Συγγραφέας:Σαλίμπα, Ζιζή
 
Τίτλος:Γυναίκες εργάτριες στην ελληνική βιομηχανία και στη βιοτεχνία (1870-1922)
 
Τίτλος σειράς:Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας
 
Αριθμός σειράς:37
 
Τόπος έκδοσης:Αθήνα
 
Εκδότης:Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς
 
Έτος έκδοσης:2002, 2004
 
Σελίδες:366
 
Αριθμός τόμων:1 τόμος
 
Γλώσσα:Ελληνικά
 
Θέμα:Μαθητεία και εργασία
 
Τοπική κάλυψη:Ελλάδα
 
Χρονική κάλυψη:1870-1922
 
Περίληψη:Η εργασία αυτή έχει ως αντικείμενο την ιχνογράφηση της φυσιογνωμίας της ελληνίδας εργάτριας από την εμφάνισή της στον κόσμο της μισθωτής εργασίας ως τη Μικρασιατική Καταστροφή και την άφιξη των προσφύγων στην Ελλάδα το 1922, χρονολογία κατά την οποία αλλάζει το κοινωνικό σκηνικό στις ελληνικές πόλεις. Όταν το 1870 αρχίζουν τα πρώτα φουγάρα των εργοστασίων να ξεφυτρώνουν ένα-ένα σαν τα μανιτάρια στον Πειραιά, και η Αθήνα να αποκτά σιγά-σιγά τα χαρακτηριστικά ευρωπαϊκής μεγαλούπολης, τότε εμφανίζονται επί της οθόνης του ιστορικού γίγνεσθαι οι πρώτες εργάτριες. Ποιες ήταν αυτές οι νεοφερμένες γυναίκες; Από πού προέρχονταν; Πώς εντάσσονταν στον κόσμο του καθημερινού μόχθου; Πώς αξιοποιούσαν τον καθημερινό χρόνο τους; Ποιες ήταν οι συλλογικές αναπαραστάσεις των άλλων γι’ αυτές;
 
Άδεια χρήσης:Αυτό το ψηφιοποιημένο βιβλίο του ΙΑΕΝ σε όλες του τις μορφές (PDF, GIF, HTML) χορηγείται με άδεια Creative Commons Attribution - NonCommercial (Αναφορά προέλευσης - Μη εμπορική χρήση) Greece 3.0
 
Το Βιβλίο σε PDF:Κατέβασμα αρχείου 12.88 Mb
 
Εμφανείς σελίδες: 285-304 από: 370
-20
Τρέχουσα Σελίδα:
+20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/285.gif&w=600&h=915

Πειραιά, ήταν τα μοναδικά. Εκεί η διεξαγωγή του μπάνιου αποτελούσε πρόβλημα για τις γυναίκες. Από την εφημερίδα Σφαίρα πληροφορούμαστε ότι οι «πετρομαχούντες παίδες» έσπαγαν τα τζάμια των λουτρών, με αποτέλεσμα η διαδικασία του μπάνιου να παρουσιάζει εξαιρετικές δυσκολίες για τις γυναίκες.34 Θα έπρεπε να έχει κανείς μεγάλη δόση εφευρετικότητας για να κατορθώσει με τα μέσα αυτά να κάνει ένα γενικό λουτρό. Το 1903 η Ευγενία Ζωγράφου προτείνει στους ιδιοκτήτες των εργοστασίων να δημιουργήσουν λουτρά και πλυντήρια ενδυμάτων για τις εργάτριες. Το θερμό νερό που εξέρχεται από τις μηχανές κατά την εξάτμιση θα μπορούσε να κατευθυνθεί σε ειδική αίθουσα και να χρησιμοποιηθεί για λουτρό των εργατριών. Με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία μου η πρόταση της δεν εισακούσθηκε. Εκτός όμως από το χώρο για το λουτρό, οι εργάτριες δεν διέθεταν ούτε τον απαραίτητο χρόνο, ούτε νερό, ούτε σαπούνι. Στην καλύτερη περίπτωση η τροφοδοσία του νερού γινόταν από τη βρύση του δρόμου που βρισκόταν πολλές φορές σε μεγάλη απόσταση από την κατοικία. Στη χειρότερη περίπτωση αντλούσαν νερό από τα πηγάδια ή από δεξαμενές. Το νερό ήταν περιορισμένο λόγω της λειψυδρίας κατά τους θερινούς μήνες. Ακόμα και το νερό από τη βρύση του δρόμου διοχετευόταν κάθε δεύτερη μέρα το χειμώνα και κάθε τρεις, τέσσερις, έως και πέντε ημέρες το καλοκαίρι.35 Πώς οι γυναίκες αυτές θα εξοικονομούσαν νερό ώστε η οικογένεια να κάνει άφθονη χρήση και να περισσέψει για το λουτρό τους;

Το κοινό σαπούνι και το χτένι για τα μαλλιά αποτελούσαν είδη πολυτελείας. Αυτό αποδεικνύεται από το γεγονός ότι τα Κυριακά Σχολεία των Εργατριών κατά τις γιορτές των Χριστουγέννων και στις εξετάσεις του Ιουνίου προσέφεραν ως δώρα ή ως βραβεία στις εργάτριες σαπούνια και χτένια. Η Ένωσις των Ελληνίδων διένεμε σαπούνια και χτένια στις οικογένειες των λαϊκών συνοικιών.

Η διαδικασία των πρακτικών καθαριότητας βασιζόταν στην οικονομία του χώρου, του χρόνου, του νερού, των υλικών και των κινήσεων. Μια πήλινη γαβάθα με χλιαρό νερό, ένας άδειος κάδος που χρησίμευε και για την μπουγάδα, μια βούρτσα απ' αυτές που τρίβουν τα πατώματα ή ένα σφουγγάρι και ένα κομμάτι φανέλας ήταν τα απαραίτητα υλικά για το λουτρό. Πριν το μπάνιο έπρεπε να τρίψουν το σώμα τους για να ανέβει η θερμοκρασία και να ανοίξουν οι πόροι, μετά με την φανέλα έπρεπε να σκουπιστούν. Όσον αφορά την υγιεινή των μαλλιών, αυτά έπρεπε να βρέχονται και να κτενίζονται καθημερινά. Έπρεπε να λούζονται τακτικά (δύο φορές την εβδομάδα), έτσι ώστε να μην αναπτύσσουν παράσιτα (ψείρες, τριχοφάγο, ψώρα κ.ά.). Η περιποίηση των δοντιών

34. Σφαίρα, αρ. 1287, 16-3-1885.

35. Υπουργείον Εθνικής Οικονομίας, Διεύθυνσις Εργασίας και Κοινωνικής Πρόνοιας/ Επιθεώρησις Εργασίας, Έρευνα επί των συνθηκών... 1921, Αθήνα 1922.

Σελ. 285
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/286.gif&w=600&h=915

προστίθεται πολύ αργότερα στις πρακτικές καθαριότητας. Το 1911 προσφέρεται σκόνη για το καθαρισμό των δοντιών ως βραβείο στις εξετάσεις του Κυριακού Σχολείου του ΕΚΑ.

Το πλύσιμο των ρούχων είναι επίπονο, χρονοβόρο και δαπανηρό. Γιατί οι εργάτριες θα πρέπει να θυσιάσουν την Κυριακή, να εξοικονομήσουν σαπούνι, στάχτη και ξύλα, είδη που δεν προσφέρονται σε αφθονία, για να πλύνουν τα ρούχα τους. Έτσι θεωρείται κατόρθωμα για τις εργάτριες να τα πλένουν μια φορά το μήνα.

