Συγγραφέας:Σαλίμπα, Ζιζή
 
Τίτλος:Γυναίκες εργάτριες στην ελληνική βιομηχανία και στη βιοτεχνία (1870-1922)
 
Τίτλος σειράς:Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας
 
Αριθμός σειράς:37
 
Τόπος έκδοσης:Αθήνα
 
Εκδότης:Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς
 
Έτος έκδοσης:2002, 2004
 
Σελίδες:366
 
Αριθμός τόμων:1 τόμος
 
Γλώσσα:Ελληνικά
 
Θέμα:Μαθητεία και εργασία
 
Τοπική κάλυψη:Ελλάδα
 
Χρονική κάλυψη:1870-1922
 
Περίληψη:Η εργασία αυτή έχει ως αντικείμενο την ιχνογράφηση της φυσιογνωμίας της ελληνίδας εργάτριας από την εμφάνισή της στον κόσμο της μισθωτής εργασίας ως τη Μικρασιατική Καταστροφή και την άφιξη των προσφύγων στην Ελλάδα το 1922, χρονολογία κατά την οποία αλλάζει το κοινωνικό σκηνικό στις ελληνικές πόλεις. Όταν το 1870 αρχίζουν τα πρώτα φουγάρα των εργοστασίων να ξεφυτρώνουν ένα-ένα σαν τα μανιτάρια στον Πειραιά, και η Αθήνα να αποκτά σιγά-σιγά τα χαρακτηριστικά ευρωπαϊκής μεγαλούπολης, τότε εμφανίζονται επί της οθόνης του ιστορικού γίγνεσθαι οι πρώτες εργάτριες. Ποιες ήταν αυτές οι νεοφερμένες γυναίκες; Από πού προέρχονταν; Πώς εντάσσονταν στον κόσμο του καθημερινού μόχθου; Πώς αξιοποιούσαν τον καθημερινό χρόνο τους; Ποιες ήταν οι συλλογικές αναπαραστάσεις των άλλων γι’ αυτές;
 
Άδεια χρήσης:Αυτό το ψηφιοποιημένο βιβλίο του ΙΑΕΝ σε όλες του τις μορφές (PDF, GIF, HTML) χορηγείται με άδεια Creative Commons Attribution - NonCommercial (Αναφορά προέλευσης - Μη εμπορική χρήση) Greece 3.0
 
Το Βιβλίο σε PDF:Κατέβασμα αρχείου 12.88 Mb
 
Εμφανείς σελίδες: 34-53 από: 370
-20
Τρέχουσα Σελίδα:
+20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/34.gif&w=600&h=915

στην Ελλάδα, η πλειοψηφία των εργατριών (55,48%) συγκεντρώνεται στις επιχειρήσεις μεγάλου μεγέθους.

— Υπάρχει έντονη γεωγραφική συγκέντρωση της γυναικείας απασχόλησης στο Νομό Αττικής-Βοιωτίας.

— Το ποσοστό των γυναικών-εργοδοτριών επί του συνόλου των εργαζομένων γυναικών είναι εξαιρετικά μικρό (3,19%).

— Υπερισχύουν οι εργάτριες ηλικίας άνω των 18 ετών.

7. ΠΡΟΣ ΤΗ ΣΥΓΚΡΟΤΗΣΗ ΤΗΣ ΓΥΝΑΙΚΕΙΑΣ ΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΔΥΝΑΜΗΣ

Η επιλεκτική μετανάστευση

Η οικογενειακής μορφής αγροτική ιδιοκτησία και η εκμετάλλευση αγροτικών προϊόντων προς εξαγωγή που απαιτούν εντατικοποίηση της εργασίας, όπως η καλλιέργεια της σταφίδας, συγκρατούν τον αγροτικό πληθυσμό στην ύπαιθρο. Όπως παρατηρεί ο Βασίλης Παναγιωτόπουλος: «Ο μηχανισμός της αγροτικής εξόδου, στην κλασική και αναγνωρίσιμη μορφή του, της διάλυσης δηλαδή των αγροτικών ισορροπιών και της μετατροπής των κατεστραμμένων αγροτών σε βιομηχανικούς εργάτες στην πόλη, δεν ελειτούργησε στην περίπτωση της ελληνικής οικονομίας».13 Πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι στον ελληνικό χώρο δεν έχουμε φαινόμενα βίαιης αποστέρησης των αγροτών από τις ιδιοκτησίες τους, έτσι ώστε αυτοί στη συνέχεια να τροφοδοτήσουν την πόλη με φθηνά εργατικά χέρια. Όμως, παρουσιάζονται μικρότερης έκτασης μετακινήσεις προς την πόλη εξαιτίας της οικονομικής δυσπραγίας που αντιμετωπίζει ο πληθυσμός της υπαίθρου, οι οποίες αξίζει τον κόπο να σχολιαστούν. Ο κόσμος της υπαίθρου επικοινωνεί με τον κόσμο της πόλης με την ανάπτυξη του δικτύου των θαλάσσιων συγκοινωνιών, με τις ακτοπλοϊκές γραμμές που προσεγγίζουν στα μικρά και μεγάλα λιμάνια της Ελλάδας εξυπηρετώντας και την εσωτερική ενδοχώρα με το οδικό δίκτυο και με το σιδηροδρομικό δίκτυο Αθηνών-Πελοποννήσου και Θεσσαλίας.

Είναι πιθανό ότι τα κίνητρα των μεταναστών αγροτικής προέλευσης δεν δημιουργούνται μόνο από την ανάγκη επαγγελματικής απασχόλησης. Η έκρηξη του φαινομένου της αστικής ανάπτυξης τροφοδοτεί κάθε είδους όνειρα, ουτοπίες, ενθουσιασμούς, προκαταλήψεις για την πόλη. Η πόλη παρουσιάζεται, κυρίως για τους αγρότες, ως ο ιδανικός τόπος εξεύρεσης εργασίας και επιλογής

13. Βασίλης Παναγιωτόπουλος, «Αγροτική έξοδος και σχηματισμός της εργατικής δύναμης», Νεοελληνική πόλη. Οθωμανικές κληρονομιές και Ελληνικό Κράτος, τ. Β', Αθήνα 1985, σ. 521-531.

Σελ. 34
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/35.gif&w=600&h=915

γής ενός συγκεκριμένου επαγγέλματος. Επιπλέον, η προσδοκώμενη βελτίωση του επιπέδου ζωής στην πόλη, η εξασφάλιση κοινωνικής θέσης και η επιθυμία για διαφυγή από το στενό πλαίσιο της κοινωνίας του χωριού ασκούν μια ελκτική δύναμη προς αυτήν.14 Ας κρατήσουμε, λοιπόν, αυτή την ελκτική δύναμη της πόλης ως μια συνιστώσα της μετακίνησης των αγροτικών στρωμάτων.

Πριν προχωρήσω θα πρέπει να κάνω μια διευκρίνιση ως προς τις δυνατότητες απασχόλησης που έχουν οι νέες της υπαίθρου στην πόλη. Με αυτόν τον τρόπο θα κατανοήσουμε και το μηχανισμό μετανάστευσης. Δύο δυνατότητες επαγγελματικής επιλογής έχουν οι γυναίκες όταν έρχονται στην πόλη: να γίνουν υπηρέτριες15 ή εργάτριες. Η φύση του επαγγέλματος της υπηρέτριας επιτρέπει ή και επιβάλλει την ατομική μετανάστευση.16 Μικρή εξαίρεση αποτελεί ένας περιορισμένος αριθμός περιπτώσεων, στις οποίες προσλαμβάνεται για να ασκήσει υπηρετικά καθήκοντα όλη η οικογένεια. Όταν οι οικονομικοί πόροι δεν επαρκούν για την επιβίωση, τότε η οικογένεια είναι υποχρεωμένη να αναπροσαρμόσει το μέγεθος της αποστέλλοντας ένα από τα γυναικεία μέλη της στην πόλη ως υπηρέτρια. Στις αγροτικές οικογένειες τα καθήκοντα των μελών τους διαφοροποιούνται αναλόγως του φύλου και της ηλικίας.17 Οι άνδρες φροντίζουν για τις γεωργικές εργασίες· αυτοί που πλεονάζουν πηγαίνουν στην πόλη ή αλλού, σύμφωνα με την παράδοση, γίνονται ναυτικοί. Οι γυναίκες ασχολούνται με την οικοτεχνία και με αγροτικές εργασίες που δεν απαιτούν μεγάλη δύναμη, με την καλλιέργεια του λαχανόκηπου, τα κατοικίδια ζώα και τη φροντίδα των παιδιών. Όταν υπάρχει πλεόνασμα γυναικείων χεριών, μία προσοδοφόρα λύση είναι να σταλεί το κορίτσι στην πόλη υπηρέτρια. Το επάγγελμα της υπη

14. Για το φαινόμενο της μετανάστευσης των αγροτικών πληθυσμών στην πόλη βλ. Louis Bergeron - Marcel Roncayolo, Από την προβιομηχανική στη βιομηχανική πόλη, Αθήνα 1984" Jean-Luc Pinol, Ο κόσμος των πόλεων τον 19ο αιώνα, Αθήνα 2000" Monique Vincienne, Du village à la ville, Παρίσι 1972.

