Συγγραφέας:Σαλίμπα, Ζιζή
 
Τίτλος:Γυναίκες εργάτριες στην ελληνική βιομηχανία και στη βιοτεχνία (1870-1922)
 
Τίτλος σειράς:Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας
 
Αριθμός σειράς:37
 
Τόπος έκδοσης:Αθήνα
 
Εκδότης:Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς
 
Έτος έκδοσης:2002, 2004
 
Σελίδες:366
 
Αριθμός τόμων:1 τόμος
 
Γλώσσα:Ελληνικά
 
Θέμα:Μαθητεία και εργασία
 
Τοπική κάλυψη:Ελλάδα
 
Χρονική κάλυψη:1870-1922
 
Περίληψη:Η εργασία αυτή έχει ως αντικείμενο την ιχνογράφηση της φυσιογνωμίας της ελληνίδας εργάτριας από την εμφάνισή της στον κόσμο της μισθωτής εργασίας ως τη Μικρασιατική Καταστροφή και την άφιξη των προσφύγων στην Ελλάδα το 1922, χρονολογία κατά την οποία αλλάζει το κοινωνικό σκηνικό στις ελληνικές πόλεις. Όταν το 1870 αρχίζουν τα πρώτα φουγάρα των εργοστασίων να ξεφυτρώνουν ένα-ένα σαν τα μανιτάρια στον Πειραιά, και η Αθήνα να αποκτά σιγά-σιγά τα χαρακτηριστικά ευρωπαϊκής μεγαλούπολης, τότε εμφανίζονται επί της οθόνης του ιστορικού γίγνεσθαι οι πρώτες εργάτριες. Ποιες ήταν αυτές οι νεοφερμένες γυναίκες; Από πού προέρχονταν; Πώς εντάσσονταν στον κόσμο του καθημερινού μόχθου; Πώς αξιοποιούσαν τον καθημερινό χρόνο τους; Ποιες ήταν οι συλλογικές αναπαραστάσεις των άλλων γι’ αυτές;
 
Άδεια χρήσης:Αυτό το ψηφιοποιημένο βιβλίο του ΙΑΕΝ σε όλες του τις μορφές (PDF, GIF, HTML) χορηγείται με άδεια Creative Commons Attribution - NonCommercial (Αναφορά προέλευσης - Μη εμπορική χρήση) Greece 3.0
 
Το Βιβλίο σε PDF:Κατέβασμα αρχείου 12.88 Mb
 
Εμφανείς σελίδες: 194-213 από: 370
-20
Τρέχουσα Σελίδα:
+20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/194.gif&w=600&h=915

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι με το Εργαστήριο Απόρων Γυναικών διαμορφώνεται στην Ελλάδα ένα νεωτεριστικό σχήμα φιλανθρωπίας, το οποίο συνδέεται με την εκπαίδευση και τη συστηματική παροχή εργασίας.43 Όμως η παρεχόμενη τεχνική εκπαίδευση στο Εργαστήριο, όπως ακριβώς επισημαίνει το 1921 η επιθεωρήτρια εργασίας Μαρία Δεσύπρη, περιορίζεται στην πρακτική εξάσκηση των εργατριών πάνω σε μια συγκεκριμένη ειδικότητα χωρίς ή με ελάχιστες θεωρητικές γνώσεις.44

Επομένως, το Εργαστήριο δεν παρέχει εφόδια που θα χρησιμοποιηθούν για την επαγγελματική αποκατάσταση και τη βελτίωση των συνθηκών εργασίας της εργάτριας στον τομέα της βιομηχανίας με τη διεκδίκηση μεγαλύτερου ημερομισθίου και την άνοδό της στην επαγγελματική ιεραρχία (επιστασία και οργάνωση εργοστασιακής εργασίας).

Αλλά και στον βιοτεχνικό κλάδο, από τα διαθέσιμα στοιχεία μου, δεν βλέπω κάποια από τις ιδιοκτήτριες των μεγάλων εργαστηρίων της εποχής να έχει μαθητεύσει προηγουμένως στο Εργαστήριο Απόρων Γυναικών, γιατί, εκτός από τις εντελώς εξειδικευμένες πρακτικές γνώσεις που τους προσφέρει, η απασχόληση τους εκεί λόγω των κοινωνικών παροχών έχει μόνιμο χαρακτήρα.

4. ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΟΝ ΑΠΟΡΩΝ ΓΥΝΑΙΚΩΝ ΕΝ ΘΕΣΣΑΛΙΑ

Στο πλαίσιο του κλίματος της φιλανθρωπίας που έχει αρχίσει να αναπτύσσεται στην Ελλάδα το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα με τη λειτουργία συλλόγων και εργαστηρίων με σκοπό την εξειδίκευση των απόρων γυναικών στις γυναικείες τέχνες, ιδρύεται στην Αθήνα στις 30 Σεπτεμβρίου 1899 εταιρεία με την επωνυμία Εργαστήριον Απόρων Γυναικών εν Θεσσαλία.45 Την πρωτοβουλία

γεγονότα, γνωστά ως «Σκιαδικά». Οι φοιτητές και οι μαθητές αποφάσισαν να ενθαρρύνουν την αγορά ντόπιων προϊόντων με τον εξής τρόπο: αντί για τα ψηλά άσπρα καπέλα φόρεσαν ψάθινα από τη Σίφνο, τα «σκιάδια», στολισμένα με γαλανόλευκες κορδέλες. Οι εισαγωγείς καπέλων, επειδή ζημιώνονταν, έστειλαν υπαλλήλους τους με κουρελιασμένα καπέλα για να διακωμωδήσουν τους μαθητές και τους φοιτητές. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να προκληθούν επεισόδια με την αστυνομία. Βλ. Ιστορία τον Ελληνικού Έθνους, τ. ΙΓ': Νεώτερος Ελληνισμός 1833-1881, Αθήνα 1978, σ. 187 και 480-481.

43. Σιδηρούλα Ζιώγου-Καραστεργίου, Η Μέση Εκπαίδευση των κοριτσιών στην Ελλάδα (1830-1893), Αθήνα 1986, σ. 281 και Μαρία Κορασίδου, Οι άθλιοι των Αθηνών και οι θεραπευτές τους. Φτώχεια και φιλανθρωπία στην ελληνική πρωτεύουσα τον 19ο αιώνα, Αθήνα 1995, σ. 192.

44. Υπουργείον Εθνικής Οικονομίας, Διεύθυνσις Εργασίας, Εκθέσεις του προσωπικού Επιθεωρήσεως Εργασίας επί της εφαρμογής των εργατικών νόμων το έτος 1921, Αθήνα 1923, σ. 76.

45. Τα έγγραφα του φακέλου «Εργαστήριον Απόρων Γυναικών εν Θεσσαλία», Σειρά

Σελ. 194
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/195.gif&w=600&h=915

για την ίδρυση του Εργαστηρίου αναλαμβάνει η Βικτωρία Στρέιτ, σύζυγος του διοικητή της Εθνικής Τράπεζας. Η Εθνική Τράπεζα, θέλοντας να αναδείξει τον κοινωνικό της ρόλο, αναλαμβάνει το οικονομικό κόστος και την εποπτεία αυτού του εγχειρήματος. Όπως συνηθιζόταν εκείνη την εποχή, αυτές τις ενέργειες τις ενισχύει με τη συνδρομή του ο μικρόκοσμος που συνθέτει την αστική τάξη της αθηναϊκής κοινωνίας. Φυσικά και αυτή η φιλανθρωπική εταιρεία ενισχύεται από την παρουσία της Καλλιόπης Κεχαγιά, η οποία αναλαμβάνει ενεργό δράση.

Σκοπός της εταιρείας είναι η ίδρυση τριών εργαστηρίων στις θεσσαλικές πόλεις Φάρσαλα, Λάρισα και Τύρναβο για τη διδασκαλία και τη διάδοση της υφαντικής τέχνης στις φτωχές γυναίκες. Ταυτόχρονα, όμως, αυτές οι ενέργειες εκφράζουν την πρόθεση της Εθνικής Τράπεζας να βοηθήσει και να υποστηρίξει την ένταξη της Θεσσαλίας, περιοχής που είχε πληγεί ιδιαίτερα κατά την καταστροφή του 1897, στην παραγωγική διαδικασία. Η περιοχή της Θεσσαλίας φαίνεται ότι προσφέρεται για την υλοποίηση αυτών των σχεδίων. Ήδη με τα χειροκίνητα υφαντήρια που λειτουργούν στις κωμοπόλεις και τα χωριά υπάρχει μια στοιχειώδης, έστω, παράδοση στη βιοτεχνική παραγωγή. Υπάρχουν δυνατότητες για στελέχωση της βιοτεχνίας με φθηνό εργατικό δυναμικό, που το αποτελούν κυρίως γυναίκες.46 Το μαλλί ως πρώτη ύλη για την υφαντική βιομηχανία αφθονεί στη Θεσσαλία, γιατί τα 2/3 της έκτασης των μεγάλων κτημάτων είναι βοσκότοποι. Επιπλέον, τόσο το θεσσαλικό σιδηροδρομικό δίκτυο, όσο και το λιμάνι του Βόλου, διευκολύνουν τη διακίνηση των εμπορευμάτων μειώνοντας το σχετικό κόστος.

Η χρηματική περιουσία του Εργαστηρίου Απόρων Γυναικών εν Θεσσαλία, εκτός από τις συνδρομές των μελών της νεοσύστατης εταιρείας, αποτελούνταν από κεφάλαιο 51.250 δρχ. κατατεθειμένο στην Εθνική Τράπεζα με τη μορφή εντόκου γραμματίου του ελληνικού Δημοσίου στο όνομα της «Επιτροπής Κυριών προς εγκατάστασιν των Θεσσαλών εις τας οικίας των». Το ποσό αυτό είχε συγκεντρωθεί στα ταμεία της Εθνικής Τράπεζας με πρωτοβουλία της Βικτωρίας Στρέιτ από εράνους σε όλες ανεξαιρέτως τις ελληνικές πόλεις και χωριά, τους οποίους διεξήγαν είτε οι τοπικοί σύλλογοι των φιλανθρώπων κυριών, είτε οι δασκάλες της κάθε περιοχής.47 Το Εργαστήριον Απόρων Γυ

XXII, Εταιρείες, Φάκελος 1 (1161), Ιστορικό Αρχείο Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδας (ΙΑ/ETE), αποτελούν τη βασική πηγή του κεφαλαίου αυτού.

