Συγγραφέας:Σαλίμπα, Ζιζή
 
Τίτλος:Γυναίκες εργάτριες στην ελληνική βιομηχανία και στη βιοτεχνία (1870-1922)
 
Τίτλος σειράς:Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας
 
Αριθμός σειράς:37
 
Τόπος έκδοσης:Αθήνα
 
Εκδότης:Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς
 
Έτος έκδοσης:2002, 2004
 
Σελίδες:366
 
Αριθμός τόμων:1 τόμος
 
Γλώσσα:Ελληνικά
 
Θέμα:Μαθητεία και εργασία
 
Τοπική κάλυψη:Ελλάδα
 
Χρονική κάλυψη:1870-1922
 
Περίληψη:Η εργασία αυτή έχει ως αντικείμενο την ιχνογράφηση της φυσιογνωμίας της ελληνίδας εργάτριας από την εμφάνισή της στον κόσμο της μισθωτής εργασίας ως τη Μικρασιατική Καταστροφή και την άφιξη των προσφύγων στην Ελλάδα το 1922, χρονολογία κατά την οποία αλλάζει το κοινωνικό σκηνικό στις ελληνικές πόλεις. Όταν το 1870 αρχίζουν τα πρώτα φουγάρα των εργοστασίων να ξεφυτρώνουν ένα-ένα σαν τα μανιτάρια στον Πειραιά, και η Αθήνα να αποκτά σιγά-σιγά τα χαρακτηριστικά ευρωπαϊκής μεγαλούπολης, τότε εμφανίζονται επί της οθόνης του ιστορικού γίγνεσθαι οι πρώτες εργάτριες. Ποιες ήταν αυτές οι νεοφερμένες γυναίκες; Από πού προέρχονταν; Πώς εντάσσονταν στον κόσμο του καθημερινού μόχθου; Πώς αξιοποιούσαν τον καθημερινό χρόνο τους; Ποιες ήταν οι συλλογικές αναπαραστάσεις των άλλων γι’ αυτές;
 
Άδεια χρήσης:Αυτό το ψηφιοποιημένο βιβλίο του ΙΑΕΝ σε όλες του τις μορφές (PDF, GIF, HTML) χορηγείται με άδεια Creative Commons Attribution - NonCommercial (Αναφορά προέλευσης - Μη εμπορική χρήση) Greece 3.0
 
Το Βιβλίο σε PDF:Κατέβασμα αρχείου 12.88 Mb
 
Εμφανείς σελίδες: 24-43 από: 370
-20
Τρέχουσα Σελίδα:
+20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/24.gif&w=600&h=915

να εξακριβώσουμε την ηλικία εισόδου των γυναικών στη μισθωτή εργασία.

Από τον παραπάνω πίνακα γίνεται ορατή η είσοδος των γυναικών στον κόσμο της μισθωτής εργασίας. Τα κορίτσια απαρτίζουν το 7,13 % και οι γυναίκες το 16,75 % του συνόλου των εργαζομένων στη βιομηχανία. Από το σύνολο των εργαζομένων γυναικών και κοριτσιών το 46,46% εργάζεται στα μεταξουργεία και το 34,66% στα βαμβακοκλωστήρια.

5. ΤΑ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΑ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΑ ΣΤΗΝ ΑΠΟΓΡΑΦΗ ΤΟΥ 1907 Η ΑΠΕΙΚΟΝΙΣΗ ΤΗΣ ΕΝΤΟΠΙΟΤΗΤΑΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΕΞΕΥΡΩΠΑΪΣΜΟΥ

Στην απογραφή του 1907 καθορίζεται για πρώτη φορά λεπτομερώς η επαγγελματική διάρθρωση του πληθυσμού.7 Τα επαγγέλματα χωρίζονται σε 12 κατηγορίες. Η τέταρτη (Δ) κατηγορία «Βιοτεχνία», η οποία έχει ως υπότιτλο «Βιομηχανία, χειροτεχνία, χειρωνακτική», περιλαμβάνει τον μεγαλύτερο αριθμό εργατών. Εκ πρώτης όψεως το γεγονός ότι η λέξη «Βιομηχανία» εμφανίζεται ως υπότιτλος και όχι ως τίτλος αυτής της κατηγορίας, φανερώνει την κυριαρχία της παραδοσιακής βιοτεχνικής - οικοτεχνικής επιχείρησης.8 Στη «Βιοτεχνία» καταγράφονται 189.442 πρόσωπα, εκ των οποίων 165.618 είναι άνδρες και 23.824 γυναίκες. Παρόλο που η κατηγορία αυτή υποδιαιρείται σε 97 κλάσεις (υποκατηγορίες επαγγελμάτων), αρκετές από αυτές περιλαμβάνουν περισσότερα από ένα επαγγέλματα. Έτσι, δεν διαθέτουμε ποσοτικά στοιχεία για τις επιμέρους επαγγελματικές υποδιαιρέσεις. Για παράδειγμα, η κλάση «υφανταί, εριουργοί, φλανελλοποιοί, ταπητουργοί, μεταξουργοί, νηματουργοί, ξάνται» περιλαμβάνει πολλά επαγγέλματα, χωρίς να μας δίδονται ξεχωριστά για το καθένα αριθμοί.

Ας σημειωθεί ότι στην κατηγορία «Βιοτεχνία» περιλαμβάνονται οι κλάσεις/υποκατηγορίες: «Βιομήχανοι άνευ μνείας ειδικότητος» με 2.132 άνδρες και 1.432 γυναίκες και «Χειρώνακτες άνευ μνείας ειδικότητος» με 48.723 άνδρες και 4.057 γυναίκες. Όσον αφορά τις γυναίκες, αυτό σημαίνει ότι σε ποσοστό 23 % επί του συνόλου των εργαζομένων γυναικών δεν προσδιορίζεται η επαγγελματική ειδικότητα (βλ. Παράρτημα, Πίνακας 1). Ασφαλώς σ' αυτές τις κλάσεις εντάσσονται και γυναίκες που εξασφαλίζουν το μεροκάματο δουλεύοντας εδώ κι εκεί, σε εποχικές, ακόμα και σε ευκαιριακές εργασίες χωρίς ειδίκευση.

7. Στις προηγούμενες απογραφές του 1861 και του 1870 αναγραφόταν το επάγγελμα χωρίς να καθορίζονται επί μέρους επαγγελματικές κατηγορίες.

8. Βλ. Στάθης Τσοτσορός, Η συγκρότηση του βιομηχανικού κεφαλαίου στην Ελλάδα (1898-1939), τ. Α', Αθήνα 1993, σ. 90.

Σελ. 24
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/25.gif&w=600&h=915

Στην απογραφή του 1907, όσον αφορά τις γυναίκες, τα παραδοσιακά χειροτεχνικά επαγγέλματα, ιδίως αυτά που σχετίζονται με τη «βελόνα», κυριαρχούν. Έχουμε γυναίκες που ασχολούνται με την υφαντική, την καλαθοπλεκτική, τη δικτυοπλεκτική, την κεντητική και τη χρυσοκεντητική.

Τα υψηλότερα ποσοστά της γυναικείας απασχόλησης σε σχέση με την συνολική γυναικεία απασχόληση στη «Βιοτεχνία» συγκεντρώνονται στις παρακάτω επαγγελματικές κατηγορίες (βλ. Παράρτημα, Πίνακας 1):

— Ράπται, κατασκευασταί ασπρορούχων, λαιμοδετών,9 ρινομάκτρων 42,49 %

— Υφανταί, εριουργοί, φλανελλοποιοί, ταπητουργοί, μεταλλουργοί, νηματουργοί, ξάνται 16,53%

— Πλέκται, κεντηταί, χρυσοποικιλταί, κατασκευασταί περικνημίδων 3,95%

— Πιλοποιοί 3,70%

— Καπνοκόπται, καπνοσυσκευασταί, σιγαροποιοί, καφεκόπται, κατασκευασταί ταμβάκου 3,13 %.

Όσον αφορά τη γεωγραφική συγκέντρωση της γυναικείας απασχόλησης (βλ. Παράρτημα, Πίνακας 2), η επαρχία Αττικής (συγκρότημα Αθηνών-Πειραιώς) συγκεντρώνει το μεγαλύτερο ποσοστό επί του συνόλου, δηλαδή 40,9 %, ακολουθούν η επαρχία Ζακύνθου με 4,39%, Πατρών με 4,31% και Κερκύρας με 3,7 %. Τα χαμηλότερα ποσοστά στη γυναικεία απασχόληση παρουσιάζουν οι επαρχίες Μεγαλοπόλεως (0,08%) και Παξών (0,05%).

Στο σημείο αυτό νομίζω ότι επιβάλλεται να μιλήσουμε διεξοδικότερα για τις δύο κατηγορίες που συγκεντρώνουν τα μεγαλύτερα ποσοστά γυναικείας απασχόλησης.

Όπως είδαμε παραπάνω, στην επαγγελματική υποκατηγορία «ράπται, κατασκευασταί ασπρορούχων, λαιμοδετών, ρινομάκτρων» έχουμε το μεγαλύτερο ποσοστό γυναικείας απασχόλησης. Συγκεκριμένα απασχολούνται 10.124 γυναίκες και 8.145 άνδρες, δηλαδή η κατά φύλο συμμετοχή σε ποσοστά είναι 55,42% και 44,58% αντιστοίχως (βλ. Παράρτημα, Πίνακας 3).

Από τον Οδηγό της Ελλάδος 1905-1906 του Νικολάου Ιγγλέση10 σημειώνουμε ότι τα πρόσωπα που ασχολούνται με τη ραπτική διαχωρίζονται ως εξής, ανάλογα με το είδος της ενδυμασίας που κατασκευάζουν:

— φραγκοράπτες, δηλαδή ράπτες ανδρικών «ευρωπαϊκών» ενδυμάτων

— ελληνοράπτες, αυτοί που ράβουν ελληνικές φορεσιές

— ράπτες ιερών ενδυμάτων

9. Το 1884 κατασκευάζεται ο πρώτος εγχώριος λαιμοδέτης. Το 1894 λειτουργούν στην Αθήνα δύο μεγάλα καταστήματα που παράγουν και πωλούν εγχώριους λαιμοδέτες. Το ένα, του Κασδόνη, στην οδό Σταδίου και το άλλο, του Σταθόπουλου, στην οδό Αιόλου. Στα δύο αυτά καταστήματα απασχολούνται συνολικά 50 κορίτσια" βλ. Μποέμ, «Αι εργαζόμεναι Αθήναι. Η λαιμοδετοποιία», Το Άστυ, αρ. 1157, 13-2-1894.

