Συγγραφέας:Σαλίμπα, Ζιζή
 
Τίτλος:Γυναίκες εργάτριες στην ελληνική βιομηχανία και στη βιοτεχνία (1870-1922)
 
Τίτλος σειράς:Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας
 
Αριθμός σειράς:37
 
Τόπος έκδοσης:Αθήνα
 
Εκδότης:Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς
 
Έτος έκδοσης:2002, 2004
 
Σελίδες:366
 
Αριθμός τόμων:1 τόμος
 
Γλώσσα:Ελληνικά
 
Θέμα:Μαθητεία και εργασία
 
Τοπική κάλυψη:Ελλάδα
 
Χρονική κάλυψη:1870-1922
 
Περίληψη:Η εργασία αυτή έχει ως αντικείμενο την ιχνογράφηση της φυσιογνωμίας της ελληνίδας εργάτριας από την εμφάνισή της στον κόσμο της μισθωτής εργασίας ως τη Μικρασιατική Καταστροφή και την άφιξη των προσφύγων στην Ελλάδα το 1922, χρονολογία κατά την οποία αλλάζει το κοινωνικό σκηνικό στις ελληνικές πόλεις. Όταν το 1870 αρχίζουν τα πρώτα φουγάρα των εργοστασίων να ξεφυτρώνουν ένα-ένα σαν τα μανιτάρια στον Πειραιά, και η Αθήνα να αποκτά σιγά-σιγά τα χαρακτηριστικά ευρωπαϊκής μεγαλούπολης, τότε εμφανίζονται επί της οθόνης του ιστορικού γίγνεσθαι οι πρώτες εργάτριες. Ποιες ήταν αυτές οι νεοφερμένες γυναίκες; Από πού προέρχονταν; Πώς εντάσσονταν στον κόσμο του καθημερινού μόχθου; Πώς αξιοποιούσαν τον καθημερινό χρόνο τους; Ποιες ήταν οι συλλογικές αναπαραστάσεις των άλλων γι’ αυτές;
 
Άδεια χρήσης:Αυτό το ψηφιοποιημένο βιβλίο του ΙΑΕΝ σε όλες του τις μορφές (PDF, GIF, HTML) χορηγείται με άδεια Creative Commons Attribution - NonCommercial (Αναφορά προέλευσης - Μη εμπορική χρήση) Greece 3.0
 
Το Βιβλίο σε PDF:Κατέβασμα αρχείου 12.88 Mb
 
Εμφανείς σελίδες: 273-292 από: 370
-20
Τρέχουσα Σελίδα:
+20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/273.gif&w=600&h=915

1. Η ΚΑΤΟΙΚΙΑ ΤΗΣ ΕΡΓΑΤΡΙΑΣ

Η κατοικία ως χώρος συμβίωσης της εργάτριας με την οικογένειά της αποτελεί το κέλυφος μέσα στο οποίο η πρώτη αναπτύσσει σχέσεις οικειότητας —αγαθές ή κακές— και αναλαμβάνει συγκεκριμένα καθήκοντα και ρόλους ανάλογα με την ηλικία και τη θέση που κατέχει στην οικογένεια. Η ελληνίδα εργάτρια κατά κανόνα αποτελεί μέλος κάποιας οικογένειας και κατοικεί πάντα μαζί της. Ως παντρεμένη ζει με τον άνδρα της και τα παιδιά της και ως ανύπαντρη με τους γονείς της και τα αδέλφια της. Όπως ήδη διαπιστώσαμε, σε αντίθεση με την κοπέλα που προορίζεται για υπηρέτρια και εγκαταλείπει την ελληνική ύπαιθρο για να ζήσει μακριά από την οικογένειά της στην πόλη, η εργάτρια ζει πάντα μαζί με την οικογένειά της ή με κάποιο μέλος της. Από τις διαθέσιμες πληροφορίες, εκτός από το Ασυλο της Αγίας Αικατερίνης, που όπως διαπιστώσαμε προσέφερε στέγη και τροφή στις υπηρέτριες και εργάτριες, δεν συνάντησα άλλα φιλανθρωπικά ή εκκλησιαστικά ιδρύματα τα οποία παρείχαν στέγη στην εργάτρια. Αργότερα, το 1921, ο βιομήχανος και επικεφαλής των δύο ανωνύμων εταιρειών Ελληνική Εριουργία και Ελληνική Μεταξουργία Νικόλαος Κυρκίνης άρχισε τις προπαρασκευαστικές εργασίες για την ίδρυση εργατικού συνοικισμού κοντά στα δύο εργοστάσια, δεξιά της σιδηροδρομικής γραμμής που ανεβαίνει στο Ηράκλειο, στην περιοχή Περισσού, στους Ποδαράδες. Ο νέος συνοικισμός θα παρείχε στέγη στο εργατικό προσωπικό του εργοστασίου, το οποίο όταν εξοφλούσε με τοκοχρεωλύσιο το αντίτιμο της αξίας της κατοικίας του αποκτούσε την κυριότητά της. Οι εργάτες και οι εργάτριες αποτελούσαν τον κύριο όγκο του προσωπικού των δύο εργοστασίων.1 Χωρίς αμφιβολία πρόκειται για το ξεκίνημα μιας περιόδου που κορυφώθηκε μετά την έλευση των προσφύγων του 1922 —με την ίδρυση εργατικών κατοικιών από τους βιομήχανους και το κράτος και με τη συστηματική παροχή συσσιτίων στο εργοστάσιο—, κατά την οποία στην Ελλάδα οι εκφάνσεις του πατερναλισμού ακολουθούν πλέον τα δυτικά πρότυπα.

Θεωρώ σκόπιμο να επικεντρώσουμε την προσοχή μας στη μεγάλη πλειοψηφία των εργατριών, που συνήθως είναι μέλη πολυμελών οικογενειών, για να

1. Πανελλήνιον Λεύκωμα Εθνικής Εκατονταετηρίδας 1821-1921, τ. Β', Αθήνα 1923, σ. 176 και 212.

Σελ. 273
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/274.gif&w=600&h=915

περιγράψουμε τον ιδιωτικό τους χώρο και τις συνθήκες διαβίωσης τους. Θα αντιμετωπίσουμε την εργάτρια στην καθημερινή ζωή της όχι ως μονάδα, αλλά ως μέλος κάποιας οικογένειας.

Το ζήτημα της στέγασης του εργατικού πληθυσμού άρχισε να απασχολεί επισήμως το ελληνικό κράτος από τις 21-8-1920, όταν το Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας προχώρησε στη διεξαγωγή έρευνας για τις συνθήκες ζωής και κατοικίας των εργατών της Αθήνας και του Πειραιά. Είναι φανερό ότι η μάχη για τη διάδοση της υγιεινής και την καταπολέμηση ασθενειών όπως η φυματίωση, η ευλογιά, ο ελώδης πυρετός (θέρμη) και ο τύφος, έπρεπε να ξεκινήσει από την εργατική κατοικία και την προσπάθεια βελτίωσης των συνθηκών διαβίωσης. Ο σκοπός της έρευνας ήταν να προσανατολισθεί η ιδιωτική και η κρατική πρωτοβουλία στη λήψη μέτρων προς αντιμετώπιση του ζητήματος της εργατικής στέγης. Πριν από τότε, όπως διαπιστώσαμε, τα φιλανθρωπικά σωματεία ασχολούνταν με την εκπαίδευση της εργάτριας στην υγιεινή και την καθαριότητα. Όταν το 1883 η ευλογιά εξακολουθούσε να μαστίζει τους κατοίκους της Αθήνας και του Πειραιά, η εφημερίδα Πρόνοια συνέδεε την εξάπλωση της ασθένειας με τις επικρατούσες κακές συνθήκες υγιεινής. Παράλληλα, στο ίδιο άρθρο απηύθυνε εκκλήσεις προς τις κρατικές και δημοτικές υπηρεσίες να πάρουν εμπράκτως προστατευτικά μέτρα για την υγιεινή των κατοικιών και των δρόμων.2

Το οικιστικό τοπίο της εξωεργασιακής ζωής της εργάτριας ποικίλλει στις τρεις πόλεις της Ελλάδας, Αθήνα, Πειραιά και Ερμούπολη, που συγκεντρώνουν εργατικό πληθυσμό.

Στην Αθήνα οι συνοικισμοί αναπτύσσονται είτε στην καρδιά της πόλης, είτε στις παρυφές της. Οι οικογένειες εγκαθίστανται στις παλαιές συνοικίες μέσα στο εμπορικό κέντρο: Ψυρρή, Μεταξουργείο, Αγιοι Ασώματοι, Αγία Ειρήνη, Καλαμιώτου, Γκαζοχώρι και Μοναστηράκι.3 Σ' αυτές τις γειτονιές ο κάθε υπάλληλος, τεχνίτης ή και εργάτης που διαθέτει μια μικρή κατοικία με αυλή, κτίζει πρόχειρα με λάσπη, ξύλα και τενεκέδες κάποια δωμάτια, τα οποία νοικιάζονται αμέσως από τις εργατικές οικογένειες. Ακόμη και αν δεν υπάρχει χώρος για προσθήκες οι ιδιοκτήτες των κατοικιών δεν διστάζουν να μετατρέψουν τα τυχόν διπλά αποχωρητήρια, τα μαγειρεία και τα πλυσταριά σε κατοικίες. Έτσι έχουμε ένα σύνολο από μία ή δύο παράλληλες σειρές ισογείων ή υπογείων δωματίων κατά μήκος μιας αυλής ή γύρω απ' αυτή. Άλλοτε πάλι τα δωμάτια ενός σπιτιού μετατρέπονται σε ξεχωριστές κατοικίες. Οι οικογένειες

2. Πρόνοια, αρ. 330, 22-8-1883.

3. Υπουργείον Εθνικής Οικονομίας, Διεύθυνσις Εργασίας και Κοινωνικής Πρόνοιας/ Επιθεώρησις Εργασίας, Έρευνα επί των συνθηκών της εργατικής κατοικίας των πόλεων Αθηνών-Πειραιώς 1921, Αθήνα 1922, σ. 15.

Σελ. 274
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/275.gif&w=600&h=915

στήνουν το σπιτικό τους σ' ένα δωμάτιο και εάν υπάρχει δεύτερο, αυτό χρησιμοποιείται ως αποθήκη, γιατί είναι εντελώς ακατάλληλο για κρεβατοκάμαρα ή για τραπεζαρία. Οι κατοικίες των εργατών στο κέντρο της Αθήνας παρουσιάζουν προβλήματα αερισμού και φωτισμού, αφού είναι κτισμένες σε στενά δρομάκια όπου οι ακτίνες του ήλιου σπάνια φθάνουν μέχρι τα παράθυρα. Τα δωμάτια φωτίζονται συνήθως από ένα και μοναδικό παράθυρο ή από φεγγίτη. Λόγω έλλειψης χώρου οι αυλές είναι στενότατες.

