Συγγραφέας:Σαλίμπα, Ζιζή
 
Τίτλος:Γυναίκες εργάτριες στην ελληνική βιομηχανία και στη βιοτεχνία (1870-1922)
 
Τίτλος σειράς:Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας
 
Αριθμός σειράς:37
 
Τόπος έκδοσης:Αθήνα
 
Εκδότης:Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς
 
Έτος έκδοσης:2002, 2004
 
Σελίδες:366
 
Αριθμός τόμων:1 τόμος
 
Γλώσσα:Ελληνικά
 
Θέμα:Μαθητεία και εργασία
 
Τοπική κάλυψη:Ελλάδα
 
Χρονική κάλυψη:1870-1922
 
Περίληψη:Η εργασία αυτή έχει ως αντικείμενο την ιχνογράφηση της φυσιογνωμίας της ελληνίδας εργάτριας από την εμφάνισή της στον κόσμο της μισθωτής εργασίας ως τη Μικρασιατική Καταστροφή και την άφιξη των προσφύγων στην Ελλάδα το 1922, χρονολογία κατά την οποία αλλάζει το κοινωνικό σκηνικό στις ελληνικές πόλεις. Όταν το 1870 αρχίζουν τα πρώτα φουγάρα των εργοστασίων να ξεφυτρώνουν ένα-ένα σαν τα μανιτάρια στον Πειραιά, και η Αθήνα να αποκτά σιγά-σιγά τα χαρακτηριστικά ευρωπαϊκής μεγαλούπολης, τότε εμφανίζονται επί της οθόνης του ιστορικού γίγνεσθαι οι πρώτες εργάτριες. Ποιες ήταν αυτές οι νεοφερμένες γυναίκες; Από πού προέρχονταν; Πώς εντάσσονταν στον κόσμο του καθημερινού μόχθου; Πώς αξιοποιούσαν τον καθημερινό χρόνο τους; Ποιες ήταν οι συλλογικές αναπαραστάσεις των άλλων γι’ αυτές;
 
Άδεια χρήσης:Αυτό το ψηφιοποιημένο βιβλίο του ΙΑΕΝ σε όλες του τις μορφές (PDF, GIF, HTML) χορηγείται με άδεια Creative Commons Attribution - NonCommercial (Αναφορά προέλευσης - Μη εμπορική χρήση) Greece 3.0
 
Το Βιβλίο σε PDF:Κατέβασμα αρχείου 12.88 Mb
 
Εμφανείς σελίδες: 149-168 από: 370
-20
Τρέχουσα Σελίδα:
+20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/149.gif&w=600&h=915

σύμβασης.197 Για το σωματείο αυτό δεν διαθέτουμε στοιχεία ώστε να μπορούμε να ανιχνεύσουμε τις δραστηριότητές του.

Τρία χρόνια αργότερα, το 1930, η Μαρία Σβώλου σε άρθρο της στο ίδιο περιοδικό198 γράφει ότι η κατάσταση για τις ράπτριες ιματισμού του στρατού παραμένει η ίδια. Οι εργάτριες που εργάζονται 20-25 χρόνια συνεχώς περιλαμβάνουν στις διεκδικήσεις τους την καταβολή αποζημίωσης εφόσον δεν τους παρέχεται εργασία. Αλλά και στο αίτημα αυτό οι αρμόδιοι είναι αρνητικοί. Η υπογράφουσα το άρθρο δίνει μια εικόνα για τον τρόπο που διεξαγόταν ο μειοδοτικός διαγωνισμός για την ανάθεση εργασίας. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της οι διαγωνισμοί γίνονταν τις περισσότερες φορές κρυφά. Όταν πήγαινε το «Σωματείο εργατριών κοπής και ραφής ιματισμού στρατού», παρόλο που αναγκαζόταν να μειοδοτήσει και να κατεβάσει τις τιμές στο χαμηλότερο δυνατό επίπεδο, οι αρμόδιες υπηρεσίες επικαλούνταν ένα σωρό κωλύματα, όπως λ.χ. ότι το Σωματείο δεν παρουσίαζε αρκετές εγγυήσεις, προκειμένου να τα αναθέσουν σε «γνωστούς εργολάβους». Με τη σειρά τους οι εργολάβοι ανέθεταν τη ραφή των ρούχων στις ίδιες ή σε άλλες εργάτριες με όρους κάτι περισσότερο από εξευτελιστικούς. Η Μαρία Σβώλου αποδίδει ευθύνες στο κράτος, το οποίο αποζημίωσε τους άνδρες καπνεργάτες, αμαξάδες, καραγωγείς —οι οποίοι είναι και ψηφοφόροι— επειδή τα επαγγέλματά τους απαξιώθηκαν ή υπερκορέσθηκαν, ενώ αδιαφορεί για τις γυναίκες.

Στο σημείο αυτό θα πρέπει να κάνουμε μία διαπίστωση. Ο νόμος περί συνεταιρισμού λέει σαφώς ότι στις δημοπρασίες του Δημοσίου προτιμώνται οι συνεταιρισμοί. Για μια ακόμη φορά το κράτος που θεσπίζει τους νόμους για την προστασία των εργαζομένων, τους αγνοεί.

Στον καιρό της ειρήνης

Σε αντίθεση με την εργασία φασόν των γυναικών στα ενδύματα του στρατού, η οποία εξαιτίας των προβλημάτων που προκύπτουν στον καιρό του πολέμου βγαίνει στο φως της δημοσιότητας, η εικόνα που έχουμε για την κατ' αποκοπήν εργασία στον τομέα της μεταποίησης σε καιρό ειρήνης είναι σχηματική και ατελής. Πραγματικά, δεν διαθέτουμε καμία έρευνα και κανένα επίσημο τεκμήριο συνολικό και έγκυρο για τον αριθμό, τις συνθήκες εργασίας, καθώς και την ατομική κατάσταση των απασχολουμένων γυναικών.

Προφανώς πρόκειται για εργασία που συντελείται μέσα στους κόλπους της ίδιας της οικογένειας. Όπως αναφέραμε και παραπάνω, πρόκειται για γυ

197. Ανώνυμος, «Εργασίες του Συνδέσμου», ό.π., όπου δημοσιεύεται εκτεταμένη αναφορά για την κατάσταση στον κλάδο του φασόν των στρατιωτικών ενδυμάτων.

198. Μαρία Σβώλου, «Οι εργάτριες Ιματισμού Στρατού», Ο Αγώνας της Γυναίκας, αρ. 112-113, 15/31-3-1930.

Σελ. 149
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/150.gif&w=600&h=915

γυναίκες που με το γάμο θέτουν τέλος στην εργασιακή τους ζωή στο εργοστάσιο, για να αφοσιωθούν στα οικογενειακά τους καθήκοντα και γι' άλλες που μοιράζονται με κάποιο μέλος της οικογένειάς τους την ίδια δουλειά. Η εργασία στο σπίτι μπορεί να έχει και το χαρακτήρα της συμπληρωματικής απασχόλησης. Ο Henry Morgenthau στο βιβλίο του199 μας μεταφέρει με εύγλωττο τρόπο μια αρκετά διαδεδομένη εικόνα της γειτονιάς της Αθήνας το καλοκαίρι. Νομίζω ότι αξίζει τον κόπο να την παραθέσουμε: «Το βραδάκι, μετά το μεροκάματο, οι γυναίκες και οι νέες κοπέλες βγάζουν τις καρέκλες τους και κάθονται στο ύπαιθρο, συζητώντας ενώ τα δάχτυλά τους δουλεύουν ασταμάτητα το βελόνι, οι μητέρες για να μπαλώσουν τα ρούχα της οικογένειας και οι κοπέλες για να φτιάξουν κάποια δαντέλα ή κάποιο κέντημα που θα τα πουλήσουν αργότερα σε μάλλον χαμηλές τιμές».

Ας δούμε στη συνέχεια τις διάφορες μορφές της γυναικείας απασχόλησης στο σπίτι.

Στον τομέα του ιματισμού οι γυναίκες εργάζονται ως ράπτριες, πλέκτριες και κεντίστρες. Στην υποδηματοποιία οι γυναίκες εργάζονται ως «κορδελιάστρες», δηλαδή ράβουν με τη βοήθεια της μηχανής το επάνω μέρος του υποδήματος. Η τυποβαφική γυναικείων μανδηλιών είναι επίσης μια εργασία η οποία γίνεται συνήθως από γυναίκες στο σπίτι.

Οι απαραίτητες προϋποθέσεις για την εκτέλεση της κατ' οίκον εργασίας στους παραπάνω τομείς είναι δύο: από την πλευρά των εργαζομένων γυναικών η κατοχή των απαραίτητων εργαλείων —συνήθως ραπτομηχανής— και από την πλευρά της παραγωγής η δυνατότητα καταμερισμού της εργασίας σε διαφορετικά στάδια.

Η σημαντικότερη εργασία που απασχολεί και το μεγαλύτερο αριθμό γυναικών είναι η ραπτική ανδρικών ρούχων. Ειδικότερα τα παντελόνια και τα γιλέκα, επειδή δεν απαιτούν ιδιαίτερη εφαρμογή στο σώμα και πολλές πρόβες, μπορούν να κατασκευασθούν στο σπίτι. Γι' αυτό το λόγο εξάλλου η παραγωγή έτοιμων ανδρικών ρούχων μπορεί εύκολα να εμπορευματοποιηθεί. Οι ράπτριες ανταποκρίνονται στην ολοένα και περισσότερο αυξανόμενη ζήτηση της αγοράς για φθηνά έτοιμα ανδρικά ρούχα. Η κατασκευή του ανδρικού ενδύματος υπακούει σε μια ορισμένη διαδικασία. Ο πελάτης πηγαίνει στο ραφείο (φραγκοραφείο), όπου του παίρνουν τα μέτρα. Ένας έμπειρος τεχνίτης κόβει το ύφασμα στα μέτρα του πελάτη και στη συνέχεια αυτό διανέμεται στις γυναίκες για ραφή στο σπίτι. Τα υλικά (ύφασμα, κλωστές, φόδρες) παρέχονται από τον εργοδότη-ράφτη.

