Error(s) found: '2'

+ Unable to change databases. Unknown database 'iaennew'.
+ Unable to perform the query SELECT * FROM keywords_description WHERE (language_id = ''). No database selected.
TEXT_VISIBLE_PAGES 383-402 TEXT_OF 554
TEXT_PREVIOUS_20
TEXT_CURRENT_PAGE
TEXT_NEXT_20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/383.gif&w=600&h=915

νεότερης ευρωπαϊκής και ελληνικής φιλολογίας και γλώσσας τον 19ο αιώνα, μόλις το 1924 συστήθηκε η πρώτη έδρα Μέσης και νεωτέρας ελληνικής φιλολογίας. Σημειώνω, πάντως, ότι από τη δεκαετία του 1880 εισήλθε, με τον Γεώργιο Χατζιδάκι αρχικά ως υφηγητή και στη συνέχεια ως καθηγητή, στο πρόγραμμα το μάθημα της γλωσσολογίας. Σημαντικό μέρος του μαθήματος αφιερώθηκε στη μελέτη της ελληνικής γλώσσας σε όλη της τη διαδρομή, στο πλαίσιο του σχήματος του Κ. Παπαρρηγόπουλου, που συμπεριελάμβανε τα μεσαιωνικά και νεότερα χρόνια. Στο αντίστοιχο παράδειγμα γνωστικού κλάδου που συνδέθηκε αρχικά με τη φιλολογία, στην παιδαγωγική, η έμφαση δόθηκε στην αρχαιοελληνική περίοδο, εκεί όπου άλλωστε έπεφτε και το βάρος στη μέση εκπαίδευση.

Στον χώρο της φιλοσοφίας η αναζήτηση του χρονικού ορίζοντα είναι περισσότερο ασαφής, καθώς συνολικά η διδασκαλία της παρουσιάζει καθ' όλο τον 19ο αλλά και τον 20ό αιώνα αταξία και αποσπασματικότητα.881 Πάντως, σε όλη την περίοδο που μελετώ, εκτός από τη συστηματική φιλοσοφία καθ' εαυτήν, διδάχθηκε εξίσου και η ιστορία της φιλοσοφίας. Όσον αφορά την ιστορία της φιλοσοφίας ήταν σαφής εξαρχής η μέριμνα για τη διδασκαλία από τους αρχαιότερους έως τους νεότερους χρόνους, με την ισχυρότατη όμως παρουσία της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας,888 ιδιαίτερα των συγγραμμάτων του Αριστοτέλη (47%). Σημαντική είναι και η συμβολή της μεσαιωνικής και της νεότερης ευρωπαϊκής φιλοσοφίας (18%), ενώ δεν έχουμε σοβαρές ενδείξεις για διδασκαλία της χριστιανικής φιλοσοφίας και γενικότερα των βυζαντινών φιλοσόφων889.

887. Σ. Χατζηστεφανίδου, ό.π., σ. 657. Η αποσπασματικότητα και η επιλεκτικότητα στη διδασκαλία της ενδεχομένως συνδέονταν και με τους φόβους των ανατρεπτικών κηρυγμάτων και τις καινοτόμους προσεγγίσεις των φιλοσόφων του Διαφωτισμού, σε ένα πανεπιστήμιο και κυρίως σε μια κοινή γνώμη εξαιρετικά ευαίσθητα σε ζητήματα θρησκευτικής πίστης. Βλ. και στο ίδιο, σ. 656-658.

888. Βλ. Ρωξάνη Δ. Αργυροπούλου (ανθολογία κειμένων με εισαγωγή και σχόλια), Η φιλοσοφική σκέψη στην Ελλάδα από το 1828 eus το 1922 , τ. 1: «Ευρωπαϊκές επιδράσεις και προσπάθειες για μια εθνική φιλοσοφία 1828-1875», Αθήνα, Γνώση, 1995, σ. 42-44. Βλ. και τον τ. 2: «Η φιλοσοφία μεταξύ επιστήμης και θρησκείας 1876-1922», Αθήνα, Γνώση, 1998, καθώς και Νικόλαος Χρόνης, «Η έρευνα της νεοελληνικής φιλοσοφίας στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών από της ιδρύσεώς της μέχρι το 1950», Σύλλογος Διδακτικού Προσωπικού Φιλοσοφικής Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών, Παρουσία 6 (1988), σ. 453-465.

889. Επισημαίνω την περίπτωση του καθηγητή Φραγκίσκου Πυλαρινού, μιας ιδιάζουσας και εξαιρετικά μοναχικής στο Αθήνησι μορφής στη διδασκαλία της φιλοσοφίας της ιστορίας. Στα μαθήματά του ο χριστιανισμός αποτέλεσε ιδιαίτερη ενότητα (για παράδειγμα, τα χειμερινά εξάμηνα 1859-1860, 1862-1863 και το θερινό εξάμηνο

TEXT_PAGE_SHORT383
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/384.gif&w=600&h=915

Διάγραμμα 6

Αναλογία (%) διδασκαλίας των μαθημάτων με βάση τη χρονική περίοδο του αντικειμένου (1837-1932)

Χωρίς να παραβλέπει κανείς τη σχηματοποίηση και το υψηλό ποσοστό αυθαιρεσίας που ενέχουν τέτοιες μετρήσεις, είναι αναμφισβήτητα εντυπωσιακή η κυριαρχία της κλασικής ελληνορωμαϊκής αρχαιότητας. Παρά την ελευθερία των διδασκόντων στην επιλογή των μαθημάτων κατά τον 19ο αιώνα, υπήρξαν ελάχιστες πρωτοβουλίες για τη διδασκαλία των μεσαιωνικών και νεότερων χρόνων στη Φιλοσοφική Σχολή προτού εισέλθουν επίσημα στο πρόγραμμα, κυρίως στις αρχές του επόμενου αιώνα. Η εικόνα αυτή σε μεγάλο βαθμό ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα της κυριαρχίας του κλασικισμού στις ακαδημαϊκές σπουδές στην Ελλάδα, ιδιαίτερα κατά τον 19ο αιώνα, πραγματικότητα από την οποία σε σημαντικό βαθμό διαφοροποιήθηκε η ιστορία.

Ο χρονικός ορίζοντας της ιστορικής διδασκαλίας

Η αναζήτηση του χρονικού ορίζοντα που κάλυψε η διδασκαλία της ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών δεν συνιστά εύκολο εγχείρημα. Η συγκέντρωση

μηνο 1859-1860 δίδαξε Φιλοσοφίαν της ιστορίας, μέρος γ', εφηρμοσμένον, περίοδος Γ' Χριστιανισμός, ιδανικόν του νέου ευρωπαϊκού πολιτισμού). Ως αυτοτελές γνωστικό αντικείμενο διδάχθηκε ο χριστιανισμός και από τον καθηγητή Μαργαρίτη Ευαγγελίδη, που δίδαξε Ιστορίαν της φιλοσοφίας των πατέρων της εκκλησίας τη δεκαετία του 1890.

TEXT_PAGE_SHORT384
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/385.gif&w=600&h=915

στοιχείων και η συστηματική διερεύνησή τους παρουσιάζουν σειρά από προβλήματα , με σημαντικότερο την απουσία πληροφοριών για την ιστορική διδασκαλία , ιδιαίτερα στα φροντιστήρια. Δυσχέρειες δημιουργεί η γενικότητα των τίτλων (όπως για παράδειγμα Γενική ιστορία ή Ιστορία του ελληνικού έθνους) και η πολύχρονη χρήση τους. Ο τρόπος με τον οποίο διαρθρώθηκε η ύλη του μαθήματος -ο τριετής κύκλος διδασκαλίας, η συνύπαρξη παγκόσμιας και ελληνικής ιστορίας στο πλαίσιο της γενικής ιστορίας, η συνεχής διδασκαλία της ιστορίας του ελληνικού έθνους- εμποδίζει τον σχηματισμό ακριβούς εικόνας. Συνολικά, πάντως, διαπιστώνεται η πλειοψηφική παρουσία της ελληνικής ιστορίας. Κατ' αρχήν έχει καταμετρηθεί ένα ποσοστό ιστορικών μαθημάτων, περίπου 54%, το οποίο αφορά την αυτόνομη διδασκαλία της ελληνικής ιστορίας (βλ. διάγραμμα 7). Από αυτό το ποσοστό περίπου το 238% αφορά την ιστορία του ελληνικού έθνους σε όλη της την έκταση, από τα αρχαία έως τα νεότερα χρόνια. Πρόκειται στην πραγματικότητα για τα μαθήματα του Κ. Παπαρρηγόπουλου, καθώς και για ένα σημαντικό τμήμα της φροντιστηριακής διδασκαλίας των Σπ. Λάμπρου, Π. Καρολίδη και Σ. Κουγέα. Περίπου 20% αφορά την αρχαία ελληνική ιστορία. Η βυζαντινή ιστορία εμφανίζεται ως αυτόνομο μάθημα με ένα μικρό ποσοστό (περίπου 7,1%). Μικρότερο ακόμη ποσοστό (4%) καταλαμβάνει η νεότερη ελληνική ιστορία, στην πραγματικότητα σε μεγάλο βαθμό η ιστορία της Επανάστασης του 1821.

Διάγραμμα 7

Αναλογία (%) διδασκαλίας των μαθημάτων ιστορίας με βάση τη χρονική περίοδο του αντικειμένου (1837-1932)

TEXT_PAGE_SHORT385
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/386.gif&w=600&h=915

Τα υπόλοιπα μαθήματα, δηλαδή περίπου το 45%, ανήκουν στη σφαίρα της γενικής ιστορίας, η οποία σε προγραμματικό επίπεδο κάλυπτε την παγκόσμια ιστορία από τα αρχαία έως τα νεότατα χρόνια. Περιλαμβάνει λοιπόν, σε έκταση που ποικίλλει ανάλογα με τον διδάσκοντα, την αρχαία ελληνική, τη βυζαντινή και τη νεότερη ελληνική ιστορία. Ποσοστό περίπου 10% των μαθημάτων αφορούσε την κοινή διδασκαλία ξένης και ελληνικής ιστορίας, κυρίως βυζαντινής - μέσης και νεότερων χρόνων. Η αρχαία ιστορία (κυρίως ιστορία των ανατολικών εθνών, αλλά ενδεχομένως και ελληνική και ρωμαϊκή) καταλάμβανε το 9,4%. Σημαντική ήταν και η παρουσία της ρωμαϊκής ιστορίας (περίπου 65%), ενώ ένα ποσοστό περίπου 2,6% αντιπροσώπευε η γενική ιστορία, χωρίς να έχουμε περισσότερες διευκρινίσεις. Από το υπόλοιπο ποσοστό 63% καταλάμβανε η μεσαιωνική, 6,1% αφορούσε τη νεότερη και 83% την κοινή διδασκαλία μέσης και νεότερης. Επισημαίνω και πάλι ότι ενδεχομένως ένα μικρό ποσοστό αυτής της διδασκαλίας κάλυπτε την ελληνική ιστορία, σε διαφορετική λογική από εκείνη της ιστορίας του ελληνικού έθνους. Στην περίπτωση της γενικής ιστορίας καταγράφονταν κυρίως οι περίοδοι ή τα γεγονότα εκείνα που υπήρξαν αξιομνημόνευτα για το σύνολο της ανθρωπότητας (ελληνική αρχαιότητα, άλωση Κωνσταντινούπολης, Επανάσταση του 1821).

