Συγγραφέας:Σαλίμπα, Ζιζή
 
Τίτλος:Γυναίκες εργάτριες στην ελληνική βιομηχανία και στη βιοτεχνία (1870-1922)
 
Τίτλος σειράς:Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας
 
Αριθμός σειράς:37
 
Τόπος έκδοσης:Αθήνα
 
Εκδότης:Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς
 
Έτος έκδοσης:2002, 2004
 
Σελίδες:366
 
Αριθμός τόμων:1 τόμος
 
Γλώσσα:Ελληνικά
 
Θέμα:Μαθητεία και εργασία
 
Τοπική κάλυψη:Ελλάδα
 
Χρονική κάλυψη:1870-1922
 
Περίληψη:Η εργασία αυτή έχει ως αντικείμενο την ιχνογράφηση της φυσιογνωμίας της ελληνίδας εργάτριας από την εμφάνισή της στον κόσμο της μισθωτής εργασίας ως τη Μικρασιατική Καταστροφή και την άφιξη των προσφύγων στην Ελλάδα το 1922, χρονολογία κατά την οποία αλλάζει το κοινωνικό σκηνικό στις ελληνικές πόλεις. Όταν το 1870 αρχίζουν τα πρώτα φουγάρα των εργοστασίων να ξεφυτρώνουν ένα-ένα σαν τα μανιτάρια στον Πειραιά, και η Αθήνα να αποκτά σιγά-σιγά τα χαρακτηριστικά ευρωπαϊκής μεγαλούπολης, τότε εμφανίζονται επί της οθόνης του ιστορικού γίγνεσθαι οι πρώτες εργάτριες. Ποιες ήταν αυτές οι νεοφερμένες γυναίκες; Από πού προέρχονταν; Πώς εντάσσονταν στον κόσμο του καθημερινού μόχθου; Πώς αξιοποιούσαν τον καθημερινό χρόνο τους; Ποιες ήταν οι συλλογικές αναπαραστάσεις των άλλων γι’ αυτές;
 
Άδεια χρήσης:Αυτό το ψηφιοποιημένο βιβλίο του ΙΑΕΝ σε όλες του τις μορφές (PDF, GIF, HTML) χορηγείται με άδεια Creative Commons Attribution - NonCommercial (Αναφορά προέλευσης - Μη εμπορική χρήση) Greece 3.0
 
Το Βιβλίο σε PDF:Κατέβασμα αρχείου 12.88 Mb
 
Εμφανείς σελίδες: 124-143 από: 370
-20
Τρέχουσα Σελίδα:
+20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/124.gif&w=600&h=915

μεταβάλλεται σε ανώνυμη εταιρεία με την ονομασία «Αδελφοί Γ. Ασπιώτη Α.Ε.». Δύο χρόνια αργότερα η εταιρεία μεταφέρεται σε νέο κτίριο στην Κέρκυρα. Ταυτόχρονα επεκτείνει την επιχειρηματική της δραστηριότητα και στο εξωτερικό, κατασκευάζοντας παιγνιόχαρτα για την Αίγυπτο και κουτιά τσιγάρων για την Αλβανία. Τον Σεπτέμβριο του 1927 συγχωνεύεται με την εδρεύουσα στην Αθήνα επιχείρηση γραφικών τεχνών ΕΛΚΑ Α.Ε. Η εταιρεία αυτή ξεκίνησε τις δραστηριότητές της με την επωνυμία Κ. Πανάς & Σία, ως μικρό λιθογραφείο και κυτιοποιείο τσιγάρων στη Θεσσαλονίκη. Αργότερα, το 1917-1918, διατηρώντας πάντα το εργοστάσιο της Θεσσαλονίκης, μετέφερε ένα μεγάλο μέρος των εργασιών της στην οδό Μιχαήλ Βόδα, και αργότερα στο Σταθμό Πελοποννήσου, κοντά στις αποθήκες της Καπνοβιομηχανίας, στην Αθήνα.

Έχω την πεποίθηση ότι ο λόγος της συγχώνευσης ήταν η αλληλοκάλυψη των δραστηριοτήτων των δύο επιχειρήσεων. Η νέα εταιρεία που προέκυψε μετά τη συγχώνευση, ονομάστηκε Ανώνυμος Εταιρεία Γραφικών Τεχνών ΑΣΠΙΩΤΗΕΛΚΑ και είχε έδρα την Αθήνα. Η εταιρεία διέθετε τρία εργοστάσια —ένα στην Αθήνα, ένα στην Κέρκυρα και ένα στη Θεσσαλονίκη— και συνέχισε τις εργασίες της και τη συνεργασία της με το ελληνικό κράτος. Το 1938 οι δραστηριότητες της εταιρείας ΑΣΠΙΩΤΗ-ΕΛΚΑ Α.Ε. μεταφέρθηκαν σε νέο εργοστάσιο στην οδό Βουλιαγμένης στην Αθήνα. Κατά τον ελληνοϊταλικό πόλεμο του 1940 το παλαιό εργοστάσιο της εταιρείας στην Κέρκυρα υπέστη ανεπανόρθωτες καταστροφές από τον βομβαρδισμό των ιταλικών αεροπλάνων και έκλεισε αναγκαστικά και οριστικά. Τα ελάχιστα μηχανήματα και προσωπικά αντικείμενα των πρωτοπόρων ιδρυτών της επιχείρησης μεταφέρθηκαν στην Αθήνα.

Μια και δεν έχω πρόθεση να παρουσιάσω αναλυτικά το ιστορικό της επιχείρησης, περιορίζομαι να κάνω μερικές διαπιστώσεις. Η επιχείρηση αυτή μας προσφέρει ένα μοναδικό ίσως παράδειγμα για τα ελληνικά δεδομένα: πρόκειται για την πρώτη ελληνική επιχείρηση με μαζική παραγωγή προϊόντων διαφορετικών μεταξύ τους, τα οποία στηρίζονται στην τυπογραφική ή λιθογραφική επεξεργασία. Έχω την εντύπωση ότι η ιστορία της επιχείρησης εκτυλίσσεται παράλληλα με την ιστορία της λιθογραφίας. Ουσιαστικά, όμως, πρόκειται για ταύτιση της ιστορίας του εργοστασίου, το οποίο λειτουργεί έως το 1973, με την ιστορία των γραφικών τεχνών στην Ελλάδα.

8. ΟΙ ΕΡΓΑΤΡΙΕΣ ΤΗΣ ΒΕΛΟΝΑΣ: ΜΟΔΙΣΤΡΕΣ, ΑΣΠΡΟΡΟΥΧΟΥΔΕΣ

Η πολυμορφία και οι διαφοροποιήσεις

Τα επαγγέλματα της μοδίστρας και της ασπρορουχούς προσελκύουν τις νεαρές κοπέλες που ενδιαφέρονται να επενδύσουν χρόνο για να μάθουν μια τέχνη και

Σελ. 124
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/125.gif&w=600&h=915

να εξασφαλισθούν για όλη τους τη ζωή. Μιλώντας για εξασφάλιση δεν εννοώ μόνο τον οικονομικό βιοπορισμό, αλλά και την οικονομία του «οίκου», καθώς η γυναίκα ως αδερφή, σύζυγος και μητέρα αναλαμβάνει τις ραπτικές εργασίες ολόκληρης της οικογένειας. Το ζήτημα της εκπαίδευσης των γυναικών στα επαγγέλματα της βελόνας θα το εξετάσουμε διεξοδικότερα στο σχετικό κεφάλαιο.

Το επάγγελμα της μοδίστρας διαφοροποιείται ανάλογα με το είδος των εκτελούμενων εργασιών και το εργασιακό καθεστώς. Στις μικρές αγγελίες και στις διαφημίσεις των εφημερίδων και των περιοδικών παρουσιάζεται όλο το φάσμα των εργατριών της βελόνας.

Υπάρχουν μοδίστρες που πηγαίνουν στα σπίτια. Κοπέλες που γνωρίζουν καλά ραπτική ζητούν θέση σε οικογένεια «επί μετρία αμοιβή» για να αναλάβουν τις ραπτικές εργασίες της. Πρόκειται για νεαρές κοπέλες-μοδίστρες χωρίς οικογενειακές υποχρεώσεις, που μένουν σε οικογένειες για να ράψουν τα φορέματα ή τα προικιά της κόρης με αντίτιμο, εκτός από μια μικρή χρηματική αμοιβή, την παροχή στέγης και τροφής. Δεν αποκλείεται, βέβαια, η κυρία της οικογένειας να της αναθέτει ραπτικές εργασίες των συγγενών της και των φιλενάδων της ή ακόμη, φανερά ή κρυφά, η ίδια η εργαζόμενη να εξυπηρετεί και δικούς της πελάτες.151

Πολλές μοδίστρες δουλεύουν σε σπίτια με μεροκάματο. Μια αστή-νοικοκυρά καλεί δύο ή τρεις φορές το χρόνο μοδίστρα στο σπίτι της. Οι μοδίστρες εκτελούν ραπτικές εργασίες για τις γυναίκες και τα παιδιά της οικογένειας. Συνήθως οι πελάτισσες τους παραχωρούν τη ραπτομηχανή και το χαρακτηριστικό κουτί με τα υλικά ραπτικής. Αλλες φορές η μοδίστρα αγοράζει η ίδια τα υλικά (φόδρες, κλωστές, καρφίτσες, βελόνες, μεζούρα κ.ά.) αντί για την πελάτισσα. Η μοδίστρα βγάζει και κάποια μικρή προμήθεια από τον έμπορο που της πουλάει σε τακτική βάση υλικά. Τις μέρες που το σπίτι έχει μοδίστρα επικρατεί μεγάλη αναστάτωση. Οι γυναίκες της οικογένειας, μικρές και μεγάλες, την βοηθούν να ράψει όσο το δυνατόν περισσότερα κομμάτια, για να τους έρθει η εργασία της οικονομικότερη. Οι μοδίστρες που εργάζονται στα σπίτια αντιμετωπίζουν το πρόβλημα της εποχικής ανεργίας, κυρίως το καλοκαίρι που θεωρείται νεκρή εποχή. Όσον αφορά την αμοιβή, εκτός από το μεροκάματο που βγάζει, η μοδίστρα εξασφαλίζει και το φαγητό της. Όμως, δεν είναι καθόλου σίγουρο ότι θα πάρουν στο τέλος της εργασίας τους τη συμφωνημένη αμοιβή, μια και έχουν συμφωνήσει μόνο στα λόγια και όχι στα χαρτιά. Έτσι το παραμικρό παράπονο της κυρίας για τη δουλειά της μοδίστρας —ένα στραβό

151. Παραθέτω ένα κείμενο αγγελίας ως υπόδειγμα: «Ράπτρια καλώς ησκημένη εν τοις εν Αθήναις ραπτικοίς καταστήμασι ζητεί θέσιν παρά τινι οικογενεία επί μετρία αμοιβή, ίνα παραμένει εν αυτή και ράπτη», Σφαίρα, αρ. 5711, 24-2-1901.

Σελ. 125
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/126.gif&w=600&h=915

γαζί, μια κακοραμμένη κουμπότρυπα— μπορούσε να γίνει αφορμή για να μειωθεί το μεροκάματο.