Τα εργαστήρια μοδιστρικής γυναικείων ενδυμάτων δεν λειτουργούν όπως

199. Henry Morgenthau, An International Drama. Η αποστολή μου στην Αθήνα. Το έπος της εγκατάστασης, Αθήνα 1994, σ. 98.

Σελ. 150
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/151.gif&w=600&h=915

τα ραφεία. Εκτός από τους κανόνες της σωστής εφαρμογής, η οποία απαιτεί περισσότερες από μία πρόβες, θα πρέπει να λάβουμε υπόψη ότι η γυναικεία ενδυμασία δεν υπακούει στον κανόνα της ομοιομορφίας. Η κατασκευή των τμημάτων της γυναικείας ενδυμασίας (παλτά, εσάρπες, πουκάμισα, φορέματα) απαιτεί ένα στιλ. Η μοδίστρα πρέπει να είναι παρούσα σε όλα τα στάδια της ραφής της ενδυμασίας για να προσδώσει το προσωπικό της ύφος, το οποίο πρέπει βεβαίως να προσαρμόζεται στο γούστο και στις προτιμήσεις της πελάτισσας. Έτσι, το γυναικείο ρούχο αργεί να μπει, σε σχέση με το ανδρικό, στη διαδικασία της μαζικής παραγωγής.

Η κεντητική, η χρυσοκεντητική και το κέντημα με το βελόνι στο σπίτι, δραστηριότητες των οποίων η εκτέλεση απαιτεί ιδιαίτερες ικανότητες, αποτελούν για τις γυναίκες μια ακόμη πηγή βιοπορισμού. Η ανάγκη καλλωπισμού της αστικής κατοικίας, αλλά και το κέντημα της προίκας δημιουργούν τις προϋποθέσεις για την ανάπτυξη της κεντητικής τέχνης. Όσον αφορά τους εργοδότες από τους οποίους αναλαμβάνουν παραγγελίες, εκτός από τα καταστήματα που πουλούν ραπτομηχανές υπάρχουν ακόμα τα καταστήματα λευκών ειδών, εργόχειρων και ειδών προικός τα οποία ζητούν γυναίκες για να ανταποκριθούν στην πελατεία τους. Επίσης, ένα τμήμα αυτών των γυναικών παίρνει εργασία από τους φιλανθρωπικούς συλλόγους. Το Εργαστήριο Απόρων Γυναικών και η Ένωσις των Ελληνίδων, γυναικεία σωματεία που θα σχολιάσουμε διεξοδικά σε επόμενο κεφάλαιο, εκπαιδεύουν στην κεντητική τέχνη και συγχρόνως παρέχουν εργασία στις κατ' οίκον εργαζόμενες γυναίκες. Η χρυσοκεντητική χρησιμοποιείται για τη διακόσμηση κυρίως των ενδυμάτων των ιερέων και των εξαρτημάτων της ελληνικής παραδοσιακής φορεσιάς. Τα ιεροραφεία των Αθηνών απασχολούν ένα μικρό αριθμό γυναικών.

Ελληνίδες και Αρμένισσες από τη Σμύρνη εργάζονται στην τυποβαφία, που θεωρείται μια κατ' εξοχήν ανατολίτικη εργασία. Συγκεκριμένα, ασχολούνται με τη βαφή και διακόσμηση των καλεμκεριών, των τσεμπεριών και άλλων γυναικείων μανδηλών για το κεφάλι. Αυτές οι μανδήλες προορίζονται να στολίσουν το κεφάλι των χωρικών γυναικών. Στην Αθήνα το 1890 δίπλα στο εργοστάσιο πιλοποιίας οι κεφαλαιούχοι Παπασπυρόπουλος και Πουλόπουλος ιδρύουν ένα εργοστάσιο τυποβαφίας. Εισάγουν το ύφασμα από την Ευρώπη και είτε το επεξεργάζονται εντός του εργοστασίου, είτε το δίνουν σε γυναίκες έμπειρες που εργάζονται στο σπίτι. Οι γυναίκες αποτυπώνουν πάνω στο ύφασμα με τη βοήθεια καλουπιών πολύχρωμες παραστάσεις και ζωγραφίζουν γιρλάντες, πουλιά και δένδρα. Αμείβονται ανάλογα με την αποδοτικότητά τους, με 50 λεπτά ανά δωδεκάδα μανδηλιών.200

200. Χάρη στο άρθρο του Δημήτρη Χατζόπουλου έχουμε μια εκτενή περιγραφή της τυποβαφίας· βλ. Μποέμ, «Αι εργαζόμεναι Αθήναι. Καπελλάδικα...», ό.π.

Σελ. 151
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/152.gif&w=600&h=915

Οι κατ' οίκον εργαζόμενες στην υποδηματοποιία, οι κορδελιάστρες, αναλαμβάνουν εργασία κατά παραγγελία από τα υποδηματοποιεία της Αθήνας, που κατασκευάζουν υποδήματα από φθηνό δέρμα, τα οποία προορίζονται για την εργατική τάξη. Στην πλατεία Δημοπρατηρίου στο Μοναστηράκι τα υποδηματοποιεία πωλούν κατ' αποκλειστικότητα αυτού του τύπου τα υποδήματα.201

Για την αμοιβή της κατ' οίκον εργασίας δεν διαθέτουμε ποσοτικά στοιχεία, ώστε να μπορούμε να κάνουμε συγκρίσεις. Η ελληνική νομοθεσία, μέσα στα χρονικά όρια αυτής της μελέτης, δεν έχει θεσπίσει κανένα τιμολόγιο στο οποίο να καθορίζεται το επίπεδο αμοιβών. Θα μπορούσαμε, όμως, να διατυπώσουμε την υπόθεση ότι η αμοιβή της κατ' οίκον εργασίας υπόκειται σε σοβαρές διακυμάνσεις που οφείλονται τόσο στις εργαζόμενες, όσο και στους εργοδότες τους. Από τη μια πλευρά υπάρχει ένας μεγάλος αριθμός γυναικών που ζητά απεγνωσμένα εργασία προκειμένου να εξασφαλίσει τα στοιχειώδη προς το ζην, ενώ από την άλλη ο ανταγωνισμός μεταξύ των εργοδοτών δημιουργεί πιέσεις για μείωση του κόστους κατασκευής των προϊόντων. Γι' αυτό οι εργαζόμενες αναγκάζονται να αυξήσουν την παραγωγικότητά τους, γεγονός που έχει επιπτώσεις στην υγεία τους. Σύμφωνα με το υπόμνημα που υπέβαλε το Εργατικό Κέντρο Αθηνών στη Διπλή Βουλή των Ελλήνων το 1911, οι συνθήκες εργασίας των κατ' οίκον εργαζομένων είναι δυσμενείς. Συγκεκριμένα αναφέρει ότι «εργάζονται εντός της οικίας των, υπό όρους υγιεινής όχι ευμενεστέρους από τους των εργοστασίων. ...συχνότατα η εργασία αυτή είνε καταπονητικωτέρα της εν εργαστηρίω, διότι ο εργάτης διά να επαρκέση εις τας ανάγκας του, αναγκάζεται να παρατείνη αυτήν επί πολλάς ώρας, με φωτισμόν διά πετρελαίου ανεπαρκέστατον, και πλησίον της κλίνης των τέκνων του, πολλάκις».202 Το σχόλιο αυτό συμπληρώνει την εικόνα της εργασίας στο σπίτι.

Ας ανακεφαλαιώσουμε: Η εργασία των γυναικών στο σπίτι χαρακτηρίζεται από ασταθείς αμοιβές και εκτελείται υπό δυσμενείς συνθήκες, τόσο από άποψη υγιεινής της κατοικίας-χώρου εργασίας, όσο και από το διαρκές ωράριο που οδηγεί σε φυσική εξάντληση τις εργαζόμενες.

Κι εδώ ανακύπτει ένα ερώτημα που αφορά τις ίδιες τις εργαζόμενες: η εργασία στο σπίτι αποτελεί επιλογή για εκείνες που διαθέτουν ραπτομηχανή και αποφασίζουν να μείνουν στο σπίτι ή μια λύση ανάγκης για την εξασφάλιση μιας στοιχειώδους αμοιβής όταν οι οικιακές φροντίδες και τα οικογενειακά καθήκοντα στέκουν εμπόδιο στο δρόμο προς το εργοστάσιο; Η απάντηση στο ερώτημα παραμένει δύσκολη. Οι εργάτριες δεν μιλούν ούτε γράφουν για τον εαυτό τους και οι ενδείξεις που διαθέτουμε δεν φωτίζουν αυτή την πλευρά.

201. Βλ. Μποέμ, «Αι εργαζόμεναι Αθήναι. Υποδηματοποιοί, σανδαλοποιοί και τσαρουχάδες», Το Άστυ, αρ. 1149, 7-2-1894.

202. Εργατικόν Κέντρον Αθηνών, Οι εργάται της Ελλάδος..., ό.π.

Σελ. 152
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/153.gif&w=600&h=915

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΡΙΤΟ

ΔΥΟ ΑΠΟΚΛΙΝΟΥΣΕΣ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗ ΓΥΝΑΙΚΕΙΑ ΕΡΓΑΣΙΑ ΣΤΙΣ ΑΠΑΡΧΕΣ ΤΗΣ ΕΚΒΙΟΜΗΧΑΝΙΣΗΣ Ο ΘΕΣΜΙΚΟΣ ΚΑΙ Ο ΦΙΛΑΝΘΡΩΠΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ

Σελ. 153
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/154.gif&w=600&h=915 01 - 0002.htm

ΛΕΥΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

Σελ. 154
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/155.gif&w=600&h=915

1. Ο ΘΕΣΜΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ

Εάν προσπαθήσει κανείς να αναπαραστήσει την εικόνα της ελληνίδας εργάτριας μέσα από τα δημοσιεύματα του τύπου της εποχής, διαπιστώνει την ενδημική στον ελληνικό χώρο αντίφαση μεταξύ των προθέσεων για την ανάπτυξη της οικονομίας που εκφράζουν οι φορείς της οικονομικής και πολιτικής εξουσίας, αφενός, και της κοινωνικής συμπεριφοράς των γυναικών που ασχολούνται με την φιλανθρωπία, αφετέρου.