10. Νικόλαος Ιγγλέσης, Οδηγός της Ελλάδος 1905-1906.

Σελ. 25
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/26.gif&w=600&h=915

— ράπτες στρατιωτικών ενδυμάτων

— μοδίστρες, που ασχολούνται με την ραπτική των γυναικείων ενδυμάτων σύμφωνα με τον ευρωπαϊκό συρμό.

Ο Οδηγός της Ελλάδος του Νικολάου Ιγγλέση δεν μας διαφωτίζει για το πώς και από ποιους συγκεκριμένα κατασκευάζεται η ελληνική φορεσιά. Προφανώς γιατί στα αστικά κέντρα, από τα οποία αντλεί το αναγνωστικό κοινό του ο Οδηγός, οι γυναίκες κυκλοφορούν καθημερινές και γιορτές με ευρωπαϊκά ρούχα. Παρόλα αυτά, σχεδόν σε όλα τα σπίτια των μεγάλων ελληνικών πόλεων μπορεί και σήμερα ακόμα να βρει κανείς φυλαγμένη στην κασέλα μια φορεσιά ή έστω τμήματα μιας φορεσιάς11 η οποία μεταβιβάζεται ως κειμήλιο από τη μητέρα στην κόρη της οικογένειας.

Οι γυναίκες με σχέσεις μισθωτής εργασίας δουλεύουν είτε στα ραφεία ανδρικών ενδυμάτων (κατασκευάζουν ανδρικά παντελόνια) και στα λαιμοδετοποιεία, είτε στα ατελιέ μοδιστρικής. Όσον αφορά την κατασκευή ασπρορούχων, αυτή είναι κατ' εξοχήν γυναικείο επάγγελμα.

Οι περιοχές στις οποίες υπερισχύουν οι άνδρες που ασχολούνται με την ραπτική είναι η επαρχία Καλαμπάκας με ποσοστό 98,70%, η επαρχία Φαρσάλων με 95,80 %, η επαρχία Καρδίτσης με 95,50 % και η επαρχία Ευρυτανίας με 92,75 %. Η συντριπτική υπεροχή των αντρών-ραπτών έναντι των γυναικώνμοδιστρών στην απογραφή υποδηλώνει ότι στις περιοχές αυτές οι άντρες και κυρίως οι γυναίκες στην πλειοψηφία τους εξακολουθούν να ντύνονται με την παραδοσιακή φορεσιά.

Το φαινόμενο αυτό πρέπει να ερμηνευθεί με γεωγραφικούς και πολιτιστικούς όρους. Οι περιοχές αυτές ανήκουν στο κεντρικό συγκρότημα της ηπειρωτικής Ελλάδας. Η επικοινωνία, εξαιτίας της απόστασης τους από τη θάλασσα, εξασφαλίζεται μόνο μέσω ενός ατελούς οδικού δικτύου. Έτσι, η διείσδυση του ευρωπαϊκού-δυτικού τρόπου ζωής και των πολιτιστικών φαινομένων που τον συνοδεύουν, όπως είναι η ενδυμασία, καθίσταται δυσχερής. Όσον αφορά τους άνδρες, στην ηπειρωτική ενδοχώρα επικρατούν δύο τύποι ενδυμασίας: η παραδοσιακή φορεσιά και αυτός που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε «νόθο τύπο» ενδυμασίας. Στον τελευταίο η φουστανέλα έχει αντικατασταθεί με το «φράγκικο» παντελόνι.

11. Οι περισσότερες φορεσιές αποτελούνται από τα εξής κομμάτια: 1) το πουκάμισο, 2) το καφτάνι, καβάδι, αντερί, σαγιά, γιουρντί, σιγκούνι (είδη φορέματος-πανωφοριού από μάλλινο υφαντό ύφασμα), 3) το φουστάνι, τσούκνα (είδη φορέματος με ή χωρίς μέση), 4) το ζωνάρι, τη ζώνη και την ποδιά, 5) το κοντογούνι, γιλέκι (είδη κοντής με ή χωρίς μανίκια ζακέτας), 6) τα διάφορα εσώρουχα και μικροεξαρτήματα, 7) τα πολύπλοκα κεφαλοκαλύμματα και κεφαλοδέματα, 8) τα στολίδια-κοσμήματα, 9) τις κάλτσες και τα παπούτσια. Βλ. Ιωάννα Παπαντωνίου, «Συμβολή στη μελέτη της γυναικείας ελληνικής παραδοσιακής φορεσιάς», Εθνογραφικά 1 (1978), σ. 7.

Σελ. 26
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/27.gif&w=600&h=915

Οι διαδικασίες για τη μετατροπή της ενδυμασίας ακολουθούν την ίδια τροχιά με τις οικονομικές και κοινωνικές μεταβολές που ξεκινούν με τη σύσταση του νεοελληνικού κράτους. Όμως δεν θα πρέπει να υποβαθμίσουμε και το ρόλο της μετανάστευσης στην αλλαγή των ενδυματολογικών συνηθειών. Οι μετανάστες στέλνουν από το Νέο Κόσμο στους συγγενείς τους παλαιά ρούχα, τα αποφόρια τους, και καινούργια ή επιστρέφοντας πίσω στην πατρίδα τους φορούν δυτικά ρούχα. Μερικά χρόνια μετά το τέλος των Βαλκανικών Πολέμων μια άλλη ενδυματολογική εικόνα εμφανίζεται με τα στρατιωτικά ενδύματα, τις χλαίνες, τα σακάκια και τα παντελόνια που φορούν μέχρι να λιώσουν οι απόστρατοι.

Οι ραφτάδες της ανδρικής παραδοσιακής φορεσιάς ανήκαν στα οικογενειακά επαγγέλματα των ανδρικών μελών της οικογένειας. Η πελατεία τους κατά γεωγραφική περιφέρεια ήταν κληρονομική. Από την τάξη των ραφτάδων προήλθαν οι «φραγκοράφτες». Επειδή στις ορεινές περιοχές η πελατεία των ραφτάδων ήταν συγκεκριμένη και δεν σημειωνόταν αύξηση της ζήτησης ώστε να χρειάζονται περισσότερα χέρια, η κατασκευή της ανδρικής ενδυμασίας παρέμεινε ανδρικό επάγγελμα.

Όσον αφορά την κατασκευή της γυναικείας παραδοσιακής φορεσιάς, δεν ακολουθείται ένας ενιαίος κανόνας. Πρώτον, γιατί οι φορεσιές διαφέρουν από περιοχή σε περιοχή. Δεύτερον, γιατί η κάθε φορεσιά, όπως ήδη αναφέραμε, αποτελείται από πολλά κομμάτια, το καθένα από τα οποία απαιτεί ιδιαίτερες γνώσεις κοπτικής, ραπτικής, κεντητικής και διαφορετικών ειδών υφάσματα (βαμβακερό, λινό, μάλλινο). Στις περισσότερες περιοχές το πουκάμισο, που αποτελεί τη βάση της γυναικείας φορεσιάς και εφάπτεται στο σώμα, το ράβουν στα χωριά οι ίδιες οι γυναίκες που το φορούν, ενώ στα αστικά κέντρα και αργότερα στα μεγάλα χωριά οι γυναίκες το αγοράζουν από τους πλανόδιους πραματευτάδες. Επειδή το πουκάμισο δεν εφαρμόζει στο σώμα, μπορεί εύκολα η κατασκευή του να εμπορευματοποιηθεί. Συνήθως το πουκάμισο είναι από βαμβακερό ύφασμα. Οι «επενδύτες» που φοριούνται πάνω από το πουκάμισο συνήθως έχουν ραφτεί και κεντηθεί από άνδρες, ειδικούς τεχνίτες. Η κατασκευή του «φορέματος» γίνεται άλλοτε από άνδρες ράπτες και άλλοτε από γυναίκες ράπτριες, ανάλογα με τη γεωγραφική περιοχή.12

Οι περιοχές της Ελλάδας που έχουν πρόσβαση στη θάλασσα και παρουσιάζουν το μεγαλύτερο ποσοστό γυναικείας συμμετοχής στα επαγγέλματα της ραπτικής είναι: οι Κυκλάδες (Επαρχίες Θήρας 73,63%, Μήλου 72,22%, Νάξου 68%, Σύρου 54,60%), τα Ιόνια Νησιά (Επαρχίες Κραναίας 91,25%, Ζακύνθου 90,41% και Πάλης 89,04%) και η Πελοπόννησος (Επαρχίες Επιδαύρου Λιμηράς 83,33 %, Αιγιαλείας 73,66 %, Οιτύλου 70,09 %, Πατρών 68,35 %).

12. Για την περιγραφή και τον τρόπο κατασκευής του κάθε τμήματος της ελληνικής φορεσιάς βλ. Ιωάννα Παπαντωνίου, ό.π., σ. 5-84.

Σελ. 27
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/28.gif&w=600&h=915

Πραγματικά, η εικόνα που διαμορφώνουμε από την απογραφή του 1907 για τα επαγγέλματα της ραπτικής μας αποκαλύπτει τη διαίρεση του ελληνικού χώρου: σε παράλιες πόλεις και στην ηπειρωτική ενδοχώρα. Βρισκόμαστε σ' ένα μεταβατικό στάδιο κατά το οποίο η παραδοσιακή ελληνική φορεσιά αντικαθίσταται σιγά-σιγά από την ευρωπαϊκή. Η ευρεία είσοδος των γυναικών στα επαγγέλματα της ραπτικής και της μοδιστρικής είναι άμεσα συνδεδεμένη με την ταχύτητα με την οποία ενσωματώνεται στην ελληνική κοινωνία η δυτικήευρωπαϊκή ενδυμασία.

