Συγγραφέας:Σαλίμπα, Ζιζή
 
Τίτλος:Γυναίκες εργάτριες στην ελληνική βιομηχανία και στη βιοτεχνία (1870-1922)
 
Τίτλος σειράς:Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας
 
Αριθμός σειράς:37
 
Τόπος έκδοσης:Αθήνα
 
Εκδότης:Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς
 
Έτος έκδοσης:2002, 2004
 
Σελίδες:366
 
Αριθμός τόμων:1 τόμος
 
Γλώσσα:Ελληνικά
 
Θέμα:Μαθητεία και εργασία
 
Τοπική κάλυψη:Ελλάδα
 
Χρονική κάλυψη:1870-1922
 
Περίληψη:Η εργασία αυτή έχει ως αντικείμενο την ιχνογράφηση της φυσιογνωμίας της ελληνίδας εργάτριας από την εμφάνισή της στον κόσμο της μισθωτής εργασίας ως τη Μικρασιατική Καταστροφή και την άφιξη των προσφύγων στην Ελλάδα το 1922, χρονολογία κατά την οποία αλλάζει το κοινωνικό σκηνικό στις ελληνικές πόλεις. Όταν το 1870 αρχίζουν τα πρώτα φουγάρα των εργοστασίων να ξεφυτρώνουν ένα-ένα σαν τα μανιτάρια στον Πειραιά, και η Αθήνα να αποκτά σιγά-σιγά τα χαρακτηριστικά ευρωπαϊκής μεγαλούπολης, τότε εμφανίζονται επί της οθόνης του ιστορικού γίγνεσθαι οι πρώτες εργάτριες. Ποιες ήταν αυτές οι νεοφερμένες γυναίκες; Από πού προέρχονταν; Πώς εντάσσονταν στον κόσμο του καθημερινού μόχθου; Πώς αξιοποιούσαν τον καθημερινό χρόνο τους; Ποιες ήταν οι συλλογικές αναπαραστάσεις των άλλων γι’ αυτές;
 
Άδεια χρήσης:Αυτό το ψηφιοποιημένο βιβλίο του ΙΑΕΝ σε όλες του τις μορφές (PDF, GIF, HTML) χορηγείται με άδεια Creative Commons Attribution - NonCommercial (Αναφορά προέλευσης - Μη εμπορική χρήση) Greece 3.0
 
Το Βιβλίο σε PDF:Κατέβασμα αρχείου 12.88 Mb
 
Εμφανείς σελίδες: 11-30 από: 370
-20
Τρέχουσα Σελίδα:
+20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/11.gif&w=600&h=915

περί της γυναικείας εργασίας. Έτσι, από τη μια πλευρά έχουμε τις απογραφές, τις στατιστικές, τους νόμους και τα βασιλικά διατάγματα, ενώ από την άλλη έχουμε τα καταστατικά και τις λογοδοσίες των φιλανθρωπικών συλλόγων που ασχολούνται με την εργάτρια, τις εκθέσεις του προσωπικού Επιθεωρήσεως Εργασίας «επί της εφαρμογής των εργατικών νόμων», τα άρθρα στον τύπο και τα περιοδικά που σχολιάζουν τη γυναικεία εργασία, αλλά και τα αστυνομικά δελτία των εφημερίδων που αναφέρονται στην ίδια την εργάτρια μέσα από γεγονότα που ξεπερνούν τα όρια της καθημερινότητας.

Τα γραπτά ίχνη τα οποία αφήνουν οι εργάτριες στα αρχεία, συνιστούν την πολυτιμότερη και βασικότερη πηγή προκειμένου να μελετηθεί και να αναδειχθεί η φυσιογνωμία τους. Τα αρχεία αυτά, όμως, έχουν τη δική τους λογική και οι πληροφορίες που δίνουν δύσκολα μπορούν να καταχωρηθούν στη μία ή την άλλη κατηγορία. Σε αυτό το σημείο πρέπει να επισημάνω ότι κατά την περίοδο της έρευνας το αρχείο της κλωστοϋφαντουργίας των Αφών Ρετσίνα, το οποίο σώζεται στο Κέντρο Νεοελληνικών Ερευνών του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών, ήταν αταξινόμητο και μη προσβάσιμο, γι' αυτό και δεν μελετήθηκε.

Το διαρκές πέρασμα από την αντικειμενικότητα των αριθμών στην υποκειμενικότητα που παράγουν τα πρόσωπα-διαχειριστές του λόγου περί της εργάτριας και αντίστροφα, με οδήγησε στην περιγραφή των οικονομικών μηχανισμών στους οποίους εντάσσεται η γυναικεία εργασία και στην ερμηνεία νοοτροπιών και συμπεριφορών.

Το εγχείρημά μου στηρίζεται στην παρακάτω υπόθεση: Η εργάτρια, μια νέα συλλογική φυσιογνωμία, συγκροτείται μέσα από τις διαδικασίες μετάβασης από τον αγροτικό κόσμο, τον αγροτικό χρόνο, το αγροτικό σύστημα παραγωγής στον κόσμο της μισθωτής εργασίας. Η φυσιογνωμία της εργάτριας εντάσσεται μέσα σ' ένα σύστημα αξιών, δημιούργημα των κυρίαρχων κοινωνικών ομάδων. Υπακούει σε ρόλους και υποτάσσεται στα στερεότυπα μιας κοινωνίας με ηθικολογικά πρότυπα. Οι συλλογικές αναπαραστάσεις δημιουργούν τη συνθετότητα του ειδώλου της εργάτριας από διαφορετικές οπτικές γωνίες: επαγγελματική ιδιότητα, οικογενειακή κατάσταση, εξωτερική εμφάνιση, βαθμός εκπολιτισμού.

Στο πρώτο κεφάλαιο θα περιγραφούν οι διαδικασίες σχηματισμού του γυναικείου εργατικού δυναμικού στη νεοελληνική πόλη. Με τη βοήθεια ποσοτικών στοιχείων θα δείξω την έκταση που είχε λάβει το φαινόμενο της γυναικείας εργασίας κατά την περίοδο στην οποία αναφέρεται η μελέτη μου.

Στο δεύτερο κεφάλαιο της μελέτης η προσοχή θα εστιασθεί στους χώρους εργασίας και στο εργασιακό καθεστώς της εργάτριας για τον κάθε βιομηχανικό-βιοτεχνικό κλάδο ξεχωριστά.

Το τρίτο κεφάλαιο αφορά στο «(βλέμμα των άλλων» για την εργάτρια. Μέσα από τα άρθρα των εφημερίδων και των περιοδικών, μέσα από το φιλαν

Σελ. 11
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/12.gif&w=600&h=915

φιλανθρωπικό λόγο και τη φιλανθρωπική δραστηριότητα που αναπτύσσουν τα γυναικεία σωματεία θα δούμε τις συλλογικές αναπαραστάσεις των άλλων γι' αυτήν.

Στο τέταρτο κεφάλαιο εξετάζεται το πλαίσιο λειτουργίας και η οργανωτική δομή των χειροτεχνικών εργαστηρίων τα οποία ιδρύουν γυναικείοι σύλλογοι με στόχο την εξειδίκευση των απόρων γυναικών στις γυναικείες τέχνες για την άρση του επαγγελματικού αδιεξόδου που δημιουργεί η έλλειψη τεχνικής εκπαίδευσης.

Στο πέμπτο κεφάλαιο εξετάζονται τα φιλανθρωπικά σχήματα τα οποία επικεντρώνουν τη δραστηριότητά τους στην καταπολέμηση της αμάθειας των «γυναικών και κορασιών του λαού» με την ίδρυση των Κυριακών Σχολείων. Μέσα από τα Κυριακά Σχολεία αναπτύσσεται για τις γυναίκες μια ολόκληρη διαδικασία μετασχηματισμού της μόρφωσης σε επαγγελματική κατάρτιση, αφού με την πάροδο του χρόνου τα ιδρύματα αυτά από σχολεία μετατρέπονται σιγάσιγά σε σχολές εκμάθησης επαγγελμάτων, προκειμένου να διευρυνθεί ο επαγγελματικός ορίζοντας των γυναικών.

Στο έκτο κεφάλαιο θα παρουσιασθούν οι συνθήκες ζωής της εργάτριας. Θα εισέλθουμε στον ιδιωτικό της βίο προκειμένου να ολοκληρώσουμε τη συγκρότηση της φυσιογνωμίας της.

