Συγγραφέας:Σαλίμπα, Ζιζή
 
Τίτλος:Γυναίκες εργάτριες στην ελληνική βιομηχανία και στη βιοτεχνία (1870-1922)
 
Τίτλος σειράς:Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας
 
Αριθμός σειράς:37
 
Τόπος έκδοσης:Αθήνα
 
Εκδότης:Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς
 
Έτος έκδοσης:2002, 2004
 
Σελίδες:366
 
Αριθμός τόμων:1 τόμος
 
Γλώσσα:Ελληνικά
 
Θέμα:Μαθητεία και εργασία
 
Τοπική κάλυψη:Ελλάδα
 
Χρονική κάλυψη:1870-1922
 
Περίληψη:Η εργασία αυτή έχει ως αντικείμενο την ιχνογράφηση της φυσιογνωμίας της ελληνίδας εργάτριας από την εμφάνισή της στον κόσμο της μισθωτής εργασίας ως τη Μικρασιατική Καταστροφή και την άφιξη των προσφύγων στην Ελλάδα το 1922, χρονολογία κατά την οποία αλλάζει το κοινωνικό σκηνικό στις ελληνικές πόλεις. Όταν το 1870 αρχίζουν τα πρώτα φουγάρα των εργοστασίων να ξεφυτρώνουν ένα-ένα σαν τα μανιτάρια στον Πειραιά, και η Αθήνα να αποκτά σιγά-σιγά τα χαρακτηριστικά ευρωπαϊκής μεγαλούπολης, τότε εμφανίζονται επί της οθόνης του ιστορικού γίγνεσθαι οι πρώτες εργάτριες. Ποιες ήταν αυτές οι νεοφερμένες γυναίκες; Από πού προέρχονταν; Πώς εντάσσονταν στον κόσμο του καθημερινού μόχθου; Πώς αξιοποιούσαν τον καθημερινό χρόνο τους; Ποιες ήταν οι συλλογικές αναπαραστάσεις των άλλων γι’ αυτές;
 
Άδεια χρήσης:Αυτό το ψηφιοποιημένο βιβλίο του ΙΑΕΝ σε όλες του τις μορφές (PDF, GIF, HTML) χορηγείται με άδεια Creative Commons Attribution - NonCommercial (Αναφορά προέλευσης - Μη εμπορική χρήση) Greece 3.0
 
Το Βιβλίο σε PDF:Κατέβασμα αρχείου 12.88 Mb
 
Εμφανείς σελίδες: 131-150 από: 370
-20
Τρέχουσα Σελίδα:
+20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/131.gif&w=600&h=915

ακολουθούν αυτές που απασχολούνται στα ραφεία ανδρικών ενδυμάτων. Το μικρότερο ποσοστό εργατριών φαίνεται ότι απασχολείται στα εργαστήρια ασπρορούχων. Δεύτερον, έχουμε μια αναλυτικότερη κατανομή σε ομάδες ηλικιών των εργατριών σε σχέση με αυτήν της απογραφής του 1920. Σε σύνολο 1.257 εργατριών που δουλεύουν στις επιχειρήσεις του ενδύματος, το 3,5 % είναι ηλικίας 12 ετών, το 12,5% είναι 12-14 ετών, το 57,8% είναι 14-18 ετών, το 15,7% είναι 18-20 ετών, το 9,5 % είναι 20-30 ετών και το 1 % είναι από 30 ετών και πάνω. Κι εδώ ο κανόνας επαληθεύεται. Όπως και στις επιχειρήσεις χαρτιού και πιλοποιίας, η πλειοψηφία των εργατριών είναι από 14 έως 18 ετών. Ο χρόνος εργασιακής ζωής τους είναι περιορισμένος, γιατί μετά την ηλικία των 18 ετών οι εργάτριες φαίνεται ότι εγκαταλείπουν το εργαστήριο. Πολύ σπάνια συναντάμε στο εργαστήριο εργάτριες που είναι πάνω από 30 ετών. Από την κατά κλάδο κατανομή των ηλικιών, τα ραφεία ανδρικών ενδυμάτων έχουν το μεγαλύτερο ποσοστό (7,50%) εργατριών ηλικίας 12 ετών και, παράλληλα, το υψηλότερο ποσοστό (2,20%) εργατριών ηλικίας 30 ετών και πάνω. Είναι φανερό ότι στα ραφεία των ανδρικών ενδυμάτων οι εργάτριες χρησιμοποιούνται μόνο σε βοηθητικές εργασίες ή στο ράψιμο των παντελονιών αυτές που μπαίνουν στο επάγγελμα δεν ενδιαφέρονται να μαθητεύσουν για να ανοίξουν το δικό τους μαγαζί, αφού το επάγγελμα του ράφτη ανδρικών ενδυμάτων βρίσκεται πάντα σε ανδρικά χέρια. Αυτό που τις ενδιαφέρει είναι να μάθουν τα απολύτως απαραίτητα για να είναι επαρκείς στην εργασία τους και για να εξασφαλίσουν το βιοπορισμό τους. Οι κοπέλες που εργάζονται στα ραφεία είναι πιο φτωχές από αυτές στα μοδιστράδικα, γι' αυτό και η ένταξή τους στην εργασία αρχίζει πιο νωρίς και τελειώνει πιο αργά.

Στο χώρο του εργαστηρίου

Αντίθετα με το εργοστάσιο, όπου οι εργάτες δουλεύουν απομονωμένοι από τον υπόλοιπο κόσμο, το εργαστήριο είναι ένας ανοικτός χώρος.155 Το εργοστάσιο περιβάλλεται από μαντρότοιχο και η πόρτα του ανοίγει μόνο τις καθορισμένες ώρες: όταν μπαίνουν οι εργαζόμενοι για να πιάσουν δουλειά, όταν έχουν διάλειμμα και όταν σχολάνε. Το εργαστήριο βγαίνει κατευθείαν στο δρόμο. Από τα παράθυρα οι εργάτριες βλέπουν τους περαστικούς και οι περαστικοί με τη σειρά τους χαζεύουν τις εργάτριες. Οι πελάτισσες μπαίνουν στο εργαστήριο, δοκιμάζουν ή διαλέγουν ρούχα, ανταλλάσσουν κουβέντες με τις εργάτριες καί φεύγουν. Οι εργάτριες, κυρίως οι νεαρές μαθητευόμενες, όλη μέρα ανεβοκατεβαίνουν την οδό Ερμού και τις παρόδους της για να αγοράσουν τα είδη ραπτικής

155. Βλ. Arlette Farge, La vie fragile. Violence, pouvoirs et solidarités à Paris au XVIIIe siècle, Παρίσι 1986, σ. 127-132.

Σελ. 131
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/132.gif&w=600&h=915

κής (βελόνες, καρφίτσες, φόδρες κ.ά.). Είναι πολύ χαρακτηριστικό το θέαμα αυτών των κοριτσιών με τις ποδιές-στολή του εργαστηρίου, με το απαραίτητο ψαλιδάκι κρεμασμένο με κόκκινη κορδέλα από το λαιμό, και με τα στήθη τους κατάστικτα από ένα πλήθος κεφαλάκια καρφιτσών.166 Αλλες, πάλι, μπαινοβγαίνουν ή ακόμη και φεύγουν νωρίτερα από το σχόλασμα για να παραδώσουν στα σπίτια των κυριών τα ρούχα που ετοιμάστηκαν. Αυτές είναι οι ευνοούμενες της μοδίστρας, αφού καταφέρνουν και αυξάνουν το εισόδημά τους με τα φιλοδωρήματα από τις κυρίες που παραλαμβάνουν τα φορέματα. Είναι φανερό ότι το εργαστήριο είναι ένας ανοικτός χώρος, στον οποίο οι εργάτριες δεν υπόκεινται στους κανόνες πειθαρχίας του εργοστασιακού χώρου. Κι επειδή ακριβώς πρόκειται για ανοικτό χώρο, όπου οι νεαρές επίδοξες μοδίστρες έρχονται σε επαφή όχι μόνο με τις πελάτισσες, αλλά κυρίως με τον κόσμο της αγοράς, όπως είναι ο έμπορος των ειδών ραπτικής ή ο ψιλικατζής της γειτονιάς, έχουν πάρα πολύ καλή πρόσβαση σε πληροφόρηση για όλα τα θέματα γύρω από το επάγγελμά τους. Με λίγα λόγια, γνωρίζουν ποια μοδίστρα-εργοδότρια πληρώνει τα περισσότερα, ποια έχει την πιο απαιτητική και με τα πιο πολυτελή γούστα πελατεία, όπου επικρατούν οι καλύτερες συνθήκες εργασίας, ακόμη και ποια από τις μοδίστρες-εργοδότριες μαθαίνει στις νεαρές μαθητευόμενες τα μυστικά, την τέχνη του επαγγέλματος. Αυτός ο συλλογισμός, όμως, προκαλεί ερωτήματα: στο εργαστήριο επικρατεί πράγματι η εικόνα που έχουμε στο μυαλό μας, δηλαδή το «esprit maison»' με όλη αυτή την πληροφόρηση πώς είναι δυνατόν να μην υπάρχει κινητικότητα, πώς είναι δυνατόν οι κοπέλες να μην μετακινούνται από τον ένα οίκο ραπτικής στον άλλον όπου επικρατούν καλύτερες συνθήκες εργασίας και ο μισθός είναι μεγαλύτερος; Και εφόσον πραγματικά συμβαίνει αυτό, πώς είναι δυνατόν να υπάρχουν συγκεκριμένοι ρόλοι, συγκεκριμένα καθήκοντα για την κάθε νεαρή εργαζόμενη; Στο εργαστήριο μοδιστρικής δεν επικρατούν οι ίδιοι κανόνες εργασιακής πειθαρχίας με αυτούς του εργοστασίου. Όπως διαπιστώσαμε, με το σύστημα των κρατήσεων (10%) επί του μισθού που συνήθως ισχύει στο εργοστάσιο, οι εργάτριες είναι δύσκολο να φύγουν όποτε θέλουν, γιατί χάνουν τα χρήματά τους. Επίσης, στο εργοστάσιο υπάρχουν επίσημες καταστάσεις μισθοδοσίας, από τις οποίες φαίνεται και η κίνηση του προσωπικού, που είναι πολυάριθμο. Στο εργαστήριο μοδιστρικής, λόγω του μεγέθους του, η εργοδότρια δεν έχει ανάγκη να κρατά μισθολογικές καταστάσεις για να πληρώνει τις εργάτριες και προφανώς δεν κάνει ούτε κρατήσεις. Ολα βασίζονται στη «διά στόματος» συμφωνία. Με βάση αυτά τα δεδομένα, οι εργάτριες μοδιστρικής είναι δυνατόν να μετακινούνται ευκολότερα από το ένα εργαστήριο στο άλλο απ' ό,τι οι εργάτριες του εργοστασίου που δεν

156. Ανώνυμος, «Η εργαζόμενη γυναίκα. Εκστρατεία του Αστέρος εις τον εργαζόμενον γυναικείον κόσμον», Αστήρ, αρ. 1084, 9-9-1912.