Η διαδικασία του λουτρού αποτελεί έναν ισχυρό αυτοαναγκασμό. Οι εργάτριες πρέπει να αναπτύξουν τέτοιου τύπου συνήθειες ώστε να χαλιναγωγηθούν. Μέσω της καθαριότητας και της ευπρέπειας διακόπτεται η συμβολική βία που ασκούν οι βρόμικοι και οι ατημέλητοι. Η εργάτρια για να ενταχθεί κοινωνικά και να ξεφύγει από τις αγροτικές της καταβολές πρέπει να αισθανθεί απέχθεια προς τη βρώμα, σεβασμό προς την καθαριότητα, την αίσθηση του καθήκοντος και της εργασίας. Για τα ανύπαντρα κορίτσια της αστικής τάξης η εμφάνιση τους αποτελεί απόδειξη της κοινωνικής και οικονομικής τους κατάστασης και χρησιμεύει κυρίως ως επένδυση για την ανεύρεση συζύγου. Οι εργάτριες πρέπει, αντιθέτως, με την εμφάνιση τους να αποδεικνύουν ότι εργάζονται για να ζήσουν και όχι για να ντυθούν. Σύμφωνα με τα κυρίαρχα κοινωνικά πρότυπα, οι νέες εργάτριες με την εμφάνισή τους δεν πρέπει να επιδεικνύουν τίποτε άλλο εκτός από την καθαριότητά τους. Πρέπει να φορούν απλά —όχι πολυτελή— και άνετα ρούχα ώστε να διευκολύνονται οι κινήσεις. Η καθαριότητα των ρούχων απαιτεί την αφαίρεση των λεκέδων και των οσμών. Τα εσώρουχα των γυναικών πρέπει να αλλάζονται μια ή δυο φορές την εβδομάδα.36 Όμως, αυτό αποτελεί ένα πρόβλημα γιατί οι γυναίκες δεν έχουν χρήματα για να αγοράσουν λευκό ύφασμα και να ράψουν εσώρουχα. Το λευκό βαμβακερό ύφασμα —κατάλληλο για τη ραφή εσωρούχων— θεωρείται πολύτιμο χριστουγεννιάτικο δώρο για τις εργάτριες που φοιτούν στα Κυριακά Σχολεία. Τα κουρελιασμένα βαμβακερά ενδύματα της νεοαφιχθείσας στην πόλη εργάτριας πρέπει να αντικατασταθούν με καθαρά, ατσαλάκωτα και καλομπαλωμένα ρούχα. Η διδασκαλία στοιχειωδών γνώσεων κοπτικής, ραπτικής και «εμβαλωματικής» στα Κυριακά Σχολεία έχει ως πρωταρχικό σκοπό τη βελτίωση της εξώτερικής εικόνας της εργάτριας.

Αντίθετα, για τις εργάτριες που ντύνονται πολυτελώς, παραβαίνοντας τα πρότυπα της σεμνότητας και της νοικοκυροσύνης, δημιουργείται ένα κλίμα καχυποψίας και απόρριψης. Το φαινόμενο παρατηρείται στις νέες που εργάζονται στα εργαστήρια μοδιστρικής και στα καπελάδικα. Προφανώς η επαφή με τις αστές, με τους τρόπους τους και τις νοοτροπίες τους, δημιουργεί στις εργάτριες

36. Παναγιώτης Χριστόπουλος, Μαθήματα Υγιεινής, Αθήνα 1920, σ. 79.

Σελ. 286
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/287.gif&w=600&h=915

τριες την επιθυμία της μίμησης. Η πολυτέλεια της νέας εργάτριας προκαλεί αναστάτωση σε όλους γιατί ανατρέπει αποδεκτούς κώδικες και συμπεριφορές. Φανερώνει σπατάλη και υπονοεί ανηθικότητα. Το 1920 η επιθεωρήτρια εργασίας Άννα Μακροπούλου σημειώνει ότι αρκετές εργάτριες «διαθέτουν τα περισσεύματά των εις είδη πολυτελείας, αδιαφορούσαι παντελώς διά το μέλλον των».37 Πραγματικά, η εικόνα της καθαρής εργάτριας φανερώνει την εκπαίδευση της και την υποταγή της στις νέες αρχές που βασίζονται στην υγιεινή του σώματος χαι στη σεμνότητα της ενδυμασίας. Το πνεύμα της νοικοκυροσύνης και της αποταμίευσης κυριαρχεί. Η ένταξή της στον κόσμο της εργασίας διευκολύνεται. Κάθε άλλη συμπεριφορά —κυρίως η υιοθέτηση της πολυτέλειας— αποτελεί παραβίαση των κυρίαρχων αναπαραστάσεων στην κοινωνία.

Η ιδιοκτήτρια μεταξοϋφαντήριου Καρασταμάτη διευκρινίζει τι ακριβώς θεωρείται πολυτέλεια για τη νέα εργάτρια και αποκαλύπτει τις ανησυχίες της: «Η ελληνίς εργάτις ουδέν άλλο ιδανικόν έχει δι' ουδέν άλλο φροντίζει ή πώς να αμείβεται καλώς, να έχη μεταξωτό φόρεμα, ωρολόγιον της χειρός, να φορή την καλυτέραν κάλτσαν, να περιποιήται τους όνυχας, το πρόσωπον και την κόμην της, και να φροντίζει πώς να εύρη ένα σύζυγον, όστις θα εξασφαλίσει εις αυτήν άνετον βίον και αποχήν από πάσης εργασίας εν τω μέλλοντι».38 Ας ερμηνεύσουμε τον λόγο της: Για το πρότυπο εμφάνισης της εργάτριας έχει δημιουργηθεί ένα ηθικό, και αισθητικό σύστημα αναπαραστάσεων, το οποίο βασίζεται στη διαφοροποίησή της από τα κυρίαρχα αστικά στρώματα. Γι' αυτό η κατάκτηση της καθαριότητας από τις νέες εργάτριες θα είναι πάντοτε μισή αρχοντιά και ποτέ ολόκληρη.

4. Η ΔΙΑΤΡΟΦΗ

Η μετάβαση από την κοινωνία της αυτοκατανάλωσης αγαθών, όπου κάθε νοικοκυριό διέθετε λαχανόκηπο, ελιά, αμπέλι και κατοικίδια (κατσίκα, γουρούνι, κότες), στην κοινωνία της εκχρηματισμένης αγοράς σήμαινε για τους νεοαφιχθέντες κατοίκους της πόλης την εξοικείωση τους με νέα είδη και νέους τρόπους διατροφής. Ασφαλώς μια μερίδα των κατοίκων που είχαν επαφή με τον τόπο καταγωγής τους και τη δυνατότητα να εξασφαλίζουν τρόφιμα από εκεί δεν άλλαξε εντελώς τη διατροφή της. Ο Κωνσταντίνος Τσουκαλάς εύστοχα παρατηρεί την οικοδόμηση ενός εξωαγροτικού δικτύου μέσα στους κόλπους της

37. Υπουργείον Εθνικής Οικονομίας, Διεύθυνσις Εργασίας, Εκθέσεις τον προσωπικού Επιθεωρήσεως Εργασίας επί της εφαρμογής των εργατικών νόμων το έτος 1921, Αθήνα 1923, σ. 83.

38. Σπάρτη Καρασταμάτη, «Αι Ελληνίδες της σήμερον», Εργασία, τχ. II, 22-3-1930.

Σελ. 287
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/288.gif&w=600&h=915

αγροτικής οικογένειας, καθώς μερικά από τα μέλη της πλαισιώνουν εξωαγροτικούς τομείς και δημόσιες υπηρεσίες. Με αυτό τον τρόπο εξασφαλίζουν υλικά στηρίγματα σε περίπτωση ανάγκης, ενώ ταυτόχρονα χρησιμεύουν και ως προγεφύρωμα για τις μελλοντικές μεταναστεύσεις της οικογένειας.39 Στα υλικά στηρίγματα υπάγονται το λάδι, οι χυλοπίτες, το τυρί, τα παξιμάδια, οι κότες ή ακόμη και το αρνί, που αποστέλλονται σε καλάθια. Τα αγαθά μεταφέρονται από το χωριό με κάποιο συγγενικό πρόσωπο που τα πηγαίνει στο σπίτι ή τα αφήνει στο καφενείο που συχνάζουν συντοπίτες. Στα καφενεία αυτά που φέρουν και το όνομα του τόπου προέλευσης των θαμώνων, π.χ. Νάξος, Σέριφος, Ικαρία, μπορεί κανείς να βρει και να αγοράσει τοπικά προϊόντα που δεν πουλιούνται αλλού, όπως ελιές, τυριά, μυρωδικά βότανα κ.ά. Επίσης και τα πρακτορεία των πλοίων και των τραίνων εκτελούν μεταφορές ασυνόδευτων εμπορευμάτων (τροφίμων). Οι κάτοικοι που δεν διατηρούν δεσμούς με τον τόπο καταγωγής τους οφείλουν να προσαρμοστούν σε νέες διατροφικές συνήθειες και να υπακούσουν σε νέους κανόνες.