Το παράρτημα απαρτίζεται καταρχάς από πίνακες οι οποίοι συντελούν στην αποτύπωση της γυναικείας εργασίας με την παροχή ποσοτικών στοιχείων. Ακολουθούν οι πίνακες που αφορούν τα φιλανθρωπικά σχήματα, διαφωτίζουν τον τρόπο λειτουργίας τους με πολύτιμες πληροφορίες για τα έσοδα και έξοδα που αυτά πραγματοποιούν. Το παράρτημα περιέχει ακόμη κατάλογο των μελών του Συλλόγου Γυναικών υπέρ της Γυναικείας Παιδεύσεως. Στον πίνακα αυτό καταγράφονται, επίσης, πληροφορίες για την καταγωγή των γυναικώνμελών του.

Η εργασία αυτή, με ορισμένες αλλαγές που έγιναν, αποτελεί τη διδακτορική διατριβή μου, την οποία υποστήριξα τον Φεβρουάριο του 1999. Θα ήθελα να ευχαριστήσω εκείνους που μου συμπαραστάθηκαν στη μακρόχρονη αυτή περιπέτεια. Ευχαριστώ τον καθηγητή μου Σπύρο Ασδραχά που δέχτηκε να τη διευθύνει και με παρότρυνε να την ολοκληρώσω. Τον Τριαντάφυλλο Σκλαβενίτη για το χρόνο που μου αφιέρωσε, ακούγοντας και προσπαθώντας να δώσει λύσεις στα ερωτήματά μου, άλλοτε συζητώντας και άλλοτε εντοπίζοντας πολύτιμο υλικό για τη μελέτη μου. Τον καθηγητή Χρήστο Λούκο που δεν δίστασε κι αυτός με τη σειρά του να θέσει στη διάθεση μου δυσπρόσιτα αρχειακά έγγραφα και έντυπα. Τον καθηγητή Μιχάλη Κοπιδάκη για τον ευρηματικό τρόπο προσέγγισης της ελληνικής βιομηχανικής παραγωγής μέσα από τη νεότερη ελληνική λογοτεχνία. Τα μέλη της Επιτροπής του Ιστορικού Αρχείου Ελληνικής Νεολαίας που δέχθηκαν να συμπεριλάβουν τη μελέτη αυτή στη σειρά των ερευνών και εκδόσεων του ΙΑΕΝ. Το Μάνο Χαριτάτο και τους συνεργάτες τού

Σελ. 12
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/13.gif&w=600&h=915

ΕΛΙΑ που πάντα είναι πρόθυμοι, ακόμη και εκτός ωραρίου, να προσφέρουν αρχειακό υλικό στο οποίο στηρίχθηκε ένα μεγάλο μέρος της εργασίας μου. Τον Χρίστο Μανουσαρίδη για τις τυπογραφικές του υποδείξεις. Τον Γιώργο Κέη για τη συμβολή του στην εύρεση βιογραφικών στοιχείων για τις γυναίκες που συμμετείχαν στα φιλανθρωπικά σχήματα. Ευχαριστώ θερμά την Ελένη Μολφέση, το Μανώλη Βουρλιώτη, τη Λία Παπαδάκη και την Έλλη Κραββαρίτη που γνώρισαν από κοντά, άκουσαν και συμμετείχαν σ' αυτό το εγχείρημα και ακόμα τη Μαρία Μαυροειδή για την ευσυνείδητη επιμέλεια του βιβλίου αυτού.

Ζητώ εκ των υστέρων συγγνώμη από την οικογένειά μου, τον Θόδωρο, την Αλεξάνδρα και τη Μελισσάνθη, για το χρόνο που τους στέρησα- τους ευχαριστώ από καρδιάς που δέχθηκαν να είναι συνταξιδιώτες μου στη δύσκολη αυτή διαδρομή.

Σελ. 13
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/14.gif&w=600&h=915 01 - 0002.htm

ΛΕΥΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

Σελ. 14
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/15.gif&w=600&h=915

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ

Η ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΔΙΑΜΟΡΦΩΣΗΣ ΤΟΥ ΓΥΝΑΙΚΕΙΟΥ ΕΡΓΑΤΙΚΟΥ ΔΥΝΑΜΙΚΟΥ ΣΤΗ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΛΗ (1870-1922)

Σελ. 15
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/16.gif&w=600&h=915 01 - 0002.htm

ΛΕΥΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

Σελ. 16
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/17.gif&w=600&h=915

Η είσοδος των γυναικών ως δρώντων υποκειμένων στον οικονομικό χώρο όπου κυριαρχεί η μισθωτή εργασία, ταυτίζεται με την εντατικοποίηση της μετανάστευσης προς την πόλη. Για να μελετήσουμε τη διαμόρφωση του επαγγέλματος της εργάτριας επιβάλλεται να ανατρέξουμε στους μηχανισμούς που συγκροτούν τη γυναικεία εργατική δύναμη στην ελληνική πόλη. Με δεδομένες τις ελλείψεις και τα προβλήματα αξιοπιστίας και ανομοιογένειας που παρουσιάζουν οι διαθέσιμες στατιστικές, θα επιχειρήσω να απαντήσω στα ακόλουθα ερωτήματα: πώς διαμορφώνεται αυτή η τάση εισροής των γυναικών στην πόλη, ποιος είναι ο τόπος προέλευσης και με ποια κριτήρια επιλέγουν οι γυναίκες αυτές το επάγγελμα της εργάτριας.

Επιπλέον, η απόδοση με ποσοτικά στοιχεία της εξέλιξης του γυναικείου εργατικού πληθυσμού θα μας βοηθήσει να κατανοήσουμε τις διαστάσεις που είχε λάβει το φαινόμενο της γυναικείας μισθωτής εργασίας στην ελληνική κοινωνία την εποχή της μελέτης μας.

1. Η ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΤΩΝ ΠΟΛΕΩΝ

Ο υπερδιπλασιασμός της εδαφικής έκτασης της Ελλάδας που συντελείται ανάμεσα στις δύο ακραίες χρονολογίες του πεδίου παρατήρησης (1870-1922), έχει ως αποτέλεσμα την αύξηση του πληθυσμού της χώρας από 1.457.894 κατοίκους (754.176 άνδρες και 703.718 γυναίκες) σε 5.021.790 (2.497.870 άνδρες και 2.523.920 γυναίκες). Στα στοιχεία αυτά δεν συμπεριλαμβάνεται ο αριθμός των προσφύγων της Μικράς Ασίας. Ταυτοχρόνως σημειώνεται και αύξηση του αστικού πληθυσμού της χώρας. Ο αστικός πληθυσμός, από 14% επί του συνολικού πληθυσμού που ήταν το 1879, φθάνει το 27 % το 1920.1 Το φαινόμενο

1. Στον αστικό πληθυσμό περιλαμβάνονται οι οικισμοί με πληθυσμό άνω των 5.001 κατοίκων, βλ. Υπουργείον Εθνικής Οικονομίας, Γενική Στατιστική Υπηρεσία της Ελλάδος, Στατιστικά αποτελέσματα της απογραφής τον πληθυσμού της Ελλάδος της 15-16 Μαΐου 1928, τ. II, Αθήναι 1932 και Κωνσταντίνος Τσουκαλάς, Εξάρτηση και αναπαραγωγή. Ο κοινωνικός ρόλος των εκπαιδευτικών μηχανισμών στην Ελλάδα (1830-1922), Αθήνα 1992, σ. 165.

Σελ. 17
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/18.gif&w=600&h=915

αυτό παίρνει ιδιαίτερες διαστάσεις στο πολεοδομικό συγκρότημα της Αθήνας και του Πειραιά. Από 60.000 κατοίκους που έχει το συγκρότημα το 1870, οι οποίοι αποτελούν το 4% επί του συνολικού πληθυσμού, φθάνει τους 453.000 το 1920, δηλαδή το 8,19 % επί του συνολικού πληθυσμού.

Κατά το ίδιο διάστημα αυξάνεται ο πληθυσμός των πόλεων που χαρακτηρίζονται ως θαλάσσιοι κόμβοι εξαγωγής αγροτικών προϊόντων της ενδοχώρας. Η Πάτρα που εξάγει σταφίδα, από 16.000 κατοίκους (1 % επί του εθνικού πληθυσμού) το 1870, φθάνει τους 30.000 (1,03%) το 1920. Τις ίδιες χρονιές αντίστοιχα, η Καλαμάτα που εξάγει σταφίδα, λάδι και σύκα, από 11.000 κατοίκους (0,4% επί του εθνικού πληθυσμού), φθάνει τους 20.000 (0,4%). Ο Βόλος που εξάγει δημητριακά και καπνό, από 11.000 (0,4% επί του συνολικού πληθυσμού) το 1889 (μετά την προσάρτηση της Θεσσαλίας στην Ελλάδα), το 1920 φθάνει τους 30.000 κατοίκους (0,6%). Παρά το γεγονός ότι ο πληθυσμός των πόλεων αυτών αυξάνεται σε απόλυτους αριθμούς, παρατηρούμε ότι σε ποσοστό επί του συνολικού πληθυσμού παραμένει στάσιμος, με εξαίρεση το Βόλο. Οι μεταποιητικές μονάδες του Βόλου —κλωστήρια, αλευρόμυλοι, καπναποθήκες, καπνεργοστάσια— αποτελούν πόλο έλξης για τους κατοίκους της θεσσαλικής ενδοχώρας.