46. Το 1897 μόνο το Πήλιο διοχετεύει 2.000-3.000 γυναίκες στη βιοτεχνία και τη βιομηχανία. Βλ. Αλέξανδρος Φιλαδελφεύς, Ακτίνες εκ της Θεσσαλίας, Αθήνα 1897, σ. 44· Γιάννης Κορδάτος, Ιστορία της επαρχίας Βόλου και Αγιας, Αθήνα 1960, σ. 975· Χαράλαμπος Χαρίτος, Το Παρθεναγωγείο Βόλου, τ. Α', Αθήνα 1989, σ. 35.

47. Για τη δομή, τη λειτουργία και τη δραστηριότητα αυτής της Επιτροπής βλ. ΙΑ/ETE, Σειρά XXVI, Κοινωνική και Πολιτιστική Δραστηριότητα ETE, «Έρανοι για

Σελ. 195
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/196.gif&w=600&h=915

Γυναικών εν Θεσσαλία κατά το διάστημα λειτουργίας του λαμβάνει άτοκες πιστώσεις από την Εθνική Τράπεζα έναντι των προς πώληση προϊόντων.

Με τον έλεγχο της ομαλής λειτουργίας του Εργαστηρίου επιφορτίζονται στελέχη της Εθνικής Τράπεζας. Ο διευθυντής του υποκαταστήματος Λάρισας Γ. Δεσύπρης γίνεται διευθυντής των Εργαστηρίων, αναλαμβάνοντας την υποχρέωση να υποβάλλει τακτικά αναφορές για την πορεία τους στο διοικητικό συμβούλιο των Κυριών. Ο διευθυντής του υποκαταστήματος Βόλου αναλαμβάνει την ευθύνη του εφοδιασμού των Εργαστηρίων με πρώτες ύλες. Ο διευθυντής του λογιστηρίου στη διοίκηση της Εθνικής Π. Α. Κουτσαλέξης γίνεται σύμβουλος για διοικητικά θέματα, ενώ ένας υπάλληλος αναλαμβάνει τα λογιστικά του Εργαστηρίου στην Αθήνα. Όσον αφορά τον τομέα της παραγωγής του Εργαστηρίου, υπάρχει ένας διευθυντής ο οποίος διαχειρίζεται τα οικονομικά του, επιβλέποντας επί τόπου την παραγωγική δραστηριότητα. Επίσης, είναι υπεύθυνος για την ορθή κατανομή των εργασιών του Εργαστηρίου, για θέματα προσωπικού (προσλήψεις, μισθοδοσία απολύσεις κ.ά.). Διευθυντής του τεχνικού τομέα διορίζεται ο υφαντής Κωνσταντίνος Σιγάρας, ο οποίος έχει υπό την εποπτεία του το σχεδιασμό, την εκτέλεση και τη διακίνηση των προϊόντων του Εργαστηρίου.

Τα Εργαστήρια στη Λάρισα, τον Τύρναβο και τα Φάρσαλα αρχίζουν να λειτουργούν από το 1899 με στόχο την παραγωγή και κατεργασία βαμβακερών, μάλλινων και ημιμάλλινων (μικτών) υφασμάτων. Ο μηχανικός εξοπλισμός των Εργαστηρίων συνίσταται σε 69 ξύλινους μικρούς αργαλειούς με τα εξαρτήματά τους, οι οποίοι είτε έχουν αγορασθεί, είτε προέρχονται από δωρεές φιλανθρώπων στην Αθήνα. Επίσης, για τις ανάγκες των εργαστηρίων φέρνουν από την Αγγλία τρεις σύνθετους ευρωπαϊκούς αργαλειούς. Ο καθένας απ' αυτούς έχει έξι σαΐτες αντί για μία έως τρεις που έχουν οι απλοί. Επίσης υπάρχουν και ραπτομηχανές. Το 1902, όταν αποφασίζεται η παραγωγή μάλλινων υφασμάτων, στο Εργαστήριο που βρίσκεται στη Λάρισα λειτουργεί βαφείο με τον εξοπλισμό του (ατμολέβητα, αντλία και σιδερωτική μηχανή). Ακόμα εγκαταστάθηκε και ένα μηχάνημα νεροτριβής που εισάχθηκε από την Τουρκία.

Κατά το διάστημα λειτουργίας των Εργαστηρίων δεν υπάρχει συγκεκριμένο πρόγραμμα και σαφής σχεδιασμός ως προς το είδος, την ποιότητα και την ποσότητα των προϊόντων. Δεν ακολουθείται καμία μέθοδος εργασίας. Στην αρχή στρέφονται προς την παραγωγή βαμβακερών κυρίως υφασμάτων, όπως αλατζάδων διαφόρων χρωμάτων και σχεδίων και ντρίλινων υφασμάτων, τα οποία προορίζονται κυρίως για προσόψια, φούστες, σχολικές ποδιές για τα σχολεία της Θεσσαλίας και φορέματα. Αργότερα, με την προτροπή του διευθυντή

την εγκατάσταση στα σπίτια τους των απόρων οικογενειών της Θεσσαλίας, Αλληλογραφία του Σωματείου Κυριών (1897-1898)», φ. 14.

Σελ. 196
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/197.gif&w=600&h=915

του υποκαταστήματος Λάρισας και διευθυντή του Εργαστηρίου, ο οποίος δεν παύει στις αναφορές που στέλνει προς την Επιτροπή των Κυριών στην Αθήνα να τονίζει «την αφθονία των ερίων στη Θεσσαλία», το Εργαστήριο παράγει μάλλινα και ημιμάλλινα υφάσματα.48

Όλα τα βαμβακερά νήματα τα προμηθεύεται το Εργαστήριο από το εργοστάσιο των Αφών Ρετσίνα. Τα μάλλινα νήματα τα αγοράζει από διάφορους προμηθευτές, ανάλογα με την ποιότητα και τα προϊόντα που θέλει να κατασκευάσει. Από την Ανώνυμη Υφαντουργική Εταιρεία «το Φάληρον» και από αντιπρόσωπο οίκων του εξωτερικού (Γαλλία, Αγγλία) στην Αθήνα αγοράζει νήματα όταν πρόκειται να κατασκευάσει φανέλες και τάπητες' ενώ το νήμα που προορίζεται για την κατασκευή μάλλινων κουβερτών και για χράμια αγοράζεται από την τοπική αγορά. Όλα τα μικροεργαλεία, τα υλικά της ραπτικής και τα εξαρτήματα των μηχανημάτων τα προμηθεύονται από την Αθήνα. Στο Εργαστήριο δημιουργούνται ποικίλα προβλήματα από τις πρώτες ύλες. Συχνά, ιδίως στην αρχή της λειτουργίας του, τα εργαλεία και τα εξαρτήματα των αργαλειών δεν είναι κατάλληλα για τα προϊόντα που θέλει να παράγει το Εργαστήριο. Τα ντρίλινα νήματα των Αφών Ρετσίνα και τα έρια είναι χονδρά, με αποτέλεσμα συνεχώς να καταστρέφονται τα ξυλόχτενα και οι σαΐτες. Οι παραγγελίες των νημάτων δεν γίνονται εγκαίρως. Έτσι, λόγω της έλλειψης πρώτης ύλης, το Εργαστήριο κατά διαστήματα βυθίζεται στην απραξία.49 Αλλοτε πάλι, οι παραγγελίες για τα νήματα δεν γίνονται το καλοκαίρι, οπότε υπάρχει η δυνατότητα προμήθειας φθηνού νήματος από την τοπική αγορά. Κατά συνέπεια, το κόστος των προϊόντων ξεπερνάει την τιμή την οποία αυτά μπορούν να πωληθούν ώστε να γίνουν ανταγωνίσιμα στις αγορές της επαρχίας. Οι πρώτες ύλες, τα μηχανήματα και τα απαραίτητα εξαρτήματα φθάνουν στο Εργαστήριο μέσω του λιμανιού του Βόλου με την εταιρεία Πανελλήνιος Ατμο-

48. Ο Γ. Δεσύπρης, όπως παρατηρούμε στα παρακάτω αποσπάσματα δύο επιστολώναναφορών του, επέμενε να προσανατολισθεί η δραστηριότητα του Εργαστηρίου στην ανάπτυξη της εριουργίας: «εκτός των άνω νομίζω ότι ενδείκνυται διά την Θεσσαλίαν, εν η αφθονεί η πρώτη ύλη, η εριουργία και ότι εις τοιαύτην κυρίως δέον ν1 ασχοληθώσι τα εργαστήρια, διότι και η κατανάλωσις των προϊόντων έσται ευκολωτέρα και θα εισαχθή εις τον τόπον βιοτεχνία, ήτις σήμερον ευρίσκεται εν σπαργάνοις, εξ ης μέγα εν τω μέλλοντι διά της τελειοποιήσεως θα αποκομίση κέρδος»" επιστολή του Γ. Δεσύπρη στις 11-12-1899 «προς την διοικούσαν επιτροπήν των εν Θεσσαλία εργαστηρίων απόρων γυναικών», ΙΑ/ ETE, Σειρά XXII, Εταιρείες, φάκ. 1 (1161). «Επειδή ο κύριος του εργαστηρίου σκοπός, κατά την αντίληψίν μου, είναι η αζήμιος και άνευ μειώσεως των κεφαλαίων της εταιρίας παροχή εργασίας εις τας απόρους, ενόμισα ότι ενδείκνυται πρωτίστως η ανάπτυξις της εριουργίας εις τόπον εις ον εξόχως αφθονεί η πρώτη ύλη, δηλαδή τα έρια»' επιστολή του Γ. Δεσύπρη στις 18-6-1900 προς την Βικτωρία Στρέιτ, ΙΑ/ETE, ό.π.

49. «Επί του παρόντος τα εργαστήρια αργούσι δι' έλλειψιν νημάτων»' επιστολή του Γ. Δεσύπρη προς την Βικτωρία Στρέιτ, ΙΑ/ETE, ό.π.