Το θέμα της διατροφής ανήκει στα γυναικεία καθήκοντα. Οι γυναίκες έπρεπε να εξασφαλίσουν το φαγητό, να το μαγειρέψουν, να μετατρέψουν τα υπολείμματά του σε φαγητό άλλης μορφής για την επόμενη μέρα. Θα πρέπει να σημειώσουμε ότι στο χωριό οι διατροφικές συνήθειες συμβάδιζαν και με μια ορισμένη εποχή. Για παράδειγμα, τα Χριστούγεννα έσφαζαν το γουρούνι και αφού έτρωγαν τα εντόσθια, διατηρούσαν το υπόλοιπο κρέας του στην άλμη και το έτρωγαν όλο τον υπόλοιπο καιρό. Εξασφάλιζαν έτσι στοιχειωδώς τις ανάγκες τους σε κρέας. Το Πάσχα έσφαζαν το αρνί ή το κατσίκι και έτρωγαν κρέας. Αντίθετα, στην πόλη, με εξαίρεση το κυριακάτικο φαγητό και τα νηστίσιμα φαγητά της Σαρακοστής και των παραμονών των μεγάλων θρησκευτικών εορτών, οι διατροφικές συνήθειες δεν συνδέονταν απολύτως με την εποχή. Η μόνη τέτοια συνήθεια που πέρασε από την ύπαιθρο στην πόλη, κυρίως στους εργατικούς συνοικισμούς που ήταν κτισμένοι στις παρυφές της, ήταν τα χόρτα. Οι αγρότισσες της πόλης γνώριζαν ποια χόρτα ήταν τα κατάλληλα και αφού τα μάζευαν τα μαγείρευαν σε διάφορες παραλλαγές. Το συνηθισμένο πιάτο ήταν χόρτα-σινάπια χωρίς λάδι με σκόρδο και ξερό ψωμί.40 Το ψωμί οι γυναίκες δεν το ζύμωναν μόνες τους, αλλά το αγόραζαν έτοιμο από τους φούρνους ή από τους πλανόδιους αρτοπώλες. Στα αρτοπωλεία το ψωμί ζυμωνόταν με τη βοήθεια των μηχανημάτων «υπό των ζυμωτών ακαθάρτων την περιβολήν και το σώμα, μετ' ονύχων πενθούντων και κόμης ρυπαράς και μακράς, προς ην ιδιαιτέραν τρέφουσιν αγάπην, εντός σκοτεινού ως επί το πλείστον και αραχνοβριθούς

39. Βλ. Κωνσταντίνος Τσουκαλάς, Εξάρτηση και αναπαραγωγή. Ο κοινοτικός ρόλος των εκπαιδευτικών μηχανισμών στην Ελλάδα (1830-1922), Αθήνα 1992, σ. 126-127.

40. Ευγενία Ζωγράφου, «Πώς εργάζονται αι γυναίκες μας», ό.π., σ. 45.

Σελ. 288
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/289.gif&w=600&h=915

θούς δωματίου».41 Αλλά και το ψωμί, ιδίως κατά την πολεμική περίοδο στην οποία τα άρρενα μέλη επιστρατεύονταν και η οικογένεια βυθιζόταν στην ανέχεια, ήταν προϊόν πολυτελείας. Λίγο πριν από την κήρυξη της Ελλάδας σε πτώχευση το 1893, στη Σύρο γυναίκες επιτέθηκαν σε πλανόδιο αρτοπώλη και του αφαίρεσαν διά της βίας όσα καρβέλια είχε στο καρότσι του. Η αστυνομία δεν μπορούσε να παρέμβει, γιατί τόσο αυτές που πήραν τα καρβέλια, όσο και οι άλλες γυναίκες της γειτονιάς εξεγέρθηκαν με απειλές εναντίον των αστυνομικών, οι οποίοι αποσύρθηκαν χωρίς να κάνουν συλλήψεις. Σύμφωνα με την αναφορά του νομάρχη, οι γυναίκες προκάλεσαν αυτό το περιστατικό από την πείνα.42 Επίσης, το 1894 πραγματοποιήθηκε με τη συμμετοχή γυναικών συλλαλητήριο στο Βόλο, στο προαύλιο του Αγίου Νικολάου, εξαιτίας της προβλεπόμενης αύξησης στην τιμή του ψωμιού.43

Ένα άλλο φυτό που καταναλώνεται πολύ από τα εργατικά στρώματα ωμό μαζί με το ψωμί είναι το σκόρδο.44 Στο σκόρδο απέδιδαν διάφορες ιδιότητες. Πρώτα-πρώτα πίστευαν ότι έκανε καλό στην υγεία. Μετά θεωρούνταν ότι τους προφύλασσε από «το κακό μάτι». Το σκόρδο το έβαζαν και σε διάφορα φαγητά, ακόμη και στα χόρτα.

Για να κατανοήσουμε τις διατροφικές συνήθειες θα πρέπει να υπολογίσουμε και τον παράγοντα χρόνο. Αν σκεφτούμε ότι ο χρόνος για το μαγείρεμα ήταν περιορισμένος και η διαδικασία αρκετά πολύπλοκη —οι εργάτριες διέθεταν μόνο το βράδυ για να ανάψουν με τα ξύλα ή τα κάρβουνα τη φουφού, να μαγειρέψουν και να πλύνουν τα υποτυπώδη σκεύη—, τότε θα κατανοήσουμε γιατί εκτός από τα παραπάνω στοιχειώδη προτιμούσαν να μαγειρεύουν φαγητά που κόστιζαν φθηνά και η ετοιμασία τους απαιτούσε λίγο χρόνο. Δύο μεγάλες κατηγορίες φαγητών συγκέντρωναν αυτά τα πλεονεκτήματα: τα όσπρια (φασόλια, φακές, ρεβίθια) που μπορούσαν να μπουν στο νερό από το βράδυ της προηγούμενης και να μαγειρευθούν γρήγορα την επόμενη και τα παστά ψάρια που κόστιζαν ακριβότερα, π.χ. λακέρδα, ρέγγες, σαρδέλες και μπακαλιάρος. Τα όσπρια φημίζονταν για τη θρεπτική τους αξία και τα παστά είχαν αλάτι το οποίο χαρίζει ενεργητικότητα στον οργανισμό. Και τα δύο αυτά είδη είχαν το πλεονέκτημα ότι διατηρούνταν για πολλές μέρες. Σπάνια αγόραζαν φρέσκα ψάρια, κυρίως ψιλά όπως μαρίδες και σαρδέλες, από τους πλανόδιους ψαράδες. Από τα φρούτα, δύο είδη ήταν διαθέσιμα στην αγορά ανάλογα με την εποχή: τα πορτοκάλια το χειμώνα και τα σταφύλια το καλοκαίρι. Βεβαίως, ας σημειώσουμε

41. Αθανάσιος Τσακαλώτος, Περί της δημοσίας υγείας εν Σύρω..., ό.π., σ. 36.

42. Νέα Εφημερίς, αρ. 140, 20-5-1893.

43. Νίτσα Κολιού, Οι ρίζες του εργατικού κινήματος και ο «Εργάτης» του Βόλου, Αθήνα 1988, σ. 32.

44. Τζωρτζ Χόρτον, Στην Αθήνα του καιρού μου (1893-1897), Αθήνα 1996, σ. 62.

Σελ. 289
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/290.gif&w=600&h=915

σουμε εδώ ότι πολλές φορές οι αυλές διέθεταν και οπωροφόρα δέντρα, όπως λεμονιές, μουσμουλιές και συκιές, από τα οποία οι ένοικοι προμηθεύονταν τα φρούτα τους. Το αγνό βούτυρο που χρησιμοποιούσε στο μαγείρεμα των φαγητών της η αστική τάξη, η εργατική τάξη το είχε υποκαταστήσει με το αμερικάνικο λίπος.45 Παρά το γεγονός ότι για το κρέας γίνονταν εκκλήσεις από τις εφημερίδες ώστε να βρεθεί τρόπος οι «πενέστερες τάξεις» να το προμηθεύονται, αυτό ήταν πάντοτε ακριβό και απρόσιτο.46

Οι γυναίκες, όταν δεν ψώνιζαν τρόφιμα με πίστωση από το μπακάλικο της γειτονιάς τους ή από την πύλη του εργοστασίου όπου εργάζονταν, πήγαιναν στην αγορά. Όπως τα μπακάλικα, έτσι και η αγορά δεν φημιζόταν ούτε για τη σωστή διατήρηση των προϊόντων που διέθετε, ούτε για τις επικρατούσες συνθήκες καθαριότητας. Ο διευθυντής της Αστυνομίας του Πειραιά κάποιες φορές διενεργούσε επιθεώρηση αυτοπροσώπως στην αγορά της πόλης. Τότε μεγάλες ποσότητες προϊόντων κατάσχονταν τόσο από τα μαγαζιά, όσο και από τους πλανόδιους μπακάληδες που τα πουλούσαν στα πεζοδρόμια. Οπωρικά, ταραμάδες, και φαγητά που ήταν σε κατάσταση σήψης καταστρέφονταν «με γέλια, με παρακλήσεις, με ευφυολογίας, με θυμούς, με φωνάς και με χαστουκιές» του ίδιου του διευθυντή και των κλητήρων που τον ακολουθούσαν.47 Βεβαίως, όπως διαπιστώσαμε και από τις συνθήκες υγιεινής και καθαριότητας που επικρατούσαν στους δρόμους, οι επιθεωρήσεις της αστυνομίας δεν επαναλαμβάνονταν συνεχώς και κατά τακτά διαστήματα.