Σελ. 132
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/133.gif&w=600&h=915

διαθέτουν ούτε τη στοιχειώδη πληροφόρηση για το πού επικρατούν καλύτερες συνθήκες εργασίας. Και ακόμη κι αν περάσουν το διάστημα της μαθητείας τους στο ίδιο εργαστήριο, μόλις μάθουν τα βασικά της τέχνης βιάζονται να φύγουν, παίρνοντας μαζί τους και λίγους βοηθούς για να δημιουργήσουν το δικό τους εργαστήριο ή για να εργασθούν μόνες τους.157

Τα καθήκοντα των εργατριών στο εργαστήριο δεν είναι συγκεκριμένα. Ανάλογα με το είδος του ενδύματος, με τις απαιτήσεις της πελάτισσας και με τον φόρτο εργασίας οι εργάτριες εναλλάσσονται στους ρόλους και τα καθήκοντά τους. Κατά κανόνα οι εργάτριες περνούν το πρώτο διάστημα της μαθητείας τους, που διαρκεί από 4 έως 6 χρόνια, στις οδούς για να αγοράσουν είδη ραπτικής ή κάνουν θελήματα για λογαριασμό της εργοδότριάς τους.158 Ένα από τα καθήκοντά τους είναι και ο καθαρισμός του εργαστηρίου. Στα μεγάλα εργαστήρια επικρατεί αναγκαστικά ο καταμερισμός εργασίας, οι κοπέλες αποκτούν εξειδίκευση σε μια συγκεκριμένη εργασία, πράγμα που καθιστά ατελή την τεχνική τους κατάρτιση. Λόγω της έλλειψης συστηματικής εκπαίδευσης οι περισσότερες μοδίστρες είναι λίγο-πολύ αυτοδίδακτες και δεν γνωρίζουν τα στοιχειωδέστερα της τέχνης τους, η οποία εκτός από την τεχνική δεξιότητα και κατάρτιση απαιτεί και γνώσεις αισθητικής. Η σύζευξη των χρωμάτων, η αρμονία στην ποιότητα του υφάσματος, η διακόσμηση του φορέματος, οι πιέτες που προσδίδουν χάρη στο ρούχο είναι θέματα εντελώς άγνωστα για τις περισσότερες μοδίστρες,159 που στερούνται κοινωνικής μόρφωσης, που, επιπλέον, δεν έχουν διδαχτεί ποτέ ούτε στο εργαστήριο τους βασικούς κανόνες αισθητικής και είναι δύσκολο λόγω της κοινωνικής τους προέλευσης να ενταχθούν στους κοσμοπολίτικους κύκλους της Αθήνας, εκεί όπου λανσάρεται η μόδα. Γι' αυτό οι παρισινές μοδίστρες ή όσες ισχυρίζονταν ότι είχαν μαθητεύσει σε παρισινούς οίκους μοδιστρικής ήταν ευπρόσδεκτες από τις πλούσιες αστές. Συχνά παρατηρούμε από τις διαφημίσεις ότι οι μοδίστρες χρησιμοποιούσαν ως ψευδώνυμο γαλλικό όνομα ή άλλαζαν με τρόπο που να φαίνεται γαλλικό το όνομά τους προκειμένου να προσελκύουν πελατεία.

Όσον αφορά τις συνθήκες υγιεινής και καθαριότητας που επικρατούν στο εργαστήριο, τα πράγματα διαφέρουν ανάλογα με τη φύση των επαγγελμάτων. Τα εργαστήρια γυναικείων ενδυμάτων και ασπρορούχων που διευθύνονται από γυναίκες και η πελατεία τους είναι γυναικεία πληρούν τις απαραίτητες συνθήκες καθαριότητας. Επιπλέον, ας λάβουμε υπόψη ότι οι εργοδότριες που δια

157. Υπουργείον Εθνικής Οικονομίας, Διεύθυνσις Εργασίας, Εκθέσεις... 1921, ό.π.,

σ. 80.

158. Στο ίδιο, σ. 76.

159. Καλλιρρόη Παρρέν, «Αι παρισιναί εργάτιδες και αι ιδικαί μας, Β'», Εφημερίς των Κυριών, αρ. 129, 27-8-1889.

Σελ. 133
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/134.gif&w=600&h=915

διαμένουν συνήθως εντός των εργαστηρίων ενδιαφέρονται να παρουσιάσουν το εσωτερικό τους ευπρόσωπο. Αντίθετα, τα ραφεία ανδρικών ενδυμάτων είναι κατά κανόνα ακάθαρτα, με πατώματα επιχρισμένα από παχύ στρώμα λάσπης, με τοίχους μαυρισμένους από τα κάρβουνα που χρησιμοποιούν για να πυρώνει το σίδερο των ρούχων. Ιδιαίτερα το χειμώνα στα ραφεία, όπου αναγκάζονται να κλείνουν τα παράθυρα για να ζεσταίνονται, η ατμόσφαιρα είναι πνιγηρή και ανθυγιεινή.160

Η διάταξη του νόμου 4029/1912 «περί εργασίας γυναικών και ανηλίκων», η οποία προβλέπει εξάωρη εργασία για τις μαθητευόμενες ηλικίας 12-14 ετών, δεν τηρείται στα εργαστήρια, ούτε όμως και η ενδιάμεση ανάπαυση. Τις εποχές που υπάρχει φόρτος εργασίας οι εργάτριες απασχολούνται και πέραν του θεσμοθετημένου δεκαώρου και κατά κανόνα χωρίς να πληρώνονται για την υπερωριακή τους εργασία. Η οκτάωρη εργασία που ορίζει ο νόμος για το Σάββατο καταπατείται γιατί, σύμφωνα με τις καθιερωμένες συνήθειες, τα φορέματα παραδίδονται στην πελατεία αυτή την ημέρα.161

Όσον αφορά την αμοιβή των εργατριών της βελόνας, τα ποσοτικά στοιχεία που διαθέτουμε είναι ελάχιστα, γεγονός που οφείλεται τόσο στην έλλειψη τεκμηρίων (δεν διαθέτουμε αρχεία επιχειρήσεων του ενδύματος), όσο και στην ανυπαρξία κρατικών στατιστικών και δημοσιογραφικών ερευνών για τις αμοιβές των απασχολουμένων στον κλάδο του ενδύματος. Οπωσδήποτε η οικονομική κατάσταση των νεαρών κοριτσιών, που έχουν την πολυτέλεια να μαθητεύουν χωρίς τις περισσότερες φορές να πληρώνονται, είναι πολύ καλύτερη από των εργατριών των εργοστασίων, οι οποίες πιάνουν δουλειά για να ξεπεράσουν το όριο της ανέχειας.

Με βάση τις εκθέσεις της Επιθεώρησης Εργασίας συνέταξα τον ακόλουθο πίνακα, ο οποίος μας δίνει την εικόνα της μισθολογικής κλίμακας που επικρατεί το 1921 για τις εργάτριες της βελόνας στα εργαστήρια που επιθεωρήθηκαν στην Αθήνα.

Για να συγκρίνουμε καλύτερα τα ποσοτικά δεδομένα που δίνει ο Πίνακας 21, κατέγραψα δίπλα σε κάθε αριθμό το ποσοστό επί του συνόλου των εργατριών που αντιστοιχεί σε κάθε επαγγελματική κατηγορία ξεχωριστά. Η τελευταία στήλη, εκτός από τον συνολικό αριθμό των εργατριών που δίνει για κάθε μισθολογική κλίμακα, περιέχει και το ποσοστό (%) της αναλογίας του επί του συνολικού αριθμού των εργατριών.

Επιχειρώντας να δώσω στον αναγνώστη μια σαφή εικόνα του τρόπου αμοιβής, χώρισα την πρώτη στήλη σε δύο τμήματα. Το πρώτο τμήμα περι-

160. Υπουργείον Εθνικής Οικονομίας, Διεύθυνσις Εργασίας, Εκθέσεις... 1921, ό.π., σ. 62 και 66.

161. Στο ίδιο, σ. 67.

Σελ. 134
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/135.gif&w=600&h=915

ΠΙΝΑΚΑΣ 21

Ημερομίσθια των εργατριών στις επιχειρήσεις τον ενδύματος στην Αθήνα, 1921

Εργαστήρια

Εργαστήρια

Ημερομίσθια σε δραχμές

γυναικείων ενδυμάτων

ασπρορούχων

ασπρορούχων

παιδικών ενδυμάτων

ανδρικών ενδυμάτων

Σύνολο

Δεν

πληρώνονται

95

12,5

5

7,2

100

8,1

2

203

26,6

2

6,2

6

7,1

9

13,2

23

8,3

243

19,8

2-4

195

25,6

7

21,9

22

25,9

18

26,1

57

20,5

299

24,4

4-6

148

19,4

11

34,4

34

40

15

21,7

68

24,5

276

22,5

6-8

56

7,3

5

15,6

11

13

11

15,9

55

19,8

138

11,2

8-10

27

3,4

5

15,6

7

8,2

6

8,7

35

12,6

80

6,5

10-12

10

1,3

2

6,25

3

3,5

2

2,9

20

7,2

37

3

12-15

6

0,8

2

2,9

18

6,5

26

2,1

15-20

2

0,3

2

2,3

2

0,6

6

0,5

20-25

2

0,3

2

0,2

Με μηνιαίο μισθό

300

5

0,7

5

0,4

300-400

8

1

1

1,4

9

0,7

400-500

2

0,3

2

0,2

700

1

0,1

1

0,1

800

2

0,3

2

0,2

1.000

1

0,1

1

0,1

Σύνολο

763

100

32

100

85

100

69

100

278

100

1.227

100

Πηγή: ΥΕΟ, Διεύθυνσις Εργασίας, ό.π., σ. 64-65

περιλαμβάνει τα πρόσωπα που αμείβονται με ημερομίσθιο, το δεύτερο τμήμα περιλαμβάνει τα πρόσωπα που αμείβονται με μηνιαίο μισθό. Στα πολύ μεγάλα και πολυτελή εργαστήρια μοδιστρικής υπάρχει η άριστη μοδίστρα, που φημίζεται για την τέχνη της στη βελόνα και στο ψαλίδι, το γούστο της οποίας συμβουλεύονται οι πελάτισσες· αυτή συνήθως αμείβεται με μηνιαίο μισθό. Όπως φαίνεται και από τον πίνακα, οι μοδίστρες που αμείβονται με το μήνα είναι λιγοστές, το ποσοστό τους μόλις φθάνει το 2,5 %.

Η οριζόντια ανάγνωση του πίνακα μας πληροφορεί ότι το 66,7 % επί του συνόλου των εργατριών λαμβάνει ημερομίσθιο από 2 έως 6 δραχμές. Συγκεκριμένα, το 24,40% λαμβάνει ημερομίσθιο από 2 έως 4 δραχμές. Το ημερομίσθιο των εργατριών στον κλάδο του ενδύματος κυμαίνεται περίπου στα ίδια επίπεδα με αυτό των εργατριών της πιλοποιίας.