Οι αντιλήψεις των εφημερίδων ταυτίζονται με την αναπτυξιακή ιδεολογία του κράτους. Με τα άρθρα τους προσπαθούν να διαφωτίσουν και να πείσουν την κοινή γνώμη ότι «η βιομηχανία είναι κλάδος παραγωγικότατος διά την υλικήν ανάπτυξιν της Ελλάδος και εμμέσως και διά την ηθικήν».1 Στις σελίδες τους το σύμπαν της βιομηχανίας και η βιομηχανική εργασία παρουσιάζονται εξωραϊσμένα στο φως ενός οικονομικού οπτιμισμού που εξαίρει τις αρετές της εργασίας, της απόδοσης και της βιομηχανικής πειθαρχίας.

Ο ελληνικός τύπος, στο πλαίσιο της ιδεολογίας μιας κοινωνικής συνεργασίας που μοιάζει να θέλει να προλάβει την απειλή μιας δυνάμει ριζοσπαστικοποίησης σύμφωνα με την ευρωπαϊκή εμπειρία, προσπαθεί να εξομαλύνει τις κοινωνικές αντιθέσεις που ενδέχεται να προκαλέσει η εκβιομηχάνιση μέσω του κοινωνικού της ρόλου. Η χορήγηση και η εξασφάλιση του «εντίμου άρτου της εργασίας»2 προβάλλεται ως ο ηθικός ιστός της βιομηχανικής ανάπτυξης.

«Ζητούνται υφάντριαι πεπειραμένα»),3 «ζητούνται εργάτριαι διά το εργοστάσιον ασπρορούχων»,4 «ζητούνται εργάτριαι διά πάγκους κλωστικής και διά μηχανάς πλεκτικής»,5 «ζητούνται μεταξοϋφάντριαι»6, «ζητούνται εργάτριαι διά

1. Ανώνυμος, «Νέον υφαντήριον», Ποσειδών, αρ. 928, 13-5-1878.

2. Ανώνυμος, «Ο Πειραιεύς και η πολιτική του Δεληγιάννη», Σφαίρα, αρ. 5056, 14-1-1899.

3. Σφαίρα, αρ. 5840, 5-8-1900.

4. Σφαίρα, αρ. 5757, 20-4-1901.

5. Σφαίρα, αρ. 4712, 3-12-1897.

6. Σφαίρα, αρ. 5984, 14-1-1902.

Σελ. 155
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/156.gif&w=600&h=915

το εργοστάσιον χαλυβδώσεως».7 Από τις αγγελίες που είναι διάσπαρτες και επαναλαμβάνονται με μεγάλη συχνότητα στις εφημερίδες βλέπουμε ότι οι εργοδότες που ζητούν εργατικά χέρια καθορίζουν όχι μόνο το φύλο, αλλά και τη συγκεκριμένη θέση εργασίας. Η προσφερόμενη θέση έχει άμεση συνάφεια με τις αρετές που συνδέονται από παράδοση με τη γυναικεία φύση, όπως τα λεπτεπίλεπτα χέρια και η υπομονή.

Η περιορισμένη διαθεσιμότητα εργατικών χεριών αποτελεί έναν ανασταλτικό παράγοντα για την ανάπτυξη της βιομηχανίας. Υπήρχε επιτακτική ανάγκη να επιστρατευθούν οι γυναίκες στην παραγωγή. Αλλά και για τις ίδιες τις γυναίκες η απασχόληση στα εργοστάσια ήταν η ύστατη λύση για την εξασφάλιση της επιβίωσής τους. Οι εφημερίδες αναλαμβάνουν να καλλωπίσουν το προφίλ της εργάτριας, ώστε να πείσουν τον άρτι αφιχθέντα στην πόλη αγρότη που νοιάζεται για την οικογενειακή του τιμή, να επιτρέψει στις γυναίκες της οικογένειάς του να εργασθούν στο εργοστάσιο.

Οι λέξεις που έχουν συνειδητά ή ασυνείδητα εφεύρει οι αρθρογράφοι για να αποκαλούν τις εργάτριες, απηχούν τα κοινωνικά ιδεώδη, τις παραδόσεις και τους ηθικούς κανόνες της εποχής: κοράσια, κόραι, θυγατέραι του λαού,8 παρθέναι.9 Μια ερμηνεία της χρήσης των παραπάνω λέξεων θα οδηγούσε στο συμπέρασμα ότι δεν αποκαλούνται ποτέ «γυναίκες» γιατί η εργασία τους στο εργοστάσιο αρχίζει από νεαρή ηλικία και σπανίως συνεχίζεται μετά το γάμο.

Πέρα απ' αυτό όμως, οι λέξεις αυτές υπαινίσσονται την άμεση σχέση της υφαντικής τέχνης με την αγνότητα και την αρετή. Η αφοσίωση της κόρης στην υφαντική είναι η έμπρακτη απόδειξη της εργατικότητας, της αποχής της από την κοινωνική σφαίρα και τους κινδύνους που ελλοχεύουν, γεγονός που μπορεί να της εξασφαλίσει το γάμο. Ο αργαλειός, έστω και ο μηχανοκίνητος, λειτουργεί σαν το μέσο που εξορκίζει τη σεξουαλικότητά της.10

Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα της σχέσης της υφαντικής με την ανυπαρξία σεξουαλικότητας δίνει ο πεζογράφος Κώστας Χατζόπουλος περιγράφοντας το κοινωνικό περιβάλλον μιας μικρής πολιτείας της Ρούμελης. Η «Φρόσω», μία από τις γυναίκες κεντρικές ηρωίδες, όταν αρνείται τα ερωτικά παιχνίδια και όταν καταλαβαίνει πως δεν πρόκειται να παντρευτεί αφοσιώνεται στον αργαλειό της.11 Το παράδειγμα αυτό δεν είναι ακραίο- οι γυναίκες που

7. Στο ίδιο.

8. Ανώνυμος, «Επαγγελματικαί σχολαί εν Πειραιεί», Σφαίρα, αρ. 4345, 25-9-1896.

9. Πειραιεύς, αρ. 23, 12-12-1876.

10. Στην αγγλική γλώσσα η λέξη spinster έχει διττή ερμηνεία, σημαίνει υφάντρα, αλλά και γεροντοκόρη.

11. Κώστας Χατζόπουλος, Ο Πύργος του Ακροπόταμου, Αθήνα 11915, ανατύπωση Αθήνα 1971. Το έργο αυτό πρωτοδημοσιεύτηκε στο Νουμά με τον τίτλο «Η κούλια του Ακροπόταμου» από 11 Ιανουαρίου έως 12 Απριλίου 1909.

Σελ. 156
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/157.gif&w=600&h=915

απασχολούνται στο χώρο της ελληνικής υπαίθρου αποκλειστικά με την υφαντική, κυρίως στο πλαίσιο της οικοτεχνίας, είναι οι ανύπαντρες γυναίκες ή οι χήρες που αναγκάζονται να επιστρέψουν στην οικογένειά τους. Οι γυναίκες αυτές ως αντίτιμο για τη στέγη και την τροφή που τους παρέχει η οικογένεια προσφέρουν τους καρπούς του αργαλειού τους.

Το "άβατον" των εργοστασίων

Οι εφημερίδες σε μια σειρά από άρθρα τους12 πλέκουν το εγκώμιο της εργάτριας μέσα στο εργοστάσιο ή στο δρόμο προς αυτό. Αυτά τα έντιτλα άρθρα περιγράφουν με ειδυλλιακά χρώματα τη ζωή της εργάτριας στο εργοστάσιο. Όμως, για τα πρώτα χρόνια της εργασίας των γυναικών στις ελληνικές πόλεις δεν έχουμε ολοκληρωμένη και συστηματική πληροφόρηση ούτε από τους εκπροσώπους του τύπου, ούτε από τους κρατικούς φορείς. Ειδικότερα, οι εφημερίδες δεν διεξάγουν έρευνες που να βασίζονται σε στατιστικές, σε επιτόπιες επισκέψεις στους χώρους εργασίας, σε ερωτηματολόγια και σε βιογραφίες των ανθρώπων της εργατικής τάξης. Εξαίρεση αποτελεί η έρευνα που έκανε μόνη της η Ευγενία Ζωγράφου για την εφημερίδα Ακρόπολις το 1898 και το 1903 ξεχωριστά σε μορφή φυλλαδίου.13 Το εργοστάσιο αποτελεί «άβατον» για τους μη έχοντες εργασία στο χώρο του.

Οι εφημερίδες όχι μόνο δεν επιδιώκουν να ενημερώσουν την κοινή γνώμη για τη ζωή μέσα στο εργοστάσιο, αλλά αποδοκιμάζουν και κάθε δειλή απόπειρα που γίνεται επίσημα από το κράτος, συγκεκριμένα από το αρμόδιο υπουργείο, με σκοπό τη σύσταση επιτροπής η οποία θα ασχολείται με την επιθεώρηση των εργοστασίων.