Σελ. 197
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/198.gif&w=600&h=915

Ατμοπλοΐα. Ενώ τα προϊόντα του Εργαστηρίου μεταφέρονται δωρεάν στην Αθήνα, χάρη στην προνομιακή μεταχείριση που παρέχει σε αυτό η εταιρεία Σιδηρόδρομοι Θεσσαλίας.50

Η επιλογή του προσωπικού του Εργαστηρίου γίνεται κατόπιν απόφασης του διοικητικού συμβουλίου των Κυριών στην Αθήνα. Τα στοιχεία που έχω στη διάθεση μου δεν μου επιτρέπουν να σχηματίσω σαφή εικόνα για τον τρόπο με τον οποίο επιλέγονταν οι εργάτριες του Εργαστηρίου. Ως προς το ειδικευμένο προσωπικό του, σπουδαίο ρόλο έπαιζαν οι φιλίες, οι κατά καιρούς συμμαχίες, ακόμα και οι κουμπαριές του διευθυντή του Εργαστηρίου. Ως προς την καταγωγή των γυναικών που εργάζονταν σε αυτό, αξίζει να αναφερθεί ότι για όσες περιπτώσεις έχουμε διαθέσιμα στοιχεία, όπως για τις αρχιεργάτριες και για τις δασκάλες της υφαντικής, αυτές προέρχονταν από τον Τύρναβο. Το Εργαστήριο απασχολούσε εσωτερικές και εξωτερικές εργάτριες. Έδινε δηλαδή αργαλειούς και παρείχε τη δυνατότητα σε άπορες γυναίκες για κατ' οίκον εργασία. Το 1899 μοιράσθηκαν 40 αργαλειοί σε διάφορα σπίτια στη Λάρισα.

Όπως σε όλες τις χειροκίνητες βιοτεχνίες της εποχής, έτσι και στο Εργαστήριο τηρείται μια συγκεκριμένη ιεραρχία με βάση την ειδικότητα του κάθε προσώπου. Κατά σειρά ιεραρχίας υπάρχουν ο επιστάτης, ο αρχιεργάτης ή η αρχιεργάτρια, οι υφάντριες και οι εργάτριες. Οι εργάτριες χωρίζονται στις εξής ειδικότητες: μασουρίστριες, μιταροπλέκτριες,51 καλαμίστριες, χειλώτριες και ράπτριες κουβερτών.

Το Εργαστήριο της Λάρισας είχε έναν αρχιεργάτη, 23 υφάντριες και 16 εργάτριες. Το Εργαστήριο στα Φάρσαλα απασχολούσε έναν αρχιεργάτη, 13 υφάντριες και 16 εργάτριες. Στον Τύρναβο υπήρχε μία αρχιεργάτρια, 17 υφάντριες και 13 εργάτριες. Οι υφάντριες άλλοτε ύφαιναν βαμβακερά υφάσματα (αλατζάδες και ποδιές) και άλλοτε μάλλινα. Η διδασκαλία της υφαντικής γινόταν ταυτόχρονα με την εργασία. Όπως αναφέραμε παραπάνω, το Εργαστήριον Απόρων Γυναικών εν Θεσσαλία, σε αντίθεση με όλα τα άλλα παρόμοια φιλανθρωπικά ιδρύματα, απασχολούσε και μερικούς άνδρες ως στελέχη της παραγωγής. Εκτός από τον αρχιεργάτη και τον επιστάτη, διορίζονταν ένας τεχνίτης, ένας βαφέας και ένας σιδερωτής.

Παρόλο που βρισκόμαστε σε μια περιοχή με βιοτεχνική παράδοση, το κύριο

50. Βλ. την από 5-10-1900 επιστολή της εταιρίας Σιδηρόδρομοι Θεσσαλίας προς τη Βικτωρία Στρέιτ, πρόεδρο της Επιτροπής των Εργαστηρίων, ΙΑ/ETE, ό.π. Εξάλλου, εδώ πρέπει να υπενθυμίσουμε την ευμενή αντιμετώπιση της εταιρείας από την ETE με την παροχή δανείου 2 εκατ. δρχ. το 1901 με επιτόκιο μόνο 5% και συμπληρωματικού δανείου το 1902, 800.000 δρχ. Λευτέρης Παπαγιαννάκης, Οι Ελληνικοί Σιδηρόδρομοι..., ό.π., σ. 117-118.

51. Αυτές που εργάζονται στα μιτάρια, στα εξαρτήματα του αργαλειού με τα οποία μετακινούνται τα νήματα του στημονιού για να περνά η σαΐτα.

Σελ. 198
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/199.gif&w=600&h=915

ριο χαρακτηριστικό του προσωπικού που απασχολείται στο Εργαστήριο Απόρων Γυναικών, ιδίως αυτού που αναγράφεται στις καταστάσεις ως «ειδικευμένο», είναι ακριβώς η έλλειψη τεχνικής δεξιότητας. Τα προβλήματα δεν σχετίζονται μόνο με το χειρισμό των ευρωπαϊκών αργαλειών, την εισαγόμενη τεχνολογία, οι οποίοι για να τεθούν σε λειτουργία απαιτούν μια τεχνογνωσία που δικαιολογημένα οι άνθρωποι του τόπου δεν κατέχουν. Ακόμη και εργασίες που θεωρούνται παραδοσιακές, όπως είναι η βαφή των ερίων ή η παραγωγή συγκεκριμένων προϊόντων με καλές προδιαγραφές, αποτελούν πρόβλημα δυσεπίλυτο για το εξειδικευμένο προσωπικό. Τρανταχτό παράδειγμα αποτελεί η πρόσληψη «ειδικού» με μεγάλο μισθό για την παραγωγή προσοψίων, ο οποίος χρειάστηκε πολλούς μήνες δοκιμών μέχρι να κατασκευάσει το πρώτο δείγμα.52

Στο Εργαστήριο επικρατεί αταξία ως προς τους όρους με τους οποίους εργάζεται το προσωπικό. Οι αμοιβές καθορίζονται «επί υποσχέσει», και όχι με βάση κάποιο γραπτό κανονισμό. Γι' αυτό το λόγο δημιουργούνται συνεχώς παράπονα και διαμαρτυρίες. Σύμφωνα με την εικόνα που μεταφέρει ο διευθυντής προς τις Κυρίες για το προσωπικό του εργαστηρίου,53 οι εργαζόμενες χωρίζονται σε ευνοούμενες και μη από τον τεχνικό διευθυντή του Εργαστηρίου. Εδώ βρίσκουμε και νύξεις για σεξουαλικές παρενοχλήσεις. Κάποτε φθάνει από την Αθήνα για να δουλέψει στο Εργαστήριο με υπόδειξη του διευθυντή άπορη κόρη ως «διευθύνουσα», η οποία αμείβεται γενναία (60 δρχ. το μήνα), ενώ είναι εντελώς αδαής στην υφαντική τέχνη. Παράλληλα, η μοναδική υφάντρια που γνωρίζει το χειρισμό του ευρωπαϊκού αργαλειού και διδάσκει ταυτόχρονα τις εργάτριες, λαμβάνει λιγότερα χρήματα ακόμα και από τις μαθήτριές της.

Δύο μορφές εργατικής αμοιβής επικρατούν στο Εργαστήριο, η αμοιβή σύμφωνα με το χρόνο εργασίας και η αμοιβή σύμφωνα με την απόδοση. Οι εξει

52. Η έλλειψη των τεχνικών γνώσεων αποτελεί οικονομική πληγή για τα Εργαστήρια, γιατί κατά το διάστημα λειτουργίας τους «η μικρά παραγωγή [των Εργαστηρίων] εβαρύνθη δυσαναλόγως με τα της εν γένει διαχειρίσεως έξοδα, τους μισθούς και τας δαπανηράς και άνευ αποτελέσματος δοκιμάς των αποσταλέντων τεχνιτών, οίτινες δεν κατείχον τα στοιχεία της τοιαύτης εργασίας»' επιστολή του Γ. Δεσύπρη στις 11-6-1905 προς τη Βικτωρία Στρέιτ, ΙΑ/ETE, ό.π. Ενώ για το συγκεκριμένο τεχνίτη αναφέρει ότι: «δεν κέκτηται τας γνώσεις των οποίων πρωτίστως έχει ανάγκην τεχνικός διευθυντής τοιαύτης εργασίας... μέχρι τούδε ελάχιστα δείγματα της τέχνης του παρείχε και μετά πλείστας δοκιμάς επέτυχε την κατασκευήν προσοψίων τινών»' επιστολή του Γ. Δεσύπρη στις 18-6-1900 «προς την διοικητικήν επιτροπήν των εν Θεσσαλία εργαστηρίων απόρων γυναικών», ΙΑ/ ETE, ό.π.

53. Βλ. τις επιστολές του Γ. Δεσύπρη στις 11-12-1899 «προς την διοικούσαν επιτροπήν του εν Θεσσαλία εργαστηρίου απόρων γυναικών» και στις 6-11-1899 «προς τον σεβαστόν μου φίλο» (πιθανότατα υπονοεί τον Π. Κουτσαλέξη, σύμβουλο του Εργαστηρίου), ΙΑ/ETE, ό.π., οι οποίες αναφέρονται εκτενώς στα προβλήματα του προσωπικού των Εργαστηρίων.

Σελ. 199
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/200.gif&w=600&h=915

εξειδικευμένοι εργάτες (βαφέας, σιδερωτής, τεχνίτης, αρχιεργάτης) και η αρχιεργάτρια αμείβονται με το μήνα, ανεξάρτητα από το αν λειτουργεί κανονικά ή όχι το Εργαστήριο. Οι υφάντριες και οι καλαμίστριες πληρώνονται ανάλογα με την απόδοση, οι πρώτες με τον πήχη και οι δεύτερες με το πακέτο του νήματος. Οι υπόλοιπες εργάτριες (μασουρίστριες, χειλώτριες και βοηθοί) πληρώνονται με ημερομίσθιο, δηλαδή με βάση τη χρονική διάρκεια της εργασίας τους.

Οι συνθήκες εργασίας του προσωπικού το χειμώνα γίνονται ανυπόφορες εξαιτίας του δριμύτατου ψύχους στα δωμάτια. Μέχρι να τοποθετηθούν ξυλόσομπες, πράγμα που γίνεται ένα χρόνο αργότερα, το Εργαστήριο δεν λειτουργεί όταν κάνει πολύ κρύο.