Όσον αφορά τη διδασκαλία συγκεκριμένων χρονικών περιόδων, η αρχαία ιστορία, με κυρίαρχη την ελληνική, κατέλαβε ένα ποσοστό περίπου 363%· Σε αυτό το ποσοστό θα πρέπει να προσθέσουμε και το μεγαλύτερο τμήμα από το 233% που αφορά την ενιαία ιστορία του ελληνικού έθνους, το οποίο αφιερώθηκε, κυρίως με τη διδασκαλία του Κ. Παπαρρηγόπουλου, στην αρχαία Ελλάδα. Τέλος, το υπόλοιπο 42% αφιερώθηκε στα μεσαιωνικά/βυζαντινά και στα νεότερα/νεοελληνικά χρόνια, με εμφανή την ισχυρότερη παρουσία της παγκόσμιας ιστορίας έναντι της ελληνικής.

Η εικόνα αυτή παρουσίασε διακυμάνσεις στον χρόνο. Η αρχαία ιστορία διατήρησε την πρωτοκαθεδρία έναντι των υπόλοιπων περιόδων έως περίπου το 1880. Είναι χαρακτηριστικό ότι από τους καθηγητές που δίδαξαν τον 19ο αιώνα μόνο ο Δ. Πατσόπουλος δεν προσέφερε αρχαία ιστορία. Η ελευθερία επιλογής των καθηγητών σε συνδυασμό με τον μικρό αριθμό τους ευνόησε τη διδασκαλία της αρχαίας ιστορίας (είναι ενδεικτικές οι περιπτώσεις των Σχινά, Βερναρδάκη, Τσιβανόπουλου) λόγω της μεγαλύτερης εξοικείωσης με την περίοδο αυτή από την εποχή των σπουδών τους αλλά και της παρουσίας τους σε μια σχολή με σαφείς αρχαιοκεντρικούς προσανατολισμούς. Όλοι οι υφηγητές του 19ου αιώνα δίδαξαν αρχαία ιστορία, οι περισσότεροι αποκλειστικά (Τσιβανόπουλος, Λάμπρος, Καρολίδης, Καλοποθάκης), ενώ ο Γ. Κρέμος προσέ-

TEXT_PAGE_SHORT386
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/387.gif&w=600&h=915

προσέφερε ένα μάθημα αρχαίας και ένα μάθημα νεότερης ιστορίας. Από τους καθηγητές που ακολούθησαν στον 20ό αιώνα ο Ράδος ως έκτακτος καθηγητής με συγκεκριμένη θητεία είχε την ευχέρεια να διδάξει διαφορετικά γνωστικά αντικείμενα, ανάμεσά τους και αρχαία ιστορία. Από τους τρεις επόμενους καθηγητές ο Σ. Κουγέας αφιέρωσε αποκλειστικά τη διδασκαλία του στην αρχαία εποχή, ενώ οι άλλοι δύο καθηγητές περιόρισαν τη διδασκαλία τους σε όσα η έδρα τούς επέβαλλε. Το κύριο σώμα των παραδόσεων για τον αρχαίο κόσμο αφορούσε την αρχαία ελληνική ιστορία, καθώς η πλειονότητα των μαθημάτων όσων καθηγητών αφιέρωσαν την ακαδημαϊκή διδασκαλία τους σε αυτή (Σχινάς, Λάμπρος, Κουγέας), αλλά και όσων απλώς δίδαξαν αρχαία ιστορία (εξ ορισμού ο Παπαρρηγόπουλος και ο Καρολίδης, αλλά και οι Μανούσης, Βερναρδάκης, Τσιβανόπουλος και Κρέμος) επικεντρώθηκαν στη συγκεκριμένη αυτή περίοδο.

Από την έναρξη σχεδόν της λειτουργίας του Πανεπιστημίου άρχισε η διδασκαλία της μεσαιωνικής και νεότερης παγκόσμιας ιστορίας. Η διδασκαλία του Κ. Παπαρρηγόπουλου έφερε τη μεσαιωνική και νεότερη ελληνική ιστορία στο Πανεπιστήμιο, αντιμετωπίζοντας και τη βυζαντινή ιστορία ως ελληνική. Η διδασκαλία της μέσης και νεότερης παγκόσμιας/ευρωπαϊκής ιστορίας από μια αποκλειστική έδρα που δημιουργήθηκε το 1886 εξασφάλισε την παρουσία της συγκεκριμένης περιόδου σε όλο το διάστημα που μελετώ. Αντίστοιχα, η συνέχεια της διδασκαλίας του Κ. Παπαρρηγόπουλου από τον Π. Καρολίδη εξασφάλισε τη διδασκαλία νεότερης ελληνικής ιστορίας και βυζαντινής. Η σύσταση της έδρας Βυζαντινής ιστορίας το 1924 και η συστηματική διδασκαλία από τον επόμενο χρόνο νεότερης ελληνικής ιστορίας από την έδρα των Μέσων και νεωτέρων χρόνων, σε συνδυασμό με τα φροντιστήρια, τα οποία αφιερώθηκαν στο μεγαλύτερο μέρος τους στη μέση/βυζαντινή και νεότερη/νεοελληνική ιστορία, συνεισέφεραν στην ισχυρή παρουσία των περιόδων αυτών στην πανεπιστημιακή ιστορική διδασκαλία.

Η εικόνα της ιστορίας διαφοροποιείται αισθητά από τη γενικότερη εικόνα του προγράμματος μαθημάτων. Οι διδάσκοντες της, απομακρυνόμενοι από τον συνολικό κανόνα της ελληνορωμαϊκής αρχαιότητας, αφιέρωσαν σημαντικό τμήμα της διδασκαλίας τους στα μεσαιωνικά και νεότερα χρόνια, στο πλαίσιο της συνεχούς ελληνικής και της παγκόσμιας/ευρωπαϊκής ιστορίας. Η διαφοροποίηση δεν ήταν τυχαία. Η ιστορία, προγραμματικά τουλάχιστον, αποτέλεσε το γνωστικό εκείνο αντικείμενο της Φιλοσοφικής Σχολής που προοριζόταν να καλύψει και τα μεσαιωνικά και τα νεότερα χρόνια στο πλαίσιο της γενικής ιστορίας. Παρ' όλο που προϊόντος του χρόνου τα περισσότερα μα-

TEXT_PAGE_SHORT387
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/388.gif&w=600&h=915

μαθήματα για τα μεσαιωνικά και νεότερα χρόνια αφορούσαν την ελληνική ιστορία, η γενική ιστορία εξακολουθούσε να καταλαμβάνει ένα σημαντικό τμήμα του προγράμματος, για λόγους που θα δούμε στη συνέχεια.

Η ΚΥΡΙΑΡΧΙΑ ΤΗΣ ΕΘΝΙΚΗΣ ΚΑΙ Η ΑΝΘΕΚΤΙΚΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

Δεν έχουμε ιδιαίτερες πληροφορίες για το περιεχόμενο της διδασκαλίας της γενικής ιστορίας και αργότερα της έδρας της Ιστορίας των μέσων και νεωτέρων χρόνων, ούτε για την έκταση που καταλάμβανε η ελληνική ιστορία εντός της. Οι καθηγητές των σχετικών εδρών αφιέρωσαν τη διδασκαλία τους σε μια ευρωκεντρική ιστορία, μεταφορά συνήθως ξένων εγχειριδίων που αναφέρονταν στα μεγάλα κράτη της εποχής μέσα από μια πολιτική θεώρηση, εστιασμένη στη διαδοχή αυτοκρατόρων και στη διεξαγωγή πολέμων ή στη σύναψη συμφωνιών. Η παγκόσμια αυτή ιστορία, συν τω χρόνω και με την κυριαρχία της εθνικής ιστορίας, σε μεγάλο βαθμό «ελληνοποιήθηκε». Το σχήμα ιστορία των αρχαίων εθνών - ελληνική ιστορία - ρωμαϊκή ιστορία σταδιακά «εξελληνίστηκε» για να επικεντρωθεί στην ιστορία της αρχαίας Ελλάδας Στην περίπτωση του Βυζαντίου η διδασκαλία του Κ. Παπαρρηγόπουλου μετέφερε τη μελέτη της Αυτοκρατορίας από την παγκόσμια ιστορία, όπου είχε τοποθετηθεί από τον Θ. Μανούση, στην ελληνική. Οι ιστορικοί που συμπορεύτηκαν με τον Παπαρρηγόπουλο ή τον διαδέχθηκαν, εκκινώντας από τον Σ. Τσιβανόπουλο, δίδαξαν βυζαντινή ιστορία επισημαίνοντας την ελληνικότητά της. Η διδασκαλία της Επανάστασης του 1821 σταδιακά εδραιώθηκε στο πρόγραμμα μαθημάτων ως το μείζον γεγονός της νεότερης ελληνικής ιστορίας. Εκκινώντας από τη διδασκαλία της στο πλαίσιο της παγκόσμιας ιστορίας, κατέλαβε περίοπτη θέση στο πρόγραμμα όλων των εδρών που ασχολούνταν με τη νεότερη ιστορία, είτε ελληνική είτε ευρωπαϊκή. Εάν η διδασκαλία του Θ. Μανούση αναφερόταν στους θεσμούς των σύγχρονων κρατων στο πλαίσιο της συγκρότησης ενός μορφωμένου, φιλελεύθερου πολίτη, η διδασκαλία του Μ. Βολονάκη μετά από τους Βαλκανικούς Πολέμους στρεφόταν προς τη σύγχρονη ιστορία των γειτονικών μας λαών, επιδιώκοντας να γνωρίσει στους Έλληνες εν δυνάμει πιθανούς συμμάχους ή εχθρούς. Η κυριαρχία των εθνικών κρατών και της εθνικής ιστορίας μετέβαλε τους ορίζοντες της γενικής ιστορίας τονίζοντας τα στοιχεία που αφορούσαν το ελληνικό έθνος, τη σχέση του με τα υπόλοιπα ή τη συμβολή του στον παγκόσμιο πολιτισμό.

