελοπούλου - Μπρούσκου, Παραμυθιακοί τύποι

ΘΕΣΣΑΛΙΑ

18. ΛΑ 1268, (ΣΜ 98) 95-96, Καρδίτσα, "Ο Μισοκοκοτάκος". ΙΙ: β1, β2, β6, ε1, ε3, ε6. ΙΙΙ: α.

19. ΛΑ 1269, (ΣΜ 99), 49-50, Λάρισα, "Οι κότες και οι γέροι". ΙΙ: β1, β2, β3. ΙΙΙ: ε, ε1, ε2, ε3, ε4, ε5. ΙΙΙ: α, γ.

20. ΛΑ 2746, 268-270, Ροδιά Τύρναβου, άτιτλο. Ι: α11. ΙΙ: β6, β2, γ, γ1, δ1, ε1, ε3, ε4. ΙΙΙ: α, γ7 (βρίσκει στην κοπριά ένα κουμπί, μια κόπιτσα και μια πινέζα κι αντί λίρες φέρνει αυτά στη γριά).

21. ΛΑ 2780, 167-172, Καρδίτσα, άτιτλο. Ι: α1. ΙΙ: α, α1, β1, β2, β3, β4, ε6, ε3, ε4. ΙΙΙ: γ, γ1.

22. ΛΦ 152, 5-7, Τρίκαλα, "Ο κουτσοκόκκορας". Ι: ζει με την γριά· ΙΙ: α, α1, β1, β2, β6, ε7, ε3, ε1.

23. ΛΦ 486, 3-6, Καρδίτσα, "Ο κοτσοκόκκοτας". ΙΙ: ε1, ε2, ε3, ε4, ε5. ΙΙΙ: α, γ.

24. ΛΦ 1550, 17-23, Καρδίτσα, "Η κουτσοκούκουτας". Ι: α1. ΙΙ: α1, β1, β2, β3, β6, ε1, ε2, ε3, ε6, ε4. ΙΙΙ: γ1, γ3.

ΘΡΑΚΗ

25. ΛΦ 946, 11-12, Σουφλί, "Ο πετεινός". Η: α11, β2, β1, β6, ε3, ε7, ε1, ε4.

ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ

26. ΛΦ641, 4-5, Καισαρεία Κοζάνης, "Αούσλο σε Μουάσια (ο γέρος και η γριά)". Ι: α1. ΙΙ: α. ΙΙΙ: α (δανείζεται ο γέρος από τη γριά το ταγάρι να μετρήσουν τα φλουριά· ένα κολλάει στο κατραμωμένο ταγάρι)· ΙΙΙ: β, β1.

27. ΛΦ 792, 32-33, Δίλοφο Κοζάνης, "Ου παππάς κι η μπαμπού". Ι: α11. Η: γ, γ3, γ4. III: α, γ.

28. ΛΦ 1643, 6, "Το έξυπνο πετεινάρι". Ι: α1, α11, β1, β2, β3, ε1, ε3, ε7, ε4. ΙΙΙ: α.

29. ΛΑ 1176, (ΣΜ 6), 3-4, Ημαθία, "Ο Μισοκοκκοτάκος". Ι: β, β1, β3. ΙΙ: ε1, ε3, ε5, ε7, ε4. ΙΙΙ: α, γ.

30. ΛΑ 1181, (ΣΜ 11), 167-168, Κοζάνη, "Ου κουτσοπέτ'νους". Ι: α11, β6, ε1, γ, γ1, ε4. ΙΙΙ: α, γ.

31. ΛΑ 1248, (ΣΜ 78), 3, Παγγαίο, άτιτλο. ΙΙ: α, α1, α3, ε7, ε1, ε4.

Σελ. 178
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/39/gif/179.gif&w=600&h=915 23. Αγγελοπούλου - Μπρούσκου, Παραμυθιακοί τύποι

32. ΛΑ 1269, (ΣΜ 99), 17-20, Δράμα, «Ο πετεινός και η κότα». ΙΙ: ε4. ΙΙΙ: α, Υ, Τ1·

33. ΛΑ 1326, (ΣΜ 139), 15, Γιαννιτσά, «Ο κόκκορας». ΙΙ: α, α1, ε2, ε1, ε4.

ΝΗΣΙΑ ΤΟΥ ΑΙΓΑΙΟΥ

α. Ανατολικό Αιγαίο

34. ΛΑ2452,143-147, Βροντάδος Χίου, «Το πετειναράκι». ΙΙ: γ (αμολάει τη σφήκα που τσιμπάει τον πισινό του βασιλιά), ε7, ε1, ε4. ΙΙΙ: α.

35. Argenti-Rose, Ι, 539-541, αρ. 27, Καρδάμυλα Χίου, «Ο πετεινός». ΙΙ: ε7, ε1, ε4. ΙΙΙ: γ.

β. Δωδεκάνησα

36. Hallgarten, 54-55, Ρόδος, «Der Hahn». Π: α, α1, γ, ε2, ε1, ε6, ε4.

γ. Εύβοια - Βόρειες Σποράδες

37. Ρήγας,2, 94-95, αρ. 29, Σκιάθος, «Ου πετ'νός κι του φλουράκ'». ΙΙ: α, α1, ε2, ε1, ε4. ΙΙΙ: α.