Παρατηρούμε, λοιπόν, ότι ο προϋπολογισμός του Εργαστηρίου βαρύνεται με έξοδα διαχείρισης, μισθούς και με τις δαπανηρές και πολλές φορές χωρίς αποτέλεσμα δοκιμές αυτών που παριστάνουν τους ειδικούς, χωρίς να είναι.

Τέτοια προβλήματα συνοδεύουν τις εργασίες του Εργαστηρίου όχι μόνο στο στάδιο της παραγωγής των προϊόντων, αλλά και στη διαδικασία της διάθεσης τους. Άλλωστε δεν είναι τυχαίο το ότι η δημιουργία αυτών των Εργαστηρίων και η λειτουργία τους με όρους ιδιαίτερα ευνοϊκούς, εξαιτίας της οικονομικής υποστήριξης που απλόχερα παρέχει η Εθνική Τράπεζα, εκλαμβάνεται ως απειλή «αθέμιτου ανταγωνισμού» από τους ντόπιους παραγωγούς.

Στον Τύρναβο το Εργαστήριο λειτουργεί μόνο για έξι μήνες. Το κοινοτικό συμβούλιο της πόλης φαίνεται ότι υποκύπτει στις πιέσεις των υφαντουργών της περιοχής και προτρέπει εγγράφως την Επιτροπή των Κυριών να μη διαθέτει τα προϊόντα των Εργαστηρίων στη Θεσσαλία. Για να εκβιάσει, μάλιστα, την κατάσταση, αθετεί τη συμφωνία με την οποία αυτό είχε αναλάβει την πληρωμή ενοικίου της κατοικίας στην οποία στεγάζεται το Εργαστήριο.54 Την ίδια τύχη έχει και το Εργαστήριο στα Φάρσαλα. Η κοινότητα αποφασίζει να στεγάσει στο κτίριο που είχε παραχωρήσει δωρεάν για τη δημιουργία Εργαστηρίου το δημοτικό σχολείο.55 Με αυτό τον τρόπο σταματάει η λειτουργία των Εργαστηρίων και τα μηχανήματά τους είτε πωλούνται σε εξευτελιστικές τιμές σε εμπόρους, είτε δωρίζονται σε άπορες γυναίκες.

Παρόλα αυτά γίνονται μεμονωμένες απόπειρες για τη διείσδυση των προϊόντων του Εργαστηρίου στις θεσσαλικές αγορές. Στα Φάρσαλα εξακολουθεί να λειτουργεί πωλητήριο. Στις πανηγύρεις της Καρδίτσας, των Φαρσάλων και της

54. Αυτές οι αποφάσεις που αφορούν την τύχη του Εργαστηρίου στον Τύρναβο νομιμοποιούνται με ψήφισμα του δημοτικού συμβουλίου της πόλης, το οποίο αποστέλλεται στις 15-1-1900 στην πρόεδρο του Εργαστηρίου Βικτωρία Στρέιτ' ΙΑ/ETE, ό.π.

55. Ο Γ. Δεσύπρης με την από 6-11-1900 επιστολή του πληροφορεί τη διοικητική επιτροπή των «εν Θεσσαλία εργαστηρίων απόρων γυναικών» ότι ο πρόεδρος του κοινοτικού συμβουλίου Φαρσάλων τον καλεί εγγράφως να εκκενώσει το κτίριο' ΙΑ/ETE, ό.π.

Σελ. 200
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/201.gif&w=600&h=915

Λάρισας πωλούνται τα προϊόντα. Επιπλέον, ο Κωνσταντίνος Σιγάρας γυρίζει τις θεσσαλικές πόλεις για να εξασφαλίσει κάποιες πωλήσεις ή ακόμη και παραγγελίες. Ένα μικρό τοπικό δίκτυο διακίνησης των προϊόντων δημιουργείται από τον ιερέα των Φαρσάλων, ο οποίος πωλεί στους χωρικούς τα προϊόντα επί πιστώσει.

Ο μεγαλύτερος, όμως, όγκος των προϊόντων διοχετεύεται στην Αθήνα με την εκτέλεση διαφόρων παραγγελιών. Οι Κυρίες της Επιτροπής με τα δίκτυα γνωριμιών και τις επαφές τους σε αυτό το σημείο παίζουν πρωτεύοντα ρόλο. Έτσι το Εργαστήριο κατασκευάζει τις σχολικές ποδιές του Αρσακείου. Επίσης αναλαμβάνει παραγγελίες για ερέες (πανωφόρια) των Ρώσων μοναχών στο Άγιο Ορος. Η διεύθυνση των γυναικείων φυλακών Συγγρού αναθέτει σε αυτό την κατασκευή μάλλινων φανελών. Στο κατάστημα του Χ. Α. Μαλανδρίνου στο κέντρο της Αθήνας βρίσκει κανείς χρωματιστές και λευκές φανέλες που έχουν κατασκευασθεί στο Εργαστήριο κατόπιν παραγγελίας. Μερικές φορές οι αγοραστές των προϊόντων του Εργαστηρίου παραπονιούνται για την κακή ποιότητά τους, επειδή οι διαστάσεις των υφασμάτων δεν είναι οι κατάλληλες ή επειδή αλλοιώνονται οι χρωματισμοί τους, και επιστρέφουν τις παραγγελίες ή ακόμα αρνούνται να πληρώσουν το αντίτιμο. Τα προϊόντα του Εργαστηρίου πωλούνται τοις μετρητοίς ή επί πιστώσει. Στα θεσσαλικά χωριά, όπου διοχετεύονται σε περιορισμένη κλίμακα, δημιουργούνται προβλήματα στην είσπραξη των πωλήσεων. Για την είσπραξη των καθυστερημένων οφειλών συνήθως υπάρχει μεσάζων που λαμβάνει προμήθεια 20% πάνω στο ποσοστό των εισπράξεων.56

Οι άτοκες πιστώσεις, το άγρυπνο μάτι των στελεχών της Εθνικής Τράπεζας και οι παραγγελίες με βάση τις προσωπικές γνωριμίες, δηλαδή με λίγα λόγια, οι συνθήκες θερμοκηπίου που δημιουργεί η Εθνική Τράπεζα για την επιβίωση του Εργαστηρίου, αδυνατούν να υπερπηδήσουν τα εμπόδια που δημιουργεί η έλλειψη μιας οργανωμένης αγοράς βασισμένης στην προσφορά και ζήτηση των προϊόντων. Η όλη αυτή προσπάθεια που έχει ένα ευδιάκριτο φιλανθρωπικό σκοπό, ίσως να βοηθά την Τράπεζα να αυξήσει την επιρροή της στο χώρο της Θεσσαλίας.

Η λειτουργία του Εργαστηρίου σταματάει το 1905. Τη χρονιά εκείνη διατυπώνεται μια καταγγελία: ο υφαντής και επόπτης του Εργαστηρίου Κωνσταντίνος Σιγάρας συνάπτει «εν κρυπτώ συμφωνία μετά τρίτου συνεταίρου προς ίδρυσιν ομοίας επιχειρήσεως».57

56. Στο φάκελο υπάρχει κατάσταση με τα ονόματα των επί πιστώσει οφειλετών —στην οποία αναγράφεται για τον καθένα ξεχωριστά ο τόπος διαμονής, η ποσότητα του αγορασθέντος υφάσματος, η ημερομηνία αγοράς και το οφειλόμενο ποσό— καθώς επίσης και ενυπόγραφη δήλωση του μεσάζοντα που επιβεβαιώνει το ποσό της προμήθειας" ΙΑ/ ETE, ό.π.

57. Βλ. επιστολή του Γ. Δεσύπρη στις 1-6-1905 προς τη Βικτωρία Στρέιτ" ΙΑ/ΕΤΕ,

Σελ. 201
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/202.gif&w=600&h=915

Λίγα χρόνια αργότερα, το 1922, ο Κωνσταντίνος Σιγάρας εργάζεται ως τεχνικό στέλεχος στο εριουργείο «Λαναρά - Κύρτση και Σία» που βρίσκεται στη Νάουσα. Το 1938 από την εφημερίδα Χρόνος πληροφορούμαστε την ίδρυση κλωστοϋφαντουργίας-εριουργίας ιδιοκτησίας του Κωνσταντίνου Σιγάρα.58

ό.π. Δεν θα πρέπει να παραλείψουμε να επισημάνουμε ότι σχεδόν σε όλες τις επιστολές του ο Γ. Δεσύπρης καταφέρεται εναντίον του Κωνσταντίνου Σιγάρα, τον οποίο κατηγορεί για έλλειψη τεχνογνωσίας, οικονομικές σπατάλες και ατασθαλίες, κακές επιλογές στο σχεδιασμό των προϊόντων, καθώς και για επιπόλαιους χειρισμούς στη διακίνησή τους. Είναι δύσκολο να ξεδιαλύνει κανείς σε ποιο βαθμό είναι βάσιμοι οι ισχυρισμοί αυτοί ή αν πρόκειται απλώς για μια επαγγελματική σχέση κατά την οποία εμπλέκονται οι αρμοδιότητες και μοιραία δημιουργούνται εντάσεις και προσωπικές αντιπάθειες.

58. Ανώνυμος, «Η έρευνα διά την βιομηχανίαν μας. Μία επίσκεψις εις τα εργοστάσια κλωστοϋφαντουργίας Κωνσταντίνου Σιγάρα. Μία εκπληκτική πρόοδος», Χρόνος, 1112-1938.