Εκτός από τις παραπάνω υπάρχουν κοπέλες που δουλεύουν και στα εργαστήρια. Εντόπισα εργαστήρια ραφής γυναικείων φορεμάτων, ανδρικών ενδυμάτων, ασπρορούχων και παιδικών ενδυμάτων. Ανάλογα με την ποιότητα των προσφερομένων υπηρεσιών τα εργαστήρια υπόκεινται σε διαβαθμίσεις. Από τον Οδηγό της Ελλάδος του Νικολάου Γ. Ιγγλέση του 1905-1906 εντόπισα 100 εργαστήρια μοδιστρικής γυναικείων φορεμάτων στην Αθήνα και 13 στον Πειραιά. Τα εργαστήρια αυτά διευθύνονται από γυναίκες μοδίστρες και προσφέρουν υπηρεσίες πολυτελείας. Τα περισσότερα βρίσκονται στην οδό Ερμού και στις παρόδους της, όπου κατεβαίνουν οι κυρίες της Αθήνας για να κάνουν τα ψώνια τους. Τα υπόλοιπα βρίσκονται στις κεντρικές οδούς των «αστικών» συνοικιών της Αθήνας, όπως είναι οι οδοί Στουρνάρα στα Εξάρχεια, Σίνα στις παρυφές του Κολωνακίου και Φωκίωνος Νέγρη στην Κυψέλη. Δεν μου προκαλεί έκπληξη ότι ο αριθμός των εργαστηρίων μοδιστρικής στον Πειραιά είναι τόσο μικρός, γιατί οι γυναίκες της αστικής τάξης του Πειραιά συνήθιζαν να πηγαίνουν στο κέντρο της πρωτεύουσας για να ικανοποιήσουν τα ενδυματολογικά τους γούστα. Όμως, και στις υπόλοιπες γειτονιές, ακόμη και στις πιο απόμακρες, η ματιά του διαβάτη στεκόταν στη μικρή κατοικία με τις κολλημένες εικόνες από κάποιο φιγουρίνι στα τζάμια.152 Επρόκειτο για το μοδιστράδικο της γειτονιάς, που χρησίμευε και ως κατοικία της μοδίστρας.

Γυναίκες-ράπτριες απασχολούσαν και τα εργαστήρια ραπτικής ανδρικών ενδυμάτων, τα εμποροραφεία. Οι ράπτριες χρησίμευαν αποκλειστικά και μόνο για το ράψιμο των ανδρικών παντελονιών. Τα εμποροραφεία βρίσκονταν και αυτά στους εμπορικούς δρόμους στο κέντρο της Αθήνας.

Ολοκληρώνοντας την περιδιάβαση μας στα εργαστήρια ραπτικής, θα ήταν παράλειψη νομίζω να μη σταθούμε για λίγο στα μαγαζιά ετοίμων ενδυμάτων. Διασχίζοντας τους δρόμους της Αθήνας, τα εντοπίζουμε κυρίως στο τμήμα της οδού Ερμού που εκτείνεται κάτω από την Καπνικαρέα, στην οδό Αιόλου, και στο Μοναστηράκι στην Πλατεία Δημοπρατηρίου. Στα μαγαζιά αυτά βρίσκει κανείς ρούχα της δουλειάς —εργατικές φόρμες για τους άνδρες, ποδιές για τις γυναίκες— ανδρικά σακάκια, παντελόνια και παλτά. Εργάτες, χειρώνακτες, ένας ολόκληρος κόσμος, αυτός του μεροκάματου, επαρχιώτες, αλλά και κάτοικοι της Αθήνας με μικρό βαλάντιο, που δεν διαθέτουν χρήματα για την εμφάνιση τους, ψωνίζουν έτοιμα ενδύματα. Τα μαγαζιά αυτά χρησιμοποιούν το σύστημα φασόν για τη ραπτική των ειδών τους. Όπως θα έχουμε την ευκαιρία να παρατηρήσουμε εκτενώς σε επόμενο κεφάλαιο, πολλές γυναίκες, που οι υποχρεώσεις

152. Αριστοτέλης Κουρτίδης, «Αι εργάτιδες των Αθηνών», Εστία, αρ. 405, 2-10-1883 και Panayota Tsopela-Saliba, Le profil..., ό.π., σ. 62.

Σελ. 126
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/127.gif&w=600&h=915

τους δεν τους επιτρέπουν να εργασθούν εκτός σπιτιού, αναλαμβάνουν την εκτέλεση των ραπτικών εργασιών.

Στην πλατεία της Καπνικαρέας, στο διαχωριστικό όριο μεταξύ των μαγαζιών που εξυπηρετούν τους πλούσιους αστούς και εκείνων για τον κόσμο των λαϊκών στρωμάτων βρίσκεται το κατάστημα νεωτερισμών «Ερμείον», το οποίο λειτουργεί από το 1856. Είναι μια απομίμηση, σε μικρογραφία, του Bon Marchais στο Παρίσι.153 Στα μάτια των Αθηναίων φαντάζει πολυτελές και απέραντο, αφού σε αυτό μπορεί να βρει ο καθένας ό,τι επιθυμεί, από έπιπλα, μέχρι παιδικά ενδύματα. Το κατάστημα διαθέτει τμήμα γυναικείων και ανδρικών ενδυμάτων, «πανικών», καπέλων και επιπλώσεων για κατοικίες, γραφεία και ξενοδοχεία.154 Το τμήμα γυναικείων ενδυμάτων διαθέτει επανωφόρια, ζακέτες, πελερίνες. Παρισινή ράπτρια, φημισμένη στην Αθήνα για το γούστο της, συμβουλεύει τις πελάτισσες για την επιλογή του υφάσματος και στη συνέχεια τους παίρνει η ίδια τα μέτρα για να τα ετοιμάσει. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να διευκρινίσουμε ότι τα φορέματα που σύμφωνα με το συρμό της εποχής εφαρμόζουν στο σώμα, είναι δύσκολο να ενταχθούν στις διαδικασίες του «έτοιμου ενδύματος», σε αντίθεση με τις ζακέτες, τις πελερίνες και τα επανωφόρια που είναι πιο εύκολο να κατασκευασθούν σε διάφορα μεγέθη. Επιπλέον, αν λάβουμε υπόψη ότι η ελληνική αγορά έτοιμου ενδύματος είναι πολύ περιορισμένη —οι Ελληνίδες έχουν ενσωματώσει στις συνήθειές τους τη μοδίστρα— είναι οικονομικά ασύμφορη η κατασκευή του έτοιμου φορέματος σε πολλά μεγέθη.

Ας εξετάσουμε, με τη βοήθεια του ακόλουθου πίνακα, την εικόνα που μας δίνει η βιομηχανική απογραφή του 1920 για τις εργάτριες στα ασπρόρουχα και στα εργαστήρια ενδυμάτων.

ΠΙΝΑΚΑΣ 18

Κατανομή του εργατικού δυναμικού στις επιχειρήσεις κοπής και ραφής ενδυμάτων, 1920

Είδος επιχείρησης

Γυναίκες μέχρι 18

Γυναίκες άνω των 18

Σύνολο γυναικών

Άνδρες μέχρι 18

Άνδρες άνω των 18

Σύνολο ανδρών

Ασπρόρουχα Ραφεία

273 1.983

135 889

408 2.872

4

971

7

1.557

11

2.528

Σύνολο

2.256

1.024

3.280

975

1.564

2.539

Πηγή: ΥΕΟ, ΓΣΥΕ, Απογραφή βιοτεχνικών και βιομηχανικών καταστημάτων της 1812-1920, Αθήνα 1926.

Πηγή: ΥΕΟ, ΓΣΥΕ, Απογραφή βιοτεχνικών και βιομηχανικών καταστημάτων της 1812-1920, Αθήνα 1926.

153. Για τα μεγάλα καταστήματα νεωτερισμών στο Παρίσι βλ. Philippe Perrot, Les dessus et les dessous de la bourgeoisie, Παρίσι 1981, σ. 93-99.

154. Ανώνυμος, «Μία επισκόπησις της οδού Ερμού», Εφημερίς των Κυριών, αρ. 677, 30-9-1901 και Νικόλαος Ιγγλέσης, Οδηγός της Ελλάδος..., ό.π., σ. 638.

Σελ. 127
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/128.gif&w=600&h=915

Οι επιχειρήσεις, ανάλογα με το είδος των εκτελουμένων εργασιών, χωρίζονται σε δύο κατηγορίες: στα εργαστήρια ασπρορούχων και στα ραφεία. Τα εργαστήρια ασπρορούχων ασχολούνται με την κοπή και τη ραφή των πουκαμίσων, των περιλαιμίων, των περιχειρίδων, των εσωρούχων ανδρών, γυναικών και παιδιών, καθώς επίσης και με την κατασκευή ειδών προίκας (τραπεζομάντηλα, σεντόνια, μαξιλαροθήκες κ.ά.). Τα ραφεία ασχολούνται με την κοπή και τη ραφή ενδυμάτων ανδρών, γυναικών, παιδιών, στρατιωτικών και ιερωμένων. Ο διαχωρισμός των επιχειρήσεων σε εργαστήρια και ραφεία είναι αυτός που ακολουθεί και η Στατιστική Υπηρεσία.

Η κατάταξη του εργατικού δυναμικού με βάση την ηλικία των 18 ετών έγινε σύμφωνα με την απογραφή. Για να δώσω την αριθμητική αποτίμηση του εργατικού δυναμικού στις επιχειρήσεις του ενδύματος σε ολόκληρη την ελληνική επικράτεια δεν είχα άλλη επιλογή από το να ακολουθήσω την ίδια κατάταξη με την απογραφή. Από τον Πίνακα 18 παρατηρούμε ότι έχουμε 5.819 πρόσωπα που απασχολούνται στις επιχειρήσεις του ενδύματος, από τα οποία 3.280 (56,40 %) είναι γυναίκες και 2.539 (43,60 %) άνδρες. Από τις γυναίκες, οι 408 (12,40%) εργάζονται στα εργαστήρια ασπρορούχων, ενώ οι υπόλοιπες 2.872 (87,60%) στα εργαστήρια ενδυμάτων. Από τους άνδρες, οι 2.528 απασχολούνται στα εργαστήρια ενδυμάτων και οι 11 στα ασπρόρουχα. Οι γυναίκες αποτελούν, με ποσοστό (97,40%), τη συντριπτική πλειοψηφία των εργαζομένων στα εργαστήρια ασπρορούχων. Οι λιγοστοί άνδρες που εργάζονται εκεί έχουν την ιδιότητα του κόπτη. Στον κλάδο των επιχειρήσεων του ενδύματος τα ποσοστά περίπου μοιράζονται, οι γυναίκες αντιπροσωπεύουν το 53,20% και οι άνδρες το 46,80%. Οι άνδρες δεν εργάζονται μόνο στα εργαστήρια ανδρικών ενδυμάτων, αλλά και ως κόπτες γυναικείων σακακιών και παλτών.