15. Για το επάγγελμα της υπηρέτριας τον 19ο αιώνα βλ. Pamela Horn, The rise and fall of the Victorian servant, Λονδίνο 1975" Anne Martin-Pugier, La place des bonnes. La donesticité féminine Paris en 1900, Παρίσι 1979" Martha Vicinus, Independent Women and Community for Single Women, Λονδίνο 1985" E. Higgs «Domestic service and household production», A. Y. John (επιμ.) Unequal opportunities : Women's employment in England 1800-1918, Οξφόρδη 1986, σ. 125-150' Elizabeth Roberts, Women's work 1840-1940, Λονδίνο 1988, σ. 29-32· Geneviève Fraise - Michelle Perrot (επιμ.), Histoire des femmes en Occident, τ. 4: le XIX siècle, Παρίσι 1991, σ. 450-452.

16. Για τη διαδικασία μετανάστευσης της νεαρής αγρότισσας που πρόκειται να ασκήσει το επάγγελμα της υπηρέτριας στην πόλη βλ. Ζιζή Σαλίμπα, «Από τους φόβους της πόλης: άμυνα και στρατηγικές επιβίωσης των νεήλυδων στην ελληνική πόλη κατά τον 19ο αιώνα», Οι συλλογικοί φόβοι στην ιστορία, Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών, Αθήνα 2000, σ. 75-91.

17. Louise Tilly - Joan W. Scott, Les femmes, le travail et la famille, Παρίσι 1987, σ. 50-51.

Σελ. 35
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/36.gif&w=600&h=915

υπηρέτριας δεν χρειάζεται καμία εξειδίκευση. Επιπλέον, βάσει της ιδιότητάς της η υπηρέτρια εξασφαλίζει στέγη στην κατοικία των αφεντικών της, φαγητό, μισθό και πολλές φορές ρούχα και υποδήματα.

Στον ελληνικό χώρο από την εποχή της Τουρκοκρατίας —τον 18ο αιώνα σίγουρα— γυναίκες από τα νησιά του Αιγαίου, κυρίως από την Ανδρο και την Τήνο, πηγαίνουν στην Κωνσταντινούπολη και στη Σμύρνη για να εργασθούν ως υπηρέτριες και ως τροφοί. Η ανάπτυξη της συγκοινωνίας μεταξύ των νησιών, της Κωνσταντινούπολης και της Σμύρνης συνετέλεσε στη διευκόλυνση αυτών των μετακινήσεων. Οι συντοπίτες τους ναυτικοί μεσολαβούσαν για την εξεύρεση κατάλληλης κατοικίας, μετέφεραν τις ειδήσεις της πατρίδας τους και τις βοηθούσαν σε περίπτωση ανάγκης. Οι γυναίκες αυτές μετά από μεγάλο ή σύντομο χρονικό διάστημα γύριζαν στο νησί και χρησιμοποιούσαν τις αποταμιεύσεις τους για να φτιάξουν την προίκα τους.18

Το 1861 παρουσιάζονται τα πρώτα γυναικεία επαγγέλματα στην επίσημη απογραφή: οι μαίες και οι υπηρέτριες. Θα σταθούμε για λίγο σ' αυτή την απογραφή για να σχολιάσουμε τις διαστάσεις που είχε λάβει το «υπηρετικό» επάγγελμα. Στην καταγραφή του πληθυσμού κατά φύλα έχουμε 567.334 άνδρες και 529.476 γυναίκες. Η διαφορά αυτή στην αναλογία ανδρών και γυναικών πρέπει να αποδοθεί στην ελλιπή απογραφή των γυναικών και δεν πρέπει σε καμιά περίπτωση να θεωρηθεί φυσιολογική, ότι δηλαδή οφείλεται σε υψηλό ποσοστό γεννήσεων αρρένων. Ο Ιωάννης Σούτσος αποδίδει αυτή τη διαφορά σε δύο λόγους: αφενός μεν στις κοπιαστικές και βαριές δουλειές που κάνουν οι γυναίκες, αφετέρου δε στην απουσία για βιοποριστικούς λόγους πολλών γυναικών από την Ελλάδα. Ο δεύτερος λόγος βασίζεται στο γεγονός ότι οι άνδρες που ασχολούνται με τη ναυτιλία εκτός Ελλάδας έχουν συμπεριληφθεί στην απογραφή, ενώ οι γυναίκες που εργάζονται στο εξωτερικό δεν έχουν συμπεριληφθεί.19 Η εκτίμηση αυτή, παρότι δεν μας βοηθάει να προσεγγίσουμε αριθμητικά τις γυναίκες που εργάζονται ως υπηρέτριες και τροφοί στο εξωτερικό, κυρίως στις πόλεις της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και στην Αίγυπτο, μας επιτρέπει να υποστηρίξουμε ότι το 1861, την εποχή που εμφανίζονται στην επίσημη απογραφή οι 7.724 υπηρέτριες, συνεχιζόταν η επιλεκτική μετανάστευση των γυναικών που προορίζονταν για υπηρέτριες στο εξωτερικό.

Η ατομική μετανάστευση φαίνεται να είναι δυσκολότερη για τις εργάτριες. Υπάρχουν προβλήματα νοοτροπίας τα οποία δεν πρέπει να θεωρηθούν δευτε

18. Βλ. Ανώνυμος, «Εν κοινωνικόν ζήτημα», Εστία, αρ. 234, 22-6-1880. Στο άρθρο αυτό δίνονται εκτενείς πληροφορίες για τις υπηρέτριες και τις τροφούς των Κυκλάδων που ξενιτεύονται.

19. Ο Αλέξανδρος Μανσόλας καταγράφει αυτή την παρατήρηση του Ιωάννη Σούτσου στο βιβλίο του Πολιτειογραφικαί πληροφορίαι περί Ελλάδος, Αθήνα 1867, σ. 14.

Σελ. 36
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/37.gif&w=600&h=915

δευτερεύοντα. Καμία οικογένεια δεν αφήνει εύκολα μια κοπέλα μόνη της να πάει στην πόλη για να δουλέψει. Ο άγνωστος κόσμος της πόλης φαντάζει απειλητικός στο νου των χωρικών. Γι' αυτό η διαδικασία μετοικεσίας των χωρικών στην πόλη στηρίζεται πάντα στην αλληλεγγύη που εξασφαλίζουν οι οικογενειακές, οι συγγενικές και οι συντοπιτικές σχέσεις. Μέσω των σχέσεων συτών εξασφαλίζεται η επιβίωσή τους στην πόλη.20 Εδώ τίθενται και θέματα «τιμής»'21 δεν θεωρείται ευυπόληπτη η οικογένεια που στέλνει μόνο του ένα κορίτσι στην πόλη για να γίνει εργάτρια. Ας λάβουμε υπόψη μας ότι η επαγγελματική ιδιότητα της εργάτριας απαιτεί ανεξαρτησία. Το ημερομίσθιο που λαμβάνει της εξασφαλίζει μια αυτονομία, η οποία μπορεί να γίνεται ανεπιθύμητη έως και επικίνδυνη για την οικογένειά της και για τους υποψήφιους γαμπρούς του χωριού.