Ας περάσουμε στη δεύτερη κατά σειρά υποκατηγορία επαγγελμάτων που εμφανίζουν τα μεγαλύτερα ποσοστά γυναικείας απασχόλησης. Στην υποκατηγορία «υφανταί, εριουργοί, φλα»ποιοί, ταπητουργοί, μεταξουργοί, νηματουργοί, ξάνται» καταγράφονται 2.050 άνδρες και 3.939 γυναίκες, ποσοστά 34,23 % και 65,77% αντιστοίχως (βλ. Παράρτημα, Πίνακας 4).

Διαπιστώνουμε μελετώντας την υποκατηγορία αυτών των επαγγελμάτων ότι είναι συγκεχυμένη η εικόνα της γυναικείας απασχόλησης. Αυτό οφείλεται στο ότι δεν καθορίζεται αριθμητικά η γυναικεία συμμετοχή σε κάθε κλάδο της υποκατηγορίας ξεχωριστά και στο ότι δεν μπορούμε να υπολογίσουμε με σαφήνεια ποιες από τις γυναίκες δουλεύουν ως εργάτριες στα εργοστάσια υφαντουργίας και ποιες στις μικρές βιοτεχνίες και οικοτεχνίες που είναι διάσπαρτες στην ελληνική ύπαιθρο.

Τα μεγαλύτερα ποσοστά επί του συνόλου της γυναικείας απασχόλησης στην υποκατηγορία των επαγγελμάτων της υφαντικής παρουσιάζονται στην επαρχία Αττικής (69,20%), στην επαρχία Ζακύνθου (11,22%) και στην επαρχία Σύρου (6,98%).

Ας σημειωθεί ότι υπάρχουν πόλεις στην ελληνική ύπαιθρο που φημίζονται για τα προϊόντα υφαντικής τους. Αναφέρω μερικά ενδεικτικά παραδείγματα: το Αγρίνιο, το Μεσολόγγι, τα Φάρσαλα, τα Τρίκαλα, τα χωριά του Πηλίου παράγουν τέτοια προϊόντα. Στην Πελοπόννησο η Τρίπολη έχει εργαστήρια φανελοποιίας και η Καλαμάτα εργαστήρια μεταξοϋφαντικής. Το επάγγελμα της υφαντικής στη Θεσσαλία, κυρίως στη Λάρισα, στον Τύρναβο, στα Τρίκαλα, καθώς και στα χωριά του Πηλίου, ασκείται από άνδρες.

Στους βιομηχανικούς κλάδους της μηχανουργίας, της χημικής βιομηχανίας και της βιομηχανίας παραγωγής ενέργειας τα ποσοστά γυναικείας απασχόλησης είναι μηδαμινά.

Στο τοπίο των γυναικείων επαγγελμάτων που ιχνογραφεί η απογραφή του 1907 αποκαλύπτεται η συνύπαρξη της παραδοσιακής βιοτεχνίας-οικοτεχνίας, η οποία κυριαρχεί στον κόσμο της υπαίθρου, με τις μεταποιητικές επιχειρήσεις των αστικών κέντρων.

Σελ. 28
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/29.gif&w=600&h=915

6. Η ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΑΠΟΓΡΑΦΗ ΤΟΥ 1920

Στη βιομηχανική απογραφή που πραγματοποιήθηκε στις 18 Δεκεμβρίου 1920 τα επαγγέλματα χωρίζονται σε κατηγορίες σύμφωνα με τους κλάδους παραγωγής. Η απογραφή αυτή μας παρέχει μια καλύτερη προσέγγιση των ποσοτικών στοιχείων που αφορούν τους εργαζόμενους σε σχέση με το μέγεθος των επιχειρήσεων, την ηλικία και την ιδιότητά τους στην επιχείρηση.

Το 1920 οι απασχολούμενοι στη βιομηχανία-βιοτεχνία σύμφωνα με την απογραφή είναι 146.806 άτομα, δηλαδή 122.340 άνδρες και 24.466 γυναίκες (βλ. Παράρτημα, Πίνακας 5). Ως προς τον αριθμό των γυναικών, θα πρέπει να έχουμε υπόψη μας ότι στην απογραφή δεν καταγράφονται οι γυναίκες που ασχολούνται με την κατ' οίκον εργασία. Για να εξετάσω αναλυτικότερα τη γυναικεία απασχόληση κατά κλάδους παραγωγής και κατά μέγεθος επιχειρήσεων συνέταξα τον Πίνακα 4.

ΠΙΝΑΚΑΣ 4

Συμμετοχή των γυναικών στη βιομηχανία κατά το έτος 1920

Συμμετοχή των γυναικών στη βιομηχανία κατά το έτος 1920

Κλάδοι

Αριθμ. γυναικών

%

Κατεργασία ορυκτών

246

1,01

Βιομηχανία καπνού

3.417

13,97

Βιομηχανία τροφίμων

3.229

13,20

Βιομηχανία δέρματος

964

3,94

Χημική βιομηχανία

490

2,00

Υφαντουργία

7.119

29,10

Βιομηχανία ενδυμάτων

6.000

24,54

Βιομηχανία χάρτου

1.548

6,33

Βιομηχανία ξύλου

951

3,89

Παραγωγή ενέργειας

39

0,16

Μεταλλουργία/Μηχανουργία

462

1,89

Σύνολο

24.466

100,00

Πηγή: ΓΣΥΕ, Απογραφή βιοτεχνικών και βιομηχανικών καταστημάτων της 18-2-1920, Αθήνα 1926.

Πηγή: ΓΣΥΕ, Απογραφή βιοτεχνικών και βιομηχανικών καταστημάτων της 18-2-1920, Αθήνα 1926.

Παρατηρούμε ότι τα μεγαλύτερα ποσοστά γυναικών συγκεντρώνονται στον κλάδο της υφαντουργίας (29,10%). Ακολουθούν η βιομηχανία ενδυμάτων (24,52)%,η βιομηχανία καπνού (13,97%) και η βιομηχανία τροφίμων (13,20%). Τα χαμηλότερα ποσοστά συμμετοχής των γυναικών παρατηρούνται στον κλάδο παραγωγής ενέργειας (0,16%). Τα στοιχεία αυτά μας επιτρέπουν να συμπεράνουμε ότι οι γυναίκες συγκεντρώνονται στους παραδοσιακούς κλάδους: στην υφαντουργία, τη βιομηχανία ενδυμάτων και στην κατεργασία αγροτικών προϊόντων (τρόφιμα, καπνός). Σ' αυτό το σημείο είναι, νομίζω, σκόπιμο να υπεν

Σελ. 29
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/30.gif&w=600&h=915

υπενθυμίσω ότι οι Βαλκανικοί Πόλεμοι προκάλεσαν την αύξηση των υφαντουργικών επιχειρήσεων και των μονάδων επεξεργασίας αγροτικοί προϊόντων. Το γράφημα που ακολουθεί μας βοηθά να δούμε με παραστατικό τρόπο τη συμμετοχή των γυναικών κατά κλάδους παραγωγής.

ΓΡΑΦΗΜΑ 1 Συμμετοχή των γυναικών στη βιομηχανία, 1920

Πηγή: ΓΣΥΕ, Απογραφή βιοτεχνικών και βιομηχανικών καταστημάτων, 1926.

Πριν περάσουμε στον καταμερισμό της γυναικείας απασχόλησης σε σχέση με το μέγεθος της επιχείρησης, ας δούμε στο παρακάτω γράφημα πώς κατανέμονται οι επιχειρήσεις ανάλογα με το μέγεθος τους στο χάρτη της ελληνικής βιομηχανίας.

Η μικρή βιοτεχνική επιχείρηση που απασχολεί 1-5 άτομα καταλαμβάνει το 91,79% του συνόλου των βιομηχανικών - βιοτεχνικών μονάδων, ακολουθούν οι μεσαίες επιχειρήσεις 6-25 ατόμων με ποσοστό 6,9% επί του συνόλου και τέλος, οι μεγάλες που απασχολούν πάνω από 25 άτομα με ποσοστό 1,31%. Πραγματικά, είναι εμφανής η κυριαρχία της μικρής βιοτεχνίας. Πρόκειται για

Σελ. 30
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/31.gif&w=600&h=915

ΓΡΑΦΗΜΑ 2

Κατανομή των επιχειρήσεων στην ελληνική βιομηχανία κατά μέγεθος, 1920

1-5 άτομα 6-25 άτομα 25+ άτομα

Πηγή: ΓΣΥΕ, ό.π.

μονάδες έντασης εργασίας με ελάχιστες μηχανικές εγκαταστάσεις. Οι βιομηχανίες-βιοτεχνίες τροφίμων κατέχουν την πρώτη θέση με ποσοστό 44% επί του συνόλου των μικρών και 37 % των μεσαίων μονάδων, ενώ στις μεγάλες μονάδες η καπνοβιομηχανία κατέχει την πρώτη θέση με 20%.

Με το παρακάτω γράφημα και με τη βοήθεια του Πίνακα 5 στο Παράρτημα θα δούμε πώς κατανέμεται η γυναικεία απασχόληση σε σχέση με το μέγεθος των επιχειρήσεων.

Διαπιστώνουμε ότι το μεγαλύτερο αριθμό γυναικών συγκεντρώνουν οι μεγάλες επιχειρήσεις (25+ άτομα), δηλαδή ποσοστό 55,49% επί του συνόλου των απασχολουμένων γυναικών. Ενώ οι υπόλοιπες δύο κατηγορίες, αναφορικά με το ποσοστό της γυναικείας απασχόλησης, παρουσιάζουν μικρή απόκλιση μεταξύ τους.

Στις μεγάλες επιχειρήσεις τα μεγαλύτερα ποσοστά επί του συνόλου των απασχολουμένων γυναικών τα συγκεντρώνει η υφαντουργία (44,72 %) και ακολουθεί η βιομηχανία καπνού (21,31%).