Θεωρούν ότι κάθε δημοσίευση σχετικά με τις τυχόν δυσμενείς συνθήκες εργασίας μπορεί να αποτελέσει ένα σοβαρό ανασταλτικό παράγοντα για την πρόοδο της βιομηχανίας, κηλιδώνοντας επιπλέον το καλό όνομα του εργοδότηεργοστασιάρχη, και εκφράζουν τις ανησυχίες τους: «Αι υπό των δημοσίων υπηρεσιών συνιστάμεναι επιτροπαί νομίζουσιν ότι εκπληρούσι το καθήκον αυτών, αν διαλαλήσωσιν εις το ελληνικόν δημόσιον ότι άπαντα τα εργοστάσια του Πειραιώς έχουσι λέβητας και μηχανάς πεπαλαιωμένας..., φοβούμεθα πολύ μήπως

12. Τα πιο χαρακτηριστικά απ' αυτά είναι: Ειρηναίος Κ. Ασώπιος, «Αι γυναίκες εν τη ταχυδρομική και τηλεγραφική υπηρεσία», Αττικόν Ημερολόγιον εκδιδόμενον υπό Ειρηναίου Ασωπίου του έτους 1890· Ανώνυμος, «Εργοστάσιον εν Κερκύρα», Νέα Εφημερίς, αρ. 115, 25-4-1889' Μιχαήλ Μητσάκης, «Εν βιομηχανικόν κατάστημα», Εστία, αρ. 587, 29-3-1887.

13. Ευγενία Ζωγράφου, «Πώς εργάζονται αι γυναίκες μας», Δημοσιεύματα, τ. 4, Αθήνα 1903.

Σελ. 157
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/158.gif&w=600&h=915

ο πολύς ζήλος των εν αποτελούντων την επιτροπήν ταύτην γίνη πρόξενος μεγάλης ηθικής και υλικής ζημίας εις την βιομηχανίαν ημών».14

Αν θέλουμε, λοιπόν, να ρίξουμε λίγο φως στην ιδιωτική σφαίρα των γυναικών, θα πρέπει να διαβάσουμε με προσοχή τα ψιλά γράμματα των εφημερίδων ή τα αστυνομικά δελτία τους. Μόνο όταν διαταράσσονται οι ρυθμοί της ζωής τους μέσα από εξαιρετικά γεγονότα, όπως εργατικά ατυχήματα, αυτοκτονίες, απαγωγές εκούσιες ή ακούσιες, ακόμη και διαμαρτυρίες για τις χαμηλές αποδοχές ή τις συνθήκες εργασίας, μπορούμε να διεισδύσουμε στην ιδιωτικότητά τους.

Και η φωτογραφία στην υπηρεσία της εκβιομηχάνισης

Συμπληρωματικά με τις εφημερίδες λειτουργούν και τα διαφημιστικά λευκώματα των διαφόρων επιχειρήσεων15 για την κοινωνική προβολή του έργου της βιομηχανίας και της εθνικής οικονομίας ευρύτερα16 ή ακόμη και για τη λήψη δανείου από την τράπεζα.17 Τα λευκώματα αυτά βρίθουν από φωτογραφίες εργατριών. Οι αποδέκτες αυτών των λευκωμάτων είναι κρατικές υπηρεσίες, υπουργεία ή πολύ εκλεκτοί πελάτες.

Η απεικόνιση δημοκρατικοποιείται ή, καλύτερα, εκλαϊκεύεται με το πέρασμα από το πορτρέτο ζωγραφικής του βιομηχάνου που βρίσκεται κρεμασμένο στο γραφείο του, στη φωτογράφιση των εργατριών. Ο κύριος στόχος της φωτογραφίας είναι η ικανοποίηση της ανάγκης της αναπαράστασης.

Ακόμη και μέσα από αυτές τις φωτογραφίες φαίνεται καθαρά η κυρίαρχη ιδεολογική τάση της κοινωνίας, που συμπίπτει με τις αντιλήψεις των εργοδοτών. Όπως παρατηρήθηκε ήδη, η κοινωνία βασίζεται σ' ένα σύστημα οικογενειακών σχέσεων, οι πάντες ανήκουν στο ίδιο σύνολο, έχουν συγκεκριμένα δικαιώματα και υποχρεώσεις. Οι εργαζόμενοι έχουν ρόλο ενηλίκων, εσαεί παιδιών.18 Ο βιομήχανος «αυστηράς ηθικής και ως άτομον και ως οικογενειάρχης, αυστηρώς επαγρυπνών επί της αγωγής των τέκνων του»19 αναλαμβάνει

14. «Η επιτροπή προς επιθεώρησιν των εργοστασίων», Σφαίρα, αρ. 4833, 27-4-1898.

15. Ιστορικό Αρχείο Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδας, Φωτογραφικό αρχείο ΑΣΠΙΩΤΗ-ΕΛΚΑ.

16. Πανελλήνιον Λεύκωμα Εθνικής Εκατονταετηρίδος 1821-1930, τ. Β1, Βιομηχανία - Εμπόριο, Αθήνα 1923 και τ. Β2, Αθήνα 1925.

17. Ιστορικό Αρχείο Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδας, Σειρά: Βιομηχανική Πίστη, Λεύκωμα του εργοστασίου των Γκούτου-Λαναρά.

18. Βλ. Αλίκη Βαξεβάνογλου, «Εργοδότες και εργαζόμενοι στις αρχές του 20ού αιώνα: από τη μεριά των εργοδοτών», Τα Ιστορικά, τχ. 14-15, Ιούνης - Δεκέμβρης 1991, σ. 99-112.

19. Ανώνυμος, «Κλωστήριο Ρετσίνα», Ποσειδών, αρ. 1175, 7-4-1879.

Σελ. 158
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/159.gif&w=600&h=915

το ρόλο του πατέρα που επιθυμεί τη φωτογράφιση των θυγατέρων του, των εργατριών.

Με κριτήριο το χώρο στον οποίο γίνεται η λήψη οι φωτογραφίες χωρίζονται σε δύο κατηγορίες: σ' εκείνες που έχουν ληφθεί στην κύρια είσοδο του εργοστασίου και σ' αυτές μέσα στις αίθουσες εργασίας. Η φωτογραφία επιβάλλει τις δικές της νόρμες στη στάση των σωμάτων. Λαμβάνοντας υπόψη και την τεχνική δέσμευση, βλέπουμε ότι κοινό χαρακτηριστικό όλων των φωτογραφιών είναι η στατικότητα, η ακινησία. Το στήσιμο στο φακό επαναλαμβάνεται με τον ίδιο τρόπο παντού. Πίσω από αυτές τις στερεότυπες απεικονίσεις των εργατριών, το κάθε ξεχωριστό πρόσωπο χάνεται μέσα στην ομοιομορφία του συνόλου.

Οι εργάτριες απαθανατίζονται μπροστά από την κύρια είσοδο του εργοστασίου, κάτω ακριβώς από την ταμπέλα του. Φορούν τα κυριακάτικά τους ρούχα, τα μαλλιά τους είναι τραβηγμένα πίσω σε κότσο ή είναι κτενισμένα πλεξούδα και πιασμένα με φιόγκο. Είναι παρατεταγμένες κατά ανάστημα, οι νεαρές είναι καθισμένες οκλαδόν μπροστά, ενώ οι μεγαλύτερες στέκονται πίσω. Τα χέρια είναι ακουμπισμένα αμήχανα στα γόνατα, τα βλέμματα όλων στρέφονται πάντα ολόισια προς το φακό. Δεν υπάρχουν ιδιαίτερες κινήσεις, δεν εκπέμπεται κανένα παράταιρο προς την «πρέπουσα» σοβαρότητα χαμόγελο. Θυμίζουν μαθήτριες παρθεναγωγείου στην ετήσια αναμνηστική φωτογραφία μετά τις εξετάσεις τους.

Όταν φωτογραφίζονται μέσα στις αίθουσες του εργοστασίου, συνήθως στέκουν καλοντυμένες ή με την ποδιά του εργοστασίου που φαντάζει σαν σχολική φορεσιά, δίπλα στα μηχανήματα. Τα μηχανήματα πάντα είναι εν στάσει, ποτέ εν κινήσει κι αυτές έχουν ακουμπισμένο το ένα τους χέρι πάνω τους σα να προσπαθούν απεγνωσμένα να τα αναδείξουν, ενώ τα μάτια τους κοιτάζουν το φακό.

Η φωτογραφία γίνεται το μέσο με το οποίο ενσαρκώνονται οι φιλοδοξίες του βιομηχάνου και υποδηλώνεται η επιχειρηματική του επιτυχία.

Οι γυναίκες προσελκύονται στη βιομηχανία

Αντίθετα με τη σοβαρότητα και στατικότητα που επικρατεί στις φωτογραφίες, η εξωτερική εικόνα των εργατριών το πρωί στο δρόμο προς την εργασία τους που «παρελαύνουν καθ' ομάδας ως περδίκια, ... γοργαί, ζωηραί, δροσεραί, ευσταλείς και αβραί εξ ήβης και νεότητος, με το εκ τσιτίου ή προστύχου αλπαγά φορέματος των και το περισφύγγον κομψώς και αναδεικνύον το πλαστικόν του σώματος των επανωφόριον...»20 κρύβει ένα διάχυτο ερωτισμό.

20. Αριστείδης Κουρτίδης, «Αι εργάτιδες των Αθηνών», Εστία, αρ. 405, 2-10-1883, σ. 631-634.

Σελ. 159
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/160.gif&w=600&h=915

Οι εργάτριες είναι ελκυστικά κορίτσια στο δρόμο προς τη δουλειά. Παρά την αναμφισβήτητη φτώχεια τους διατηρούν ανέπαφη τη θηλυκότητά τους χωρίς να φορούν επίσημο ένδυμα, χωρίς να βρίσκονται στο σαλόνι κάποιου σπιτιού. Είναι γυναίκες εκτεθειμένες στα μάτια των περαστικών, απελευθερωμένες εκείνη την ώρα από τον κλειστό περίγυρο της οικογένειας.