TEXT_PAGE_SHORT388
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/389.gif&w=600&h=915

Παρά τη στροφή της πανεπιστημιακής ιστορίας προς το ελληνικό έθνος, ήταν σαφές ότι εντός του προγράμματος τόσο τα μαθήματα όσο και η οπτική της γενικής ιστορίας διατηρούσαν σημαντική θέση. Είναι ενδεικτικό ότι έως το 1911, και παρά τη θεσμοθέτηση ειδικής έδρας για την Ιστορία του ελληνικού έθνους, παρέμενε υποχρεωτικό για όλους τους φοιτητές το μάθημα που διδασκόταν στην έδρα της Γενικής ιστορίας. Η αύξηση των εδρών το 1887 προήλθε από τη διχοτόμηση της έδρας της Γενικής ιστορίας για τη διευκόλυνση των φοιτητών. Η έδρα για την Ελληνική ιστορία που δημιουργήθηκε με τη διδασκαλία του Κωνσταντίνου Παπαρρηγόπουλου παρέμεινε μοναδική έως το 1924 -με εξαίρεση τη σύντομη καθηγεσία του Κ. Ράδου, η οποία αφιερώθηκε στο σύνολο της ελληνικής ιστορίας-, όταν θεσμοθετήθηκε η έδρα της Βυζαντινής ιστορίας.

Η γενική ιστορία, η αντίληψη μιας ιστορίας που διερχόταν το σύνολο της παγκόσμιας ιστορίας από την αρχαιότητα έως τα σύγχρονα χρόνια, διατηρήθηκε σε όλο τον 19ο αιώνα και στα πρώτα χρόνια του 20ού, όπως αποδεικνύει και η διάκριση των εδρών. Ακόμη και εάν σε μεγάλο βαθμό η αντίληψη αυτή είχε υπονομευθεί από τη διδασκαλία της ιστορίας του ελληνικού έθνους και τη διάχυσή της σε όλες τις έδρες, η διατήρησή της εμφανίζεται αναντίστοιχη με τις εξελίξεις στην ελληνική ιστοριογραφία. Όπως παρατηρεί ο Τριαντάφυλλος Σκλαβενίτης, το σημαντικότερο ελληνικό επίτευγμα στη συγγραφή παγκόσμιας ιστορίας, το πολύτομο έργο του Κωνσταντίνου Κούμα το 1832, σήμανε ουσιαστικά το τέλος της καθολικής ιστορίας στην Ελλάδα, καθώς ο συγκεκριμένος τρόπος ιστορικής μελέτης δεν μπορούσε πλέον να ανταποκριθεί στις ιδεολογικές ανάγκες μιας κοινωνίας που οργανωνόταν σε εθνικό κράτος.890

Είναι χαρακτηριστική η τύχη του πολύτομου αυτού έργου όπως περιγράφεται από τη Μαρία Στασινοπούλου. Το βιβλίο δεν επανεκδόθηκε ποτέ, ενώ η τιμή των τόμων της πρώτης έκδοσης, οι οποίοι σε μεγάλο βαθμό παρέμειναν αδιάθετοι, σταδιακά μειώθηκε. Στο νέο ελληνικό βασίλειο οι μικρές εκδοτικές επιχειρήσεις δεν ενδιαφέρονταν για την πολυδάπανη έκδοση ή την επανέκδοση πολύτομων έργων όπως εκείνο του Κούμα, ούτε καν σε επεξεργασμένη και συνοπτική μορφή για τη σχολική εκπαίδευση. Οι ανάγκες του αναπτυσσόμενου σχολικού δικτύου, προνομιακού χώρου αγοράς βιβλίων ιστορίας, καλύφθηκαν κυρίως από μεταφράσεις αντίστοιχων γερμανικών και γαλλικών εγχειριδίων, τα οποία ήταν σύντομα και επικεντρωμένα στην αρ-

890. Βλ. «Το εθνικό πάνθεον...», ό.π., σ. 72.

TEXT_PAGE_SHORT389
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/390.gif&w=600&h=915

αρχαιότητα.891 Οι συγγραφικές απόπειρες ελλήνων συγγραφέων στη συνέχεια ήταν λιγοστές, έκκεντρες και με αποδέκτη, έως τη δεκαετία του 1880, κυρίως την εκπαίδευση, σχολική και πανεπιστημιακή, στο μέτρο που η γνώση της γενικής ιστορίας θεωρούνταν αναγκαία για τον μαθητή ή τον φοιτητή. Συνολικά δεν υπήρξε κανένα ερευνητικό ενδιαφέρον για την ευρωπαϊκή ιστορία, πολύ περισσότερο για την παγκόσμια.

Η ευλογοφανής υπόθεση για τη σύνδεση της διατήρησης της γενικής ιστορίας στο Πανεπιστήμιο με τη διδασκαλία της στη μέση εκπαίδευση δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Ήδη από τη δεκαετία του 1880 στα προγράμματα των γυμνασίων της χώρας η ελληνική ιστορία είχε καταλάβει πολύ σημαντική θέση, εκτοπίζοντας τη γενική. Στη μεταρρύθμιση του 1914 η ελληνική ιστορία πλέον κυριαρχούσε, ενώ η παγκόσμια ιστορία είχε δώσει οριστικά τη θέση της στην ευρωπαϊκή 892 Η διατήρηση του σχήματος της διδασκαλίας της γενικής ιστορίας παράλληλα με εκείνο της εθνικής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών συνδέεται και με μια σειρά από άλλους παράγοντες, όπως η φυσιογνωμία της Σχολής,η στάση του διδακτικού προσωπικού και η ιεράρχηση των γνωστικών αντικειμένων.

Η γενική στοχοθεσία του Πανεπιστημίου όπως είχε εκφραστεί από τα πρώτα χρόνια της ίδρυσής του αναφορικά με το αγαθό της μόρφωσης και τον γενικό εξοπλισμό του φοιτητή αποτέλεσε κατά τη γνώμη μου καθοριστικό

891. M. Stassinopoulou, ό.π., σ. 279-280, και passim το κεφάλαιο για την υποδοχή του βιβλίου, σ. 260-286.

892. Στο πρόγραμμα μαθημάτων για τη μέση εκπαίδευση το 1855 οι μαθητές διδάσκονταν ένα έτος αρχαία (ασιατικά έθνη) και ελληνική ιστορία, ένα έτος ρωμαϊκή και μέση ιστορία, ένα έτος νεότερη και στην τέταρτη τάξη ελληνική ιστορία μέχρι την έλευση του Καποδίστρια (Χρ. Κουλούρη, Ιστορία και γεωγραφία..., ό.π., σ. 216-220). Στο πρόγραμμα του 1884 οι μαθητές της πρώτης τάξης διδάσκονταν ιστορία της αρχαίας Ελλάδας μέχρι τον Μ. Αλέξανδρο και μόνο εισαγωγή στην ιστορία των ανατολικών εθνών, στη δεύτερη τάξη ιστορία των Ρωμαίων και ιστορία του βυζαντιακού κράτους μέχρι την Άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Φράγκους, στην τρίτη τάξη ιστορία των μέσων και των νέων χρόνων μέχρι τη συνθήκη της Βιέννης και στην τέταρτη τάξη ιστορία του ελληνικού έθνους από την αρχή μέχρι τα σύγχρονα χρόνια (στο ίδιο, σ. 293-294). Στη μεταρρύθμιση του 1914, τον πρώτο χρόνο οι μαθητές παρακολουθούσαν ελληνική ιστορία από τα αρχαιότατα χρόνια έως τη μάχη στην Ιψό, τον δεύτερο ελληνική και ρωμαϊκή ιστορία από τη μάχη στην Ιψό έως τον θάνατο του Μεγάλου Θεοδοσίου, τον τρίτο χρόνο από τον Μ. Θεοδόσιο έως την άλωση της Κωνσταντινούπολης μαζί με άλλα σπουδαιότατα γεγονότα της μεσαιωνικής ιστορίας, και τον τέταρτο ιστορία ελληνική και της Ευρώπης από την Άλωση έως τα σύγχρονα χρόνια. Το τελευταίο έτος, ο καθηγητής δίδασκε ιστορία της τέχνης και του πολιτισμού από την αρχαιότητα έως τα σύγχρονα χρόνια. Χρ. Κουλούρη, ό.π., σ. 575-576.

TEXT_PAGE_SHORT390
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/391.gif&w=600&h=915

στοιχείο για τη διατήρηση των εδρών όλα αυτά τα χρόνια. Η επιμονή σε μια αντίληψη γενικής παιδείας που το Πανεπιστήμιο όφειλε να διαμορφώσει και να διαδώσει υπήρξε συστατικό στοιχείο της φυσιογνωμίας του, το οποίο κυριάρχησε και στα επίσημα κείμενα του ιδρύματος σε όλη την περίοδο που μελετώ. Ο στόχος αυτός, παρά την πολεμική που δέχθηκε κυρίως από όσους διεκδικούσαν μια εξειδικευμένη-επαγγελματική εκπαίδευση, παρέμεινε, καθώς στις επαναναγνώσεις του κυριαρχούσε η αντίληψη μιας ιδεαλιστικής γενικής εγκυκλοπαιδικής παιδείας, στην οποία η αρχική σύλληψη των διαφωτιστικών ιδεωδών είχε υποχωρήσει σημαντικά.