Όπως και η πιλοποιία, έτσι και η μοδιστρική αποτελεί μια ένδειξη για την ανάπτυξη των αστικών στρωμάτων στην Ελλάδα. Είναι πολύ χαρακτηριστικό το γεγονός ότι στο συγκρότημα Αθηνών-Πειραιώς σημειώνεται η μεγαλύτερη συγκέντρωση εργαζομένων γυναικών. Συγκεκριμένα, οι εργάτριες που απασχολούνται στα ασπρόρουχα είναι 340 και στα ραφεία 1.537, ποσοστά 83,40% και 53,60% αντίστοιχα επί του συνόλου των εργαζομένων γυναικών.

Όσον αφορά τον κατά φύλο και κατά ηλικία διαχωρισμό, οι γυναίκες που είναι κάτω από 18 ετών, με ποσοστό 38,80 %, υπερέχουν στο σύνολο του εργατικού δυναμικού και με ποσοστό 68,80 % στο σύνολο των εργαζομένων γυναικών. Αντίθετα, στο σύνολο των εργαζόμενων ανδρών υπερέχουν με ποσοστό 61,60% οι άνδρες άνω των 18 ετών. Είναι φανερό ότι ο κλάδος του ενδύματος προσελκύει νεαρές κοπέλες που μαθητεύουν στα διάφορα εργαστήρια. Ενώ οι άντρες του κλάδου, που στην πλειοψηφία τους είναι ενήλικες —άνω των 18 ετών— απασχολούνται σε εξειδικευμένες εργασίες ως πεπειραμένοι τεχνίτες.

Πριν περάσουμε στον επόμενο πίνακα, θα ήθελα να διατυπώσω τις επι

Σελ. 128
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/129.gif&w=600&h=915

επιφυλάξεις μου σχετικά με τους αριθμούς που μας δίνει η απογραφή. Έχω την εντύπωση ότι δεν περιλαμβάνει τις κοπέλες που βρίσκονται στα κατώτερα κλιμάκια του επαγγέλματος, δηλαδή αυτές που εργάζονται ως μοδίστρες στα σπίτια και αυτές που έχουν μετατρέψει το σπίτι τους σε μοδιστράδικο χωρίς να έχουν άδεια λειτουργίας, διαφεύγοντας έτσι και τον φόρο επιτηδεύματος. Επίσης η απογραφή δεν μας δίνει καμιά εικόνα για την εργασία του φασόν. Με άλλα λόγια, δεν υπάρχει ξεχωριστή κατηγορία για τους κατ' οίκον εργαζομένους. Επειδή λόγω της φύσης της εργασίας είναι δύσκολο να εντοπισθούν οι εργαζόμενοι στο φασόν, το πιο πιθανό είναι να μην έχουν συμπεριληφθεί κατά ένα πολύ μεγάλο ποσοστό στην απογραφή.

ΠΙΝΑΚΑΣ 19

Κατανομή των εργαζομένων γυναικών κατά μέγεθος επιχειρήσεων στον κλάδο του ενδύματος, 1920

Είδος επιχειρήσεων

Επιχειρήσεις 1-5 ατόμων

Επιχειρήσεις 6-25 ατόμων

Επιχειρήσεις άνω των 25 ατόμων

Ασπρόρουχα Ραφεία

90 1.331

104 1.030

214 511

Σύνολο

1.421

1.134

725

Πηγή: ΥΕΟ, ΓΣΥΕ, ό.π.

Πηγή: ΥΕΟ, ΓΣΥΕ, ό.π.

Υπάρχουν δύο δυνατότητες ανάγνωσης αυτού του πίνακα. Η πρώτη, η κάθετη, μας δείχνει τη συνολική εικόνα της γυναικείας απασχόλησης. Οι περισσότερες γυναίκες (43,30%) εργάζονται στις μικρές επιχειρήσεις 1-5 ατόμων, ακολουθούν με ποσοστό 34,60 % εκείνες που εργάζονται στις μεσαίες επιχειρήσεις 6-25 ατόμων και έπονται με ποσοστό 22,10% αυτές που εργάζονται στις μεγάλες επιχειρήσεις άνω των 25 ατόμων. Αντίθετα, η δεύτερη ανάγνωση, η οριζόντια, που μας δείχνει τη γυναικεία απασχόληση ανάλογα με το είδος των εργασιών της επιχείρησης, αντιστρέφει τη συνολική εικόνα. Η πλειοψηφία των γυναικών (52,50%) στις επιχειρήσεις κοπής και ραφής ασπρορούχων είναι συγκεντρωμένη στις μεγάλες επιχειρήσεις, ακολουθούν οι εργαζόμενες στις μεσαίες με ποσοστό 25,50% και έπονται αυτές που εργάζονται στις μικρές επιχειρήσεις με ποσοστό 22%. Είναι φανερό ότι η παραγωγή ασπρορούχων μπορεί να μαζικοποιηθεί και να εκμηχανισθεί, επειδή οι βασικές εργασίες για την κατασκευή τους (κοπή-ραφή) είναι πολύ πιο απλές από τις απαιτούμενες για τα υπόλοιπα είδη ενδυμάτων. Στο σημείο αυτό τίθεται ένα ερώτημα: έχοντας ως δεδομένο ότι οι αριθμοί της απογραφής είναι υποτιμημένοι, μήπως η εικόνα της γυναικείας απασχόλησης, που παρουσιάζει την πλειοψηφία των γυναικών να εργάζεται στις μεγάλες επιχειρήσεις, για τα ασπρόρουχα

Σελ. 129
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/130.gif&w=600&h=915

είναι πλασματική ; Δεν είναι πολύ λογικό να ξεφεύγουν οι μοδίστρες που πάνε στα σπίτια για να φτιάξουν τα προικιά της νεαρής κόρης ή που δουλεύουν στα μικρά εργαστήρια στις γειτονιές της Αθήνας; Όμως, κατά τον ίδιο τρόπο με τον οποίο διαφεύγουν εργάτριες την καταγραφή στην επαγγελματική κατηγορία των εργαστηρίων ασπρορούχων, διαφεύγουν και την καταγραφή στα ραφεία. Γι' αυτό πιστεύω ότι οι αναλογίες στην κατανομή των εργαζομένων γυναικών σύμφωνα με το μέγεθος της επιχείρησης δεν ανατρέπονται.

Μια αναλυτικότερη εικόνα των γυναικών που εργάζονται στον κλάδο του ενδύματος μας δίνει το 1921 η Επιθεώρηση Εργασίας με τις επιχειρήσειςεργαστήρια που επιθεωρήθηκαν στην Αθήνα. Με βάση τα ποσοτικά δεδομένα της Επιθεώρησης Εργασίας συνέταξα τον ακόλουθο πίνακα, ο οποίος συμπεριλαμβάνει την κατανομή των εργαζομένων γυναικών κατά κατηγορίες επιχειρήσεων και κατά ηλικίες χωριστά.

ΠΙΝΑΚΑΣ 20

Κατανομή των εργαζομένων γυναικών στις επιχειρήσεις ενδύματος κατά ηλικία και κατά κατηγορία επιχείρησης, 1921

Ηλικία

Εργαστήρια μοδιστρικής

Εργαστήρια ασπρορούχων

Εργαστήρια

ανδρικών ασπρορούχων

Ραφεία ανδρικών ενδυμάτων

Εργαστήρια παιδικών ενδυμάτων

Σύνολο εργατριών

12

15

5

21

3

44

12-14

104

6

6

35

6

157

14-18

485

14

50

129

48

726

18-20

92

8

42

49

6

197

20-30

63

4

10

38

5

120

30 & άνω

4

2

6

1

13

Σύνολο

763

32

115

278

69

1.257

Πηγή". ΥΕΟ, Διεύθυνσις Εργασίας, Εκθέσεις... 1921, ό.π., σ. 64.

Πηγή". ΥΕΟ, Διεύθυνσις Εργασίας, Εκθέσεις... 1921, ό.π., σ. 64.

Ο Πίνακας 20 μας επιτρέπει τις ακόλουθες προσεγγίσεις: Πρώτον, έχουμε μια αναλυτικότερη εικόνα, σε σχέση με αυτήν της απογραφής του 1920, για την κατανομή των εργαζομένων γυναικών στα είδη των επιχειρήσεων του ενδύματος. Έτσι, σε σύνολο 1.257 εργατριών τα ποσοστά κατανομής τους ανά είδος επιχείρησης είναι τα εξής: το 60,70% απασχολείται στα εργαστήρια μοδιστρικής, το 22,10% στα ραφεία ανδρικών ενδυμάτων, το 9,10% στα εργαστήρια ανδρικών ασπρορούχων, το 5,50% στα εργαστήρια παιδικών ενδυμάτων και το 2,60% στα εργαστήρια ασπρορούχων. Το δείγμα θεωρούμε ότι είναι αντιπροσωπευτικό, γιατί σημειώνεται μικρή απόκλιση ανάμεσα στα ποσοστά που δίδει και σ αυτά που σημειώνονται στην απογραφή. Οι περισσότερες εργάτριες βρίσκονται συγκεντρωμένες στα εργαστήρια μοδιστρικής" ακο

Σελ. 130
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/131.gif&w=600&h=915

ακολουθούν αυτές που απασχολούνται στα ραφεία ανδρικών ενδυμάτων. Το μικρότερο ποσοστό εργατριών φαίνεται ότι απασχολείται στα εργαστήρια ασπρορούχων. Δεύτερον, έχουμε μια αναλυτικότερη κατανομή σε ομάδες ηλικιών των εργατριών σε σχέση με αυτήν της απογραφής του 1920. Σε σύνολο 1.257 εργατριών που δουλεύουν στις επιχειρήσεις του ενδύματος, το 3,5 % είναι ηλικίας 12 ετών, το 12,5% είναι 12-14 ετών, το 57,8% είναι 14-18 ετών, το 15,7% είναι 18-20 ετών, το 9,5 % είναι 20-30 ετών και το 1 % είναι από 30 ετών και πάνω. Κι εδώ ο κανόνας επαληθεύεται. Όπως και στις επιχειρήσεις χαρτιού και πιλοποιίας, η πλειοψηφία των εργατριών είναι από 14 έως 18 ετών. Ο χρόνος εργασιακής ζωής τους είναι περιορισμένος, γιατί μετά την ηλικία των 18 ετών οι εργάτριες φαίνεται ότι εγκαταλείπουν το εργαστήριο. Πολύ σπάνια συναντάμε στο εργαστήριο εργάτριες που είναι πάνω από 30 ετών. Από την κατά κλάδο κατανομή των ηλικιών, τα ραφεία ανδρικών ενδυμάτων έχουν το μεγαλύτερο ποσοστό (7,50%) εργατριών ηλικίας 12 ετών και, παράλληλα, το υψηλότερο ποσοστό (2,20%) εργατριών ηλικίας 30 ετών και πάνω. Είναι φανερό ότι στα ραφεία των ανδρικών ενδυμάτων οι εργάτριες χρησιμοποιούνται μόνο σε βοηθητικές εργασίες ή στο ράψιμο των παντελονιών αυτές που μπαίνουν στο επάγγελμα δεν ενδιαφέρονται να μαθητεύσουν για να ανοίξουν το δικό τους μαγαζί, αφού το επάγγελμα του ράφτη ανδρικών ενδυμάτων βρίσκεται πάντα σε ανδρικά χέρια. Αυτό που τις ενδιαφέρει είναι να μάθουν τα απολύτως απαραίτητα για να είναι επαρκείς στην εργασία τους και για να εξασφαλίσουν το βιοπορισμό τους. Οι κοπέλες που εργάζονται στα ραφεία είναι πιο φτωχές από αυτές στα μοδιστράδικα, γι' αυτό και η ένταξή τους στην εργασία αρχίζει πιο νωρίς και τελειώνει πιο αργά.