Μέσα από την πληθωρικότητα των επιθέτων και τη νατουραλιστική αφήγηση, που δεν μας αφήνουν καμιά δυνατότητα να χαράξουμε σαφή όρια ανάμεσα στη λογοτεχνία και τη δημοσιογραφία, οι εργάτριες μεταβάλλονται σε ιέρειες του «ωραίου φύλου».

Ο κόσμος της εργασίας που εκπροσωπούν οι άνδρες, το «άσχημο φύλο», παρουσιάζεται σα να διαβρώνεται από τις γυναίκες, το «ωραίο φύλο». Η βιομηχανική και βιοτεχνική εργασία προβάλλεται σαν πεδίο απαλοιφής αυτής της σεξιστικής ιδεολογίας που επικρατεί σ' όλα τα κοινωνικά στρώματα.21

Η εργασία αντιμετωπίζεται ακόμη και ως μέσο διατήρησης της γυναικείας καλλονής: «η εργασία, είνε η γυμναστική του σώματος..., αντί της ωχρότητος των χλωρωτικών εξ αδρανούς σκιαγραφήσεως προσώπων διαχέει επί των παρειών (των γυναικών) το ροδόχρουν της υγείας».22

Ο τρόπος οργάνωσης της δουλειάς στα περισσότερα εργοστάσια προϋποθέτει την υποχρεωτική συμβίωση ανδρών και γυναικών σ' ένα χώρο. Σε μια χώρα όπως η Ελλάδα, στην οποία ο κόσμος της αγροτιάς δεν είναι αποκομμένος από τον κόσμο της πόλης και οι κοινωνικές συμπεριφορές παραμένουν αναλλοίωτες, το γεγονός αυτό έρχεται σε αντίθεση με το σύστημα ηθικών αξιών που διέπει την ελληνική κοινωνία.

Κατά τα πρώτα χρόνια εμφάνισης της εργοστασιακής απασχόλησης των γυναικών (1870-1890) ο τύπος παίζει το ρόλο του «συνήγορου του διαβόλου», δεν προσπαθεί απλά και μόνο να εξοικειώσει την κοινή γνώμη με τη νέα πραγματικότητα, αλλά εφευρίσκει επιχειρήματα για να εξάρει και να προπαγανδίσει τη γυναικεία εργασία σαν ηθικό συντελεστή απαραίτητο για την οικονομική ανάπτυξη του κράτους.

Μέσα από τα διάφορα άρθρα το πρόβλημα των ευκαιριών απασχόλησης για τις γυναίκες παρουσιάζεται με τους όρους μιας ακραίας και ριζικής διάζευξης, στον ένα πόλο της οποίας βρίσκεται το εργοστάσιο, ενώ στον άλλο η απειλή της ανεργίας και η εξαθλίωση. Αυτός ο τρόπος άσκησης πειθούς προς τους αναγνώστες, που εκφράζει μια μανιχαϊκή αντίληψη των πραγμάτων, αντανακλά την ιδιομορφία του τρόπου με τον οποίο σχηματίζεται στις πόλεις το εργατικό δυναμικό. Καθώς στην Ελλάδα δεν εμφανίζεται πραγματικό φαινόμενο

21. Ανώνυμος, «Η γυνή ως εργάτης και ως μήτηρ», Οικονομική Επιθεώρησις, αρ. 142, Νοέμβριος 1888, σ. 436-439.

22. Αριστείδης Π. Κουρτίδης, ό.π.

Σελ. 160
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/161.gif&w=600&h=915

μενο αγροτικής εξόδου, οι γυναίκες μέλη προσφυγικών οικογενειών από την καταστροφή της Χίου ή των Ψαρών που τροφοδοτούν τις βιοτεχνικές δραστηριότητες της Σύρου ή οι πρόσφυγες της Κρητικής Επανάστασης που τροδοφοτούν τα κλωστοϋφαντήρια του Πειραιά, δεν έχουν κανένα περιθώριο διαφυγής.

Το εργοστάσιο, όπως περιγράφεται στις σελίδες των εφημερίδων, γίνεται το νοικοκυρεμένο σπίτι μέσα στο οποίο επικρατεί «τάξις και φιλοκαλία»23 και λειτουργεί υποδειγματικά. Ο εργατικός κόσμος αναπαριστάνεται σαν μια κοινωνική μονάδα όπου το σύστημα ιεράρχησης των εργασιακών σχέσεων θυμίζει τις φατρίες, τα γένη και τις μεγάλες οικογένειες. Το κλωστοϋφαντήριο αντικαθιστά το «μπαϊράκι» και μετατρέπεται σε «λαμπρόν τρόπαιον της πειραϊκής βιομηχανίας».24

Όταν οι δημοσιογράφοι αναφέρονται στις εργάτριες, βρίσκουν πάντα την ευκαιρία για ευμενή σχολιασμό της πατερναλιστικής φιγούρας του εργοδότη. Οι κεφαλαιούχοι-βιομήχανοι στην Ελλάδα κρατούν τα ηνία της δημόσιας ζωής με τις πολυσχιδείς δράστη ρ ιότητές τους: συμμετέχουν ενεργά σε φιλότεχνες, φιλανθρωπικές εταιρείες, δημοσιογραφούν, γίνονται δήμαρχοι, τραπεζίτες, βουλευτές, υπουργοί, όπως για παράδειγμα οι Θεόδωρος Ρετσίνας, Γεώργιος Στρίγκος κ.ά.

Τα συμφέροντά τους, με τον τρόπο που τα παρουσιάζουν οι εφημερίδες, ταυτίζονται με τα συμφέροντα της εθνικής οικονομίας και του ελληνικού κράτους. Καμιά εφημερίδα δεν μπορεί να αμφισβητήσει τις καλές προθέσεις τους, την προστασία και την αγάπη που τρέφουν για το προσωπικό που εργάζεται γι' αυτούς.

Και εδώ, όπως και στις φωτογραφίες, φαίνεται ότι επικρατεί ένα μοτίβο οικογενειακών σχέσεων. Εκφράζεται μια επιθυμία παντοδυναμίας, που είναι κοινή σε όσους έχουν κάποια εξουσία, είτε άρχουν μιας επιχείρησης είτε άρχουν μιας οικογένειας. Οι έλληνες εργοδότες θέλουν να δίνουν την εικόνα ότι βρίσκονται στην κορυφή μιας αδιαίρετης κοινωνίας, εποπτεύοντας το σύνολο με «αυταρχική ευμένεια».26

Η θητεία στο εργοστάσιο και η προίκα

Το καυτό ζήτημα της κοινωνικής αποκατάστασης μέσω του γάμου που απασχολεί τις οικογένειες με κορίτσια, οι εφημερίδες το αναδεικνύουν με την ηθική αξιολόγηση της μισθωτής εργασίας.

Η θητεία ή, καλύτερα, η μαθητεία της γυναίκας στο πατρικό της στις

23. Ανώνυμος, «Εργοστάσιον εν Κερκύρα», ό.π.

24. Ανώνυμος, «Ο Πειραιεύς και η πολιτική του Δεληγιάννη», ό.π.

25. Βλ. Αλίκη Βαξεβάνογλου, «Εργοδότες και εργαζόμενοι...», ό.π., σ. 99-112.

Σελ. 161
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/162.gif&w=600&h=915

αρετές που απαιτούνται για την ομαλή άσκηση των συζυγικών και μητρικών της καθηκόντων, ολοκληρώνεται μέσα από το στάδιο της προετοιμασίας των προικιών. Τα προικιά, πέρα από τον χρηστικό τους χαρακτήρα, συνοδεύουν κάθε γάμο, τον κατοχυρώνουν και τον εξασφαλίζουν. Είναι μια συνήθεια που μπορεί να παρουσιάζει διαφοροποιήσεις ως προς το ποσόν και το ποιόν. Οι διαφοροποιήσεις αυτές όμως δεν αλλοιώνουν τη δομή και την κοινωνική σημασία της δοσοληψίας.26

Γι' αυτό η αξία των προικιών, από την άποψη που μας ενδιαφέρει εδώ, δεν μπορεί να εκτιμηθεί μόνο με βάση το νομισματικό τους ισοδύναμο. Χρειάζεται να συνυπολογίσουμε και να ενσωματώσουμε σ' αυτήν το χρόνο που δαπανήθηκε για την παραγωγή τους. Ο χρόνος αυτός έχει συμβολική αξία, μπορεί να θεωρηθεί σαν το διάστημα που δοκιμάζονται και αναπτύσσονται αρετές όπως είναι η εργατικότητα, η υπομονετικότητα και η πειθαρχία.

Οι εφημερίδες, λοιπόν, δεν ανατρέπουν κοινωνικά πρότυπα και κατεστημένα όσον αφορά το γάμο και τις προϋποθέσεις του, αλλά υποδεικνύουν τη δυνατότητα αλλαγής ή μετατόπισης του χώρου μέσα στον οποίο η γυναίκα θα θητεύσει προκειμένου να προετοιμαστεί για το γάμο, από την κατοικία στο εργοστάσιο. Στην εργατικότητα αντιτάσσεται η ανηθικότητα, «άλλως η εργατική ώρα από της ανατολής του ηλίου μέχρι δύσεως δεν αφίνει αυταίς ευρύ στάδιον εξαχρειώσεως, οίαν θα υφίσταντο καθήμεναι άεργοι εν τοις παραθύροις ή ταις θύραις αυτών».27

Εκτός από θερμοκήπιο καλλιέργειας των απαραίτητων αρετών, το εργοστάσιο αναδεικνύεται και ως χώρος εξεύρεσης συζύγου, όπου «εκάστη εργάτρια προσπαθεί να κρατή την θέσιν αυτής, ίνα τύχη καλόν σύζυγον»,28 γι' αυτό λοιπόν «ο προς τους άνδρας συγχρωτισμός γίνεται και ωφελείας πρόξενος, διότι η των ανδρών παρουσία τας εργάτιδας συγκρατούσα, καθίστησιν αυτάς μάλλον περισκεμμένας και συνεσταλμένας».29 Έτσι λοιπόν, ο τύπος θεωρεί ότι η παρουσία των ανδρών λειτουργεί σαν πρόκληση όχι για σεξουαλική παρεκτροπή, αλλά για διαφύλαξη της ηθικότητας μέσω της εργασίας.