Η κάθετη ανάγνωση του πίνακα μας δίνει αναλυτικά στοιχεία για κάθε επαγγελματική κατηγορία ξεχωριστά. Το 12,5 % των εργατριών στα εργαστήρια γυναικείων ενδυμάτων δεν πληρώνεται. Είναι φανερό ότι πρόκειται για μα-

Σελ. 135
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/136.gif&w=600&h=915

μαθητευόμενες εργάτριες. Οι εργάτριες γυναικείων και ανδρικών ασπρορούχων αμείβονται καλύτερα από τις μοδίστρες και τις ράπτριες ανδρικών ενδυμάτων. Στα ραφεία ανδρικών ενδυμάτων οι εργάτριες πληρώνονται καλύτερα, το 24,5 % λαμβάνει ημερομίσθιο 4-6 δρχ., ενώ στα εργαστήρια γυναικείων ενδυμάτων το ημερομίσθιο αυτό αντιστοιχεί στο 19,4% των εργατριών.

Εφόσον το επίπεδο ζωής των εργατριών της βελόνας είναι καλύτερο από αυτό των συναδέλφων τους στα εργοστάσια κλωστοϋφαντουργίας, προφανώς και οι χρηματικές τους απολαβές δεν αξιοποιούνται κατά τον ίδιο τρόπο. Όπως διαπιστώσαμε, οι εργάτριες κλωστοϋφαντουργίας αγωνίζονται για το καθημερινό φαΐ όχι μόνο το δικό τους, αλλά ολόκληρης της οικογένειάς τους, δεν είναι σίγουρο αν οι ίδιες παίρνουν το μισθό στα χέρια τους και δεν αποφασίζουν πάντα οι ίδιες πού θα αναλωθούν οι απολαβές τους. Αντίθετα, οι εργάτριες της βελόνας και ιδίως αυτές που δουλεύουν στα εργαστήρια μοδιστρικής γυναικείων φορεμάτων είναι ανεξάρτητες. Δύσκολα τα άρρενα μέλη της οικογένειάς τους θα διαβούν τα άδυτα του εργαστηρίου για να ζητήσουν τις απολαβές της αδερφής τους ή της συζύγου τους. Επιπλέον, είναι δύσκολο να υπολογίσει κανείς πόσα ακριβώς χρήματα θα φέρει η εργάτρια της βελόνας στο σπίτι της. Όταν υπάρχει πολλή δουλειά πληρώνεται καλύτερα και όταν εκτελεί παραδόσεις παίρνει φιλοδώρημα. Σίγουρα έχει κάποιο χαρτζιλίκι στην τσέπη της, με το οποίο εξασφαλίζει μικροπολυτέλειες, όπως μια κορδέλα, μια πούδρα για το πρόσωπο ή περισσεύει κάποιο κομμάτι ύφασμα με το οποίο μπορεί να κατασκευάσει το δικό της φόρεμα. Ασφαλώς οι εργάτριες της βελόνας δεν περνούν απαρατήρητες στο δρόμο. Όσον αφορά τα χρήματα που μαζεύουν για την προίκα τους, η τεχνογνωσία που διαθέτουν και η ραπτομηχανή που αγοράζουν με τα πρώτα χρήματα που κερδίζουν αποτελούν δύο σημαντικά πλεονεκτήματα για τους υποψήφιους γαμπρούς.

Η μοδίστρα στα μάτια των «άλλων»

Το ιδιαίτερο εργασιακό καθεστώς των νεαρών κοριτσιών που απασχολούνται στα επαγγέλματα της βελόνας παίζει καταλυτικό ρόλο στη διαμόρφωση του κοινωνικού τους προφίλ. Αν οι εργάτριες των εργοστασίων δουλεύουν σ' ένα περιβάλλον «κεκλεισμένων των θυρών», μακριά από τις αστικές συνοικίες, οι εργάτριες της βελόνας είναι ορατές, η παρουσία τους συμπληρώνει το ανθρώπινο τοπίο του κέντρου της πόλης.

Στις περιγραφές των εμπορικών δρόμων της Αθήνας από τις εφημερίδες και τα περιοδικά οι δημοσιογράφοι δεν παύουν να εστιάζουν το φακό τους στα λυγερόκορμα κορίτσια που περιδιαβαίνουν τους δρόμους και ανταλλάσσουν κουβέντες και πειράγματα με τους έμπορους και τους βοηθούς τους. Η έλλειψη εργασιακής πειθαρχίας, το καθημερινό πήγαιν' έλα στο δρόμο των κοριτσιών

Σελ. 136
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/137.gif&w=600&h=915

αυτών όχι μόνο ξαφνιάζει, όχι μόνο ξενίζει τους «άλλους», αλλά αναστατώνει και τους κανόνες περί ηθικής της καθεστηκυίας τάξης. Και ποιοι, λοιπόν, είναι οι «άλλοι»; Εκτός από τους αρθρογράφους των εφημερίδων και των περιοδικών, είναι οι γυναίκες των αστικών στρωμάτων οι οποίες έχουν ταυτίσει την έννοια της εργασίας με την πειθαρχία και όχι με την ελευθεριότητα που διέπει τους κανόνες του επαγγέλματος της βελόνας. Το περιοδικό Εφημερίς των Κυριών δίνει μια χαρακτηριστική εικόνα: «Τα ολίγα των ραπτριών μας καταστήματα συναθροίζουσιν ως εν αγέλη πτωχά τινα και άπορα κοράσια, άτινα επί τρία και τέσσαρα έτη περιφέρονται ανά τας οδούς Ερμού και Αιόλου προς αγοράν κλωστών και βελονών, ή μεταφέρουσι τα διά τας κυρίας προωρισμένα φορέματα. Εννοείται ότι ο πλανώδιος αυτός βίος κατ' ουδέν συμβάλλει εις την ηθικήν της κόρης μόρφωσιν. Τουναντίον διανοίγει αυταίς οδόν, πολύ απέχουσαν της ευθείας».162

Οι μοδίστρες εστερνίζονται μέσα από το επάγγελμά τους νέες συνήθειες, όπως είναι η «ελεύθερη διακίνηση τους» στο δρόμο, αισθητικά πρότυπα τα οποία είναι ασύμβατα με τον κοινωνικό τους περίγυρο. Σιγά-σιγά υιοθετούν την περιποίηση και την κίνηση του σώματος μέσα από τον συγχρωτισμό τους με τις πελάτισσές τους, καθώς και τους τρόπους καλής συμπεριφοράς που επιβάλλεται να ακολουθούν. Οι κοπέλες της βελόνας, ακόμη και εκτός του χρόνου και του χώρου εργασίας τους, εύκολα μπορούν να διαφύγουν το άγρυπνο μάτι της οικογένειάς τους. Το ωράριο τους είναι ελαστικό" άρα δημιουργεί προϋποθέσεις ελευθερίας χρόνου και κινήσεων. Σίγουρα δεν επικαλούνται μύριες όσες δικαιολογίες για να λείψουν από την οικογενειακή εστία. Αν αναλογισθούμε τα φιλοδωρήματα ή τυχόν επιπλέον χρήματα λόγω φόρτου εργασίας θα μπορούσαμε να πούμε ότι και ο μισθός τους είναι ελαστικός —η νεαρή μοδίστρα έχει τη δυνατότητα να αποδώσει ακριβή ή ανακριβή λογαριασμό στην οικογένειά της— πράγμα που σημαίνει ότι μπορεί να διαθέσει, αν όχι ολόκληρο, σίγουρα ένα τμήμα της αμοιβής της σε πράγματα που αυτή η ίδια επιθυμεί να αποκτήσει. Η ελευθερία που έχει η νεαρή μοδίστρα να αγοράζει εκτός από τα απολύτως απαραίτητα αγαθά και είδη πολυτελείας, όπως αρώματα, στολίδια για την κοτσίδα της, υλικά για μακιγιάζ, αναστατώνει τους «άλλους». Θεωρείται σπατάλη καθετί που δεν ταιριάζει με τα πρότυπα της εργατικής οικογένειας, καθετί που εξατμίζεται όπως το άρωμα, καθετί που ξοδεύεται για τη βελτίωση της εμφάνισης. Οι μοδίστρες διαφέρουν και στην εκφορά του λόγου τους, χρησιμοποιούν «ξενόφερτες λέξεις», κυρίως γαλλικές εκφράσεις. Λέξεις όπως ο κορσές, το σουτιέν, η ρομπ ντε σαμπρ, το σάλι, η εσάρπα, το πατρόν, παρά τις επίμονες προσπάθειες δεν κατάφεραν να επιβληθούν ως εξελληνισμένες. Πραγματικά, οι εργάτριες της βελόνας διαμορφώνουν ένα νέο πολιτισμικό τύπο

162. Καλλιρρόη Παρρέν, «Αι παρισιναί εργάτιδες..., Β'», ό.π.

Σελ. 137
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/138.gif&w=600&h=915

γυναίκας, που δεν εντάσσεται με κανένα τρόπο στους κοινωνικούς συμβιβασμούς που διαπράττει η γυναίκα της αστικής τάξης, ούτε όμως στους κοινωνικούς και οικονομικούς καταναγκασμούς που βιώνει η γυναίκα των εργατικών στρωμάτων.

Οι μοδίστρες βρίσκονται κοντά στις αστές, αγγίζουν το σώμα τους όπως οι υπηρέτριες· με μια διαφορά όμως: οι μοδίστρες ασκούν εξουσία στο σώμα των αστών πελατισσών τους. Πρώτα-πρώτα διατηρούν το δικαίωμα να επιλέγουν την πελατεία τους, δεύτερον, δημιουργούν σχέσεις εξάρτησης με αυτή. Ποια πελάτισσα δεν ακούει τη μοδίστρα της, δεν κρέμεται από τα χείλη της προκειμένου να βελτιώσει την εμφανισιακή της εικόνα; Αν σκεφτούμε ότι το άριστο αισθητικό αποτέλεσμα της εμφάνισης μιας γυναίκας εξασφαλίζει καλό γάμο, είσοδο σε ανώτερα κοινωνικά κλιμάκια και εν γένει την αποδοχή της από τον κοινωνικό περίγυρο, τότε μπορούμε να κατανοήσουμε την «πολιτισμική αξία» μιας μοδίστρας. Όμως, αυτή η εξουσία που ασκεί η μοδίστρα στο σώμα της πελάτισσάς της τρομάζει γιατί δεν λειτουργεί αμφίδρομα. Η πελάτισσα δεν μπορεί με κανένα τρόπο να θέσει υπό τον έλεγχο της το σώμα της μοδίστρας. Οι μοδίστρες από τη μια και οι αστές φεμινίστριες από την άλλη, δημιουργούν ένα δίπολο γύρω από την έννοια της απελευθέρωσης του γυναικείου φύλου. Το σώμα της μοδίστρας γίνεται σύμβολο μιας σωματικής-αισθησιακής απελευθέρωσης, που ερεθίζει τη φαντασία των «άλλων». Οι μοδίστρες συχνά απασχολούν και το αστυνομικό δελτίο των εφημερίδων. Νέοι εργάτες απάγουν δεκατετράχρονες και δεκαεξάχρονες μοδίστρες προκειμένου να τις παντρευτούν. Οι γονείς ζητούν από την αστυνομία να βοηθήσει στην ανακάλυψη του «ερωτικού κρησφύγετου» του ζεύγους.163 Οι εφημερίδες αναπτύσσουν μια μυθολογία γύρω από το σώμα της μοδίστρας: τις αποκαλούν «μοδιστρούλες», τους προσδίδουν μικρή ηλικία, τις ονοματίζουν με το μικρό τους όνομα και επικεντρώνουν το λάγνο φακό τους σε γεγονότα όπως οι ερωτικές απαγωγές, οι βιασμοί, οι αυτοκτονίες λόγω ανεπιθύμητης εγκυμοσύνης, τα σαλόνια διασκεδάσεων. Αντίθετα, ο λόγος των αστών φεμινιστριών, έτσι όπως εκφέρεται, γίνεται το σύμβολο μιας διανοητικής απελευθέρωσης που προσπαθεί να καταστείλει καθετί που ερεθίζει την αισθησιακότητα και τη φαντασία των «άλλων».