δ. Κυκλάδες

38. ΛΑ 2304, 429-435, Μήλος, ενωμένο με το AT 312Δ, άτιτλο. ΙΙ: ε5, ε6, ε1.

39. ΛΑ 715, 8, (ΛΑ 1396, 319-320, αρ. 84), Τήνος, «Ο Πετνός και ο γάτς». Ι: α6. Π: γ, γ1, 81, ε1, ε5. ΙΙΙ: α, γ3.

40. ΛΑ715Β, 1, (χφ ΛΑ 1390, 91-98, αρ. 11), Τήνος, «Ο Μισόκωλος», Το βιβλίο που διαβάζουν τα τρία βασιλόπουλα γίνεται ωραία κοπέλα· την αναζητούν για να την πάρουν πρέπει να φάνε όλα τα ψωμιά ενός φούρναρη, όλο το ξυνόγαλα, όλο το νερό ενός ποταμού, τα σταφύλια ενός κάμπου. Οι δύο πρώτοι δεν μπορούν μαρμαρώνονται από τις μάγισσες που έχουν την ωραία. Μόνο ο τρίτος — ο Μισόκωλος — τα καταφέρνει: «ρουφά κώλο τα ψωμιά», «ρουφά κώλο το ξυνόγαλα» κ.λπ. Παίρνει την ωραία και τ' αθάνατο νερό και ξεμαρμαρώνει τ' αδέλφια του, αλλ' αυτά τον φθονούν και τον ρίχνουν σε λαγκάδι να τον φάνε τα θηρία. Ξερνάει ο Μισόκωλος το γάλα, το νερό, τα σταφύλια. Πηγαίνει στο βασιλικό τραπέζι· διηγείται την ιστορία του. Ο βασιλιάς διώχνει τ' αδέλφια του και του δίνει τη βασιλοπούλα.

41. ΝΕΑ 2, 33-35, αρ. 18, Νάξος, «Ο πετεινός». Ι: α, α1. ΙΙ: γ, γ1, δ2, δ7 (σφήγκες), ε2, ε1, ε5, ε4. ΙΙΙ: α, γ, γ7 (η γριά σκοτώνει την κότα της και δεν έχει πια αυγά)· ζητά να συμφιλιωθεί με τον γέρο, αλλά αυτός αρνείται.

ΝΗΣΙΑ ΤΟΥ ΙΟΝΙΟΥ

42. ΛΑ 1211, (ΣΜ41), 21-22, Κεφαλλονιά, «Το κουτσοκοκκοράκι που φέρνει τσεκίνια".

Σελ. 179
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/39/gif/180.gif&w=600&h=91523. Αγγελοπούλου - Μπρούσκου, Παραμυθιακοί τύποι

Ι: α (ο γέρος κράτησε το άλογο κι η γριά το κουτσοκοκκοράκι, που πάει στο παλάτι του βασιλιά καβάλα στο άλογο). II: α, α1, ε4. ΙΙΙ: α.

43. ΛΑ 1215, (ΣΜ 45), 3-6, Ζάκυνθος, "Το κοκκοράκι και η γάτα". Ι: α10. II: β2, β4, β6, δ, SI, B4, δ3, ε1, ε3, ε4. ΙΙΙ: γ.

44. ΛΑ 1215, (ΣΜ 45), 39, Ζάκυνθος, "Κόκκορος και γριά". ΙΙ: ε4. ΙΙΙ: α.

ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΣ

45. ΑΑ 1126, (ΣΜ 16), 172, Ηλεία, "Το μισοκοκκοράκι". ΙΙ: γ, γ1 (ο βασιλιάς βάζει να σφάξουν τον κόκκορα της γριάς γιατί φώναζε: "και τη μια και την άλλη και τις τρεις τ' απανωτάρι". Η γριά πηγαίνει στο μαγερειό και ζητάει να της δώσουν έστω και τον μισό. Αυτός ζωντανεύει κι αρχίζει πάλι τα ίδια, ο βασιλιάς τη γεμίζει φλουριά για να τον πάρει να φύγει).

46.ΛΑ1189, (ΣΜ 19), 82-83, Σαβάλια Ηλείας, "Ο γέρος κι η γριά".Ι: γ2 (καίει το φτερό του η γριά για να ταΐσει τους ξένους της), α11. ΙΙ: β1, β2, β3, β5, ε2, ε3, ε1, ε4. ΙΙΙ: α, γ (τον γεμίζει τυρόγαλα).

47. ΛΑ 1202, (ΣΜ 32), 166-167, Πουλίτσα Κορινθίας, "Το μισοκοκκοράκι". Ι: β4. ΙΙ: ε3, ε1, ε4. ΙΙΙ: α.