Αυτή η ανάγκη να αναδείξουν οι δημοσιογράφοι το φαινόμενο της γυναικείας εργασίας εκτός του οίκου είναι υψίστης σημασίας, γιατί υποδηλώνει ότι η δουλειά στο εργοστάσιο έρχεται σε αντίθεση με τις παραδοσιακές αξίες και δεν είναι με κανένα τρόπο συμβατή με τα κυρίαρχα μοντέλα εκείνης της εποχής.

26. Βλ. Νόρα Σκουτέρη-Διδασκάλου, «Προίκα ή περί του θηρευτικού βίου των Νεοελλήνων», Ο Πολίτης, τχ. 57-58, Ιαν.-Φεβρ. 1983, σ. 35.

27. Ειρηναίος Κ. Ασώπιος, «Αι γυναίκες εν τη ταχυδρομική...», ό.π.

28. Στο ίδιο.

29. Στο ίδιο.

Σελ. 162
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/163.gif&w=600&h=915

Η φίλεργος και η παρασιτική πόλη

Ο κόσμος της γυναικείας εργασίας στον Πειραιά, σε αντιδιαστολή προς τις αστές φεμινίστριες της Αθήνας, γίνεται αφορμή μέσα απ' τις σελίδες της μεγαλύτερης πειραϊκής εφημερίδας, της Σφαίρας, για ένα ξέσπασμα τοπικιστικής αντιπαλότητας ανάμεσα στις δυο μεγάλες πόλεις: την Αθήνα και τον Πειραιά. Πριν προχωρήσω, θα ήθελα να ανοίξω μια παρένθεση για να επισημάνω το γεγονός ότι ύστερα από σχολαστική φυλλομέτρηση της παραπάνω εφημερίδας δεν βρήκα καμιά καταχώριση και κανένα σχολιασμό του περιοδικού Εφημερίς των Κυριών, το οποίο εκφράζει το φεμινισμό στην Ελλάδα εκείνης της εποχής.

Πράγματι, ο Πειραιάς είναι «η φίλεργος και ήρεμος πόλις... διότι δεν αποτελείται ειμή από δύο μεγάλας κοινωνικάς τάξεις, την εμποροβιομηχανικήν και την εργατικήν».30 Ας επιχειρήσουμε να προσεγγίσουμε αυτούς τους χαρακτηρισμούς μέσα από τους αριθμούς που διαθέτουμε. Ο πληθυσμός του Πειραιά σύμφωνα με την απογραφή του 1896 ήταν 51.000 κάτοικοι. Στα 86 ατμοκίνητα βιομηχανικά καταστήματα του Πειραιά εκείνη την εποχή εργάζονταν 7.909 άτομα. Αυτό σημαίνει ότι το 15,50% του πληθυσμού της πόλης εργαζόταν στη βιομηχανία. Ο Πειραιάς, δηλαδή, είναι η καρδιά της οικονομικής ευημερίας του κράτους, είναι μια πόλη με παραγωγικό χαρακτήρα, σε αντίθεση με τον παρασιτικό χαρακτήρα της Αθήνας, όπου δεσπόζει «η αριστοκρατία, η ντιστεγκεδική, η σνομπική, η πιθηκίζουσα κάθε ξένον και γελοίον, κάθε αντεθνικόν, η ξενολάτρις, η άψυχος, η άπατρις, η λεβαντίνικη».31 Φαίνεται ότι, υπό το πρίσμα της τοπικιστικής αντιπαλότητας, υποβόσκει μια τοπική συνείδηση εχθρική προς την πρωτεύουσα και υποδηλώνονται τάσεις για αυτονομία και κοινωνικές αντιπαραθέσεις.32

Ειδικότερα ο κοινωνικός μετασχηματισμός, όπως παρουσιάζεται στην πειραϊκή εφημερίδα, προκαλεί ένα διαχωρισμό ανάμεσα στον εργατικό γυναικείο πληθυσμό του Πειραιά «όπου μεταξύ των πέντε χιλιάδων εργατίδων, αι πλείσται διά να μην είπω όλαι, συντηρούνται εκ του ημερομισθίου των και υπανδρεύονται και ευτυχούσιν»,33 και στις γυναίκες της Αθήνας «του καλού λεγομένου κόσμου, τα κούφα και μωρά εκείνα πλάσματα, τα τρεφόμενα με τας ψυχολογικάς αναλύσεις των γάλλων φεμινίστ, η καθημερινή μελέτη των οποίων

30. Ανώνυμος, «Ανά το άστυ και το επίνειον. Το γυναικείον... ζήτημα», Σφαίρα, αρ. 4969, 3-10-1898.

31. Στο ίδιο.

32. Βλ. Λίλα Λεοντίδου, Πόλεις της Σιωπής. Εργατικός εποικισμός της Αθήνας και του Πειραιά, 1909-1940, Αθήνα 1989, σ. 65.

33. Ανώνυμος, «Ανά το άστυ...», ό.π.

Σελ. 163
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/164.gif&w=600&h=915

τας εδίδαξεν την περιφρόνησιν προς τα πάτρια, ταις ενέπνευσε την ιδέαν της υπεροχής αυτών επί των ανδρών, τας αφήρεσε το αβρώς γυναικείον, και τας κατέστησε μιξοπαρθένους ουδέν αγνοούσας και τα πάντα επισταμένας».34 Ο αρθρογράφος συγκρίνει τις πειραιώτισσες εργάτριες με τις αθηναίες αστές.

Ο τρόπος με τον οποίο προβάλλει ο αρθρογράφος τη γυναικεία εργασία θα μας βοηθήσει να κατανοήσουμε αυτήν την επιχείρηση «ιδεολογικής προπαγάνδας». Η εργασία στο εργοστάσιο θεωρείται προσωρινή. Στόχος της γυναίκας παραμένει ο γάμος και η μητρότητα. Αυτό το μοτίβο της παντρεμένης γυναίκας που μένει στο σπίτι και τη συντηρεί ο άντρας της είναι τόσο δυνατό, που όπως δείχνουν οι στατιστικές εφαρμόζεται πλήρως. Η είσοδος της γυναίκας στον κόσμο της εργασίας δεν προϋποθέτει τον ηθικό διασυρμό της. Η εργασία δεν θεωρείται ανήθικη.

Κι εδώ επιχειρείται να θεωρηθεί ότι η γυναικεία εργασία των ανύπαντρων γυναικών δεν αντιβαίνει τις παραδοσιακές αξίες. Ωστόσο, δεν ανατρέπεται το κυρίαρχο σχήμα: η εργασία για τις φτωχές γυναίκες θεωρείται ως μια κατάσταση μεταβατική πριν το γάμο.

2. Ο ΦΙΛΑΝΘΡΩΠΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ

Οι χειραφετημένες

Ενώ το κράτος μέσω των εφημερίδων πλέκει το εγκώμιο της εργάτριας και την αναδεικνύει σαν συντελεστή της ηθικής και της οικονομικής αναγέννησης, το περιοδικό Εφημερίς των Κυριών,35 που από τον τίτλο του μπορούμε να συμπεράνουμε ότι απευθύνεται προς τις Κυρίες, τις γυναίκες δηλαδή των αστικών στρωμάτων, αποτυπώνει τις απόψεις των τελευταίων για την εργάτρια εκείνης της εποχής. Σε όλη τη διάρκεια της ζωής του το περιοδικό αφιερώνει 81 άρθρα για τις συνθήκες ζωής και εργασίας των εργατριών, καθώς και για τη φιλανθρωπική δραστηριότητα που αναπτύσσεται γύρω απ' αυτές.

Το περιοδικό πλαισιώνει ένας πυρήνας από γυναίκες που προέρχονται κυρίως από το χώρο της εκπαίδευσης με επικεφαλής την εκδότρια δημοσιογράφο Καλλιρρόη Παρρέν.36 Η συντακτική επιτροπή αποτελείται αποκλειστικά και

34. Στο ίδιο.

35. Το περιοδικό αυτό κυκλοφορεί από το 1887 έως το 1917. Είναι εβδομαδιαίο μέχρι το 1907 και στη συνέχεια εκδίδεται κάθε δεκαπενθήμερο. Το περιοδικό δεν διατίθεται μόνο στην ελληνική επικράτεια, αλλά και σε ένα μεγάλο μέρος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και των νησιών του Αιγαίου. Βλ. Ελένη Βαρίκα, Η εξέγερση των Κυριών. Η γένεση μιας φεμινιστικής συνείδησης στην Ελλάδα 1833-1907, Αθήνα 1987.

36. Η Καλλιρρόη Παρρέν ήταν από την Κρήτη, είχε σπουδάσει δασκάλα και είχε εργαστεί σε ελληνικά παρθεναγωγεία στη Ρωσία και τα Βαλκάνια. Ήταν παντρεμένη με

Σελ. 164
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/165.gif&w=600&h=915

μόνο από γυναίκες, γιατί τα θέματα που θέλουν να προσεγγίσουν θεωρούν ότι είναι τόσο διαφορετικά όσο και η ανδρική από τη γυναικεία φύση. Η δυνατότητα να εκφρασθούν ελεύθερα αυτές οι γυναίκες τους παρέχεται μόνο μέσα από την ασφάλεια που αποπνέει ένα ξεχωριστό-ειδικό έντυπο, όπως αυτό συγκεκριμ,ένα το περιοδικό, η Εφημερίς των Κυριών.