9. Η ΡΑΠΤΟΜΗΧΑΝΗ

Σχολιάζοντας τις μηχανές που γεννήθηκαν τον 19ο αιώνα και επηρέασαν το φάσμα της γυναικείας εργασίας, είναι δύσκολο να προσδιορίσουμε ποια από όλες και σε ποιο βαθμό επέφερε τις περισσότερες αλλαγές. Καμία όμως από

163. Βλ. Σφαίρα, αρ. 9303, 17-1-1913.

Σελ. 138
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/139.gif&w=600&h=915

αυτές δεν είχε τόσο μεγάλη διάρκεια και δεν εξαπλώθηκε τόσο γρήγορα όσο η ραπτομηχανή.

Η ραπτομηχανή που εφευρέθηκε το 1844 στην Αμερική από τον Elias Howe συγκέντρωνε πολλά πλεονεκτήματα: είχε μικρό μέγεθος, ήταν απλή στη χρήση και μείωνε τη χρονική διάρκεια της εκτέλεσης της εργασίας. Η ραπτομηχανή προορίζεται για τις γυναίκες όλων των κοινωνικών στρωμάτων. Η αστή οικοδέσποινα που ασχολείται με την αγωγή των παιδιών και τα οικονομικά του σπιτιού της μπορεί να εκτελεί με τη ραπτομηχανή τις απαραίτητες ραπτικές εργασίες, χωρίς να δαπανά πολύ χρόνο και χρήμα. Για τις γυναίκες των εργατικών στρωμάτων που δεν ακολουθούν την οδό του εργοστασίου η ραπτομηχανή αποτελεί το κυριότερο εργαλείο μέσω του οποίου εξασφαλίζεται ο βιοπορισμός τους. Οι παντρεμένες γυναίκες με παιδιά, οι χήρες, αλλά και άλλες γυναίκες που ζουν σε μακρινούς συνοικισμούς και δεν έχουν εύκολη πρόσβαση στο εργοστάσιο, προσπαθούν να αγοράσουν μια ραπτομηχανή για να κερδίσουν χρήματα. Θα πρέπει να αναλογιστεί κανείς πόσο χρήσιμη ήταν η ραπτομηχανή για όλες αυτές τις εργάτριες που περνούσαν ώρες ατέλειωτες με την «χειροκίνητη βελόνα».

Η είσοδος της ραπτομηχανής στην ελληνική αγορά εντοπίζεται γύρω στο 1857. Όμως στην αρχή προσέκρουσε σε σοβαρά εμπόδια διότι δεν υπήρχε κανείς να διδάξει τη χρήση της. Επιπλέον, η ελληνική αγορά δεν διέθετε ούτε το απαραίτητο τεχνικό προσωπικό για τις επιδιορθώσεις, ούτε είχε φροντίσει για την προμήθεια ανταλλακτικών. Οι προμηθευτές της ελληνικής αγοράς επιλύουν τα προβλήματα στη διάδοση της ραπτομηχανής ως εξής: αναλαμβάνουν οι ίδιοι τη διδασκαλία της χρήσης και την επισκευή της σε περίπτωση βλάβης. Από την εφημερίδα Ποσειδών πληροφορούμαστε ότι ο ιδιοκτήτης καταστήματος ραπτομηχανών Δημήτριος Κωνσταντίνου πήγε στην Αμερική για να σπουδάσει την τεχνολογία της και να ενημερωθεί για τη χρήση της.164 Η ζήτηση ραπτομηχανών προκάλεσε έντονο ανταγωνισμό ανάμεσα στα καταστήματα που τις πουλούσαν. Ξεφυλλίζοντας τον ημερήσιο τύπο παρατηρούμε πληθώρα διαφημίσεων. Έτσι, σχηματίζουμε μια εικόνα για τους όρους της αγοράς τους.

Ας δούμε, λοιπόν, από κοντά το σύστημα διάδοσής τους. Οι μηχανές πωλούνται τοις μετρητοίς αλλά και με δόσεις, ώστε να διευκολύνεται η πελατεία. Τα μαγαζιά που πουλούν τοις μετρητοίς διαφημίζουν τις χαμηλές τιμές τους.165 Αυτά που πουλούν με δόσεις δίνουν την ευκαιρία στις γυναίκες των φτωχών στρωμάτων να αποκτήσουν μια ραπτομηχανή πληρώνοντας δόσεις 3 δραχμών την εβδομάδα.166 Όλες ανεξαιρέτως οι διαφημίσεις προβάλλουν την στερεότητα

164. Ανώνυμος, «Η ραπτομηχανή», Ποσειδών, αρ. 719, 17-7-1877.

165. Διαφημιστική καταχώριση «Ραπτομηχαναί», Νέα Εφημερίς, αρ. 280, 6-10-1896.

166. Διαφημιστική καταχώριση, Σφαίρα, αρ. 7498, 3-1-1907.

Σελ. 139
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/140.gif&w=600&h=915

της κατασκευής, την τελειότητα του συστήματος λειτουργίας και την απλότητα του χειρισμού των ραπτομηχανών. Οι μηχανές πωλούνται με εγγύηση έως και 30 ετών. Τα καταστήματα ραπτομηχανών που ιδρύονται στην Αθήνα φροντίζουν για τη διάδοση τους μέσω ενός συστήματος πρακτόρων. Έτσι γνωρίζουμε ότι ο Πειραιάς, οι Σπέτσες, η Ύδρα, τα Ψαρά, ο Πόρος, η Αίγινα, το Κρανίδι, η Ερμιόνη, η Σαλαμίνα, η Ελευσίνα, τα Μέγαρα, η Κόρινθος, το Άργος, το Ναύπλιο πραγματοποιούν αγορές μέσω πράκτορα.167 Τα περισσότερα πρακτορεία διαφημίζουν τη δωρεάν διδασκαλία της ραπτομηχανής. Σύμφωνα με την Ιωάννα Παπαντωνίου, σκηνογράφο και ειδική στην ιστορία της ελληνικής φορεσιάς, η εξάπλωση της ραπτομηχανής στην επαρχία συντελείται γύρω στο 1900. Οι προφορικές πληροφορίες που η ίδια συγκέντρωσε επιβεβαιώνουν ότι γύρω στα 1883 στο χωριό Δίδυμα στην περιοχή της Ερμιονίδας υπήρχε μοδίστρα η οποία διέθετε ραπτομηχανή. Από το 1900 περίπου όλες οι γυναίκες της περιοχής είχαν τη δική τους ραπτομηχανή, το αντίτιμο της οποίας εξοφλούσαν συνήθως με δόσεις και με πληρωμή σε είδος — σιτάρι, αλεύρι ή λάδι. Ο πωλητής ερχόταν κάθε δεκαπέντε με είκοσι μέρες για να εισπράξει τις δόσεις, ενώ ταυτοχρόνως επισκεύαζε και τις τυχόν βλάβες.168

Ας αποκρυπτογραφήσουμε, με τη βοήθεια των δεδομένων που διαθέτουμε, την πολυδιαφημιζόμενη μέσα από τις εφημερίδες προσφορά της δωρεάν εκμάθησης. Οι έμποροι των ραπτομηχανών, εκπαιδεύοντας τις γυναίκες στη ραπτομηχανή, αποβλέπουν στη δημιουργία ενός εργατικού δυναμικού στον τομέα της ραπτικής. Ένα ολόκληρο δίκτυο φασόν πλέκεται μέσα από το σύστημα αγοράς μιας ραπτομηχανής. Τα καταστήματα διαφημίζουν τις παραγγελίες που μπορούν να εκτελέσουν. Έτσι, η Κεντρική Αποθήκη Μηχανών Ραπτικής του Δημητρίου Κωνσταντίνου αναλαμβάνει την εκτέλεση «ραπτικών εργασιών, ασπρορούχων, μάλλινων, μεταξωτών, προικών, λινοστολών, για οικογένειες, ράπτες και υποδηματοποιούς».169 Πραγματικά, διαπιστώνουμε ότι όχι μόνο οι οικογένειες, αλλά και οι ράφτες μπορούν να δώσουν για εκτέλεση τις παραγγελίες τους στα καταστήματα πώλησης ραπτομηχανών, αντί αυτοί οι ίδιοι να αναζητήσουν εργάτριες. Είναι φανερό από το παράδειγμα στο χωριό Δίδυμα, όπου κάθε σπιτικό είχε και τη δική του ραπτομηχανή, ότι ασφαλώς αυτή δεν χρησίμευε μόνο για τις ραπτικές εργασίες της οικογένειας, αλλά και για την εκτέλεση διάφορων παραγγελιών. Προφανώς το σύστημα φασόν επεκτείνεται και έξω από τα όρια του συγκροτήματος Αθηνών και Πειραιώς, μέσω των πρακτόρων που διαθέτουν οι καταστηματάρχες. Είναι φανερό, αν λάβει κανείς

167. Σφαίρα, αρ. 9008, 21-1-1912.

168. Βλ. Ιωάννα Παπαντωνίου, «Συμβολή στη μελέτη της γυναικείας ελληνικής παραδοσιακής φορεσιάς», Εθνογραφικά 1, 1978, σ. 6 και 49.

169. Ποσειδών, αρ. 481, 4-9-1876.

Σελ. 140
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/141.gif&w=600&h=915

υπόψη από τα δημοσιεύματα του τύπου τις περιοχές στις οποίες εξαπλώνεται η ραπτομηχανή, ότι αυτές συμπίπτουν με τις περιοχές που μαστίζονται από την οικονομική κρίση. Τελικά φαίνεται ότι τίποτα δεν αφήνεται στην τύχη του.

Παράλληλα με την τεχνική εξέλιξη της ραπτομηχανής, η οποία επιτυγχάνει την αντικατάσταση της χειροκίνητης βελόνας για την κεντητική, την πλεκτική και την ραπτική των υποδημάτων, το σύστημα φασόν διεισδύει και σε αυτές τις εργασίες.

Η ευρεία διάδοση της ραπτομηχανής είχε πολλές επιπτώσεις τόσο στη γυναικεία απασχόληση, όσο και στην ανάπτυξη ορισμένων κλάδων της μεταποίησης. Η ραπτομηχανή βελτιώνει την παραγωγικότητα των κατ' οίκον εργαζομένων γυναικών, αυξάνοντας ταυτοχρόνως τις χρηματικές αποδοχές τους. Αλλωστε είναι ενδεικτικό το γεγονός ότι αποτελεί ένα από τα αντικείμενα της προίκας.