Σελ. 202
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/203.gif&w=600&h=915

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΕΜΠΤΟ

ΤΟ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ

Σελ. 203
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/204.gif&w=600&h=915 01 - 0002.htm

ΛΕΥΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

Σελ. 204
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/205.gif&w=600&h=915

1. Η ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΤΩΝ ΚΟΡΙΤΣΙΩΝ

Το πρώτο βήμα για τη συστηματοποίηση της εκπαίδευσης των κοριτσιών στην Ελλάδα γίνεται με το νομοθετικό διάταγμα της 6/18 Φεβρουαρίου 1834 «περί διδασκάλων εν γένει και δημοτικών σχολείων». Με αυτό το νόμο ιδρύονται δημοτικά σχολεία τετραετούς διάρκειας και καθιερώνεται η υποχρεωτική και δωρεάν φοίτηση σε αυτά. Όμως, αυτός ο νόμος δεν αντιμετωπίζει με τον ίδιο τρόπο τα δύο φύλα. Στο άρθρο 58 προβλέπει ότι «τα σχολεία των κοριτσιών, όπου τούτο είναι δυνατόν, πρέπει να ήναι χωριστά από τα των παιδιών, να προΐστανται δε αυτών διδασκάλισσαι». Στην ουσία, δηλαδή, μικτά σχολεία μπορούν να λειτουργούν κατ' εξαίρεση εκεί όπου δεν είναι δυνατόν να γίνει διαχωρισμός, ενώ για τα σχολεία θηλέων απαιτείται ξεχωριστό κτίριο και δασκάλες, ζήτημα που δημιουργεί τεράστια προβλήματα λόγω των περιορισμένων οικονομικών των δήμων και της έλλειψης σε δασκάλες που αντιμετωπίζει το ελληνικό κράτος αυτή την εποχή.1 Αλλά και από τα διδασκόμενα μαθήματα, τα οποία περιγράφονται στο άρθρο 2, φαίνεται ο διαφορετικός τρόπος αντιμετώπισης των αγοριών από τα κορίτσια, αφού οι μαθητές διδάσκονται βομβυκοτροφία, μελισσοτροφία και δενδροκομία, ενώ τα κορίτσια «γυναικεία εργόχειρα». Το πρόβλημα της γυναικείας εκπαίδευσης γίνεται οξύτερο όταν στις 10 Σεπτεμβρίου 1853 το Υπουργείο Παιδείας με εγκύκλιο απαγορεύει τη συμφοίτηση και τη συστέγαση αγοριών και κοριτσιών στα σχολεία.

Παρά τις διακηρύξεις του νομοθετικού διατάγματος του 1834, η εκπαίδευση στην πράξη δεν ήταν δωρεάν μέχρι το 1911 οι γονείς των μαθητών έπρεπε να πληρώνουν στο δημοτικό ταμείο ένα ορισμένο ποσό (10-50 λεπτά) ως δίδακτρα. Οι άποροι μαθητές, παρά την πρόβλεψη του νόμου για δωρεάν φοίτηση, πλήρωναν επίσης δίδακτρα. Επιπλέον, ουδέποτε το Κράτος παρείχε δωρεάν γραφική ύλη, ενδύματα και βιβλία στους μαθητές.2 Ο νόμος εξασφάλιζε

1. Βλ. Γιάννης Ληξουριώτης, Κοινωνικές και νομικές αντιλήψεις για το παιδί τον πρώτο αιώνα τον Νεοελληνικού Κράτους, Αθήνα - Γιάννινα 1986, σ. 115-116 και Σιδηρούλα Ζιώγου-Καραστεργίου, Η Μέση Εκπαίδευση των κοριτσιών στην Ελλάδα (18301893), Αθήνα 1986, σ. 66.

2. Βλ. Χρ. Λέφας, Ιστορία της εκπαιδεύσεως, Αθήνα 1942, σ. 58-61.

Σελ. 205
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/206.gif&w=600&h=915

λιζε στον ανδρικό πληθυσμό μεγάλες δυνατότητες πρόσβασης στην εκπαίδευση. Προφανώς γιατί υπήρχε μεγάλη ανάγκη να στελεχωθεί ο διοικητικός κορμός με ανθρώπους που να γνωρίζουν τουλάχιστον ανάγνωση και γραφή. Αντιθέτως, για τις γυναίκες ο νομοθέτης εκφράζει την εξής αντίφαση: ενώ διαπιστώνεται και αναγνωρίζεται η ανάγκη της στοιχειώδους εκπαίδευσης και ειδικά της εκπαίδευσης της γυναίκας ως δασκάλας, δεν υπάρχει οικονομική και διοικητική υποδομή ώστε να εφαρμοστεί ο νόμος. Συγκεκριμένα, το ελληνικό Δημόσιο δεν διαθέτει επαρκή κονδύλια για την ίδρυση σχολείων και τις αμοιβές του διδακτικού προσωπικού. Έτσι ο τομέας της γυναικείας εκπαίδευσης γίνεται αντικείμενο της ιδιωτικής πρωτοβουλίας. Για τις γυναίκες των εύπορων κοινωνικών στρωμάτων και γι' αυτές που θέλουν να ασκήσουν το επάγγελμα της δασκάλας3 —επάγγελμα κοινωνικά αποδεκτό— ιδρύονται ιδιωτικά σχολεία.

Ας δούμε από τους αριθμούς τις επιπτώσεις που είχαν οι νόμοι της υποχρεωτικής εκπαίδευσης στο σύνολο του ελληνικού πληθυσμού.

Από την απογραφή του πληθυσμού το 1870 γνωρίζουμε ότι από τους 1.437.026 κατοίκους εγγράμματοι θεωρούνται οι 251.483, εκ των οποίων οι 207.129 είναι άνδρες και οι 44.531 είναι γυναίκες. Το ποσοστό των αγράμματων γυναικών είναι 92,60%, ενώ το ποσοστό των αγράμματων ανδρών είναι 67 %.4 Από την ίδια απογραφή παρέχονται οι πρώτες στατιστικές πληροφορίες για την εργασία των γυναικών στα εργοστάσια και στα εργαστήρια της πόλης. Στην κατηγορία των «γυναικείων επιτηδευμάτων» μαζί με τις μαίες, τις υπηρέτριες και τις μαθήτριες, καταγράφονται και 5.735 γυναίκες ως εργάτριες.5 Το 1870 ο Αλέξανδρος Μανσόλας αναφέρει ότι από τις 1.741 εργάτριες των ατμοκινήτων εργοστασίων οι 1.390 είναι αναλφάβητες, ποσοστό που αντιστοιχεί στο 79,84%, ενώ το ποσοστό των αναλφάβητων ανδρών είναι 61%. Με δεδομένες τις επιφυλάξεις μας για την εγκυρότητα των αριθμών, μπορούμε εδώ να διατυπώσουμε ορισμένες σκέψεις. Το ποσοστό των αναλφάβητων κοριτσιών-εργατριών είναι χαμηλότερο σε σχέση με αυτό του συνολικού γυναικείου πληθυσμού. Πιθανότατα γιατί οι εργάτριες κατοικούν στις πόλεις, όπου η εκπαίδευση είναι πιο διαδεδομένη από την ύπαιθρο. Το γεγονός αυτό διαπι

3. Το 1831 λειτουργούν τρία σχολεία στα οποία μπορούν να εκπαιδεύονται τα κορίτσια για το επάγγελμα της δασκάλας: το σχολείο του Hildner στην Ερμούπολη, η σχολή Hill στην Αθήνα και το σχολείο της Volmerange στο Ναύπλιο, το οποίο μεταφέρεται το 1835 στην Αθήνα. Στα δύο τελευταία σχολεία η κυβέρνηση δίνει υποτροφίες σε μαθήτριες που σκοπεύουν να ακολουθήσουν το επάγγελμα της δασκάλας. Από το 1837 αρχίζει να λειτουργεί το Διδασκαλείο της Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας, με στόχο την εκπαίδευση της δασκάλας. Ένας ορισμένος αριθμός μαθητριών φοιτά με υποτροφίες είτε της Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας, είτε της κυβέρνησης.

4. Υπουργείον Εσωτερικών, Στατιστική της Ελλάδος. Πληθυσμός 1870, Αθήνα 1872.

5. Στην προηγούμενη απογραφή του 1861 υπήρχαν μόνο μαίες και υπηρέτριες.

Σελ. 206
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/207.gif&w=600&h=915

διαπιστώνεται και από τις απογραφές. Πραγματικά, κατά την απογραφή του 1870 στο Νομό Κυκλάδων η Ερμούπολη έχει το μεγαλύτερο ποσοστό εγγραμμάτων γυναικών με 14%. Ακολουθεί ο Νομός Αττικής και Βοιωτίας (Αθήνα και Πειραιάς), με ποσοστό 11,61 % και ο Νομός Κερκύρας στα Ιόνια νησιά, που είχαν παράδοση στην εκπαίδευση, με αντίστοιχο ποσοστό 11,84%. Κατά την απογραφή του 1907 οι νομοί με το μεγαλύτερο ποσοστό εγγραμμάτων γυναικών είναι ο Νομός Αττικής και Βοιωτίας (Αθήνα και Πειραιάς) με 40,98 % και ο Νομός Κυκλάδων (Ερμούπολη) με 29,81 %. Ας μη μας διαφεύγει ότι ο ελληνικός πληθυσμός είναι κατ' εξοχήν αγροτικός. Η εκπαίδευση των γυναικών δεν υπάγεται στις συνήθειες του κόσμου της ελληνικής υπαίθρου.

Η προϋπόθεση για να εγγραφεί ένα παιδί στο σχολείο είναι να έχει ηλικία 6 ετών. Μέχρι το 1895 η υποχρεωτική φοίτηση είναι τετραετής, ενώ από το 1895 καθιερώνεται η εξαετής φοίτηση. Στις μεγάλες πόλεις σε κάθε τάξη φοιτούσαν 60 έως 70 μαθητές.