48. ΛΑ 1202, (ΣΜ 32), 1-3, Πύργος, "Γριά - γέρος - πετεινός - σκύλα". Ι: α11. ΙΙ: β, β1, β2, γ, γ1, ε3, ε1, ε4. ΙΙΙ: α, γ.

49. ΛΑ 1221, (ΣΜ 51), 62-63, Μελιγαλάς Μεσσηνίας, "Ο κουτσοκοκκοράκος". ΙΙ: ε1, ε3, ε6, ε4. ΙΙΙ: α, γ.

50. ΛΑ 1222, (ΣΜ 52), 207-210, Μελιγαλάς Μεσσηνίας, "Ο κουτσοκοκκοράκος". Παραλλαγή ταυτόσημη με την προηγούμενη.

51. ΛΑ 1223, (ΣΜ53), 199-206, Μελιγαλάς Μεσσηνίας, "Ο κουτσοκοκκοράκος". Παραλλαγή ταυτόσημη.

52. ΛΑ 1281, (ΣΜ 111), 79-81, Κυπαρισσία, άτιτλο. Ι: α11. ΙΙ: ε7, ε3, ε1, ε4. ΙΙΙ: α, γ.

53. ΑΦ 196, 1-2, Κυνουρία, "Το μισοκοκκοράκι". Ι: β1, β4. ΙΙ: ε3, ε7, ε1, ε4. ΙΙΙ: γυρνάει στον γέρο και τη γριά.

54. ΑΦ 200, 6-7, Μαντινεία Αρκαδίας, "Η γιαγιά, ο σκύλος κι ο κόκκορας". ΙΙ: γ, γ1, ε4. ΙΙΙ: α.

55. ΑΦ 1013, 3-5, Μαντινεία Αρκαδίας, "Ο μισοκόκκορας μετά φλωριά". Ι: α11. ΙΙ: γ, γ1, γ3, ε2, ε1, ε4. ΙΙΙ: α, γ.

56. ΑΦ 1383, 7-8, Μεγαλόπολις, "Η γιαγιά, ο κόκκορας κι ο σκύλος". Ι: α11. ΙΙ: γ1, ε4. ΙΙΙ: α, γ.

Σελ. 180
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/39/gif/181.gif&w=600&h=91523. Αγγελοπούλου - Μπρούσκου, Παραμυθιακοί τύποι

57. ΛΦ 1861 3-5, Καλαμάτα, "Ο κουτσοκοκκοράκος". Ι: γ1, II, β1, β2, β5, β6, γ, ε3, ε7, ε1, ε4. ΙΙΙ: α, γ.

58. Ταρσούλη, Τα πρώτα παραμύθια, 1-12, Κορώνη, "Ο μισοκοκκοράκος". Ι: α9. ΙΙ: β2, β1, β6 (βάζουν στοίχημα, ποιος θα τρέξει πιο γρήγορα, κερδίζει ο Μισοκοκκοράκος και τους ρουφάει), α, α2, ε3, ε7, ε1, ε4. ΙΙΙ: α.

ΣΤΕΡΕΑ ΕΛΛΑΔΑ

59. ΛΦ 261, 1-2, Σπερχειάς, "Ο κουτσοκοκοτάκος". ΙΙ: α, α1, β1, β2, β6, ε3, ε7, ε1, ε4. ΙΙΙ: γ, γ7 (κρεμάει η γριά την κότα· πεθαίνει).

60. ΛΦ 365, 1-2, Θήβα, "Το μισοκοκκοράκι". ΙΙ: γ, γ1, ε3, ε7, ε1, ε4.

61. ΛΦ 1096, 1, Λαμία, "Κουτσοκόκουτας". Ι: α, α1, ε7, ε3, ε8 (στις τσουκνίδες βρίσκει το φλουρί του και γυρνάει πίσω).

62. ΛΦ 1804, 3-7, Ναυπακτία, "Ο Κουτσοκοκκοτάκης". Ι: α1, α11. ΙΙ: β1, β2, β3, β5, β6, γ, γ1, ε3, ε7, ε1, ε8 (στο βρακί του γέρου, αμολάει το μελίσσι), ε4. ΙΙΙ: α, γ, β1.

63. ΛΑ 1205, (ΣΜ 35), 103-104, Ναύπακτος, "Σκύλα και κόκκοτος". Ι: α!2. ΙΙ: β6, ε4, ε1. III: α, γ, γ4.

64. ΛΑ 1216, (ΣΜ 46), 185-187, Μεσολόγγι, "Κόκκορας και σκύλος". Ι: α1. ΙΙ: ε3, ε1, ε4. ΙΙΙ: α, γ.

65. ΛΑ 1246, (ΣΜ 76), 6, Έξαρχος Βοιωτίας, "Ο κόκκορας". ΙΙ: ε3, ε7, ε4.