Υπάρχουν όμως και μια σειρά από οικονομικά προβλήματα που καθιστούν δύσκολη έως αδύνατη την ατομική μετανάστευση για τις γυναίκες που προορίζονται να εργασθούν ως εργάτριες. Το κόστος ζωής στην πόλη είναι δυσβάσταχτο. Γιατί η εργάτρια που ζει μόνη της στην πόλη πρέπει να καλύπτει με το μισθό της βασικά έξοδα, όπως είναι η στέγη, το φαγητό και η ένδυση. Στο επίπεδο της μεταναστεύουσας οικογένειας επιτυγχάνεται ένα είδος οικονομιών κλίμακας. Πραγματικά, η αγρότισσα που πρόκειται να μεταβληθεί σε εργάτρια συνοδεύεται συνήθως από την οικογένειά της και σπανιότερα από κάποιο άρρεν μέλος της.

Πολλές φορές, όμως, στην πράξη η διάκριση ανάμεσα στο επάγγελμα της εργάτριας και της υπηρέτριας δεν είναι ευκρινής. Όταν μια κοπέλα πήγαινε «οικότροφος» στο σπίτι ενός εργαστηριούχου ή μιας μοδίστρας ως υπηρέτρια, ταυτόχρονα δούλευε και ως εργάτρια. Εξάλλου οι επιχειρήσεις οικογενειακής μορφής ενίσχυαν αυτό το σχήμα απασχόλησης. Η διπλή ιδιότητα της υπηρέτριας που γνώριζε και ραπτική εθεωρείτο προσόν για αυτές που αναζητούσαν εργασία. Η συχνότητα με την οποία επαναλαμβάνεται στις εφημερίδες το στερεότυπο «κόρη γνωρίζουσα ραπτικήν ζητεί θέσιν παρά τινί οικογενεία επί μετρία αμοιβή ίνα παραμείνη εν αυτή και ράπτη...»22 με οδηγεί σε ορισμένες

20. Πέτρος Πιζάνιας, Οι φτωχοί των πόλεων. Η τεχνογνωσία της επιβίωσης στην Ελλάδα τον Μεσοπόλεμο, Αθήνα 1993, σ. 104-105.

21. Για την έννοια της τιμής βλ. Jack Goody, L'évolution de la famille et du mariage en Europe, Παρίσι 1985, σ. 38-40' J. Schneider, «L'honneur, la honte, l'accès aux ressources et la transformation des societàs méditerranéennes», Les sociétés rurales de la Méditerranée, Recueil de textes anglo-américains réunis par Bernard Kayser, Αιξ-αν-Προβάνς 1986, σ. 201-221.

22. Χαρακτηριστικά δείγματα αυτών των Μικρών Αγγελιών εντόπισα στις εξής εφημερίδες: Νέα Εφημερίς, αρ. 13, 13-1-1891, αρ. 67, αρ. 69, 10-3-1894, αρ. 147, 27-5-1894· Σφαίρα, αρ. 5711, 24-2-1901 και στο περιοδικό Εφημερίς των Κυριών, αρ. 957, 1 έως και 15-12-1908.

Σελ. 37
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/38.gif&w=600&h=915

σκέψεις που νομίζω ότι αξίζει τον κόπο να διατυπώσω σε αυτό το σημείο.

Φαίνεται ότι οι διαδικασίες για τη διαμόρφωση του επαγγέλματος της υπηρέτριας το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα έχει ολοκληρωθεί στην ελληνική πόλη. Τα καθήκοντά της είναι καθορισμένα. Γι' αυτό το λόγο η ραπτική των ρούχων αναφέρεται ως μια επιπλέον ιδιότητα, η οποία είναι εκτός των καθηκόντων της.

Εκτός από το μισθό και τα πλεονεκτήματα που παρέχει το επάγγελμα της υπηρέτριας, η κατηγορία αυτή των γυναικών έχει τη δυνατότητα να κερδίζει παραπάνω χρήματα ράβοντας όχι μόνο τα ρούχα της οικογένειας που της παρέχει τροφή, στέγη και μισθό, αλλά και τρίτων.

Από τον τρόπο που διατυπώνεται η αγγελία μπορούμε να υποθέσουμε ότι δεν θεωρείται ευνόητο το να έχουν μάθει οι κοπέλες να ράβουν στο σπίτι τους. Φαίνεται πως οι ελληνίδες αγρότισσες δεν γεννιούνται «με τη βελόνα στο χέρι». Πιο συγκεκριμένα, πιστεύω ότι η χρησιμοποίηση της βελόνας μοδιστρικής αποτελούσε πολυτέλεια για τα φτωχά στρώματα της ελληνικής υπαίθρου.

Η υπερωκεάνια μετανάστευση

Στο τέλος του 19ου αιώνα στο οποίο εμφανίζεται η υπερωκεάνια μετανάστευση ο αγροτικός πληθυσμός βρίσκεται σε κατάσταση υποαπασχόλησης. Η μετανάστευση απορροφά τις υφιστάμενες δημογραφικές πιέσεις, ενώ ταυτόχρονα μειώνει την εισροή του αγροτικού πληθυσμού στην πόλη. Η Αμερική στο νου των ανθρώπων αντιπροσωπεύει τη νέα «Γη της Επαγγελίας», τον τόπο όπου εύκολα μπορεί να αποκτήσει κανείς ό,τι του χρειάζεται για να επιστρέψει στη συνέχεια στην πατρίδα του εφοδιασμένος για μια καλύτερη ζωή.23

Τα προβλήματα του έλληνα αγρότη ήταν πολλά και ποικίλης μορφής. Η φτώχεια, που οφειλόταν κατά ένα μεγάλο μέρος στη σταφιδική κρίση, η ανεξέλεγκτη τοκογλυφία, ο καθημερινός μόχθος για την επιβίωση και οι οικονομικές υποχρεώσεις που υπέβαλλε ο θεσμός της προίκας συντελούσαν στη διόγκωση της υπερατλαντικής μετανάστευσης.

Ο πίνακας που ακολουθεί θα μας βοηθήσει να σχολιάσουμε με ποσοτικά στοιχεία τη μετανάστευση στην Αμερική.

Από το 1890 μέχρι το 1922 στην Αμερική μεταναστεύουν 498.409 άτομα, εκ των οποίων 442.505 είναι άνδρες και 55.903 γυναίκες. Άρα, το συνολικό ποσοστό των γυναικών στο σύνολο των μεταναστών είναι 12,6 %. Τα ποσοστά των γυναικών μέχρι το 1914 είναι πολύ χαμηλότερα από αυτά των ανδρών. Όμως από το έτος 1921 το ποσοστό των γυναικών που μεταναστεύουν αυξάνεται

23. Για τη μετανάστευση των Ελλήνων στην Αμερική βλ. Alexander Kitroeff, Griegos en America, Μαδρίτη 1992.

Σελ. 38
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/39.gif&w=600&h=915

ΠΙΝΑΚΑΣ 6

Κατανομή κατά φύλο της μετανάστευσης των Ελλήνων στην Αμερική

(1890-1922)

Έτος

Άνδρες

Γυναίκες

% Γυναίκες

1890

1891

1892

1893

1894

1895

1896

1897

1898

1899

1900

1901

1902

1903

1904

1905

1906

1907

1908

1909

1910

1911

1912

1913

1914

1915

1916

1917

1918

1919

1920

1921

1922

Σύνολο

464 1.040 604

2.124 546 2.246 2.263 3.655 5.754 7.854 13.885 12.106 , 11.586 22.266 44.647 26.972 18.738 36.580 34.105 28.521 35.143 40.207 11.740 21.093 21.124 2.149 696 11.167 21.551 1.679

60 65 56

51 25 93 132 118 165 261 491 519 558 861 1.636 1.836 1.524 2.555 2.916 3.045 3.501 5.674 3.447 5.699 4.795 453 117 2.831 10.277 2.142

11,5 5,8 8,5

2,4

4.4

4.0

5.5

3.1 2,8

3.2

3.4 4,1

4.6

3.7

3.5

6.4

7.5

9.6 7,9 9,6 9,1

12.4 22,7

21.3

18.5

17.4 14,4 20,2 32,3 56,1

442.505

55.903

12,6

Πηγή: ΥΕΟ, ΓΣΥΕ, Στατιστική Επετηρίς της Ελλάδος 1930, σ. 137.