Ας εστιάσουμε τον φακό μας το 1879 στην εργατούπολη της Ελλάδας, τον Πειραιά, για να δούμε τι συμβαίνει και στην πράξη. Για τις 1.200 μαθήτριες που φοιτούν στα δύο δημοτικά σχολεία η κατάσταση δεν είναι ρόδινη. Ύστερα από πιέσεις των γονιών τους, οι οποίοι απειλούν ότι θα ενημερώσουν και τον αρμόδιο υπουργό, η εφημερίδα Ποσειδών καταγγέλλει την οπισθοδρόμηση στις σπουδές και την «παραλυσία» που επικρατεί στις διευθύνσεις των δύο δημοτικών σχολείων. Οι μικρές μαθήτριες είναι «πολύ κακώς καταρτισμέναι εις την ανάγνωσιν», η διευθύντρια του ενός σχολείου κατά τη διάρκεια του μαθήματος κάθεται στην έδρα της αίθουσας μαζί με μια άλλη δασκάλα και περνούν την ώρα τους γελώντας και συζητώντας «περί ανέμων και υδάτων», ενώ η τάξη μεταβάλλεται «εις χάβραν»· η διευθύντρια του άλλου σχολείου από το πρωί μέχρι το βράδυ απασχολείται με τα δικά της εργόχειρα. Επιπλέον, οι υπεύθυνες του σχολείου δωροδοκούνται για να προβιβάσουν τις μαθήτριες. Όπως καταγγέλλει η ίδια εφημερίδα, οι διευθύντριες απαιτούν από τις μαθήτριες να τους καταβάλουν ως δίδακτρα 2, 3 και 4 φράγκα, βρίζοντας και εκδιώκοντας αυτές που δεν υπακούουν. Φτάνουν, μάλιστα, σε σημείο να αναβάλουν επί δεκαήμερο τις εξετάσεις των μαθητριών, προκειμένου να εισπράξουν χρήματα απ' όσες περισσότερες μπορούν.6

Ωστόσο, και η εκπαίδευση των γυναικών στα ιδιωτικά σχολεία παρουσιάζει σοβαρές ατέλειες. Όπως αναφέρει η Μαρία Σβώλου, τα σχολεία αυτά λειτουργούν με βάση τον ερασιτεχνισμό του «λίγο απ' όλα». Με τη λίγη φιλολογική μόρφωση, τη λίγη ξένη γλώσσα, τη λίγη μουσική, το λίγο χορό, τη λίγη οικοκυρική δημιουργούν το πρότυπο της γυναίκας-κούκλας, το οποίο προβάλλεται

6. Βλ. Ποσειδών, αρ. 1242, 16-7-1879.

Σελ. 207
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/208.gif&w=600&h=915

λεται σαν το πιο χαρακτηριστικό σύμβολο του νεοελληνικού πολιτισμού.7 Αυτή, λοιπόν, η «κατ' επίφαση» μόρφωση έχει σοβαρές επιπτώσεις για τις λιγότερο εύπορες γυναίκες, γιατί τις εμποδίζει να ασκήσουν επαρκώς τα οικογενειακά τους καθήκοντα και να σταδιοδρομήσουν επαγγελματικά.

Όπως και στα δημόσια σχολεία, το εκπαιδευτικό σύστημα στα ιδιωτικά σχολεία στηρίζεται στην αλόγιστη αποστήθιση ακατανόητων για τις μαθήτριες ονομάτων και φράσεων. Ας πάρουμε για παράδειγμα τα αναγνωστικά του δημοτικού σχολείου. Το διδακτικό προσωπικό πρέπει να ξοδεύει μερικές ώρες καθημερινά για να μεταφράζει στα παιδιά τα «ελληνικά» των βιβλίων. Κάθε λέξη σχεδόν τους είναι ξένη και διαφορετική από αυτή που μεταχειρίζονται στην ομιλία τους για το ίδιο πράγμα. Συγκεκριμένα, τα παιδιά πρέπει να μάθουν ότι ο σκύλος λέγεται «κύων», ο πετεινός «αλέκτωρ» κλπ. Έτσι οι μαθητές των λαϊκών στρωμάτων, εκτός από τη δυσκολία που αντιμετώπιζαν για να μάθουν να διαβάζουν, έπρεπε να μάθουν να μεταφράζουν σε γλώσσα απλή τις λέξεις του αναγνωστικού, γεγονός που τους στερούσε την ευχαρίστηση της ανάγνωσης.8

Το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα παρατηρούμε ότι διατηρεί ένα έντονο τυπολατρικό χαρακτήρα. Όπως μαρτυρούν τα έγγραφα και οι φωτογραφίες, οι μαθήτριες όλων ανεξαιρέτως των σχολείων, ιδιωτικών και δημόσιων, φορούν τη σχολική ποδιά. Επίσης, οι εξετάσεις στα σχολεία γίνονται το ίδιο χρονικό διάστημα και με τον ίδιο τελετουργικό τρόπο.

Με αφορμή τον τρόπο διεξαγωγής των εξετάσεων, ας δούμε τι συμβαίνει στα δημοτικά σχολεία του Πειραιά. Για το σχολείο οι εξετάσεις είναι μια «πανήγυρις», στην οποία συρρέουν οι γυναίκες των ανωτέρων στρωμάτων για να τιμήσουν «το φυτώριον της εκπαιδεύσεως των κορασιών του λαού» και οι γονείς και συγγενείς των μαθητριών που ανήκουν στα κατώτερα στρώματα. Οι εξετάσεις αποτελούν μια ένδειξη της κοινωνικής ισότητας, την οποία προπαγανδίζουν και οι νόμοι για την εκπαίδευση. Η διευθύντρια του σχολείου εγκαινιάζει την τελετή με λογύδριο κοινωνικού περιεχομένου. Τονίζεται ο ρόλος της εκπαίδευσης των κοριτσιών και η συμβολή της στη δημιουργία οικοδεσποίνων και μητέρων. Στις εξετάσεις της Α' Δημοτικής Σχολής Θηλέων στον Πειραιά η διευθύντρια επισημαίνει στην ομιλία της τους κινδύνους και τις δυσάρεστες συνέπειες που ελλοχεύουν στην αναζήτηση της πολυτέλειας και την τάση για

7. Μ.[αρία] Σ.[βώλου], «Διακοσμητική Μόρφωση», Ο Αγώνας της Γυναίκας, Ε/87, σ. 1-2, ανατύπωση του άρθρου από Έφη Αβδελά - Αγγέλικα Ψαρρά, Ο Φεμινισμός στην Ελλάδα του Μεσοπολέμου. Μια ανθολογία, Αθήνα 1985, σ. 229-242.

8. Για τις δυσκολίες των εργατριών στην ανάγνωση βλ. Αύρα Θεοδωροπούλου, Το Κυριακό Σχολείο Εργατριών, ανατύπωση από το Δελτίο του Εκπαιδευτικού Ομίλου 1915, Αθήνα 1916, σ. 9-11.

Σελ. 208
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/209.gif&w=600&h=915

επίδειξη των κοριτσιών της εργατικής τάξης.9 Στη συνέχεια οι μαθήτριες εξετάζονται με ερωτήσεις πάνω στην ύλη των διδασκομένων μαθημάτων. Η τελετή των εξετάσεων κλείνει με άσματα που τραγουδούν οι μαθήτριες. Στο τέλος γίνεται επίδειξη των εργόχειρων που έχουν κατασκευαστεί από τις μαθήτριες. Αυτά εκτίθενται σε μια από τις αίθουσες του σχολείου. Οι εξετάσεις διακόπτονται από τα χειροκροτήματα και τους επαίνους των παρευρισκομένων. Αρα το κοινό σημείο ανάμεσα στα δημόσια δημοτικά σχολεία και στα ιδιωτικά ήταν οι εξετάσεις, οι οποίες διεξάγονταν τις ίδιες ημερομηνίες, σύμφωνα με εγκύκλιο του υπουργείου, και με τον ίδιο τελετουργικό τρόπο.

Ας δούμε, όμως, με συγκεκριμένα παραδείγματα την κατάσταση που επικρατεί στον γυναικείο εργατικό πληθυσμό. Όπως σχολιάσαμε παραπάνω, από την πλευρά του κράτους δεν είχε δημιουργηθεί καμία ειδική υποδομή για να αντιμετωπισθεί το θέμα της κατώτερης εκπαίδευσης των εργατριών.

Η Ευγενία Ζωγράφου, όταν δημοσιεύει τα αποτελέσματα της έρευνας που έκανε το 1898 στον Πειραιά για τις συνθήκες ζωής και εργασίας των εργατριών, σημειώνει: «εις τοιαύτην εργατούπολιν δεν υπάρχει ουδέ μία νυκτερινή σχολή δημοσία ή ιδιωτική»' και θέτει το ερώτημα: «κι όμως δεν είνε απαραίτητον; Δεν έπρεπε να υπάρχουν δύο ή τρία σχολεία νυκτερινά ή Κυριακά; Και εκεί να φωτίζεται ο Έλλην και η Ελληνίς εργάτις και εκεί να λαμβάνουν τα πρώτα του ανθρωπισμού διδάγματα;».10 Την ίδια περίπου εποχή στον Πειραιά λειτουργούν επτά δημοτικά σχολεία θηλέων.11

Στην ίδια έρευνα παρουσιάζεται ενδεικτικά το ζήτημα της εκπαίδευσης από όλες τις εμπλεκόμενες πλευρές. Στο εργοστάσιο Σημίτη ο διευθυντής θεωρεί ότι η ίδρυση Κυριακής ή Λαϊκής Σχολής δεν θα έχει απήχηση στις εργάτριες, με το επιχείρημα ότι ύστερα από μία εβδομάδα σκληρής εργασίας δεν πρόκειται να θυσιάσουν την μοναδική ημέρα ανάπαυσης που έχουν για να μορφωθούν.12 Για τις εργάτριες αυτό που προέχει είναι η εξασφάλιση της επιβίωσης: «γράμματα; τι να τα κάνει τα γράμματα; εμείς θέλουμε ψωμί, ψωμί, ψωμί»,13 απαντά η μητέρα μιας εργάτριας πολύ χαρακτηριστικά. Η δημοσιογράφος τονίζει τον «πόθο» που έχουν οι εργάτριες για να μάθουν γράμματα και αποδίδει την αμορφωσιά τους στην ανυπαρξία κρατικής υποδομής και στην αδιαφορία της ιδιωτικής μέριμνας.

Το 1913 ο νόμος περί εκπαίδευσης, ο οποίος επικυρώθηκε με βασιλικό

9. Ανώνυμος, «Εξετάσεις της Α' Δημοτικής Σχολής των Θηλέων», Σφαίρα, αρ. 2391, 14-7-1879.

10. Ευγενία Ζωγράφου, «Πώς εργάζονται αι γυναίκες μας», Δημοσιεύματα, τ. 4, Αθήνα 1903, σ. 62.

11. Γ. Βέκος, Οδηγός του Πειραιώς, 1901, σ. 130.

12. Ευγενία Ζωγράφου, ό.π., σ. 41-42.

13. Στο ίδιο, σ. 46.