66. ΛΑ 1255, (ΣΜ 85), 19-21, Άγραφα, "Για έναν κουτσόν κόκκορα". ΙΙ: α1, ε7, ε1, ε8 (στα ρούχα ενός για να σκάσει, τον τσιμπάει το μελίσσι), ε4.

67. ΛΑ 1320, (ΣΜ 133), 51-53, Μεσολόγγι, άτιτλο. ΙΙ: α1, ε8 (θηρία), ε1, ε4. ΙΙΙ: γ.

68. ΛΑ 2223, (ΙΛ 624), 108-111, Μέγαρα, "Το κοκκοράτσι". Ι: "7. ΙΙ: β1, β2, β5, β6, γ, γ1, ε1, ε3, ε7, ε4. ΙΙΙ: α, γ, γ3.

69. Αθηνά, 45, αρ. 4, 99-101, Κορωπί, "Ο κόκκορας που 'κάνε λίρες". Έλλειπες. Η γριά έχει κότες, ο γέρος κόκκορα, που κάποτε αρχίζει και γεννάει λίρες. Πέφτει σ' ένα ποταμό και τον μαγεύει ένας βασιλιάς, που τον ρίχνει στο κοτέτσι με τις κότες. Κάνει τον ψόφιο και τον πετούν. Ζωντανεύει και γυρνάει σπίτι του.

ΠΟΝΤΟΣ

70. ΛΦ 798, 4-5, Πόντος, "Ο γέρος με τον κόκκορα κι η γριά με την κότα". 7; α3. ΙΙ: τάχα ψόφιος ο πετεινός, οδηγείται στο παλάτι· γ (για να τον πιάσουν ξεριζώνουν όλα τα λουλούδια), ε4. ΙΙΙ: γ.

Σελ. 181
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/39/gif/182.gif&w=600&h=91523. Αγγελοπούλου - Μπρούσκου, Παραμυθιακοί τύποι

ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑ

71. Dawkins, 401, Αξό Νίγδης, Καππαδοκία, "Ο πετεινός κι η παρέα του".

ΚΥΠΡΟΣ

72. ΛΦ 1097, 16-21, Λευκωσία, "Ο μισός". Συμφυρμός με τον τύπο AT 650 ("Ο πανίσχυρος").

ΑΔΗΛΟΥ ΤΟΠΟΥ

73. Νέα Παραμύθια, 11-14, "Ο κόκκορας κι ηκότα".Ι: α3.ΙΙ: γ, ε4.ΙΙΙ: α, γ, γ1.

74. Αινεία, Παραμύθια, 14, "Ο Μπιτσικοκκοράκος". Ι: α11. ΙΙ: γ1, ε1, ε3, ε7, ε4. ΙΙΙ: α, γ.

Σελ. 182
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/39/gif/183.gif&w=600&h=91523. Αγγελοπούλου - Μπρούσκου, Παραμυθιακοί τύποι

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

Το παραμύθι αυτό φαίνεται να έχει απασχολήσει ιδιαίτερα τους ερευνητές, αρχίζοντας από τον Paul Delarue , που το θεωρούσε σαν κατ' εξοχήν γαλλικό παραμύθι· πίστευε ότι πέρα από τη Γαλλία, υπάρχουν μόνο ελάχιστες σκόρπιες παραλλαγές του σ' άλλες χώρες. Η άποψη αυτή αντικρούστηκε από τον Ljungman , που δείχνει την πλατιά εξάπλωση του παραμυθιού σ' όλες τις ευρωπαϊκές χώρες, εκτός από τη Γερμανία. Υπάρχει επίσης και η μονογραφία του Ralph S. Boggs , που πιστεύει ότι κοιτίδα του παραμυθιού αυτού είναι η Καστίλλη· από κει διαδόθηκε στη Γαλλία και στη συνέχεια πέρασε στη Νότια Αμερική (Βραζιλία, Χιλή, Αργεντινή) με τους Ισπανούς και Πορτογάλους αποίκους. Ο Boggs εξετάζει αναλυτικά όλα τα επιμέρους παραμυθιακά μοτίβα του τύπου, τη διάδοση τους, καθώς και την προέλευση του ονόματος του ήρωα (ήταν αρχικά μισός στην κυριολεξία; ή πρόκειται για σχήμα λόγου κ.λπ.).

Στη λογοτεχνία του 18ου και 19ου αιώνα το παραμύθι αυτό εμφανίζεται δύο φορές, μια στη Γαλλία και μια στην Ισπανία· αναφέρεται σ' ένα θεατρικό έργο που δημοσιεύτηκε στη Γαλλία το 1759. Ο Boggs πιστεύει ότι το ισπανικό παραμύθι στη λογοτεχνική προσαρμογή του Fernan Caballero στις αρχές του 19ου αιώνα, υπήρξε πολύ σημαντικό για την ανάπτυξη της ιστορίας του Μισοκοκκοράκου στη νοτιοδυτική Ευρώπη .