Το κέντρο της πόλης με τα μαγαζιά τροφίμων και τα χασάπικα μέσα στα οποία σφάζονται τα ζώα και τα αίματα χύνονται στο δρόμο, από άποψη υγιεινής και καθαριότητας δεν προσφέρεται για τόπος κατοικίας. Έτσι, το καλοκαίρι από τη ζέστη η δυσοσμία του δρόμου γίνεται ανυπόφορη, ενώ το χειμώνα τα ισόγεια και τα υπόγεια των κατοικιών αποπνέουν μούχλα από την υγρασία. Κατά κανόνα οι εργατικές κατοικίες δεν έχουν δικό τους αποχωρητήριο και επειδή δεν υπάρχουν ούτε δημοτικά το κοινό αποχωρητήριο δεν χρησιμοποιείται μόνο από τους ενοίκους αλλά και από το προσωπικό των καταστημάτων, καθώς και από τους περαστικούς. Οι ακατάλληλες συνθήκες υγιεινής καταγγέλλονται και από τις εφημερίδες. Το Γκαζοχώρι παρομοιάζεται με τις εργατικές συνοικίες του Λονδίνου. Οι κάτοικοι του παρουσιάζονται ως φτωχοί —απόκληροι της κοινωνίας—, ωχροί, ασθενείς, οι οποίοι επειδή ζουν σε «υγρές τρώγλες γεμάτες από μύκητες» μαστίζονται από πυρετούς ενώ δεν διαθέτουν χρήματα για να αγοράσουν φάρμακα.4

Πόσο, αλήθεια, απέχει αυτή η εικόνα από εκείνη που περιγράφει με ειδυλλιακά χρώματα ο Henri Belle για τα σπίτια του κέντρου της Αθήνας το 1874: «Σχεδόν κάθε οικογένεια έχει το δικό της σπίτι, πολύ συχνά χωρισμένο από τα διπλανά με κήπο ή αυλή γεμάτη πορτοκαλιές, ροδοδάφνες ή αγιοκλήματα. Στο εσωτερικό τα δωμάτια είναι μεγάλα, ψηλοτάβανα και ευάερα. Έχουν λίγα και απλά έπιπλα, μα το κλίμα ταιριάζει σ' αυτή τη γύμνια. Το καλοκαίρι μετακομίζουν στο υπόγειο που είναι σκαμμένο στο βράχο και αρκετά φωτεινό. Η θερμοκρασία του είναι πάντοτε 3 με 4 βαθμούς κατώτερη από αυτή του υπολοίπου σπιτιού».5

Στις παρυφές της πόλης ήδη από το 1870 εμφανίζονται οι πρώτοι εργατικοί συνοικισμοί, με ιδιοκτήτες τις περισσότερες φορές τους ίδιους τους εργάτες, κοντά στον ποταμό Ιλισό.6 Είναι το Βατραχονήσι, το Μετς και ο Νέος Κόσμος που, ενώ βρίσκονται σε θέση ευάερη, αποτελούν εστίες μόλυνσης εξαι

4. Πρόνοια, αρ. 689, 1-8-1885.

5. Henri Belle, Ταξίδι στην Ελλάδα 1861-1874, μτφρ. Λίνα Σταματιάδη, Α' Μέρος, Αθήνα 1993, σ. 75.

6. Ανώνυμος, «Εργατικοί Συνοικισμοί», Οικονομική Επιθεώρησις, αρ. 2, Σεπτέμβριος 1873, σ. 305-312.

Σελ. 275
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/276.gif&w=600&h=915

εξαιτίας των ελών που δημιουργούνται από τα στάσιμα νερά του ποταμού. Τις καλύτερες συνθήκες υγιεινής τις συναντάμε στις περιοχές της Κυψέλης, του Αγίου Παντελεήμονα Αττικής, στη Γαργαρέττα και στο Παγκράτι, αφενός γιατί δεν είναι πυκνοκατοικημένες, αφετέρου επειδή υπάρχει η αυλή, που εξαιτίας του ελληνικού κλίματος αποτελεί έναν εξαιρετικά εκμεταλλεύσιμο χώρο για την οικογένεια.7 Τα παιδιά παίζουν στην αυλή, οι γυναίκες μαγειρεύουν στην αυλή με τον παραδοσιακό κινητό φούρνο (φουφού), αφού στις σπάνιες περιπτώσεις που υπάρχει μαγειρείο αυτό χρησιμοποιείται από όλους τους ενοίκους ως πλυσταριό. Η μπουγάδα απλώνεται στην αυλή. Κατά κανόνα το καλοκαίρι η οικογένεια χρησιμοποιεί την αυλή και ως υπνοδωμάτιο, αφού η ζέστη όχι μόνο επιτρέπει, αλλά και επιβάλλει τον υπαίθριο ύπνο. Ο χώρος της αυλής θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι κατεξοχήν γυναικείος, αφού γίνονται εκεί όχι μόνο οι εργασίες του νοικοκυριού, αλλά στήνεται και το κουβεντολόι μεταξύ των γυναικών το βράδυ. Η καθεμιά μετά τη δουλειά μεταφέρει το σκαμνί της κάμαρας στην αυλή για να εκτελέσει τις ραπτικές εργασίες της οικογένειας κουβεντιάζοντας με τις άλλες. Φυσικά όταν δεν υπάρχει αυλή οι γυναίκες της γειτονιάς χρησιμοποιούν το πεζοδρόμιο για τις συναντήσεις τους.

Στον Πειραιά ο σιδηρόδρομος που λειτουργεί από το 1869 επισφραγίζει το χωρισμό των εργατικών από τις αστικές συνοικίες της πόλης.8 Οι τοποθεσίες Μανιάτικα, Κρητικά, Υδραίικα, που πήραν το όνομά τους από τον τόπο καταγωγής αυτών που έφταναν προς αναζήτηση εργασίας, καθώς και τα Καμίνια, η Λεύκα, η Λάκκα του Βάβουλα, η Αγία Σοφία συνθέτουν τις εργατικές περιοχές. Κι εδώ οι περισσότερες οικογένειες, δηλαδή ποσοστό 85 %, κατοικούσαν σε ένα μόνο δωμάτιο.9 Το 1921 οι 1.000 κατοικίες αριθμούσαν μόλις 1.162 δωμάτια. Από τις 1.000 εργατικές κατοικίες μόνο οι 72 ήταν ανώγειες, οι 837 ήταν ισόγειες και οι 91 υπόγειες.10 Οι κατοικίες παρουσίαζαν τα ίδια προβλήματα με αυτές του κέντρου της Αθήνας. Κι εδώ η ίδια ιστορία επαναλαμβάνεται: όποιος διέθετε κατοικία με αυλή, κατασκεύαζε με πρόχειρες σανίδες, λαμαρίνες και πέτρες οικήματα τα οποία έσταζαν από την οροφή το χειμώνα με τις βροχές και το χωμάτινο πάτωμα είχε τόση υγρασία που αναγκάζονταν να βάζουν τα παιδιά να κοιμηθούν στο κρεβάτι των γονιών τους για να τα προφυλάξουν από το κρύο. Ηταν φτιαγμένες από πρόχειρα υλικά, είχαν κοινό αποχωρητήριο και κοινό μαγειρείο. Στις συνοικίες Λεύκες και Καμίνια

7. Υπουργείον Εθνικής Οικονομίας, Διεύθυνσις Εργασίας και Κοινωνικής Πρόνοιας/ Επιθεώρησις Εργασίας, Έρευνα επί των συνθηκών... 1921, ό.π., σ. 19-20.

8. Βάσιας Τσοκόπουλος, Πειραιάς 1835-1870. Εισαγωγή στην Ιστορία του Ελληνικού Μάντσεστερ, Αθήνα 1984, σ. 243.

9. Υπουργείον Εθνικής Οικονομίας, Διεύθυνσις Εργασίας και Κοινωνικής Πρόνοιας/ Επιθεώρησις Εργασίας, Έρευνα επί των συνθηκών... 1921, ό.π., σ. 31.

10. Στο ίδιο.

Σελ. 276
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/277.gif&w=600&h=915

οι κάτοικοι υπέφεραν από πυρετούς εξαιτίας των αποβλήτων και του στάσιμου νερού που προέρχονταν από τα εργοστάσια κλωστοϋφαντουργίας, τα μηχανουργεία και, κυρίως, από τα αγγειοπλαστεία.11

Αν αναζητήσουμε τις επιπτώσεις της αρχιτεκτονικής αυτών των εργατικών κατοικιών στην καθημερινή ζωή των γυναικών θα δούμε ότι η αυλή ως κοινόχρηστος χώρος ασκεί μια καταλυτική επίδραση στις προσωπικές και κοινωνικές σχέσεις τους. Είναι ο τόπος που αναπτύσσονται τα δίκτυα της «γειτονικής αλληλεγγύης». Οι πληροφορίες για το πού θα βρουν καλής ποιότητας αγαθά στις καλύτερες τιμές ανταλλάσσονται στην αυλή. Τα παιδιά, όταν δεν υπάρχει γιαγιά ή μεγαλύτερα αδέλφια για να τα προσέχουν, αφήνονται στην αυλή, όπου όλο και κάποια γειτόνισσα θα τα προσέχει. Στην αυλή μαθαίνονται και τα μυστικά της στοιχειώδους ραπτικής και κεντητικής.

Θα ήταν παράλογο να μιλήσει κανείς για «ιδιωτικότητα» ή για «διακριτικότητα» μεταξύ των διαφόρων οικογενειών που συνέθεταν τους ενοίκους μιας κατοικίας. Εξαιτίας των πρόχειρων υλικών και των κοινόχρηστων χώρων ήταν πολύ δύσκολο να ξεφύγει κανείς από τα μάτια και τα αυτιά των υπόλοιπων. Όλα γίνονταν γνωστά, όλα κυκλοφορούσαν με αφάνταστη ταχύτητα μεταξύ των ενοίκων, από το πόσο συχνά μαγείρευαν κρέας, μέχρι τις αιτίες και τις αφορμές για τους τσακωμούς και τους ξυλοδαρμούς που συνέβαιναν τακτικά μεταξύ των μελών μιας οικογένειας.

Στα προβλήματα που παρουσιάζει ο χώρος κατοικίας της εργάτριας εντάσσονται και οι καταστροφές από τις θεομηνίες. Οι περιγραφές των εφημερίδων για τις ζημιές στα σπίτια των εργατικών στρωμάτων συχνά παρουσιάζουν εικόνες βιβλικής καταστροφής. Τον Νοέμβριο του 1896 μια νεροποντή αλλάζει την εικόνα των συνοικιών της Αθήνας και του Πειραιά: «οικήματα πτωχών ανθρώπων κατέρρευσαν, η περιουσία των παρεσύρθη και απωλέσθη, πολλαί δε ανθρώπιναι υπάρξεις εύρον θάνατον οικτρόν εντός της φοβεράς δίνης των υδάτων... Εκεί όπου εύρισκεν καταφύγιον μεταξύ των φιλτάτων η έντιμος εργασία, εκεί απλούνται συντρίμμια και ερείπια και περιφέρονται άστεγοι οικογένειαι, ορφανισθείσαι εντός ωρών και αντηχούσιν οι γόοι και οι κοπετοί των αθώων θυμάτων». Ηταν τόσο αναπάντεχη αυτή η νεροποντή, ώστε μια νέα ράπτρια που το πτώμα της βρέθηκε στα σφαγεία «είχε την δακτυλήθραν εις ένα των δακτύλων».12

Τα σπίτια της Αθήνας και του Πειραιά δεν κινδύνευαν μόνο από τις καιρικές συνθήκες, αλλά και από τους κλέφτες, γιατί τα παραθυρόφυλλα δεν έκλειναν καλά και οι πόρτες είχαν ρωγμές. Το αστυνομικό δελτίο των εφημερίδων ασχολήθηκε συχνά με τις διαρρήξεις φτωχικών κατοικιών. Ένας διαρρήκτης

11. Πρόνοια, αρ. 693, 10-8-1885 και αρ. 697, 17-8-1885.