Στον τομέα της μεταποίησης επιτυγχάνεται η μαζικοποίηση της παραγωγής ετοίμων ενδυμάτων και ασπρορούχων. Με την εμπορευματοποίηση του έτοιμου ρούχου σε προσιτές τιμές διευρύνεται το καταναλωτικό κοινό.

Καταλήγοντας, θα ήθελα να σημειώσω μια διχοτομία που παρατηρείται στις ενδυματολογικές προτιμήσεις. Πρόκειται για το ένδυμα προϊόν μηχανοκίνητης εργασίας που εκτελείται με την ραπτομηχανή και κυκλοφορεί μαζικά στο ίδιο σχέδιο και για το ένδυμα προϊόν της «χειροκίνητης» βελόνας. Σταδιακά τα ραμμένα και κεντημένα στο χέρι ρούχα μπαίνουν στην κατηγορία των ειδών πολυτελείας. Γιατί προβάλλουν τη δεξιότητα του/της δημιουργού τους, απαιτούν χρόνο, κοστίζουν περισσότερα χρήματα και καθίστανται αποκλειστικό προνόμιο των ανωτέρων στρωμάτων της ελληνικής κοινωνίας.

10. Η ΕΡΓΑΣΙΑ ΦΑΣΟΝ

Στα χρόνια του πολέμου

Είναι γεγονός ότι δεν διαθέτουμε αριθμητικά δεδομένα για την ανάπτυξη της κατ' οίκον εργασίας στην Ελλάδα. Ωστόσο, οι διάσπαρτες πληροφορίες από ποικίλες πηγές μας επιτρέπουν να σχηματίσουμε μια ιδέα τόσο για τον μηχανισμό συγκρότησης, όσο και για τις διαδικασίες εξάπλωσης αυτής της μορφής εργασίας που απασχολεί κυρίως γυναίκες.

Η συγκρότηση της κατ' οίκον εργασίας συνδέεται με έναν από τους βασικότερους άξονες της τρικουπικής πολιτικής, την αναδιοργάνωση του στρατού. Από το 1882 έως το 1887 ο Χαρίλαος Τρικούπης παίρνει μια σειρά από μέτρα για τη βελτίωση του μορφωτικού επιπέδου του στρατού. Συγκεκριμένα, αναδιοργανώνει τη Σχολή Ευελπίδων και ιδρύει σχολές προπαρασκευής στελεχών

Σελ. 141
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/142.gif&w=600&h=915

του στρατού και του ναυτικού.170 Επίσης γνωρίζουμε ότι η έκρυθμη κατάσταση που επικρατούσε στα Βαλκάνια και ειδικότερα στην Ελλάδα είχε ως αποτέλεσμα κατά την περίοδο 1880-1895 να αυξηθούν οι στρατιωτικές δαπάνες.171 Είναι βέβαια φανερό ότι όλοι όσοι φοιτούν στις σχολές θα πρέπει να έχουν καθορισμένη ενδυματολογική εικόνα, δηλαδή να φορούν στολή. Η ενιαία ενδυματολογική εικόνα ισχύει και για τους στρατιώτες και τους αξιωματικούς που επιστρατεύονταν για την αντιμετώπιση της προαναφερόμενης έκρυθμης πολεμικής κατάστασης.

Στην ανάγκη του στρατού για ένδυση οφείλει τη διάδοση και την ανάπτυξή της η κατ' οίκον εργασία. Ας δούμε ποιες είναι αυτές οι γυναίκες που ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις αυτής της μορφής εργασίας. Καταρχάς είναι οι συγγενείς (αδελφές - σύζυγοι - χήρες) των επιστρατευμένων, στρατιωτών και αξιωματικών, οι οποίες οφείλουν να αναζητήσουν οικονομικούς πόρους για την επιβίωσή τους. Προφανώς, οι γυναίκες αυτές διαθέτουν και προσβάσεις στους μηχανισμούς διοίκησης του στρατού. Πέρα από αυτές υπάρχουν και εκείνες οι οποίες έχουν ραπτομηχανή και προτίθενται να αναλάβουν εργασία.

Από την πλευρά της παραγωγής υφασμάτων και οργάνωσης της εργασίας χρειαζόταν και η κατάλληλη υποδομή. Ήδη από το 1876 δύο μεγάλα βαμβακοϋφαντήρια του Πειραιά, αυτό του Τρίπου-Πανά, καθώς και των Τσάτη και Σταμόπουλου, διευρύνουν τον κύκλο των εργασιών τους παράγοντας ύφασμα για το στρατό.172 Μέχρι το 1885 η Αποθήκη Ιματισμού του στρατού έκοβε με πρωτόγονα μέσα τα ενδύματα, απασχολώντας στρατιώτες ως έκτακτο προσωπικό. Επίσης στο εργοστάσιο των Αφών Ρετσίνα τοποθετείται μεγάλη ατμοκίνητη κοπτική μηχανή, η οποία αποβλέπει κυρίως στην εξυπηρέτηση των αναγκών του στρατού.173 Εκτός από την κοπή των στρατιωτικών ρούχων η κυβέρνηση παραγγέλνει στο εργοστάσιο των Αφών Ρετσίνα ύφασμα για βαμβακερές στολές του στρατού, για χλαίνες, αμπέχωνα, υποδύτες, σκελέες και

170. Τον Ιούλιο του 1882 αναδιοργανώνει τη Σχολή Ευελπίδων και ιδρύει Σχολή Υπαξιωματικών, τον Απρίλιο του 1884 δημιουργεί Σχολή Προπαρασκευής Υπαξιωματικών. Επίσης ιδρύει ειδικές σχολές για το ιππικό και το πυροβολικό. Τον Μάιο του 1887 ιδρύει τη Σχολή Εφέδρων Αξιωματικών. Όσον αφορά την οργάνωση του Ναυτικού, τον Μάρτιο του 1884 ιδρύει τη Σχολή Ναυτικών Δοκίμων. Επτά εμποροναυτικές σχολές που ιδρύθηκαν το 1882 στον Πειραιά, την Πάτρα, τη Σύρο, το Αργοστόλι, την Ύδρα, τις Σπέτσες και το Γαλαξίδι συμβάλλουν στη σύσταση ενός μορφωμένου σώματος που θα εντασσόταν στον ελληνικό στόλο. Βλ. Κωνσταντίνος Τσουκαλάς, «Η αναδιοργάνωση του στρατού και του στόλου», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ. ΙΔ', Αθήνα 1978, σ. 48-50.

171. Βλ. Κωνσταντίνος Βεργόπουλος, «Η γενικότερη δημοσιονομική πολιτική», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ. ΙΔ', σ. 73-76, Αθήνα 1978.

172. Ανώνυμος, «Υφαντήριον Τρίπου-Πανά», Ποσειδών, αρ. 399, 7-6-1876.

173. Σφαίρα, αρ. 1460, 8-11-1885' Πρόνοια, αρ. 742, 12-11-1885· Ανώνυμος, «Εγχώριος Βιομηχανία», Πρόνοια, αρ. 769, 30-12-1885.

Σελ. 142
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/143.gif&w=600&h=915

υποράμματα φουστανελών για τα ευζωνικά τάγματα.174 Μέχρι τότε το ύφασμα, που ήταν λινάρι, εισαγόταν από το εξωτερικό.175 Το γεγονός ότι το 1885 ένα μεγάλο εργοστάσιο, όπως των Αφών Ρετσίνα, διαθέτει και εργαστήριο ραπτικής,176 μας επιτρέπει να υποθέσουμε ότι οι εργασίες που έχει αναλάβει από το Δημόσιο δεν είναι μόνο η κατασκευή του υφάσματος και η κοπή, αλλά και η ραπτική των στρατιωτικών ενδυμάτων. Το 1889 το εργοστάσιο των Αφών Ρετσίνα κατασκεύασε 300.000 μέτρα υφάσματος για υποδήτες και σκελέες και 300.000 μέτρα για υποράμματα φουστανελών.177 Το ύφασμα κομμένο παραδίδεται στην Αποθήκη Ιματισμού του στρατού, η οποία το διαθέτει προς ραφή έναντι αμοιβής στις γυναίκες της Αθήνας και του Πειραιά. Φαίνεται ότι από εδώ και στο εξής η Αποθήκη Ιματισμού διαθέτει οργανωμένο τμήμα παροχής εργασίας.

Για τη ραφή των ασπρορούχων του στρατού από το 1885 ακολουθείται άλλη διαδικασία. Η Αποθήκη Ιματισμού του στρατού παραδίδει το ύφασμα κομμένο στον φιλανθρωπικό Σύλλογο των Κυριών, ο οποίος αναλαμβάνει την ευθύνη για τη ραφή των ασπρορούχων. Ως προς τον μηχανισμό του φασόν εδώ εντοπίζουμε μία εμπλοκή, διότι ο θεσμός της φιλανθρωπίας ακολουθεί τους δικούς του κανόνες με τη δωρεάν παροχή εργασίας. Γιατί οι παιδαγωγοί του παρθεναγωγείου και οι γυναίκες των εύπορων στρωμάτων της πειραϊκής κοινωνίας αναλαμβάνουν να ράβουν δωρεάν εσώρουχα για το στρατό, ενώ οι άπορες γυναίκες παίρνουν «μετριωτάτη αμοιβή».178 Αν και δεν γνωρίζουμε το ποσό της αμοιβής ώστε να μπορούμε να κάνουμε συγκρίσεις, από τον τρόπο που προβάλλεται το γεγονός στον τύπο υποθέτουμε ότι πρόκειται για πολύ μικρότερο ποσό από το κανονικό. Ο Πειραιάς παρομοιάζεται με «εργοστάσιον ραπτικής» όπου οι γυναίκες όλων των κοινωνικών τάξεων συνυπάρχουν ειρηνικά, είτε λαμβάνουν αμοιβή, είτε όχι, συνεισφέροντας με αυτό τον τρόπο υπέρ του ελληνικού στρατού.179

Με τα γεγονότα του 1897 το ελληνικό φασόν εισέρχεται σε μια δεύτερη φάση ανάπτυξης. Η διαδικασία επιλογής των ραπτριών και διανομής του υφάσματος αλλάζει. Το Υπουργείο των Στρατιωτικών αφαιρεί από την Αποθήκη Ιματισμού του στρατού την αρμοδιότητα της επιλογής ραπτριών φασόν και αναθέτει τη ραφή των στρατιωτικών ενδυμάτων με εργολαβία στους εμποροράπτες των κοριτσιών του Αρσακείου και στο φιλανθρωπικό σωματείο Ένωσις

174. Πρόνοια, αρ. 780, 18-1-1886.

175. Ανώνυμος, «Εγχώριος Βιομηχανία», ό.π.

176. Βλ. Χριστίνα Αγριαντώνη, Οι απαρχές της εκβιομηχάνισης..., ό.π., σ. 333.

177. Σφαίρα, αρ. 2314, 16-3-1889.

178. Σφαίρα, αρ. 1430, 5-10-1885.

179. Σφαίρα, αρ. 1446, 26-10-1885.