Στην Ελλάδα ο παραμυθιακός αυτός τύπος έχει τεράστια διάδοση, ιδιαίτερα, όπως φαίνεται από το αρχείο Μέγα, στην Πελοπόννησο, όπου όμως ο χαρακτήρας των περισσότερων παραλλαγών είναι ιδιαίτερα επαναληπτικός· πολλές είναι σχεδόν ταυτόσημες, ούτως ώστε αναγκαστήκαμε να κάνουμε κάποια επιλογή στην παρουσίαση μας. Ο ήρωας είναι πότε ολόκληρος, πότε μισός και πότε ανάπηρος. Η πλειοψηφία των παραλλαγών (60%) παρουσιάζει τον κόκκορα ολόκληρο· περίπου το 20% μιλάει για ένα καχεκτικό κοκκοράκι, κουτσό ή με σπασμένο το φτερό από το μπαστούνι της γριάς ή του γέρου, ενώ το ίδιο περίπου ποσοστό παραλλαγών μας δίνει ένα παράδοξο μοτίβο σαν αιτιολογία για την περίεργη φύση του ήρωα: μια γριά σφάζει μισόν κόκκορα, συχνά μαγειρεύει και τρώει αυτό το μισό κομμάτι, ενώ το άλλο μισό (ο ήρωας) σηκώνεται και φεύγει. Άλλοτε την παρακαλάει να του χαρίσει τη ζωή για να την κάνει πλούσια. Σε μια μόνο παραλλαγή εξηγείται ορθολογικά η δύναμη του: ο κόκκορας τρώει ένα σκουλήκι και γίνεται έτσι πολύ δυνατός· σ' όλες τις άλλες, η υπερφυσική του δύναμη φαίνεται άρρηκτα συνδεδεμένη με τη φυσική του υπόσταση:

1 Paul Delarue, Almanach populaire comptois, 1950, 346

2. W. Ljungman,Die Schwedischen Volksmarchen, Herkunft und Geschichte, Berlin, Akademie-Verlag, 1961, 206.

3 Ralph S Boggs. The Halphchick Tale in Spain and France, Helsinki 1933. FKC. no 111, 40

4 Stith Thompson, The Folktale, Berkeley and California Press, Beikeley and Los Angeles, California 1977. 78

Σελ. 183
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/39/gif/184.gif&w=600&h=91523. Αγγελοπούλου - Μπρούσκου, Παραμυθιακοί τύποι

ο καχεκτικός ή άχρηστος ή μισός ήρωας φαίνεται σ' αυτό το παραμύθι το ίδιο ακαταμάχητος με το διπλογεννημένο ήρωα (AT 650) · την υπόθεση μας αυτή ενισχύει εξάλλου κι ο συμφυρμός, σε μια κυπριακή παραλλαγή (αρ. 73), των δύο τύπων: του AT 650 («Ο πανίσχυρος») και του AT 715.0 πανίσχυρος ήρωας σχετίζεται, σύμφωνα με την κατάταξη του οικότυπου από τον Μέγα, με τον Δακρυγιάννη, τον Αρκουδογιάννη κ.λπ. (πότε κατατάσσονται ως AT 650 και πότε ως AT 301B), κατεξοχήν παραδείγματα διπλογεννημένων ηρώων, που τους νικάει ενίοτε ένας μισός άνθρωπος. Στις ελληνικές παραλλαγές ο μισοκοκκοράκος είναι αθυρόστομος· φαίνεται, παρά την κάποια λογοκρισία, ότι το παραμύθι γινόταν πολύ αστείο στην αφήγηση, με τις κινήσεις που φανταζόμαστε ότι συνόδευαν όλες αυτές τις αθυρόστομες εκφράσεις («ρούφα κώλο το ποτάμι, να χέσω το μουστάκι του βασιλιά και τη ρόκα της βασίλισσας» κλπ.) κι ότι είχε έντονο σεξουαλικό συμβολισμό.

Σελ. 184
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/39/gif/185.gif&w=600&h=915 23. Αγγελοπούλου - Μπρούσκου, Παραμυθιακοί τύποι

ΠΑΡΑΜΥΘΙΑΚΟΣ ΤΥΠΟΣ  AT 720

Σελ. 185
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/39/gif/186.gif&w=600&h=915 23. Αγγελοπούλου - Μπρούσκου, Παραμυθιακοί τύποι

ΛΕΥΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

Σελ. 186
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/39/gif/187.gif&w=600&h=91523. Αγγελοπούλου - Μπρούσκου, Παραμυθιακοί τύποι

ΠΑΡΑΜΥΘΙΑΚΟΣ ΤΥΠΟΣ  AT 720

Η μάνα. μου με σκότωσε, ο πατέρας μου μ' έφαγε

AT: My Mother slew me; my Father ate me. The Juniper Tree

Delarue: Ma mere m'a tue, mon pere m'a mange

Grimm No 47: Von dem Machandelboom

Η κακιά δασκάλα

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας πατέρας και μια μάνα και ειχένασι κι ένα γιο, πολύ καλό και πολύ έξυπνο. Τον λέγανε Γιάννη· κάθε μέρα, επήγαινε στο σχολείο με χαρά γιατί αγαπούσε πολύ τα γράμματα.