Στο χώρο του εργαστηρίου

Αντίθετα με το εργοστάσιο, όπου οι εργάτες δουλεύουν απομονωμένοι από τον υπόλοιπο κόσμο, το εργαστήριο είναι ένας ανοικτός χώρος.155 Το εργοστάσιο περιβάλλεται από μαντρότοιχο και η πόρτα του ανοίγει μόνο τις καθορισμένες ώρες: όταν μπαίνουν οι εργαζόμενοι για να πιάσουν δουλειά, όταν έχουν διάλειμμα και όταν σχολάνε. Το εργαστήριο βγαίνει κατευθείαν στο δρόμο. Από τα παράθυρα οι εργάτριες βλέπουν τους περαστικούς και οι περαστικοί με τη σειρά τους χαζεύουν τις εργάτριες. Οι πελάτισσες μπαίνουν στο εργαστήριο, δοκιμάζουν ή διαλέγουν ρούχα, ανταλλάσσουν κουβέντες με τις εργάτριες καί φεύγουν. Οι εργάτριες, κυρίως οι νεαρές μαθητευόμενες, όλη μέρα ανεβοκατεβαίνουν την οδό Ερμού και τις παρόδους της για να αγοράσουν τα είδη ραπτικής

155. Βλ. Arlette Farge, La vie fragile. Violence, pouvoirs et solidarités à Paris au XVIIIe siècle, Παρίσι 1986, σ. 127-132.

Σελ. 131
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/132.gif&w=600&h=915

κής (βελόνες, καρφίτσες, φόδρες κ.ά.). Είναι πολύ χαρακτηριστικό το θέαμα αυτών των κοριτσιών με τις ποδιές-στολή του εργαστηρίου, με το απαραίτητο ψαλιδάκι κρεμασμένο με κόκκινη κορδέλα από το λαιμό, και με τα στήθη τους κατάστικτα από ένα πλήθος κεφαλάκια καρφιτσών.166 Αλλες, πάλι, μπαινοβγαίνουν ή ακόμη και φεύγουν νωρίτερα από το σχόλασμα για να παραδώσουν στα σπίτια των κυριών τα ρούχα που ετοιμάστηκαν. Αυτές είναι οι ευνοούμενες της μοδίστρας, αφού καταφέρνουν και αυξάνουν το εισόδημά τους με τα φιλοδωρήματα από τις κυρίες που παραλαμβάνουν τα φορέματα. Είναι φανερό ότι το εργαστήριο είναι ένας ανοικτός χώρος, στον οποίο οι εργάτριες δεν υπόκεινται στους κανόνες πειθαρχίας του εργοστασιακού χώρου. Κι επειδή ακριβώς πρόκειται για ανοικτό χώρο, όπου οι νεαρές επίδοξες μοδίστρες έρχονται σε επαφή όχι μόνο με τις πελάτισσες, αλλά κυρίως με τον κόσμο της αγοράς, όπως είναι ο έμπορος των ειδών ραπτικής ή ο ψιλικατζής της γειτονιάς, έχουν πάρα πολύ καλή πρόσβαση σε πληροφόρηση για όλα τα θέματα γύρω από το επάγγελμά τους. Με λίγα λόγια, γνωρίζουν ποια μοδίστρα-εργοδότρια πληρώνει τα περισσότερα, ποια έχει την πιο απαιτητική και με τα πιο πολυτελή γούστα πελατεία, όπου επικρατούν οι καλύτερες συνθήκες εργασίας, ακόμη και ποια από τις μοδίστρες-εργοδότριες μαθαίνει στις νεαρές μαθητευόμενες τα μυστικά, την τέχνη του επαγγέλματος. Αυτός ο συλλογισμός, όμως, προκαλεί ερωτήματα: στο εργαστήριο επικρατεί πράγματι η εικόνα που έχουμε στο μυαλό μας, δηλαδή το «esprit maison»' με όλη αυτή την πληροφόρηση πώς είναι δυνατόν να μην υπάρχει κινητικότητα, πώς είναι δυνατόν οι κοπέλες να μην μετακινούνται από τον ένα οίκο ραπτικής στον άλλον όπου επικρατούν καλύτερες συνθήκες εργασίας και ο μισθός είναι μεγαλύτερος; Και εφόσον πραγματικά συμβαίνει αυτό, πώς είναι δυνατόν να υπάρχουν συγκεκριμένοι ρόλοι, συγκεκριμένα καθήκοντα για την κάθε νεαρή εργαζόμενη; Στο εργαστήριο μοδιστρικής δεν επικρατούν οι ίδιοι κανόνες εργασιακής πειθαρχίας με αυτούς του εργοστασίου. Όπως διαπιστώσαμε, με το σύστημα των κρατήσεων (10%) επί του μισθού που συνήθως ισχύει στο εργοστάσιο, οι εργάτριες είναι δύσκολο να φύγουν όποτε θέλουν, γιατί χάνουν τα χρήματά τους. Επίσης, στο εργοστάσιο υπάρχουν επίσημες καταστάσεις μισθοδοσίας, από τις οποίες φαίνεται και η κίνηση του προσωπικού, που είναι πολυάριθμο. Στο εργαστήριο μοδιστρικής, λόγω του μεγέθους του, η εργοδότρια δεν έχει ανάγκη να κρατά μισθολογικές καταστάσεις για να πληρώνει τις εργάτριες και προφανώς δεν κάνει ούτε κρατήσεις. Ολα βασίζονται στη «διά στόματος» συμφωνία. Με βάση αυτά τα δεδομένα, οι εργάτριες μοδιστρικής είναι δυνατόν να μετακινούνται ευκολότερα από το ένα εργαστήριο στο άλλο απ' ό,τι οι εργάτριες του εργοστασίου που δεν

156. Ανώνυμος, «Η εργαζόμενη γυναίκα. Εκστρατεία του Αστέρος εις τον εργαζόμενον γυναικείον κόσμον», Αστήρ, αρ. 1084, 9-9-1912.

Σελ. 132
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/133.gif&w=600&h=915

διαθέτουν ούτε τη στοιχειώδη πληροφόρηση για το πού επικρατούν καλύτερες συνθήκες εργασίας. Και ακόμη κι αν περάσουν το διάστημα της μαθητείας τους στο ίδιο εργαστήριο, μόλις μάθουν τα βασικά της τέχνης βιάζονται να φύγουν, παίρνοντας μαζί τους και λίγους βοηθούς για να δημιουργήσουν το δικό τους εργαστήριο ή για να εργασθούν μόνες τους.157

Τα καθήκοντα των εργατριών στο εργαστήριο δεν είναι συγκεκριμένα. Ανάλογα με το είδος του ενδύματος, με τις απαιτήσεις της πελάτισσας και με τον φόρτο εργασίας οι εργάτριες εναλλάσσονται στους ρόλους και τα καθήκοντά τους. Κατά κανόνα οι εργάτριες περνούν το πρώτο διάστημα της μαθητείας τους, που διαρκεί από 4 έως 6 χρόνια, στις οδούς για να αγοράσουν είδη ραπτικής ή κάνουν θελήματα για λογαριασμό της εργοδότριάς τους.158 Ένα από τα καθήκοντά τους είναι και ο καθαρισμός του εργαστηρίου. Στα μεγάλα εργαστήρια επικρατεί αναγκαστικά ο καταμερισμός εργασίας, οι κοπέλες αποκτούν εξειδίκευση σε μια συγκεκριμένη εργασία, πράγμα που καθιστά ατελή την τεχνική τους κατάρτιση. Λόγω της έλλειψης συστηματικής εκπαίδευσης οι περισσότερες μοδίστρες είναι λίγο-πολύ αυτοδίδακτες και δεν γνωρίζουν τα στοιχειωδέστερα της τέχνης τους, η οποία εκτός από την τεχνική δεξιότητα και κατάρτιση απαιτεί και γνώσεις αισθητικής. Η σύζευξη των χρωμάτων, η αρμονία στην ποιότητα του υφάσματος, η διακόσμηση του φορέματος, οι πιέτες που προσδίδουν χάρη στο ρούχο είναι θέματα εντελώς άγνωστα για τις περισσότερες μοδίστρες,159 που στερούνται κοινωνικής μόρφωσης, που, επιπλέον, δεν έχουν διδαχτεί ποτέ ούτε στο εργαστήριο τους βασικούς κανόνες αισθητικής και είναι δύσκολο λόγω της κοινωνικής τους προέλευσης να ενταχθούν στους κοσμοπολίτικους κύκλους της Αθήνας, εκεί όπου λανσάρεται η μόδα. Γι' αυτό οι παρισινές μοδίστρες ή όσες ισχυρίζονταν ότι είχαν μαθητεύσει σε παρισινούς οίκους μοδιστρικής ήταν ευπρόσδεκτες από τις πλούσιες αστές. Συχνά παρατηρούμε από τις διαφημίσεις ότι οι μοδίστρες χρησιμοποιούσαν ως ψευδώνυμο γαλλικό όνομα ή άλλαζαν με τρόπο που να φαίνεται γαλλικό το όνομά τους προκειμένου να προσελκύουν πελατεία.

Όσον αφορά τις συνθήκες υγιεινής και καθαριότητας που επικρατούν στο εργαστήριο, τα πράγματα διαφέρουν ανάλογα με τη φύση των επαγγελμάτων. Τα εργαστήρια γυναικείων ενδυμάτων και ασπρορούχων που διευθύνονται από γυναίκες και η πελατεία τους είναι γυναικεία πληρούν τις απαραίτητες συνθήκες καθαριότητας. Επιπλέον, ας λάβουμε υπόψη ότι οι εργοδότριες που δια

157. Υπουργείον Εθνικής Οικονομίας, Διεύθυνσις Εργασίας, Εκθέσεις... 1921, ό.π.,

σ. 80.

158. Στο ίδιο, σ. 76.

159. Καλλιρρόη Παρρέν, «Αι παρισιναί εργάτιδες και αι ιδικαί μας, Β'», Εφημερίς των Κυριών, αρ. 129, 27-8-1889.