Στην Ερμούπολη της Σύρου, κέντρο διαμετακομιστικού εμπορίου, η οποία αποτέλεσε στο πρώτο μισό του 19ου αιώνα το κυριότερο αστικό κέντρο μετά την Αθήνα,2 παρατηρείται το φαινόμενο της συρρίκνωσης του πληθυσμού από 21.000 κατοίκους (1,4% επί του συνολικού πληθυσμού) το 1870, σε 19.000 (0,4%) το 1920. Οι κυριότερες αιτίες της παρακμής της είναι ο εκτοπισμός της ιστιοφόρου ναυτιλίας από την ατμοκίνητη, η διακοπή των εμπορικών συναλλαγών με τη Μαύρη Θάλασσα και τη Μ. Ασία, η διάνοιξη της Διώρυγας της Κορίνθου το 1893 και η ανάπτυξη της Αθήνας και του Πειραιά.3

Τα στοιχεία μας δίνουν την εικόνα συγκέντρωσης του πληθυσμού στις πόλεις: η διαδικασία αυτή συντελείται με ιδιαίτερη ταχύτητα στο συγκρότημα της πρωτεύουσας, ενώ τα υπόλοιπα εμπορικά-μεταποιητικά κέντρα εξελίσσονται

2. Για την ανάπτυξη της Ερμούπολης βλ. Χριστίνα Αγριαντώνη - Αγγελική Φενερλή, Ερμούπολη - Σύρος. Ιστορικό οδοιπορικό, Ερμούπολη - Αθήνα 1999.

3. Για την εμπορική και βιομηχανική δραστηριότητα που αναπτύχθηκε στην Ερμούπολη βλ. Τιμολέων Αμπελάς, Ιστορία της νήσου Σύρου από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι των καθ' ημάς, Ερμούπολη 1874 (ανατύπωση Χρ. Α. Καλημέρης, Ερμούπολη 1998)" Emile Y. Kolodny, «Ερμούπολις - Σύρος. Γέννησις και εξέλιξις μιας ελληνικής νησιωτικής πόλεως», Επετηρίς Εταιρείας Κυκλαδικών Μελετών, τ. Η' (1969-1970), σ. 249-286" Χριστίνα Αγριαντώνη, Οι απαρχές της εκβιομηχάνισης στην Ελλάδα τον 19ο αιώνα, Αθήνα 1986, σ. 84-98· Βασίλης Καρδάσης, Σύρος. Σταυροδρόμι της ανατολικής Μεσογείου (1832-1857), Αθήνα 1987" Χρήστος Λούκος, «Μια ελληνική πόλη σε παρακμή: η Ερμούπολη το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα», Νεοελληνική πάλη. Οθωμανικές κληρονομιές και Ελληνικό Κράτος, τ. Β', Αθήνα 1985, σ. 591-601.

Σελ. 18
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/19.gif&w=600&h=915

με μεγάλη βραδύτητα ή περνάνε στη διαδικασία της πληθυσμιακής μείωσης.

Ας περάσουμε τώρα στην εξέλιξη του ενεργού πληθυσμού, προκειμένου να ανιχνεύσουμε τη συμμετοχή των γυναικών στο σχηματισμό του εργατικού δυναμικού στις πόλεις.

2. Η ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΟΥ ΕΝΕΡΓΟΥ ΠΛΗΘΥΣΜΟΥ

Πριν προχωρήσουμε στην παράθεση των ποσοτικών στοιχείων για την εξέλιξη του ενεργού πληθυσμού, οι παρακάτω διευκρινίσεις θεωρούνται αναγκαίες.

Καταρχάς οι επίσημες απογραφές του ενεργού πληθυσμού περιλαμβάνουν άτομα ηλικίας 10 ετών και άνω. Μέχρι το 1907 οι απογραφές δεν απεικονίζουν τη διάρθρωση του ενεργού πληθυσμού κατά φύλο. Η καταγραφή του ενεργού πληθυσμού κατά επαγγέλματα διέφερε από απογραφή σε απογραφή τόσο ως προς την επαγγελματική κατηγορία που υπαγόταν το καθένα από αυτά όσο και ως προς το αντικείμενο του επαγγέλματος, το οποίο δεν καθορίζεται σαφώς και με τον ίδιο τρόπο σε όλες τις απογραφές.

Ο παρακάτω πίνακας θα μας βοηθήσει να σχολιάσουμε την εξέλιξη του γυναικείου ενεργού πληθυσμού από το 1907 έως το 1920.

ΠΙΝΑΚΑΣ 1

Διαχρονική εξέλιξη του οικονομικά ενεργού πληθυσμού κατά φύλο (1907,1920)

Φύλο

Ολικός πληθυσμός

Ενεργός πληθυσμός

Ποσοστό %

Έτος 1907

Άνδρες

1.324.942

678.718

92,25

Γυναίκες

1.307.010

57.052

7,75

Σύνολο

2.631.952

735.770

100,00

Έτος 1920*

Άνδρες

2.497.870

1.391.104

86,40

Γυναίκες

2.523.920

219.188

13,60

Σύνολο

5.021.790**

1.610.286

100,00

* Το 1920 έχουν ήδη προσαρτηθεί η Μακεδονία, η Θράκη, η Ήπειρος, η Κρήτη, τα νησιά

του ΒΑ. Αιγαίου με την Ίμβρο και την Τένεδο. ** Μεταγενέστεροι υπολογισμοί: Άνδρες 2.495.316+Γυναέκες 2.521.573 = 5.016.889.

* Το 1920 έχουν ήδη προσαρτηθεί η Μακεδονία, η Θράκη, η Ήπειρος, η Κρήτη, τα νησιά

του ΒΑ. Αιγαίου με την Ίμβρο και την Τένεδο. ** Μεταγενέστεροι υπολογισμοί: Άνδρες 2.495.316+Γυναέκες 2.521.573 = 5.016.889.

Πηγή: Ε. Μακρής, Ο οικονομικά ενεργός πληθυσμός και η απασχόλησις αυτού, Στατιστικαί μελέται 1821-1971, Αθήνα 1972, σ. 208.

Σύμφωνα με τα αποτελέσματα των απογραφών έχουμε αύξηση του συνολικού πληθυσμού από το 1907 ως το 1920 κατά 91 % και αύξηση του ενεργού

Σελ. 19
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/20.gif&w=600&h=915

γού πληθυσμού κατά 218%. Αυτό οφείλεται κυρίως στην αύξηση της εδαφικής έκτασης της χώρας, η οποία συνεπάγεται και αντίστοιχη αύξηση του πληθυσμού. Πρέπει να λάβουμε επίσης υπόψη μας ότι κατά το διάστημα της πολεμικής περιόδου 1912-1922 σημειώνονται μετακινήσεις και ανταλλαγές πληθυσμών. Στην Ελλάδα καταφθάνουν Έλληνες από την Τουρκία, τη Βουλγαρία και τη Ρωσία. Ειδικότερα ο υπερδιπλασιασμός του ενεργού πληθυσμού μπορεί, νομίζω, να αποδοθεί στο γεγονός ότι ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού από ης προσαρτηθείσες περιοχές (Μακεδονία, Θράκη) και οι εξ ανταλλαγών αφιχθέντες πρόσφυγες απασχολούνται αφενός στον τομέα της μεταποίησης και αφετέρου στη διεύρυνση της ομάδας των «παραγωγικών ηλικιών».

Το γυναικείο ποσοστό στον ενεργό πληθυσμό από 7,75% που ήταν το 1907, φθάνει στα 13,60% το 1920. Η αύξηση του γυναικείου ενεργού πληθυσμού συνδέεται με τη διεύρυνση της γυναικείας συμμετοχής στην παραγωγή.