Έπονται οι μικρού μεγέθους επιχειρήσεις (1-5 άτομα) που απασχολούν το 23,51 % επί του συνόλου των απασχολουμένων γυναικών. Στις μικρές επιχειρήσεις οι γυναίκες εργάζονται στις βιοτεχνίες ενδυμάτων (44,95 %) και στη βιομηχανία τροφίμων (28,96%).

Την τελευταία θέση καταλαμβάνουν οι μεσαίου μεγέθους επιχειρήσεις (6-

Σελ. 31
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/32.gif&w=600&h=915

ΓΡΑΦΗΜΑ 3

Κατανομή της γυναικείας απασχόλησης κατά μέγεθος επιχείρησης, 1920

1-5 άτομα 6-25 άτομα 25+ άτομα

Πηγή: ΓΣΥΕ, ό.π., σ. 2-9.

25 άτομα) που απασχολούν το 21 % επί του συνόλου των εργαζομένων γυναικών. Στην κατηγορία αυτή οι γυναίκες απασχολούνται κυρίως στον κλάδο της βιομηχανίας ενδυμάτων (40,63%), ακολουθεί η υφαντουργία (13,85%) και η βιομηχανία τροφίμων (13,27 %).

Στο σημείο αυτό επιβάλλεται να παραθέσω τα αντίστοιχα στοιχεία που αφορούν την ανδρική εργασία, προκειμένου ο αναγνώστης να διαπιστώσει τα αποτελέσματα του μηχανισμού συγκέντρωσης που προκύπτουν από την ανδρική απασχόληση ως προς το μέγεθος των επιχειρήσεων.

Αντίθετα με την πλειοψηφία των εργαζόμενων γυναικών που συγκεντρώνεται, όπως παρατηρήσαμε παραπάνω, στις μεγάλες επιχειρήσεις, το μεγαλύτερο ποσοστό των εργαζόμενων ανδρών (64,26%) απασχολείται στις επιχειρήσεις μικρού μεγέθους (1-5 άτομα). Οι μεγάλες επιχειρήσεις συγκεντρώνουν το μικρότερο ποσοστό (17,42%) των απασχολουμένων ανδρών. Ενώ οι μεσαίες (6-25 άτομα) συγκεντρώνουν ποσοστό 18,32 %.

Ας περάσουμε στη συνέχεια στη γεωγραφική συγκέντρωση της γυναικείας απασχόλησης. Ο Νομός Αττικής-Βοιωτίας συγκεντρώνει το μεγαλύτερο ποσοστό εργαζόμενων γυναικών, δηλαδή 39,09% επί του συνόλου, και ακολουθεί ο Νομός Θεσσαλονίκης με ποσοστό 16,60%.

Μετά το σχολιασμό της γεωγραφικής συγκέντρωσης ας επιχειρήσουμε με τον Πίνακα 5 να εντοπίσουμε τις απασχολούμενες γυναίκες σε σχέση με την επαγγελματική τους ιδιότητα στην παραγωγή.

Ο μεγαλύτερος αριθμός των απασχολουμένων γυναικών στην ελληνική βιομηχανία εμφανίζεται ως «εργάτριες». Πρόκειται για ένα μεγάλο ποσοστό 86,20% που έχει σχέση μισθωτής εργασίας. Βεβαίως, δεν θα πρέπει να παρα-

Σελ. 32
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/33.gif&w=600&h=915

ΠΙΝΑΚΑΣ 5

Επαγγελματική διάρθρωση των απασχολούμενων γυναικών στη βιομηχανία, 1920

Ιδιότητα

Αριθμός

/ο

Κύριοι, αρχηγοί ή διευθύντριες

781

3,19

Μέλη της οικογένειας του εργοδότη

2.272

9,29

Υπάλληλοι

324

1,32

Εργάτριες

21.089

86,20

Σύνολο

24.466

100,00

Πηγή: ΓΣΥΕ, ό.π.

Πηγή: ΓΣΥΕ, ό.π.

γνωρίσουμε το γεγονός ότι ένα αρκετά μεγάλο ποσοστό (9,29 %) είναι μέλη της οικογένειας του εργοδότη. Οι γυναίκες εργοδότριες, που συγκεντρώνουν ποσοστό 3,19%, είναι συνήθως ιδιοκτήτριες εργαστηρίων ενδυμάτων.

Ας στραφούμε στη συνέχεια στην κατανομή του γυναικείου εργατικού δυναμικού σε σχέση με την ηλικία. Η απογραφή χωρίζει το εργατικό δυναμικό κατά φύλο σε 2 ομάδες σύμφωνα με την ηλικία: η πρώτη ομάδα περιλαμβάνει αυτούς που είναι κάτω των 18 ετών και η δεύτερη αυτούς που είναι άνω των 18 (βλ. Παράρτημα, Πίνακας 6α). Στο σύνολο των απασχολουμένων προσώπων οι γυναίκες κάτω των 18 είναι 9,68% και άνω των 18 13,32%. Στο σύνολο των απασχολουμένων γυναικών οι γυναίκες κάτω των 18 είναι 42,07 % και άνω των 18 57,93 %. Το μεγαλύτερο ποσοστό στην πρώτη κατηγορία συγκεντρώνεται στη βιομηχανία ενδυμάτων (36,20%), στην υφαντουργία (26,02 %), και στη βιομηχανία χάρτου (23,20 %). Το μεγαλύτερο ποσοστό των εργατριών που έχουν ηλικία άνω των 18 απασχολείται στην υφαντουργία (48,06%), στη βιομηχανία καπνού (38,95%) και στη βιομηχανία ενδυμάτων (24,86%).

Σε ό,τι αφορά το σχηματισμό της φυσιογνωμίας της εργάτριας από την απογραφή, είναι μάλλον ριψοκίνδυνο να αποτολμήσει κανείς γενικές εκτιμήσεις χωρίς να λάβει υπόψη του τις διαφορετικότητες και τις ιδιαιτερότητες που παρουσιάζουν τα χαρακτηριστικά της στον κάθε βιομηχανικό - βιοτεχνικό κλάδο. Για το λόγο αυτό θεώρησα σκόπιμο να αφιερώσω ειδικό κεφάλαιο, σχολιάζοντας τις συνθήκες εργασίας και το προφίλ της εργάτριας για τον κάθε κλάδο ξεχωριστά. Ωστόσο, μια σύνοψη των γενικών πληροφοριών με βάση τα ποσοτικά στοιχεία της απογραφής του 1920 θα ξεδιαλύνει λίγο τον ορίζοντα της γυναικείας απασχόλησης στη βιομηχανία - βιοτεχνία:

— Το μεγαλύτερο ποσοστό επί του συνόλου των εργατριών προσελκύεται από την υφαντουργία (29,10%).

— Παρά την εμφανέστατη κυριαρχία των μικρών οικογενειακών επιχειρήσεων

Σελ. 33
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/34.gif&w=600&h=915

στην Ελλάδα, η πλειοψηφία των εργατριών (55,48%) συγκεντρώνεται στις επιχειρήσεις μεγάλου μεγέθους.

— Υπάρχει έντονη γεωγραφική συγκέντρωση της γυναικείας απασχόλησης στο Νομό Αττικής-Βοιωτίας.

— Το ποσοστό των γυναικών-εργοδοτριών επί του συνόλου των εργαζομένων γυναικών είναι εξαιρετικά μικρό (3,19%).

— Υπερισχύουν οι εργάτριες ηλικίας άνω των 18 ετών.

7. ΠΡΟΣ ΤΗ ΣΥΓΚΡΟΤΗΣΗ ΤΗΣ ΓΥΝΑΙΚΕΙΑΣ ΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΔΥΝΑΜΗΣ

Η επιλεκτική μετανάστευση

Η οικογενειακής μορφής αγροτική ιδιοκτησία και η εκμετάλλευση αγροτικών προϊόντων προς εξαγωγή που απαιτούν εντατικοποίηση της εργασίας, όπως η καλλιέργεια της σταφίδας, συγκρατούν τον αγροτικό πληθυσμό στην ύπαιθρο. Όπως παρατηρεί ο Βασίλης Παναγιωτόπουλος: «Ο μηχανισμός της αγροτικής εξόδου, στην κλασική και αναγνωρίσιμη μορφή του, της διάλυσης δηλαδή των αγροτικών ισορροπιών και της μετατροπής των κατεστραμμένων αγροτών σε βιομηχανικούς εργάτες στην πόλη, δεν ελειτούργησε στην περίπτωση της ελληνικής οικονομίας».13 Πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι στον ελληνικό χώρο δεν έχουμε φαινόμενα βίαιης αποστέρησης των αγροτών από τις ιδιοκτησίες τους, έτσι ώστε αυτοί στη συνέχεια να τροφοδοτήσουν την πόλη με φθηνά εργατικά χέρια. Όμως, παρουσιάζονται μικρότερης έκτασης μετακινήσεις προς την πόλη εξαιτίας της οικονομικής δυσπραγίας που αντιμετωπίζει ο πληθυσμός της υπαίθρου, οι οποίες αξίζει τον κόπο να σχολιαστούν. Ο κόσμος της υπαίθρου επικοινωνεί με τον κόσμο της πόλης με την ανάπτυξη του δικτύου των θαλάσσιων συγκοινωνιών, με τις ακτοπλοϊκές γραμμές που προσεγγίζουν στα μικρά και μεγάλα λιμάνια της Ελλάδας εξυπηρετώντας και την εσωτερική ενδοχώρα με το οδικό δίκτυο και με το σιδηροδρομικό δίκτυο Αθηνών-Πελοποννήσου και Θεσσαλίας.

Είναι πιθανό ότι τα κίνητρα των μεταναστών αγροτικής προέλευσης δεν δημιουργούνται μόνο από την ανάγκη επαγγελματικής απασχόλησης. Η έκρηξη του φαινομένου της αστικής ανάπτυξης τροφοδοτεί κάθε είδους όνειρα, ουτοπίες, ενθουσιασμούς, προκαταλήψεις για την πόλη. Η πόλη παρουσιάζεται, κυρίως για τους αγρότες, ως ο ιδανικός τόπος εξεύρεσης εργασίας και επιλογής

13. Βασίλης Παναγιωτόπουλος, «Αγροτική έξοδος και σχηματισμός της εργατικής δύναμης», Νεοελληνική πόλη. Οθωμανικές κληρονομιές και Ελληνικό Κράτος, τ. Β', Αθήνα 1985, σ. 521-531.