Ισχυρό παράγοντα για τη διατήρηση της συγκεκριμένης κατάστασης αποτέλεσε και το καθηγητικό σώμα, το οποίο προσπάθησε διαχρονικά να ελέγξει τη σύσταση και την αναπαραγωγή του προσωπικού της Σχολής, ιδιαίτερα μάλιστα μετά την ανάθεση της διαδικασίας επιλογής στο ίδιο. Η αντίδρασή του συνέτεινε στη ματαίωση των περισσότερων προσπαθειών που έγιναν την τελευταία εικοσαετία του 19ου αιώνα για τη μεταρρύθμιση των εδρών, προσπάθειες οι οποίες στο σύνολό τους κινούνταν στην κατεύθυνση διεύρυνσης της εθνικής ιστορίας. Είναι χαρακτηριστική η αντίδραση της Σχολής στη μεταρρύθμιση του 1911. Παρά τα νομοθετικά σχέδια, η συγκεκριμένη μεταρρύθμιση διατήρησε το προηγούμενο status των εδρών, γεγονός που δεν αφορούσε μόνο την ιστορία αλλά ολόκληρη τη Φιλοσοφική Σχολή. Όπως παρατηρεί η Ρένα Σταυρίδη-Πατρικίου,893 η συγκεκριμένη σχολή έμεινε εκτός μεταρρυθμίσεων, καθώς ήταν σαφής η υπερίσχυση στο εσωτερικό της μιας ομάδας καθηγητών με αντιδημοτικιστική πολιτεία, οι οποίοι αντιμετώπισαν με ισχυρή επιφυλακτικότητα, έως και άρνηση, τις νέες μεταβολές. Ένας μεγάλος αριθμός διδασκόντων ήταν αντίθετος προς τη νέα εκτελεστική εξουσία και οι ισορροπίες εξαιρετικά λεπτές. Χαρακτηριστικό της κατάστασης είναι το γεγονός ότι μόνο ένας διδάσκων διορίστηκε το 1911, ο Σίμος Μενάρδος. Ο διορισμός του προκάλεσε εντονότατες αντιδράσεις λόγω ενός βιβλίου που είχε γράψει στη δημοτική στα νεανικά του χρόνια.894 Η αντίδραση των καθηγητών

893. Ρένα Σταυρίδη-Πατρικίου, «Οι ενδοπανεπιστημιακές ισορροπίες και η ανατροπή τους (1910-1926)», Πανεπιστήμιο: Ιδεολογία και Παιδεία..., ό.π., τ. 1, σ. 215-222, τώρα στο Γλώσσα..., ό.π., σ. 112-123.

894. Ρένα Σταυρίδη-Πατρικίου, ό.π., σ. 120-121. Παρ' όλα αυτά ήταν σαφές ότι η διατήρηση των εδρών αποτελούσε οπισθοδρόμηση σε σχέση με τις προηγούμενες νομοθετικές προτάσεις. Ο Αθ. Ευταξίας, ο εισηγητής της μεταρρύθμισης του 1899, άσκησε δριμύτατη κριτική στη θεσμοθέτηση μίας μόνο έδρας για ολόκληρη την ελληνική ιστορία, υπενθυμίζοντας ότι στα δικά του νομοσχέδια προβλέπονταν δύο. Σύμ-

TEXT_PAGE_SHORT391
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/392.gif&w=600&h=915

απέναντι σε ό,τι μπορούσε να υπονομεύσει την αυθεντία τους εμπόδιζε τη θέσπιση νέων εδρών ενισχύοντας τη διατήρηση των παλαιών σχημάτων. Είναι ενδεικτική η αντίθεση τους στη διχοτόμηση της Σχολής, το 1932, εξαιτίας του φόβου διορισμού από την κυβέρνηση νέων διδασκόντων από το Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης χωρίς τη συγκατάθεσή τους.

Η αναφορά στο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης φέρνει στο προσκήνιο και τον τελευταίο και καθοριστικό κατά τη γνώμη μου παράγοντα για τη διατήρηση σε μεγάλο βαθμό της γενικής ιστορίας στο πρόγραμμα. Κεντρικό διακύβευμα της διδασκαλίας στη Φιλοσοφική Σχολή δεν αποτέλεσε η ιστορία αλλά κατά μείζονα λόγο η γλώσσα, πιο συγκεκριμένα η διδασκαλία των αρχαίων ελληνικών. Παρά την ισχυρή παρουσία της εθνικής ιστορίας, η διδασκαλία των αρχαίων γλωσσών, ιδιαίτερα της αρχαίας ελληνικής, της προγονικής γλώσσας, αποτέλεσε τον κυριότερο αγωγό της εθνικής διδασκαλίας, τον ισχυρότερο ομογενοποιητικό παράγοντα. Όπως υποστηρίχθηκε από τη Φιλοσοφική Σχολή στο υπόμνημά της το 1914 εναντίον των νομοσχεδίων του υπουργού Παιδείας της κυβέρνησης Ελ. Βενιζέλου Ιωάννη Τσιριμώκου, [...] άνευ διδασκαλίας των αρχαίων ελληνικών κινδυνεύει να υποσκαφή αυτή η κρηπίς της εθνικής και θρησκευτικής του ελληνικού λαού διαπαιδαγωγήσεως.895 Εξ αυτού η αρχαιοελληνική φιλολογία διατήρησε την πλέον κεντρική θέση στο πρόγραμμα των πανεπιστημιακών μαθημάτων καθ' όλη την περίοδο που μελετώ. Η λογική αυτή απέτρεψε σε μεγάλο βαθμό και τη δημιουργία εξειδικευμένων τμημάτων. Χαρακτηριστική είναι η αντίδραση ακόμη και στη δημιουργία της Φυσικομαθηματικής Σχολής το 1904. Η κεντρική αυτή θέση των αρχαίων ελληνικών αποτέλεσε κοινό τόπο στη σχολική εκπαίδευση, όπως έχει επισημανθεί από πολλούς μελετητές.896

Η έμφαση στην αρχαία ελληνική ως εθνική γλώσσα και η σύγκρουση με τον δημοτικισμό αιτιολογεί την είσοδο της μέσης και νέας ελληνικής γλώσσας και φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών μόλις στην τρίτη δεκαετία του 20ού αι-

Σύμφωνα με την καταγγελία του, η διατήρηση της μίας έδρας συνιστούσε πλήγμα για έναν από τους δύο κυριότερους κλάδους του Πανεπιστημίου (ο άλλος ήταν η ελληνική φιλολογία), ο οποίος θα έπρεπε να ήταν πρωτοπόρος έναντι των αντίστοιχων ιδρυμάτων του εξωτερικού. Βλ. Τα πανεπιστημιακά νομοσχέδια ελεγχόμενα υπό του πάλαι Υπουργού της Παιδείας Αθανασίου Ευταξία, Αθήνα, Τύποις «Αυγής» Αθανασίου Α. Παπασπόρου, 1911, σ. 27-28.

895. Αλ. Δημαράς, ό.π., τ. 2, σ. 99.

896. Βλ. ενδεικτικά Χαράλαμπος Νούτσος, Προγράμματα Μέσης Εκπαίδευσης και κοινωνικός έλεγχος, (1931-1973), Αθήνα, Θεμέλιο, 1979, Αλ. Βερέβη, ό.π., και Χρ. Κουλούρη, ό.π., σ. 85-88.

TEXT_PAGE_SHORT392
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/393.gif&w=600&h=915

αιώνα, όταν στην ανώτατη εκπαίδευση των περισσότερων ευρωπαϊκών χωρών τα μαθήματα για τις αντίστοιχες εθνικές γλώσσες είχαν εισέλθει από τον προηγούμενο αιώνα. Η Φιλοσοφική Σχολή της Αθήνας κατηγορήθηκε άλλωστε για αρχαιολατρεία, γεγονός που αποτέλεσε και μια από τις κύριες αιτίες για τη δημιουργία της Φιλοσοφικής Σχολής Θεσσαλονίκης. Θυμίζω ότι στο νέο πανεπιστήμιο, η φυσιογνωμία του οποίου διαμορφώθηκε σε μεγάλο βαθμό από την κυβέρνηση Αλεξάνδρου Παπαναστασίου και στη συνέχεια από την κυβέρνηση Ελευθερίου Βενιζέλου της περιόδου 1928-1932, δημιουργήθηκε εξαρχής Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας, ενώ η έμφαση δόθηκε στη μελέτη της βυζαντινής και της νεότερης ελληνικής ιστορίας.

ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΚΕΣ ΣΠΟΥΔΕΣ ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΟ ΓΡΑΦΕΙΟ ΤΟΥ ΙΣΤΟΡΙΟΓΡΑΦΟΥ ΚΑΙ ΣΤΗ ΣΚΗΝΗ ΤΟΥ ΣΤΡΑΤΟΠΕΔΟΥ

Το Πανεπιστήμιο Αθηνών απέκτησε από νωρίς σημαίνουσα θέση στον δημόσιο βίο. Ο εθνικός του ρόλος, όπως άλλωστε και στα αντίστοιχα ιδρύματα της Δυτικής Ευρώπης, ήταν σαφής και κυρίαρχος. Δημιουργημένο σε μια στιγμή μετάβασης, όταν το πανεπιστήμιο του Διαφωτισμού έδινε τη θέση του στο πανεπιστήμιο των νέων εθνών-κρατών μεταβάλλοντας τους στόχους και το πρόγραμμά του, το ελληνικό ανώτατο ίδρυμα διαμόρφωσε τη φυσιογνωμία του σε έναν συνεχή διάλογο με τον ευρύτερο πολιτικό και κοινωνικό του περίγυρο.

Τα μαθήματα της ιστορίας κατέλαβαν κεντρική θέση στο πρόγραμμά του. Ήταν υποχρεωτικά στη Φιλοσοφική Σχολή, ενώ το σύνολο των φοιτητών έπρεπε να παρακολουθήσει για έναν χρόνο μαθήματα γενικής ιστορίας. Η υποχρεωτική παρακολούθηση της γενικής ιστορίας, σύμφωνα με τους οδηγούς σπουδών που εξέδωσε το Οθώνειο τις πρώτες δεκαετίες λειτουργίας του, συνδεόταν με τον γενικότερο στόχο του : την ηθική βελτίωση και την πνευματική εξύψωση του ατόμου, τη συγκρότηση ηθικών, ελεύθερων και μορφωμένων ανθρώπων. Σε αυτό το πλαίσιο η γενική ιστορία, μια ιστορία βασισμένη στη διαφωτιστική έννοια της προόδου, είτε ως παράδειγμα είτε ως χρήσιμη γνώση συντελούσε ενεργά στην ηθικοποίηση και στην πνευματική εξύψωση του φοιτητή. Στην ύλη του μαθήματος, το οποίο κυριάρχησε στα ευρωπαϊκά πανεπιστήμια και στην ιστοριογραφία κατά το δεύτερο μισό του 18ου και στις αρχές του 19ου αιώνα, περιλαμβανόταν η ανθρώπινη ιστορία από την αρχαιότητα ως τα σύγχρονα χρόνια.