12. Νέα Εφημερίς, αρ. 321, 16-11-1896.

Σελ. 277
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/278.gif&w=600&h=915

το 1893 μπήκε στην κατοικία μιας εργάτριας στα Πετράλωνα και έκλεψε την προίκα της, η οποία αποτελούνταν από 2 σεντόνια, νυφικό φόρεμα, τραπεζομάνδηλα, πουκάμισα, περισκελίδες, ένα τόπι χασέ, φούστες, μια μηχανή ραψίματος και 50 δρχ. μετρητά.13

Ας μεταφερθούμε τώρα στην Ερμούπολη της Σύρου για να συνθέσουμε το οικιστικό τοπίο. Ο κύριος όγκος των πληροφοριών μας προέρχεται από την έρευνα που έκανε το 1913 ο απεσταλμένος του Υπουργείου Εσωτερικών στη Σύρο, γιατρός Αθανάσιος Τσακαλώτος.14 Βρισκόμαστε την εποχή της διάδοσης των συνθηκών υγιεινής και καθαριότητας και της απολύμανσης για την καταπολέμηση των μικροβίων. Είναι φανερό ότι ο λόγος περί υγιεινής αφορούσε κατά ένα μεγάλο μέρος και την εργατική κατοικία. Πραγματικά, ο Αθανάσιος Τσακαλώτος στη μελέτη του Περί της Δημοσίας Υγείας εν Σύρω και ιδία της φυματιώσεως μας προσφέρει πλούσια τεκμήρια για τις συνθήκες κατοικίας των εργατικών στρωμάτων.

Οι κατοικίες της Ερμούπολης είναι κτισμένες επάνω σ' ένα «γήλοφο», έχοντας οι περισσότερες την πίσω πλευρά και μέρος των πλάγιων πλευρών χτισμένες μέσα στο λόφο. Είναι κακοχτισμένες, χωρίς την κανονική αναλογία ασβέστη, με αποτέλεσμα η υγρασία, τα νερά των βροχών και των υπονόμων να εισρέουν σε αυτές. Οι δρόμοι είναι πολύ στενοί, τα παράθυρα μικρά και η κατοικία ούτε αερίζεται, ούτε φωτίζεται επαρκώς. Και στην Ερμούπολη ο ιδιοκτήτης της κατοικίας ζει στο ανώγειο, ενώ οι εργατικές οικογένειες στο ισόγειο και στο υπόγειο. Αντίθετα με την Αθήνα και τον Πειραιά, οι κατοικίες της Ερμούπολης δεν διαθέτουν αυλή. Οι γυναίκες δεν μπορούν να κάνουν εργασίες όπως το πλύσιμο των ρούχων και το μαγείρεμα έξω από την κατοικία, γιατί αυτή δεν διαθέτει υπαίθριο χώρο, ούτε ακόμη και στο δρόμο, επειδή οι δρόμοι είναι στενοί. Οι υπόνομοι είναι λιθόκτιστοι και ουδέποτε πλένονται. Τα αποχωρητήρια των οικιών είναι πρωτόγονης κατασκευής, συνδέονται απευθείας με τον υπόνομο, όπως και ο οχετός του μαγειρείου. Γι' αυτό η αποφορά είναι μεγάλη.15 Για τις γυναίκες ο καθαρός αέρας στο ύπαιθρο είναι εντελώς άγνωστο πράγμα. Ο κυριακάτικος περίπατος γίνεται στο κέντρο της πόλης, στην πλατεία, αφού οι δύο κύριοι δρόμοι που οδηγούν προς τις εξοχές του Πισκοπειού και των Βαποριών είναι σε άθλια κατάσταση.16

13. Νέα Εφημερίς, αρ. 218, 6-8-1893.

14. Μετά το Βαλκανικό Πόλεμο οι στρατιωτικοί γιατροί, έφεδροι και μόνιμοι, που ασχολούνταν με τη μικροβιολογία στέλνονταν στα μεγάλα λιμάνια για να ιδρύσουν συνεργεία, καθώς λόγω της απόλυσης των επιστράτων, υπήρχε ο κίνδυνος μετάδοσης και εξάπλωσης της χολέρας. Ένας από αυτούς ο Αθανάσιος Τσακαλώτος, δημοσίευσε το 1914 τα πορίσματα της έρευνάς του. Βλ. Αθανάσιος Τσακαλώτος, Περί της δημοσίας υγείας εν Σύρω και ιδία της φυματιώσεως, Αθήνα 1914.

15. Αθανάσιος Τσακαλώτος, ό.π., σ. 21. 16. Στο ίδιο, σ. 20.

Σελ. 278
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/279.gif&w=600&h=915

Όσον αφορά την επίπλωση των εργατικών κατοικιών, θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι στοιχειώδης. Το κρεβάτι στο οποίο κοιμάται το αντρόγυνο το μοιράζεται με κάποιο μικρό παιδί. Όταν υπάρχει δεύτερο κρεβάτι, σε αυτό κοιμούνται τα παιδιά της οικογένειας δύο ή και τρία μαζί. Δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις που το στρώμα της οικογένειας ακουμπά απευθείας στο χώμα εξαιτίας της έλλειψης των οικονομικών μέσων για να αγοράσουν κρεβάτι. Ένα μικρό τραπέζι με 2-3 καθίσματα (σκαμνιά) για να κάθονται τα μέλη της οικογένειας, καθώς και η πατροπαράδοτη κασέλα για τα ενδύματα, αποτελούν τα έπιπλα της οικογένειας. Το 1921 η επιθεωρήτρια εργασίας περιερχόμενη τις κατοικίες των εργατών παρατηρεί το εξής: ενώ δεν υπάρχει κρεβάτι ξεχωριστό για το κάθε μέλος της οικογένειας, πολλά σπίτια διαθέτουν τον περιβόητο μπουφέ της αστικής τάξης.17 Είναι φανερό ότι έχουμε να κάνουμε με την εξάπλωση ενός αγαθού του υλικού πολιτισμού που ξεκινάει από τα εύπορα στρώματα της κοινωνίας για να διαχυθεί στη συνέχεια στα υπόλοιπα.

Μετά τη σύνθεση της εικόνας της κατοικίας στις τρεις ελληνικές πόλεις, την Αθήνα, τον Πειραιά και την Ερμούπολη, που έχουν εργατικό πληθυσμό, θα εξετάσουμε το ζήτημα της υγιεινής και καθαριότητας της κατοικίας.

2. ΟΙ ΣΥΝΘΗΚΕΣ ΔΙΑΒΙΩΣΗΣ ΚΑΙ Ο ΚΙΝΔΥΝΟΣ ΤΩΝ ΜΟΛΥΣΜΑΤΙΚΩΝ ΑΣΘΕΝΕΙΩΝ

Οι έρευνες της Επιθεώρησης Εργασίας για τις κατοικίες του εργατικού πληθυσμού της Αθήνας και του Πειραιά, του Αθανασίου Τσακαλώτου για τη Σύρο και ειδικότερα για την Ερμούπολη, αλλά και ο ημερήσιος τύπος, επικεντρώνουν την προσοχή τους στο συσχετισμό της κατοικίας και των συνθηκών διαβίωσης με την εξάπλωση των ασθενειών. Στο σημείο αυτό Θα ήθελα να αναφέρω ότι ιδρύονται και σύλλογοι υγιεινής με σκοπό τη διάδοση της υγιεινής και της καθαριότητας στα ευρύτερα στρώματα, κυρίως στα εργατικά, του ελληνικού πληθυσμού. Επίσης και το Λύκειο των Ελληνίδων αφιερώνει ένα μεγάλο μέρος της φιλανθρωπικής του δράσης στο διαφωτισμό των κατοίκων των εργατικών συνοικιών της Αθήνας και του Πειραιά για την πρόληψη της φυματίωσης. Οι γυναίκες ως υπεύθυνες του οίκου είναι αυτές που θα πρέπει να φροντίσουν για την υγιεινή και την καθαριότητα της οικογένειας. Αν και το ζήτημα της σχέσης των ασθενειών με τα εργατικά στρώματα είναι γενικό, κρίνω σκόπιμο να το σχολιάσουμε, επειδή η εργάτρια όχι μόνο ανήκει σ' αυτά, αλλά συνάμα αποτελεί το υπεύθυνο πρόσωπο «εις τα του οίκου».

17. Υπουργείον Εθνικής Οικονομίας, Διεύθυνσις Εργασίας και Κοινωνικής Πρόνοιας/ Επιθεώρησις Εργασίας, Έρευνα επί των συνθηκών..., ό.π., σ. 27.

Σελ. 279
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/280.gif&w=600&h=915

Οι κυριότερες ασθένειες που σχετίζονται με τις συνθήκες διαβίωσης και ιδιαίτερα με την κατοικία, είναι ο τύφος, οι γαστρεντερίτιδες, η ελονοσία και η φυματίωση. Αντίθετα, οι ευθύνες για την πρόληψη και την εξάλειψη της ευλογιάς εναποτίθενται στις κρατικές και δημοτικές αρχές και στους εργοδότες-εργοστασιάρχες. Συγκεκριμένα, το κράτος φροντίζει για την προμήθεια του εμβολίου της ευλογιάς. Ενώ οι δημοτικοί γιατροί με έναν ιερέα περιέρχονται τις συνοικίες και τα εργοστάσια και εμβολιάζουν τους κατοίκους. Επειδή πολλές φορές, για λόγους προκατάληψης, άγνοιας των κινδύνων ή ακόμη και φόβου για τον εμβολιασμό, οι αρχές αντιμετωπίζουν την άρνηση των κατοίκων να εμβολιασθούν τότε χρησιμοποιούν ακόμη και την επέμβαση της αστυνομίας.18 Άλλοτε οι ίδιοι οι βιομήχανοι-εργοστασιάρχες αναλαμβάνουν να ρίξουν στους τοίχους των κατοικιών του προσωπικού τους φαινικό οξύ για την απολύμανση τους κατά της ευλογιάς.19

Όπως ήδη διαπιστώσαμε, οι κατοικίες περιβάλλονται, κυρίως στον Πειραιά και στην Ερμούπολη, από στάσιμα ύδατα είτε λόγω της τοπογραφικής θέσης τους είτε λόγω των αποβλήτων των εργοστασίων. Αυτό αποτελεί και την κύρια αιτία εξάπλωσης της ελονοσίας. Ο τύφος και οι γαστρεντερίτιδες οφείλονται κυρίως στον τρόπο ύδρευσης καθώς και στην κακή ποιότητα της τροφής. Η συλλογή επαρκούς ποσότητας νερού για ολόκληρη την οικογένεια ανήκει στα καθήκοντα των γυναικών. Εκτός από το βρόχινο νερό που συλλέγουν σε στέρνες ή ακόμη και σε τενεκέδες και σε λεκάνες για να το χρησιμοποιήσουν είτε για πόσιμο είτε για την καθαριότητα του σπιτιού, υπάρχει και το νερό των φρεατίων που βρίσκονται στις αυλές, στις οδούς και τη βρύση των συνοικιών, από τα οποία προμηθεύονται οι γυναίκες νερό. Δυστυχώς, όμως, επειδή τα φρεάτια είναι ως επί το πλείστον λιθόκτιστα, σε αρκετές περιπτώσεις συγκοινωνούν με τους υπονόμους των κατοικιών. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα τη μόλυνση του νερού και την προσβολή αυτών που το χρησιμοποιούν από ασθένειες όπως είναι οι γαστρεντερίτιδες και ο τύφος. Αν και δεν διαθέτω στατιστικά στοιχεία, πιστεύω ότι επειδή οι γυναίκες έρχονταν σε επαφή περισσότερο από τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας με το νερό —μαγείρευαν, έπλεναν τις οικιακές συσκευές και έκαναν και την μπουγάδα του σπιτιού— ήταν και πιο ευάλωτες σ' αυτές τις ασθένειες.