Σελ. 34
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/35.gif&w=600&h=915

γής ενός συγκεκριμένου επαγγέλματος. Επιπλέον, η προσδοκώμενη βελτίωση του επιπέδου ζωής στην πόλη, η εξασφάλιση κοινωνικής θέσης και η επιθυμία για διαφυγή από το στενό πλαίσιο της κοινωνίας του χωριού ασκούν μια ελκτική δύναμη προς αυτήν.14 Ας κρατήσουμε, λοιπόν, αυτή την ελκτική δύναμη της πόλης ως μια συνιστώσα της μετακίνησης των αγροτικών στρωμάτων.

Πριν προχωρήσω θα πρέπει να κάνω μια διευκρίνιση ως προς τις δυνατότητες απασχόλησης που έχουν οι νέες της υπαίθρου στην πόλη. Με αυτόν τον τρόπο θα κατανοήσουμε και το μηχανισμό μετανάστευσης. Δύο δυνατότητες επαγγελματικής επιλογής έχουν οι γυναίκες όταν έρχονται στην πόλη: να γίνουν υπηρέτριες15 ή εργάτριες. Η φύση του επαγγέλματος της υπηρέτριας επιτρέπει ή και επιβάλλει την ατομική μετανάστευση.16 Μικρή εξαίρεση αποτελεί ένας περιορισμένος αριθμός περιπτώσεων, στις οποίες προσλαμβάνεται για να ασκήσει υπηρετικά καθήκοντα όλη η οικογένεια. Όταν οι οικονομικοί πόροι δεν επαρκούν για την επιβίωση, τότε η οικογένεια είναι υποχρεωμένη να αναπροσαρμόσει το μέγεθος της αποστέλλοντας ένα από τα γυναικεία μέλη της στην πόλη ως υπηρέτρια. Στις αγροτικές οικογένειες τα καθήκοντα των μελών τους διαφοροποιούνται αναλόγως του φύλου και της ηλικίας.17 Οι άνδρες φροντίζουν για τις γεωργικές εργασίες· αυτοί που πλεονάζουν πηγαίνουν στην πόλη ή αλλού, σύμφωνα με την παράδοση, γίνονται ναυτικοί. Οι γυναίκες ασχολούνται με την οικοτεχνία και με αγροτικές εργασίες που δεν απαιτούν μεγάλη δύναμη, με την καλλιέργεια του λαχανόκηπου, τα κατοικίδια ζώα και τη φροντίδα των παιδιών. Όταν υπάρχει πλεόνασμα γυναικείων χεριών, μία προσοδοφόρα λύση είναι να σταλεί το κορίτσι στην πόλη υπηρέτρια. Το επάγγελμα της υπη

14. Για το φαινόμενο της μετανάστευσης των αγροτικών πληθυσμών στην πόλη βλ. Louis Bergeron - Marcel Roncayolo, Από την προβιομηχανική στη βιομηχανική πόλη, Αθήνα 1984" Jean-Luc Pinol, Ο κόσμος των πόλεων τον 19ο αιώνα, Αθήνα 2000" Monique Vincienne, Du village à la ville, Παρίσι 1972.

15. Για το επάγγελμα της υπηρέτριας τον 19ο αιώνα βλ. Pamela Horn, The rise and fall of the Victorian servant, Λονδίνο 1975" Anne Martin-Pugier, La place des bonnes. La donesticité féminine Paris en 1900, Παρίσι 1979" Martha Vicinus, Independent Women and Community for Single Women, Λονδίνο 1985" E. Higgs «Domestic service and household production», A. Y. John (επιμ.) Unequal opportunities : Women's employment in England 1800-1918, Οξφόρδη 1986, σ. 125-150' Elizabeth Roberts, Women's work 1840-1940, Λονδίνο 1988, σ. 29-32· Geneviève Fraise - Michelle Perrot (επιμ.), Histoire des femmes en Occident, τ. 4: le XIX siècle, Παρίσι 1991, σ. 450-452.

16. Για τη διαδικασία μετανάστευσης της νεαρής αγρότισσας που πρόκειται να ασκήσει το επάγγελμα της υπηρέτριας στην πόλη βλ. Ζιζή Σαλίμπα, «Από τους φόβους της πόλης: άμυνα και στρατηγικές επιβίωσης των νεήλυδων στην ελληνική πόλη κατά τον 19ο αιώνα», Οι συλλογικοί φόβοι στην ιστορία, Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών, Αθήνα 2000, σ. 75-91.

17. Louise Tilly - Joan W. Scott, Les femmes, le travail et la famille, Παρίσι 1987, σ. 50-51.

Σελ. 35
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/36.gif&w=600&h=915

υπηρέτριας δεν χρειάζεται καμία εξειδίκευση. Επιπλέον, βάσει της ιδιότητάς της η υπηρέτρια εξασφαλίζει στέγη στην κατοικία των αφεντικών της, φαγητό, μισθό και πολλές φορές ρούχα και υποδήματα.

Στον ελληνικό χώρο από την εποχή της Τουρκοκρατίας —τον 18ο αιώνα σίγουρα— γυναίκες από τα νησιά του Αιγαίου, κυρίως από την Ανδρο και την Τήνο, πηγαίνουν στην Κωνσταντινούπολη και στη Σμύρνη για να εργασθούν ως υπηρέτριες και ως τροφοί. Η ανάπτυξη της συγκοινωνίας μεταξύ των νησιών, της Κωνσταντινούπολης και της Σμύρνης συνετέλεσε στη διευκόλυνση αυτών των μετακινήσεων. Οι συντοπίτες τους ναυτικοί μεσολαβούσαν για την εξεύρεση κατάλληλης κατοικίας, μετέφεραν τις ειδήσεις της πατρίδας τους και τις βοηθούσαν σε περίπτωση ανάγκης. Οι γυναίκες αυτές μετά από μεγάλο ή σύντομο χρονικό διάστημα γύριζαν στο νησί και χρησιμοποιούσαν τις αποταμιεύσεις τους για να φτιάξουν την προίκα τους.18

Το 1861 παρουσιάζονται τα πρώτα γυναικεία επαγγέλματα στην επίσημη απογραφή: οι μαίες και οι υπηρέτριες. Θα σταθούμε για λίγο σ' αυτή την απογραφή για να σχολιάσουμε τις διαστάσεις που είχε λάβει το «υπηρετικό» επάγγελμα. Στην καταγραφή του πληθυσμού κατά φύλα έχουμε 567.334 άνδρες και 529.476 γυναίκες. Η διαφορά αυτή στην αναλογία ανδρών και γυναικών πρέπει να αποδοθεί στην ελλιπή απογραφή των γυναικών και δεν πρέπει σε καμιά περίπτωση να θεωρηθεί φυσιολογική, ότι δηλαδή οφείλεται σε υψηλό ποσοστό γεννήσεων αρρένων. Ο Ιωάννης Σούτσος αποδίδει αυτή τη διαφορά σε δύο λόγους: αφενός μεν στις κοπιαστικές και βαριές δουλειές που κάνουν οι γυναίκες, αφετέρου δε στην απουσία για βιοποριστικούς λόγους πολλών γυναικών από την Ελλάδα. Ο δεύτερος λόγος βασίζεται στο γεγονός ότι οι άνδρες που ασχολούνται με τη ναυτιλία εκτός Ελλάδας έχουν συμπεριληφθεί στην απογραφή, ενώ οι γυναίκες που εργάζονται στο εξωτερικό δεν έχουν συμπεριληφθεί.19 Η εκτίμηση αυτή, παρότι δεν μας βοηθάει να προσεγγίσουμε αριθμητικά τις γυναίκες που εργάζονται ως υπηρέτριες και τροφοί στο εξωτερικό, κυρίως στις πόλεις της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και στην Αίγυπτο, μας επιτρέπει να υποστηρίξουμε ότι το 1861, την εποχή που εμφανίζονται στην επίσημη απογραφή οι 7.724 υπηρέτριες, συνεχιζόταν η επιλεκτική μετανάστευση των γυναικών που προορίζονταν για υπηρέτριες στο εξωτερικό.

Η ατομική μετανάστευση φαίνεται να είναι δυσκολότερη για τις εργάτριες. Υπάρχουν προβλήματα νοοτροπίας τα οποία δεν πρέπει να θεωρηθούν δευτε

18. Βλ. Ανώνυμος, «Εν κοινωνικόν ζήτημα», Εστία, αρ. 234, 22-6-1880. Στο άρθρο αυτό δίνονται εκτενείς πληροφορίες για τις υπηρέτριες και τις τροφούς των Κυκλάδων που ξενιτεύονται.

19. Ο Αλέξανδρος Μανσόλας καταγράφει αυτή την παρατήρηση του Ιωάννη Σούτσου στο βιβλίο του Πολιτειογραφικαί πληροφορίαι περί Ελλάδος, Αθήνα 1867, σ. 14.

Σελ. 36
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/37.gif&w=600&h=915

δευτερεύοντα. Καμία οικογένεια δεν αφήνει εύκολα μια κοπέλα μόνη της να πάει στην πόλη για να δουλέψει. Ο άγνωστος κόσμος της πόλης φαντάζει απειλητικός στο νου των χωρικών. Γι' αυτό η διαδικασία μετοικεσίας των χωρικών στην πόλη στηρίζεται πάντα στην αλληλεγγύη που εξασφαλίζουν οι οικογενειακές, οι συγγενικές και οι συντοπιτικές σχέσεις. Μέσω των σχέσεων συτών εξασφαλίζεται η επιβίωσή τους στην πόλη.20 Εδώ τίθενται και θέματα «τιμής»'21 δεν θεωρείται ευυπόληπτη η οικογένεια που στέλνει μόνο του ένα κορίτσι στην πόλη για να γίνει εργάτρια. Ας λάβουμε υπόψη μας ότι η επαγγελματική ιδιότητα της εργάτριας απαιτεί ανεξαρτησία. Το ημερομίσθιο που λαμβάνει της εξασφαλίζει μια αυτονομία, η οποία μπορεί να γίνεται ανεπιθύμητη έως και επικίνδυνη για την οικογένειά της και για τους υποψήφιους γαμπρούς του χωριού.