Σελ. 209
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/210.gif&w=600&h=915

διάταγμα στις 14 Αυγούστου 1913, καθιστά υποχρεωτική την εξαετή φοίτηση και προβλέπει κυρώσεις τόσο στους γονείς που δεν στέλνουν τα παιδιά τους σχολείο, όσο και στους εργοδότες οι οποίοι προσλαμβάνουν παιδιά που δεν έχουν συμπληρώσει το 12ο έτος. Όμως, σύμφωνα με τις εκθέσεις του προσωπικού Επιθεωρήσεως Εργασίας το 1921, οι περισσότεροι γονείς δεν στέλνουν τα παιδιά τους στο σχολείο είτε διότι δεν έχουν τα υλικά μέσα (ενδύματα, υποδήματα, βιβλία), είτε διότι θεωρούν περιττή τη μόρφωση.14 Ενώ οι λίγοι που αποφασίζουν να τα στείλουν, μόλις αυτά μάθουν λίγη ανάγνωση και γραφή, τα αποσύρουν για να εργασθούν και να συνεισφέρουν οικονομικά στο ταμείο της οικογένειας.15 Από φόβο μήπως προκληθεί κοινωνική αναστάτωση το σώμα της Επιθεώρησης Εργασίας, το οποίο έχει ως καθήκον να επιβλέπει την τήρηση των νόμων, δεν μπόρεσε να ενεργήσει αποτελεσματικά και να εμποδίσει την παιδική εργασία στα εργοστάσια και στα βιοτεχνικά εργαστήρια. Εδώ θα πρέπει να αναφέρουμε ότι ο αναλφαβητισμός δεν οφειλόταν μόνο σε οικονομικούς λόγους, αλλά και σε λόγους νοοτροπίας. Στη συνείδηση του λαού η εκπαίδευση της γυναίκας θεωρούνταν πολυτέλεια περιττή και επικίνδυνη. Η Αύρα Θεοδωροπούλου εντοπίζει μερικές από τις φράσεις στερεότυπα: «Τα γράμματα δε χρησιμεύουν στο κορίτσι παρά για την ευκολώτερη ανταλλαγή ραβασακιών», «Η γυναίκα κι έτσι παραέχει σηκώσει κεφάλι. Γιατί να της δώσουμε κι άλλα όπλα;».16

Από τις αναφορές της Επιθεώρησης Εργασίας θα αντλήσουμε αναλυτικά στοιχεία για το επίπεδο της εκπαίδευσης των εργατριών του Πειραιά. Τα στοιχεία καταγράφονται στα δελτία της Επιθεώρησης Εργασίας. Σε σύνολο 1.949 εργατριών υπάρχουν 1.362 που είναι αμόρφωτες (70%), 324 έχουν φοιτήσει μέχρι την τρίτη τάξη του δημοτικού σχολείου, 194 μέχρι την τετάρτη τάξη και μόνο 69 έχουν φτάσει μέχρι την πέμπτη και την έκτη τάξη.17

Η έλλειψη προσωπικών μαρτυριών από την πλευρά των εργατριών, η οποία οφείλεται στην αγραμματοσύνη τους, αλλά και στο γεγονός ότι αποφεύγουν να μιλούν για το παρελθόν τους, δεν μας επιτρέπει να εκτιμήσουμε σε ποιο βαθμό αυτές είχαν συνειδητοποιήσει την αναγκαιότητα και την χρησιμότητα της μόρφωσης. Τα αρχεία των φιλανθρωπικών συλλόγων και τα δημοσιεύματα του τύπου σχετικά με την φιλανθρωπική δραστηριότητα συγκροτούν το κύριο σώμα

14. Υπουργείον Εθνικής Οικονομίας, Διεύθυνσις Εργασίας, Εκθέσεις του προσωπικού Επιθεωρήσεως Εργασίας επί της εφαρμογής των εργατικών νόμων 1921, Αθήνα 1923, σ. 12-13.

15. Για τη μόρφωση των εργατών και των εργατριών βλ. Εργατικόν Κέντρον Αθηνών, Οι εργάται της Ελλάδος προς την Διπλήν Βουλήν των Ελλήνων, Αθήνα 1911.

16. Αύρα Θεοδωροπούλου, Το Κυριακό Σχολείο..., ό.π., σ. 9-11.

17. Υπουργείον Εθνικής Οικονομίας, Διεύθυνσις Εργασίας, Εκθέσεις... 1921, ό.π.,

σ. 83.

Σελ. 210
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/211.gif&w=600&h=915

των πληροφοριών σχετικά με το θεσμό και τις λειτουργίες της μόρφωσης και της επαγγελματικής εκπαίδευσης των εργατριών.

2. ΚΥΡΙΑΚΑ ΣΧΟΛΕΙΑ: Ο ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΜΟΡΦΩΣΗΣ ΣΕ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑ

Η καταπολέμηση της αμάθειας των «γυναικών και κορασιών του λαού», γίνεται το επίκεντρο της γυναικείας φιλανθρωπικής δραστηριότητας. Η Καλλιρρόη Παρρέν και οι γυναίκες που συμμετέχουν στη σύνταξη του περιοδικού Εφημερίς των Κυριών αναλαμβάνουν την πρωτοβουλία να ιδρύσουν Κυριακό Σχολείο για τις εργαζόμενες γυναίκες. Από το 1887 η Εφημερίς των Κυριών, καταγγέλλοντας την έλλειψη πρόνοιας για τη μόρφωση των «τέκνων της εργατικής του λαού τάξεως» από μέρους της κυβέρνησης και του κλήρου,18 επισημαίνει και υποδεικνύει ένα νέο πεδίο συλλογικής δράσης. Αποκλεισμένες από τα δημόσια αξιώματα, οι γυναίκες της Εφημερίδος των Κυριών αυτοχρίζονται «φυσικαί αδελφαί, φυσικαί μητέρες, και φυσικαί προστάτιδες των γυναικών και κορασιών του λαού».19

Γι' αυτές η κατάσταση της φτώχειας στην οποία έχουν περιπέσει οι γυναίκες του «όχλου» είναι η κυριότερη αιτία για την αγριότητα των ηθών, για την μη εκπλήρωση των μητρικών τους καθηκόντων, για την πλήρη έλλειψη θρησκευτικού συναισθήματος.20 Η αμάθεια συνδέεται με τη στέρηση και τη φτώχεια. Η έννοια της αμάθειας για τις γυναίκες του περιοδικού περιλαμβάνει όχι μόνο την άγνοια ανάγνωσης και γραφής, αλλά ακόμη και την άγνοια της ελληνικής γλώσσας. Η εκμάθηση της ελληνικής γλώσσας συνδέεται με την ενδυνάμωση της ελληνικής συνείδησης και της εθνικής ταυτότητας, γιατί, όπως ισχυρίζεται η Καλλιρρόη Παρρέν μέσα από τις στήλες της Εφημερίδος των Κυριών, «γλώσσα των χωρικών παίδων μέχρι σήμερον εις τα πρόθυρα των Αθηνών και εν μέσαις Αθήναις είναι η Αλβανική».21 Ακόμη, μερικές δεκαετίες αργότερα, το 1922, από τις 407 μαθήτριες που είναι εγγεγραμμένες στο Κυριάκο Σχολείο που ίδρυσε ο «Σύνδεσμος Κυριών Πειραιώς προς Προστασίαν της Εργάτιδος», οι 190 ήταν πρόσφυγες που αγνοούσαν την ελληνική γλώσσα.22

18. Καλλιρρόη Παρρέν, «Τα παιδιά του λαού», Εφημερίς των Κυριών, αρ. 39, 2911-1887.

19. Καλλιρρόη Παρρέν, «Η σχολή της Κυριακής», Εφημερίς των Κυριών, αρ. 135, 8-10-1889.

20. Στο ίδιο.

21. Καλλιρρόη Παρρέν, «Τα παιδιά του λαού», ό.π.

22. Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο (ΕΛΙΑ), φάκ. του Συνδέσμου Κυ

Σελ. 211
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/212.gif&w=600&h=915

Με την παροχή μόρφωσης οι φιλάνθρωπες κυρίες πιστεύουν ότι μπορούν να παρέμβουν ουσιαστικά όχι μόνο στις διδασκόμενες, αλλά και να διαμορφώσουν ηθικά πρότυπα μέσα στην ίδια την εργατική οικογένεια. Η αναπαράσταση που έχουν αυτές οι γυναίκες για την εργατική οικογένεια και τους ρόλους των προσώπων μέσα στους κόλπους της αποδεικνύει το βαθμό στον οποίο έχουν επηρεαστεί από ανάλογες εικόνες της δυτικής κοινωνίας. Παράδειγμα προς αποφυγή η εργατική οικογένεια που αποτελείται από παιδιά «μικρούς κακουργίσκους», «αμύστακους λωποδύτες», «δεκαετείς φονείς» και μητέρα που για την ελάχιστη παρεκτροπή «τα υβρίζει», «τα βλασφημεί», τα «ξυλοκοπεί αλύπητα, άπονα». Ο πατέρας, πάλι, είναι «άσωτος, δύστροπος, χαρτοπαίχτης ή μέθυσος».

Όμως, σύμφωνα με το φιλανθρωπικό λόγο η μητέρα της οικογένειας είναι θύμα των καταστάσεων και των στερήσεων μέσα στις οποίες έζησε. Απαλλάσσεται πλήρως των ευθυνών της εξαιτίας της αμάθειάς της, η οποία της στερεί τη δυνατότητα να ανταποκριθεί στα μητρικά της καθήκοντα.23 Σύμφωνα με την κυρίαρχη ιδεολογία, η μητρική φροντίδα δεν βασίζεται σε ένστικτα, αλλά στη μόρφωση και στην πνευματική καλλιέργεια των γυναικών.

Με την ένταξη της μόρφωσης στο φάσμα της φιλανθρωπικής δραστηριότητας οι γυναίκες του περιοδικού δεν αποβλέπουν σε κοινωνικές ανακατατάξεις, καθώς δηλώνουν ότι «δεν εννοούμεν βεβαίως μόρφωσιν την μετατροπήν του υιού του γεωργού ή του κρεοπώλου εις επιστήμονα, διότι εκ τούτου μάλλον βλάβη ή ωφέλεια αμφοτέροις προκύπτει»,24 αλλά στην πάταξη της ανηθικότητας και της αδιαφορίας για την «πνευματική τροφή». Με τα Κυριακά Σχολεία οι γυναίκες της εργατικής τάξης θα αποκτούν τις στοιχειώδεις γνώσεις οι οποίες τους είναι αναγκαίες, τόσο ανάλογα με την κοινωνική τάξη, όσο και με το επάγγελμά τους.25

Καταγγέλλοντας την αδιαφορία των υπουργών, των βουλευτών, αλλά και της εκκλησίας από τις στήλες του περιοδικού Εφημερίς των Κυριών με σκληρή γλώσσα, οι γυναίκες αποφασίζουν να δραστηριοποιηθούν στον τομέα της εκπαίδευσης.