νεται και το 1922 υπερβαίνει αυτό των ανδρών. Με βάση το νόμο, συγκεκριμένα το Β.Δ. 24/30 Σεπτεμβρίου 1920 «περί μεταναστεύσεως», επιτρέπεται η μετανάστευση παίδων, γυναικών και ανηλίκων θηλέων που έχουν υπερβεί το 16ο έτος, εφόσον συνοδεύονται από σύζυγο, γονέα, ενήλικο αδελφό ή από άλλο

Σελ. 39
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/40.gif&w=600&h=915

στενό συγγενή. Επίσης επιτρέπεται στις γυναίκες να μεταναστεύουν, εφόσον καλούνται από τα προαναφερόμενα πρόσωπα ή από μνηστήρες που διαμένουν στον τόπο που αυτές θέλουν να μεταβούν.

Όσον αφορά τους άντρες, θεσπίζονται νόμοι που περιορίζουν, όπως άλλωστε φαίνεται και από τον Πίνακα 6, τη μετανάστευσή τους. Ο ελληνικός νόμος της 24ης Ιουλίου/17ης Σεπτεμβρίου 1920 «περί μεταναστεύσεως και αποδημίας» θέτει τους πρώτους περιορισμούς στους άνδρες, γιατί επιτρέπει τη μετανάστευση μόνο αυτών που δεν έχουν «ενεστώσα ή καθυστερουμένην στρατιωτικήν υποχρέωσιν». Παράλληλα και από την πλευρά των ΗΠΑ τίθενται περιορισμοί στη μετανάστευση. Σύμφωνα με τον νόμο της 19ης Μαΐου 1921 ο ετήσιος αριθμός των εισερχομένων ατόμων ορισμένης εθνικότητας δεν μπορούσε να υπερβαίνει το 3% των ατόμων της ίδιας εθνικότητας που βρίσκονταν ήδη στις ΗΠΑ σύμφωνα με τα αποτελέσματα της απογραφής του 1910.24

Ας ξαναγυρίσουμε στις γυναίκες για να ερμηνεύσουμε την αύξηση του αριθμού αυτών που μεταναστεύουν. Από τα προηγούμενα χρόνια έχει δημιουργηθεί στις ΗΠΑ ένα πλεόνασμα αγάμων ανδρών, το οποίο έχει εγκατασταθεί και επωφελείται από το νόμο για εξεύρεση συζύγου. Επίσης, ας λάβουμε υπόψη μας ότι την εποχή αυτή ήδη έχουν αναπτυχθεί μεγάλες βιομηχανικές μονάδες στην Αμερική, κυρίως εργοστάσια κλωστοϋφαντουργίας, οι οποίες ζητούν γυναικεία εργατικά χέρια. Τέλος, ας σημειώσουμε ότι με τις οικογενειακής μορφής επιχειρήσεις, όπως είναι τα εστιατόρια, τα παντοπωλεία, τα οπωροπωλεία και οι βιοτεχνίες, που ανοίγουν οι Έλληνες στην Αμερική δημιουργούνται ευνοϊκές συνθήκες απασχόλησης για τις γυναίκες. Συνήθως σ' αυτού του τύπου τις επιχειρήσεις απασχολούνται τα μέλη της οικογένειας του ίδιου του ιδιοκτήτη.

Στο χρονικό πλαίσιο της μελέτης μας παρατηρούμε ότι ο πληθυσμός που μεταναστεύει στην Αμερική στη μεγάλη πλειοψηφία του είναι ανδρικός. Οι γυναίκες μένουν πίσω στο χωριό για να καλλιεργήσουν τα χωράφια και να φροντίσουν τα παιδιά και τους γέρους γονείς. Έτσι δεν υπάρχει καμιά περίπτωση η γυναίκα του μετανάστη να έρθει μόνη της στην πόλη είτε για λόγους κοινωνικούς, είτε για λόγους οικονομικούς. Η αναχώρηση του άνδρα επιβάλλει στη γυναίκα νέες ευθύνες. Αναπληρώνει τον άνδρα στις αγροτικές εργασίες. Η οικογένεια και η κοινωνία του χωριού θέτουν υπό έλεγχο τη γυναίκα του μετανάστη. Η γυναίκα αυτή για λόγους κοινωνικούς και οικονομικούς δεν εγκαταλείπει το χωριό της για να έλθει στην πόλη. Όσον αφορά τις θυγατέρες και τις ανύπαντρες αδερφές των μεταναστών, αυτές περιμένουν την επιστροφή των τελευταίων για να προικιστούν και να παντρευτούν.

24. Βλ. Γεώργιος Χαριτάκης, Η ελληνική βιομηχανία (βιομηχανία - μεταλλεία - εργασία), Αθήνα 1927, σ. 56.

Σελ. 40
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/41.gif&w=600&h=915

Είναι φανερό ότι η υπερατλαντική μετανάστευση συμβάλλει στη συγκράτηση του γυναικείου πληθυσμού στην ύπαιθρο και παίζει ανασχετικό ρόλο στην είσοδο των γυναικών στον κόσμο της μισθωτής εργασίας. Τα εμβάσματα που προσφέρει ο μετανάστης αδερφός ή πατέρας συμβάλλουν στην καλυτέρευση του επιπέδου διαβίωσης. Επιπλέον, εξασφαλίζουν στις ανύπαντρες κοπέλες ένα καλό γάμο. Γενικότερα μπορούμε να πούμε ότι ο χωρισμός της οικογένειας, που συντελείται με την απουσία ενός ή περισσοτέρων μελών της, ενισχύει τη διατήρηση των οικογενειακών δεσμών.

Κατά κανόνα οι γυναίκες των μεταναστών δεν μετατρέπονται σε εργάτριες της πόλης.

Τα δίκτυα της θαλάσσιας επικοινωνίας

Στα μέσα του 19ου αιώνα παρατηρούνται αλλαγές στην ανάπτυξη της ελληνικής ιστιοφόρου εμπορικής ναυτιλίας. Η αγγλική, η γαλλική και η αυστριακή ατμοπλοία αναλαμβάνουν σχεδόν εξ ολοκλήρου το εμπόριο και τις μεταφορές προϊόντων στη Μεσόγειο. Οι δραστηριότητες της ελληνικής ιστιοφόρου ναυτιλίας συρρικνώνονται και περιορίζονται στις ελληνικές ακτές. Τα απαιτούμενα κεφάλαια για την κατασκευή ενός ατμοπλοίου είναι τεράστια για τις περιορισμένες οικονομικές δυνατότητες των νησιωτών, ενώ επιπλέον, υπάρχει και έλλειψη τεχνογνωσίας για τη ναυπήγηση των ατμοπλοίων. Ταυτόχρονα, στον τομέα της ναυπήγησης παρουσιάζονται ανακατατάξεις. Η κατασκευή των μεγάλων ξύλινων πλοίων περιορίζεται και οδηγείται σε μαρασμό, ενώ αναπτύσσεται η παραδοσιακή ναυπηγική μικρών σκαφών. Οι τόποι που πλήττονται ιδιαίτερα είναι τα νησιά του Αργοσαρωνικού, Υδρα και Σπέτσες, η Μύκονος και η περιοχή της Τροιζηνίας. Όχι μόνο οι εμποροκαραβοκύρηδες των ιστιοφόρων πλοίων, αλλά και οι εργαζόμενοι στα ναυπηγεία, στα σιδηρουργεία, στα φανοποιεία, στα σχοινοπλοκεία, αναγκάζονται να μεταναστεύσουν. Οι περισσότεροι από αυτούς εγκαθίστανται στον Πειραιά. Τα επαγγέλματα που ασκούν στον τόπο της νέας τους εγκατάστασης έχουν σχέση είτε με τη θάλασσα, είτε με τη βιομηχανία. Συγκεκριμένα, δουλεύουν ως ναύτες, λεμβούχοι, βουτηχτές, λοστρόμοι, λιμενεργάτες, ψαράδες, αγωγιάτες, εργάτες στα εργοστάσια, θερμαστές, λεβητοποιοί, μηχανουργοί κ.ά.