Σελ. 143
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/144.gif&w=600&h=915

σις των Ελληνίδων. Οι εμποροράπτες προσφέρονται να ράψουν δωρεάν τα ενδύματα του στρατού. Αντίθετα, η Ένωση των Ελληνίδων ακολουθεί άλλες διαδικασίες. Ιδρύει δύο εργαστήρια, ένα στην Αθήνα και ένα στον Πειραιά, τα οποία έχουν ως αποκλειστικό σκοπό την επιστασία για τη ραφή των στρατιωτικών ενδυμάτων.180 Σύμφωνα με το περιοδικό Εφημερίς των Κυριών ο συνολικός αριθμός των απασχολουμένων εργατριών ήταν περίπου 830, εκ των οποίων οι 500 εργάζονταν κατ' οίκον και οι υπόλοιπες στα δύο εργαστήρια. Κατά τη διάρκεια του πολέμου κατασκεύασαν 100.000 τεμάχια στρατιωτικών ειδών.181 Δύο μεγάλες αίθουσες στην πλάγια πλευρά του Δημοτικού Θεάτρου Πειραιώς μετατρέπονται σε εργαστήρια ραπτικής. Ταυτοχρόνως η Ένωση απευθύνει εκκλήσεις προς τις εύπορες οικογένειες να προσφέρουν ραπτομηχανές, ώστε να διευκολυνθούν οι εργασίες.182 Οι γυναίκες προσλαμβάνονται από την Ένωση των Ελληνίδων για να εργασθούν είτε στις αίθουσες-εργαστήρια του Δημοτικού Θεάτρου, είτε στο σπίτι τους, εφόσον βεβαίως διαθέτουν ραπτομηχανή. Ταυτόχρονα, οι εύπορες γυναίκες του Πειραιά αναλαμβάνουν φιλανθρωπική δραστηριότητα υπέρ του στρατού, πραγματοποιώντας χρηματικούς εράνους στις συνοικίες του Πειραιά και συγκεντρώνοντας υφάσματα από τους βιομήχανους και τους καταστηματάρχες της περιοχής.183

Ας εξετάσουμε, όμως, από κοντά τις επιπτώσεις που είχαν οι μετατροπές στο σύστημα διανομής εργασίας για τις γυναίκες ράπτριες του φασόν. Κατά το παρελθόν η Αποθήκη Ιματισμού του στρατού έδινε εργασία σε 1.100 περίπου γυναίκες. Με τη διπλή παρέμβαση του θεσμού της φιλανθρωπίας, τόσο από τους εμποροράπτες, όσο και από την Ένωση των Ελληνίδων, προκύπτουν δύο ζητήματα. Καταρχάς μειώνεται το προϊόν της εργασίας που άλλοτε εκτελούσαν με το σύστημα φασόν οι γυναίκες που απασχολούνταν στην Αποθήκη Ιματισμού του στρατού. Ας κρατήσουμε επίσης κάποιες επιφυλάξεις για το αν η Ένωση των Ελληνίδων προσλάμβανε τις ίδιες γυναίκες που εκτελούσαν επί σειρά ετών αυτή την εργασία. Το κυριότερο όμως θέμα, το οποίο προκαλεί δυσαρέσκειες στις απασχολούμενες εργάτριες στο φασόν, είναι το μισθολογικό.

180. Ανώνυμος, «Εν αδίκημα προς πολυάριθμον κοινωνικήν τάξιν», Σφαίρα, αρ. 4483, 10-3-1897.

181. «Περίληψις Λογοδοσίας της Ενώσεως των Ελληνίδων», Εφημερίς των Κυριών, αρ. 581, 20-6-1899.

182. Ανώνυμος, «Τμήμα εν Πειραιεί του Συνδέσμου των Ελληνίδων», Σφαίρα, αρ. 4481, 7-3-1897.

183. Βλέπε σχετικά άρθρα: «Αι εισφοραί υπέρ των μαχομένων στρατιωτών», Σφαίρα, αρ. 4526, 3-5-1897' «Αι εισφοραί υπέρ του ελληνικού στρατού», Σφαίρα, αρ. 4527, 5-5-1897' «Ασπρόρουχα διά τον στρατόν», Σφαίρα, αρ. 4538, 15-5-1897' «Λογοδοσία της σύστασης επιτροπής διά την συλλογήν εράνων προς κατασκευήν ασπρορούχων υπέρ των στρατιωτών», Σφαίρα, αρ. 4559, 11-6-1897.

Σελ. 144
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/145.gif&w=600&h=915

Πραγματικά, από τα στοιχεία μας διαφαίνεται ότι το σύστημα αμοιβής αλλάζει. Η Αποθήκη Ιματισμού του στρατού αμείβει με το κομμάτι, ενώ η Ένωση των Ελληνίδων ορίζει ημερομίσθιο. Και εδώ τα πράγματα περιπλέκονται! Γιατί το ημερομίσθιο που δίνει η Ένωση των Ελληνίδων είναι 80 λεπτά την ημέρα, προσφέροντας και συσσίτιο. Μια καλή ράπτρια, όμως, αμειβόμενη με το κομμάτι μπορεί να κερδίσει 2-4 δρχ. ημερησίως.

Οι πληροφορίες για τυχόν αντιδράσεις στις μισθολογικές αυτές διαφοροποιήσεις περιορίζονται σ' ένα άρθρο της εφημερίδας Σφαίρα, η οποία απευθύνει έκκληση προς τα μέλη της Ένωσης των Ελληνίδων και προς τη δημοτική αρχή του Πειραιά να μελετήσουν το ζήτημα της αμοιβής ώστε να μην επιβαρύνεται η ήδη επιβαρυμένη από τους πολέμους τάξη των φτωχών.184 Τελικά, όμως, δεν γνωρίζουμε πώς και αν διευθετήθηκε καθόλου αυτό το ζήτημα.

Μετά από τα γεγονότα του 1897 στις τάξεις των εργατριών του φασόν προστίθενται και οι γυναίκες πρόσφυγες από τη Θεσσαλία.185 Οι γυναίκες αυτές βρίσκουν εργασία στα δύο εργαστήρια της Ένωσης των Ελληνίδων.

Κατά τη διάρκεια των Βαλκανικών Πολέμων, εξαιτίας της αυξημένης ζήτησης για στρατιωτικά ενδύματα, το ζήτημα του φασόν έρχεται ξανά στην επικαιρότητα. Από τη μια πλευρά η Αποθήκη Ιματισμού, που διαθέτει τώρα πια κοπτικά μηχανήματα,186 είναι υπεύθυνη για την επιλογή των κατάλληλων εργατριών, ενώ από την άλλη πλευρά το Λύκειο των Ελληνίδων ζητά και αυτό να αναλάβει τμήμα των ραπτικών εργασιών για να παρέχει εργασία στις άπορες γυναίκες που απασχολούνται στα εργαστήριά του. Αφού οι διαπραγματεύσεις των υπεύθυνων κυριών του Λυκείου των Ελληνίδων με τον Διευθυντή της Αποθήκης δεν κατέληξαν πουθενά, οι πρώτες απευθύνθηκαν κατευθείαν στον πρόεδρο της κυβέρνησης και υπουργό των Εξωτερικών και έλαβαν την έγκριση του.187 Έτσι αναπτύσσονται δύο δίκτυα παροχής εργασίας φασόν, το ένα από το Λύκειο των Ελληνίδων, το άλλο από την Αποθήκη Ιματισμού. Το Λύκειο των Ελληνίδων απασχολεί έναντι αμοιβής 1.300 περίπου άπορες γυναίκες, οι οποίες στο τέλος του 1912 έχουν κατασκευάσει 30.000 πουκάμισα, 1.230 χιτώνια και 570 περισκελίδες.188 Στο Λύκειο συνεχίζονται οι ραπτικές εργασίες

184. Υπάρχει εκτεταμένο άρθρο το οποίο δίνει αυτές τις αμοιβές και αναφέρεται στις διαφορές που προκύπτουν με τις αλλαγές στην ανάθεση των εργασιών για την ένδυση του στρατού' Ανώνυμος, «Εν αδίκημα...», ό.π.

185. Καλλιρρόη Παρρέν, «Αι εργασίαι του Γυναικείου Συνεδρίου, ημέρα 4η», Εφημερίς των Κυριών, αρ. 627, 2-7-1900.

186. Ανώνυμος, «Η χθεσινή επιθεώρησις της Γενικής Αποθήκης Υλικού Στρατού», Σφαίρα, αρ. 9543, 5-11-1913.

187. Για την παροχή εργασίας φασόν και τις δραστηριότητες που αναλαμβάνει το Λύκειο των Ελληνίδων βλ. Λογοδοσία Λυκείου των Ελληνίδων 1912, Αθήνα 1913, σ. 4-6.

188. Στο ίδιο.

Σελ. 145
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/146.gif&w=600&h=915

μέχρι και το 1913, με 1.000 γυναίκες, των οποίων δεν γνωρίζουμε το προϊόν εργασίας και το σύνολο των αμοιβών.189

Στην Αποθήκη Ιματισμού του στρατού μέσα σε ένα χρόνο από την έναρξη των Βαλκανικών Πολέμων κατασκευάσθηκαν 400.000 στρατιωτικές στολές.190 Κατά τη διάρκεια των πολέμων ο αριθμός των εργατριών φθάνει τις 9.000 περίπου.191 Ενώ, όμως, το κριτήριο για την ανάθεση εργασίας είναι ο βαθμός οικονομικής ανέχειας της οικογένειας, παρατηρούνται διάφορες παρατυπίες, οι οποίες καταγγέλονται από τις εφημερίδες. Απόστρατοι αξιωματικοί σχηματίζουν επιτροπή και επισκέπτονται τον πρωθυπουργό διαμαρτυρόμενοι ότι η διεύθυνση της Αποθήκης αρνείται να χορηγήσει ραπτική εργασία στις πτωχότερες οικογένειες.192 Παρά την απουσία σχετικών αφηγήσεων από τις ίδιες τις εργάτριες, στην εφημερίδα Σφαίρα δημοσιεύεται μια ενδιαφέρουσα άποψη περί της αιτίας των διαμαρτυριών.193 Στο άρθρο τίθεται ένα ερώτημα: να είναι άραγε αληθές ότι οι προϊστάμενοι της στρατιωτικής αποθήκης παρέχουν «κατά προτίμησιν» εργασία σε εργάτριες «καλλιπαρείους» ; Δεν γνωρίζουμε αν αυτή η εκδοχή υιοθετήθηκε σύμφωνα με τους ισχυρισμούς των εργατριών αβασάνιστα από τις εφημερίδες ή αν αποκαλύπτει την αλήθεια. Είναι η απλοποιημένη εικόνα μιας κατάστασης που επικρατεί και σε άλλους χώρους εργασίας, όπου οι εργάτριες αμείβονται ανάλογα και με τη φυσική τους κατάσταση, η οποία θεωρείται ότι καθορίζει και την απόδοσή τους ή πρόκειται για μια έμμεση διαμαρτυρία που κρύβει ίσως κάποια υπονοούμενα σεξουαλικής φύσεως; Η απάντηση στο ερώτημα παραμένει δύσκολη και παρακινδυνευμένη.