Η επιλογή του Κ. Σχινά να επικεντρώσει τη διδασκαλία του στον αρχαίο κόσμο αιτιολογήθηκε από τον ίδιο με βάση την προγονική σχέση με τους αρ-

TEXT_PAGE_SHORT393
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/394.gif&w=600&h=915

αρχαίους Έλληνες. Ήταν μια ουσιαστικά πολιτική επιλογή, που συμβάδιζε με το πρόγραμμα του Πανεπιστημίου και με τον χαρακτήρα που δόθηκε στο ίδρυμα από τη βαυαρική εξουσία. Ο πρώτος καθηγητής Ιστορίας μετέφερε με τη διδασκαλία του θεωρήσεις και σχήματα που κυριαρχούσαν στα γερμανικά πανεπιστήμια της εποχής των σπουδών του, αποδίδοντας ιδιαίτερη έμφαση στην εξέλιξη των θεσμών. Ο Θ. Μανούσης στη συνέχεια με τα μαθήματά του παρουσίασε ένα συνεπές σχήμα καθολικής ιστορίας, επηρεασμένο από τις σπουδές του στο Γκέττινγκεν. Ακόμη όμως και στη διδασκαλία του, μια από τις πλέον φιλελεύθερες διδασκαλίες που ακούστηκαν τα πρώτα αυτά χρόνια λειτουργίας του Οθώνειου, η ιστορία συνδεόταν με το πατρώο παρελθόν, στό χευε συν τοις άλλοις στην ανάδειξη των ιδιαίτερων στιγμών που σηματοδοτούσαν την εξέλιξή του και ενίσχυαν το εθνικό φρόνημα του φοιτητή αλλά και κάθε ακροατή. Σε μια εποχή κατά την οποία οι θεωρίες του Φαλλμεράυερ λειτούργησαν ως καταλύτης για την παραγωγή ισχυρού αντιρρητικού λόγου που περιστράφηκε γύρω από τα ζητήματα συνέχειας του ελληνικού έθνους, η σύλληψη μιας ιστορίας με εθνικό χαρακτήρα και στους δυο καθηγητές ήταν ακόμη θολή. Περιοριζόταν κυρίως στο επίπεδο των διακηρύξεων ή της σύνδεσης της γνώσης που είχαν ερανιστεί στα φοιτητικά τους χρόνια με τα αιτούμενα του νέου κράτους. Το ίδιο το ιστοριογραφικό έργο τους δεν αναδείκνυε μια τέτοια κατεύθυνση.

Με τη διδασκαλία του Κ. Παπαρρηγόπουλου, η μετατόπιση από τη διάκριση αρχαία - μέση - νεότερη ιστορία στη διάκριση ελληνική - ξένη επέδρασε καταλυτικά και στη στοχοθεσία του μαθήματος. Ο ιστορικός με τη διδασκαλία της εθνικής ιστορίας, όπως διαμορφωνόταν στις αίθουσες και στο πολύτομο έργο του, στόχευε στη συγκρότηση πολιτών με ενεργό εθνική συνείδηση και γνώση του αντίστοιχου παρελθόντος. Το Πανεπιστήμιο -ενισχυμένο λόγω της συμμετοχής του στον αντιοθωνικό αγώνα και της δυναμικής παρουσίας του φοιτητικού κινήματος- αναδεικνυόταν στον χώρο που φιλοξενούσε το κράτιστον εργαστήριον, τη διδασκαλία της εθνικής ιστορίας. Η ιστορία δεν αντιμετωπιζόταν πλέον μόνο ως μορφωτικό αγαθό, απαραίτητο για την απελευθέρωση από τα δεσμά της αμάθειας. Μεταλλασσόταν σε μέσο παρασκευής της εθνικής ιδεολογίας, σε απαραίτητο εφόδιο για τον πολίτη του ελληνικού έθνους και κράτους.

Στη διαδικασία συγκρότησης της εθνικής ιστοριογραφίας, στην κατασκευή ενός ενιαίου παρελθόντος στο πλαίσιο μιας ανεξάρτητης κρατικής οντότητας, η αντιπαράθεση με το επικρατούν μοντέλο και η διαφοροποίηση από αυτό αποτελούσε απαραίτητο όρο δημιουργίας και ανάπτυξής της. Με κυρίαρχη

TEXT_PAGE_SHORT394
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/395.gif&w=600&h=915

φυσιογνωμία τον Κ. Παπαρρηγόπουλο, η ελληνική ιστοριογραφία συγκροτήθηκε συνδιαλεγόμενη και αντιπαρατιθέμενη με κάποιες από τις «ξένες», τις ευρωπαϊκές αναγνώσεις του παρελθόντος που αφηγήθηκε. Ο Κριμαϊκός Πόλεμος στη δεκαετία του 1850 είχε δημιουργήσει βαθιά δυσπιστία απέναντι στους πρώην ελευθερωτές, είχε συγκροτήσει νέο μέτωπο, το οποίο σε μεγάλο βαθμό είχε ανάγκη τη δική του ιστοριογραφική έκφραση, την οποία διατύπωσαν οι έλληνες ιστορικοί. Μια έκφραση που παρέμεινε κυρίαρχη, τροποποιούμενη και αναπροσαρμοζόμενη στην εκάστοτε εικόνα του εχθρού, η οποία απαιτούσε την αιτιολόγηση στο παρόν και την τεκμηρίωσή της στο παρελθόν.

Παρ' όλο που ο Παπαρρηγόπουλος προχώρησε στη σύνθεσή του κατηγορώντας τους ευρωπαίους συναδέλφους του για την αντιμετώπιση της βυζαντινής και γενικά της ελληνικής ιστορίας, είναι σαφές ότι το σχήμα του σε μεγάλο βαθμό επηρεάστηκε από τις αντίστοιχες εξελίξεις στα ευρωπαϊκά πανεπιστήμια. Η στροφή προς τα μεσαιωνικά χρόνια από ιστορικούς όπως ο Μισλέ και ο Γκιζό στη Γαλλία, ο Μακώλεϋ στην Αγγλία και ο Ράνκε στη Γερμανία, στο πλαίσιο της μελέτης της εθνικής ιστορίας, λειτούργησε καταλυτικά για την ευρωπαϊκή ιστοριογραφία.

Στη σκέψη και στη διδασκαλία του Κ. Παπαρρηγόπουλου πρυτάνευε η ανάγκη της δημιουργίας μιας ενιαίας πολιτικής ιστορίας, η οποία θα αποδείκνυε τη συνέχεια του ελληνισμού, μιας ιστορίας που θα αφορούσε όλα τα μέλη της εθνικής κοινότητας. Ο ιστορικός ήταν υποχρεωμένος, στη δεδομένη συγκυρία και με βάση το επίπεδο της νεοελληνικής ιστοριογραφίας, να χρησιμοποιήσει κυρίως δευτερογενή στοιχεία, χωρίς συστηματική τεκμηρίωση, ώστε να εκπληρώσει τους στόχους του. Ο Παπαρρηγόπουλος επεσήμανε την αξία και την αυτονομία της εθνικής ιστορίας ως γνωστικού αντικειμένου στηριγμένος κυρίως στη σημασία της για τη συγκρότηση της νεοελληνικής ταυτότητας και όχι τόσο σε μεθοδολογικές αρχές ή εξειδικευμένες γνώσεις. Ο στόχος ήταν ο καθορισμός του σώματος της, η χάραξη των χρονικών και χωρικών ορίων της, και ταυτόχρονα ο παραδειγματισμός και η διδαχή. Ο φοιτητής δεν διδασκόταν μόνο ότι υπήρχε μια συνεχής ελληνική ιστορία, με τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία ως ένα από τα σημαντικά τμήματά της, αλλά και ότι η Αυτοκρατορία αυτή αποτελούσε για συγκεκριμένους λόγους (θρησκεία, πολίτευμα, πολιτική ενότητα) παράδειγμα για τους νεότερους. Στον διαπαιδαγωγικό ρόλο που καλούνταν να παίξει η ιστορία στη διαμόρφωση των νέων πολιτών ως μελών της νεοσύστατης κρατικής οντότητας, η βυζαντινή περίοδος, έστω και με συγκατάβαση, αποκτούσε με τον Παπαρρηγόπουλο τη θέση της δίπλα στην κυρίαρχη αρχαία ελληνική ιστορία.

TEXT_PAGE_SHORT395
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/396.gif&w=600&h=915

Η στοχοθεσία αυτή καθόρισε αναμφίβολα τη διδασκαλία του μαθήματος, αλλά δεν επηρέασε το υπόλοιπο πρόγραμμα μαθημάτων. Η εμμονή στο αρχαιοελληνικό παράδειγμα από μια ομάδα κατά κύριο λόγο φιλελεύθερων καθηγητών έως τη δεκαετία του 1870 δημιουργούσε έναν αντίρροπο λόγο, ο οποίος χωρίς να αμφισβητήσει τη σημασία της εθνικής ιστορίας στεκόταν επιφυλακτικός απέναντι στο Βυζάντιο. Την ίδια εποχή, έστω και ρητορικά, στο Πανεπιστήμιο κυριαρχούσε ακόμη η αντίληψη μιας γενικής παιδείας, διαφωτιστικής στη σύλληψή της, ενταγμένης πλέον όμως στις ανάγκες του νέου κράτους.

Η ιστορία συνδέθηκε από τα πρώτα βήματά της στο Πανεπιστήμιο -όπως άλλωστε και όλα τα μαθήματα του Φιλολογικού Τμήματος- με την ex cathedra διδασκαλία. Σε υψηλούς ρητορικούς τόνους, στόχευε στον φρονηματισμό και στον παραδειγματισμό των φοιτητών. Από την ευθύγραμμη πορεία της ανθρώπινης εξέλιξης ο πανεπιστημιακός δάσκαλος επέλεγε τα γεγονότα εκείνα τα οποία θα μπορούσαν να φωτίσουν την εξέλιξη και τη διαδρομή του σύγχρονου κόσμου. Ως κάτοχος της αλήθειας μέσα από μια οιονεί θεολογική αντίληψή της, διαμόρφωνε συνειδήσεις και διέπλαθε προσωπικότητες. Η λογική αυτή κυριάρχησε τόσο στη διδασκαλία της γενικής ιστορίας όσο και της ιστορίας του ελληνικού έθνους. Παρ' όλο που οι στόχοι υπήρξαν διαφορετικοί, ενδεχομένως και συμπληρωματικοί, η αρματωσιά παρέμενε η ίδια: το παράδειγμα, η συναισθηματική ενεργοποίηση, η διδαχή. Η ακαδημαϊκή αίθουσα, όπως και ευρύτερα το Πανεπιστήμιο, μετατρεπόταν στον χώρο από τον οποίο εξακτινιζόταν η ιστορική διδασκαλία προς ένα εθνικό ακροατήριο. Σε μια εποχή όπου οι συσσωματώσεις ήταν ελάχιστες και το Πανεπιστήμιο διεύρυνε σταδιακά το κύρος του λόγω του εκπαιδευτικού χαρακτήρα του και της θέσης του στον δημόσιο βίο, η πανεπιστημιακή ιστορία αποτελούσε ένα από τα οχήματα προσέγγισης των αλύτρωτων αδελφών.