Σελ. 133
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/134.gif&w=600&h=915

διαμένουν συνήθως εντός των εργαστηρίων ενδιαφέρονται να παρουσιάσουν το εσωτερικό τους ευπρόσωπο. Αντίθετα, τα ραφεία ανδρικών ενδυμάτων είναι κατά κανόνα ακάθαρτα, με πατώματα επιχρισμένα από παχύ στρώμα λάσπης, με τοίχους μαυρισμένους από τα κάρβουνα που χρησιμοποιούν για να πυρώνει το σίδερο των ρούχων. Ιδιαίτερα το χειμώνα στα ραφεία, όπου αναγκάζονται να κλείνουν τα παράθυρα για να ζεσταίνονται, η ατμόσφαιρα είναι πνιγηρή και ανθυγιεινή.160

Η διάταξη του νόμου 4029/1912 «περί εργασίας γυναικών και ανηλίκων», η οποία προβλέπει εξάωρη εργασία για τις μαθητευόμενες ηλικίας 12-14 ετών, δεν τηρείται στα εργαστήρια, ούτε όμως και η ενδιάμεση ανάπαυση. Τις εποχές που υπάρχει φόρτος εργασίας οι εργάτριες απασχολούνται και πέραν του θεσμοθετημένου δεκαώρου και κατά κανόνα χωρίς να πληρώνονται για την υπερωριακή τους εργασία. Η οκτάωρη εργασία που ορίζει ο νόμος για το Σάββατο καταπατείται γιατί, σύμφωνα με τις καθιερωμένες συνήθειες, τα φορέματα παραδίδονται στην πελατεία αυτή την ημέρα.161

Όσον αφορά την αμοιβή των εργατριών της βελόνας, τα ποσοτικά στοιχεία που διαθέτουμε είναι ελάχιστα, γεγονός που οφείλεται τόσο στην έλλειψη τεκμηρίων (δεν διαθέτουμε αρχεία επιχειρήσεων του ενδύματος), όσο και στην ανυπαρξία κρατικών στατιστικών και δημοσιογραφικών ερευνών για τις αμοιβές των απασχολουμένων στον κλάδο του ενδύματος. Οπωσδήποτε η οικονομική κατάσταση των νεαρών κοριτσιών, που έχουν την πολυτέλεια να μαθητεύουν χωρίς τις περισσότερες φορές να πληρώνονται, είναι πολύ καλύτερη από των εργατριών των εργοστασίων, οι οποίες πιάνουν δουλειά για να ξεπεράσουν το όριο της ανέχειας.

Με βάση τις εκθέσεις της Επιθεώρησης Εργασίας συνέταξα τον ακόλουθο πίνακα, ο οποίος μας δίνει την εικόνα της μισθολογικής κλίμακας που επικρατεί το 1921 για τις εργάτριες της βελόνας στα εργαστήρια που επιθεωρήθηκαν στην Αθήνα.

Για να συγκρίνουμε καλύτερα τα ποσοτικά δεδομένα που δίνει ο Πίνακας 21, κατέγραψα δίπλα σε κάθε αριθμό το ποσοστό επί του συνόλου των εργατριών που αντιστοιχεί σε κάθε επαγγελματική κατηγορία ξεχωριστά. Η τελευταία στήλη, εκτός από τον συνολικό αριθμό των εργατριών που δίνει για κάθε μισθολογική κλίμακα, περιέχει και το ποσοστό (%) της αναλογίας του επί του συνολικού αριθμού των εργατριών.

Επιχειρώντας να δώσω στον αναγνώστη μια σαφή εικόνα του τρόπου αμοιβής, χώρισα την πρώτη στήλη σε δύο τμήματα. Το πρώτο τμήμα περι-

160. Υπουργείον Εθνικής Οικονομίας, Διεύθυνσις Εργασίας, Εκθέσεις... 1921, ό.π., σ. 62 και 66.

161. Στο ίδιο, σ. 67.

Σελ. 134
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/135.gif&w=600&h=915

ΠΙΝΑΚΑΣ 21

Ημερομίσθια των εργατριών στις επιχειρήσεις τον ενδύματος στην Αθήνα, 1921

Εργαστήρια

Εργαστήρια

Ημερομίσθια σε δραχμές

γυναικείων ενδυμάτων

ασπρορούχων

ασπρορούχων

παιδικών ενδυμάτων

ανδρικών ενδυμάτων

Σύνολο

Δεν

πληρώνονται

95

12,5

5

7,2

100

8,1

2

203

26,6

2

6,2

6

7,1

9

13,2

23

8,3

243

19,8

2-4

195

25,6

7

21,9

22

25,9

18

26,1

57

20,5

299

24,4

4-6

148

19,4

11

34,4

34

40

15

21,7

68

24,5

276

22,5

6-8

56

7,3

5

15,6

11

13

11

15,9

55

19,8

138

11,2

8-10

27

3,4

5

15,6

7

8,2

6

8,7

35

12,6

80

6,5

10-12

10

1,3

2

6,25

3

3,5

2

2,9

20

7,2

37

3

12-15

6

0,8

2

2,9

18

6,5

26

2,1

15-20

2

0,3

2

2,3

2

0,6

6

0,5

20-25

2

0,3

2

0,2

Με μηνιαίο μισθό

300

5

0,7

5

0,4

300-400

8

1

1

1,4

9

0,7

400-500

2

0,3

2

0,2

700

1

0,1

1

0,1

800

2

0,3

2

0,2

1.000

1

0,1

1

0,1

Σύνολο

763

100

32

100

85

100

69

100

278

100

1.227

100

Πηγή: ΥΕΟ, Διεύθυνσις Εργασίας, ό.π., σ. 64-65

περιλαμβάνει τα πρόσωπα που αμείβονται με ημερομίσθιο, το δεύτερο τμήμα περιλαμβάνει τα πρόσωπα που αμείβονται με μηνιαίο μισθό. Στα πολύ μεγάλα και πολυτελή εργαστήρια μοδιστρικής υπάρχει η άριστη μοδίστρα, που φημίζεται για την τέχνη της στη βελόνα και στο ψαλίδι, το γούστο της οποίας συμβουλεύονται οι πελάτισσες· αυτή συνήθως αμείβεται με μηνιαίο μισθό. Όπως φαίνεται και από τον πίνακα, οι μοδίστρες που αμείβονται με το μήνα είναι λιγοστές, το ποσοστό τους μόλις φθάνει το 2,5 %.

Η οριζόντια ανάγνωση του πίνακα μας πληροφορεί ότι το 66,7 % επί του συνόλου των εργατριών λαμβάνει ημερομίσθιο από 2 έως 6 δραχμές. Συγκεκριμένα, το 24,40% λαμβάνει ημερομίσθιο από 2 έως 4 δραχμές. Το ημερομίσθιο των εργατριών στον κλάδο του ενδύματος κυμαίνεται περίπου στα ίδια επίπεδα με αυτό των εργατριών της πιλοποιίας.

Η κάθετη ανάγνωση του πίνακα μας δίνει αναλυτικά στοιχεία για κάθε επαγγελματική κατηγορία ξεχωριστά. Το 12,5 % των εργατριών στα εργαστήρια γυναικείων ενδυμάτων δεν πληρώνεται. Είναι φανερό ότι πρόκειται για μα-

Σελ. 135
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/136.gif&w=600&h=915

μαθητευόμενες εργάτριες. Οι εργάτριες γυναικείων και ανδρικών ασπρορούχων αμείβονται καλύτερα από τις μοδίστρες και τις ράπτριες ανδρικών ενδυμάτων. Στα ραφεία ανδρικών ενδυμάτων οι εργάτριες πληρώνονται καλύτερα, το 24,5 % λαμβάνει ημερομίσθιο 4-6 δρχ., ενώ στα εργαστήρια γυναικείων ενδυμάτων το ημερομίσθιο αυτό αντιστοιχεί στο 19,4% των εργατριών.

Εφόσον το επίπεδο ζωής των εργατριών της βελόνας είναι καλύτερο από αυτό των συναδέλφων τους στα εργοστάσια κλωστοϋφαντουργίας, προφανώς και οι χρηματικές τους απολαβές δεν αξιοποιούνται κατά τον ίδιο τρόπο. Όπως διαπιστώσαμε, οι εργάτριες κλωστοϋφαντουργίας αγωνίζονται για το καθημερινό φαΐ όχι μόνο το δικό τους, αλλά ολόκληρης της οικογένειάς τους, δεν είναι σίγουρο αν οι ίδιες παίρνουν το μισθό στα χέρια τους και δεν αποφασίζουν πάντα οι ίδιες πού θα αναλωθούν οι απολαβές τους. Αντίθετα, οι εργάτριες της βελόνας και ιδίως αυτές που δουλεύουν στα εργαστήρια μοδιστρικής γυναικείων φορεμάτων είναι ανεξάρτητες. Δύσκολα τα άρρενα μέλη της οικογένειάς τους θα διαβούν τα άδυτα του εργαστηρίου για να ζητήσουν τις απολαβές της αδερφής τους ή της συζύγου τους. Επιπλέον, είναι δύσκολο να υπολογίσει κανείς πόσα ακριβώς χρήματα θα φέρει η εργάτρια της βελόνας στο σπίτι της. Όταν υπάρχει πολλή δουλειά πληρώνεται καλύτερα και όταν εκτελεί παραδόσεις παίρνει φιλοδώρημα. Σίγουρα έχει κάποιο χαρτζιλίκι στην τσέπη της, με το οποίο εξασφαλίζει μικροπολυτέλειες, όπως μια κορδέλα, μια πούδρα για το πρόσωπο ή περισσεύει κάποιο κομμάτι ύφασμα με το οποίο μπορεί να κατασκευάσει το δικό της φόρεμα. Ασφαλώς οι εργάτριες της βελόνας δεν περνούν απαρατήρητες στο δρόμο. Όσον αφορά τα χρήματα που μαζεύουν για την προίκα τους, η τεχνογνωσία που διαθέτουν και η ραπτομηχανή που αγοράζουν με τα πρώτα χρήματα που κερδίζουν αποτελούν δύο σημαντικά πλεονεκτήματα για τους υποψήφιους γαμπρούς.

Η μοδίστρα στα μάτια των «άλλων»

Το ιδιαίτερο εργασιακό καθεστώς των νεαρών κοριτσιών που απασχολούνται στα επαγγέλματα της βελόνας παίζει καταλυτικό ρόλο στη διαμόρφωση του κοινωνικού τους προφίλ. Αν οι εργάτριες των εργοστασίων δουλεύουν σ' ένα περιβάλλον «κεκλεισμένων των θυρών», μακριά από τις αστικές συνοικίες, οι εργάτριες της βελόνας είναι ορατές, η παρουσία τους συμπληρώνει το ανθρώπινο τοπίο του κέντρου της πόλης.