3. ΟΙ ΑΠΟΓΡΑΦΕΣ ΑΠΕΙΚΟΝΙΖΟΥΝ ΤΗΝ ΕΡΓΑΤΡΙΑ ΣΤΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ - ΒΙΟΤΕΧΝΙΑ

Στο χρονικό πλαίσιο της μελέτης μου αξιοποίησα τα στοιχεία των απογραφών του 1870 και του 1907, καθώς και αυτά της απογραφής βιοτεχνικών και βιομηχανικών επιχειρήσεων που πραγματοποιήθηκε το 1920. Διαπίστωσα ότι για την αριθμητική αποτίμηση της γυναικείας εργασίας υπάρχουν δυσκολίες και προβλήματα, τα οποία οφείλονται άλλοτε στην ελλιπή καταγραφή των ποσοτικών στοιχείων και άλλοτε στην αδυναμία σύγκρισης μεταξύ των απογραφών.

Καταρχάς ένας μεγάλος αριθμός εργαζόμενων γυναικών διαφεύγει από τις στατιστικές. Πρόκειται για γυναίκες, κόρες και συζύγους των εργοδοτών, αλλά και για άλλες που εργάζονται «ατύπως» χωρίς να έχουν σχέση μισθωτής εργασίας. Η κατ' οίκον εργασία δεν καταγράφεται στις στατιστικές. Οι πηγές σιωπούν για τις γυναίκες που απασχολούνται εποχιακά ή γι' αυτές που για να συμπληρώσουν το εισόδημά τους ασκούν ταυτόχρονα δύο επαγγέλματα. Η σιωπή των πηγών αναφορικά με την παράθεση ποσοτικών στοιχείων για τις εργαζόμενες γυναίκες δεν είναι ελληνικό φαινόμενο- ακόμη και στην Αγγλία, στη χώρα όπου η γυναικεία εργασία γνωρίζει τη μεγαλύτερη εξάπλωση, η καταγραφή τους είναι ελλιπής.4

Ως προς τη σύνθεση του γυναικείου ενεργού πληθυσμού κατά κλάδους δραστηριότητας, από τις απογραφές μπορούμε να αντλήσουμε μόνο κάποιες ενδεικτικές πληροφορίες, γιατί, όπως σημειώσαμε παραπάνω, κάθε φορά χρησιμοποιούνται

4. Για τα αγγλικά δεδομένα, βλ. Peter Hennock, Fit and Proper Persons: Ideal and Reality in Nineteenth Century Local Government, Λονδίνο 1973.

Σελ. 20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/21.gif&w=600&h=915

ποιούνται διαφορετικά κριτήρια κατάταξης του πληθυσμού στις ποικίλες κατηγορίες επαγγελμάτων. Από τον Πίνακα 2, ο οποίος μας δίνει από τις απογραφές του 1907 και του 1920 τον πληθυσμό άνω των 10 ετών κατά φύλο και κατά κλάδο δραστηριότητας, θα αντλήσω ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα. Ενώ στην απογραφή του 1907 οι γυναίκες που απασχολούνται στη «Γεωργία - Κτηνοτροφία» και «Θήρα - Αλιεία» είναι 6.992, στην απογραφή του 1920 φθάνουν τις 108.775. Είναι φανερό ότι η διόγκωση της γυναικείας απασχόλησης στους τομείς αυτούς οφείλεται στα διαφορετικά κριτήρια κατάταξης ανάμεσα στις δύο απογραφές. Στην απογραφή του 1907 καταγράφονται μόνο οι γυναίκες που απασχολούνται με σχέσεις μισθωτής εργασίας, ενώ στην απογραφή του 1920 οι κατηγορίες αυτές περιλαμβάνουν ένα μεγάλο αριθμό γυναικών που οι γεωργικο-κτηνοτροφικές δραστηριότητές τους εντάσσονται στο πλαίσιο των οικιακών καθηκόντων τους.

ΠΙΝΑΚΑΣ 2

Κατανομή του πληθυσμού άνω των 10 ετών κατά φύλο και κλάδο δραστηριότητας, 1907 και 1920

Σύνολο Άνδρες Γυναίκες

1907

Σύνολο Άνδρες Γυναίκες

1907

Γεωργία/Κτηνοτροφία

331.660

324.682

6.978

Αλιεία

5.870

5.856

14

Ορυχεία

4.365

4.325

40

Βιομηχανία

123.561

102.853

19.708

Μεταφορές

87.624

83.497

4.127

Πίστη

3.394

3.374

20

Εμπόριο

72.793

71.904

889

Προσωπικές Υπηρεσίες

33.862

14.404

19.458

Ελευθέρια Επαγγέλματα

31.580

26.435

5.145

Δημόσιες Υπηρεσίες

32.376

32.231

145

Χωρίς προσδιορισμό Άνευ επαγγέλματος

40.610

31.283

9.327

1.146.416

251.931

894.485

Σύνολο

1.914.111

953.775

960.336

1920

Γεωργία/Κτηνοτροφία

914.504

805.896

108.608

Αλιεία

11.810

11.643

167

Ορυχεία

8.516

7.623

893

Βιομηχανία

293.210

234.558

58.652

Μεταφορές

78.178

77.038

1.140

Πίστη

9.565

8.909

656

Εμπόριο

131.887

128.624

3.263

Προσωπικές Υπηρεσίες

52.096

19.414

32.682

Ελευθέρια Επαγγέλματα

61.767

50.978

10.789

Δημόσιες Υπηρεσίες

48.753

46.421

2.332

Χωρίς προσδιορισμό Άνευ επαγγέλματος

123.391

99.151

24.240

2.184.333

432.401

1.751.932

Σύνολο

3.918.010

1.922.656

1.995.354

Πηγή: Υπουργείον Εθνικής Οικονομίας (ΥΕΟ), Γενική Στατιστική Υπηρεσία της Ελλάδος (ΓΣΥΕ), Στατιστική Επετηρίς της Ελλάδος 1930, σ. 75.

Σελ. 21
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/22.gif&w=600&h=915

Από τον Πίνακα 2 παρατηρούμε ότι το 1907 οι γυναίκες αντιπροσωπεύουν το 16% του συνόλου των εργαζομένων στον τομέα της βιομηχανίας - βιοτεχνίας, ενώ το 1920 το ποσοστό είναι 20%.

Ως προς την αναλογία των εργατριών σε σχέση με το συνολικό πληθυσμό (βλ. και Πίνακα 1) παρατηρούμε τα εξής: το 1907 οι εργάτριες αντιπροσωπεύουν μόλις το 0,75% επί του συνολικού πληθυσμού, ενώ το 1920 το ποσοστό αυξάνεται και φθάνει περίπου στο 1,17%. Αριθμητικά-ποσοτικά η παρουσία της εργάτριας γίνεται ελάχιστα αντιληπτή στα πλαίσια της ελληνικής κοινωνίας.

Βρισκόμαστε στις απαρχές ενός κοινωνικού φαινομένου που δημιουργεί ποικίλες αντιδράσεις: σε μία παραδοσιακή κοινωνία με κυρίαρχο, ακόμα και στις νεοσύστατες πόλεις, τον αγροτικό χαρακτήρα και το πολύ πρόσφατο οθωμανικό παρελθόν εμφανίζονται οι εργάτριες.

Μετά από αυτή τη γενική παρουσίαση, ας δούμε τα ποσοτικά στοιχεία που μας δίνει για τη γυναικεία απασχόληση στη βιομηχανία - βιοτεχνία η κάθε απογραφή ξεχωριστά.

4. Η ΑΠΟΓΡΑΦΗ ΤΟΥ 1870

Στην απογραφή του 1870 καταγράφονται για πρώτη φορά εργάτριες. Συγκεκριμένα, σε σύνολο 556.507 ατόμων που δηλώνουν επάγγελμα, έχουμε 22.665 εργάτες, 5.735 εργάτριες και 1.437.026 άτομα συνολικό πληθυσμό. Ο αριθμός των εργατριών αντιπροσωπεύει το 1,03% του πληθυσμού που δηλώνει επάγγελμα και το 0,40 % του πληθυσμού ολόκληρης της χώρας. Η εικόνα που προκύπτει από την απογραφή είναι γενική και ατελής, γιατί δεν μας δίνει την κατά κλάδο απασχόληση των γυναικών.5 Έτσι, δεν είμαστε σε θέση να εντοπίσουμε αν στην κατηγορία «εργάτριες» καταγράφηκαν μόνο οι εργάτριες των εργοστασίων και των εργαστηρίων και όχι και οι γυναίκες οι οποίες εκτελούσαν γεωργικές εργασίες που συγχέονταν με τις βιομηχανικές, όπως για παράδειγμα η βομβυκοτροφία.