Η επόμενη μεγάλη τομή στη στοχοθεσία του μαθήματος της ιστορίας ήλθε με τη διδασκαλία του Σπ. Λάμπρου, ο οποίος μετέθεσε το κέντρο βάρους της ιστορικής διδασκαλίας, μέσω της φροντιστηριακής και αρχειακής εργασίας, στην προετοιμασία καλών ιστορικών και διδασκάλων με ισχυρά μεθοδολογικά εργαλεία. Η διδασκαλία του συνδεόταν κατά μείζονα λόγο με την έρευνα και την παροχή μιας υψηλής εξειδικευμένης γνώσης, με τη συγκρότηση της ιστορίας ως επιστήμης. Ο πανεπιστημιακός ιστορικός δεν έπαυε να αποτελεί τον κάτοχο της αλήθειας· ωστόσο τώρα η αποστολή του δεν περιοριζόταν στη μεταφορά της γνώσης αλλά και στην εισαγωγή των νεοφώτιστων στην έρευνα. Η γνώση αυτή ήταν συνδεδεμένη με τα εθνικά αιτούμενα, τα οποία εξυ-

TEXT_PAGE_SHORT396
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/397.gif&w=600&h=915

εξυπηρετούσε κυρίως επιχειρώντας να μελετήσει, στο πλαίσιο του παπαρρηγοπούλειου σχήματος, τις νέες περιόδους που είχαν ενσωματωθεί στο εθνικό αφήγημα, δίδοντας έμφαση σε περιοχές όπως η Μακεδονία, η οποία βρισκόταν στο στόχαστρο των εθνικών διεκδικήσεων.

Η εξέλιξη αυτή απηχούσε τη γενικότερη στροφή του Πανεπιστημίου προς την εξειδίκευση και την επαγγελματική κατάρτιση, η οποία, αν και δεν αμφισβητούσε τον ανθρωπιστικό χαρακτήρα της ανώτατης εκπαίδευσης, έθετε νέα προτάγματα. Ο φοιτητής πλέον ήταν υποχρεωμένος να παρακολουθεί πλήθος φροντιστηρίων και εργαστηρίων, που περιόριζαν σε μεγάλο βαθμό τον ελεύθερο χρόνο του και τη δυνατότητα επιλογής της προσφερόμενης γνώσης. Το αποτέλεσμα ήταν η σταδιακή μετάβαση στην έννοια της φοίτησης ως συμμετοχής σε κλειστά σχήματα επιστημονικής και επαγγελματικής κατάρτισης. Το εθνικό πανδιδακτήριον μεταβαλλόταν σε φυτώριο νέων επιστημόνων, σε ίδρυμα, έστω και προγραμματικά, παροχής υψηλά εξειδικευμένης γνώσης, η οποία κινούνταν πάντα στην υπηρεσία των εθνικών στόχων. Ο εξορθολογισμός της λειτουργίας του, η προσπάθεια ελέγχου του αριθμού των εισακτέων, η εισαγωγή και επικράτηση της φροντιστηριακής και εργαστηριακής διδασκαλίας συνδέονταν κυρίως με την πολιτική των κυβερνήσεων Χαριλάου Τρικούπη , ο οποίος συγκέντρωσε γύρω του τους πλέον σημαντικούς λογίους της χώρας, ανάμεσά τους και τους τρεις καθηγητές Ιστορίας : τον Κ. Παπαρρηγόπουλο, τον Σπ. Λάμπρο και τον Π. Καρολίδη. Στο πλαίσιο του εκσυγχρονισμού της δημόσιας ζωής και της προώθησης της αξιοκρατίας η κυβέρνηση Χ. Τρικούπη έδωσε το δικαίωμα εκλογής των νέων καθηγητών στην πανεπιστημιακή κοινότητα, ταυτόχρονα όμως διασφάλισε το δικαίωμα της πολιτικής εξουσίας στον κεντρικό σχεδιασμό της προσφερόμενης γνώσης, επιχειρώντας να ελέγξει την κατανομή και το περιεχόμενο των εδρών σε κάθε σχολή.

Οι ιστορικές σπουδές, με την επιρροή κυρίως του γαλλικού θετικισμού και με προεξάρχοντα τον Σπ. Λάμπρο, συγκροτήθηκαν στο τέλος του 19ου αιώνα στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας στο πλαίσιο ευρύτερων εξελίξεων στον χώρο της ιστοριογραφίας: δημιουργία ιστορικών αρχείων, βιβλιοθήκες, εξειδικευμένα περιοδικά, επιστημονικά συγγράμματα, εγχειρίδια για τη μεθοδολογία της ιστορικής εργασίας. Στοιχεία που οδηγούσαν στη συγκρότηση ενός επιστημονικού λόγου πυκνού και με συγκεκριμένα εννοιολογικά εργαλεία και διεύρυναν σταδιακά την απόσταση ανάμεσα στον εξειδικευμένο ιστορικό και στον φιλίστορα, μεταφέροντας τα αντίστοιχα σχήματα που είχαν διαμορφωθεί στις χώρες της Δυτικής Ευρώπης. Στα δυτικοευρωπαϊκά πανεπιστήμια η στροφή αυτή ενισχύθηκε σε μεγάλο βαθμό με τη δημιουργία περισσότερων

TEXT_PAGE_SHORT397
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/398.gif&w=600&h=915

εδρών Ιστορίας, από τις οποίες αρκετές αφιερώθηκαν στην αυτόνομη μελέτη της νεότερης εθνικής ιστορίας. Ταυτόχρονα έδρες για τις βοηθητικές επιστήμες (παλαιογραφία, δημογραφία, ιστορική γεωγραφία) ενίσχυαν τον ερευνητικό χαρακτήρα της ιστορικής επιστήμης, ενώ η δημιουργία υποδομών (αρχεία, βιβλιοθήκες, νέες πανεπιστημιακές έδρες), όπου μπορούσε να εργαστεί ένας απόφοιτος πέρα από τη μέση εκπαίδευση, εξασφάλιζε και στην πράξη τη στροφή των σπουδών προς την εξειδίκευση και τη σύνδεσή τους με τον χώρο της εργασίας. Στο ελληνικό βασίλειο, παρά τα σημαντικά βήματα που έγιναν, οι συνολικές εξελίξεις ήταν αρνητικές: τα σχέδια για την ίδρυση νέων εδρών, από τις οποίες κάποιες για τις «βοηθητικές επιστήμες», επρόκειτο να μείνουν ανενεργά στην πλειονότητά τους λόγω της οικονομικής στενότητας της κρατικής μηχανής και της έλλειψης σταθερής πολιτικής για την ανώτατη εκπαίδευση, καθώς και εξαιτίας της δυσπιστίας του καθηγητικού σώματος προς τη διεύρυνσή του. Η διδασκαλία της ιστορίας παρέμεινε σε γενικές γραμμές στο προϋπάρχον πλαίσιο, αποσκοπώντας στην εκπαίδευση των φοιτητών που προορίζονταν για τη μέση εκπαίδευση.

Ο στόχος της εκπαίδευσης νέων ιστορικών με επιστημονικά μεθοδολογικά εργαλεία και πίστη στα εθνικά προτάγματα διατηρήθηκε και στην επόμενη περίοδο, από το 1911 και μετά. Η κατάργηση των γενικών μαθημάτων με τον νέο οργανισμό του Πανεπιστημίου και η συνέχιση της προσπάθειας για περαιτέρω εξειδίκευση των πανεπιστημιακών σπουδών εις βάρος μιας γενικής παιδείας συνάντησαν ισχυρές αντιδράσεις από τη Φιλοσοφική Σχολή. Η τοποθέτησή της στην αιχμή του αντιδημοτικιστικού κινήματος, στη βάση της εθνικής σημασίας της γλώσσας και των αξιών μιας γενικής παιδείας στηριγμένης στο παράδειγμα της αρχαίας Ελλάδας, επικουρούσε την αρχαιολατρική και «αντιδραστική» εικόνα της ανώτατης εκπαίδευσης.

Καθώς οι αλλαγές στον πολιτικό στίβο έφεραν στην εξουσία κυβερνήσεις που αμφισβητούσαν τη διατήρηση της φυσιογνωμίας του Αθήνησι, η αντίδραση υπήρξε έντονη και σε μεγάλο βαθμό κινήθηκε, σε μια εποχή αλλαγών, στην προσπάθεια διατήρησης των κεκτημένων αλλά και των θεωρητικών παραδοχών που τα δικαιολογούσαν, ενισχυμένων πάντα με τον χαρακτήρα του εθνικά ωφέλιμου. Η Φιλοσοφική Σχολή, όπως είχε συγκροτηθεί από το τέλος του 19ου αιώνα, στάθηκε ιδιαίτερα αρνητική στις βενιζελικές μεταρρυθμίσεις, όπως έγινε φανερό με ένταση στα εκπαιδευτικά νομοσχέδια της περιόδου 1917-1920. Στον Διχασμό, άλλωστε, η πλειονότητα των διδασκόντων της Σχολής, ανάμεσά τους και οι Σπ. Λάμπρος και Π. Καρολίδης, είχε στρατευθεί στο πλευρό της φιλοβασιλικής παράταξης.