Νομίζω πως αξίζει να παρακολουθήσουμε τον τρόπο που συντελείται αυτή η επιλεκτική μετανάστευση του πληθυσμού. Κατά κανόνα στην αρχή μεταναστεύουν οι άνδρες της οικογένειας, οι οποίοι αφού εργασθούν κάποιο διάστημα εξασφαλίζουν μια αμοιβή η οποία τους επιτρέπει να φέρουν και την οικογένεια τους —τα γυναικεία μέλη— στην πόλη. Οι νεοαφιχθείσες γυναίκες δημιουργούν μια αποθήκη εργατικού δυναμικού από την οποία επωφελούνται τα εργοστάσια της πόλης. Όπως αναφέρει ο Γιάννης Μπαφούνης, από το 1870 ο Πειραιάς

Σελ. 41
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/42.gif&w=600&h=915

έχει πάψει να είναι πόλη των «célibataires».25 Οι γυναίκες, που είναι νέες κυρίως κοπέλες, εύκολα βρίσκουν εργασία στα ατμοκίνητα κλωστήρια και υφαντήρια του Πειραιά. Στην πλειοψηφία τους προέρχονται από τα νησιά του Αργοσαρωνικού (Ύδρα, Πόρο, Σπέτσες) και από την Τροιζηνία.26

Εξαιτίας της έλλειψης επαρκούς οδικού και σιδηροδρομικού δικτύου η ακτοπλοΐα παρουσιάζει μεγάλη ανάπτυξη. Καθημερινά τα μικρά ιστιοφόρα εκτελούν δρομολόγια μεταφέροντας εμπορεύματα και ανθρώπους από νησί σε νησί. Τα δίκτυα επικοινωνίας των νησιών με τα μεγάλα ναυτικά κέντρα της Σύρου και του Πειραιά είναι πυκνά. Οι εφημερίδες και οι οδηγοί είναι αποκαλυπτικοί, ενώ από το 1880 οι πειραιώτικες εφημερίδες όχι μόνο περιλαμβάνουν στήλη με την κίνηση των πλοίων, αλλά φιλοξενούν στις σελίδες τους και διαφημίσεις. Ο Παντολέων Καμπούρογλου μας πληροφορεί ότι το 1882 στο λιμάνι του Πειραιά τρεις ελληνικές27 και έξι ξένες28 ατμοπλοϊκές εταιρείες εκτελούσαν τακτικά δρομολόγια.29 Τα πλοία διακινούσαν το ταχυδρομείο, εμπορεύματα και επιβάτες. Τα δρομολόγια ήταν πυκνά, για παράδειγμα, έξι εβδομαδιαία δρομολόγια ξεκινούσαν από τον Πειραιά και εξυπηρετούσαν τη γραμμή Αίγινα, Μέθανα, Πόρος, Υδρα, Σπέτσες, Χέλι, Αστρος και Ναύπλιο. Δύο δρομολόγια την εβδομάδα πήγαιναν στις Κυκλάδες: Σύρο, Πάρο, Νάξο, Ίο, Αμοργό και Θήρα. Τρία δρομολόγια την εβδομάδα είχαν ως προορισμό μόνο τη Σύρο, ενώ τέσσερα δρομολόγια την εβδομάδα περνούσαν από τη Σύρο με κατεύθυνση προς λιμάνια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και του εξωτερικού. Η πυκνή αυτή επικοινωνία φανερώνει ότι ήδη είχε συντελεστεί ο σχηματισμός μιας αγοράς.

Ένα από τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της ατμοπλοίας είναι η δημιουργία πρακτορείων στα λιμάνια. Εκτός από την έκδοση εισιτηρίων και τη δια

25. Γιάννης Μπαφούνης, «Ο σχηματισμός του εργατικού δυναμικού στον Πειραιά», Νεοελληνική πόλη. Οθωμανικές κληρονομιές και Ελληνικό Κράτος, τ. Β', Αθήνα 1985, σ. 561-564.

26. Βλ. Γ. Β. [Γαβριηλίδης Βλάσης], «Ο εργατικός κόσμος εν Ελλάδι. Οι φαμπρικούδες. Σκέψεις - Τύποι - Εικόνες - Επεισόδια», Ακρόπολις, αρ. 4405, 14-5-1894' Ευγενία Ζωγράφου, «Πώς εργάζονται αι γυναίκες μας», Δημοσιεύματα, τ. 4, Αθήνα 1903, σ. 34' Panayota Tsopela-Saliba, Le profil de l'ouvrière dans l'industrie et l'artisanat en Grèce 1870-1922, Mémoire de DEA, Université Paris I-Panthéon-Sorbonne, Παρίσι 1989, σ. 20" Μιχάλης Ρηγίνος, Μορφές παιδικής εργασίας στη βιομηχανία και τη βιοτεχνία 18701940, Αθήνα 1995, σ. 53.

27. Η Ελληνική Ατμοπλοία, η Ατμοπλοία Δ. Π. Γουδή και η Πανελλήνιος Ατμοπλοϊκή Εταιρεία.

28. Η αυστριακή εταιρεία Λόυδ, η αιγυπτιακή Κεδιβιέ, η γαλλική Φρεσινέ, η Εταιρεία Γαλλικών Διαπορθμεύσεων, η ιταλική εταιρεία Φλόριο.

29. Παντολέων Καμπούρογλου, Ιστορία τον Πειραιώς από τον 1833-1882 έτους, Αθήνα 1883, σ. 9-23.

Σελ. 42
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/43.gif&w=600&h=915

κίνηση των επιβατών, τα πρακτορεία αυτά αναλαμβάνουν και τη στρατολόγηση εργατών και εργατριών για τα εργοστάσια του Πειραιά και της Σύρου. Μια μικρή αγγελία από την πειραϊκή εφημερίδα Σφαίρα μας επιτρέπει να έχουμε μια ιδέα γι' αυτό το δίκτυο εξεύρεσης εργατικού δυναμικού: «Ειδοποίησις του εν Σύρω κλωστηρίου. Παρά του άνω κλωστηρίου ζητούνται εξησκημένοι τεχνίται και τεχνίτριαι. Διά πάσαν πληροφορίαν αποτανθήτωσαν εις τον ενταύθα πράκτορα της Νέας Ελληνικής Ατμοπλοίας κ. Ηρ. Κατσιμαντήν».30 Είναι φανερό ότι ο πράκτορας φροντίζει και για τη στρατολόγηση εργατικού δυναμικού. Από την άλλη μεριά, τα οργανωμένα γραφεία που εμφανίζονται στους εμπορικούς οδηγούς της Ελλάδας ως «μεσιτικά», χρησιμεύουν μόνο για την εξεύρεση υπαλληλικού και υπηρετικού προσωπικού. Μπορούμε, συνεπώς, να υποθέσουμε ότι τα πρακτορεία των ναυτιλιακών εταιριών αποτελούσαν ένα οργανωμένο δίκτυο εξεύρεσης εργατικού δυναμικού.

Μιλώντας για τις επιπτώσεις της ακτοπλοΐας στο σχηματισμό και τη διεύρυνση του γυναικείου εργατικού δυναμικού δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι αρκετοί από τους βιομήχανους ήταν ταυτόχρονα και πλοιοκτήτες. Συγκεκριμένα, οι ιδιοκτήτες των κλωστοϋφαντηρίων Λαδόπουλου και Φουστάνου στη Σύρο είχαν δικά τους ατμόπλοια και ο Ιω. Δημόκας, ιδιοκτήτης κλωστηρίου, ήταν ένας από τους ιδρυτές της Ελληνικής Ατμοπλοίας. Ας σημειωθεί, επίσης, ότι στα τέλη του 19ου αιώνα οι περισσότεροι σιτέμποροι του Πειραιά ήταν και ιδιοκτήτες ατμοπλοίων.31 Είναι φανερό, νομίζω, ότι η στρατολόγηση εργατικού δυναμικού εντασσόταν στη σφαίρα των δραστηριοτήτων που ασκούσαν τα πρακτορεία των ναυτιλιακών εταιρειών.