Όσον αφορά την αρρώστια-μάστιγα της εποχής, τη φυματίωση, που πραγματικά κάνει θραύση στα εργατικά στρώματα, οι κακές συνθήκες υγιεινής στην κατοικία συμβάλλουν τα μέγιστα στη διάδοση της. Τα διαθέσιμα στατιστικά στοιχεία μας δίνουν τον αριθμό των θανάτων από φυματίωση στην Ερμούπολη

18. Σφαίρα, αρ. 4573, 27-6-1897 και αρ. 4582, 27-6-1897" Πρόνοια, αρ. 266, 223-1883.

19. Σφαίρα, αρ. 4984, 21-10-1898.

Σελ. 280
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/281.gif&w=600&h=915

λη:20 το 1910 το 10% των θανάτων οφειλόταν στη φυματίωση, το 1911 το 17%, το 1912 το 18% και το 1913 το 19,5%. Οι εργάτριες προσβάλλονταν εύκολα από την ασθένεια. Από τα 60 πρόσωπα που έπασχαν στην Ερμούπολη από πνευμονική φυματίωση το 1913, οι 18 ήταν εργάτριες.21 Εδώ θα πρέπει να σημειώσουμε ότι η οικογένεια του προσώπου που έπασχε από φυματίωση δεν ήθελε να το γνωστοποιήσει ευρύτερα. Έτσι πολλές φορές οι γιατροί δήλωναν άλλη αιτία θανάτου αντί για φυματίωση.

Πώς να αντιμετωπίσουν οι εργατικές οικογένειες το σλόγκαν των υγειονομιστών «ο φυματικός διαδίδει την φυματίωσιν», όταν δεν έχουν ούτε τις απαιτούμενες γνώσεις, αλλά, κυρίως, ούτε την απαιτούμενη οικονομική επιφάνεια για να αντιμετωπίσουν έστω και προληπτικά την ασθένεια. Συγκεκριμένα, δεν διαθέτουν χρήματα για να σταματήσει το πρόσωπο που πάσχει την εργασία του, δεν διαθέτουν χρήματα για να νοικιάσουν σπίτι με δεύτερο δωμάτιο για να απομονώσουν τον ασθενή, δεν διαθέτουν χρήματα για να αγοράσουν τα ιδιαίτερα σκεύη και πανικά που απαιτούνται για να μην κολλήσει ολόκληρη οικογένεια. Τέλος, όταν ο ασθενής πεθάνει, αντί να τα πετάνε ή να τα καίνε, λόγω ανέχειας είτε χρησιμοποιούν τα ρούχα του, το στρώμα του και τα σκεπάσματά του, είτε τα πουλούν στα παλαιοπωλεία ρούχων χωρίς απολύμανση. Ακόμη και στην περίπτωση που τα κάψουν ή τα πετάξουν, δεν υπάρχει καμιά κρατική μέριμνα για τη δωρεάν προμήθεια και αντικατάσταση των στοιχειωδών. Για την επιβαλλόμενη απολύμανση της κατοικίας του φυματικού με φορμόλη δεν υπάρχουν τα απαραίτητα χρήματα, αφού γίνεται με δαπάνη της οικογένειάς του και όχι του κράτους ή του δήμου.

Μετά την εξέταση των κυριότερων ασθενειών σε σχέση με τις συνθήκες διαβίωσης και την εργατική κατοικία θα επικεντρώσουμε την προσοχή μας στο θέμα της καθαριότητας και της υγιεινής του σώματος της εργάτριας.

3. Η ΠΟΛΥΤΕΛΕΙΑ ΤΟΥ ΦΤΩΧΟΥ: Η ΚΑΘΑΡΙΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΕΡΓΑΤΡΙΑΣ ΣΤΟΝ ΠΑΤΕΡΝΑΛΙΣΤΙΚΟ ΛΟΓΟ ΤΟΥ 19ου ΑΙΩΝΑ

Προσπαθώντας να ανασυνθέσουμε με βάση τις πέντε αισθήσεις το τοπίο της ελληνικής πόλης στο δεύτερο ήμισυ του 19ου αιώνα ανακαλύπτουμε δύο αντίθετες εικόνες: στη μια κυριαρχούν ο βόρβορος στον οποίο βυθίζονται μέχρι τα γόνατα οι λαϊκές τάξεις,22 οι αναθυμιάσεις των βόθρων και των σφαγείων, οι

20. Αθανάσιος Τσακαλώτος, ό.π., σ. 12.

21. Στο ίδιο, σ. 27.

22. Ανώνυμος, «Τα έργα σας», Ποσειδών, αρ. 1163, 21-3-1879.

Σελ. 281
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/282.gif&w=600&h=915

υπαίθριοι κοπριστές και οι ρυπαροί μαχαλάδες του Βατραχονησιού, της Βάθειας, των Καμινιών- ενώ στην άλλη κυριαρχούν δρόμοι και μαγαζιά με ευρωπαϊκή όψη, η κοσμοπολίτικη ατμόσφαιρα του Φαλήρου, τα σκιερά μονοπάτια του Βασιλικού Κήπου, και οι βίλες της Κηφισιάς.23 Δημοσιογράφοι, λογοτέχνες, όπως ο Ροΐδης και ο Μητσάκης, καθώς και φιλανθρωπικοί σύλλογοι ανακαλύπτουν και καταγράφουν το τοπίο με τις αντιθέσεις του. Οι συζητήσεις για τον εξωραϊσμό των πόλεων και των ανθρώπων κορυφώνονται με τις προετοιμασίες για την τέλεση των Α' Ολυμπιακών Αγώνων. Για την ελληνική κοινωνία η αποκατάσταση της καθαριότητας αποτελεί σημάδι ευημερίας, υγείας και πολιτισμού.24

Ο Γεώργιος Τυπάλδος, αρθρογράφος του περιοδικού Οικονομική Επιθεώρησις, μας μυεί στις συνήθειες της καθαριότητας που επικρατούσαν στην Αθήνα το 1874. Οι κάτοικοι της πόλης είχαν να επιλέξουν ανάμεσα στο λουτρό με κρύο νερό (ψυχρολουσία), στο λουτρό με χλιαρό νερό, στο λουτρό με θερμό ατμό που γινόταν στα δημόσια λουτρά, καθώς και στα θαλάσσια λουτρά που γίνονταν στις παραλίες.25 Όμως, η τήρηση των συνηθειών της καθαριότητας σχετιζόταν με τις κοινωνικές διαβαθμίσεις και την οικονομική ευμάρεια του πληθυσμού.

Ας δούμε από κοντά τις κοινωνικές ομάδες που εμπλέκονται σ' αυτό το θέμα. Είναι οι νεοφερμένοι της νεοελληνικής πόλης που συνιστούν δύο αντίθετους κοινωνικούς πόλους. Οι ομογενείς της διασποράς και οι φτωχοί των πόλεων. Για τους ομογενείς που συνιστούν την κυρίαρχη αστική τάξη, η καθαριότητα αποδεικνύει την οικονομική και κοινωνική τους υπεροχή. Γιατί προϋποθέτει χρόνο, κατάλληλη υποδομή (χώρο και νερό), εξοπλισμό (σαπούνι και ρούχα) και συνήθειες καλής αγωγής. Για τους φτωχούς η έλλειψη καθαριότητας, που αναγνωρίζεται από τον ιδρώτα, τις μυρωδιές και τα ντρίλινα ρούχα, αποτελεί ένα σημάδι βαθιάς διαφοροποίησης, ακόμη και περιθωριοποίησης, από

23. Από τη λογοτεχνία και τους περιηγητές μπορούμε να αναζητήσουμε πολλά στοιχεία που βοηθούν στην ανάπλαση της εικόνας της πόλης. Συγκεκριμένα αναφέρω τα εξής δημοσιεύματα του Εμμανουήλ Ροΐδη στην εφημερίδα Εστία το 1896: «Αθηναϊκοί περίπατοι», «Περίπατοι εις τας Αθήνας Β'», «Περίπατοι εις τας Αθήνας Γ'». Ο Μιχαήλ Μητσάκης το 1887 στο Αθηναϊκαί Σελίδες επανέκδοση στο Πεζογραφήματα, Αθήνα 1988, περιγράφει εικόνες της Αθήνας. Από τους περιηγητές, ο Henri Belle στο βιβλίο του Ταξίδι στην Ελλάδα 1861-1874, Αθήνα 1993, σ. 111-115.

24. Ο Georges Vigarello, στηριζόμενος στο έργο του γερμανού κοινωνιολόγου Norbert Elias, La civilisation des moeurs, Παρίσι 1973, επικεντρώνει το ενδιαφέρον του στο θέμα της καθαριότητας, συσχετίζοντάς το απολύτως με την έννοια του πολιτισμού. Βλ. Georges Vigarello, Le propre et le sale. L'hygiène du corps depuis le Moyen Age, Παρίσι 1991.

25. Γεώργιος Τυπάλδος, «Κοινωνική καθαριότης», Οικονομική Επιθεώρησις, Αθήνα 1874, σ. 318-319.