Πριν εστιάσουμε την προσοχή μας στην απογραφή του 1907, θα ήθελα να δώσω την πρώτη σαφή εικόνα της γυναικείας απασχόλησης στα ατμοκίνητα βιομηχανικά καταστήματα της χώρας, έτσι όπως καταγράφεται από έναν από τους σημαντικούς παράγοντες του δημόσιου βίου εκείνης της εποχής, τον Αλέ

5. Πρέπει να σημειωθεί ότι στον πρόλογο της απογραφής γίνεται μνεία για τις δυσκολίες της κατάταξης ορισμένων επαγγελμάτων. Βλ. Υπουργείον Εσωτερικών, Στατιστική της Ελλάδος. Πληθυσμός 1870, Αθήνα 1872.

Σελ. 22
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/23.gif&w=600&h=915

Αλέξανδρο Μανσόλα,6 το 1875. Αν και δεν πρόκειται για απογραφή, θεωρώ σκόπιμο στο σημείο αυτό να τη σχολιάσω, δεδομένου ότι ο Αλέξανδρος Μανσόλας, λόγω της δημόσιας θέσης που κατέχει, έχει τη δυνατότητα να αποδώσει με έγκυρο τρόπο την εικόνα της εργάτριας.

ΠΙΝΑΚΑΣ 3

Εργαζόμενοι στα ατμοκίνητα βιομηχανικά καταστήματα, 1875

Είδος βιομηχανίας

Αγόρια

Άνδρες

Κορίτσια

Γυναίκες

Σύνολο

Βαμβακοκλωστήρια

234

243

161

447

1.085

Μεταξουργεία

50

304

515

869

Αλευρόμυλοι

52

755

8

815

Ελαιοτριβεία

6

196

202

Μηχανουργεία

128

215

343

Βυρσοδεψεία

90

696

786

Εκκοκιστήρια

24

91

21

136

Υφαντήρια

9

45

184

238

Μεταλλουργεία

1.904

1.904

Μεταλλευτικά εργοστάσια

318

318

Θειωρυχεία

2

70

72

Αγγειοπλαστεία

15

80

13

6

114

Υαλουργεία

29

108

26

34

197

Οινοποιεία

35

6

41

Πνευματοποιεία

4

18

22

Σαπωνοποιεία

1

11

2

14

Πυριτιδοποιεία

7

21

28

Διάφορα

28

104

20

7

159

Σύνολο

629

4.960

524

1.230

7.343

Πηγή: Αλέξανδρος Μανσόλας, Απογραφικοί πληροφορίαι περί των εν Ελλάδι ατμοκίνητων βιομηχανικών καταστημάτων, Αθήνα 1876, σ. 44.

Δεν υπάρχει καμία ένδειξη για τα όρια των ηλικιών ανάμεσα στα αγόρια και τους άνδρες, καθώς και ανάμεσα στα κορίτσια και τις γυναίκες. Δεν υπάρχει δυνατότητα καθορισμού, με βάση τις εν λόγω απογραφικές πληροφορίες για εκείνη την εποχή, της «ηλικίας της νεότητος» και διαχωρισμού της τόσο από την παιδική όσο και από την ώριμη ηλικία. Επιπλέον, δεν μπορούμε

6. Ο Αλέξανδρος Μανσόλας διατέλεσε τμηματάρχης και διευθυντής υπουργείου, αντιπρόσωπος της Ελλάδας σε ευρωπαϊκά συνέδρια και εκθέσεις, γραμματέας της Κεντρικής Επιτροπής της Διεθνούς Εκθέσεως των Παρισίων, γενικός διευθυντής Ταχυδρομείων - Τηλεγράφου, βασιλικός επίτροπος στην Εθνική Τράπεζα το 1875, μέλος της Επιτροπής επί της Εμψυχώσεως της Εθνικής Βιομηχανίας και το 1884 αντιπρόεδρος στην «επί των Ολυμπίων και των Κληροδοτημάτων» Επιτροπή.

Σελ. 23
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/24.gif&w=600&h=915

να εξακριβώσουμε την ηλικία εισόδου των γυναικών στη μισθωτή εργασία.

Από τον παραπάνω πίνακα γίνεται ορατή η είσοδος των γυναικών στον κόσμο της μισθωτής εργασίας. Τα κορίτσια απαρτίζουν το 7,13 % και οι γυναίκες το 16,75 % του συνόλου των εργαζομένων στη βιομηχανία. Από το σύνολο των εργαζομένων γυναικών και κοριτσιών το 46,46% εργάζεται στα μεταξουργεία και το 34,66% στα βαμβακοκλωστήρια.

5. ΤΑ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΑ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΑ ΣΤΗΝ ΑΠΟΓΡΑΦΗ ΤΟΥ 1907 Η ΑΠΕΙΚΟΝΙΣΗ ΤΗΣ ΕΝΤΟΠΙΟΤΗΤΑΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΕΞΕΥΡΩΠΑΪΣΜΟΥ

Στην απογραφή του 1907 καθορίζεται για πρώτη φορά λεπτομερώς η επαγγελματική διάρθρωση του πληθυσμού.7 Τα επαγγέλματα χωρίζονται σε 12 κατηγορίες. Η τέταρτη (Δ) κατηγορία «Βιοτεχνία», η οποία έχει ως υπότιτλο «Βιομηχανία, χειροτεχνία, χειρωνακτική», περιλαμβάνει τον μεγαλύτερο αριθμό εργατών. Εκ πρώτης όψεως το γεγονός ότι η λέξη «Βιομηχανία» εμφανίζεται ως υπότιτλος και όχι ως τίτλος αυτής της κατηγορίας, φανερώνει την κυριαρχία της παραδοσιακής βιοτεχνικής - οικοτεχνικής επιχείρησης.8 Στη «Βιοτεχνία» καταγράφονται 189.442 πρόσωπα, εκ των οποίων 165.618 είναι άνδρες και 23.824 γυναίκες. Παρόλο που η κατηγορία αυτή υποδιαιρείται σε 97 κλάσεις (υποκατηγορίες επαγγελμάτων), αρκετές από αυτές περιλαμβάνουν περισσότερα από ένα επαγγέλματα. Έτσι, δεν διαθέτουμε ποσοτικά στοιχεία για τις επιμέρους επαγγελματικές υποδιαιρέσεις. Για παράδειγμα, η κλάση «υφανταί, εριουργοί, φλανελλοποιοί, ταπητουργοί, μεταξουργοί, νηματουργοί, ξάνται» περιλαμβάνει πολλά επαγγέλματα, χωρίς να μας δίδονται ξεχωριστά για το καθένα αριθμοί.

Ας σημειωθεί ότι στην κατηγορία «Βιοτεχνία» περιλαμβάνονται οι κλάσεις/υποκατηγορίες: «Βιομήχανοι άνευ μνείας ειδικότητος» με 2.132 άνδρες και 1.432 γυναίκες και «Χειρώνακτες άνευ μνείας ειδικότητος» με 48.723 άνδρες και 4.057 γυναίκες. Όσον αφορά τις γυναίκες, αυτό σημαίνει ότι σε ποσοστό 23 % επί του συνόλου των εργαζομένων γυναικών δεν προσδιορίζεται η επαγγελματική ειδικότητα (βλ. Παράρτημα, Πίνακας 1). Ασφαλώς σ' αυτές τις κλάσεις εντάσσονται και γυναίκες που εξασφαλίζουν το μεροκάματο δουλεύοντας εδώ κι εκεί, σε εποχικές, ακόμα και σε ευκαιριακές εργασίες χωρίς ειδίκευση.

7. Στις προηγούμενες απογραφές του 1861 και του 1870 αναγραφόταν το επάγγελμα χωρίς να καθορίζονται επί μέρους επαγγελματικές κατηγορίες.

8. Βλ. Στάθης Τσοτσορός, Η συγκρότηση του βιομηχανικού κεφαλαίου στην Ελλάδα (1898-1939), τ. Α', Αθήνα 1993, σ. 90.

Σελ. 24
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/25.gif&w=600&h=915

Στην απογραφή του 1907, όσον αφορά τις γυναίκες, τα παραδοσιακά χειροτεχνικά επαγγέλματα, ιδίως αυτά που σχετίζονται με τη «βελόνα», κυριαρχούν. Έχουμε γυναίκες που ασχολούνται με την υφαντική, την καλαθοπλεκτική, τη δικτυοπλεκτική, την κεντητική και τη χρυσοκεντητική.