Όταν ο ημερήσιος τύπος αναφέρεται σ' αυτές τις γυναίκες και στο «γυναικείο ζήτημα», τις ταυτίζει με το φεμινισμό και την ξενική ιδεολογία των «θηλυστών-φεμινίστ». Φαίνεται ότι ήδη στην ελληνική κοινωνία οι γυναίκες αυτές εντοπίζονται και λειτουργούν σαν μια συμπαγής κοινωνική ομάδα. Αυτή η περιγραφικού τύπου ταμπέλα που προσδίδουν σ' αυτές συνοδεύεται από ειρωνικά σχόλια και παράλληλα κρύβει μια αποστροφή, ακόμη και δυσπιστία των γραφόντων προς καθετί το ξενόφερτο, το μη ελληνικόν.

Αυτή η αντίδραση μπορεί να εκληφθεί και σαν μια τάση γι' αντίσταση των θεσμικών φορέων της ελληνικής κοινωνίας ενάντια στο φόβο που αποπνέει ένας εκμοντερνισμός, ο οποίος ασφαλώς δεν μπορεί άμεσα και ομαλά να ενσωματωθεί στις ελληνικές παραδόσεις.

Στο περιοδικό Ανάπλασις, το οποίο αντιπροσωπεύει τις απόψεις των καθηγητών της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, καταγράφονται οι αντιδράσεις που προκάλεσαν στους κύκλους της εκκλησίας οι ιδέες της Εφημερίδος των Κυριών. Ο αρθρογράφος του περιοδικού στρέφεται εναντίον της Καλλιρρόης Παρρέν, διευθύντριας της Εφημερίδος των Κυριών, γιατί «αντί δικαιοσύνης και ισότητος επιζητείτε γυναικοκρατίαν του χειροτέρου είδους», ισχυριζόμενος ότι «η τύφλωσις δε προς συγκάλυψιν των διαπραττομένων υπό των γυναικών και άδικος είνε και επιζήμια». Ειδικότερα, το περιοδικό Ανάπλασις είναι κατά της γυναικείας εργασίας, αφενός μεν διότι οι ευκαιρίες προς εργασία είναι περιορισμένες και δεν περισσεύουν για τις γυναίκες, αφετέρου δε διότι αντίκειται στα ελληνικά ήθη και έθιμα, σύμφωνα με τα οποία τις γυναίκες οφείλουν να τις συντηρούν οι άνδρες της οικογένειας.37

Από τη μεριά τους οι γυναίκες του περιοδικού Εφημερίς των Κυριών ποτέ δεν υιοθετούν αυτόν τον προσδιορισμό που περιορίζει τόσο το εύρος των κοινωνικών τους αναφορών, όσο και τις διεκδικήσεις τους. Με πρόθεση να προσδώσουν έναν οικουμενικό χαρακτήρα στις δραστηριότητές τους και να θίξουν ζητήματα που αγκαλιάζουν τις γυναίκες όλων των κοινωνικών στρωμάτων, απορρίπτουν την ταμπέλα των «φεμινίστ» για να μη θεωρηθούν σαν μια μιμητική απόφυση ενός ξένου κοινωνικού ρεύματος. Πράγματι, αυτοπροσδιορίζονται με τη λέξη «χειραφετημένες» και οι διεκδικήσεις τους προβάλλονται στο όνομα της «γυναικείας χειραφέτησης».

το γάλλο δημοσιογράφο I. Παρρέν, ιδρυτή του Αθηναϊκού Πρακτορείου Ειδήσεων.

37. Μ. Γαλανός, «Άνδρες και Γυναίκες», Ανάπλασις, αρ. 147, 1-6-1894.

Σελ. 165
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/166.gif&w=600&h=915

«Θα ακολουθήσωμεν κατά γράμμα και απαρεγκλίτως τας εν Ευρώπη ομοφυλοφίλους μας»38 δηλώνουν οι γυναίκες του περιοδικού για να τονίσουν ότι βρίσκονται σε επαφή και εναρμονίζονται πλήρως με τις ιδέες και τις διεκδικήσεις των ξένων γυναικείων κινημάτων. Η Καλλιρρόη Παρρέν εκπροσωπεί το περιοδικό σε διάφορα διεθνή συνέδρια,39 ταξιδεύει συχνά και δεν παραλείπει σχεδόν ποτέ να δημοσιεύει τις εντυπώσεις της και να εκθειάζει τα επιτεύγματα των αντίστοιχων ξένων γυναικείων κινημάτων.40

Αυτές οι γυναίκες προσπαθούν να διαμορφώσουν στην Ελλάδα μια συνείδηση φύλου. Όμως, όχι μόνο δεν εναντιώνονται στην κυρίαρχη ιδεολογία για τη διαφοροποίηση της ανθρώπινης φύσης σε ανδρική και γυναικεία, αλλά την υιοθετούν, ενισχύοντας την κοινή πεποίθηση ότι οι γυναίκες είναι και πρέπει να μείνουν πιο κοντά στη φύση τους από τους άντρες,41 γιατί «αι φυσικαί δυνάμεις, η ιδιοσυγκρασία, ο οργανισμός, η ευαισθησία της γυναικός είναι πολύ διάφοροι των ανδρών».42

Ωστόσο, σ' αυτές τις γυναίκες που έχουν κρύψει προ πολλού στο μπαούλο την εθνική ενδυμασία και κυκλοφορούν με ευρωπαϊκά ρούχα, η εργάτρια προκαλεί τρόμο. Είναι μια πραγματικότητα που δεν συμβαδίζει με τον καθωσπρεπισμό τους, είναι μια μακρινή απειλή που πλανάται στα τείχη του οίκου τους. Με την έλξη που ασκούν τα φοβερά πράγματα, επικεντρώνουν την προσοχή τους στην εργάτρια.

Εξετάζοντας τις γλωσσικές εκφράσεις του περιοδικού διαπιστώνω μια διχοτομία όσον αφορά τους χαρακτηρισμούς και τις ονοματοδοσίες των γυναικών. Από τη μια μεριά χρησιμοποιούν τη λέξη «Κυρίες» όταν απευθύνονται στις γυναίκες όχι μόνο του στενού πυρήνα τους, αλλά και σ' εκείνες των μεσαίων και ανώτερων στρωμάτων, ενώ από την άλλη οριοθετούν κοινωνικά και απομονώνουν τις γυναίκες των χαμηλών στρωμάτων χρησιμοποιώντας γι' αυτές τη λέξη «γυναίκες» σε περίπτωση που είναι παντρεμένες ή χήρες και «κο

38. Καλλιρρόη Παρρέν, «Η σχολή της Κυριακής», Εφημερίς των Κυριών, αρ. 135, 8-10-1889.

39. Όπως στα Congrès Français et International des Droits de la Femme, Ιούνιος 1888, Congrès International des Oeuvres et Institutions Féminines, Ιούλιος 1889 στο Παρίσι, International Congress, Μάιος 1893 στο Σικάγο, Congrès Féministe International, Απρίλιος 1896 στο Παρίσι και Congrès de la Condition et du Droit des Femmes, Ιούνιος 1900 στο Παρίσι, βλ. Ελένη Βαρίκα, ό.π., σ. 213.

40. Εκτός από τα διάφορα άρθρα στην Εφημερίδα των Κυριών η Καλλιρρόη Παρρέν έχει εκδώσει και το βιβλίο Τα ταξείδια μου - Σουηδία.

41. Βλ. Ελένη Βαρίκα, ό.π., σ. 222 και Αλεξάνδρα Μπακαλάκη - Ελένη Ελεγμίτου, Η εκπαίδευση «εις τα του οίκου» και τα γυναικεία καθήκοντα. Από την ίδρυση του ελληνικού κράτους έως την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση του 1929, Αθήνα 1987.

42. Καλλιρρόη Παρρέν, «Δυστυχείς εργάτιδες», Εφημερίς των Κυριών, αρ. 191, 912-1890.

Σελ. 166
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/167.gif&w=600&h=915

«κοράσια» ή «κόρες» σε περίπτωση που εργάζονται σε βιομηχανικό κατάστημα. Ενώ, δηλαδή, προσπαθούν να διαδώσουν την ιδέα για την απόκτηση μιας συλλογικής γυναικείας συνείδησης, γίνεται εμφανής μέσα από τις λέξεις «Κυρίες» και «γυναίκες» ο κοινωνικός διαχωρισμός που κυριαρχεί στις ιδέες τους. Όταν η λέξη εργάτρια δεν επιβαρύνεται με επίθετα όπως «δυστυχής» ή «πτωχή», ταυτίζεται με «το ανθύλλιον του αγρού, το οποίον είναι εγκαταλελειμμένον εις τας βροχάς και τους κεραυνούς και τας καταιγίδας του ουρανού».43

Ασφαλώς η σύνδεση της γυναίκας με τα άνθη, τα οποία συμβολίζουν τη γλυκύτητα, την ευαισθησία και τη θηλυκότητα, είναι κάτι που απαντά συχνά στα λογοτεχνικά και δημοσιογραφικά κείμενα αυτή την εποχή, προκειμένου να τονισθεί η «γυναικεία φύση».

Όμως η φράση αυτή λειτουργεί και σαν κλειδί για την ανάγνωση της εικόνας που είχαν για την εργάτρια οι γυναίκες αυτές και φανερώνει τη βίαιη αποκοπή από τη ζεστασιά, την προστασία του θερμοκηπίου αυτού που είναι ο «έσω κόσμος» του οίκου και τη βίαιη είσοδο στην σκληρότητα και την αγριότητα που χαρακτηρίζουν τον «έξω κόσμο» της εργασίας.