Οι φιλανθρωπικοί σύλλογοι που είχαν σκοπό την προστασία της εργάτριας, είχαν επεκτείνει τη δραστηριότητά τους και στο θέμα της σωστής διατροφής. Εκτός από το ότι πρότειναν στους εργοδότες-εργοστασιάρχες τη διενέργεια συσσιτίων, όπως διαπιστώσαμε και οι ίδιοι οι σύλλογοι οργάνωναν συσσίτια για τις εργάτριες. Επιπλέον, φρόντιζαν για την εκπαίδευση της εργάτριας, δηλαδή της υπεύθυνης για τη σωστή διατροφή όλης της οικογένειας. Φρόντιζαν να τη μάθουν ποια από τα είδη που ήταν προσιτά στο βαλάντιο της έπρεπε να τρώει και με ποια συχνότητα, με ποιο τρόπο έπρεπε να τα μαγειρεύει και πώς μπορούσε να κάνει οικονομία ετοιμάζοντας νέα φαγητά με τα υπολείμματά τους. Στο σημείο αυτό κρίνω σκόπιμο να παρουσιάσω το «ειδικό πρόγραμμα» των 17 μαθημάτων μαγειρικής που είχε εντάξει στο πρόγραμμά του το Κυριακόν Σχολείον Εργατριών του Εργατικού Κέντρου της Αθήνας.

45. Αθανάσιος Τσακαλώτος, ό.π., σ. 36.

46. Σφαίρα, αρ. 4066, 26-10-1895.

47. Πρόνοια, αρ. 326, 13-8-1883.

Σελ. 290
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/291.gif&w=600&h=915

17 Μαθήματα Μαγειρικής Ειδικόν Πρόγραμμα διά το Κυριακόν Σχολείον «Απλή λαϊκή μαγειρική»

Μάθημα 1ον

Το γάλα

Πρακτικώς

Ριζόγαλον

Μάθημα 2ον

Το κρέας

Πρακτικώς

Σούπα και βραστό

Μάθημα 3ον

Το βούτυρον

Πρακτικώς

Ψητό

Μάθημα 4ον

Το έλαιον

Πρακτικώς

Χόρτον της εποχής με λάδι

Μάθημα δον

Το άλευρον

Πρακτικώς

Μακαρόνια

Μάθημα 6ον

Το άμυλον

Πρακτικώς

Πατάτες κατά διαφόρους απλούς τρόπους

Μάθημα 7ον

Τα όσπρια

Πρακτικώς

Φασόλια

Μάθημα 8ον

Ψάρια της εποχής

Μάθημα 9ον

Το αυγό

Πρακτικώς

Αυγά τηγανητά

Μάθημα 10ον

Τα όσπρια

Πρακτικώς

Φακή κατά διαφόρους τρόπους

Μάθημα 11ov Χόρτα της εποχής Μάθημα 12ον Αρνί Μάθημα 13ον Διάφορες σούπες

Μάθημα 14ον Όσπρια

Μάθημα 15ον Εν οιονδήποτε χόρτον μετά κρέατος

Μάθημα 16ον Χρησιμοποίησις ή μαγείρεμα εκ νέου υπολοίπων

Μάθημα 17ον Χρησιμοποίησις ή μαγείρεμα εκ νέου υπολοίπων ή γλύκισμα

Σύμφωνα με τη σημείωση που ήταν γραμμένη στο πρόγραμμα, τα μαθήματα της μαγειρικής διαρκούσαν το ελάχιστο 2 ώρες το καθένα. Κάθε μαθήτρια εκτελούσε τις συνταγές με δικά της υλικά και ετοίμαζε σε κάθε μάθημα γεύμα για 2 άτομα. Από το πρόγραμμα παρατηρούμε ότι δεν γινόταν μόνο πρακτική εξάσκηση-μαγείρεμα φαγητών, αλλά παρέχονταν και θεωρητικές γνώσεις για τα συστατικά, όπως για το γάλα, το βούτυρο, το λάδι, το άμυλο. Ιδιαίτερο βάρος δινόταν στη μαγειρική των οσπρίων. Γενικά πρόκειται για συνταγές βασικών φαγητών, απλές στην εφαρμογή τους, οι οποίες ήταν και προσιτές στις οικονομικές δυνατότητες των εργατριών.

Σελ. 291
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/292.gif&w=600&h=915

5. ΟΙ ΑΡΓΙΕΣ ΚΑΙ ΟΙ ΔΙΑΣΚΕΔΑΣΕΙΣ

Πριν προσδιορίσουμε τον χρόνο και τον τρόπο αναψυχής των εργατριών θα πρέπει να διατυπώσουμε ορισμένες γενικές παρατηρήσεις. Ο Μιχαήλ Μητσάκης στα 1887 περιγράφοντας τις διασκεδάσεις των Αθηναίων σχολιάζει: «Ειπέ μου πώς διασκεδάζεις και θα σου είπω ποιος είσαι». Πραγματικά, εκτός από τον περίπατο που γινόταν συνήθως τις Κυριακές στους δρόμους και στους δημόσιους κήπους, οι υπόλοιπες διασκεδάσεις στο χρονικό πλαίσιο της μελέτης μας υπόκεινταν σε διαφοροποιήσεις ταξικού χαρακτήρα. Οι πλούσιοι ομογενείς, οι χρηματιστές, ανώτερα και κατώτερα στελέχη του κρατικού μηχανισμού, άνθρωποι του παλατιού, αλλά και φοιτητές διασκέδαζαν ως προσκεκλημένοι ή ως οικοδεσπότες στα σαλόνια των αθηναϊκών σπιτιών σε τσάι το απόγευμα ή σε δείπνο το βράδυ. Χόρευαν και τραγουδούσαν με τη συνοδεία του πιάνου που αποτελούσε απαραίτητο συμπλήρωμα της αστικής κατοικίας. Συχνά διοργάνωναν εκδρομές στο Φάληρο, διέμεναν ή μόνο γευμάτιζαν στα ξενοδοχεία της Κηφισιάς και πήγαιναν στις λουτροπόλεις για ιαματικά λουτρά.

Για να ιχνηλατήσουμε τους χώρους, το χρόνο, τη διάρκεια, καθώς και τον τρόπο αναψυχής των εργατριών θα εστιάσουμε το φακό μας όχι μόνο στην εργάτρια αλλά και στον κοινωνικό της περίγυρο, αφού η διασκέδαση είναι κοινωνική και όχι εξατομικευμένη εκδήλωση.48

Οι ημέρες αργίας που αποτελούν τη μοναδική ευκαιρία για ξεκούραση και διασκέδαση των εργατριών, συνδέονται με τις θρησκευτικές γιορτές. Την Κυριακή, όταν μπορούν και εφόσον τους μένει χρόνος, πηγαίνουν στην εκκλησία. Γιατί οι εργάτριες την Κυριακή κάνουν τις δουλειές του σπιτιού που απαιτούν χρόνο και δεν μπορούν να κάνουν τις εργάσιμες ημέρες. Οι εργασίες του νοικοκυριού και το πλύσιμο των ρούχων γίνονται το πρωί εκείνης της ημέρας. Μετά το κυριακάτικο φαγητό οι δημόσιοι κήποι της Αθήνας και του Πειραιά προσφέρονται όχι μόνο για τον περίπατο των εργατριών, αλλά και ως «φωλιά» για τις ερωτικές συναντήσεις τους. Στην Αθήνα, στο Βασιλικό Κήπο με τις δεντροστοιχίες, τα χαλικόστρωτα μονοπάτια, τα ανθισμένα δέντρα, το νερό που περιβρέχει τις ρίζες των δέντρων, τα λουλούδια και τους θάμνους, διασκεδάζουν όλες οι κοινωνικές τάξεις. Το πρωί πηγαίνουν οι βασιλείς και η συνοδεία τους, το απόγευμα ο λαός.49 Το 1891 στο Ζάππειο ο Όμιλος των Φιλομούσων με σκοπό να «εκδημοκρατίση ολίγον την παραπολύ αριστοκρατίζουσαν

48. Για την κοινωνική ζωή στην Αθήνα βλ. Ματούλα Χ. Σκαλτά, Κοινωνική ζωή και δημόσιοι χώροι κοινωνικών συναθροίσεων στην Αθήνα του 19ου αιώνα, Θεσσαλονίκη 1983.

49. Μια πλήρη περιγραφή του Βασιλικού Κήπου και των ανθρώπων που συχνάζουν σ' αυτόν μας δίνει ο Μποέμ [Δημήτρης Χατζόπουλος]. Για περισσότερες λεπτομέρειες βλ. Μποέμ, Το Άστυ, αρ. 879, 8-9 Μαΐου 1893.

Σελ. 292
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/293.gif&w=600&h=915

μουσικήν» οργανώνει για όλο τον κόσμο λαϊκές συναυλίες.50 Επίσης, αρκετές εργάτριες όταν διαθέτουν περισσότερο χρόνο τις Κυριακές πηγαίνουν περίπατο με την παρέα τους στην Αλυσίδα, στους κήπους του Ρέντη51 και στο Φάληρο.