Τα υψηλότερα ποσοστά της γυναικείας απασχόλησης σε σχέση με την συνολική γυναικεία απασχόληση στη «Βιοτεχνία» συγκεντρώνονται στις παρακάτω επαγγελματικές κατηγορίες (βλ. Παράρτημα, Πίνακας 1):

— Ράπται, κατασκευασταί ασπρορούχων, λαιμοδετών,9 ρινομάκτρων 42,49 %

— Υφανταί, εριουργοί, φλανελλοποιοί, ταπητουργοί, μεταλλουργοί, νηματουργοί, ξάνται 16,53%

— Πλέκται, κεντηταί, χρυσοποικιλταί, κατασκευασταί περικνημίδων 3,95%

— Πιλοποιοί 3,70%

— Καπνοκόπται, καπνοσυσκευασταί, σιγαροποιοί, καφεκόπται, κατασκευασταί ταμβάκου 3,13 %.

Όσον αφορά τη γεωγραφική συγκέντρωση της γυναικείας απασχόλησης (βλ. Παράρτημα, Πίνακας 2), η επαρχία Αττικής (συγκρότημα Αθηνών-Πειραιώς) συγκεντρώνει το μεγαλύτερο ποσοστό επί του συνόλου, δηλαδή 40,9 %, ακολουθούν η επαρχία Ζακύνθου με 4,39%, Πατρών με 4,31% και Κερκύρας με 3,7 %. Τα χαμηλότερα ποσοστά στη γυναικεία απασχόληση παρουσιάζουν οι επαρχίες Μεγαλοπόλεως (0,08%) και Παξών (0,05%).

Στο σημείο αυτό νομίζω ότι επιβάλλεται να μιλήσουμε διεξοδικότερα για τις δύο κατηγορίες που συγκεντρώνουν τα μεγαλύτερα ποσοστά γυναικείας απασχόλησης.

Όπως είδαμε παραπάνω, στην επαγγελματική υποκατηγορία «ράπται, κατασκευασταί ασπρορούχων, λαιμοδετών, ρινομάκτρων» έχουμε το μεγαλύτερο ποσοστό γυναικείας απασχόλησης. Συγκεκριμένα απασχολούνται 10.124 γυναίκες και 8.145 άνδρες, δηλαδή η κατά φύλο συμμετοχή σε ποσοστά είναι 55,42% και 44,58% αντιστοίχως (βλ. Παράρτημα, Πίνακας 3).

Από τον Οδηγό της Ελλάδος 1905-1906 του Νικολάου Ιγγλέση10 σημειώνουμε ότι τα πρόσωπα που ασχολούνται με τη ραπτική διαχωρίζονται ως εξής, ανάλογα με το είδος της ενδυμασίας που κατασκευάζουν:

— φραγκοράπτες, δηλαδή ράπτες ανδρικών «ευρωπαϊκών» ενδυμάτων

— ελληνοράπτες, αυτοί που ράβουν ελληνικές φορεσιές

— ράπτες ιερών ενδυμάτων

9. Το 1884 κατασκευάζεται ο πρώτος εγχώριος λαιμοδέτης. Το 1894 λειτουργούν στην Αθήνα δύο μεγάλα καταστήματα που παράγουν και πωλούν εγχώριους λαιμοδέτες. Το ένα, του Κασδόνη, στην οδό Σταδίου και το άλλο, του Σταθόπουλου, στην οδό Αιόλου. Στα δύο αυτά καταστήματα απασχολούνται συνολικά 50 κορίτσια" βλ. Μποέμ, «Αι εργαζόμεναι Αθήναι. Η λαιμοδετοποιία», Το Άστυ, αρ. 1157, 13-2-1894.

10. Νικόλαος Ιγγλέσης, Οδηγός της Ελλάδος 1905-1906.

Σελ. 25
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/26.gif&w=600&h=915

— ράπτες στρατιωτικών ενδυμάτων

— μοδίστρες, που ασχολούνται με την ραπτική των γυναικείων ενδυμάτων σύμφωνα με τον ευρωπαϊκό συρμό.

Ο Οδηγός της Ελλάδος του Νικολάου Ιγγλέση δεν μας διαφωτίζει για το πώς και από ποιους συγκεκριμένα κατασκευάζεται η ελληνική φορεσιά. Προφανώς γιατί στα αστικά κέντρα, από τα οποία αντλεί το αναγνωστικό κοινό του ο Οδηγός, οι γυναίκες κυκλοφορούν καθημερινές και γιορτές με ευρωπαϊκά ρούχα. Παρόλα αυτά, σχεδόν σε όλα τα σπίτια των μεγάλων ελληνικών πόλεων μπορεί και σήμερα ακόμα να βρει κανείς φυλαγμένη στην κασέλα μια φορεσιά ή έστω τμήματα μιας φορεσιάς11 η οποία μεταβιβάζεται ως κειμήλιο από τη μητέρα στην κόρη της οικογένειας.

Οι γυναίκες με σχέσεις μισθωτής εργασίας δουλεύουν είτε στα ραφεία ανδρικών ενδυμάτων (κατασκευάζουν ανδρικά παντελόνια) και στα λαιμοδετοποιεία, είτε στα ατελιέ μοδιστρικής. Όσον αφορά την κατασκευή ασπρορούχων, αυτή είναι κατ' εξοχήν γυναικείο επάγγελμα.

Οι περιοχές στις οποίες υπερισχύουν οι άνδρες που ασχολούνται με την ραπτική είναι η επαρχία Καλαμπάκας με ποσοστό 98,70%, η επαρχία Φαρσάλων με 95,80 %, η επαρχία Καρδίτσης με 95,50 % και η επαρχία Ευρυτανίας με 92,75 %. Η συντριπτική υπεροχή των αντρών-ραπτών έναντι των γυναικώνμοδιστρών στην απογραφή υποδηλώνει ότι στις περιοχές αυτές οι άντρες και κυρίως οι γυναίκες στην πλειοψηφία τους εξακολουθούν να ντύνονται με την παραδοσιακή φορεσιά.

Το φαινόμενο αυτό πρέπει να ερμηνευθεί με γεωγραφικούς και πολιτιστικούς όρους. Οι περιοχές αυτές ανήκουν στο κεντρικό συγκρότημα της ηπειρωτικής Ελλάδας. Η επικοινωνία, εξαιτίας της απόστασης τους από τη θάλασσα, εξασφαλίζεται μόνο μέσω ενός ατελούς οδικού δικτύου. Έτσι, η διείσδυση του ευρωπαϊκού-δυτικού τρόπου ζωής και των πολιτιστικών φαινομένων που τον συνοδεύουν, όπως είναι η ενδυμασία, καθίσταται δυσχερής. Όσον αφορά τους άνδρες, στην ηπειρωτική ενδοχώρα επικρατούν δύο τύποι ενδυμασίας: η παραδοσιακή φορεσιά και αυτός που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε «νόθο τύπο» ενδυμασίας. Στον τελευταίο η φουστανέλα έχει αντικατασταθεί με το «φράγκικο» παντελόνι.

11. Οι περισσότερες φορεσιές αποτελούνται από τα εξής κομμάτια: 1) το πουκάμισο, 2) το καφτάνι, καβάδι, αντερί, σαγιά, γιουρντί, σιγκούνι (είδη φορέματος-πανωφοριού από μάλλινο υφαντό ύφασμα), 3) το φουστάνι, τσούκνα (είδη φορέματος με ή χωρίς μέση), 4) το ζωνάρι, τη ζώνη και την ποδιά, 5) το κοντογούνι, γιλέκι (είδη κοντής με ή χωρίς μανίκια ζακέτας), 6) τα διάφορα εσώρουχα και μικροεξαρτήματα, 7) τα πολύπλοκα κεφαλοκαλύμματα και κεφαλοδέματα, 8) τα στολίδια-κοσμήματα, 9) τις κάλτσες και τα παπούτσια. Βλ. Ιωάννα Παπαντωνίου, «Συμβολή στη μελέτη της γυναικείας ελληνικής παραδοσιακής φορεσιάς», Εθνογραφικά 1 (1978), σ. 7.

Σελ. 26
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/27.gif&w=600&h=915

Οι διαδικασίες για τη μετατροπή της ενδυμασίας ακολουθούν την ίδια τροχιά με τις οικονομικές και κοινωνικές μεταβολές που ξεκινούν με τη σύσταση του νεοελληνικού κράτους. Όμως δεν θα πρέπει να υποβαθμίσουμε και το ρόλο της μετανάστευσης στην αλλαγή των ενδυματολογικών συνηθειών. Οι μετανάστες στέλνουν από το Νέο Κόσμο στους συγγενείς τους παλαιά ρούχα, τα αποφόρια τους, και καινούργια ή επιστρέφοντας πίσω στην πατρίδα τους φορούν δυτικά ρούχα. Μερικά χρόνια μετά το τέλος των Βαλκανικών Πολέμων μια άλλη ενδυματολογική εικόνα εμφανίζεται με τα στρατιωτικά ενδύματα, τις χλαίνες, τα σακάκια και τα παντελόνια που φορούν μέχρι να λιώσουν οι απόστρατοι.