Υπάρχουν όμως και μια σειρά από οικονομικά προβλήματα που καθιστούν δύσκολη έως αδύνατη την ατομική μετανάστευση για τις γυναίκες που προορίζονται να εργασθούν ως εργάτριες. Το κόστος ζωής στην πόλη είναι δυσβάσταχτο. Γιατί η εργάτρια που ζει μόνη της στην πόλη πρέπει να καλύπτει με το μισθό της βασικά έξοδα, όπως είναι η στέγη, το φαγητό και η ένδυση. Στο επίπεδο της μεταναστεύουσας οικογένειας επιτυγχάνεται ένα είδος οικονομιών κλίμακας. Πραγματικά, η αγρότισσα που πρόκειται να μεταβληθεί σε εργάτρια συνοδεύεται συνήθως από την οικογένειά της και σπανιότερα από κάποιο άρρεν μέλος της.

Πολλές φορές, όμως, στην πράξη η διάκριση ανάμεσα στο επάγγελμα της εργάτριας και της υπηρέτριας δεν είναι ευκρινής. Όταν μια κοπέλα πήγαινε «οικότροφος» στο σπίτι ενός εργαστηριούχου ή μιας μοδίστρας ως υπηρέτρια, ταυτόχρονα δούλευε και ως εργάτρια. Εξάλλου οι επιχειρήσεις οικογενειακής μορφής ενίσχυαν αυτό το σχήμα απασχόλησης. Η διπλή ιδιότητα της υπηρέτριας που γνώριζε και ραπτική εθεωρείτο προσόν για αυτές που αναζητούσαν εργασία. Η συχνότητα με την οποία επαναλαμβάνεται στις εφημερίδες το στερεότυπο «κόρη γνωρίζουσα ραπτικήν ζητεί θέσιν παρά τινί οικογενεία επί μετρία αμοιβή ίνα παραμείνη εν αυτή και ράπτη...»22 με οδηγεί σε ορισμένες

20. Πέτρος Πιζάνιας, Οι φτωχοί των πόλεων. Η τεχνογνωσία της επιβίωσης στην Ελλάδα τον Μεσοπόλεμο, Αθήνα 1993, σ. 104-105.

21. Για την έννοια της τιμής βλ. Jack Goody, L'évolution de la famille et du mariage en Europe, Παρίσι 1985, σ. 38-40' J. Schneider, «L'honneur, la honte, l'accès aux ressources et la transformation des societàs méditerranéennes», Les sociétés rurales de la Méditerranée, Recueil de textes anglo-américains réunis par Bernard Kayser, Αιξ-αν-Προβάνς 1986, σ. 201-221.

22. Χαρακτηριστικά δείγματα αυτών των Μικρών Αγγελιών εντόπισα στις εξής εφημερίδες: Νέα Εφημερίς, αρ. 13, 13-1-1891, αρ. 67, αρ. 69, 10-3-1894, αρ. 147, 27-5-1894· Σφαίρα, αρ. 5711, 24-2-1901 και στο περιοδικό Εφημερίς των Κυριών, αρ. 957, 1 έως και 15-12-1908.

Σελ. 37
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/38.gif&w=600&h=915

σκέψεις που νομίζω ότι αξίζει τον κόπο να διατυπώσω σε αυτό το σημείο.

Φαίνεται ότι οι διαδικασίες για τη διαμόρφωση του επαγγέλματος της υπηρέτριας το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα έχει ολοκληρωθεί στην ελληνική πόλη. Τα καθήκοντά της είναι καθορισμένα. Γι' αυτό το λόγο η ραπτική των ρούχων αναφέρεται ως μια επιπλέον ιδιότητα, η οποία είναι εκτός των καθηκόντων της.

Εκτός από το μισθό και τα πλεονεκτήματα που παρέχει το επάγγελμα της υπηρέτριας, η κατηγορία αυτή των γυναικών έχει τη δυνατότητα να κερδίζει παραπάνω χρήματα ράβοντας όχι μόνο τα ρούχα της οικογένειας που της παρέχει τροφή, στέγη και μισθό, αλλά και τρίτων.

Από τον τρόπο που διατυπώνεται η αγγελία μπορούμε να υποθέσουμε ότι δεν θεωρείται ευνόητο το να έχουν μάθει οι κοπέλες να ράβουν στο σπίτι τους. Φαίνεται πως οι ελληνίδες αγρότισσες δεν γεννιούνται «με τη βελόνα στο χέρι». Πιο συγκεκριμένα, πιστεύω ότι η χρησιμοποίηση της βελόνας μοδιστρικής αποτελούσε πολυτέλεια για τα φτωχά στρώματα της ελληνικής υπαίθρου.

Η υπερωκεάνια μετανάστευση

Στο τέλος του 19ου αιώνα στο οποίο εμφανίζεται η υπερωκεάνια μετανάστευση ο αγροτικός πληθυσμός βρίσκεται σε κατάσταση υποαπασχόλησης. Η μετανάστευση απορροφά τις υφιστάμενες δημογραφικές πιέσεις, ενώ ταυτόχρονα μειώνει την εισροή του αγροτικού πληθυσμού στην πόλη. Η Αμερική στο νου των ανθρώπων αντιπροσωπεύει τη νέα «Γη της Επαγγελίας», τον τόπο όπου εύκολα μπορεί να αποκτήσει κανείς ό,τι του χρειάζεται για να επιστρέψει στη συνέχεια στην πατρίδα του εφοδιασμένος για μια καλύτερη ζωή.23

Τα προβλήματα του έλληνα αγρότη ήταν πολλά και ποικίλης μορφής. Η φτώχεια, που οφειλόταν κατά ένα μεγάλο μέρος στη σταφιδική κρίση, η ανεξέλεγκτη τοκογλυφία, ο καθημερινός μόχθος για την επιβίωση και οι οικονομικές υποχρεώσεις που υπέβαλλε ο θεσμός της προίκας συντελούσαν στη διόγκωση της υπερατλαντικής μετανάστευσης.

Ο πίνακας που ακολουθεί θα μας βοηθήσει να σχολιάσουμε με ποσοτικά στοιχεία τη μετανάστευση στην Αμερική.

Από το 1890 μέχρι το 1922 στην Αμερική μεταναστεύουν 498.409 άτομα, εκ των οποίων 442.505 είναι άνδρες και 55.903 γυναίκες. Άρα, το συνολικό ποσοστό των γυναικών στο σύνολο των μεταναστών είναι 12,6 %. Τα ποσοστά των γυναικών μέχρι το 1914 είναι πολύ χαμηλότερα από αυτά των ανδρών. Όμως από το έτος 1921 το ποσοστό των γυναικών που μεταναστεύουν αυξάνεται

23. Για τη μετανάστευση των Ελλήνων στην Αμερική βλ. Alexander Kitroeff, Griegos en America, Μαδρίτη 1992.

Σελ. 38
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/39.gif&w=600&h=915

ΠΙΝΑΚΑΣ 6

Κατανομή κατά φύλο της μετανάστευσης των Ελλήνων στην Αμερική

(1890-1922)

Έτος

Άνδρες

Γυναίκες

% Γυναίκες

1890

1891

1892

1893

1894

1895

1896

1897

1898

1899

1900

1901

1902

1903

1904

1905

1906

1907

1908

1909

1910

1911

1912

1913

1914

1915

1916

1917

1918

1919

1920

1921

1922

Σύνολο

464 1.040 604

2.124 546 2.246 2.263 3.655 5.754 7.854 13.885 12.106 , 11.586 22.266 44.647 26.972 18.738 36.580 34.105 28.521 35.143 40.207 11.740 21.093 21.124 2.149 696 11.167 21.551 1.679

60 65 56

51 25 93 132 118 165 261 491 519 558 861 1.636 1.836 1.524 2.555 2.916 3.045 3.501 5.674 3.447 5.699 4.795 453 117 2.831 10.277 2.142

11,5 5,8 8,5

2,4

4.4

4.0

5.5

3.1 2,8

3.2

3.4 4,1

4.6

3.7

3.5

6.4

7.5

9.6 7,9 9,6 9,1

12.4 22,7

21.3

18.5

17.4 14,4 20,2 32,3 56,1

442.505

55.903

12,6

Πηγή: ΥΕΟ, ΓΣΥΕ, Στατιστική Επετηρίς της Ελλάδος 1930, σ. 137.

νεται και το 1922 υπερβαίνει αυτό των ανδρών. Με βάση το νόμο, συγκεκριμένα το Β.Δ. 24/30 Σεπτεμβρίου 1920 «περί μεταναστεύσεως», επιτρέπεται η μετανάστευση παίδων, γυναικών και ανηλίκων θηλέων που έχουν υπερβεί το 16ο έτος, εφόσον συνοδεύονται από σύζυγο, γονέα, ενήλικο αδελφό ή από άλλο

Σελ. 39
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/40.gif&w=600&h=915

στενό συγγενή. Επίσης επιτρέπεται στις γυναίκες να μεταναστεύουν, εφόσον καλούνται από τα προαναφερόμενα πρόσωπα ή από μνηστήρες που διαμένουν στον τόπο που αυτές θέλουν να μεταβούν.