Στον Πειραιά τα σημεία που προτιμούν για τη διασκέδαση και τον περίπατο τους οι εργάτριες είναι η Μουνιχία, οι παραλίες της Φρεαττύδας και του Τσίλερ, καθώς και ο Τινάνειος κήπος.52 Γύρω στα 1900 εγκαινιάζονται στην πλατεία Μουνιχίας και οι λεγόμενες λαϊκές γιορτές που γίνονται τις Κυριακές. Οι διευθυντές των καφενείων συγκεντρώνουν όχι μόνον τις εργάτριες με την παρέα τους, αλλά και όλο τον κόσμο των λαϊκών τάξεων. Ο κόσμος τέρπεται και θαυμάζει τα πυροτεχνήματα που ετοιμάζουν οι μαγαζάτορες της περιοχής.53 Ενώ η αστική τάξη κάνει το «θαλάσσιον λουτρόν» της στο Φάληρο, η εργατική τάξη πηγαίνει στα λουτρά της Μουνιχίας και της Φρεαττύδας. Τα λουτρά της Μουνιχίας είναι αβαθή και ασφαλέστερα, ενώ τα λουτρά της Φρεαττύδας είναι καθαρότερα, πιο ευάερα και, επιπλέον, προσφέρουν μεγάλη ελευθεριότητα λόγω της κατασκευής τους, γιατί γυναικεία και ανδρικά είναι σχεδόν ενωμένα. Οι βράχοι της ακτής του Τσίλερ προσφέρονται για ερωτικό καταφύγιο των νεαρών εργατριών. Ο ανώνυμος αρθρογράφος της εφημερίδας Το Αστυ μας δίνει μια χαρακτηριστική εικόνα: «ακούομεν μυστηριώδεις ψιθύρους ερχομένους εκ των πέριξ βράχων, οίτινες διά της σκιάς των προστατεύουσι την νύκτα τους έρωτες των νεαρών εργατίδων του Πειραιώς. Και ενίοτε εκ της σκιάς προβάλλει δειλά-δειλά ζωηρόφθαλμος κεφαλή, επί του ώμου της οποίας ακουμβά εν ερωτική εκλύσει άλλη κεφαλή, αρρενωπή αύτη, της οποίας τα χείλη εξακολουθούν να ψιθυρίζουν λόγους τρυφερούς. Η αίφνης η όπισθεν νέφους κεκρυμμένη σελήνη αναφαίνεται και αι αργυραί της λάμψεις φωτίζουσι μορφάς παιδικάς, μόλις δεκατριετείς, των οποίων τα υποτρέμοντα στήθη παρουσιάζουσιν εικοσαετή ανάπτυξιν. Και επειδή εις τα θαλάσσια μέρη η γλώσσα δανείζεται εικόνας εκ της θαλάσσης, ο συμπεριπατών φίλος μου ονομάζει τα προκλητικά ταύτα φαινόμενα της προώρου αναπτύξεως κανονιοφόρους».54

Οι παραστάσεις του καραγκιόζη και του φασουλή κυριαρχούν στις από

50. Ανώνυμος, «Αι λαϊκαί συναυλίαι», Το Άστυ, αρ. 1238, 6-5-1894.

51. Σφαίρα, αρ. 5298, 27-10-1899.

52. Μια λεπτομερή έρευνα των τόπων και του τρόπου που διασκεδάζουν οι κοινωνικές τάξεις του Πειραιά μας δίνει ο Ανώνυμος δημοσιογράφος. Από την έρευνα αυτή έχω αντλήσει ένα μεγάλο μέρος των πληροφοριών μου. Βλ. «Πειραϊκά σκιαγραφήματα, Φωτογραφικαί εντυπώσεις μετά την εκλογήν, Λουτρά Μουνιχίας και Φρεαττύδος - Μεταξύ Τσίλερ και Φαλήρου - Υπαίθριοι έρωτες -Άγγλοι και Πειραιείς - Ωδικά καφενεία», Το Άστυ, αρ. 226, 20-7-1891.

53. Σφαίρα, αρ. 5468, 15-5-1900.

54. Ανώνυμος, «Πειραϊκά σκιαγραφήματα, Φωτογραφικαί εντυπώσεις μετά την εκλογήν...», ό.π.

Σελ. 293
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/294.gif&w=600&h=915

απόκεντρες συνοικίες της Αθήνας και του Πειραιά. Στα καφενεία που βρίσκονται στα Πευκάκια, στο Βαρβάκειο, κοντά στους στύλους του Ολυμπίου Διός και στην οδό του Φωταερίου στήνονται παραστάσεις, οι οποίες είναι από τις προσφιλέστερες διασκεδάσεις των εργατριών. Στα 1894, το χαρακτηριστικότερο κέντρο που παίζεται ο φασουλής είναι ένα καφενείο δίπλα στον Αγιο Διονύσιο στα Πευκάκια. Στο σημείο αυτό αξίζει τον κόπο, νομίζω, να περιγράψουμε την ατμόσφαιρα που επικρατεί εκεί.55 «Υπηρέτριαι, εξελθούσαι λάθρα της οικίας, στρατιώται τινές υπερπηδήσαντες τους τοίχους των στρατώνων, ολίγοι εργάται με τας οικογενείας των και μοδιστρούλες τινές μετά των εραστών των, πάσαι και πάντες φαιδροί και ροκανίζοντες γλυκίσματα υπό το αμφίβολο φως αραιών τινών φανών» απαρτίζουν το φιλοθεάμον κοινό του καφενείου. Οι παραστάσεις του φασουλή χωρίζονται σε πράξεις, στα διαλείμματα των οποίων «ανατολίτις αοιδός» τραγουδάει «περιπαθή» άσματα.

Εκτός από τις παραστάσεις του καραγκιόζη και του φασουλή έχουμε και το θέατρο. «Για θέατρο τρελλαινόμεθα. Δεν αφήνουμε να μας ξεφύγει καμμία παράστασις» απαντούν σε σχετική ερώτηση του δημοσιογράφου της εφημερίδας Αστήρ το 1912 οι νεαρές εργάτριες εργαστηρίου στην Αθήνα.66 Από τις δηλώσεις των ίδιων των εργατριών φαίνεται ότι πηγαίνουν στο θέατρο της Νεαπόλεως, στα Παναθήναια και σε άλλα που ανεβάζουν κυρίως επιθεωρήσεις. Όμως, όλες οι εργάτριες πηγαίνουν στο θέατρο, ακόμη και αυτές που εργάζονται στα εργοστάσια; Για το ερώτημα που ανακύπτει δεν διαθέτω συγκεκριμένα στοιχεία, διατηρώ όμως επιφυλάξεις ως προς το αν αυτού του τύπου η διασκέδαση έχει ενσωματωθεί στις συνήθειες των εργατριών του εργοστασίου ακόμη και ως προς το οικονομικό ζήτημα, δηλαδή αν οι ίδιες μπορούν να δαπανήσουν το χρηματικό ποσό που απαιτείται για να παρακολουθήσουν μια παράσταση. Όπως ήδη έχουμε δείξει στη μελέτη μας, οι εργάτριες της βελόνας οι οποίες εργάζονται στα εργαστήρια εντάσσονται σε ένα ιδιαίτερο επαγγελματικό και κοινωνικό καθεστώς, το οποίο προφανώς δικαιολογεί και τις συνήθειές τους στον τομέα της αναψυχής. Βεβαίως, για όλες ανεξαιρέτως τις εργάτριες υπάρχουν τα «υπαίθρια λαϊκά θέατρα» και οι πλανόδιοι θίασοι. Στις πλατείες των εργατικών συνοικισμών το καλοκαίρι στήνεται πρόχειρα με σανίδες και σεντόνια μια σκηνή, όπου παίζονται έργα όπως η Γενοβέφα και αμανέδες που, όπως περιγράφεται, «διαρρηγνύουν πλαδαρά στήθη και απεξηραμένους εκ του αλκοολισμού φάρυγγας των διαφόρων ορχηστρίδων και αυλητρίδων, αι οποίαι ανά πάσαν εσπέραν και μέχρι πρωίας τέρπουν τους κεχη-

55. Οι πληροφορίες μου για το καφενείο προέρχονται από το Ανώνυμος, «Αι Αθήναι Διασκεδάζουν», Το Άστυ, αρ. 1382, 27-9-1894.

56. Ανώνυμος, «Η εργαζόμενη γυναίκα. Εκστρατεία του Αστέρος εις τον εργαζόμενον γυναικείον κόσμον», Αστήρ, αρ. 1085, 10-9-1912.