Η ανάθεση εργασίας στις «καλλιπάρειες» εργάτριες θυμίζει το μήλο της έριδος. Εδώ έχουμε και τις πρώτες κινητοποιήσεις εργατριών φασόν. Σύμφωνα με το ίδιο άρθρο «υπερδιακόσιαι ατυχείς εργάτιδες εκ των σκληροτέρων υπό της φύσεως αδικηθεισών» διαδήλωσαν στην πόλη του Πειραιά ως ένδειξη διαμαρτυρίας. Η διαδήλωση κατέληξε στο γραφείο του βουλευτή του Πειραιά Παναγιωτόπουλου. Οι εργάτριες παρακάλεσαν τον βουλευτή να ενεργήσει για την άρση της «αδικίας». Δεν έχουμε ενδείξεις για την τελική έκβαση της υπόθεσης. Από εδώ και στο εξής το ζήτημα της επιλογής ραπτριών φασόν για τα ενδύματα του στρατού θα γίνει επίμαχο και θα προκαλέσει αντιδικίες.

Μέσα στο 1915 έχουμε πάλι κινητοποιήσεις. Οι εργασίες για την ένδυση του στρατού δίδονται σε εργολάβο, ο οποίος έχει και την ευθύνη της επιλογής

189. Στο ίδιο, σ. 3.

190. Ανώνυμος, «Η χθεσινή επιθεώρησις...», ό.π.

191. Ανώνυμος, «Εργασίες του Συνδέσμου», Ο Αγώνας της Γυναίκας, αρ. 50-51, 1/15-8-1927.

192. Ανώνυμος, «Ραπτική εργασία», Σφαίρα αρ. 9025, 11-2-1912.

193. Ανώνυμος, «Αι εργάτιδες της Στρατιωτικής Αποθήκης», Σφαίρα αρ. 9068, 4-4-1912.

Σελ. 146
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/147.gif&w=600&h=915

ραπτριών. Οι εργάτριες που μένουν άνεργες διαδηλώνουν στους δρόμους και πάλι. Επισκέπτονται τον υπουργό των Στρατιωτικών Γούναρη, ο οποίος υπόσχεται να μελετήσει τα αιτήματά τους και να δώσει λύση.194 Στη συνέχεια, την ίδια χρονιά το παράρτημα Πειραιώς του σωματείου Πατριωτικός Σύνδεσμος αναλαμβάνει την παραλαβή υφάσματος από την Αποθήκη Ιματισμού και τη διανομή του προς ραφή αποκλειστικά σε άπορες γυναίκες των επιστράτων.

Για το θέμα του τρόπου και της διαδικασίας που ακολουθείται από τον Πατριωτικό Σύνδεσμο για τις προσλήψεις των ραπτριών γνωρίζουμε ότι οι ράπτριες προσέρχονται στο γραφείο του Πατριωτικού Συνδέσμου, όπου παραλαμβάνουν προς συμπλήρωση εγγυητική επιστολή για την ορθή εκτέλεση των ραπτικών εργασιών που πρόκειται να τους ανατεθούν. Η επιστολή υπογράφεται από «αξιόχρεο» εγγυητή και από τον αστυνομικό υποδιευθυντή. Κατόπιν δίδουν την εγγυητική επιστολή στην πρόεδρο του Συνδέσμου, για να καταγράψει τα ονόματά τους στο «Γενικό βιβλίον» και εκείνη τους παραδίδει βιβλιάριο. Στο βιβλιάριο δηλώνεται ο αριθμός των προς ραφή ενδυμασιών. Από τα διαθέσιμα στοιχεία μας για το 1915 γνωρίζουμε ότι 900 οικογένειες αποστράτων αξιωματικών παρέλαβαν από τον Πατριωτικό Σύνδεσμο 6.000 ενδυμασίες προς ραφή.195

Στα χρόνια του Μεσοπόλεμου το επαγγελματικό καθεστώς των ραπτριών φασόν παραμένει ευάλωτο. Το κράτος δεν προνοεί για συμβάσεις εργασίας, ούτε για αποζημιώσεις. Ας υπενθυμίσουμε ότι το είδος της εργασίας φασόν αποτελεί το ύστατο επαγγελματικό καταφύγιο για τις γυναίκες που δεν μπορούν να ξεφύγουν από τις οικογενειακές υποχρεώσεις.

Θα αναγκαστούμε να παρατείνουμε τα χρονικά όρια αυτής της μελέτης, προκειμένου να δούμε πώς διαγράφεται το τέλος της επαγγελματικής σταδιοδρομίας των ραπτριών που εργάσθηκαν για την ένδυση του στρατού πριν και κατά τη διάρκεια των Βαλκανικών Πολέμων. Το 1927 η ραφή του ιματισμού του στρατού βάσει σύμβασης με το Δημόσιο παραχωρήθηκε στην εταιρεία Ελληνική Εριουργία Α.Ε. των αδελφών Κυρκίνη. Ο εριουργικός οίκος των αδελφών Κυρκίνη λειτουργεί από το 1910 ως κλωστήριο «εγχωρίων ερίων» και υφαντήριο «μάλλινων ειδών ανδρικών, γυναικείων και κλινοσκεπασμάτων». Η εταιρεία από την ίδρυσή της διοχέτευε τα προϊόντα της όχι μόνο στην ελληνική κοινωνία, αλλά και κατ' αποκλειστικότητα στον ελληνικό στρατό.196 Με την ανάθεση της ραφής του ιματισμού του στρατού στην Ελληνική Εριουργία οι

194. Ανώνυμος, «Αι ράπτριαι εις Αθήνας», Σφαίρα αρ. 9998, 19-5-1915.

195. Ανώνυμος, «Η δράσις του Πατριωτικού Συνδέσμου εις την πόλιν μας», Σφαίρα, αρ. 10030, 12-10-1915.

196. Για την ιστορία της Α.Ε. Ελληνική Εριουργία βλ. Πανελλήνιον Λεύκωμα Εθνικής Εκατονταετηρίδας 1821-1921, τ. Β', Βιομηχανία-Εμπόριον, Αθήνα 1923, σ. 165-176.

Σελ. 147
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/148.gif&w=600&h=915

εργάτριες ραφής αντιμετωπίζουν προβλήματα. Ο Σύνδεσμος για τα Δικαιώματα της Γυναίκας από τις σελίδες του περιοδικού που εξέδιδε ο Αγώνας της Γυναίκας αναλαμβάνει την υπεράσπιση των αιτημάτων τους και φροντίζει με υπόμνημά του προς την ελληνική Βουλή για την επίλυσή τους. Με τις πληροφορίες που διαθέτουμε από το εν λόγω περιοδικό θα παρακολουθήσουμε τις διεκδικήσεις των ραπτριών, έτσι όπως εκφέρονται από τις υπερασπίστριές τους. Τα προβλήματα για τις εργάτριες φασόν ξεκινούν από τη σύμβαση της εταιρείας με το Δημόσιο, γιατί ενώ αυτή περιελάμβανε την υποχρέωση να δίδεται κατά προτίμηση εργασία στους παλιούς εργάτες και εργάτριες, ελλείψει ποινικής ρήτρας δεν τηρήθηκε ποτέ αφού η εταιρεία στρατολόγησε νέες ράπτριες. Έτσι, 2.300 εργάτριες που ήταν εφοδιασμένες με τα βιβλιάρια-πιστοποιητικά για την εργασία φασόν έμειναν άνεργες. Προβλήματα υπάρχουν και στον τρόπο διανομής της εργασίας, αφού η εταιρεία μπορεί να αναθέτει σε εργολάβους τη διανομή αυτή και την επιλογή των ραπτριών. Η αμοιβή των εργατριών δεν κατοχυρώνεται μέσω τιμολογίου, με αποτέλεσμα να μην είναι σταθερό το ποσόν.

Είναι φανερό ότι η είσοδος νέων εργατριών στον υπερκορεσμένο κλάδο του φασόν —ας μην ξεχνάμε ότι βρισκόμαστε στα χρόνια της ειρήνης— οδηγεί τις οικογένειες των παλιών εργατριών στην ανεργία, ενώ εμποδίζει τις νέες να στραφούν προς άλλα επαγγέλματα.

Ο Σύνδεσμος για τα Δικαιώματα της Γυναίκας για την επίλυση αυτών των διαφορών σε υπόμνημά του προς την Βουλή των Ελλήνων προτείνει τα εξής μέτρα: α) Να περιληφθεί στην αναθεωρούμενη σύμβαση και να κυρωθεί με ποινική ρήτρα η υποχρέωση της εταιρείας να δίνει εργασία για ράψιμο στο σπίτι στις παλιές εργάτριες Πειραιώς, Αθηνών και Θεσσαλονίκης απ' ευθείας ή διά μέσου των επαγγελματικών τους οργανώσεων, για να αποκλεισθούν οι εργολάβοι, β) Να ιδρυθούν από την εταιρεία γραφεία διανομής του ιματισμού, ειδικά στον Πειραιά, έτσι ώστε να μην αναγκάζονται οι εργάτριες να δαπανούν χρήματα για τα μεταφορικά για να φτάσουν στους Ποδαράδες, όπου βρίσκεται το εργοστάσιο, προκειμένου να παραλάβουν εργασία, γ) Να υποχρεωθεί με τη σύμβαση η εταιρεία να δεχτεί ότι για την πληρωμή της ραφής θα εφαρμόζεται τιμολόγιο που θα ορίζεται κάθε φορά από επιτροπή με ισάριθμα μέλη αντιπροσώπους των υπουργείων Στρατιωτικών και Εθνικής Οικονομίας, της εταιρείας και των εργατριών. Ως βάση του τιμολογίου ορίζεται η υποχρέωση το ημερομίσθιο που υπολογίζεται από την κατ' αποκοπήν εργασία να εξασφαλίζει ένα ελάχιστο όριο για την επιβίωση, δ) Να διανέμει η Αποθήκη Υλικού Πειραιώς τα εσώρουχα του στρατού για να τα ράβουν στο σπίτι τους οι παλιές εργάτριες.

Ταυτοχρόνως και το «Σωματείο εργατριών κοπής και ραφής ιματισμού στρατού» υποβάλλει υπόμνημα στη Βουλή ζητώντας την αναθεώρηση της σύμ-

Σελ. 148
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/149.gif&w=600&h=915

σύμβασης.197 Για το σωματείο αυτό δεν διαθέτουμε στοιχεία ώστε να μπορούμε να ανιχνεύσουμε τις δραστηριότητές του.