Όσον αφορά τους άντρες, θεσπίζονται νόμοι που περιορίζουν, όπως άλλωστε φαίνεται και από τον Πίνακα 6, τη μετανάστευσή τους. Ο ελληνικός νόμος της 24ης Ιουλίου/17ης Σεπτεμβρίου 1920 «περί μεταναστεύσεως και αποδημίας» θέτει τους πρώτους περιορισμούς στους άνδρες, γιατί επιτρέπει τη μετανάστευση μόνο αυτών που δεν έχουν «ενεστώσα ή καθυστερουμένην στρατιωτικήν υποχρέωσιν». Παράλληλα και από την πλευρά των ΗΠΑ τίθενται περιορισμοί στη μετανάστευση. Σύμφωνα με τον νόμο της 19ης Μαΐου 1921 ο ετήσιος αριθμός των εισερχομένων ατόμων ορισμένης εθνικότητας δεν μπορούσε να υπερβαίνει το 3% των ατόμων της ίδιας εθνικότητας που βρίσκονταν ήδη στις ΗΠΑ σύμφωνα με τα αποτελέσματα της απογραφής του 1910.24

Ας ξαναγυρίσουμε στις γυναίκες για να ερμηνεύσουμε την αύξηση του αριθμού αυτών που μεταναστεύουν. Από τα προηγούμενα χρόνια έχει δημιουργηθεί στις ΗΠΑ ένα πλεόνασμα αγάμων ανδρών, το οποίο έχει εγκατασταθεί και επωφελείται από το νόμο για εξεύρεση συζύγου. Επίσης, ας λάβουμε υπόψη μας ότι την εποχή αυτή ήδη έχουν αναπτυχθεί μεγάλες βιομηχανικές μονάδες στην Αμερική, κυρίως εργοστάσια κλωστοϋφαντουργίας, οι οποίες ζητούν γυναικεία εργατικά χέρια. Τέλος, ας σημειώσουμε ότι με τις οικογενειακής μορφής επιχειρήσεις, όπως είναι τα εστιατόρια, τα παντοπωλεία, τα οπωροπωλεία και οι βιοτεχνίες, που ανοίγουν οι Έλληνες στην Αμερική δημιουργούνται ευνοϊκές συνθήκες απασχόλησης για τις γυναίκες. Συνήθως σ' αυτού του τύπου τις επιχειρήσεις απασχολούνται τα μέλη της οικογένειας του ίδιου του ιδιοκτήτη.

Στο χρονικό πλαίσιο της μελέτης μας παρατηρούμε ότι ο πληθυσμός που μεταναστεύει στην Αμερική στη μεγάλη πλειοψηφία του είναι ανδρικός. Οι γυναίκες μένουν πίσω στο χωριό για να καλλιεργήσουν τα χωράφια και να φροντίσουν τα παιδιά και τους γέρους γονείς. Έτσι δεν υπάρχει καμιά περίπτωση η γυναίκα του μετανάστη να έρθει μόνη της στην πόλη είτε για λόγους κοινωνικούς, είτε για λόγους οικονομικούς. Η αναχώρηση του άνδρα επιβάλλει στη γυναίκα νέες ευθύνες. Αναπληρώνει τον άνδρα στις αγροτικές εργασίες. Η οικογένεια και η κοινωνία του χωριού θέτουν υπό έλεγχο τη γυναίκα του μετανάστη. Η γυναίκα αυτή για λόγους κοινωνικούς και οικονομικούς δεν εγκαταλείπει το χωριό της για να έλθει στην πόλη. Όσον αφορά τις θυγατέρες και τις ανύπαντρες αδερφές των μεταναστών, αυτές περιμένουν την επιστροφή των τελευταίων για να προικιστούν και να παντρευτούν.

24. Βλ. Γεώργιος Χαριτάκης, Η ελληνική βιομηχανία (βιομηχανία - μεταλλεία - εργασία), Αθήνα 1927, σ. 56.

Σελ. 40
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/41.gif&w=600&h=915

Είναι φανερό ότι η υπερατλαντική μετανάστευση συμβάλλει στη συγκράτηση του γυναικείου πληθυσμού στην ύπαιθρο και παίζει ανασχετικό ρόλο στην είσοδο των γυναικών στον κόσμο της μισθωτής εργασίας. Τα εμβάσματα που προσφέρει ο μετανάστης αδερφός ή πατέρας συμβάλλουν στην καλυτέρευση του επιπέδου διαβίωσης. Επιπλέον, εξασφαλίζουν στις ανύπαντρες κοπέλες ένα καλό γάμο. Γενικότερα μπορούμε να πούμε ότι ο χωρισμός της οικογένειας, που συντελείται με την απουσία ενός ή περισσοτέρων μελών της, ενισχύει τη διατήρηση των οικογενειακών δεσμών.

Κατά κανόνα οι γυναίκες των μεταναστών δεν μετατρέπονται σε εργάτριες της πόλης.

Τα δίκτυα της θαλάσσιας επικοινωνίας

Στα μέσα του 19ου αιώνα παρατηρούνται αλλαγές στην ανάπτυξη της ελληνικής ιστιοφόρου εμπορικής ναυτιλίας. Η αγγλική, η γαλλική και η αυστριακή ατμοπλοία αναλαμβάνουν σχεδόν εξ ολοκλήρου το εμπόριο και τις μεταφορές προϊόντων στη Μεσόγειο. Οι δραστηριότητες της ελληνικής ιστιοφόρου ναυτιλίας συρρικνώνονται και περιορίζονται στις ελληνικές ακτές. Τα απαιτούμενα κεφάλαια για την κατασκευή ενός ατμοπλοίου είναι τεράστια για τις περιορισμένες οικονομικές δυνατότητες των νησιωτών, ενώ επιπλέον, υπάρχει και έλλειψη τεχνογνωσίας για τη ναυπήγηση των ατμοπλοίων. Ταυτόχρονα, στον τομέα της ναυπήγησης παρουσιάζονται ανακατατάξεις. Η κατασκευή των μεγάλων ξύλινων πλοίων περιορίζεται και οδηγείται σε μαρασμό, ενώ αναπτύσσεται η παραδοσιακή ναυπηγική μικρών σκαφών. Οι τόποι που πλήττονται ιδιαίτερα είναι τα νησιά του Αργοσαρωνικού, Υδρα και Σπέτσες, η Μύκονος και η περιοχή της Τροιζηνίας. Όχι μόνο οι εμποροκαραβοκύρηδες των ιστιοφόρων πλοίων, αλλά και οι εργαζόμενοι στα ναυπηγεία, στα σιδηρουργεία, στα φανοποιεία, στα σχοινοπλοκεία, αναγκάζονται να μεταναστεύσουν. Οι περισσότεροι από αυτούς εγκαθίστανται στον Πειραιά. Τα επαγγέλματα που ασκούν στον τόπο της νέας τους εγκατάστασης έχουν σχέση είτε με τη θάλασσα, είτε με τη βιομηχανία. Συγκεκριμένα, δουλεύουν ως ναύτες, λεμβούχοι, βουτηχτές, λοστρόμοι, λιμενεργάτες, ψαράδες, αγωγιάτες, εργάτες στα εργοστάσια, θερμαστές, λεβητοποιοί, μηχανουργοί κ.ά.

Νομίζω πως αξίζει να παρακολουθήσουμε τον τρόπο που συντελείται αυτή η επιλεκτική μετανάστευση του πληθυσμού. Κατά κανόνα στην αρχή μεταναστεύουν οι άνδρες της οικογένειας, οι οποίοι αφού εργασθούν κάποιο διάστημα εξασφαλίζουν μια αμοιβή η οποία τους επιτρέπει να φέρουν και την οικογένεια τους —τα γυναικεία μέλη— στην πόλη. Οι νεοαφιχθείσες γυναίκες δημιουργούν μια αποθήκη εργατικού δυναμικού από την οποία επωφελούνται τα εργοστάσια της πόλης. Όπως αναφέρει ο Γιάννης Μπαφούνης, από το 1870 ο Πειραιάς

Σελ. 41
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/42.gif&w=600&h=915

έχει πάψει να είναι πόλη των «célibataires».25 Οι γυναίκες, που είναι νέες κυρίως κοπέλες, εύκολα βρίσκουν εργασία στα ατμοκίνητα κλωστήρια και υφαντήρια του Πειραιά. Στην πλειοψηφία τους προέρχονται από τα νησιά του Αργοσαρωνικού (Ύδρα, Πόρο, Σπέτσες) και από την Τροιζηνία.26

Εξαιτίας της έλλειψης επαρκούς οδικού και σιδηροδρομικού δικτύου η ακτοπλοΐα παρουσιάζει μεγάλη ανάπτυξη. Καθημερινά τα μικρά ιστιοφόρα εκτελούν δρομολόγια μεταφέροντας εμπορεύματα και ανθρώπους από νησί σε νησί. Τα δίκτυα επικοινωνίας των νησιών με τα μεγάλα ναυτικά κέντρα της Σύρου και του Πειραιά είναι πυκνά. Οι εφημερίδες και οι οδηγοί είναι αποκαλυπτικοί, ενώ από το 1880 οι πειραιώτικες εφημερίδες όχι μόνο περιλαμβάνουν στήλη με την κίνηση των πλοίων, αλλά φιλοξενούν στις σελίδες τους και διαφημίσεις. Ο Παντολέων Καμπούρογλου μας πληροφορεί ότι το 1882 στο λιμάνι του Πειραιά τρεις ελληνικές27 και έξι ξένες28 ατμοπλοϊκές εταιρείες εκτελούσαν τακτικά δρομολόγια.29 Τα πλοία διακινούσαν το ταχυδρομείο, εμπορεύματα και επιβάτες. Τα δρομολόγια ήταν πυκνά, για παράδειγμα, έξι εβδομαδιαία δρομολόγια ξεκινούσαν από τον Πειραιά και εξυπηρετούσαν τη γραμμή Αίγινα, Μέθανα, Πόρος, Υδρα, Σπέτσες, Χέλι, Αστρος και Ναύπλιο. Δύο δρομολόγια την εβδομάδα πήγαιναν στις Κυκλάδες: Σύρο, Πάρο, Νάξο, Ίο, Αμοργό και Θήρα. Τρία δρομολόγια την εβδομάδα είχαν ως προορισμό μόνο τη Σύρο, ενώ τέσσερα δρομολόγια την εβδομάδα περνούσαν από τη Σύρο με κατεύθυνση προς λιμάνια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και του εξωτερικού. Η πυκνή αυτή επικοινωνία φανερώνει ότι ήδη είχε συντελεστεί ο σχηματισμός μιας αγοράς.