Οι ραφτάδες της ανδρικής παραδοσιακής φορεσιάς ανήκαν στα οικογενειακά επαγγέλματα των ανδρικών μελών της οικογένειας. Η πελατεία τους κατά γεωγραφική περιφέρεια ήταν κληρονομική. Από την τάξη των ραφτάδων προήλθαν οι «φραγκοράφτες». Επειδή στις ορεινές περιοχές η πελατεία των ραφτάδων ήταν συγκεκριμένη και δεν σημειωνόταν αύξηση της ζήτησης ώστε να χρειάζονται περισσότερα χέρια, η κατασκευή της ανδρικής ενδυμασίας παρέμεινε ανδρικό επάγγελμα.

Όσον αφορά την κατασκευή της γυναικείας παραδοσιακής φορεσιάς, δεν ακολουθείται ένας ενιαίος κανόνας. Πρώτον, γιατί οι φορεσιές διαφέρουν από περιοχή σε περιοχή. Δεύτερον, γιατί η κάθε φορεσιά, όπως ήδη αναφέραμε, αποτελείται από πολλά κομμάτια, το καθένα από τα οποία απαιτεί ιδιαίτερες γνώσεις κοπτικής, ραπτικής, κεντητικής και διαφορετικών ειδών υφάσματα (βαμβακερό, λινό, μάλλινο). Στις περισσότερες περιοχές το πουκάμισο, που αποτελεί τη βάση της γυναικείας φορεσιάς και εφάπτεται στο σώμα, το ράβουν στα χωριά οι ίδιες οι γυναίκες που το φορούν, ενώ στα αστικά κέντρα και αργότερα στα μεγάλα χωριά οι γυναίκες το αγοράζουν από τους πλανόδιους πραματευτάδες. Επειδή το πουκάμισο δεν εφαρμόζει στο σώμα, μπορεί εύκολα η κατασκευή του να εμπορευματοποιηθεί. Συνήθως το πουκάμισο είναι από βαμβακερό ύφασμα. Οι «επενδύτες» που φοριούνται πάνω από το πουκάμισο συνήθως έχουν ραφτεί και κεντηθεί από άνδρες, ειδικούς τεχνίτες. Η κατασκευή του «φορέματος» γίνεται άλλοτε από άνδρες ράπτες και άλλοτε από γυναίκες ράπτριες, ανάλογα με τη γεωγραφική περιοχή.12

Οι περιοχές της Ελλάδας που έχουν πρόσβαση στη θάλασσα και παρουσιάζουν το μεγαλύτερο ποσοστό γυναικείας συμμετοχής στα επαγγέλματα της ραπτικής είναι: οι Κυκλάδες (Επαρχίες Θήρας 73,63%, Μήλου 72,22%, Νάξου 68%, Σύρου 54,60%), τα Ιόνια Νησιά (Επαρχίες Κραναίας 91,25%, Ζακύνθου 90,41% και Πάλης 89,04%) και η Πελοπόννησος (Επαρχίες Επιδαύρου Λιμηράς 83,33 %, Αιγιαλείας 73,66 %, Οιτύλου 70,09 %, Πατρών 68,35 %).

12. Για την περιγραφή και τον τρόπο κατασκευής του κάθε τμήματος της ελληνικής φορεσιάς βλ. Ιωάννα Παπαντωνίου, ό.π., σ. 5-84.

Σελ. 27
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/28.gif&w=600&h=915

Πραγματικά, η εικόνα που διαμορφώνουμε από την απογραφή του 1907 για τα επαγγέλματα της ραπτικής μας αποκαλύπτει τη διαίρεση του ελληνικού χώρου: σε παράλιες πόλεις και στην ηπειρωτική ενδοχώρα. Βρισκόμαστε σ' ένα μεταβατικό στάδιο κατά το οποίο η παραδοσιακή ελληνική φορεσιά αντικαθίσταται σιγά-σιγά από την ευρωπαϊκή. Η ευρεία είσοδος των γυναικών στα επαγγέλματα της ραπτικής και της μοδιστρικής είναι άμεσα συνδεδεμένη με την ταχύτητα με την οποία ενσωματώνεται στην ελληνική κοινωνία η δυτικήευρωπαϊκή ενδυμασία.

Ας περάσουμε στη δεύτερη κατά σειρά υποκατηγορία επαγγελμάτων που εμφανίζουν τα μεγαλύτερα ποσοστά γυναικείας απασχόλησης. Στην υποκατηγορία «υφανταί, εριουργοί, φλα»ποιοί, ταπητουργοί, μεταξουργοί, νηματουργοί, ξάνται» καταγράφονται 2.050 άνδρες και 3.939 γυναίκες, ποσοστά 34,23 % και 65,77% αντιστοίχως (βλ. Παράρτημα, Πίνακας 4).

Διαπιστώνουμε μελετώντας την υποκατηγορία αυτών των επαγγελμάτων ότι είναι συγκεχυμένη η εικόνα της γυναικείας απασχόλησης. Αυτό οφείλεται στο ότι δεν καθορίζεται αριθμητικά η γυναικεία συμμετοχή σε κάθε κλάδο της υποκατηγορίας ξεχωριστά και στο ότι δεν μπορούμε να υπολογίσουμε με σαφήνεια ποιες από τις γυναίκες δουλεύουν ως εργάτριες στα εργοστάσια υφαντουργίας και ποιες στις μικρές βιοτεχνίες και οικοτεχνίες που είναι διάσπαρτες στην ελληνική ύπαιθρο.

Τα μεγαλύτερα ποσοστά επί του συνόλου της γυναικείας απασχόλησης στην υποκατηγορία των επαγγελμάτων της υφαντικής παρουσιάζονται στην επαρχία Αττικής (69,20%), στην επαρχία Ζακύνθου (11,22%) και στην επαρχία Σύρου (6,98%).

Ας σημειωθεί ότι υπάρχουν πόλεις στην ελληνική ύπαιθρο που φημίζονται για τα προϊόντα υφαντικής τους. Αναφέρω μερικά ενδεικτικά παραδείγματα: το Αγρίνιο, το Μεσολόγγι, τα Φάρσαλα, τα Τρίκαλα, τα χωριά του Πηλίου παράγουν τέτοια προϊόντα. Στην Πελοπόννησο η Τρίπολη έχει εργαστήρια φανελοποιίας και η Καλαμάτα εργαστήρια μεταξοϋφαντικής. Το επάγγελμα της υφαντικής στη Θεσσαλία, κυρίως στη Λάρισα, στον Τύρναβο, στα Τρίκαλα, καθώς και στα χωριά του Πηλίου, ασκείται από άνδρες.

Στους βιομηχανικούς κλάδους της μηχανουργίας, της χημικής βιομηχανίας και της βιομηχανίας παραγωγής ενέργειας τα ποσοστά γυναικείας απασχόλησης είναι μηδαμινά.

Στο τοπίο των γυναικείων επαγγελμάτων που ιχνογραφεί η απογραφή του 1907 αποκαλύπτεται η συνύπαρξη της παραδοσιακής βιοτεχνίας-οικοτεχνίας, η οποία κυριαρχεί στον κόσμο της υπαίθρου, με τις μεταποιητικές επιχειρήσεις των αστικών κέντρων.

Σελ. 28
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/29.gif&w=600&h=915

6. Η ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΑΠΟΓΡΑΦΗ ΤΟΥ 1920

Στη βιομηχανική απογραφή που πραγματοποιήθηκε στις 18 Δεκεμβρίου 1920 τα επαγγέλματα χωρίζονται σε κατηγορίες σύμφωνα με τους κλάδους παραγωγής. Η απογραφή αυτή μας παρέχει μια καλύτερη προσέγγιση των ποσοτικών στοιχείων που αφορούν τους εργαζόμενους σε σχέση με το μέγεθος των επιχειρήσεων, την ηλικία και την ιδιότητά τους στην επιχείρηση.