TEXT_PAGE_SHORT398
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/399.gif&w=600&h=915

Η νέα πολιτική εξουσία προσπάθησε να ενδυναμώσει τα στηρίγματα της στη Σχολή. Ο διορισμός του Γ. Σωτηριάδη, η εκλογή του Κ. Ράδου, του Σ. Κουγέα και του Κ. Άμαντου ενίσχυσαν τις φιλοβενιζελικές φωνές στη Φιλοσοφική, χωρίς όμως να ανατρέψουν το γενικότερο κλίμα. Η δημιουργία του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και η έναρξη λειτουργίας της αντίστοιχης Φιλοσοφικής Σχολής δημιουργούσαν ένα γλωσσικά φιλελεύθερο αντιστάθμισμα στη Βόρεια Ελλάδα, μια σχολή όπου δινόταν πολύ μεγαλύτερο βάρος στη διδασκαλία των νεότερων χρόνων. Στη Φιλοσοφική Σχολή της Αθήνας, η ανανέωση στο πρόγραμμα μαθημάτων του Φιλολογικού Τμήματος με την εισαγωγή της διδασκαλίας της βυζαντινής περιόδου από πολλές έδρες (εξέλιξη επιβεβλημένη τόσο από τη συγκρότηση βυζαντινολογικών σπουδών στο εξωτερικό και την παρουσία ενός αντίστοιχου επιστημονικού προσωπικού στην Ελλάδα, όσο και από τις προτεραιότητες και τις ανάγκες της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής) αποτέλεσε σημαντική εξέλιξη, χωρίς όμως να μεταβάλει καθοριστικά τον πάγιο προσανατολισμό της Σχολής προς την αρχαία ελληνική φιλολογία. Οι εξελίξεις στα ευρωπαϊκά πανεπιστήμια και η ανάγκη γνώσης των προβλημάτων της διεθνούς συγκυρίας, στο πλαίσιο τώρα μιας εθνοκεντρικής αντίληψης, οδήγησαν στη διδασκαλία της ιστορίας των νεότερων χρόνων έως και τα πλέον πρόσφατα χρόνια.

Ο θεματικός και χρονολογικός εμπλουτισμός της διδασκαλίας της ιστορίας δεν εμπόδισε την περιχαράκωση και σε μεγάλο βαθμό την απομόνωσή της από τις εξελίξεις στα ευρωπαϊκά πανεπιστήμια και στην ιστοριογραφία. Οι αλλαγές στη διδασκαλία της ιστορίας στις χώρες της Δυτικής Ευρώπης με κυρίαρχη την εξειδίκευση και η δημιουργία ιστορικών τμημάτων από το τέλος του 19ου αιώνα δεν βρήκαν ανταπόκριση στην ελληνική ανώτατη εκπαίδευση παρά μόνο εν μέρει στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Οι έδρες Ιστορίας, όπως και συνολικότερα οι έδρες του Πανεπιστημίου Αθηνών, παρέμειναν περιορισμένες. Με εξαίρεση τις βυζαντινές σπουδές, που σε μεγάλο βαθμό συνομίλησαν με τις αντίστοιχες στα ευρωπαϊκά πανεπιστήμια, οι ιστορικές σπουδές στην Ελλάδα δεν συμμετείχαν στον γενικότερο προβληματισμό. Δεν μοιράστηκαν, με ελάχιστες εξαιρέσεις, τα νέα ερωτήματα της ευρωπαϊκής ιστοριογραφίας όπως αυτή εξελίχθηκε μετά τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο. Ενδεχομένως η συνέχεια των πολεμικών περιπετειών, οι βαλκανικοί ανταγωνισμοί, η Μικρασιατική καταστροφή εμπόδισαν τις ωσμώσεις, ενισχύοντας τον εθνοκεντρικό χαρακτήρα της ιστορικής επιστήμης. Η πλέον σημαντική εκσυγχρονιστική κίνηση, η δημιουργία του Ιστορικού Τμήματος, συνάντησε την άρνηση του καθηγητικού προσωπικού της Φιλοσοφικής Σχο-

TEXT_PAGE_SHORT399
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/400.gif&w=600&h=915

Σχολής.897 Λίγο αργότερα παλαιότερες, όπως η νομική, και νεότερες, όπως η κοινωνιολογία, επιστήμες μετέφεραν τους νέους προβληματισμούς στον χώρο των κοινωνικών επιστημών στην Ελλάδα. Διδάσκοντες της Νομικής όπως ο Κωνσταντίνος Τσάτσος και ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος δίδαξαν για πρώτη φορά μαρξισμό στο Πανεπιστήμιο 898

Η εθνική στοχοθεσία των ιστορικών σπουδών στην Ελλάδα εμπλουτίστηκε σε μεγάλο βαθμό, από την τρίτη δεκαετία του 20ού αιώνα και μετά, με ένα νέο ζητούμενο : τη γνώση του εθνικού παρελθόντος για τη θωράκιση των φοιτητών ενάντια στις κομμουνιστικές ιδέες. Εάν η έννοια της ιστορικής κοινότητας συγκροτήθηκε σε μεγάλο βαθμό κατ' αντιπαράθεση με τη δυτική ιστοριογραφία, τους ξένους, που προσέβαλλαν τα εθνικά δίκαια, στη συγκυρία του Μεσοπολέμου η ακαδημαϊκή κοινότητα όφειλε να αντιμετωπίσει έναν εσωτερικό πλέον εχθρό, ο οποίος βέβαια συνδεόταν με το εξωτερικό. Η έννοια του αγαθού και χρηστού πολίτη, έννοια που σχετιζόταν με τις απαρχές της λειτουργίας του Πανεπιστημίου, ανασημασιοδοτούνταν τώρα στη λογική του αποκλεισμού των κομμουνιστικών ιδεών, που συνδέονταν κατά κύριο λόγο με τον δημοτικισμό. Η ιστορία προσέφερε το κοινό παρελθόν, οριοθετώντας το, δίνοντας την ορθή ανάγνωσή του, ακόμη και για τα πλέον πρόσφατα χρόνια, έναντι των αναγνώσεων που επιχειρούσαν οι αριστεροί διανοούμενοι, για τους οποίους η εθνική ιστορία αποτελούσε προνομιακό πεδίο μελέτης.

Η σχέση των πανεπιστημιακών καθηγητών με την πολιτική υπήρξε καθοριστική για την ίδια τους την παρουσία στο ίδρυμα. Είναι χαρακτηριστικό ότι, ενώ σύμφωνα με τον προσωρινό κανονισμό λειτουργίας του Πανεπιστημίου (1837) το υπουργείο Παιδείας θα εκχωρούσε εντός μίας πενταετίας το δικαίωμα της εκλογής των καθηγητών στις σχολές, στην πραγματικότητα το διατήρησε για πενήντα περίπου χρόνια. Αποκλειστικός σχεδόν μηχανισμός προβολής των επιστημόνων και μελών του διδακτικού προσωπικού ήταν η σχέση με την πολιτική εξουσία. Συνεπακόλουθο ήταν, όπως σχολιάζει ο Θ. Κρητικός

897. Στη Γερμανία και στη Γαλλία οι μεγάλες συζητήσεις αναφορικά με την κριτική στον ιστορικισμό και στον θετικισμό έλαβαν χώρα εκτός Πανεπιστημίου, χωρίς να επηρεάσουν άμεσα την πανεπιστημιακή διδασκαλία της ιστορίας. Βλ. Karl Η. Metz, "Der Methodenstreit in der deutschen Geschichtswissenschaft 1891-1899): Bemerkungen zum sozialen Kontext wissenschaftlicher Auseinandersetzungen", Storia della Storiografia 6 (1984), σ. 3-20. Στην ελληνική περίπτωση, οι συζητήσεις αυτές σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις δεν απασχόλησαν τους ιστορικούς στο σύνολό τους, δεν έγιναν γνωστές ούτε εντός ούτε εκτός Πανεπιστημίου.

898. Βλ. Αλέξανδρος-Ανδρέας Κύρτσης, Κοινωνιολογική σκέψη και εκσυγχρονιστικές ιδεολογίες στον ελληνικό μεσοπόλεμο, Αθήνα, Νήσος, 1996.

TEXT_PAGE_SHORT400
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/401.gif&w=600&h=915

γράφοντας για τις φυσικές επιστήμες τον 19ο αιώνα στην Ελλάδα, να αναδειχθούν οι επιστήμονες (και ως επιστήμονες) εκείνοι που επεδείκνυαν πρόθεση και διάθεση προσαρμογής με την πολιτική εξουσία, παρά αυτονόμησης από αυτή.899 Όπως το διατυπώνει διαφορετικά ο Κ. Λάππας, η σημαντικότερη συνέπεια της εμπλοκής της πολιτικής εξουσίας στην εκλογή και σταδιοδρομία των διδασκόντων ήταν η δημιουργία αισθήματος ανασφάλειας και πνεύματος νομιμοφροσύνης της πανεπιστημιακής κοινότητας απέναντι στην κρατική εξουσία.900

Με τα βασιλικά διατάγματα του 1882 και τις επόμενες ρυθμίσεις σταδιακά διασφαλίστηκαν και εφαρμόστηκαν οι όροι εκλογής του διδακτικού προσωπικού, οι οποίοι σε γενικές γραμμές εξασφάλιζαν την αυτονομία του συγκροτώντας ένα διακριτό επιστημονικό πεδίο901: η δικαιοδοσία της αναγνώρισης του επιστημονικού κύρους ενός υποψηφίου περνούσε στα χέρια των άλλων παραγωγών γνώσης, οι οποίοι, όντας επίσης ανταγωνιστές του, ήταν οι λιγότερο διατεθειμένοι να του την παράσχουν χωρίς συζήτηση ή εξέταση.902 Οι όροι της εξέτασης και τα κριτήρια της επρόκειτο να καθοριστούν, σύμφωνα και με τη δυτική εμπειρία, σταδιακά και με τη συγκατάθεση της πολιτικής εξουσίας, στο μέτρο που ήταν απαραίτητη η νομοθετική τους κάλυψη. Σε αυτό το πλαίσιο το επιστημονικό σύγγραμμα απέκτησε κεντρική θέση, ανώτερη της διδακτικής εμπειρίας : η επιστημονική έρευνα και η συγγραφή θεωρούνταν σημαντικότερες από την παιδαγωγική διάσταση του έργου του πανεπιστημιακού καθηγητή. Η συγκεκριμένη εξέλιξη λειτούργησε καθοριστικά για την ιστορική γραφή, καθώς επέβαλε κανονιστικούς όρους (ερευνητική εργασία, τεκμηρίωση, συγκριτική διάσταση), δημιουργώντας ουσιαστικά μια τυπολογία

899. Θεόδωρος Κρητικός, «Ιστορία της Επιστήμης και Ιστορία των Ιδεών: τα όρια μιας (προβληματικής) σχέσης (19ος και 20ός αιώνας), Τα Ιστορικά 20 (Ιούνιος 1994), σ. 111-112, και passim, σ. 103-114.