Ένα από τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της ατμοπλοίας είναι η δημιουργία πρακτορείων στα λιμάνια. Εκτός από την έκδοση εισιτηρίων και τη δια

25. Γιάννης Μπαφούνης, «Ο σχηματισμός του εργατικού δυναμικού στον Πειραιά», Νεοελληνική πόλη. Οθωμανικές κληρονομιές και Ελληνικό Κράτος, τ. Β', Αθήνα 1985, σ. 561-564.

26. Βλ. Γ. Β. [Γαβριηλίδης Βλάσης], «Ο εργατικός κόσμος εν Ελλάδι. Οι φαμπρικούδες. Σκέψεις - Τύποι - Εικόνες - Επεισόδια», Ακρόπολις, αρ. 4405, 14-5-1894' Ευγενία Ζωγράφου, «Πώς εργάζονται αι γυναίκες μας», Δημοσιεύματα, τ. 4, Αθήνα 1903, σ. 34' Panayota Tsopela-Saliba, Le profil de l'ouvrière dans l'industrie et l'artisanat en Grèce 1870-1922, Mémoire de DEA, Université Paris I-Panthéon-Sorbonne, Παρίσι 1989, σ. 20" Μιχάλης Ρηγίνος, Μορφές παιδικής εργασίας στη βιομηχανία και τη βιοτεχνία 18701940, Αθήνα 1995, σ. 53.

27. Η Ελληνική Ατμοπλοία, η Ατμοπλοία Δ. Π. Γουδή και η Πανελλήνιος Ατμοπλοϊκή Εταιρεία.

28. Η αυστριακή εταιρεία Λόυδ, η αιγυπτιακή Κεδιβιέ, η γαλλική Φρεσινέ, η Εταιρεία Γαλλικών Διαπορθμεύσεων, η ιταλική εταιρεία Φλόριο.

29. Παντολέων Καμπούρογλου, Ιστορία τον Πειραιώς από τον 1833-1882 έτους, Αθήνα 1883, σ. 9-23.

Σελ. 42
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/43.gif&w=600&h=915

κίνηση των επιβατών, τα πρακτορεία αυτά αναλαμβάνουν και τη στρατολόγηση εργατών και εργατριών για τα εργοστάσια του Πειραιά και της Σύρου. Μια μικρή αγγελία από την πειραϊκή εφημερίδα Σφαίρα μας επιτρέπει να έχουμε μια ιδέα γι' αυτό το δίκτυο εξεύρεσης εργατικού δυναμικού: «Ειδοποίησις του εν Σύρω κλωστηρίου. Παρά του άνω κλωστηρίου ζητούνται εξησκημένοι τεχνίται και τεχνίτριαι. Διά πάσαν πληροφορίαν αποτανθήτωσαν εις τον ενταύθα πράκτορα της Νέας Ελληνικής Ατμοπλοίας κ. Ηρ. Κατσιμαντήν».30 Είναι φανερό ότι ο πράκτορας φροντίζει και για τη στρατολόγηση εργατικού δυναμικού. Από την άλλη μεριά, τα οργανωμένα γραφεία που εμφανίζονται στους εμπορικούς οδηγούς της Ελλάδας ως «μεσιτικά», χρησιμεύουν μόνο για την εξεύρεση υπαλληλικού και υπηρετικού προσωπικού. Μπορούμε, συνεπώς, να υποθέσουμε ότι τα πρακτορεία των ναυτιλιακών εταιριών αποτελούσαν ένα οργανωμένο δίκτυο εξεύρεσης εργατικού δυναμικού.

Μιλώντας για τις επιπτώσεις της ακτοπλοΐας στο σχηματισμό και τη διεύρυνση του γυναικείου εργατικού δυναμικού δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι αρκετοί από τους βιομήχανους ήταν ταυτόχρονα και πλοιοκτήτες. Συγκεκριμένα, οι ιδιοκτήτες των κλωστοϋφαντηρίων Λαδόπουλου και Φουστάνου στη Σύρο είχαν δικά τους ατμόπλοια και ο Ιω. Δημόκας, ιδιοκτήτης κλωστηρίου, ήταν ένας από τους ιδρυτές της Ελληνικής Ατμοπλοίας. Ας σημειωθεί, επίσης, ότι στα τέλη του 19ου αιώνα οι περισσότεροι σιτέμποροι του Πειραιά ήταν και ιδιοκτήτες ατμοπλοίων.31 Είναι φανερό, νομίζω, ότι η στρατολόγηση εργατικού δυναμικού εντασσόταν στη σφαίρα των δραστηριοτήτων που ασκούσαν τα πρακτορεία των ναυτιλιακών εταιρειών.

Τα πολεμικά γεγονότα και ο ρόλος τους στην εισροή γυναικείου εργατικού δυναμικού

Ο σχηματισμός εργατικού δυναμικού, κυρίως στις δύο πόλεις Ερμούπολη και Πειραιά, οφείλεται κατά ένα μεγάλο μέρος σε γεγονότα πολεμικού χαρακτήρα. Το 1822 πρόσφυγες του Αγώνα της Ανεξαρτησίας από τη Χίο, τα Ψαρά, τις Κυδωνιές, τη Σμύρνη και την Κρήτη δημιουργούν στη Σύρο μια νέα πόλη, την Ερμούπολη, η οποία εξελίσσεται σε σημαντικό επιχειρηματικό κέντρο.32 Ένας μεγάλος αριθμός από τους ανθρώπους που την εποίκισαν βρίσκει απασχόληση ως εργατικό δυναμικό στον δευτερογενή τομέα. Εργάζονται στα ναυπηγεία, στα

30. Σφαίρα, αρ. 6545, 7-11-1903.

31. Γ. Βέκος, Οδηγός του Πειραιώς το 1901, Εμπόριο - Εμποριοναυτιλία - Βιομηχανία, σ. 43.

32. Για τη δημιουργία της Ερμούπολης βλ. Τιμολέων Αμπελάς, Ιστορία της νήσου Σύρου..., ό.π., σ. 734.

Σελ. 43
Φόρμα αναζήτησης
Αναζήτηση λέξεων και φράσεων εντός του βιβλίου: Γυναίκες εργάτριες στην ελληνική βιομηχανία και στη βιοτεχνία (1870-1922)
Αποτελέσματα αναζήτησης
    Ψηφιοποιημένα βιβλία
    Σελίδα: 24
    

    να εξακριβώσουμε την ηλικία εισόδου των γυναικών στη μισθωτή εργασία.

    Από τον παραπάνω πίνακα γίνεται ορατή η είσοδος των γυναικών στον κόσμο της μισθωτής εργασίας. Τα κορίτσια απαρτίζουν το 7,13 % και οι γυναίκες το 16,75 % του συνόλου των εργαζομένων στη βιομηχανία. Από το σύνολο των εργαζομένων γυναικών και κοριτσιών το 46,46% εργάζεται στα μεταξουργεία και το 34,66% στα βαμβακοκλωστήρια.

    5. ΤΑ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΑ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΑ ΣΤΗΝ ΑΠΟΓΡΑΦΗ ΤΟΥ 1907 Η ΑΠΕΙΚΟΝΙΣΗ ΤΗΣ ΕΝΤΟΠΙΟΤΗΤΑΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΕΞΕΥΡΩΠΑΪΣΜΟΥ

    Στην απογραφή του 1907 καθορίζεται για πρώτη φορά λεπτομερώς η επαγγελματική διάρθρωση του πληθυσμού.7 Τα επαγγέλματα χωρίζονται σε 12 κατηγορίες. Η τέταρτη (Δ) κατηγορία «Βιοτεχνία», η οποία έχει ως υπότιτλο «Βιομηχανία, χειροτεχνία, χειρωνακτική», περιλαμβάνει τον μεγαλύτερο αριθμό εργατών. Εκ πρώτης όψεως το γεγονός ότι η λέξη «Βιομηχανία» εμφανίζεται ως υπότιτλος και όχι ως τίτλος αυτής της κατηγορίας, φανερώνει την κυριαρχία της παραδοσιακής βιοτεχνικής - οικοτεχνικής επιχείρησης.8 Στη «Βιοτεχνία» καταγράφονται 189.442 πρόσωπα, εκ των οποίων 165.618 είναι άνδρες και 23.824 γυναίκες. Παρόλο που η κατηγορία αυτή υποδιαιρείται σε 97 κλάσεις (υποκατηγορίες επαγγελμάτων), αρκετές από αυτές περιλαμβάνουν περισσότερα από ένα επαγγέλματα. Έτσι, δεν διαθέτουμε ποσοτικά στοιχεία για τις επιμέρους επαγγελματικές υποδιαιρέσεις. Για παράδειγμα, η κλάση «υφανταί, εριουργοί, φλανελλοποιοί, ταπητουργοί, μεταξουργοί, νηματουργοί, ξάνται» περιλαμβάνει πολλά επαγγέλματα, χωρίς να μας δίδονται ξεχωριστά για το καθένα αριθμοί.

    Ας σημειωθεί ότι στην κατηγορία «Βιοτεχνία» περιλαμβάνονται οι κλάσεις/υποκατηγορίες: «Βιομήχανοι άνευ μνείας ειδικότητος» με 2.132 άνδρες και 1.432 γυναίκες και «Χειρώνακτες άνευ μνείας ειδικότητος» με 48.723 άνδρες και 4.057 γυναίκες. Όσον αφορά τις γυναίκες, αυτό σημαίνει ότι σε ποσοστό 23 % επί του συνόλου των εργαζομένων γυναικών δεν προσδιορίζεται η επαγγελματική ειδικότητα (βλ. Παράρτημα, Πίνακας 1). Ασφαλώς σ' αυτές τις κλάσεις εντάσσονται και γυναίκες που εξασφαλίζουν το μεροκάματο δουλεύοντας εδώ κι εκεί, σε εποχικές, ακόμα και σε ευκαιριακές εργασίες χωρίς ειδίκευση.

    7. Στις προηγούμενες απογραφές του 1861 και του 1870 αναγραφόταν το επάγγελμα χωρίς να καθορίζονται επί μέρους επαγγελματικές κατηγορίες.

    8. Βλ. Στάθης Τσοτσορός, Η συγκρότηση του βιομηχανικού κεφαλαίου στην Ελλάδα (1898-1939), τ. Α', Αθήνα 1993, σ. 90.