Το 1920 οι απασχολούμενοι στη βιομηχανία-βιοτεχνία σύμφωνα με την απογραφή είναι 146.806 άτομα, δηλαδή 122.340 άνδρες και 24.466 γυναίκες (βλ. Παράρτημα, Πίνακας 5). Ως προς τον αριθμό των γυναικών, θα πρέπει να έχουμε υπόψη μας ότι στην απογραφή δεν καταγράφονται οι γυναίκες που ασχολούνται με την κατ' οίκον εργασία. Για να εξετάσω αναλυτικότερα τη γυναικεία απασχόληση κατά κλάδους παραγωγής και κατά μέγεθος επιχειρήσεων συνέταξα τον Πίνακα 4.

ΠΙΝΑΚΑΣ 4

Συμμετοχή των γυναικών στη βιομηχανία κατά το έτος 1920

Συμμετοχή των γυναικών στη βιομηχανία κατά το έτος 1920

Κλάδοι

Αριθμ. γυναικών

%

Κατεργασία ορυκτών

246

1,01

Βιομηχανία καπνού

3.417

13,97

Βιομηχανία τροφίμων

3.229

13,20

Βιομηχανία δέρματος

964

3,94

Χημική βιομηχανία

490

2,00

Υφαντουργία

7.119

29,10

Βιομηχανία ενδυμάτων

6.000

24,54

Βιομηχανία χάρτου

1.548

6,33

Βιομηχανία ξύλου

951

3,89

Παραγωγή ενέργειας

39

0,16

Μεταλλουργία/Μηχανουργία

462

1,89

Σύνολο

24.466

100,00

Πηγή: ΓΣΥΕ, Απογραφή βιοτεχνικών και βιομηχανικών καταστημάτων της 18-2-1920, Αθήνα 1926.

Πηγή: ΓΣΥΕ, Απογραφή βιοτεχνικών και βιομηχανικών καταστημάτων της 18-2-1920, Αθήνα 1926.

Παρατηρούμε ότι τα μεγαλύτερα ποσοστά γυναικών συγκεντρώνονται στον κλάδο της υφαντουργίας (29,10%). Ακολουθούν η βιομηχανία ενδυμάτων (24,52)%,η βιομηχανία καπνού (13,97%) και η βιομηχανία τροφίμων (13,20%). Τα χαμηλότερα ποσοστά συμμετοχής των γυναικών παρατηρούνται στον κλάδο παραγωγής ενέργειας (0,16%). Τα στοιχεία αυτά μας επιτρέπουν να συμπεράνουμε ότι οι γυναίκες συγκεντρώνονται στους παραδοσιακούς κλάδους: στην υφαντουργία, τη βιομηχανία ενδυμάτων και στην κατεργασία αγροτικών προϊόντων (τρόφιμα, καπνός). Σ' αυτό το σημείο είναι, νομίζω, σκόπιμο να υπεν

Σελ. 29
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/30.gif&w=600&h=915

υπενθυμίσω ότι οι Βαλκανικοί Πόλεμοι προκάλεσαν την αύξηση των υφαντουργικών επιχειρήσεων και των μονάδων επεξεργασίας αγροτικοί προϊόντων. Το γράφημα που ακολουθεί μας βοηθά να δούμε με παραστατικό τρόπο τη συμμετοχή των γυναικών κατά κλάδους παραγωγής.

ΓΡΑΦΗΜΑ 1 Συμμετοχή των γυναικών στη βιομηχανία, 1920

Πηγή: ΓΣΥΕ, Απογραφή βιοτεχνικών και βιομηχανικών καταστημάτων, 1926.

Πριν περάσουμε στον καταμερισμό της γυναικείας απασχόλησης σε σχέση με το μέγεθος της επιχείρησης, ας δούμε στο παρακάτω γράφημα πώς κατανέμονται οι επιχειρήσεις ανάλογα με το μέγεθος τους στο χάρτη της ελληνικής βιομηχανίας.

Η μικρή βιοτεχνική επιχείρηση που απασχολεί 1-5 άτομα καταλαμβάνει το 91,79% του συνόλου των βιομηχανικών - βιοτεχνικών μονάδων, ακολουθούν οι μεσαίες επιχειρήσεις 6-25 ατόμων με ποσοστό 6,9% επί του συνόλου και τέλος, οι μεγάλες που απασχολούν πάνω από 25 άτομα με ποσοστό 1,31%. Πραγματικά, είναι εμφανής η κυριαρχία της μικρής βιοτεχνίας. Πρόκειται για

Σελ. 30
Φόρμα αναζήτησης
Αναζήτηση λέξεων και φράσεων εντός του βιβλίου: Γυναίκες εργάτριες στην ελληνική βιομηχανία και στη βιοτεχνία (1870-1922)
Αποτελέσματα αναζήτησης
    Ψηφιοποιημένα βιβλία
    Σελίδα: 11
    

    περί της γυναικείας εργασίας. Έτσι, από τη μια πλευρά έχουμε τις απογραφές, τις στατιστικές, τους νόμους και τα βασιλικά διατάγματα, ενώ από την άλλη έχουμε τα καταστατικά και τις λογοδοσίες των φιλανθρωπικών συλλόγων που ασχολούνται με την εργάτρια, τις εκθέσεις του προσωπικού Επιθεωρήσεως Εργασίας «επί της εφαρμογής των εργατικών νόμων», τα άρθρα στον τύπο και τα περιοδικά που σχολιάζουν τη γυναικεία εργασία, αλλά και τα αστυνομικά δελτία των εφημερίδων που αναφέρονται στην ίδια την εργάτρια μέσα από γεγονότα που ξεπερνούν τα όρια της καθημερινότητας.

    Τα γραπτά ίχνη τα οποία αφήνουν οι εργάτριες στα αρχεία, συνιστούν την πολυτιμότερη και βασικότερη πηγή προκειμένου να μελετηθεί και να αναδειχθεί η φυσιογνωμία τους. Τα αρχεία αυτά, όμως, έχουν τη δική τους λογική και οι πληροφορίες που δίνουν δύσκολα μπορούν να καταχωρηθούν στη μία ή την άλλη κατηγορία. Σε αυτό το σημείο πρέπει να επισημάνω ότι κατά την περίοδο της έρευνας το αρχείο της κλωστοϋφαντουργίας των Αφών Ρετσίνα, το οποίο σώζεται στο Κέντρο Νεοελληνικών Ερευνών του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών, ήταν αταξινόμητο και μη προσβάσιμο, γι' αυτό και δεν μελετήθηκε.

    Το διαρκές πέρασμα από την αντικειμενικότητα των αριθμών στην υποκειμενικότητα που παράγουν τα πρόσωπα-διαχειριστές του λόγου περί της εργάτριας και αντίστροφα, με οδήγησε στην περιγραφή των οικονομικών μηχανισμών στους οποίους εντάσσεται η γυναικεία εργασία και στην ερμηνεία νοοτροπιών και συμπεριφορών.

    Το εγχείρημά μου στηρίζεται στην παρακάτω υπόθεση: Η εργάτρια, μια νέα συλλογική φυσιογνωμία, συγκροτείται μέσα από τις διαδικασίες μετάβασης από τον αγροτικό κόσμο, τον αγροτικό χρόνο, το αγροτικό σύστημα παραγωγής στον κόσμο της μισθωτής εργασίας. Η φυσιογνωμία της εργάτριας εντάσσεται μέσα σ' ένα σύστημα αξιών, δημιούργημα των κυρίαρχων κοινωνικών ομάδων. Υπακούει σε ρόλους και υποτάσσεται στα στερεότυπα μιας κοινωνίας με ηθικολογικά πρότυπα. Οι συλλογικές αναπαραστάσεις δημιουργούν τη συνθετότητα του ειδώλου της εργάτριας από διαφορετικές οπτικές γωνίες: επαγγελματική ιδιότητα, οικογενειακή κατάσταση, εξωτερική εμφάνιση, βαθμός εκπολιτισμού.

    Στο πρώτο κεφάλαιο θα περιγραφούν οι διαδικασίες σχηματισμού του γυναικείου εργατικού δυναμικού στη νεοελληνική πόλη. Με τη βοήθεια ποσοτικών στοιχείων θα δείξω την έκταση που είχε λάβει το φαινόμενο της γυναικείας εργασίας κατά την περίοδο στην οποία αναφέρεται η μελέτη μου.

    Στο δεύτερο κεφάλαιο της μελέτης η προσοχή θα εστιασθεί στους χώρους εργασίας και στο εργασιακό καθεστώς της εργάτριας για τον κάθε βιομηχανικό-βιοτεχνικό κλάδο ξεχωριστά.

    Το τρίτο κεφάλαιο αφορά στο «(βλέμμα των άλλων» για την εργάτρια. Μέσα από τα άρθρα των εφημερίδων και των περιοδικών, μέσα από το φιλαν