Σελ. 282
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/283.gif&w=600&h=915

τα υπόλοιπα κοινωνικά στρώματα της πόλης.26 Η εικόνα τους προκαλεί ανησυχίες και επιβάλλει την αντιμετώπιση τους. Ένα μέσο για την αντιμετώπιση αυτής της ανησυχίας είναι η διαπαιδαγώγηση των φτωχών στην καθαριότητα. Γιατί η καθαριότητα του φτωχού είναι η εγγύηση για την ηθικότητά του. Οι φιλανθρωπικοί σύλλογοι αναλαμβάνουν τη διάδοση της καθαριότητας. Μιας καθαριότητας που ακολουθεί διαβαθμίσεις: από τον δρόμο στην κατοικία και από την κατοικία στο ανθρώπινο σώμα. Ως προς τις εργαζόμενες γυναίκες των κατώτερων στρωμάτων, η προσοχή τους εστιάζεται στη νέα εργάτρια, η οποία σύμφωνα με τις διακηρύξεις τους βρίσκεται σε «ημικτηνώδη κατάσταση εκ της παντελούς ελλείψεως στοιχειώδους μορφώσεως και ανατροφής».27 Οι υπηρέτριες και οι τροφοί λόγω της συγκατοίκησης τους με τις αστικές οικογένειες μπορούν να μυηθούν και να εξοικειωθούν με την καθαριότητα χωρίς να χρειάζονται ειδικό εκπαιδευτικό πλαίσιο.

Η νέα εργάτρια ως ηθικός αρχηγός της μελλοντικής της οικογένειας πρέπει να λάβει την κατάλληλη αγωγή και εκπαίδευση ώστε να εφαρμόσει και να μεταδώσει σωστές αρχές στα παιδιά της.28 Από τα αρχεία των Κυριακών Σχολείων που είχα την ευκαιρία να μελετήσω —συγκεκριμένα του Κυριακού Σχολείου που ίδρυσε η Καλλιρρόη Παρρέν, του Κυριακού Σχολείου του Πειραιά και του Κυριακού Σχολείου του ΕΚΑ που ιδρύθηκε αργότερα από την Αύρα Θεοδωροπούλου—, παρατήρησα ότι τόσο στις λογοδοσίες τους, όσο και στα έντυπά τους επαναλαμβάνεται τακτικά η έκφραση «εκπολιτισμός της εργάτριας». Εδώ ανακύπτει ένα ερώτημα: τι ακριβώς σημαίνει εκπολιτίζω τις εργάτριες; Η απάντηση μας δίνεται από τις ίδιες τις πηγές: Σημαίνει ότι οι σύλλογοι αυτοί έχουν σκοπό την ηθική διαπαιδαγώγηση και εκπαίδευση της εργάτριας. Και πιο συγκεκριμένα την παροχή στοιχειωδών γνώσεων, δηλαδή αυτών που αντιστοιχούν στην κοινωνική τους τάξη και στο επάγγελμα τους.29

Εκτός από τα βασικά μαθήματα (ανάγνωση, γραφή, αριθμητική, ιερά κατήχηση), οι εργάτριες διδάσκονται υγιεινή και καθαριότητα. Και στα τρία Κυριακά Σχολεία τον περισσότερο καιρό το μάθημα της υγιεινής γίνεται από τη γιατρό και συγγραφέα βιβλίων που έχουν σχέση με τη διαπαιδαγώγηση, Άννα

26. Για τη σύνδεση της καθαριότητας με τα κοινωνικά στρώματα βλ. Philippe Perrot, Le travail des apparences. Le corps féminin XVIIe-XIXe siècle, Παρίσι 1984, σ. 107-116.

27. Ανώνυμος, «Θεραπαινίδες και τροφοί», Εφημερίς των Κυριών, αρ. 250, 24-1 -1893.

28. Ελένη Γεωργιάδου, «Αι εργαζόμεναι γυναίκες», Εφημερίς των Κυριών, αρ. 690, 13-1-1902.

29. Βλ. τις ετήσιες λογοδοσίες του Συνδέσμου Κυριών Πειραιώς προς Προστασίαν της Εργάτιδος από το 1907 έως και το 1923" τα άρθρα που δημοσιεύονται στο περιοδικό Εφημερίς των Κυριών επίσης βλ. Αύρα Θεοδωροπούλου, «Το Κυριακό Σχολείο Εργατριών», ανατύπωση από το Δελτίον του Εκπαιδευτικού Ομίλου 1915, Αθήνα 1916.

Σελ. 283
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/284.gif&w=600&h=915

Κατσίγρα-Μελά. Στο μάθημα της υγιεινής οι μαθήτριες-εργάτριες διδάσκονται να λαμβάνουν προφυλακτικά μέτρα για την αποφυγή δύο κυρίως ασθενειών, της φυματίωσης και της ελονοσίας, καθώς και κανόνες για την καθαριότητα του σώματος τους και την ευπρεπή τους εμφάνιση. Η έννοια της υγιεινής, όπως διδάσκεται, συμπεριλαμβάνει την καθαριότητα και την υγεία. Για να γίνουμε πιο σαφείς, η καθαριότητα αποτελεί το συνδετικό κρίκο ανάμεσα στην υγιεινή και την υγεία. Όμως η καθαριότητα συνδέεται και με την ηθική, προστίθεται δηλαδή στις αρετές γιατί εξασφαλίζει την τάξη. Στον κανονισμό των Κυριακών Σχολείων αναγράφεται ότι η εργάτρια για να γίνει δεκτή πρέπει να είναι «καθαρά εις την κεφαλήν και το σώμα της, τακτική εις τα φορέματά της».30 Στον έλεγχο των μαθητριών η καθαριότητα βαθμολογείται. Σε αντίθεση με τα σχολεία τακτικής φοίτησης, όπου το μάθημα της υγιεινής είναι δευτερεύουσας σημασίας, τα Κυριακά Σχολεία δίνουν μεγάλη σημασία στην προπαγάνδα υπέρ της υγιεινής, που, σύμφωνα με τις δηλώσεις των υπεύθυνων γυναικών, για τις εργάτριες είναι terra incognita.31 Μεταξύ των γυναικών που ασχολούνται με την εκπαίδευση και αγωγή των εργατριών, και της ίδιας της εργάτριας-μαθήτριας υποβόσκει μια κοινωνική αντιπαράθεση: αυτή ανάμεσα στην έννοια του «πολιτισμένου» και του «απολίτιστου». Βεβαίως, δεν πρόκειται για αντίθεση της μορφής «καλό»-«κακό», αλλά αναφέρεται σαφώς στις βαθμίδες της εξελικτικής πορείας που ακολουθούν οι πρακτικές της καθαριότητας. Η καθαριότητα είναι μια διαδικασία που εκδηλώνεται αποκλειστικά μέσα στο πλαίσιο μιας ορισμένης «πολιτισμένης» συμπεριφοράς. Με τις πρακτικές της καθαριότητας ο πολιτισμός εισβάλλει σταδιακά στον κόσμο των αισθήσεων. Η μύηση της εργάτριας στην καθαριότητα της χαρίζει υγεία, ευρωστία, την απομακρύνει από τη βαρβαρότητα, την εξοικειώνει με νέες συμπεριφορές, όπως είναι η υγιεινή, η απλότητα και η τάξη. Όμως, το οικονομικό χάσμα που δημιουργείται ανάμεσα στα κυρίαρχα αστικά στρώματα και στους φτωχούς των πόλεων έχει πολιτιστικά επακόλουθα.

Με δεδομένη την οικονομική κατάσταση της εργάτριας, ας διερευνήσουμε γιατί η καθιέρωση της καθαριότητας αποτελεί γι' αυτήν πολυτέλεια.

Ο χώρος που αναλογούσε στην κάθε εργάτρια ήταν ένα κοινό δωμάτιο ύπνου για όλη την οικογένεια και ένα κοινό πλυσταριό για όλους τους συνοίκους της αυλής.32 Δημόσια γυναικεία λουτρά δεν είχε ούτε η Ερμούπολη33 ούτε η Αθήνα. Τα δημόσια γυναικεία λουτρά στη συνοικία της Μουνιχίας, στον Πει

30. Κανονισμός του Εργατικού Κέντρου Αθηνών, Αθήνα 23 Αυγούστου 1912.

31. Βλ. Αύρα Θεοδωροπούλου, ό.π., σ. 5-6.

32. Βλ. Ευγενία Ζωγράφου, «Πώς εργάζονται αι γυναίκες μας», Δημοσιεύματα, τ. 4, Αθήνα 1903, σ. 50" Αύρα Θεοδωροπούλου, «Τα Λουτρά των Εργατίδων», Εστία, 18-11-1911.

33. Αθανάσιος Τσακαλώτος, Περί της δημοσίας υγείας εν Σύρω..., ό.π., σ. 29.

Σελ. 284
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/285.gif&w=600&h=915

Πειραιά, ήταν τα μοναδικά. Εκεί η διεξαγωγή του μπάνιου αποτελούσε πρόβλημα για τις γυναίκες. Από την εφημερίδα Σφαίρα πληροφορούμαστε ότι οι «πετρομαχούντες παίδες» έσπαγαν τα τζάμια των λουτρών, με αποτέλεσμα η διαδικασία του μπάνιου να παρουσιάζει εξαιρετικές δυσκολίες για τις γυναίκες.34 Θα έπρεπε να έχει κανείς μεγάλη δόση εφευρετικότητας για να κατορθώσει με τα μέσα αυτά να κάνει ένα γενικό λουτρό. Το 1903 η Ευγενία Ζωγράφου προτείνει στους ιδιοκτήτες των εργοστασίων να δημιουργήσουν λουτρά και πλυντήρια ενδυμάτων για τις εργάτριες. Το θερμό νερό που εξέρχεται από τις μηχανές κατά την εξάτμιση θα μπορούσε να κατευθυνθεί σε ειδική αίθουσα και να χρησιμοποιηθεί για λουτρό των εργατριών. Με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία μου η πρόταση της δεν εισακούσθηκε. Εκτός όμως από το χώρο για το λουτρό, οι εργάτριες δεν διέθεταν ούτε τον απαραίτητο χρόνο, ούτε νερό, ούτε σαπούνι. Στην καλύτερη περίπτωση η τροφοδοσία του νερού γινόταν από τη βρύση του δρόμου που βρισκόταν πολλές φορές σε μεγάλη απόσταση από την κατοικία. Στη χειρότερη περίπτωση αντλούσαν νερό από τα πηγάδια ή από δεξαμενές. Το νερό ήταν περιορισμένο λόγω της λειψυδρίας κατά τους θερινούς μήνες. Ακόμα και το νερό από τη βρύση του δρόμου διοχετευόταν κάθε δεύτερη μέρα το χειμώνα και κάθε τρεις, τέσσερις, έως και πέντε ημέρες το καλοκαίρι.35 Πώς οι γυναίκες αυτές θα εξοικονομούσαν νερό ώστε η οικογένεια να κάνει άφθονη χρήση και να περισσέψει για το λουτρό τους;

Το κοινό σαπούνι και το χτένι για τα μαλλιά αποτελούσαν είδη πολυτελείας. Αυτό αποδεικνύεται από το γεγονός ότι τα Κυριακά Σχολεία των Εργατριών κατά τις γιορτές των Χριστουγέννων και στις εξετάσεις του Ιουνίου προσέφεραν ως δώρα ή ως βραβεία στις εργάτριες σαπούνια και χτένια. Η Ένωσις των Ελληνίδων διένεμε σαπούνια και χτένια στις οικογένειες των λαϊκών συνοικιών.