Τρία χρόνια αργότερα, το 1930, η Μαρία Σβώλου σε άρθρο της στο ίδιο περιοδικό198 γράφει ότι η κατάσταση για τις ράπτριες ιματισμού του στρατού παραμένει η ίδια. Οι εργάτριες που εργάζονται 20-25 χρόνια συνεχώς περιλαμβάνουν στις διεκδικήσεις τους την καταβολή αποζημίωσης εφόσον δεν τους παρέχεται εργασία. Αλλά και στο αίτημα αυτό οι αρμόδιοι είναι αρνητικοί. Η υπογράφουσα το άρθρο δίνει μια εικόνα για τον τρόπο που διεξαγόταν ο μειοδοτικός διαγωνισμός για την ανάθεση εργασίας. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της οι διαγωνισμοί γίνονταν τις περισσότερες φορές κρυφά. Όταν πήγαινε το «Σωματείο εργατριών κοπής και ραφής ιματισμού στρατού», παρόλο που αναγκαζόταν να μειοδοτήσει και να κατεβάσει τις τιμές στο χαμηλότερο δυνατό επίπεδο, οι αρμόδιες υπηρεσίες επικαλούνταν ένα σωρό κωλύματα, όπως λ.χ. ότι το Σωματείο δεν παρουσίαζε αρκετές εγγυήσεις, προκειμένου να τα αναθέσουν σε «γνωστούς εργολάβους». Με τη σειρά τους οι εργολάβοι ανέθεταν τη ραφή των ρούχων στις ίδιες ή σε άλλες εργάτριες με όρους κάτι περισσότερο από εξευτελιστικούς. Η Μαρία Σβώλου αποδίδει ευθύνες στο κράτος, το οποίο αποζημίωσε τους άνδρες καπνεργάτες, αμαξάδες, καραγωγείς —οι οποίοι είναι και ψηφοφόροι— επειδή τα επαγγέλματά τους απαξιώθηκαν ή υπερκορέσθηκαν, ενώ αδιαφορεί για τις γυναίκες.

Στο σημείο αυτό θα πρέπει να κάνουμε μία διαπίστωση. Ο νόμος περί συνεταιρισμού λέει σαφώς ότι στις δημοπρασίες του Δημοσίου προτιμώνται οι συνεταιρισμοί. Για μια ακόμη φορά το κράτος που θεσπίζει τους νόμους για την προστασία των εργαζομένων, τους αγνοεί.

Στον καιρό της ειρήνης

Σε αντίθεση με την εργασία φασόν των γυναικών στα ενδύματα του στρατού, η οποία εξαιτίας των προβλημάτων που προκύπτουν στον καιρό του πολέμου βγαίνει στο φως της δημοσιότητας, η εικόνα που έχουμε για την κατ' αποκοπήν εργασία στον τομέα της μεταποίησης σε καιρό ειρήνης είναι σχηματική και ατελής. Πραγματικά, δεν διαθέτουμε καμία έρευνα και κανένα επίσημο τεκμήριο συνολικό και έγκυρο για τον αριθμό, τις συνθήκες εργασίας, καθώς και την ατομική κατάσταση των απασχολουμένων γυναικών.

Προφανώς πρόκειται για εργασία που συντελείται μέσα στους κόλπους της ίδιας της οικογένειας. Όπως αναφέραμε και παραπάνω, πρόκειται για γυ

197. Ανώνυμος, «Εργασίες του Συνδέσμου», ό.π., όπου δημοσιεύεται εκτεταμένη αναφορά για την κατάσταση στον κλάδο του φασόν των στρατιωτικών ενδυμάτων.

198. Μαρία Σβώλου, «Οι εργάτριες Ιματισμού Στρατού», Ο Αγώνας της Γυναίκας, αρ. 112-113, 15/31-3-1930.

Σελ. 149
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/150.gif&w=600&h=915

γυναίκες που με το γάμο θέτουν τέλος στην εργασιακή τους ζωή στο εργοστάσιο, για να αφοσιωθούν στα οικογενειακά τους καθήκοντα και γι' άλλες που μοιράζονται με κάποιο μέλος της οικογένειάς τους την ίδια δουλειά. Η εργασία στο σπίτι μπορεί να έχει και το χαρακτήρα της συμπληρωματικής απασχόλησης. Ο Henry Morgenthau στο βιβλίο του199 μας μεταφέρει με εύγλωττο τρόπο μια αρκετά διαδεδομένη εικόνα της γειτονιάς της Αθήνας το καλοκαίρι. Νομίζω ότι αξίζει τον κόπο να την παραθέσουμε: «Το βραδάκι, μετά το μεροκάματο, οι γυναίκες και οι νέες κοπέλες βγάζουν τις καρέκλες τους και κάθονται στο ύπαιθρο, συζητώντας ενώ τα δάχτυλά τους δουλεύουν ασταμάτητα το βελόνι, οι μητέρες για να μπαλώσουν τα ρούχα της οικογένειας και οι κοπέλες για να φτιάξουν κάποια δαντέλα ή κάποιο κέντημα που θα τα πουλήσουν αργότερα σε μάλλον χαμηλές τιμές».

Ας δούμε στη συνέχεια τις διάφορες μορφές της γυναικείας απασχόλησης στο σπίτι.

Στον τομέα του ιματισμού οι γυναίκες εργάζονται ως ράπτριες, πλέκτριες και κεντίστρες. Στην υποδηματοποιία οι γυναίκες εργάζονται ως «κορδελιάστρες», δηλαδή ράβουν με τη βοήθεια της μηχανής το επάνω μέρος του υποδήματος. Η τυποβαφική γυναικείων μανδηλιών είναι επίσης μια εργασία η οποία γίνεται συνήθως από γυναίκες στο σπίτι.

Οι απαραίτητες προϋποθέσεις για την εκτέλεση της κατ' οίκον εργασίας στους παραπάνω τομείς είναι δύο: από την πλευρά των εργαζομένων γυναικών η κατοχή των απαραίτητων εργαλείων —συνήθως ραπτομηχανής— και από την πλευρά της παραγωγής η δυνατότητα καταμερισμού της εργασίας σε διαφορετικά στάδια.

Η σημαντικότερη εργασία που απασχολεί και το μεγαλύτερο αριθμό γυναικών είναι η ραπτική ανδρικών ρούχων. Ειδικότερα τα παντελόνια και τα γιλέκα, επειδή δεν απαιτούν ιδιαίτερη εφαρμογή στο σώμα και πολλές πρόβες, μπορούν να κατασκευασθούν στο σπίτι. Γι' αυτό το λόγο εξάλλου η παραγωγή έτοιμων ανδρικών ρούχων μπορεί εύκολα να εμπορευματοποιηθεί. Οι ράπτριες ανταποκρίνονται στην ολοένα και περισσότερο αυξανόμενη ζήτηση της αγοράς για φθηνά έτοιμα ανδρικά ρούχα. Η κατασκευή του ανδρικού ενδύματος υπακούει σε μια ορισμένη διαδικασία. Ο πελάτης πηγαίνει στο ραφείο (φραγκοραφείο), όπου του παίρνουν τα μέτρα. Ένας έμπειρος τεχνίτης κόβει το ύφασμα στα μέτρα του πελάτη και στη συνέχεια αυτό διανέμεται στις γυναίκες για ραφή στο σπίτι. Τα υλικά (ύφασμα, κλωστές, φόδρες) παρέχονται από τον εργοδότη-ράφτη.

Τα εργαστήρια μοδιστρικής γυναικείων ενδυμάτων δεν λειτουργούν όπως

199. Henry Morgenthau, An International Drama. Η αποστολή μου στην Αθήνα. Το έπος της εγκατάστασης, Αθήνα 1994, σ. 98.

Σελ. 150
Φόρμα αναζήτησης
Αναζήτηση λέξεων και φράσεων εντός του βιβλίου: Γυναίκες εργάτριες στην ελληνική βιομηχανία και στη βιοτεχνία (1870-1922)
Αποτελέσματα αναζήτησης
    Ψηφιοποιημένα βιβλία
    Σελίδα: 131
    

    ακολουθούν αυτές που απασχολούνται στα ραφεία ανδρικών ενδυμάτων. Το μικρότερο ποσοστό εργατριών φαίνεται ότι απασχολείται στα εργαστήρια ασπρορούχων. Δεύτερον, έχουμε μια αναλυτικότερη κατανομή σε ομάδες ηλικιών των εργατριών σε σχέση με αυτήν της απογραφής του 1920. Σε σύνολο 1.257 εργατριών που δουλεύουν στις επιχειρήσεις του ενδύματος, το 3,5 % είναι ηλικίας 12 ετών, το 12,5% είναι 12-14 ετών, το 57,8% είναι 14-18 ετών, το 15,7% είναι 18-20 ετών, το 9,5 % είναι 20-30 ετών και το 1 % είναι από 30 ετών και πάνω. Κι εδώ ο κανόνας επαληθεύεται. Όπως και στις επιχειρήσεις χαρτιού και πιλοποιίας, η πλειοψηφία των εργατριών είναι από 14 έως 18 ετών. Ο χρόνος εργασιακής ζωής τους είναι περιορισμένος, γιατί μετά την ηλικία των 18 ετών οι εργάτριες φαίνεται ότι εγκαταλείπουν το εργαστήριο. Πολύ σπάνια συναντάμε στο εργαστήριο εργάτριες που είναι πάνω από 30 ετών. Από την κατά κλάδο κατανομή των ηλικιών, τα ραφεία ανδρικών ενδυμάτων έχουν το μεγαλύτερο ποσοστό (7,50%) εργατριών ηλικίας 12 ετών και, παράλληλα, το υψηλότερο ποσοστό (2,20%) εργατριών ηλικίας 30 ετών και πάνω. Είναι φανερό ότι στα ραφεία των ανδρικών ενδυμάτων οι εργάτριες χρησιμοποιούνται μόνο σε βοηθητικές εργασίες ή στο ράψιμο των παντελονιών αυτές που μπαίνουν στο επάγγελμα δεν ενδιαφέρονται να μαθητεύσουν για να ανοίξουν το δικό τους μαγαζί, αφού το επάγγελμα του ράφτη ανδρικών ενδυμάτων βρίσκεται πάντα σε ανδρικά χέρια. Αυτό που τις ενδιαφέρει είναι να μάθουν τα απολύτως απαραίτητα για να είναι επαρκείς στην εργασία τους και για να εξασφαλίσουν το βιοπορισμό τους. Οι κοπέλες που εργάζονται στα ραφεία είναι πιο φτωχές από αυτές στα μοδιστράδικα, γι' αυτό και η ένταξή τους στην εργασία αρχίζει πιο νωρίς και τελειώνει πιο αργά.

    Στο χώρο του εργαστηρίου

    Αντίθετα με το εργοστάσιο, όπου οι εργάτες δουλεύουν απομονωμένοι από τον υπόλοιπο κόσμο, το εργαστήριο είναι ένας ανοικτός χώρος.155 Το εργοστάσιο περιβάλλεται από μαντρότοιχο και η πόρτα του ανοίγει μόνο τις καθορισμένες ώρες: όταν μπαίνουν οι εργαζόμενοι για να πιάσουν δουλειά, όταν έχουν διάλειμμα και όταν σχολάνε. Το εργαστήριο βγαίνει κατευθείαν στο δρόμο. Από τα παράθυρα οι εργάτριες βλέπουν τους περαστικούς και οι περαστικοί με τη σειρά τους χαζεύουν τις εργάτριες. Οι πελάτισσες μπαίνουν στο εργαστήριο, δοκιμάζουν ή διαλέγουν ρούχα, ανταλλάσσουν κουβέντες με τις εργάτριες καί φεύγουν. Οι εργάτριες, κυρίως οι νεαρές μαθητευόμενες, όλη μέρα ανεβοκατεβαίνουν την οδό Ερμού και τις παρόδους της για να αγοράσουν τα είδη ραπτικής

    155. Βλ. Arlette Farge, La vie fragile. Violence, pouvoirs et solidarités à Paris au XVIIIe siècle, Παρίσι 1986, σ. 127-132.