Στις περιγραφές των εμπορικών δρόμων της Αθήνας από τις εφημερίδες και τα περιοδικά οι δημοσιογράφοι δεν παύουν να εστιάζουν το φακό τους στα λυγερόκορμα κορίτσια που περιδιαβαίνουν τους δρόμους και ανταλλάσσουν κουβέντες και πειράγματα με τους έμπορους και τους βοηθούς τους. Η έλλειψη εργασιακής πειθαρχίας, το καθημερινό πήγαιν' έλα στο δρόμο των κοριτσιών

Σελ. 136
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/137.gif&w=600&h=915

αυτών όχι μόνο ξαφνιάζει, όχι μόνο ξενίζει τους «άλλους», αλλά αναστατώνει και τους κανόνες περί ηθικής της καθεστηκυίας τάξης. Και ποιοι, λοιπόν, είναι οι «άλλοι»; Εκτός από τους αρθρογράφους των εφημερίδων και των περιοδικών, είναι οι γυναίκες των αστικών στρωμάτων οι οποίες έχουν ταυτίσει την έννοια της εργασίας με την πειθαρχία και όχι με την ελευθεριότητα που διέπει τους κανόνες του επαγγέλματος της βελόνας. Το περιοδικό Εφημερίς των Κυριών δίνει μια χαρακτηριστική εικόνα: «Τα ολίγα των ραπτριών μας καταστήματα συναθροίζουσιν ως εν αγέλη πτωχά τινα και άπορα κοράσια, άτινα επί τρία και τέσσαρα έτη περιφέρονται ανά τας οδούς Ερμού και Αιόλου προς αγοράν κλωστών και βελονών, ή μεταφέρουσι τα διά τας κυρίας προωρισμένα φορέματα. Εννοείται ότι ο πλανώδιος αυτός βίος κατ' ουδέν συμβάλλει εις την ηθικήν της κόρης μόρφωσιν. Τουναντίον διανοίγει αυταίς οδόν, πολύ απέχουσαν της ευθείας».162

Οι μοδίστρες εστερνίζονται μέσα από το επάγγελμά τους νέες συνήθειες, όπως είναι η «ελεύθερη διακίνηση τους» στο δρόμο, αισθητικά πρότυπα τα οποία είναι ασύμβατα με τον κοινωνικό τους περίγυρο. Σιγά-σιγά υιοθετούν την περιποίηση και την κίνηση του σώματος μέσα από τον συγχρωτισμό τους με τις πελάτισσές τους, καθώς και τους τρόπους καλής συμπεριφοράς που επιβάλλεται να ακολουθούν. Οι κοπέλες της βελόνας, ακόμη και εκτός του χρόνου και του χώρου εργασίας τους, εύκολα μπορούν να διαφύγουν το άγρυπνο μάτι της οικογένειάς τους. Το ωράριο τους είναι ελαστικό" άρα δημιουργεί προϋποθέσεις ελευθερίας χρόνου και κινήσεων. Σίγουρα δεν επικαλούνται μύριες όσες δικαιολογίες για να λείψουν από την οικογενειακή εστία. Αν αναλογισθούμε τα φιλοδωρήματα ή τυχόν επιπλέον χρήματα λόγω φόρτου εργασίας θα μπορούσαμε να πούμε ότι και ο μισθός τους είναι ελαστικός —η νεαρή μοδίστρα έχει τη δυνατότητα να αποδώσει ακριβή ή ανακριβή λογαριασμό στην οικογένειά της— πράγμα που σημαίνει ότι μπορεί να διαθέσει, αν όχι ολόκληρο, σίγουρα ένα τμήμα της αμοιβής της σε πράγματα που αυτή η ίδια επιθυμεί να αποκτήσει. Η ελευθερία που έχει η νεαρή μοδίστρα να αγοράζει εκτός από τα απολύτως απαραίτητα αγαθά και είδη πολυτελείας, όπως αρώματα, στολίδια για την κοτσίδα της, υλικά για μακιγιάζ, αναστατώνει τους «άλλους». Θεωρείται σπατάλη καθετί που δεν ταιριάζει με τα πρότυπα της εργατικής οικογένειας, καθετί που εξατμίζεται όπως το άρωμα, καθετί που ξοδεύεται για τη βελτίωση της εμφάνισης. Οι μοδίστρες διαφέρουν και στην εκφορά του λόγου τους, χρησιμοποιούν «ξενόφερτες λέξεις», κυρίως γαλλικές εκφράσεις. Λέξεις όπως ο κορσές, το σουτιέν, η ρομπ ντε σαμπρ, το σάλι, η εσάρπα, το πατρόν, παρά τις επίμονες προσπάθειες δεν κατάφεραν να επιβληθούν ως εξελληνισμένες. Πραγματικά, οι εργάτριες της βελόνας διαμορφώνουν ένα νέο πολιτισμικό τύπο

162. Καλλιρρόη Παρρέν, «Αι παρισιναί εργάτιδες..., Β'», ό.π.

Σελ. 137
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/138.gif&w=600&h=915

γυναίκας, που δεν εντάσσεται με κανένα τρόπο στους κοινωνικούς συμβιβασμούς που διαπράττει η γυναίκα της αστικής τάξης, ούτε όμως στους κοινωνικούς και οικονομικούς καταναγκασμούς που βιώνει η γυναίκα των εργατικών στρωμάτων.

Οι μοδίστρες βρίσκονται κοντά στις αστές, αγγίζουν το σώμα τους όπως οι υπηρέτριες· με μια διαφορά όμως: οι μοδίστρες ασκούν εξουσία στο σώμα των αστών πελατισσών τους. Πρώτα-πρώτα διατηρούν το δικαίωμα να επιλέγουν την πελατεία τους, δεύτερον, δημιουργούν σχέσεις εξάρτησης με αυτή. Ποια πελάτισσα δεν ακούει τη μοδίστρα της, δεν κρέμεται από τα χείλη της προκειμένου να βελτιώσει την εμφανισιακή της εικόνα; Αν σκεφτούμε ότι το άριστο αισθητικό αποτέλεσμα της εμφάνισης μιας γυναίκας εξασφαλίζει καλό γάμο, είσοδο σε ανώτερα κοινωνικά κλιμάκια και εν γένει την αποδοχή της από τον κοινωνικό περίγυρο, τότε μπορούμε να κατανοήσουμε την «πολιτισμική αξία» μιας μοδίστρας. Όμως, αυτή η εξουσία που ασκεί η μοδίστρα στο σώμα της πελάτισσάς της τρομάζει γιατί δεν λειτουργεί αμφίδρομα. Η πελάτισσα δεν μπορεί με κανένα τρόπο να θέσει υπό τον έλεγχο της το σώμα της μοδίστρας. Οι μοδίστρες από τη μια και οι αστές φεμινίστριες από την άλλη, δημιουργούν ένα δίπολο γύρω από την έννοια της απελευθέρωσης του γυναικείου φύλου. Το σώμα της μοδίστρας γίνεται σύμβολο μιας σωματικής-αισθησιακής απελευθέρωσης, που ερεθίζει τη φαντασία των «άλλων». Οι μοδίστρες συχνά απασχολούν και το αστυνομικό δελτίο των εφημερίδων. Νέοι εργάτες απάγουν δεκατετράχρονες και δεκαεξάχρονες μοδίστρες προκειμένου να τις παντρευτούν. Οι γονείς ζητούν από την αστυνομία να βοηθήσει στην ανακάλυψη του «ερωτικού κρησφύγετου» του ζεύγους.163 Οι εφημερίδες αναπτύσσουν μια μυθολογία γύρω από το σώμα της μοδίστρας: τις αποκαλούν «μοδιστρούλες», τους προσδίδουν μικρή ηλικία, τις ονοματίζουν με το μικρό τους όνομα και επικεντρώνουν το λάγνο φακό τους σε γεγονότα όπως οι ερωτικές απαγωγές, οι βιασμοί, οι αυτοκτονίες λόγω ανεπιθύμητης εγκυμοσύνης, τα σαλόνια διασκεδάσεων. Αντίθετα, ο λόγος των αστών φεμινιστριών, έτσι όπως εκφέρεται, γίνεται το σύμβολο μιας διανοητικής απελευθέρωσης που προσπαθεί να καταστείλει καθετί που ερεθίζει την αισθησιακότητα και τη φαντασία των «άλλων».

9. Η ΡΑΠΤΟΜΗΧΑΝΗ

Σχολιάζοντας τις μηχανές που γεννήθηκαν τον 19ο αιώνα και επηρέασαν το φάσμα της γυναικείας εργασίας, είναι δύσκολο να προσδιορίσουμε ποια από όλες και σε ποιο βαθμό επέφερε τις περισσότερες αλλαγές. Καμία όμως από

163. Βλ. Σφαίρα, αρ. 9303, 17-1-1913.

Σελ. 138
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/139.gif&w=600&h=915

αυτές δεν είχε τόσο μεγάλη διάρκεια και δεν εξαπλώθηκε τόσο γρήγορα όσο η ραπτομηχανή.

Η ραπτομηχανή που εφευρέθηκε το 1844 στην Αμερική από τον Elias Howe συγκέντρωνε πολλά πλεονεκτήματα: είχε μικρό μέγεθος, ήταν απλή στη χρήση και μείωνε τη χρονική διάρκεια της εκτέλεσης της εργασίας. Η ραπτομηχανή προορίζεται για τις γυναίκες όλων των κοινωνικών στρωμάτων. Η αστή οικοδέσποινα που ασχολείται με την αγωγή των παιδιών και τα οικονομικά του σπιτιού της μπορεί να εκτελεί με τη ραπτομηχανή τις απαραίτητες ραπτικές εργασίες, χωρίς να δαπανά πολύ χρόνο και χρήμα. Για τις γυναίκες των εργατικών στρωμάτων που δεν ακολουθούν την οδό του εργοστασίου η ραπτομηχανή αποτελεί το κυριότερο εργαλείο μέσω του οποίου εξασφαλίζεται ο βιοπορισμός τους. Οι παντρεμένες γυναίκες με παιδιά, οι χήρες, αλλά και άλλες γυναίκες που ζουν σε μακρινούς συνοικισμούς και δεν έχουν εύκολη πρόσβαση στο εργοστάσιο, προσπαθούν να αγοράσουν μια ραπτομηχανή για να κερδίσουν χρήματα. Θα πρέπει να αναλογιστεί κανείς πόσο χρήσιμη ήταν η ραπτομηχανή για όλες αυτές τις εργάτριες που περνούσαν ώρες ατέλειωτες με την «χειροκίνητη βελόνα».

Η είσοδος της ραπτομηχανής στην ελληνική αγορά εντοπίζεται γύρω στο 1857. Όμως στην αρχή προσέκρουσε σε σοβαρά εμπόδια διότι δεν υπήρχε κανείς να διδάξει τη χρήση της. Επιπλέον, η ελληνική αγορά δεν διέθετε ούτε το απαραίτητο τεχνικό προσωπικό για τις επιδιορθώσεις, ούτε είχε φροντίσει για την προμήθεια ανταλλακτικών. Οι προμηθευτές της ελληνικής αγοράς επιλύουν τα προβλήματα στη διάδοση της ραπτομηχανής ως εξής: αναλαμβάνουν οι ίδιοι τη διδασκαλία της χρήσης και την επισκευή της σε περίπτωση βλάβης. Από την εφημερίδα Ποσειδών πληροφορούμαστε ότι ο ιδιοκτήτης καταστήματος ραπτομηχανών Δημήτριος Κωνσταντίνου πήγε στην Αμερική για να σπουδάσει την τεχνολογία της και να ενημερωθεί για τη χρήση της.164 Η ζήτηση ραπτομηχανών προκάλεσε έντονο ανταγωνισμό ανάμεσα στα καταστήματα που τις πουλούσαν. Ξεφυλλίζοντας τον ημερήσιο τύπο παρατηρούμε πληθώρα διαφημίσεων. Έτσι, σχηματίζουμε μια εικόνα για τους όρους της αγοράς τους.