Η δασκάλα του του έκανε πολλά δώρα· και του 'δίνε καραμέλλες. Ο Γιαννάκης την αγαπούσε πολύ. Του έλεγε συχνά κοντά: "Ξέρεις, θα ήθελα να 'χα ένα γιο σαν κι εσένα. Αλλά δυστυχώς, αυτό δε γίνεται", κι έκλαιγε. Το παιδάκι στενοχωριότανε πολύ μ' αυτά τα λόγια και το βράδυ διηγότανε στη μάνα του πως πέρασε στο σχολείο, τι καλή που ήταν μαζί του η δασκάλα και πως στενοχωριόταν που δεν είχε ένα παιδάκι σαν κι εκείνονε.

Περνούσε λοιπόν ο καιρός... Μια μέρα, λέει η δασκάλα στο Γιαννάκη: "Εμείς οι δύο τα πάμε πολύ καλά. θα 'θελες να είχες μια μάνα σαν κι εμένα; Άμα θες, μπορείς να με βοηθήσεις να σκοτώσω τη μάνα σου, για να παντρευτώ τον πατέρα σου και να γίνεις παιδί μου". (Βέβαια, καταλαβαίνετε πως ήθελε τον πατέρα, όχι το παιδί). Ο Γιαννάκης λοιπόν ήτανε πολύ λυπημένος. Σκεφτότανε: "Δε μπορώ να σκοτώσω τη μάνα μου, γιατί την αγαπάω. Αλλά τι να κάνω; Αφού αγαπώ και τη δασκάλα μου πολύ".

Πέρασε καιρός. Μια μέρα, η δασκάλα του λέει: "Λοιπόν, Γιαννάκη, τι αποφάσισες;" Ο Γιαννάκης, πολύ ταραγμένος, ψιθυρίζει: "Εγώ θέλω, αλλά τι να κάνω;" Η δασκάλα, ολόχαρη, του απαντάει: "Μα, είναι πανεύκολο· θα της πεις: πρέπει να μου βρεις τη σημαία, που είναι στον πάτο της κασέλας, γιατί την Κυριακή έχουμε γιορτή στο σχολείο· κι όταν θα 'χει σκύψει καλά-καλά μες στην κασέλα, θα κατεβάσεις το καπάκι πάνω στο κεφάλι της, κι έτσι, κανείς δεν θα καταλάβει ότι φταις εσύ: θα νομίσουν ότι το καπάκι έπεσε μόνο του".

Το Σάββατο πρωί, ο Γιάννης λέει στη μάνα του: "Μάνα, πρέπει να πάω στο σχολείο τη σημαία που έχεις στον πάτο της μεγάλης κασέλας για τη γιορτή που έχουμε

Σελ. 187
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/39/gif/188.gif&w=600&h=91523. Αγγελοπούλου - Μπρούσκου, Παραμυθιακοί τύποι

την Κυριακή". Η μάνα πάει να ψάξει τη σημαία στην κασέλα και λέει στο γιο της: "Κράτα καλά το καπάκι, μη μου πέσει στο κεφάλι". Και μόλις σκύψει για τα καλά η μάνα μέσα, αφήνει ο Γιάννης το καπάκι κι εκείνο πέφτει απότομα και κόβει το κεφάλι της δόλιας μάνας.

Ο πατέρας είναι απελπισμένος κι ο Γιάννης απαρηγόρητος, γιατί κατάλαβε πια τι έκανε· μα δε λέει κουβέντα. Συνεχίζει βέβαια να πηγαίνει σχολείο κι η δασκάλα τώρα πια είναι διπλά καλή μαζί του.

Μια ωραία μέρα, του λέει η δασκάλα: "Άκου, τώρα πρέπει να πεις στον πατέρα σου πως χρειάζεται μια μάνα, πως εγώ σ' αγαπώ πολύ, και πως θα 'τανε καλό και για κείνον και για σένα να με παντρευτεί' θα σε προσέχω πολύ".

Το ίδιο βράδυ, ο Γιάννης αρχίζει να μιλάει στον πατέρα του. Αυτός δε θέλει ν' ακούσει κουβέντα στην αρχή, γιατί αγαπούσε πολύ τη γυναίκα του. Αλλά οι μήνες περνούνε, κι ο γιος του τον παρακαλάει ασταμάτητα. Περνάει ένας χρόνος, κι ο πατέρας αποφασίζει να ξαναπαντρευτεί με τη δασκάλα.