Η «ορθόδοξη» φιλανθρωπία και τα λαϊκά στρώματα

Ανατρέχοντας πίσω, γύρω στο 1775, στην Αθήνα μέσα από το βιβλίο του Παναγή Σκουζέ Χρονικό της σκλαβωμένης Αθήνας στα χρόνια της τυραννίας τον Χατζαλή έχουμε μια πλήρη περιγραφή του φαινομένου της φιλανθρωπίας και της φτώχειας.44 Λαμβάνοντας υπόψη το κείμενο, για να ορισθεί κάποιος ως φτωχός θα πρέπει να συντρέχουν οι εξής προϋποθέσεις: να μην έχει δικό του σπίτι να μείνει, αλλά ούτε και την οικονομική δυνατότητα να πληρώσει ενοίκιο, να μην έχει εισοδήματα ούτε κάποια τακτική εργασία η οποία μπορεί να του εξασφαλίσει σε μόνιμη βάση υλικά αγαθά, έστω και τη στοιχειώδη διατροφή του.

Όπως οριοθετείται η έννοια του φτωχού στην αθηναϊκή κοινωνία της εποχής του Παναγή Σκουζέ, φαίνεται ότι διαχωρίζεται σαφώς από αυτή του «ζήτουλα», δηλαδή του ζητιάνου, και του εργάτη. Σε μια πόλη 10.000 κατοίκων, όπως είναι η Αθήνα, 1.000 περίπου φτωχοί ζούνε στα «κελλιά», μικρά σπιτάκια που βρίσκονται στον περίβολο των εκκλησιών.

Η φτώχεια, τόσο σε συμβολικό επίπεδο, όσο και σε πραγματικό, αποτελεί

43. Καλλιρρόη Παρρέν, «Αι άποροι εργάτιδες και το Κυριακόν Σχολείον», Εφημερίς των Κυριών, αρ. 232, 27-10-1891.

44. Παναγής Σκουζές, Το χρονικό της σκλαβωμένης Αθήνας στα χρόνια της τυραννίας του Χατζαλή, παλιό και νέο χειρόγραφο επιμελημένο και αποκατεστημένο από τον Γ. Βαλέτα, Αθήνα 1948.

Σελ. 167
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/168.gif&w=600&h=915

λεί ένα καθεστώς που όχι μόνο δεν αγνοείται από την κοινωνία, αλλά προστατευόμενη από την εκκλησία περνά στη σφαίρα της ευσέβειας. Η ανέχεια εκλαμβάνεται σαν ένα φυσικό φαινόμενο που εντάσσεται στην κοινωνική τάξη πραγμάτων. Οι φτωχοί δεν είναι αποκλεισμένοι από την κοινωνική ζωή της πόλης.

Η εκκλησία ασκεί τη φιλανθρωπία. Τα θρησκευτικά καθήκοντα των πιστών συνενώνονται αυτονόητα με την οργάνωση βοήθειας για τους φτωχούς. Η παροχή βοήθειας, πάντα μέσω της εκκλησίας, από τους ενορίτες μπορεί να γίνεται σε είδος, όπως βασικά είδη διατροφής (λάδι, ελιές κ.ά.) και είδη ένδυσης (μανδήλια για τις γυναίκες, φέσια) ή με την παροχή προσωρινής απασχόλησης. Σε καμιά περίπτωση δεν βλέπουμε να δίνουν χρήματα στους φτωχούς. Ισως γιατί η χρηματική δωρεά ταυτίζεται με τη «διακονιά», κατάσταση που απεύχονται για τους συντοπίτες τους οι Αθηναίοι.

Η πράξη της φιλανθρωπίας αποτελεί την απόδειξη του συναισθήματος αλληλεγγύης, κατ' εξοχήν χριστιανικής αρετής. Ας σταθούμε στην παροχή εργασίας· οι άνδρες και οι γυναίκες βοηθούσαν προσωρινά σε αγροτικές εργασίες και εκτελούσαν διάφορα «θελήματα». Ειδικότερα τις φτωχές γυναίκες οι ενορίτισσες τις μεταχειρίζονταν σαν προσωρινές υπηρέτριες για το γνέσιμο του νήματος και την ύφανση των πανιών.

Στο οθωμανικό σχήμα η πόλη είναι ο τόπος διοίκησης και το κέντρο της εξουσίας και όχι ο τόπος της παραγωγής και της καινοτομίας. Εκεί παράγονται προϊόντα πολυτελείας, υψηλής συνήθως καλλιτεχνικής αξίας, αλλά όχι εργαλεία και μηχανές που θα μπορούσαν να ανεβάσουν την παραγωγικότητα της αγροτικής εργασίας ή να αναπτύξουν μια παραγωγική αστική βιοτεχνία.45 Πράγματι, είναι αδύνατον να αναπτυχθεί κάποια αγορά που στηρίζεται σε οικονομικές σχέσεις (προσφορά-ζήτηση) και εφαρμόζει νέες σχέσεις στην παραγωγή. Και έτσι, έχουμε ανθρώπους που προτίθενται να προσφέρουν την πάμφθηνη εργατική τους δύναμη σε μια κοινωνία που δεν έχει ακόμη τις απαραίτητες δομές για να την εκμεταλλευθεί.46

Ο αστικοφιλελεύθερος φιλανθρωπικός λόγος

Έναν αιώνα αργότερα στην Ελλάδα έχει αρχίσει η διαδικασία μετασχηματισμού των παραδοσιακών δομών. Με τη δημιουργία νέων κοινωνικών στρωμάτων στο νεοσύστατο ελληνικό κράτος η φιλανθρωπία ξεφεύγει από τους κόλ

45. Βασίλης Παναγιωτόπουλος, «Ο οικονομικός χώρος των Ελλήνων στα χρόνια της οθωμανικής κυριαρχίας», Επιλογή, 1993, σ. 379-389.

46. Βλ. Βασίλης Παναγιωτόπουλος, «Δημογραφικές εξελίξεις - 18ος αιώνας: σταθεροποίηση και ανάπτυξη», Ιστορία τον Ελληνικού Έθνους, τ. ΙΑ', Αθήνα 1977, σ. 158.

Σελ. 168
Φόρμα αναζήτησης
Αναζήτηση λέξεων και φράσεων εντός του βιβλίου: Γυναίκες εργάτριες στην ελληνική βιομηχανία και στη βιοτεχνία (1870-1922)
Αποτελέσματα αναζήτησης
    Ψηφιοποιημένα βιβλία
    Σελίδα: 149
    

    σύμβασης.197 Για το σωματείο αυτό δεν διαθέτουμε στοιχεία ώστε να μπορούμε να ανιχνεύσουμε τις δραστηριότητές του.

    Τρία χρόνια αργότερα, το 1930, η Μαρία Σβώλου σε άρθρο της στο ίδιο περιοδικό198 γράφει ότι η κατάσταση για τις ράπτριες ιματισμού του στρατού παραμένει η ίδια. Οι εργάτριες που εργάζονται 20-25 χρόνια συνεχώς περιλαμβάνουν στις διεκδικήσεις τους την καταβολή αποζημίωσης εφόσον δεν τους παρέχεται εργασία. Αλλά και στο αίτημα αυτό οι αρμόδιοι είναι αρνητικοί. Η υπογράφουσα το άρθρο δίνει μια εικόνα για τον τρόπο που διεξαγόταν ο μειοδοτικός διαγωνισμός για την ανάθεση εργασίας. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της οι διαγωνισμοί γίνονταν τις περισσότερες φορές κρυφά. Όταν πήγαινε το «Σωματείο εργατριών κοπής και ραφής ιματισμού στρατού», παρόλο που αναγκαζόταν να μειοδοτήσει και να κατεβάσει τις τιμές στο χαμηλότερο δυνατό επίπεδο, οι αρμόδιες υπηρεσίες επικαλούνταν ένα σωρό κωλύματα, όπως λ.χ. ότι το Σωματείο δεν παρουσίαζε αρκετές εγγυήσεις, προκειμένου να τα αναθέσουν σε «γνωστούς εργολάβους». Με τη σειρά τους οι εργολάβοι ανέθεταν τη ραφή των ρούχων στις ίδιες ή σε άλλες εργάτριες με όρους κάτι περισσότερο από εξευτελιστικούς. Η Μαρία Σβώλου αποδίδει ευθύνες στο κράτος, το οποίο αποζημίωσε τους άνδρες καπνεργάτες, αμαξάδες, καραγωγείς —οι οποίοι είναι και ψηφοφόροι— επειδή τα επαγγέλματά τους απαξιώθηκαν ή υπερκορέσθηκαν, ενώ αδιαφορεί για τις γυναίκες.

    Στο σημείο αυτό θα πρέπει να κάνουμε μία διαπίστωση. Ο νόμος περί συνεταιρισμού λέει σαφώς ότι στις δημοπρασίες του Δημοσίου προτιμώνται οι συνεταιρισμοί. Για μια ακόμη φορά το κράτος που θεσπίζει τους νόμους για την προστασία των εργαζομένων, τους αγνοεί.

    Στον καιρό της ειρήνης

    Σε αντίθεση με την εργασία φασόν των γυναικών στα ενδύματα του στρατού, η οποία εξαιτίας των προβλημάτων που προκύπτουν στον καιρό του πολέμου βγαίνει στο φως της δημοσιότητας, η εικόνα που έχουμε για την κατ' αποκοπήν εργασία στον τομέα της μεταποίησης σε καιρό ειρήνης είναι σχηματική και ατελής. Πραγματικά, δεν διαθέτουμε καμία έρευνα και κανένα επίσημο τεκμήριο συνολικό και έγκυρο για τον αριθμό, τις συνθήκες εργασίας, καθώς και την ατομική κατάσταση των απασχολουμένων γυναικών.

    Προφανώς πρόκειται για εργασία που συντελείται μέσα στους κόλπους της ίδιας της οικογένειας. Όπως αναφέραμε και παραπάνω, πρόκειται για γυ

    197. Ανώνυμος, «Εργασίες του Συνδέσμου», ό.π., όπου δημοσιεύεται εκτεταμένη αναφορά για την κατάσταση στον κλάδο του φασόν των στρατιωτικών ενδυμάτων.

    198. Μαρία Σβώλου, «Οι εργάτριες Ιματισμού Στρατού», Ο Αγώνας της Γυναίκας, αρ. 112-113, 15/31-3-1930.