Τα πολεμικά γεγονότα και ο ρόλος τους στην εισροή γυναικείου εργατικού δυναμικού

Ο σχηματισμός εργατικού δυναμικού, κυρίως στις δύο πόλεις Ερμούπολη και Πειραιά, οφείλεται κατά ένα μεγάλο μέρος σε γεγονότα πολεμικού χαρακτήρα. Το 1822 πρόσφυγες του Αγώνα της Ανεξαρτησίας από τη Χίο, τα Ψαρά, τις Κυδωνιές, τη Σμύρνη και την Κρήτη δημιουργούν στη Σύρο μια νέα πόλη, την Ερμούπολη, η οποία εξελίσσεται σε σημαντικό επιχειρηματικό κέντρο.32 Ένας μεγάλος αριθμός από τους ανθρώπους που την εποίκισαν βρίσκει απασχόληση ως εργατικό δυναμικό στον δευτερογενή τομέα. Εργάζονται στα ναυπηγεία, στα

30. Σφαίρα, αρ. 6545, 7-11-1903.

31. Γ. Βέκος, Οδηγός του Πειραιώς το 1901, Εμπόριο - Εμποριοναυτιλία - Βιομηχανία, σ. 43.

32. Για τη δημιουργία της Ερμούπολης βλ. Τιμολέων Αμπελάς, Ιστορία της νήσου Σύρου..., ό.π., σ. 734.

Σελ. 43
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/44.gif&w=600&h=915

βυρσοδεψεία, στους αλευρόμυλους, στα εργαστήρια χαλβάδων και λουκουμιών και, αργότερα, με την ίδρυση των ατμοκίνητων κλωστοϋφαντουργείων απασχολούνται σε αυτά. Το γυναικείο εργατικό δυναμικό σχηματίζεται μέσα στους κόλπους της ίδιας της πόλης. Εξαιτίας της έλλειψης αγροτικής ενδοχώρας, οι γυναίκες απασχολούνται και αυτές αποκλειστικά στα βιομηχανικά εργαστήρια και στην κλωστοϋφαντουργία. Οι πρώτες πληροφορίες για τη γυναικεία απασχόληση είναι από το 1836 και αφορούν τη βιοτεχνία βαφής «καλεμκεριών» (μαντιλιών του κεφαλιού), τα οποία βάφονται από γυναίκες και στη συνέχεια εξάγονται.

Στον Πειραιά το 1867-1868, κατά τη διάρκεια της Κρητικής Επανάστασης, καταφθάνουν μαζικά κυνηγημένοι Κρητικοί. Εκεί δημιουργούν τη δική τους συνοικία κάτω από το λόφο της Καστέλας, τα «Κρητικά». Οι γυναίκες πρόσφυγες, λόγω της παράδοσης τους στις υφαντικές τέχνες, φαίνεται ότι δεν δυσκολεύονται να βρουν δουλειά στα εργοστάσια κλωστοϋφαντουργίας του Πειραιά, όπως, για παράδειγμα, στο νηματουργείο του Κρητικού και μέλους της επιτροπής για την περίθαλψη των προσφύγων από την Κρήτη Αθανάσιου Βολωνάκη, το οποίο ιδρύεται το 1869 και απασχολεί γυναίκες από την Κρήτη. Η προσφορά απασχόλησης στις γυναίκες από την Κρήτη μέσα από τις στήλες των εφημερίδων παίρνει τη χροιά της φιλανθρωπίας. Οι βιομήχανοι που παρέχουν εργασία παρουσιάζονται ως ευεργέτες. Αξίζει τον κόπο να αναφέρω μια αναγγελία που έχει ταυτοχρόνως και τον χαρακτήρα της προτροπής για τους πειραιώτες βιομηχάνους: Ο Δήμος Κουμάνταρος, ιδιοκτήτης κλωστηρίου και υφαντήριου, δέχεται στο εργοστάσιο του κοράσια και γυναίκες προσφύγων και ιδίως κορίτσια που γνωρίζουν την υφαντική. Το παράδειγμα του Κουμάνταρου θα «μιμηθώσι και τα λοιπά εργοστάσια».33 Μοδίστρες από την Κρήτη ανοίγουν τα δικά τους εργαστήρια στον Πειραιά και την Αθήνα και αποκτούν φήμη. Για τη Μαρία Δραματινού, ιδιοκτήτρια υφαντήριου μεταξωτών υφασμάτων από την Κρήτη, οι διαφημιστικές καταχωρίσεις στο περιοδικό Εφημερίς των Κυριών, προβάλλουν την ποιότητα και τις τιμές των προϊόντων της, τονίζοντας ταυτοχρόνα την προσφυγική της προέλευση.34

Κατά τη δεκαετία των πολεμικών συγκρούσεων, από τον Οκτώβριο του 1912, που άρχισαν οι Βαλκανικοί Πόλεμοι, μέχρι τη Μικρασιατική Καταστροφή το 1922, σημειώνονται μετακινήσεις πληθυσμού στον ελληνικό χώρο, κυρίως στη Μακεδονία. Οι μετακινήσεις αυτές είναι αποτέλεσμα άλλοτε διώξεων και άλλοτε θεληματικής μετανάστευσης. Συγκεκριμένα φεύγουν 125.000130.000 μουσουλμάνοι και «βουλγαρίζοντες» αγρότες από τη Μακεδονία, ενώ

33. Σφαίρα, αρ. 2.399, 25-7-1889.

34. Ανώνυμος, «Η ιστορία ενός υφαντηρίου μεταξωτών υφασμάτων», Εφημερίς των Κυριών, αρ. 733, 19-1-1903.

Σελ. 44
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/45.gif&w=600&h=915

έρχονται και εγκαθίστανται στη Μακεδονία 124.000 περίπου Έλληνες από τη Σερβία, τον Καύκασο, τη Θράκη, τη Μ. Ασία και την Κωνσταντινούπολη.35 Τα στοιχεία που έχουμε για το συγκρότημα της Αθήνας και του Πειραιά είναι τα εξής: 14.071 έρχονται από τη Μ. Ασία, 408 από τη Βουλγαρία, 1.019 από τη Ρωσία και 1.402 από τα Δωδεκάνησα.36 Οι περισσότεροι από αυτούς απασχολούνται ως εργάτες και εργάτριες στα εργαστήρια (ξυλουργεία, ζαχαροπλαστεία, ραφεία) και στα εργοστάσια. Οι εφημερίδες δίνουν έμφαση στο μαζικό χαρακτήρα που λαμβάνουν αυτές οι αφίξεις χρησιμοποιώντας τον τίτλο «καραβάνια προσφύγων».37

Άραγε οι μετανάστες αυτοί εγκαθίστανται μονίμως στο συγκρότημα Αθηνών-Πειραιώς ή καταφεύγουν αργότερα στην ύπαιθρο; Σε τι βαθμό οι μετανάστες-αγρότες μετατρέπονται σε εργάτες της πόλης; Ποιες είναι οι συνθήκες και οι δυνατότητες απασχόλησης για τις γυναίκες αυτές που καταφθάνουν ; Δεν διαθέτουμε αριθμητικά δεδομένα, ούτε έχουμε συγκεκριμένα στοιχεία ώστε να είμαστε σε θέση να παρακολουθήσουμε το φαινόμενο της ένταξης αυτών των πληθυσμών στην Ελλάδα. Τα ίδια τα γεγονότα που λαμβάνουν χώρα μας οδηγούν στο να διατυπώσουμε μερικές υποθέσεις.

Διανύουμε την εποχή των Βαλκανικών Πολέμων. Από το 1912 μέχρι το 1923 ο ελληνικός στρατός διατελεί σε κατάσταση επιστράτευσης. Οι καταναλωτικές ανάγκες τόσο του ελληνικού στρατού, όσο και των συμμάχων στη Μακεδονία, καθώς και ο αποκλεισμός από τις δυνάμεις της Entente (1916-1917) δημιουργούν ευνοϊκές συνθήκες για την ανάπτυξη ορισμένων βιομηχανικών κλάδων, όπως αυτός της κλωστοϋφαντουργίας και της βιομηχανίας τροφίμων. Το γεγονός έχει επακόλουθα στη γυναικεία απασχόληση. Τα εργοστάσια αναπληρώνουν την έλλειψη εργατικών χεριών με γυναίκες και κορίτσια. Προφανώς, κάποιες από τις κενές θέσεις εργασίας καλύπτονται από τις γυναίκες-πρόσφυγες που καταφεύγουν στην Ελλάδα. Η μείωση του εισοδήματος των οικογενειών που έχουν στρατευμένους στρέφει τα γυναικεία μέλη προς αναζήτηση εργασίας. Πολλές γυναίκες, κυρίως αυτές που έχουν οικογενειακές υποχρεώσεις, στρέφονται προς το φασόν. Οι αποθήκες στρατού και το Λύκειο των Ελληνίδων στον Πειραιά προσφέρουν «κατ' οίκον εργασία». Αλλά σε αυτό το είδος της γυναικείας απασχόλησης θα αφιερώσω ιδιαίτερο κεφάλαιο.