Η διαδικασία των πρακτικών καθαριότητας βασιζόταν στην οικονομία του χώρου, του χρόνου, του νερού, των υλικών και των κινήσεων. Μια πήλινη γαβάθα με χλιαρό νερό, ένας άδειος κάδος που χρησίμευε και για την μπουγάδα, μια βούρτσα απ' αυτές που τρίβουν τα πατώματα ή ένα σφουγγάρι και ένα κομμάτι φανέλας ήταν τα απαραίτητα υλικά για το λουτρό. Πριν το μπάνιο έπρεπε να τρίψουν το σώμα τους για να ανέβει η θερμοκρασία και να ανοίξουν οι πόροι, μετά με την φανέλα έπρεπε να σκουπιστούν. Όσον αφορά την υγιεινή των μαλλιών, αυτά έπρεπε να βρέχονται και να κτενίζονται καθημερινά. Έπρεπε να λούζονται τακτικά (δύο φορές την εβδομάδα), έτσι ώστε να μην αναπτύσσουν παράσιτα (ψείρες, τριχοφάγο, ψώρα κ.ά.). Η περιποίηση των δοντιών

34. Σφαίρα, αρ. 1287, 16-3-1885.

35. Υπουργείον Εθνικής Οικονομίας, Διεύθυνσις Εργασίας και Κοινωνικής Πρόνοιας/ Επιθεώρησις Εργασίας, Έρευνα επί των συνθηκών... 1921, Αθήνα 1922.

Σελ. 285
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/286.gif&w=600&h=915

προστίθεται πολύ αργότερα στις πρακτικές καθαριότητας. Το 1911 προσφέρεται σκόνη για το καθαρισμό των δοντιών ως βραβείο στις εξετάσεις του Κυριακού Σχολείου του ΕΚΑ.

Το πλύσιμο των ρούχων είναι επίπονο, χρονοβόρο και δαπανηρό. Γιατί οι εργάτριες θα πρέπει να θυσιάσουν την Κυριακή, να εξοικονομήσουν σαπούνι, στάχτη και ξύλα, είδη που δεν προσφέρονται σε αφθονία, για να πλύνουν τα ρούχα τους. Έτσι θεωρείται κατόρθωμα για τις εργάτριες να τα πλένουν μια φορά το μήνα.

Η διαδικασία του λουτρού αποτελεί έναν ισχυρό αυτοαναγκασμό. Οι εργάτριες πρέπει να αναπτύξουν τέτοιου τύπου συνήθειες ώστε να χαλιναγωγηθούν. Μέσω της καθαριότητας και της ευπρέπειας διακόπτεται η συμβολική βία που ασκούν οι βρόμικοι και οι ατημέλητοι. Η εργάτρια για να ενταχθεί κοινωνικά και να ξεφύγει από τις αγροτικές της καταβολές πρέπει να αισθανθεί απέχθεια προς τη βρώμα, σεβασμό προς την καθαριότητα, την αίσθηση του καθήκοντος και της εργασίας. Για τα ανύπαντρα κορίτσια της αστικής τάξης η εμφάνιση τους αποτελεί απόδειξη της κοινωνικής και οικονομικής τους κατάστασης και χρησιμεύει κυρίως ως επένδυση για την ανεύρεση συζύγου. Οι εργάτριες πρέπει, αντιθέτως, με την εμφάνιση τους να αποδεικνύουν ότι εργάζονται για να ζήσουν και όχι για να ντυθούν. Σύμφωνα με τα κυρίαρχα κοινωνικά πρότυπα, οι νέες εργάτριες με την εμφάνισή τους δεν πρέπει να επιδεικνύουν τίποτε άλλο εκτός από την καθαριότητά τους. Πρέπει να φορούν απλά —όχι πολυτελή— και άνετα ρούχα ώστε να διευκολύνονται οι κινήσεις. Η καθαριότητα των ρούχων απαιτεί την αφαίρεση των λεκέδων και των οσμών. Τα εσώρουχα των γυναικών πρέπει να αλλάζονται μια ή δυο φορές την εβδομάδα.36 Όμως, αυτό αποτελεί ένα πρόβλημα γιατί οι γυναίκες δεν έχουν χρήματα για να αγοράσουν λευκό ύφασμα και να ράψουν εσώρουχα. Το λευκό βαμβακερό ύφασμα —κατάλληλο για τη ραφή εσωρούχων— θεωρείται πολύτιμο χριστουγεννιάτικο δώρο για τις εργάτριες που φοιτούν στα Κυριακά Σχολεία. Τα κουρελιασμένα βαμβακερά ενδύματα της νεοαφιχθείσας στην πόλη εργάτριας πρέπει να αντικατασταθούν με καθαρά, ατσαλάκωτα και καλομπαλωμένα ρούχα. Η διδασκαλία στοιχειωδών γνώσεων κοπτικής, ραπτικής και «εμβαλωματικής» στα Κυριακά Σχολεία έχει ως πρωταρχικό σκοπό τη βελτίωση της εξώτερικής εικόνας της εργάτριας.

Αντίθετα, για τις εργάτριες που ντύνονται πολυτελώς, παραβαίνοντας τα πρότυπα της σεμνότητας και της νοικοκυροσύνης, δημιουργείται ένα κλίμα καχυποψίας και απόρριψης. Το φαινόμενο παρατηρείται στις νέες που εργάζονται στα εργαστήρια μοδιστρικής και στα καπελάδικα. Προφανώς η επαφή με τις αστές, με τους τρόπους τους και τις νοοτροπίες τους, δημιουργεί στις εργάτριες

36. Παναγιώτης Χριστόπουλος, Μαθήματα Υγιεινής, Αθήνα 1920, σ. 79.

Σελ. 286
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/287.gif&w=600&h=915

τριες την επιθυμία της μίμησης. Η πολυτέλεια της νέας εργάτριας προκαλεί αναστάτωση σε όλους γιατί ανατρέπει αποδεκτούς κώδικες και συμπεριφορές. Φανερώνει σπατάλη και υπονοεί ανηθικότητα. Το 1920 η επιθεωρήτρια εργασίας Άννα Μακροπούλου σημειώνει ότι αρκετές εργάτριες «διαθέτουν τα περισσεύματά των εις είδη πολυτελείας, αδιαφορούσαι παντελώς διά το μέλλον των».37 Πραγματικά, η εικόνα της καθαρής εργάτριας φανερώνει την εκπαίδευση της και την υποταγή της στις νέες αρχές που βασίζονται στην υγιεινή του σώματος χαι στη σεμνότητα της ενδυμασίας. Το πνεύμα της νοικοκυροσύνης και της αποταμίευσης κυριαρχεί. Η ένταξή της στον κόσμο της εργασίας διευκολύνεται. Κάθε άλλη συμπεριφορά —κυρίως η υιοθέτηση της πολυτέλειας— αποτελεί παραβίαση των κυρίαρχων αναπαραστάσεων στην κοινωνία.

Η ιδιοκτήτρια μεταξοϋφαντήριου Καρασταμάτη διευκρινίζει τι ακριβώς θεωρείται πολυτέλεια για τη νέα εργάτρια και αποκαλύπτει τις ανησυχίες της: «Η ελληνίς εργάτις ουδέν άλλο ιδανικόν έχει δι' ουδέν άλλο φροντίζει ή πώς να αμείβεται καλώς, να έχη μεταξωτό φόρεμα, ωρολόγιον της χειρός, να φορή την καλυτέραν κάλτσαν, να περιποιήται τους όνυχας, το πρόσωπον και την κόμην της, και να φροντίζει πώς να εύρη ένα σύζυγον, όστις θα εξασφαλίσει εις αυτήν άνετον βίον και αποχήν από πάσης εργασίας εν τω μέλλοντι».38 Ας ερμηνεύσουμε τον λόγο της: Για το πρότυπο εμφάνισης της εργάτριας έχει δημιουργηθεί ένα ηθικό, και αισθητικό σύστημα αναπαραστάσεων, το οποίο βασίζεται στη διαφοροποίησή της από τα κυρίαρχα αστικά στρώματα. Γι' αυτό η κατάκτηση της καθαριότητας από τις νέες εργάτριες θα είναι πάντοτε μισή αρχοντιά και ποτέ ολόκληρη.

4. Η ΔΙΑΤΡΟΦΗ

Η μετάβαση από την κοινωνία της αυτοκατανάλωσης αγαθών, όπου κάθε νοικοκυριό διέθετε λαχανόκηπο, ελιά, αμπέλι και κατοικίδια (κατσίκα, γουρούνι, κότες), στην κοινωνία της εκχρηματισμένης αγοράς σήμαινε για τους νεοαφιχθέντες κατοίκους της πόλης την εξοικείωση τους με νέα είδη και νέους τρόπους διατροφής. Ασφαλώς μια μερίδα των κατοίκων που είχαν επαφή με τον τόπο καταγωγής τους και τη δυνατότητα να εξασφαλίζουν τρόφιμα από εκεί δεν άλλαξε εντελώς τη διατροφή της. Ο Κωνσταντίνος Τσουκαλάς εύστοχα παρατηρεί την οικοδόμηση ενός εξωαγροτικού δικτύου μέσα στους κόλπους της

37. Υπουργείον Εθνικής Οικονομίας, Διεύθυνσις Εργασίας, Εκθέσεις τον προσωπικού Επιθεωρήσεως Εργασίας επί της εφαρμογής των εργατικών νόμων το έτος 1921, Αθήνα 1923, σ. 83.

38. Σπάρτη Καρασταμάτη, «Αι Ελληνίδες της σήμερον», Εργασία, τχ. II, 22-3-1930.

Σελ. 287
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/288.gif&w=600&h=915

αγροτικής οικογένειας, καθώς μερικά από τα μέλη της πλαισιώνουν εξωαγροτικούς τομείς και δημόσιες υπηρεσίες. Με αυτό τον τρόπο εξασφαλίζουν υλικά στηρίγματα σε περίπτωση ανάγκης, ενώ ταυτόχρονα χρησιμεύουν και ως προγεφύρωμα για τις μελλοντικές μεταναστεύσεις της οικογένειας.39 Στα υλικά στηρίγματα υπάγονται το λάδι, οι χυλοπίτες, το τυρί, τα παξιμάδια, οι κότες ή ακόμη και το αρνί, που αποστέλλονται σε καλάθια. Τα αγαθά μεταφέρονται από το χωριό με κάποιο συγγενικό πρόσωπο που τα πηγαίνει στο σπίτι ή τα αφήνει στο καφενείο που συχνάζουν συντοπίτες. Στα καφενεία αυτά που φέρουν και το όνομα του τόπου προέλευσης των θαμώνων, π.χ. Νάξος, Σέριφος, Ικαρία, μπορεί κανείς να βρει και να αγοράσει τοπικά προϊόντα που δεν πουλιούνται αλλού, όπως ελιές, τυριά, μυρωδικά βότανα κ.ά. Επίσης και τα πρακτορεία των πλοίων και των τραίνων εκτελούν μεταφορές ασυνόδευτων εμπορευμάτων (τροφίμων). Οι κάτοικοι που δεν διατηρούν δεσμούς με τον τόπο καταγωγής τους οφείλουν να προσαρμοστούν σε νέες διατροφικές συνήθειες και να υπακούσουν σε νέους κανόνες.