900. Κ. Λάππας, ό.π., σ. 128.

901. Ο όρος επιστημονικό πεδίο σημειώνεται εδώ όπως τον χρησιμοποιεί ο Μπουρντιέ: ο τόπος (δηλαδή ο χώρος του παιχνιδιού) ενός συναγωνισμού που έχει ως ιδιαίτερο «αντίκρισμα» το μονοπώλιο του «επιστημονικού κύρους», αδιάσπαστα καθορισμένου ως τεχνικής ικανότητας και ως κοινωνικής εξουσίας ή, αν προτιμάτε, το μονοπώλιο της επιστημονικής αρμοδιότητας, εννοούμενης ως ικανότητας του να ομιλούμε και να ενεργούμε νόμιμα (δηλαδή κατά τρόπο εξουσιοδοτημένο και εξουσιαστικό) για την επιστήμη, που είναι κοινωνικά αναγνωρισμένη σε έναν καθορισμένο φορέα: Μικρόκοσμοι. Τρεις μελέτες πεδίου, μτφ.: Νίκος Παναγιωτόπουλος, Γιώργος Τσούλας, Αθήνα, Δελφίνι, 1993, σ. 86. Για την έννοια του επιστημονικού κύρους και του συμβολικού κεφαλαίου του επιστήμονα βλ. Ρ. Bourdieu, Homo academicus, Παρίσι 1984.

902. Βλ. Πιέρ Μπουρντιέ, Μικρόκοσμοι..., ό.π, σ. 91.

TEXT_PAGE_SHORT401
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/402.gif&w=600&h=915

γία της. Με βάση αυτή την τυπολογία τα σχολικά εγχειρίδια δεν θεωρούνταν επιστημονικά συγγράμματα, ενώ η χρήση της βιβλιογραφίας κρίθηκε απαραίτητη . Η διαδικασία αυτή, παρ' όλο που πολύ συχνά λειτούργησε προσχηματικά καλύπτοντας προαποφασισμένες επιλογές από το σώμα των καθηγητών ή την εκτελεστική εξουσία, συγκροτούσε κριτήρια που έπρεπε να ληφθούν υπόψη, δημιουργούσε νέο ορίζοντα προσδοκιών για το ιστορικό έργο. Από την άλλη πλευρά υπήρχαν οι αίθουσες των συλλόγων, οι εταιρείες και οι συσσωματώσεις, μέσα από τις οποίες ο ιστορικός μετέφερε την «αλήθεια» σε ένα ευρύτερο κοινό.

Η πραγματικότητα, βέβαια, αποδείχθηκε πολλές φορές αρκετά πιο σύνθετη. Όσο και εάν η ανάθεση της εκλογής του πανεπιστημιακού προσωπικού στις σχολές σηματοδοτούσε μια διαδικασία αυτονόμησης, η διαδικασία αυτή ούτε απρόσκοπτη ήταν, ούτε και ευθύγραμμη. Από το 1882 έως το 1932, και ιδιαίτερα το διάστημα 1910-1932, εποχή διχασμού και πολιτικής αστάθειας, κυβερνήσεις όλου του πολιτικού φάσματος προχώρησαν στις περισσότερες αριθμητικά, καθ' όλη την έως τότε ιστορία του ιδρύματος, απολύσεις μελών του διδακτικού προσωπικού. Η πολιτική εξουσία προσπάθησε να ελέγξει την ανάδειξη του διδακτικού προσωπικού παράλληλα με την ενίσχυση των διαδικασιών αυτονόμησής του, ενώ διατήρησε και κάποτε διεύρυνε το δικαίωμα καθορισμού του γνωστικού αντικειμένου των εδρών και την προκήρυξη νέων. Σε ένα πανεπιστήμιο με ιστορία μόλις ογδόντα χρόνων και σε ένα περιβάλλον στο οποίο δεν είχε διαμορφωθεί ακόμη ακαδημαϊκή παράδοση ,903 η κρατική παρέμβαση δεν εξέπληττε. Όσον αφορούσε την παρουσία και τη διδασκαλία της ιστορίας το διακύβευμα ήταν ιδιαίτερα σοβαρό.

903. Το ζήτημα της ακαδημαϊκής παράδοσης συνδέεται κυρίως με τη θεσμοθέτηση των όρων εκείνων μέσα από τους οποίους αναδεικνύεται το διδακτικό προσωπικό. Η ανάθεση της διαδικασίας αυτής στο τελευταίο δεν συνεπάγεται αυτόματα την είσοδο νέων ιδεών ή νέων προσώπων. Αντίθετα, στα γερμανικά πανεπιστήμια, και λιγότερο στα γαλλικά, η αριστοκρατική δομή του πανεπιστημίου με την εκτεταμένη εξουσία των τακτικών καθηγητών και η θεσμική παρέμβαση της κυβέρνησης στην τελική επιλογή οδηγούσαν στη δημιουργία ενός σώματος διδασκόντων ταξικά και ιδεολογικά καθορισμένων. Σε αυτές τις διαδικασίες οφείλεται εν πολλοίς και η περιχαράκωση των πανεπιστημιακών σπουδών, η δημιουργία ενός σώματος μανδαρίνων της δημόσιας διοίκησης, αριστοκρατικής κυρίως καταγωγής. Βλ. Fritz Ringer, The Decline of the German Mandarins: The German Academic Community 1890-1933, Κέμπριτζ Μασσ. 1969, και για τη Γαλλία βλ. W. Keylor, Academy and Community. The Foundation of the French Historical Profession, Κέμπριτζ 1975. Βλ. και Γκ. Ίγκερς, Νέες κατευθύνσεις..., ό.π., σ. 72-74, 122-127.

TEXT_PAGE_SHORT402
    TEXT_SEARCH_FORM
    TEXT_SEARCH_IN_BOOK
    TEXT_SEARCH_RESULTS
      TEXT_BOOK_LIST
        

        νεότερης ευρωπαϊκής και ελληνικής φιλολογίας και γλώσσας τον 19ο αιώνα, μόλις το 1924 συστήθηκε η πρώτη έδρα Μέσης και νεωτέρας ελληνικής φιλολογίας. Σημειώνω, πάντως, ότι από τη δεκαετία του 1880 εισήλθε, με τον Γεώργιο Χατζιδάκι αρχικά ως υφηγητή και στη συνέχεια ως καθηγητή, στο πρόγραμμα το μάθημα της γλωσσολογίας. Σημαντικό μέρος του μαθήματος αφιερώθηκε στη μελέτη της ελληνικής γλώσσας σε όλη της τη διαδρομή, στο πλαίσιο του σχήματος του Κ. Παπαρρηγόπουλου, που συμπεριελάμβανε τα μεσαιωνικά και νεότερα χρόνια. Στο αντίστοιχο παράδειγμα γνωστικού κλάδου που συνδέθηκε αρχικά με τη φιλολογία, στην παιδαγωγική, η έμφαση δόθηκε στην αρχαιοελληνική περίοδο, εκεί όπου άλλωστε έπεφτε και το βάρος στη μέση εκπαίδευση.

        Στον χώρο της φιλοσοφίας η αναζήτηση του χρονικού ορίζοντα είναι περισσότερο ασαφής, καθώς συνολικά η διδασκαλία της παρουσιάζει καθ' όλο τον 19ο αλλά και τον 20ό αιώνα αταξία και αποσπασματικότητα.881 Πάντως, σε όλη την περίοδο που μελετώ, εκτός από τη συστηματική φιλοσοφία καθ' εαυτήν, διδάχθηκε εξίσου και η ιστορία της φιλοσοφίας. Όσον αφορά την ιστορία της φιλοσοφίας ήταν σαφής εξαρχής η μέριμνα για τη διδασκαλία από τους αρχαιότερους έως τους νεότερους χρόνους, με την ισχυρότατη όμως παρουσία της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας,888 ιδιαίτερα των συγγραμμάτων του Αριστοτέλη (47%). Σημαντική είναι και η συμβολή της μεσαιωνικής και της νεότερης ευρωπαϊκής φιλοσοφίας (18%), ενώ δεν έχουμε σοβαρές ενδείξεις για διδασκαλία της χριστιανικής φιλοσοφίας και γενικότερα των βυζαντινών φιλοσόφων889.

        887. Σ. Χατζηστεφανίδου, ό.π., σ. 657. Η αποσπασματικότητα και η επιλεκτικότητα στη διδασκαλία της ενδεχομένως συνδέονταν και με τους φόβους των ανατρεπτικών κηρυγμάτων και τις καινοτόμους προσεγγίσεις των φιλοσόφων του Διαφωτισμού, σε ένα πανεπιστήμιο και κυρίως σε μια κοινή γνώμη εξαιρετικά ευαίσθητα σε ζητήματα θρησκευτικής πίστης. Βλ. και στο ίδιο, σ. 656-658.

        888. Βλ. Ρωξάνη Δ. Αργυροπούλου (ανθολογία κειμένων με εισαγωγή και σχόλια), Η φιλοσοφική σκέψη στην Ελλάδα από το 1828 eus το 1922 , τ. 1: «Ευρωπαϊκές επιδράσεις και προσπάθειες για μια εθνική φιλοσοφία 1828-1875», Αθήνα, Γνώση, 1995, σ. 42-44. Βλ. και τον τ. 2: «Η φιλοσοφία μεταξύ επιστήμης και θρησκείας 1876-1922», Αθήνα, Γνώση, 1998, καθώς και Νικόλαος Χρόνης, «Η έρευνα της νεοελληνικής φιλοσοφίας στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών από της ιδρύσεώς της μέχρι το 1950», Σύλλογος Διδακτικού Προσωπικού Φιλοσοφικής Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών, Παρουσία 6 (1988), σ. 453-465.

        889. Επισημαίνω την περίπτωση του καθηγητή Φραγκίσκου Πυλαρινού, μιας ιδιάζουσας και εξαιρετικά μοναχικής στο Αθήνησι μορφής στη διδασκαλία της φιλοσοφίας της ιστορίας. Στα μαθήματά του ο χριστιανισμός αποτέλεσε ιδιαίτερη ενότητα (για παράδειγμα, τα χειμερινά εξάμηνα 1859-1860, 1862-1863 και το θερινό εξάμηνο