Σελ. 294
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/295.gif&w=600&h=915

κεχηνότας και πολυπληθείς θαυμαστάς των με τας σπαρακτικάς δυωδίας των».57

Οι εργάτριες της βελόνας στο κέντρο της Αθήνας, όταν σχολούν από την εργασία τους τα απογεύματα του Σαββάτου, έχουν την ευκαιρία να απολαύσουν ένα περίεργο θέαμα, «το πανόραμα».58 Προπομπός της κινούμενης εικόνας, το «πανόραμα» είναι μια συσκευή που αποτελείται από έναν τρίποδα πάνω στον οποίο ακουμπά ένα μεγάλο κιβώτιο με οπές. Όσοι και όσες δώσουν τον οβολό τους στον χειριστή της συσκευής έχουν δικαίωμα να δουν από μία οπή εικόνες από γελοιογραφίες εφημερίδων, φωτογραφίες και εξώφυλλα φυλλαδίων τσιγάρων. Η Νεάπολη της Ιταλίας, το ηφαίστειο του Βεζούβιου, η Βενετία με τα κανάλια της, αναπαραστάσεις από μάχες εναντίον των Τούρκων και ό,τι άλλο κρίνει ο ιδιοκτήτης του «πανοράματος» ότι μπορεί να ερεθίσει τη φαντασία του κοινού του, αποτελούν το εικονιστικό υλικό της συσκευής. Μόλις ο θεατής απολαύσει το θέαμα μιας εικόνας ο χειριστής του «πανοράματος» τη βγάζει και τοποθετεί άλλη από το πίσω μέρος της συσκευής, αφού προαναγγείλει και σχολιάσει με δυνατή φωνή το περιεχόμενο της. Οι εργάτριες και ολόκληρος ο εργατικός κόσμος του κέντρου της Αθήνας συνωστίζονται γύρω από το «πανόραμα» όχι μόνο γιατί περιμένουν να δουν τις εικόνες, αλλά και για να απολαύσουν το θέαμα του χειριστή, ο οποίος με θεατρικές κινήσεις και με κουδουνίσματα προσπαθεί να γοητεύσει, αλλά και να προκαλέσει τα διάφορα σχόλια και τους αστεϊσμούς του κοινού.

Όσον αφορά τις γιορτές που συνδέονται με παραδοσιακά ήθη και έθιμα, οι εργάτριες ως μέλη των λαϊκών τάξεων γιορτάζουν κυρίως την Καθαρή Δευτέρα —πρώτη μέρα της Σαρακοστής— και την Πρωτομαγιά. Οι Απόκριες γιορτάζονται στα «σαλόνια» αποκλειστικά από την αστική τάξη με χορούς μεταμφιεσμένων και δείπνα. Ας ληφθεί υπόψη ότι κατά την εποχή της Αποκριάς οι εορτάζοντες αστοί και αστές έπρεπε να ξοδέψουν πολλά χρήματα για τα κουστούμια τους και για την οργάνωση βραδινών εσπερίδων στα σπίτια τους.

Η μόνη κοινή διασκέδαση κατά τις Απόκριες για τα εύπορα και τα φτωχά κοινωνικά στρώματα ήταν η συμμετοχή τους ως θεατές στην παρέλαση που γινόταν την τελευταία Κυριακή της Αποκριάς στην Αθήνα (ξεκινούσε από την Πλατεία Συντάγματος και έφθανε στα Χαυτεία) και τον Πειραιά.59

Οι εργάτριες με τις περιορισμένες οικονομικές δυνατότητες γιόρταζαν με το δικό τους τρόπο τις Απόκριες. Ας σχηματίσουμε μια εικόνα. Τρεις εργάτριες σε καταστήματα ετοίμων ενδυμάτων, οι δύο φορώντας ανδρικά ενδύματα, η τρίτη τυλιγμένη σε λευκά σεντόνια και με μουτζουρωμένο πρόσωπο αντί για μάσκα, μπαίνουν στο σπίτι μιας άλλης εργάτριας χορεύοντας τον συρτό. Η

57. Επίκουρος, «Τα λαϊκά θέατρα», Σφαίρα, αρ. 5501, 22-6-1900.

58. Βλ. Μιχαήλ Μητσάκης, «Το πανόραμα», Εστία, 18-6-1889.

59. Νέα Εφημερίς, αρ. 40, 9-2-1887, αρ. 44, 13-2-1889 και αρ. 51, 20-2-1889.

Σελ. 295
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/296.gif&w=600&h=915

οικοδέσποινα-εργάτρια και η μητέρα της προσφέρουν από ένα πορτοκάλι στην καθεμιά, γιατί δεν έχουν τίποτε άλλο. Οι επισκέπτριες επαναλαμβάνουν διαρκώς το στίχο: «Σ' αυτό το σπίτι πούρθαμε τα ράφια ειν' ασημένια / Του χρόνου σαν ματάρθουμε νάνε μαλαματένια!».60

Η πρώτη μέρα της Σαρακοστής, η Καθαρή Δευτέρα, γιορταζόταν στο ύπαιθρο και αφορούσε τα εργατικά στρώματα, «τον ημερομίσθιο εργάτη και την κόρη που από το πρωί έως το βράδυ σκύβει στα κλωστήρια».61 Στις εξοχές της Αθήνας, στους στύλους του Ολυμπίου Διός, στο λόφο του Φιλοπάππου και στη μαγευτική τοποθεσία του Κανθάρου (Κρεμμυδαρού) στον Πειραιά συγκεντρώνονται παρέες-παρέες, τρώνε τα νηστίσιμα φαγητά, πίνουν και χορεύουν ελληνικούς χορούς τραγουδώντας κλέφτικα τραγούδια.62

Αλλά και η Πρωτομαγιά ήταν λαϊκή γιορτή. Ο κόσμος ξεχυνόταν στις εξοχές και στα περιβόλια όπου διασκέδαζε τρώγοντας και πίνοντας. Ηταν πολύ χαρακτηριστικό το θέαμα των ανθρώπων που γύριζαν στο σπίτι τους τραγουδώντας στεφανωμένοι με άνθη αργά το βράδυ.63

Φθάνοντας στο τέλος της παρουσίασης των χώρων και του τρόπου διασκέδασης και αναψυχής των εργατριών, νομίζω ότι ψηλαφίσαμε τον διαχωρισμό που υφίσταται ανάμεσα στα εργατικά στρώματα, μέλος των οποίων είναι η εργάτρια, και στα αστικά ως προς το χώρο, το χρόνο και τον τρόπο διασκέδασης. Η ύπαιθρος ανήκει στις λαϊκές τάξεις, τα σαλόνια-ιδιωτικοί χώροι στις αστικές- το πρωί στον Βασιλικό Κήπο συναντά κανείς τον βασιλιά και τη συνοδεία του, το απόγευμα τους ανθρώπους του καθημερινού μόχθου, τις υπηρέτριες και τις νταντάδες. Τα ακριβά κουστούμια, οι μάσκες τις απόκριες και τα δαπανηρά γεύματα ανήκουν στα «εξαρτήματα διασκέδασης» των αστών, ενώ οι εργάτριες μεταμφιέζονται με σεντόνια και αντί να φορούν μάσκα, μουτζουρώνουν το πρόσωπο τους.

60. Ευγενία Ζωγράφου, «Πώς εργάζονται αι γυναίκες μας», ό.π., σ. 49.

61. Ανώνυμος, «Το γλέντι του λαού», Σφαίρα, αρ. 5400, 23-2-1900.

62. Στο ίδιο.

63. Πρόνοια, αρ. 286, 2-5-1883.

Σελ. 296
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/297.gif&w=600&h=915

Σελ. 297

http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/298.gif&w=600&h=915

της εργασίας. Οι μικρές επιχειρήσεις του τομέα του ενδύματος, όπως τα εργαστήρια μοδιστρικής, ασπρορούχων και κατασκευής καπέλων, προσελκύουν τις γυναίκες που ενδιαφέρονται για την εκμάθηση τέχνης προκειμένου να εξασφαλίσουν τον βιοπορισμό ως εργαζόμενες στα επαγγέλματα της βελόνας.

Ο βαθμός της τεχνογνωσίας που κατέχουν, η ηλικία, η θέση και τα καθήκοντα που αναλαμβάνουν εντός του κόλπου της οικογένειας, η οικονομική κατάσταση, που συναρτάται συνήθως με την ίδια την οικογένεια, και το μορφωτικό επίπεδο των εργατριών διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο ως προς την επιλογή του επαγγέλματος. Ρίχνοντας φως στο εσωτερικό του κάθε επαγγέλματος εντοπίσθηκαν οι μεταξύ τους ομοιότητες και διαφορές και επιτεύχθηκε ο σχολιασμός της ποικιλότητας των εργασιακών χαρακτηριστικών που συνθέτουν τη συνολική εικόνα της ελληνίδας εργάτριας τόσο μέσα στον ίδιο το χώρο εργασίας, στο εργοστάσιο και στο βιοτεχνικό εργαστήριο, όσο και μέσα στη χοάνη των επαγγελμάτων που ορίζουν τον τομέα της μεταποίησης.