Ας δούμε, λοιπόν, από κοντά το σύστημα διάδοσής τους. Οι μηχανές πωλούνται τοις μετρητοίς αλλά και με δόσεις, ώστε να διευκολύνεται η πελατεία. Τα μαγαζιά που πουλούν τοις μετρητοίς διαφημίζουν τις χαμηλές τιμές τους.165 Αυτά που πουλούν με δόσεις δίνουν την ευκαιρία στις γυναίκες των φτωχών στρωμάτων να αποκτήσουν μια ραπτομηχανή πληρώνοντας δόσεις 3 δραχμών την εβδομάδα.166 Όλες ανεξαιρέτως οι διαφημίσεις προβάλλουν την στερεότητα

164. Ανώνυμος, «Η ραπτομηχανή», Ποσειδών, αρ. 719, 17-7-1877.

165. Διαφημιστική καταχώριση «Ραπτομηχαναί», Νέα Εφημερίς, αρ. 280, 6-10-1896.

166. Διαφημιστική καταχώριση, Σφαίρα, αρ. 7498, 3-1-1907.

Σελ. 139
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/140.gif&w=600&h=915

της κατασκευής, την τελειότητα του συστήματος λειτουργίας και την απλότητα του χειρισμού των ραπτομηχανών. Οι μηχανές πωλούνται με εγγύηση έως και 30 ετών. Τα καταστήματα ραπτομηχανών που ιδρύονται στην Αθήνα φροντίζουν για τη διάδοση τους μέσω ενός συστήματος πρακτόρων. Έτσι γνωρίζουμε ότι ο Πειραιάς, οι Σπέτσες, η Ύδρα, τα Ψαρά, ο Πόρος, η Αίγινα, το Κρανίδι, η Ερμιόνη, η Σαλαμίνα, η Ελευσίνα, τα Μέγαρα, η Κόρινθος, το Άργος, το Ναύπλιο πραγματοποιούν αγορές μέσω πράκτορα.167 Τα περισσότερα πρακτορεία διαφημίζουν τη δωρεάν διδασκαλία της ραπτομηχανής. Σύμφωνα με την Ιωάννα Παπαντωνίου, σκηνογράφο και ειδική στην ιστορία της ελληνικής φορεσιάς, η εξάπλωση της ραπτομηχανής στην επαρχία συντελείται γύρω στο 1900. Οι προφορικές πληροφορίες που η ίδια συγκέντρωσε επιβεβαιώνουν ότι γύρω στα 1883 στο χωριό Δίδυμα στην περιοχή της Ερμιονίδας υπήρχε μοδίστρα η οποία διέθετε ραπτομηχανή. Από το 1900 περίπου όλες οι γυναίκες της περιοχής είχαν τη δική τους ραπτομηχανή, το αντίτιμο της οποίας εξοφλούσαν συνήθως με δόσεις και με πληρωμή σε είδος — σιτάρι, αλεύρι ή λάδι. Ο πωλητής ερχόταν κάθε δεκαπέντε με είκοσι μέρες για να εισπράξει τις δόσεις, ενώ ταυτοχρόνως επισκεύαζε και τις τυχόν βλάβες.168

Ας αποκρυπτογραφήσουμε, με τη βοήθεια των δεδομένων που διαθέτουμε, την πολυδιαφημιζόμενη μέσα από τις εφημερίδες προσφορά της δωρεάν εκμάθησης. Οι έμποροι των ραπτομηχανών, εκπαιδεύοντας τις γυναίκες στη ραπτομηχανή, αποβλέπουν στη δημιουργία ενός εργατικού δυναμικού στον τομέα της ραπτικής. Ένα ολόκληρο δίκτυο φασόν πλέκεται μέσα από το σύστημα αγοράς μιας ραπτομηχανής. Τα καταστήματα διαφημίζουν τις παραγγελίες που μπορούν να εκτελέσουν. Έτσι, η Κεντρική Αποθήκη Μηχανών Ραπτικής του Δημητρίου Κωνσταντίνου αναλαμβάνει την εκτέλεση «ραπτικών εργασιών, ασπρορούχων, μάλλινων, μεταξωτών, προικών, λινοστολών, για οικογένειες, ράπτες και υποδηματοποιούς».169 Πραγματικά, διαπιστώνουμε ότι όχι μόνο οι οικογένειες, αλλά και οι ράφτες μπορούν να δώσουν για εκτέλεση τις παραγγελίες τους στα καταστήματα πώλησης ραπτομηχανών, αντί αυτοί οι ίδιοι να αναζητήσουν εργάτριες. Είναι φανερό από το παράδειγμα στο χωριό Δίδυμα, όπου κάθε σπιτικό είχε και τη δική του ραπτομηχανή, ότι ασφαλώς αυτή δεν χρησίμευε μόνο για τις ραπτικές εργασίες της οικογένειας, αλλά και για την εκτέλεση διάφορων παραγγελιών. Προφανώς το σύστημα φασόν επεκτείνεται και έξω από τα όρια του συγκροτήματος Αθηνών και Πειραιώς, μέσω των πρακτόρων που διαθέτουν οι καταστηματάρχες. Είναι φανερό, αν λάβει κανείς

167. Σφαίρα, αρ. 9008, 21-1-1912.

168. Βλ. Ιωάννα Παπαντωνίου, «Συμβολή στη μελέτη της γυναικείας ελληνικής παραδοσιακής φορεσιάς», Εθνογραφικά 1, 1978, σ. 6 και 49.

169. Ποσειδών, αρ. 481, 4-9-1876.

Σελ. 140
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/141.gif&w=600&h=915

υπόψη από τα δημοσιεύματα του τύπου τις περιοχές στις οποίες εξαπλώνεται η ραπτομηχανή, ότι αυτές συμπίπτουν με τις περιοχές που μαστίζονται από την οικονομική κρίση. Τελικά φαίνεται ότι τίποτα δεν αφήνεται στην τύχη του.

Παράλληλα με την τεχνική εξέλιξη της ραπτομηχανής, η οποία επιτυγχάνει την αντικατάσταση της χειροκίνητης βελόνας για την κεντητική, την πλεκτική και την ραπτική των υποδημάτων, το σύστημα φασόν διεισδύει και σε αυτές τις εργασίες.

Η ευρεία διάδοση της ραπτομηχανής είχε πολλές επιπτώσεις τόσο στη γυναικεία απασχόληση, όσο και στην ανάπτυξη ορισμένων κλάδων της μεταποίησης. Η ραπτομηχανή βελτιώνει την παραγωγικότητα των κατ' οίκον εργαζομένων γυναικών, αυξάνοντας ταυτοχρόνως τις χρηματικές αποδοχές τους. Αλλωστε είναι ενδεικτικό το γεγονός ότι αποτελεί ένα από τα αντικείμενα της προίκας.

Στον τομέα της μεταποίησης επιτυγχάνεται η μαζικοποίηση της παραγωγής ετοίμων ενδυμάτων και ασπρορούχων. Με την εμπορευματοποίηση του έτοιμου ρούχου σε προσιτές τιμές διευρύνεται το καταναλωτικό κοινό.

Καταλήγοντας, θα ήθελα να σημειώσω μια διχοτομία που παρατηρείται στις ενδυματολογικές προτιμήσεις. Πρόκειται για το ένδυμα προϊόν μηχανοκίνητης εργασίας που εκτελείται με την ραπτομηχανή και κυκλοφορεί μαζικά στο ίδιο σχέδιο και για το ένδυμα προϊόν της «χειροκίνητης» βελόνας. Σταδιακά τα ραμμένα και κεντημένα στο χέρι ρούχα μπαίνουν στην κατηγορία των ειδών πολυτελείας. Γιατί προβάλλουν τη δεξιότητα του/της δημιουργού τους, απαιτούν χρόνο, κοστίζουν περισσότερα χρήματα και καθίστανται αποκλειστικό προνόμιο των ανωτέρων στρωμάτων της ελληνικής κοινωνίας.

10. Η ΕΡΓΑΣΙΑ ΦΑΣΟΝ

Στα χρόνια του πολέμου

Είναι γεγονός ότι δεν διαθέτουμε αριθμητικά δεδομένα για την ανάπτυξη της κατ' οίκον εργασίας στην Ελλάδα. Ωστόσο, οι διάσπαρτες πληροφορίες από ποικίλες πηγές μας επιτρέπουν να σχηματίσουμε μια ιδέα τόσο για τον μηχανισμό συγκρότησης, όσο και για τις διαδικασίες εξάπλωσης αυτής της μορφής εργασίας που απασχολεί κυρίως γυναίκες.

Η συγκρότηση της κατ' οίκον εργασίας συνδέεται με έναν από τους βασικότερους άξονες της τρικουπικής πολιτικής, την αναδιοργάνωση του στρατού. Από το 1882 έως το 1887 ο Χαρίλαος Τρικούπης παίρνει μια σειρά από μέτρα για τη βελτίωση του μορφωτικού επιπέδου του στρατού. Συγκεκριμένα, αναδιοργανώνει τη Σχολή Ευελπίδων και ιδρύει σχολές προπαρασκευής στελεχών

Σελ. 141
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/142.gif&w=600&h=915

του στρατού και του ναυτικού.170 Επίσης γνωρίζουμε ότι η έκρυθμη κατάσταση που επικρατούσε στα Βαλκάνια και ειδικότερα στην Ελλάδα είχε ως αποτέλεσμα κατά την περίοδο 1880-1895 να αυξηθούν οι στρατιωτικές δαπάνες.171 Είναι βέβαια φανερό ότι όλοι όσοι φοιτούν στις σχολές θα πρέπει να έχουν καθορισμένη ενδυματολογική εικόνα, δηλαδή να φορούν στολή. Η ενιαία ενδυματολογική εικόνα ισχύει και για τους στρατιώτες και τους αξιωματικούς που επιστρατεύονταν για την αντιμετώπιση της προαναφερόμενης έκρυθμης πολεμικής κατάστασης.

Στην ανάγκη του στρατού για ένδυση οφείλει τη διάδοση και την ανάπτυξή της η κατ' οίκον εργασία. Ας δούμε ποιες είναι αυτές οι γυναίκες που ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις αυτής της μορφής εργασίας. Καταρχάς είναι οι συγγενείς (αδελφές - σύζυγοι - χήρες) των επιστρατευμένων, στρατιωτών και αξιωματικών, οι οποίες οφείλουν να αναζητήσουν οικονομικούς πόρους για την επιβίωσή τους. Προφανώς, οι γυναίκες αυτές διαθέτουν και προσβάσεις στους μηχανισμούς διοίκησης του στρατού. Πέρα από αυτές υπάρχουν και εκείνες οι οποίες έχουν ραπτομηχανή και προτίθενται να αναλάβουν εργασία.