Για κάμποσο καιρό, όλα πάνε καλά. Αλλά, μια μέρα που ο πατέρας είναι στο κυνήγι, λέει η μητριά στο Γιαννάκη: "Έλα δω να κατεβούμε στο υπόγειο, σου 'χω μια έκπληξη". Το αγοράκι την ακολουθεί, όλο χαρά και χωρίς να υποψιάζεται, γιατί η καινούργια μάνα συνέχιζε να του κάνει πολλά δώρα. "Κοίτα, Γιάννη, μέσα στο σωρό το στάρι, σου έχω κρυμμένο κάτι, που θα σ' αρέσει πολύ". Ο Γιάννης αρχίζει να ψάχνει χώνοντας τα χέρια του μες στο σιτάρι. Και να που η κακιά μητριά, παίρνει μια μαχαίρα και του κόβει το κεφάλι. Ύστερα, του βγάνει το συκώτι και το καθαρίζει καλά-καλά, και το τηγανίζει.

Καλά για καλά βράδιασμα, καταφτάνει ο πατέρας και ρωτά, που είναι ο Γιάννης. "Δεν θ' αργήσει, με παρακάλεσε να μείνει να παίξει λίγο ακόμα με τ' άλλα παιδιά. Κάτσε, να ξεκουραστείς και να φας". Του βάζει να φάει το φαΐ του, σα να μη συμβαίνει τίποτε. Παίρνει ο πατέρας ένα κομμάτι κρέας, αλλά μόλις πάει να το βάλει στο στόμα του, το συκώτι μιλάει: "Αν είσαι Τούρκος φάε με, Οβριός κατάπιε με, κι αν είσαι ο πατέρας μου, σκύψε και φίλησε με".

Ο πατέρας δεν πιστεύει στ' αυτιά του: "Δεν ακούς τίποτα, εσύ; Αυτό το συκώτι μιλάει! Δεν καταλαβαίνεις τι λέει;" Η κακιά γυναίκα απαντάει: "Όχι, δεν ακούω τίποτα, είσαι φαίνεται κουρασμένος, ακούς φωνές! Μήπως είσαι άρρωστος, μήπως έχεις πυρετό;" Ο πατέρας, που νιώθει μια χαρά, αναρωτιέται τι συμβαίνει. Ξαναχώνει το πηρούνι του στο συκώτι, για να ξαναπάρει ένα κομμάτι. Το συκώτι ξαναλέει με σπαρακτική φωνή: "Αν είσαι Τούρκος φάε με, Οβριός κατάπιε με, κι αν είσαι ο πατέρας μου, σκύψε και φίλησε με. Πατέρα, εγώ είμαι, ο Γιάννης, εγώ είμαι, μη με φας, εγώ είμαι, ο Γιάννης ο γιος σου!"

Τότε ο άνθρωπος τα κατάλαβε όλα· σηκώνεται, αρπάζει την κακιά γυναίκα του από τα μαλλιά και της χτυπάει το κεφάλι στον τοίχο... δυνατά, δυνατά και τη σκοτώνει.

Και ποτέ πια κανείς δεν ευτύχησε στο σπίτι του Γιαννάκη. Ποτέ πια ούτε γιορτή ούτε γέλια.

Ευγενική παραχώρηση Μαργαρίτας Ξανθάκου, που κατέγραψε την παραλλαγή αυτή στη Μάνη, το 1983.

Σελ. 188
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/39/gif/189.gif&w=600&h=915 23. Αγγελοπούλου - Μπρούσκου, Παραμυθιακοί τύποι

ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΠΑΡΑΛΛΑΓΩΝ

Dawkins, 437, 6, Ανακού Καππαδοκίας.

Σελ. 189
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/39/gif/190.gif&w=600&h=91523. Αγγελοπούλου - Μπρούσκου, Παραμυθιακοί τύποι

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

Το παραμύθι αυτό, γνωστό σε πολλές χώρες της Ευρώπης, παρουσιάζει μεγάλη πυκνότητα κατανομής σε τρεις ειδικά περιοχές, τη Γαλλία, τις γερμανόφωνες χώρες, τη Φιλλανδία και την Εσθονία, σύμφωνα με τη μονογραφία του Belgrader M., Das Märchen νοη dem Machandelboom (KHM 47). Der Märchentypus AT 720, 1980 Frankfurt a. M., Bern, Verlag Peter D. Lang (Artes populares, 4). Τις γαλλικές παραλλαγές μελέτησε η Ν. Belmont στο άρθρο της "Conte et enfance. A propos du conte: Ma mere m' a tue, mon pere m'a mange (T 720), Cahiers de Litterature Orale, No 33, INALCO, 1993.

Στην Ελλάδα το αφηγηματικό αυτό θέμα είναι διαδεδομένο με τη μορφή τραγουδιού, παραλογής, γνωστής με τον τίτλο "Η μάνα η φόνισσα". Η παραλλαγή της Ξανθάκου από τη Μάνη δανείζεται τη γνωστή εισαγωγή του παραμυθιού, όπου το παιδί πείθεται από τη δασκάλα του και μέλλουσα μητριά του, να σκοτώσει τη μητέρα του. Η παραλλαγή του Dawkins από την Καππαδοκία παρουσιάζει την ίδια ακριβώς πλοκή με το τραγούδι και στις δύο απουσιάζουν εντελώς τα παραμυθιακά ή μαγικά στοιχεία που συνθέτουν το παραμύθι στην υπόλοιπη Ευρώπη.