Πολύ γρήγορα ιδρύονται Κυριακά Σχολεία από γυναικεία φιλανθρωπικά σωματεία στις μεγάλες πόλεις της Ελλάδας όπως ο Πειραιάς, η Ερμούπολη και η Πάτρα. Τα σχολεία αυτά, τόσο ως προς το σχήμα της λειτουργίας τους, όσο και ως προς τον τρόπο που εξελίσσονται κατά τη διάρκεια της ζωής τους,

Κυριών Πειραιώς προς Προστασίαν της Εργάτιδος, Λογοδοσία Συνδέσμου Κυριών Πειραιώς προς Προστασίαν της Εργάτιδος, 29 Ιουνίου 1930 (δακτυλογραφημένη).

23. Βλ. Καλλιρρόη Παρρέν, «Η σχολή της Κυριακής», ό.π.

24. Καλλιρρόη Παρρέν, «Τα παιδιά του λαού», ό.π.

25. ΕΛΙΑ, φάκ. του Συνδέσμου Κυριών Πειραιώς προς Προστασίαν της Εργάτιδος, Λογοδοσία του Συνδέσμου Κυριών Πειραιώς προς Προστασίαν της Εργάτιδος 21-6-1997 (δακτυλογραφημένη).

Σελ. 212
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/213.gif&w=600&h=915

παρουσιάζουν ορισμένα κοινά χαρακτηριστικά. Κανένα από αυτά τα σχολεία δεν ακολουθεί τα προγράμματα και τους κανονισμούς του Υπουργείου Παιδείας. Οι μαθήτριες χωρίζονται σε τάξεις ανάλογα με τις γνώσεις τους. Η μόρφωση που παρέχουν αυτά τα σχολεία έχει καθαρά πρακτικό χαρακτήρα. Δεν διδάσκονται ούτε γραμματική, ούτε συντακτικό, ούτε πολύπλοκα μαθηματικά. Τα μαθήματα που κρίνονται απαραίτητα για τη μόρφωση και την πνευματική ανάπτυξη αυτών των γυναικών είναι: ανάγνωση, γραφή, αριθμητική, θρησκευτικά, οικιακή οικονομία, ελληνική ιστορία (συνήθως βίους ηρώων και ηρωίδων) και πραγματογνωσία. Αυτοί που διδάσκουν δεν είναι απαραίτητο να έχουν δίπλωμα καθηγητή ή πτυχίο διδασκάλισσας. Ένας ιερέας συνήθως διδάσκει το μάθημα των θρησκευτικών. Οι ώρες που γίνονται τα μαθήματα στα Κυριακά Σχολεία δεν συμπίπτουν με τη θεία λειτουργία της Κυριακής, ώστε να μην εμποδίζονται οι εργάτριες να πάνε στην εκκλησία. Στα Κυριακά Σχολεία γίνονται δεκτές γυναίκες κάθε ηλικίας με τη μόνη προϋπόθεση ότι είναι υγιείς και έχουν πιστοποιητικό εμβολιασμού. Στην πράξη, όμως, φοιτούν κυρίως νέες κοπέλες. Τα περισσότερα σχολεία διαθέτουν γιατρό, ο οποίος εξετάζει τις μαθήτριες και τους παρέχει δωρεάν συμβουλές. Όλα τα Κυριακά Σχολεία παρέχουν στις μαθήτριες μια στοιχειώδη κοινωνική ζωή με τις εορταστικές εκδηλώσεις ή τις εκδρομές που οργανώνουν οι υπεύθυνες. Με την ευκαιρία κάποιας εορτής ή εθνικής επετείου μοιράζουν και διάφορα δώρα στις εργάτριες για να ενθαρρύνουν την προσέλευση και τη φοίτησή τους σ' αυτά. Οι εξετάσεις που γίνονται στο τέλος της υποτιθέμενης σχολικής χρονιάς είναι παρόμοιες με αυτές των δημοτικών σχολείων.

Μέσα από τα Κυριακά Σχολεία αναπτύσσεται για τις γυναίκες μία διαδικασία μετασχηματισμού της μόρφωσης σε επαγγελματική κατάρτιση. Τα δύο μεγαλύτερα Κυριακά Σχολεία, της Αθήνας και του Πειραιά, για τα οποία έχουμε στη διάθεσή μας στοιχεία, μετατρέπονται σιγά-σιγά σε σχολές εκμάθησης επαγγελμάτων τα οποία συσχετίζονται με τη γυναικεία φύση. Οι σχολές αυτές έχουν ως στόχο την διεύρυνση των συνόρων στα επαγγέλματα για τις γυναίκες των εργατικών στρωμάτων. Με την μετατροπή ή τη συγχώνευση των Κυριακών Σχολείων σε επαγγελματικές σχολές δίνεται κάποια διέξοδος στις γυναίκες που θέλουν να μάθουν την ραπτική και άλλες τέχνες χωρίς να υποστούν την εκμετάλλευση της ιδιοκτήτριας (modiste) του εργαστηρίου.

Πριν ασχοληθώ αναλυτικά με τα Κυριακά Σχολεία και τη μόρφωση των κοριτσιών της εργατικής τάξης, θα ήθελα να προτάξω ορισμένες πληροφορίες για το Κυριακόν Σχολείον των Τεχνών, προκειμένου να συσχετισθούν οι μορφές των δύο εκπαιδευτικών σχημάτων.

Σελ. 213
Φόρμα αναζήτησης
Αναζήτηση λέξεων και φράσεων εντός του βιβλίου: Γυναίκες εργάτριες στην ελληνική βιομηχανία και στη βιοτεχνία (1870-1922)
Αποτελέσματα αναζήτησης
    Ψηφιοποιημένα βιβλία
    Σελίδα: 194
    

    Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι με το Εργαστήριο Απόρων Γυναικών διαμορφώνεται στην Ελλάδα ένα νεωτεριστικό σχήμα φιλανθρωπίας, το οποίο συνδέεται με την εκπαίδευση και τη συστηματική παροχή εργασίας.43 Όμως η παρεχόμενη τεχνική εκπαίδευση στο Εργαστήριο, όπως ακριβώς επισημαίνει το 1921 η επιθεωρήτρια εργασίας Μαρία Δεσύπρη, περιορίζεται στην πρακτική εξάσκηση των εργατριών πάνω σε μια συγκεκριμένη ειδικότητα χωρίς ή με ελάχιστες θεωρητικές γνώσεις.44

    Επομένως, το Εργαστήριο δεν παρέχει εφόδια που θα χρησιμοποιηθούν για την επαγγελματική αποκατάσταση και τη βελτίωση των συνθηκών εργασίας της εργάτριας στον τομέα της βιομηχανίας με τη διεκδίκηση μεγαλύτερου ημερομισθίου και την άνοδό της στην επαγγελματική ιεραρχία (επιστασία και οργάνωση εργοστασιακής εργασίας).

    Αλλά και στον βιοτεχνικό κλάδο, από τα διαθέσιμα στοιχεία μου, δεν βλέπω κάποια από τις ιδιοκτήτριες των μεγάλων εργαστηρίων της εποχής να έχει μαθητεύσει προηγουμένως στο Εργαστήριο Απόρων Γυναικών, γιατί, εκτός από τις εντελώς εξειδικευμένες πρακτικές γνώσεις που τους προσφέρει, η απασχόληση τους εκεί λόγω των κοινωνικών παροχών έχει μόνιμο χαρακτήρα.

    4. ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΟΝ ΑΠΟΡΩΝ ΓΥΝΑΙΚΩΝ ΕΝ ΘΕΣΣΑΛΙΑ

    Στο πλαίσιο του κλίματος της φιλανθρωπίας που έχει αρχίσει να αναπτύσσεται στην Ελλάδα το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα με τη λειτουργία συλλόγων και εργαστηρίων με σκοπό την εξειδίκευση των απόρων γυναικών στις γυναικείες τέχνες, ιδρύεται στην Αθήνα στις 30 Σεπτεμβρίου 1899 εταιρεία με την επωνυμία Εργαστήριον Απόρων Γυναικών εν Θεσσαλία.45 Την πρωτοβουλία

    γεγονότα, γνωστά ως «Σκιαδικά». Οι φοιτητές και οι μαθητές αποφάσισαν να ενθαρρύνουν την αγορά ντόπιων προϊόντων με τον εξής τρόπο: αντί για τα ψηλά άσπρα καπέλα φόρεσαν ψάθινα από τη Σίφνο, τα «σκιάδια», στολισμένα με γαλανόλευκες κορδέλες. Οι εισαγωγείς καπέλων, επειδή ζημιώνονταν, έστειλαν υπαλλήλους τους με κουρελιασμένα καπέλα για να διακωμωδήσουν τους μαθητές και τους φοιτητές. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να προκληθούν επεισόδια με την αστυνομία. Βλ. Ιστορία τον Ελληνικού Έθνους, τ. ΙΓ': Νεώτερος Ελληνισμός 1833-1881, Αθήνα 1978, σ. 187 και 480-481.

    43. Σιδηρούλα Ζιώγου-Καραστεργίου, Η Μέση Εκπαίδευση των κοριτσιών στην Ελλάδα (1830-1893), Αθήνα 1986, σ. 281 και Μαρία Κορασίδου, Οι άθλιοι των Αθηνών και οι θεραπευτές τους. Φτώχεια και φιλανθρωπία στην ελληνική πρωτεύουσα τον 19ο αιώνα, Αθήνα 1995, σ. 192.

    44. Υπουργείον Εθνικής Οικονομίας, Διεύθυνσις Εργασίας, Εκθέσεις του προσωπικού Επιθεωρήσεως Εργασίας επί της εφαρμογής των εργατικών νόμων το έτος 1921, Αθήνα 1923, σ. 76.

    45. Τα έγγραφα του φακέλου «Εργαστήριον Απόρων Γυναικών εν Θεσσαλία», Σειρά