Από την πλευρά της παραγωγής υφασμάτων και οργάνωσης της εργασίας χρειαζόταν και η κατάλληλη υποδομή. Ήδη από το 1876 δύο μεγάλα βαμβακοϋφαντήρια του Πειραιά, αυτό του Τρίπου-Πανά, καθώς και των Τσάτη και Σταμόπουλου, διευρύνουν τον κύκλο των εργασιών τους παράγοντας ύφασμα για το στρατό.172 Μέχρι το 1885 η Αποθήκη Ιματισμού του στρατού έκοβε με πρωτόγονα μέσα τα ενδύματα, απασχολώντας στρατιώτες ως έκτακτο προσωπικό. Επίσης στο εργοστάσιο των Αφών Ρετσίνα τοποθετείται μεγάλη ατμοκίνητη κοπτική μηχανή, η οποία αποβλέπει κυρίως στην εξυπηρέτηση των αναγκών του στρατού.173 Εκτός από την κοπή των στρατιωτικών ρούχων η κυβέρνηση παραγγέλνει στο εργοστάσιο των Αφών Ρετσίνα ύφασμα για βαμβακερές στολές του στρατού, για χλαίνες, αμπέχωνα, υποδύτες, σκελέες και

170. Τον Ιούλιο του 1882 αναδιοργανώνει τη Σχολή Ευελπίδων και ιδρύει Σχολή Υπαξιωματικών, τον Απρίλιο του 1884 δημιουργεί Σχολή Προπαρασκευής Υπαξιωματικών. Επίσης ιδρύει ειδικές σχολές για το ιππικό και το πυροβολικό. Τον Μάιο του 1887 ιδρύει τη Σχολή Εφέδρων Αξιωματικών. Όσον αφορά την οργάνωση του Ναυτικού, τον Μάρτιο του 1884 ιδρύει τη Σχολή Ναυτικών Δοκίμων. Επτά εμποροναυτικές σχολές που ιδρύθηκαν το 1882 στον Πειραιά, την Πάτρα, τη Σύρο, το Αργοστόλι, την Ύδρα, τις Σπέτσες και το Γαλαξίδι συμβάλλουν στη σύσταση ενός μορφωμένου σώματος που θα εντασσόταν στον ελληνικό στόλο. Βλ. Κωνσταντίνος Τσουκαλάς, «Η αναδιοργάνωση του στρατού και του στόλου», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ. ΙΔ', Αθήνα 1978, σ. 48-50.

171. Βλ. Κωνσταντίνος Βεργόπουλος, «Η γενικότερη δημοσιονομική πολιτική», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ. ΙΔ', σ. 73-76, Αθήνα 1978.

172. Ανώνυμος, «Υφαντήριον Τρίπου-Πανά», Ποσειδών, αρ. 399, 7-6-1876.

173. Σφαίρα, αρ. 1460, 8-11-1885' Πρόνοια, αρ. 742, 12-11-1885· Ανώνυμος, «Εγχώριος Βιομηχανία», Πρόνοια, αρ. 769, 30-12-1885.

Σελ. 142
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/143.gif&w=600&h=915

υποράμματα φουστανελών για τα ευζωνικά τάγματα.174 Μέχρι τότε το ύφασμα, που ήταν λινάρι, εισαγόταν από το εξωτερικό.175 Το γεγονός ότι το 1885 ένα μεγάλο εργοστάσιο, όπως των Αφών Ρετσίνα, διαθέτει και εργαστήριο ραπτικής,176 μας επιτρέπει να υποθέσουμε ότι οι εργασίες που έχει αναλάβει από το Δημόσιο δεν είναι μόνο η κατασκευή του υφάσματος και η κοπή, αλλά και η ραπτική των στρατιωτικών ενδυμάτων. Το 1889 το εργοστάσιο των Αφών Ρετσίνα κατασκεύασε 300.000 μέτρα υφάσματος για υποδήτες και σκελέες και 300.000 μέτρα για υποράμματα φουστανελών.177 Το ύφασμα κομμένο παραδίδεται στην Αποθήκη Ιματισμού του στρατού, η οποία το διαθέτει προς ραφή έναντι αμοιβής στις γυναίκες της Αθήνας και του Πειραιά. Φαίνεται ότι από εδώ και στο εξής η Αποθήκη Ιματισμού διαθέτει οργανωμένο τμήμα παροχής εργασίας.

Για τη ραφή των ασπρορούχων του στρατού από το 1885 ακολουθείται άλλη διαδικασία. Η Αποθήκη Ιματισμού του στρατού παραδίδει το ύφασμα κομμένο στον φιλανθρωπικό Σύλλογο των Κυριών, ο οποίος αναλαμβάνει την ευθύνη για τη ραφή των ασπρορούχων. Ως προς τον μηχανισμό του φασόν εδώ εντοπίζουμε μία εμπλοκή, διότι ο θεσμός της φιλανθρωπίας ακολουθεί τους δικούς του κανόνες με τη δωρεάν παροχή εργασίας. Γιατί οι παιδαγωγοί του παρθεναγωγείου και οι γυναίκες των εύπορων στρωμάτων της πειραϊκής κοινωνίας αναλαμβάνουν να ράβουν δωρεάν εσώρουχα για το στρατό, ενώ οι άπορες γυναίκες παίρνουν «μετριωτάτη αμοιβή».178 Αν και δεν γνωρίζουμε το ποσό της αμοιβής ώστε να μπορούμε να κάνουμε συγκρίσεις, από τον τρόπο που προβάλλεται το γεγονός στον τύπο υποθέτουμε ότι πρόκειται για πολύ μικρότερο ποσό από το κανονικό. Ο Πειραιάς παρομοιάζεται με «εργοστάσιον ραπτικής» όπου οι γυναίκες όλων των κοινωνικών τάξεων συνυπάρχουν ειρηνικά, είτε λαμβάνουν αμοιβή, είτε όχι, συνεισφέροντας με αυτό τον τρόπο υπέρ του ελληνικού στρατού.179

Με τα γεγονότα του 1897 το ελληνικό φασόν εισέρχεται σε μια δεύτερη φάση ανάπτυξης. Η διαδικασία επιλογής των ραπτριών και διανομής του υφάσματος αλλάζει. Το Υπουργείο των Στρατιωτικών αφαιρεί από την Αποθήκη Ιματισμού του στρατού την αρμοδιότητα της επιλογής ραπτριών φασόν και αναθέτει τη ραφή των στρατιωτικών ενδυμάτων με εργολαβία στους εμποροράπτες των κοριτσιών του Αρσακείου και στο φιλανθρωπικό σωματείο Ένωσις

174. Πρόνοια, αρ. 780, 18-1-1886.

175. Ανώνυμος, «Εγχώριος Βιομηχανία», ό.π.

176. Βλ. Χριστίνα Αγριαντώνη, Οι απαρχές της εκβιομηχάνισης..., ό.π., σ. 333.

177. Σφαίρα, αρ. 2314, 16-3-1889.

178. Σφαίρα, αρ. 1430, 5-10-1885.

179. Σφαίρα, αρ. 1446, 26-10-1885.

Σελ. 143
Φόρμα αναζήτησης
Αναζήτηση λέξεων και φράσεων εντός του βιβλίου: Γυναίκες εργάτριες στην ελληνική βιομηχανία και στη βιοτεχνία (1870-1922)
Αποτελέσματα αναζήτησης
    Ψηφιοποιημένα βιβλία
    Σελίδα: 124
    

    μεταβάλλεται σε ανώνυμη εταιρεία με την ονομασία «Αδελφοί Γ. Ασπιώτη Α.Ε.». Δύο χρόνια αργότερα η εταιρεία μεταφέρεται σε νέο κτίριο στην Κέρκυρα. Ταυτόχρονα επεκτείνει την επιχειρηματική της δραστηριότητα και στο εξωτερικό, κατασκευάζοντας παιγνιόχαρτα για την Αίγυπτο και κουτιά τσιγάρων για την Αλβανία. Τον Σεπτέμβριο του 1927 συγχωνεύεται με την εδρεύουσα στην Αθήνα επιχείρηση γραφικών τεχνών ΕΛΚΑ Α.Ε. Η εταιρεία αυτή ξεκίνησε τις δραστηριότητές της με την επωνυμία Κ. Πανάς & Σία, ως μικρό λιθογραφείο και κυτιοποιείο τσιγάρων στη Θεσσαλονίκη. Αργότερα, το 1917-1918, διατηρώντας πάντα το εργοστάσιο της Θεσσαλονίκης, μετέφερε ένα μεγάλο μέρος των εργασιών της στην οδό Μιχαήλ Βόδα, και αργότερα στο Σταθμό Πελοποννήσου, κοντά στις αποθήκες της Καπνοβιομηχανίας, στην Αθήνα.

    Έχω την πεποίθηση ότι ο λόγος της συγχώνευσης ήταν η αλληλοκάλυψη των δραστηριοτήτων των δύο επιχειρήσεων. Η νέα εταιρεία που προέκυψε μετά τη συγχώνευση, ονομάστηκε Ανώνυμος Εταιρεία Γραφικών Τεχνών ΑΣΠΙΩΤΗΕΛΚΑ και είχε έδρα την Αθήνα. Η εταιρεία διέθετε τρία εργοστάσια —ένα στην Αθήνα, ένα στην Κέρκυρα και ένα στη Θεσσαλονίκη— και συνέχισε τις εργασίες της και τη συνεργασία της με το ελληνικό κράτος. Το 1938 οι δραστηριότητες της εταιρείας ΑΣΠΙΩΤΗ-ΕΛΚΑ Α.Ε. μεταφέρθηκαν σε νέο εργοστάσιο στην οδό Βουλιαγμένης στην Αθήνα. Κατά τον ελληνοϊταλικό πόλεμο του 1940 το παλαιό εργοστάσιο της εταιρείας στην Κέρκυρα υπέστη ανεπανόρθωτες καταστροφές από τον βομβαρδισμό των ιταλικών αεροπλάνων και έκλεισε αναγκαστικά και οριστικά. Τα ελάχιστα μηχανήματα και προσωπικά αντικείμενα των πρωτοπόρων ιδρυτών της επιχείρησης μεταφέρθηκαν στην Αθήνα.

    Μια και δεν έχω πρόθεση να παρουσιάσω αναλυτικά το ιστορικό της επιχείρησης, περιορίζομαι να κάνω μερικές διαπιστώσεις. Η επιχείρηση αυτή μας προσφέρει ένα μοναδικό ίσως παράδειγμα για τα ελληνικά δεδομένα: πρόκειται για την πρώτη ελληνική επιχείρηση με μαζική παραγωγή προϊόντων διαφορετικών μεταξύ τους, τα οποία στηρίζονται στην τυπογραφική ή λιθογραφική επεξεργασία. Έχω την εντύπωση ότι η ιστορία της επιχείρησης εκτυλίσσεται παράλληλα με την ιστορία της λιθογραφίας. Ουσιαστικά, όμως, πρόκειται για ταύτιση της ιστορίας του εργοστασίου, το οποίο λειτουργεί έως το 1973, με την ιστορία των γραφικών τεχνών στην Ελλάδα.

    8. ΟΙ ΕΡΓΑΤΡΙΕΣ ΤΗΣ ΒΕΛΟΝΑΣ: ΜΟΔΙΣΤΡΕΣ, ΑΣΠΡΟΡΟΥΧΟΥΔΕΣ

    Η πολυμορφία και οι διαφοροποιήσεις

    Τα επαγγέλματα της μοδίστρας και της ασπρορουχούς προσελκύουν τις νεαρές κοπέλες που ενδιαφέρονται να επενδύσουν χρόνο για να μάθουν μια τέχνη και