Η ανίχνευση της κατ' οίκον εργασίας και του συστήματος φασόν εντάσσεται στο πλαίσιο της μελέτης μας. Εκτός από τις συνηθισμένες εργασίες, κέντημα, ράψιμο ρούχων και κατασκευή τμήματος των υποδημάτων, εντοπίσαμε ένα μεγάλο δίκτυο φασόν στον κλάδο ραφής των στρατιωτικών ρούχων, όπου απασχολούνται οι συγγενείς των στρατιωτών και αξιωματικών, καλύπτοντας με αυτό τον τρόπο το οικονομικό έλλειμμα που δημιουργείται με την απουσία των ανδρών εξαιτίας των αλλεπάλληλων επιστρατεύσεων.

Από την ανειδίκευτη εργάτρια του κλωστοϋφαντουργείου που επέλεξε το μηχανικό αργαλειό για να εξασφαλίσει αμέσως, χωρίς καμιά χρονοτριβή, τα προς το ζην, στην κομψευόμενη κοπέλα που μαθαίνει να ράβει και να κεντά, επειδή ακριβώς έχει την οικονομική άνεση να μαθητεύσει αμισθί δίπλα στην έμπειρη μοδίστρα και, παραπέρα, μέχρι αυτή που στριμώχνει τα λιγοστά έπιπλα του σπιτιού της για να χωρέσει μια ραπτομηχανή και να εκτελεί εργασίες φασόν στην κατοικία της, εκτυλίσσεται ένας ολόκληρος κόσμος, ο κόσμος της γυναικείας εργασίας.

Η συνολική εικόνα της εργάτριας γεννήθηκε σε αυτή εδώ τη μελέτη μέσα από τις επιμέρους διαστάσεις του κάθε γυναικείου επαγγέλματος. Ας την ιχνογραφήσουμε. Όσον αφορά την ηλικία, δεν υπάρχει ευρέως διαδεδομένη παιδική εργασία. Η εργάτρια εισέρχεται στον κόσμο της μισθωτής εργασίας συνήθως από την ηλικία των 12 ετών και κατά ένα αρκετά σημαντικό ποσοστό παραμένει εργαζόμενη και μετά την ηλικία των 18 ετών έως τα 30. Το γεγονός ότι δεν διαθέτουμε ποσοτικά στοιχεία για να συγκρίνουμε την ηλικία του γάμου με το χρόνο παραμονής των γυναικών στον τομέα της μεταποίησης δεν μας εμποδίζει να διατυπώσουμε ορισμένες σκέψεις. Προφανώς υπάρχουν εργάτριες που συνεχίζουν τη δουλειά και μετά το γάμο τους. Τα δίκτυα αλληλεγγύης που αναπτύσσονται μεταξύ των ενοίκων της κατοικίας παρέχουν τη δυ

Σελ. 298
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/299.gif&w=600&h=915

δυνατότητα στην εργαζόμενη μητέρα-εργάτρια να αφήνει τα παιδιά της υπό το άγρυπνο βλέμμα της γειτόνισσας και αυτά να παραμένουν κατά την απουσία της στην αυλή. Ακόμη και όταν δεν υπάρχει γειτόνισσα, λόγω της συνοχής που έχουν μεταξύ τους τα μέλη της ελληνικής οικογένειας, υπάρχει πάντα η μητέρα της εργάτριας ή η πεθερά της ή ακόμη κάποια μεγαλύτερη αδελφή που φροντίζει τα μικρότερα. Ένας άλλος λόγος ο οποίος καθιστά απαραίτητη την παραμονή της εργάτριας στο εργοστάσιο, είναι η δημιουργία «κομποδέματος», η εξοικονόμηση χρημάτων τα οποία θα χρησιμεύσουν στην αγορά κατοικίας και διαφόρων πραγμάτων, όπως της πολυπόθητης ραπτομηχανής, που εξασφαλίζει την αποδέσμευση της εργάτριας από την εργοστασιακή απασχόληση. Τις εργάτριες μεγαλύτερης ηλικίας τις συναντούμε κυρίως στα εργοστάσια που υπάρχουν εξειδικευμένες θέσεις εργασίας, όπως στα κλωστοϋφαντουργεία και στις καπναποθήκες. Με εξαίρεση τα εργαστήρια κατασκευής στρατιωτικών πηληκίων —εργασία που απαιτεί ιδιαίτερη τεχνική δεξιότητα—, στα υπόλοιπα εργαστήρια δεν υπάρχει μεγάλο ποσοστό εργατριών ηλικίας άνω των 20 ετών. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι οι εργάτριες μπαίνουν ως μαθητευόμενες και φεύγουν αμέσως μόλις μάθουν τα βασικά του επαγγέλματος.

Ένα άλλο ενδιαφέρον ζήτημα που ανιχνεύθηκε στη μελέτη αυτή είναι η αμοιβή της εργάτριας. Η ελληνίδα εργάτρια κατά κανόνα συμβιώνει με την οικογένειά της, υπακούει στις στρατηγικές της και συνεισφέρει με το μισθό της στο οικογενειακό εισόδημα. Λαμβάνοντας υπόψη τον ισχύοντα στον τομέα της μεταποίησης καταμερισμό της εργασίας κατά φύλα, ο γενικός κανόνας που καθορίζει το ύψος των αμοιβών είναι το είδος της εκτελούμενης εργασίας. Στη βιομηχανία τα χαμηλότερα ημερομίσθια σημειώνονται στις μονάδες που επικρατεί η εκμηχάνιση της παραγωγής και ο καταμερισμός έργου. Όσο απλούστερες είναι οι προς εκτέλεση εργασίες, τόσο μικρότερη είναι και η αμοιβή. Έτσι στις επιχειρήσεις χαρτοσακουλοποιίας και κυτιοποιίας εντοπίζονται οι μικρότερες αμοιβές. Ενώ οι εργάτριες που ασχολούνται με την εμπορική επεξεργασία του καπνού, εξαιτίας της εξειδικευμένης εργασίας που εκτελούν, η οποία δεν μπορεί να εκμηχανισθεί, λαμβάνουν τις υψηλότερες αμοιβές. Στα μικρά εργαστήρια, οι εργάτριες που δουλεύουν στα εργαστήρια μοδιστρικής λαμβάνουν τη χαμηλότερη αμοιβή, ενώ οι εργάτριες στα εργαστήρια κατασκευής πηλικίων λαμβάνουν την υψηλότερη αμοιβή.

Όμως, το ύψος της αμοιβής καθορίζεται και από αστάθμητους παράγοντες. Οι προσωπικές προτιμήσεις του εργοδότη ή της εργοδότριας για κάποιες εργάτριες, η ευρωστία, η φυσική ομορφιά μπορεί να επηρεάσουν, όπως διαπιστώσαμε, το ύψος της αμοιβής, δεδομένου ότι την εποχή αυτή δεν υπάρχει ακόμη σχετική νομοθετική ρύθμιση.

Το μορφωτικό επίπεδο των εργατριών σχετίζεται πάντα με τις οικονομικές δυνατότητες της οικογένειάς τους. Όσες καταφέρνουν να ξεπεράσουν το

Σελ. 299
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/300.gif&w=600&h=915

κατώφλι της ανέχειας, άρα έχουν την πολυτέλεια να περάσουν λίγα χρόνια μαθαίνοντας μια τέχνη, κατευθύνονται προς τα επαγγέλματα της βελόνας. Οι υπόλοιπες βρίσκουν δουλειά στα εργοστάσια, όπου αμείβονται αμέσως μόλις προσληφθούν.

Η αισθητική της εξωτερικής εικόνας της εργάτριας διαφέρει από κλάδο σε κλάδο. Οι εργάτριες των εργαστηρίων μοδιστρικής και κατασκευής καπέλων που έρχονται σε επαφή με τις γυναίκες της αστικής τάξης και μπορούν με λίγα έξοδα να κατασκευάζουν τα ενδύματά τους, είναι καλοντυμένες και κομψευόμενες. Αντίθετα, η εξωτερική εμφάνιση της εργάτριας των εργοστασίων απεικονίζει το καθεστώς της οικονομικής ανέχειας.