Το θέμα της διατροφής ανήκει στα γυναικεία καθήκοντα. Οι γυναίκες έπρεπε να εξασφαλίσουν το φαγητό, να το μαγειρέψουν, να μετατρέψουν τα υπολείμματά του σε φαγητό άλλης μορφής για την επόμενη μέρα. Θα πρέπει να σημειώσουμε ότι στο χωριό οι διατροφικές συνήθειες συμβάδιζαν και με μια ορισμένη εποχή. Για παράδειγμα, τα Χριστούγεννα έσφαζαν το γουρούνι και αφού έτρωγαν τα εντόσθια, διατηρούσαν το υπόλοιπο κρέας του στην άλμη και το έτρωγαν όλο τον υπόλοιπο καιρό. Εξασφάλιζαν έτσι στοιχειωδώς τις ανάγκες τους σε κρέας. Το Πάσχα έσφαζαν το αρνί ή το κατσίκι και έτρωγαν κρέας. Αντίθετα, στην πόλη, με εξαίρεση το κυριακάτικο φαγητό και τα νηστίσιμα φαγητά της Σαρακοστής και των παραμονών των μεγάλων θρησκευτικών εορτών, οι διατροφικές συνήθειες δεν συνδέονταν απολύτως με την εποχή. Η μόνη τέτοια συνήθεια που πέρασε από την ύπαιθρο στην πόλη, κυρίως στους εργατικούς συνοικισμούς που ήταν κτισμένοι στις παρυφές της, ήταν τα χόρτα. Οι αγρότισσες της πόλης γνώριζαν ποια χόρτα ήταν τα κατάλληλα και αφού τα μάζευαν τα μαγείρευαν σε διάφορες παραλλαγές. Το συνηθισμένο πιάτο ήταν χόρτα-σινάπια χωρίς λάδι με σκόρδο και ξερό ψωμί.40 Το ψωμί οι γυναίκες δεν το ζύμωναν μόνες τους, αλλά το αγόραζαν έτοιμο από τους φούρνους ή από τους πλανόδιους αρτοπώλες. Στα αρτοπωλεία το ψωμί ζυμωνόταν με τη βοήθεια των μηχανημάτων «υπό των ζυμωτών ακαθάρτων την περιβολήν και το σώμα, μετ' ονύχων πενθούντων και κόμης ρυπαράς και μακράς, προς ην ιδιαιτέραν τρέφουσιν αγάπην, εντός σκοτεινού ως επί το πλείστον και αραχνοβριθούς

39. Βλ. Κωνσταντίνος Τσουκαλάς, Εξάρτηση και αναπαραγωγή. Ο κοινοτικός ρόλος των εκπαιδευτικών μηχανισμών στην Ελλάδα (1830-1922), Αθήνα 1992, σ. 126-127.

40. Ευγενία Ζωγράφου, «Πώς εργάζονται αι γυναίκες μας», ό.π., σ. 45.

Σελ. 288
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/289.gif&w=600&h=915

θούς δωματίου».41 Αλλά και το ψωμί, ιδίως κατά την πολεμική περίοδο στην οποία τα άρρενα μέλη επιστρατεύονταν και η οικογένεια βυθιζόταν στην ανέχεια, ήταν προϊόν πολυτελείας. Λίγο πριν από την κήρυξη της Ελλάδας σε πτώχευση το 1893, στη Σύρο γυναίκες επιτέθηκαν σε πλανόδιο αρτοπώλη και του αφαίρεσαν διά της βίας όσα καρβέλια είχε στο καρότσι του. Η αστυνομία δεν μπορούσε να παρέμβει, γιατί τόσο αυτές που πήραν τα καρβέλια, όσο και οι άλλες γυναίκες της γειτονιάς εξεγέρθηκαν με απειλές εναντίον των αστυνομικών, οι οποίοι αποσύρθηκαν χωρίς να κάνουν συλλήψεις. Σύμφωνα με την αναφορά του νομάρχη, οι γυναίκες προκάλεσαν αυτό το περιστατικό από την πείνα.42 Επίσης, το 1894 πραγματοποιήθηκε με τη συμμετοχή γυναικών συλλαλητήριο στο Βόλο, στο προαύλιο του Αγίου Νικολάου, εξαιτίας της προβλεπόμενης αύξησης στην τιμή του ψωμιού.43

Ένα άλλο φυτό που καταναλώνεται πολύ από τα εργατικά στρώματα ωμό μαζί με το ψωμί είναι το σκόρδο.44 Στο σκόρδο απέδιδαν διάφορες ιδιότητες. Πρώτα-πρώτα πίστευαν ότι έκανε καλό στην υγεία. Μετά θεωρούνταν ότι τους προφύλασσε από «το κακό μάτι». Το σκόρδο το έβαζαν και σε διάφορα φαγητά, ακόμη και στα χόρτα.

Για να κατανοήσουμε τις διατροφικές συνήθειες θα πρέπει να υπολογίσουμε και τον παράγοντα χρόνο. Αν σκεφτούμε ότι ο χρόνος για το μαγείρεμα ήταν περιορισμένος και η διαδικασία αρκετά πολύπλοκη —οι εργάτριες διέθεταν μόνο το βράδυ για να ανάψουν με τα ξύλα ή τα κάρβουνα τη φουφού, να μαγειρέψουν και να πλύνουν τα υποτυπώδη σκεύη—, τότε θα κατανοήσουμε γιατί εκτός από τα παραπάνω στοιχειώδη προτιμούσαν να μαγειρεύουν φαγητά που κόστιζαν φθηνά και η ετοιμασία τους απαιτούσε λίγο χρόνο. Δύο μεγάλες κατηγορίες φαγητών συγκέντρωναν αυτά τα πλεονεκτήματα: τα όσπρια (φασόλια, φακές, ρεβίθια) που μπορούσαν να μπουν στο νερό από το βράδυ της προηγούμενης και να μαγειρευθούν γρήγορα την επόμενη και τα παστά ψάρια που κόστιζαν ακριβότερα, π.χ. λακέρδα, ρέγγες, σαρδέλες και μπακαλιάρος. Τα όσπρια φημίζονταν για τη θρεπτική τους αξία και τα παστά είχαν αλάτι το οποίο χαρίζει ενεργητικότητα στον οργανισμό. Και τα δύο αυτά είδη είχαν το πλεονέκτημα ότι διατηρούνταν για πολλές μέρες. Σπάνια αγόραζαν φρέσκα ψάρια, κυρίως ψιλά όπως μαρίδες και σαρδέλες, από τους πλανόδιους ψαράδες. Από τα φρούτα, δύο είδη ήταν διαθέσιμα στην αγορά ανάλογα με την εποχή: τα πορτοκάλια το χειμώνα και τα σταφύλια το καλοκαίρι. Βεβαίως, ας σημειώσουμε

41. Αθανάσιος Τσακαλώτος, Περί της δημοσίας υγείας εν Σύρω..., ό.π., σ. 36.

42. Νέα Εφημερίς, αρ. 140, 20-5-1893.

43. Νίτσα Κολιού, Οι ρίζες του εργατικού κινήματος και ο «Εργάτης» του Βόλου, Αθήνα 1988, σ. 32.

44. Τζωρτζ Χόρτον, Στην Αθήνα του καιρού μου (1893-1897), Αθήνα 1996, σ. 62.

Σελ. 289
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/290.gif&w=600&h=915

σουμε εδώ ότι πολλές φορές οι αυλές διέθεταν και οπωροφόρα δέντρα, όπως λεμονιές, μουσμουλιές και συκιές, από τα οποία οι ένοικοι προμηθεύονταν τα φρούτα τους. Το αγνό βούτυρο που χρησιμοποιούσε στο μαγείρεμα των φαγητών της η αστική τάξη, η εργατική τάξη το είχε υποκαταστήσει με το αμερικάνικο λίπος.45 Παρά το γεγονός ότι για το κρέας γίνονταν εκκλήσεις από τις εφημερίδες ώστε να βρεθεί τρόπος οι «πενέστερες τάξεις» να το προμηθεύονται, αυτό ήταν πάντοτε ακριβό και απρόσιτο.46

Οι γυναίκες, όταν δεν ψώνιζαν τρόφιμα με πίστωση από το μπακάλικο της γειτονιάς τους ή από την πύλη του εργοστασίου όπου εργάζονταν, πήγαιναν στην αγορά. Όπως τα μπακάλικα, έτσι και η αγορά δεν φημιζόταν ούτε για τη σωστή διατήρηση των προϊόντων που διέθετε, ούτε για τις επικρατούσες συνθήκες καθαριότητας. Ο διευθυντής της Αστυνομίας του Πειραιά κάποιες φορές διενεργούσε επιθεώρηση αυτοπροσώπως στην αγορά της πόλης. Τότε μεγάλες ποσότητες προϊόντων κατάσχονταν τόσο από τα μαγαζιά, όσο και από τους πλανόδιους μπακάληδες που τα πουλούσαν στα πεζοδρόμια. Οπωρικά, ταραμάδες, και φαγητά που ήταν σε κατάσταση σήψης καταστρέφονταν «με γέλια, με παρακλήσεις, με ευφυολογίας, με θυμούς, με φωνάς και με χαστουκιές» του ίδιου του διευθυντή και των κλητήρων που τον ακολουθούσαν.47 Βεβαίως, όπως διαπιστώσαμε και από τις συνθήκες υγιεινής και καθαριότητας που επικρατούσαν στους δρόμους, οι επιθεωρήσεις της αστυνομίας δεν επαναλαμβάνονταν συνεχώς και κατά τακτά διαστήματα.

Οι φιλανθρωπικοί σύλλογοι που είχαν σκοπό την προστασία της εργάτριας, είχαν επεκτείνει τη δραστηριότητά τους και στο θέμα της σωστής διατροφής. Εκτός από το ότι πρότειναν στους εργοδότες-εργοστασιάρχες τη διενέργεια συσσιτίων, όπως διαπιστώσαμε και οι ίδιοι οι σύλλογοι οργάνωναν συσσίτια για τις εργάτριες. Επιπλέον, φρόντιζαν για την εκπαίδευση της εργάτριας, δηλαδή της υπεύθυνης για τη σωστή διατροφή όλης της οικογένειας. Φρόντιζαν να τη μάθουν ποια από τα είδη που ήταν προσιτά στο βαλάντιο της έπρεπε να τρώει και με ποια συχνότητα, με ποιο τρόπο έπρεπε να τα μαγειρεύει και πώς μπορούσε να κάνει οικονομία ετοιμάζοντας νέα φαγητά με τα υπολείμματά τους. Στο σημείο αυτό κρίνω σκόπιμο να παρουσιάσω το «ειδικό πρόγραμμα» των 17 μαθημάτων μαγειρικής που είχε εντάξει στο πρόγραμμά του το Κυριακόν Σχολείον Εργατριών του Εργατικού Κέντρου της Αθήνας.