Σελ. 190
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/39/gif/191.gif&w=600&h=915 23. Αγγελοπούλου - Μπρούσκου, Παραμυθιακοί τύποι

ΠΑΡΑΜΥΘΙΑΚΟΣ ΤΥΠΟΣ  AT 725

Σελ. 191
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/39/gif/192.gif&w=600&h=915 23. Αγγελοπούλου - Μπρούσκου, Παραμυθιακοί τύποι

ΛΕΥΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

Σελ. 192
Φόρμα αναζήτησης
Αναζήτηση λέξεων και φράσεων εντός του βιβλίου: Επεξεργασία παραμυθιακών τύπων και παραλλαγών AT 700-749
Αποτελέσματα αναζήτησης
    Ψηφιοποιημένα βιβλία
    Σελίδα: 173
    23. Αγγελοπούλου - Μπρούσκου, Παραμυθιακοί τύποι

    ΠΑΡΑΜΥΘΙΑΚΟΣ ΤΥΠΟΣ  AT 715

    Ο Μισοκοκκοράκος

    AT: Derai-coq

    Delarue: Moitie de coq

    Ο Πετεινός

    Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας γέρος και μια γριά· σα δεν ήτανε πια άξιος να κάνει τίποτις ο γέρος, λέ' η γριά: "Να χωρίσωμενε· άντε στο σπίτι σου εμένα 'ν' αυτό δικό μου κι ό,τι άλλο έχομενε να το μοιράσωμενε". Όλο όλο είχανε μια όρνιθα κι έναν πετεινό' λέει: "Εσύ 'σαι άντρας πάρε τον πετεινό κι εγώ την όρνιθα". Τόνε βγάν' από το σπίτι, κρατίζει και την όρνιθα, πονηρή εκείνη, για να τση κάνει και τ' αυγό. Φεύγ' ο γέρος με τον πετεινό, χτίζει μίαν καλύβα κι ηκατοίκανε μέσα. Να δήτε το μελλικό (πεπρωμένο) τ' ανθρώπου είν τάνε [τι είναι). Ηθάρειεν (εθάρρει, νόμιζε) η γριά πως με την όρνιθα θα 'βγει κερδισμένη. Μια φορά πα' ο γέρος στην πόρταν τση και τση λέει: "Γριά, δε θυμάσαι πως ηφάα'εν άναν καιρό ψωμί κι αλάτ?; μαζί; Δος μου κι εμένα του κακομοίρη εν' αυγουλάκι να το ψήσω να φάω". "Φυ' από δω, παλιόερε". Σε λί'ες μέρες ξεπορτίζει ο πετεινός του γέρου και πάει από κατ' από το παλάτι (εκείνο τον καιρό ημιλούσανε και τα ζα) και φωνάζει: "Κικίκι του βασιλιά την κόρη φιλώ· τη μια τση δύο και τση τρεις απανωτό, κικίκι του βασιλιά την κόρη φιλώ, τη μια τση δύο και τση τρεις άπαν' απανωτό". Ν' ακούσει ο βασιλιάς από πάνω, "μωρέ το μασκαρά τον πετεινό"· προστάζει και τον ρίχνουνε μέσα σε μια λίμνη που 'ταν από κάτω πως θα πνιεί· ως καθώς τον ερρίξανε ήλεεν αυτός: "Ρουφά κώλο μου νερό, ρουφά κώλο μου νερό" και βγαίνει όξω και ξαναφωνάζει: "Κικίκι του βασιλιά την κόρη φιλώ, τη μια τση δύο και τση τρεις απανωτό, κικίκι του βασιλιά την κόρη φιλώ, τη μια τση δύο και τση τρεις απανωτό, κικίκι του βασιλιά την κόρη φιλώ, τη μια τση δύο και τση τρεις άπαν' απανωτό". Ο βασιλιάς πάλι να τ' ακούσει λέει: "Μωρέ το μασκαρά ρίξετε τόνε στο φούρνο, να ψηθεί ζωντανός". Σαν τον ερρίξανε μέσα, ήκανε: "Βγάλε κώλο μου νερό, βγάλε κώλο μου νερό, βγάλε κώλο μου νερό" βγάνει όλο το νερό που 'χενε ρουφημένο μεσ' στη λίμνη, μωλυμάρει το φούρνο, σβήν' η φωτιά, κι ηξυνίσανε τα ψωμιά που 'τανε για το παλάτι και δε μπορούσανε να ψηθούνε, έχυσε θες τόσο νερό' τα πετάξανε. Εκείνος ηβγήκενε πριχού και πάει πάλι απόξ' από το παλάτι και φωνάζει: "Κικίκι του βασιλιά την κόρη φιλώ, τη μια