35. Α. Α. Πάλλης, Στατιστική μελέτη περί των φυλετικών μεταναστεύσεων Μακεδονίας και Θράκης κατά την περίοδο 1912-1924, σ. 6-9.

36. Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών / Κέντρο Νεοελληνικών Ερευνών, Αρχείο Α. Α. Πάλλη, φάκ. 5, Υπουργείον Περιθάλψεως, Πίνακες Στατιστικοί, Συνοπτικοί και Ερμηνευτικοί της Περιθάλψεως Προσφύγων, 1917-1920.

37. Ως χαρακτηριστικό δείγμα βλ. Ακρόπολις, αρ. 10711, 11-9-1914 και αρ. 10179, 18-9-1914.

Σελ. 45
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/46.gif&w=600&h=915

Η δεκαετία των μεγάλων έργων (1880-1890)

Στο πλαίσιο της αναπτυξιακής πολιτικής που εφάρμοσε στην Ελλάδα η κυβέρνηση Τρικούπη εντάσσονται η κατασκευή οδικού και σιδηροδρομικού δικτύου,38 καθώς και η κατασκευή της Διώρυγας της Κορίνθου. Μέχρι το 1882 ο μοναδικός σιδηρόδρομος που υπήρχε στην Ελλάδα ήταν ο Αθηνών-Πειραιώς, μήκους 8 χιλιομέτρων. Τη δεκαετία της τρικουπικής προσπάθειας 1882-1892 κατασκευάσθηκαν σιδηροδρομικές γραμμές μήκους 1.614 περίπου χιλιομέτρων.39 Κατά το ίδιο διάστημα δημιουργήθηκε ένα οδικό δίκτυο συνολικού μήκους 2.043 χιλιομέτρων.40 Ας σημειωθεί, επίσης, ότι στις 16 Νοεμβρίου 1881 άρχισαν οι εργασίες για την κατασκευή της Διώρυγας της Κορίνθου, οι οποίες τελείωσαν το 1893.41

Για την υλοποίηση των έργων και την ανάπτυξη της βιομηχανίας χρειάζονταν εργατικά χέρια. Λαμβάνοντας υπόψη μας ότι στην Ελλάδα το διαθέσιμο εργατικό δυναμικό ήταν περιορισμένο και ανελαστικό,42 θα δούμε, με βάση τις πληροφορίες που κατάφερα να συγκεντρώσω, πώς τελικά η γυναικεία απασχόληση επηρεάστηκε από την απορρόφηση του ανδρικού εργατικού δυναμικού στα μεγάλα έργα. Αλλά πρώτα-πρώτα πρέπει να ξεκινήσουμε από τους άνδρες εργάτες: Ποιος ήταν ο αριθμός τους, ποια η γεωγραφική τους προέλευση και ποιες οι συγκεκριμένες συνθήκες της ζωής τους, δεν το ξέρουμε. Οι λίγες διάσπαρτες ενδείξεις μας επιτρέπουν να κάνουμε ορισμένες υποθέσεις. Εκτός από τους αγρότες που εργάζονταν για να κατασκευαστεί ο δρόμος του χωριού τους, στα δημόσια έργα απασχολήθηκαν έλληνες τεχνίτες και εργάτες, καθώς και ξένοι. Εκείνη την εποχή υπήρχαν πολλοί Ιταλοί, Μαυροβούνιοι, Αρμένιοι και

38. Για τις διαδικασίες ανάπτυξης του σιδηροδρομικού δικτύου στην Ελλάδα βλ. Λευτέρης Παπαγιαννάκης, Οι ελληνικοί σιδηρόδρομοι (1882-1910), Αθήνα 1982.

39. Οι σιδηροδρομικές γραμμές που κατασκευάσθηκαν ήταν ο σιδηρόδρομος ΠειραιώςΑθηνών-Πελοποννήσου, που συνέδεε την Πελοπόννησο (Πάτρα) με την Αθήνα (1882-1892), ο σιδηρόδρομος Πειραιώς-Δεμερλή, που συνέδεε τις βόρειες επαρχίες της Ελλάδας με την πρωτεύουσα (1889-1908), οι σιδηρόδρομοι Θεσσαλίας (1882-1894-1903), ο Βορειοδυτικός σιδηρόδρομος (1887-1892 και 1910-1911), ο σιδηρόδρομος Αττικής (1882-1885), ο Πύργου - Κατακώλου (1881-1882). Βλ. Γεώργιος Χαριτάκης, Η ελληνική βιομηχανία..., ό.π., σ. 35-36.

40. Βλ. Μαρία Συναρέλλη, Δρόμοι και λιμάνια στην Ελλάδα 1830-1880, Αθήνα 1989, σ. 103-104.

41. Για τη δημιουργία της Διώρυγας της Κορίνθου βλ. Εύη Παπαγιαννοπούλου, Η Διώρυγα της Κορίνθου. Τεχνικός άθλος και οικονομικό τόλμημα, Αθήνα 1989.

42. Για την έλλειψη εργατικών χεριών βλ. Βασίλης Παναγιωτόπουλος, «Η βιομηχανική επανάσταση και η Ελλάδα, 1832-1871», Εκσυγχρονισμός και βιομηχανική επανάσταση στα Βαλκάνια τον 19ο αιώνα, Αθήνα 1980, σ. 216-235" Χριστίνα Αγριαντώνη, Οι απαρχές της εκβιομηχάνισης..., ό.π., σ. 188-193.

Σελ. 46
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/47.gif&w=600&h=915

Τούρκοι, που εξασφάλιζαν τα προς το ζην ως μεροκαματιάρηδες στην Ελλάδα.43 Όσον αφορά τη γυναικεία συμμετοχή, μόνο κάποιες αγρότισσες απασχολήθηκαν σε εργασίες βοηθητικές, όπως ήταν η κοπή της πέτρας και το στρώσιμο του δρόμου.

Ένα μέρος από τους απασχολούμενους στα έργα υποδομής αντλήθηκε από τη μεγάλη δεξαμενή του εργατικού δυναμικού, τον Πειραιά. Το γεγονός αυτό προκάλεσε έλλειψη εργατικών χεριών, η οποία είχε επιπτώσεις στις παραγωγικές δραστηριότητες της πόλης. Για να σχηματίσουμε μια ιδέα για την κατάσταση χρειάζεται να αφήσουμε τα φτωχά ποσοτικά στοιχεία και να αναζητήσουμε άλλες μαρτυρίες. Οι εφημερίδες της εποχής είναι αποκαλυπτικές. Η έλλειψη εργατικού δυναμικού σημειώνεται σε δύο κυρίως τομείς: στην οικοδομική δραστηριότητα και στη βιομηχανία.44 Στο συγκρότημα Αθηνών-Πειραιώς σταμάτησαν προσωρινά οι οικοδομικές εργασίες και πολλά εργοστάσια αναγκάστηκαν να αναστείλουν τις εργασίες τους ή και να κλείσουν εντελώς.46 Και τούτο, γιατί οι περισσότεροι έλληνες τεχνίτες χρησιμοποιούνταν στη Διώρυγα της Κορίνθου,46 ενώ οι εργάτες στα έργα οδοποιίας και στην κατασκευή των σιδηροδρόμων.47 Και εδώ βέβαια πρέπει να τονισθεί πως αυτοί οι εργάτες λόγω του προσωρινού χαρακτήρα της απασχόλησης άφηναν πίσω τις οικογένειές τους.48