Αν εξαιρέσει κανείς κάποιες αυθόρμητες κινητοποιήσεις των εργατριών φασόν της Αποθήκης Ιματισμού του Στρατού και τις καπνεργάτριες που συμμετέχουν μαζί με τους άνδρες στις μεγάλες καπνεργατικές απεργίες, οι εργάτριες δεν συνδικαλίζονται, ούτε συμμετέχουν ενεργά στα πολιτικά κόμματα. Οργανώσεις όπως ο Κεντρικός Σοσιαλιστικός Όμιλος του Σταύρου Καλλέργη και συνδικαλιστικές ομοσπονδίες ενσωματώνουν τα αιτήματα των εργατριών στο σύνολο των διεκδικήσεών τους.

Μέσα από τη φιλανθρωπική δραστηριότητα των γυναικείων συλλόγων συντελείται η δημιουργία του ειδώλου της εργάτριας, έτσι όπως αντανακλάται μέσα από το βλέμμα των «άλλων». Πρόκειται για είδωλο και όχι για αυτή καθεαυτή την εικόνα, αφού οι μεσολαβήτριες φιλάνθρωπες γυναίκες στο λόγο που παράγουν περί εργάτριας δεν κάνουν τίποτε άλλο παρά να προβάλλουν και να επιβάλλουν την κουλτούρα τους στην εικόνα της. Με στόχο τον «εκπολιτισμό» της εργάτριας, ο οποίος θα συντελεσθεί μέσω της μόρφωσης, της επαγγελματικής εκπαίδευσης για την απομάκρυνση της από το εργοστάσιο και της μύησης της σε νέες συνήθειες, όπως είναι οι κανόνες υγιεινής και καθαριότητας, οι φιλάνθρωπες γυναίκες προσπαθούν να αναμορφώσουν κοινωνικά την εργάτρια και να την εισαγάγουν στο κυρίαρχο σύστημα αξιών και συμπεριφορών των αστικών στρωμάτων.

Για να ολοκληρώσουμε το μάγμα της φυσιογνωμίας της εργάτριας έπρεπε να διερευνήσουμε το πολιτιστικό σύμπαν εντός του οποίου δρα και κινείται. Η διαμόρφωση της εργατικής κατοικίας, το φαγητό που παρασκευάζει και γεύεται η εργάτρια και η οικογένειά της, οι τόποι αναψυχής και οι τρόποι διασκέδασης μας υποδεικνύουν τις εκφάνσεις μιας αυτόνομης και πρωτότυπης κουλτούρας που παράγεται από την ίδια την εργάτρια.

Πώς επιδρά το πολιτιστικό σύμπαν της εργάτριας στα υπόλοιπα κοινωνικά στρώματα και κυρίως στις γυναίκες-αστές; Τι ίχνη αφήνει ως σήμερα; Είναι προφανές ότι, για να ανιχνεύσουμε το πεδίο που καθορίζεται από τις επιδράσεις της εργατικής κουλτούρας στα αστικά στρώματα, η έρευνα έπρεπε να προχωρήσει σε άλλα θέματα που θα μπορούσαν να μας προσφέρουν νέα στοι

Σελ. 300
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/301.gif&w=600&h=915

στοιχεία σχετικά τόσο με τον υλικό πολιτισμό, όσο και με την κοινωνική συμπεριφορά και τη νοοτροπία της εργάτριας. Θα μπορούσαμε να εντοπίσουμε τον τρόπο που εξαπλώνονται νέοι τύποι υφάσματος, όπως ο αλατζάς, από την εργάτρια στις αστές, νέες συνήθειες, όπως ο εορτασμός της Καθαρής Δευτέρας στην ύπαιθρο και νέες συμπεριφορές που διέπονται από την ελευθεριότητα που χαρακτηρίζει τα ήθη της εργάτριας.

Η μελέτη της αλληλεπίδρασης των ιδεών, των νοοτροπιών και των συμπεριφορών στα κοινωνικά στρώματα της ελληνικής κοινωνίας θα μπορούσε να συμβάλει στην καλύτερη ανάδειξη της εργάτριας ως αυθύπαρκτης οντότητας. Με αυτή τη γενική οπτική ο εντοπισμός των συγκλίσεων και των αποκλίσεων του ελληνικού κοινωνικού ιστού γίνεται εφικτότερος.

Σελ. 301
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/302.gif&w=600&h=915 01 - 0002.htm

ΛΕΥΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

Σελ. 302
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/303.gif&w=600&h=915

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Πίνακες 1-12

Σελ. 303
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/304.gif&w=600&h=915 01 - 0002.htm

ΛΕΥΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

Σελ. 304
Φόρμα αναζήτησης
Αναζήτηση λέξεων και φράσεων εντός του βιβλίου: Γυναίκες εργάτριες στην ελληνική βιομηχανία και στη βιοτεχνία (1870-1922)
Αποτελέσματα αναζήτησης
    Ψηφιοποιημένα βιβλία
    Σελίδα: 285
    

    Πειραιά, ήταν τα μοναδικά. Εκεί η διεξαγωγή του μπάνιου αποτελούσε πρόβλημα για τις γυναίκες. Από την εφημερίδα Σφαίρα πληροφορούμαστε ότι οι «πετρομαχούντες παίδες» έσπαγαν τα τζάμια των λουτρών, με αποτέλεσμα η διαδικασία του μπάνιου να παρουσιάζει εξαιρετικές δυσκολίες για τις γυναίκες.34 Θα έπρεπε να έχει κανείς μεγάλη δόση εφευρετικότητας για να κατορθώσει με τα μέσα αυτά να κάνει ένα γενικό λουτρό. Το 1903 η Ευγενία Ζωγράφου προτείνει στους ιδιοκτήτες των εργοστασίων να δημιουργήσουν λουτρά και πλυντήρια ενδυμάτων για τις εργάτριες. Το θερμό νερό που εξέρχεται από τις μηχανές κατά την εξάτμιση θα μπορούσε να κατευθυνθεί σε ειδική αίθουσα και να χρησιμοποιηθεί για λουτρό των εργατριών. Με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία μου η πρόταση της δεν εισακούσθηκε. Εκτός όμως από το χώρο για το λουτρό, οι εργάτριες δεν διέθεταν ούτε τον απαραίτητο χρόνο, ούτε νερό, ούτε σαπούνι. Στην καλύτερη περίπτωση η τροφοδοσία του νερού γινόταν από τη βρύση του δρόμου που βρισκόταν πολλές φορές σε μεγάλη απόσταση από την κατοικία. Στη χειρότερη περίπτωση αντλούσαν νερό από τα πηγάδια ή από δεξαμενές. Το νερό ήταν περιορισμένο λόγω της λειψυδρίας κατά τους θερινούς μήνες. Ακόμα και το νερό από τη βρύση του δρόμου διοχετευόταν κάθε δεύτερη μέρα το χειμώνα και κάθε τρεις, τέσσερις, έως και πέντε ημέρες το καλοκαίρι.35 Πώς οι γυναίκες αυτές θα εξοικονομούσαν νερό ώστε η οικογένεια να κάνει άφθονη χρήση και να περισσέψει για το λουτρό τους;

    Το κοινό σαπούνι και το χτένι για τα μαλλιά αποτελούσαν είδη πολυτελείας. Αυτό αποδεικνύεται από το γεγονός ότι τα Κυριακά Σχολεία των Εργατριών κατά τις γιορτές των Χριστουγέννων και στις εξετάσεις του Ιουνίου προσέφεραν ως δώρα ή ως βραβεία στις εργάτριες σαπούνια και χτένια. Η Ένωσις των Ελληνίδων διένεμε σαπούνια και χτένια στις οικογένειες των λαϊκών συνοικιών.

    Η διαδικασία των πρακτικών καθαριότητας βασιζόταν στην οικονομία του χώρου, του χρόνου, του νερού, των υλικών και των κινήσεων. Μια πήλινη γαβάθα με χλιαρό νερό, ένας άδειος κάδος που χρησίμευε και για την μπουγάδα, μια βούρτσα απ' αυτές που τρίβουν τα πατώματα ή ένα σφουγγάρι και ένα κομμάτι φανέλας ήταν τα απαραίτητα υλικά για το λουτρό. Πριν το μπάνιο έπρεπε να τρίψουν το σώμα τους για να ανέβει η θερμοκρασία και να ανοίξουν οι πόροι, μετά με την φανέλα έπρεπε να σκουπιστούν. Όσον αφορά την υγιεινή των μαλλιών, αυτά έπρεπε να βρέχονται και να κτενίζονται καθημερινά. Έπρεπε να λούζονται τακτικά (δύο φορές την εβδομάδα), έτσι ώστε να μην αναπτύσσουν παράσιτα (ψείρες, τριχοφάγο, ψώρα κ.ά.). Η περιποίηση των δοντιών

    34. Σφαίρα, αρ. 1287, 16-3-1885.

    35. Υπουργείον Εθνικής Οικονομίας, Διεύθυνσις Εργασίας και Κοινωνικής Πρόνοιας/ Επιθεώρησις Εργασίας, Έρευνα επί των συνθηκών... 1921, Αθήνα 1922.