45. Αθανάσιος Τσακαλώτος, ό.π., σ. 36.

46. Σφαίρα, αρ. 4066, 26-10-1895.

47. Πρόνοια, αρ. 326, 13-8-1883.

Σελ. 290
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/291.gif&w=600&h=915

17 Μαθήματα Μαγειρικής Ειδικόν Πρόγραμμα διά το Κυριακόν Σχολείον «Απλή λαϊκή μαγειρική»

Μάθημα 1ον

Το γάλα

Πρακτικώς

Ριζόγαλον

Μάθημα 2ον

Το κρέας

Πρακτικώς

Σούπα και βραστό

Μάθημα 3ον

Το βούτυρον

Πρακτικώς

Ψητό

Μάθημα 4ον

Το έλαιον

Πρακτικώς

Χόρτον της εποχής με λάδι

Μάθημα δον

Το άλευρον

Πρακτικώς

Μακαρόνια

Μάθημα 6ον

Το άμυλον

Πρακτικώς

Πατάτες κατά διαφόρους απλούς τρόπους

Μάθημα 7ον

Τα όσπρια

Πρακτικώς

Φασόλια

Μάθημα 8ον

Ψάρια της εποχής

Μάθημα 9ον

Το αυγό

Πρακτικώς

Αυγά τηγανητά

Μάθημα 10ον

Τα όσπρια

Πρακτικώς

Φακή κατά διαφόρους τρόπους

Μάθημα 11ov Χόρτα της εποχής Μάθημα 12ον Αρνί Μάθημα 13ον Διάφορες σούπες

Μάθημα 14ον Όσπρια

Μάθημα 15ον Εν οιονδήποτε χόρτον μετά κρέατος

Μάθημα 16ον Χρησιμοποίησις ή μαγείρεμα εκ νέου υπολοίπων

Μάθημα 17ον Χρησιμοποίησις ή μαγείρεμα εκ νέου υπολοίπων ή γλύκισμα

Σύμφωνα με τη σημείωση που ήταν γραμμένη στο πρόγραμμα, τα μαθήματα της μαγειρικής διαρκούσαν το ελάχιστο 2 ώρες το καθένα. Κάθε μαθήτρια εκτελούσε τις συνταγές με δικά της υλικά και ετοίμαζε σε κάθε μάθημα γεύμα για 2 άτομα. Από το πρόγραμμα παρατηρούμε ότι δεν γινόταν μόνο πρακτική εξάσκηση-μαγείρεμα φαγητών, αλλά παρέχονταν και θεωρητικές γνώσεις για τα συστατικά, όπως για το γάλα, το βούτυρο, το λάδι, το άμυλο. Ιδιαίτερο βάρος δινόταν στη μαγειρική των οσπρίων. Γενικά πρόκειται για συνταγές βασικών φαγητών, απλές στην εφαρμογή τους, οι οποίες ήταν και προσιτές στις οικονομικές δυνατότητες των εργατριών.

Σελ. 291
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/292.gif&w=600&h=915

5. ΟΙ ΑΡΓΙΕΣ ΚΑΙ ΟΙ ΔΙΑΣΚΕΔΑΣΕΙΣ

Πριν προσδιορίσουμε τον χρόνο και τον τρόπο αναψυχής των εργατριών θα πρέπει να διατυπώσουμε ορισμένες γενικές παρατηρήσεις. Ο Μιχαήλ Μητσάκης στα 1887 περιγράφοντας τις διασκεδάσεις των Αθηναίων σχολιάζει: «Ειπέ μου πώς διασκεδάζεις και θα σου είπω ποιος είσαι». Πραγματικά, εκτός από τον περίπατο που γινόταν συνήθως τις Κυριακές στους δρόμους και στους δημόσιους κήπους, οι υπόλοιπες διασκεδάσεις στο χρονικό πλαίσιο της μελέτης μας υπόκεινταν σε διαφοροποιήσεις ταξικού χαρακτήρα. Οι πλούσιοι ομογενείς, οι χρηματιστές, ανώτερα και κατώτερα στελέχη του κρατικού μηχανισμού, άνθρωποι του παλατιού, αλλά και φοιτητές διασκέδαζαν ως προσκεκλημένοι ή ως οικοδεσπότες στα σαλόνια των αθηναϊκών σπιτιών σε τσάι το απόγευμα ή σε δείπνο το βράδυ. Χόρευαν και τραγουδούσαν με τη συνοδεία του πιάνου που αποτελούσε απαραίτητο συμπλήρωμα της αστικής κατοικίας. Συχνά διοργάνωναν εκδρομές στο Φάληρο, διέμεναν ή μόνο γευμάτιζαν στα ξενοδοχεία της Κηφισιάς και πήγαιναν στις λουτροπόλεις για ιαματικά λουτρά.

Για να ιχνηλατήσουμε τους χώρους, το χρόνο, τη διάρκεια, καθώς και τον τρόπο αναψυχής των εργατριών θα εστιάσουμε το φακό μας όχι μόνο στην εργάτρια αλλά και στον κοινωνικό της περίγυρο, αφού η διασκέδαση είναι κοινωνική και όχι εξατομικευμένη εκδήλωση.48

Οι ημέρες αργίας που αποτελούν τη μοναδική ευκαιρία για ξεκούραση και διασκέδαση των εργατριών, συνδέονται με τις θρησκευτικές γιορτές. Την Κυριακή, όταν μπορούν και εφόσον τους μένει χρόνος, πηγαίνουν στην εκκλησία. Γιατί οι εργάτριες την Κυριακή κάνουν τις δουλειές του σπιτιού που απαιτούν χρόνο και δεν μπορούν να κάνουν τις εργάσιμες ημέρες. Οι εργασίες του νοικοκυριού και το πλύσιμο των ρούχων γίνονται το πρωί εκείνης της ημέρας. Μετά το κυριακάτικο φαγητό οι δημόσιοι κήποι της Αθήνας και του Πειραιά προσφέρονται όχι μόνο για τον περίπατο των εργατριών, αλλά και ως «φωλιά» για τις ερωτικές συναντήσεις τους. Στην Αθήνα, στο Βασιλικό Κήπο με τις δεντροστοιχίες, τα χαλικόστρωτα μονοπάτια, τα ανθισμένα δέντρα, το νερό που περιβρέχει τις ρίζες των δέντρων, τα λουλούδια και τους θάμνους, διασκεδάζουν όλες οι κοινωνικές τάξεις. Το πρωί πηγαίνουν οι βασιλείς και η συνοδεία τους, το απόγευμα ο λαός.49 Το 1891 στο Ζάππειο ο Όμιλος των Φιλομούσων με σκοπό να «εκδημοκρατίση ολίγον την παραπολύ αριστοκρατίζουσαν

48. Για την κοινωνική ζωή στην Αθήνα βλ. Ματούλα Χ. Σκαλτά, Κοινωνική ζωή και δημόσιοι χώροι κοινωνικών συναθροίσεων στην Αθήνα του 19ου αιώνα, Θεσσαλονίκη 1983.

49. Μια πλήρη περιγραφή του Βασιλικού Κήπου και των ανθρώπων που συχνάζουν σ' αυτόν μας δίνει ο Μποέμ [Δημήτρης Χατζόπουλος]. Για περισσότερες λεπτομέρειες βλ. Μποέμ, Το Άστυ, αρ. 879, 8-9 Μαΐου 1893.

Σελ. 292
Φόρμα αναζήτησης
Αναζήτηση λέξεων και φράσεων εντός του βιβλίου: Γυναίκες εργάτριες στην ελληνική βιομηχανία και στη βιοτεχνία (1870-1922)
Αποτελέσματα αναζήτησης
    Ψηφιοποιημένα βιβλία
    Σελίδα: 273
    

    1. Η ΚΑΤΟΙΚΙΑ ΤΗΣ ΕΡΓΑΤΡΙΑΣ

    Η κατοικία ως χώρος συμβίωσης της εργάτριας με την οικογένειά της αποτελεί το κέλυφος μέσα στο οποίο η πρώτη αναπτύσσει σχέσεις οικειότητας —αγαθές ή κακές— και αναλαμβάνει συγκεκριμένα καθήκοντα και ρόλους ανάλογα με την ηλικία και τη θέση που κατέχει στην οικογένεια. Η ελληνίδα εργάτρια κατά κανόνα αποτελεί μέλος κάποιας οικογένειας και κατοικεί πάντα μαζί της. Ως παντρεμένη ζει με τον άνδρα της και τα παιδιά της και ως ανύπαντρη με τους γονείς της και τα αδέλφια της. Όπως ήδη διαπιστώσαμε, σε αντίθεση με την κοπέλα που προορίζεται για υπηρέτρια και εγκαταλείπει την ελληνική ύπαιθρο για να ζήσει μακριά από την οικογένειά της στην πόλη, η εργάτρια ζει πάντα μαζί με την οικογένειά της ή με κάποιο μέλος της. Από τις διαθέσιμες πληροφορίες, εκτός από το Ασυλο της Αγίας Αικατερίνης, που όπως διαπιστώσαμε προσέφερε στέγη και τροφή στις υπηρέτριες και εργάτριες, δεν συνάντησα άλλα φιλανθρωπικά ή εκκλησιαστικά ιδρύματα τα οποία παρείχαν στέγη στην εργάτρια. Αργότερα, το 1921, ο βιομήχανος και επικεφαλής των δύο ανωνύμων εταιρειών Ελληνική Εριουργία και Ελληνική Μεταξουργία Νικόλαος Κυρκίνης άρχισε τις προπαρασκευαστικές εργασίες για την ίδρυση εργατικού συνοικισμού κοντά στα δύο εργοστάσια, δεξιά της σιδηροδρομικής γραμμής που ανεβαίνει στο Ηράκλειο, στην περιοχή Περισσού, στους Ποδαράδες. Ο νέος συνοικισμός θα παρείχε στέγη στο εργατικό προσωπικό του εργοστασίου, το οποίο όταν εξοφλούσε με τοκοχρεωλύσιο το αντίτιμο της αξίας της κατοικίας του αποκτούσε την κυριότητά της. Οι εργάτες και οι εργάτριες αποτελούσαν τον κύριο όγκο του προσωπικού των δύο εργοστασίων.1 Χωρίς αμφιβολία πρόκειται για το ξεκίνημα μιας περιόδου που κορυφώθηκε μετά την έλευση των προσφύγων του 1922 —με την ίδρυση εργατικών κατοικιών από τους βιομήχανους και το κράτος και με τη συστηματική παροχή συσσιτίων στο εργοστάσιο—, κατά την οποία στην Ελλάδα οι εκφάνσεις του πατερναλισμού ακολουθούν πλέον τα δυτικά πρότυπα.

    Θεωρώ σκόπιμο να επικεντρώσουμε την προσοχή μας στη μεγάλη πλειοψηφία των εργατριών, που συνήθως είναι μέλη πολυμελών οικογενειών, για να

    1. Πανελλήνιον Λεύκωμα Εθνικής Εκατονταετηρίδας 1821-1921, τ. Β', Αθήνα 1923, σ. 176 και 212.