Ας δούμε τώρα πώς αντιμετωπίστηκε η ζήτηση. Πενόμενοι εργάτες και εργάτριες ελληνικής εθνικότητας από την Κωνσταντινούπολη και από άλλα μέρη της Ανατολής μεταναστεύουν στον Πειραιά για εργασία. Αυτό δείχνει ότι η «αποθήκη» των νησιών του Αιγαίου που εφοδίαζε τον Πειραιά με εργατικό δυναμικό έχει εξαντληθεί. Οι εργάτριες, προφανώς λόγω της παράδοσης της Ανατολής στην υφαντική τέχνη, τοποθετούνται αμέσως στα κλωστήρια και υφαντήρια. Πρόκειται για μια διεύρυνση κατά εθνικότητα της λεκάνης συλλογής εργατικού δυναμικού. Η μείωση της ηλικίας των γυναικών που εργάζονται στα εργοστάσια είναι μια σοβαρή ένδειξη όχι μόνο της οικονομικής κατάστασης στην οποία βρίσκονται τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα, αλλά και της αύξησης της ζήτησης εργατριών. Μήπως τελικά, εκτός από την «εισαγωγή» εργατριών, η έλλειψη εργατικών χεριών, ιδίως στα κλωστοϋφαντουργεία, καλύφθηκε εν μέρει και από τις γυναίκες των εργατών, οι οποίες έμειναν πίσω στην

43. Βλ. Μαρία Συναρέλλη, ό.π., σ. 89' Εύη Παπαγιαννοπούλου, ό.π., σ. 82-83.

44. Βλ. Πρόνοια, αρ. 264, 18-3-1883.

45. Οι επιπτώσεις της έλλειψης εργατικών χεριών περιγράφονται αναλυτικά στις εξής εφημερίδες: Πρόνοια, αρ. 264, 18-3-1883 και αρ. 353, 3-10-1883· Σφαίρα, αρ. 2336, 194-1889.

46. Εύη Παπαγιαννοπούλου, ό.π., σ. 82-83.

47. Βλ. Πρόνοια, αρ. 264, 18-3-1883.

48. Βλ. Σφαίρα, αρ. 2336, 19-4-1889.

Σελ. 47
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/48.gif&w=600&h=915

πόλη; Σύμφωνα πάντα με τα σχόλια των εφημερίδων, τα εργατικά ημερομίσθια διπλασιάσθηκαν.49 Το γεγονός αυτό έχω την εντύπωση πως αποτέλεσε ένα σοβαρό κίνητρο για την είσοδο νέων γυναικών στον κόσμο της μισθωτής εργασίας.

49. Βλ. Πρόνοια, ό.π.

Σελ. 48
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/49.gif&w=600&h=915

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ

ΣΧΟΛΙΑΖΟΝΤΑΣ ΤΙΣ ΣΥΝΘΗΚΕΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΑΝΑΔΕΙΞΗ ΤΩΝ ΠΟΛΛΑΠΛΩΝ ΠΡΟΣΩΠΩΝ ΤΗΣ ΕΡΓΑΤΡΙΑΣ

Σελ. 49
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/50.gif&w=600&h=915 01 - 0002.htm

ΛΕΥΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

Σελ. 50
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/51.gif&w=600&h=915

Από την εργάτρια των κλωστοϋφαντουργείων ως τη μαθητευόμενη κοπέλα του μοδιστράδικου ένας ολόκληρος κόσμος κρύβεται κάτω από την ομπρέλα του γενικού όρου «εργάτρια». Θέλοντας να αναδείξω τις ομοιότητες που συμβάλλουν στην ολική σύνθεση του προφίλ της εργάτριας και, παράλληλα, να αξιοποιήσω τις διαφορές που μας οδηγούν τελικά στην ανακάλυψη όχι του ενός γενικευμένου, αλλά των πολλαπλών προσώπων της εργάτριας, ανάλογα με το είδος της εκτελούμενης εργασίας, εστίασα την παρατήρηση στις επικρατέστερες μορφές εργασίας, σχολιάζοντας την καθεμία ξεχωριστά.

1. ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΓΡΟΤΙΚΟ-ΕΟΡΤΟΛΟΓΙΚΟ ΧΡΟΝΟ ΣΤΟΝ ΩΡΟΛΟΓΙΑΚΟ ΧΡΟΝΟ

Παρακολουθώντας την ένταξη της εργάτριας στην πόλη, διαπιστώνουμε ότι η έννοια του χρόνου μεταβάλλεται, επιβάλλοντας ένα νέο ρυθμό στην καθημερινότητά της, διαφορετικό από εκείνον της αγροτικής ζωής. Ο χρόνος κυριαρχεί και εντείνει τη διχοτόμηση του χώρου ανάμεσα στο ιδιωτικό, στην κατοικία, και στο δημόσιο, στο εργασιακό και κοινωνικό περιβάλλον.

Πώς σηματοδοτούνται οι αλλαγές αυτές της αντίληψης του χρόνου στο νέο περιβάλλον της ελληνικής πόλης; Ποιες διαδικασίες ακολουθούνται για την εγκαθίδρυση του ωρολογιακά προσδιορισμένου χρόνου εργασίας; Πώς προσαρμόζεται η εργάτρια στο νέο χρόνο;

Στον αγροτικό κόσμο, σύμφωνα με το αγροτικό-εορτολογικό ημερολόγιο που πρότεινε ο François Lebrun1 «ο χρόνος είναι κυκλικός, σαν μια ρόδα που γυρίζει συνεχώς. Οι εποχές, που εναλλάσσονται με αμετάβλητο τρόπο καθορίζοντας τις αγροτικές ασχολίες, και οι θρησκευτικές εορτές χρησιμεύουν και

1. Το ημερολόγιο του François Lebrun παρουσιάζει τις κυριότερες αγροτικές ασχολίες και θρησκευτικές εορτές κατά τρόπο γενικό, χωρίς να λαμβάνει υπόψη του τις τοπικές ιδιαιτερότητες. Το ημερολόγιο αυτό είναι απολύτως συμβατό με τον ελληνικό αγροτικό κόσμο. Βλ. François Lebrun, L'Europe et le monde, XVI, XVII, XVIII siècle, Παρίσι 1987 και Robert Muchembled, Société, culture et mentalités dans la France moderne XVI-XVIII siècle, Παρίσι 1994, σ. 88-97.

Σελ. 51
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/52.gif&w=600&h=915

ως σημεία αναφοράς για τους αγρότες». Στα δικαστικά αρχεία η ανάκληση της μνήμης από τους ενεχόμενους για τον χρονικό εντοπισμό των γεγονότων γινόταν σε σχέση με τις θρησκευτικές εορτές και τις αγροτικές εργασίες, που συνδέονται με τις εποχές.2 Η Κυριακή, καθώς και οι εορτάσιμες ημέρες του χρόνου ήταν αργίες για τους αγρότες. Η απασχόληση των γυναικών στην ύπαιθρο ήταν συνεχής, ο καθημερινός ελεύθερος χρόνος τους ήταν μηδαμινός. Εκτός από τις δουλειές στα χωράφια και τη φροντίδα του λαχανόκηπου και των κατοικίδιων ζώων, οι γυναίκες ήταν επιφορτισμένες με το νοικοκυριό και την φροντίδα των παιδιών, εργασίες που επαναλάμβαναν καθημερινά και σε ορισμένες στιγμές της ημέρας. Ο χρόνος εργασίας στα χωράφια άρχιζε με την ανατολή και τελείωνε με τη δύση του ήλιου. Ο ιστορικός Ε. P. Thompson, που αφιερώνει ένα μεγάλο μέρος του βιβλίου του Customs in common στο μετασχηματισμό της αντίληψης του χρόνου και στον τρόπο με τον οποίο επηρέασε ο χρόνος την πειθαρχία μέσα στην εργασία, επισημαίνει ότι στις αγροτικές κοινωνίες η μέτρηση του χρόνου καθορίζεται από τη δουλειά που πρέπει να γίνει. Οι ίδιοι οι αγρότες κυριαρχούσαν στον χρόνο τους και ασχολούνταν με κάτι που εξυπηρετούσε μια αναγκαιότητα. Έτσι ο διαχωρισμός ανάμεσα στην «εργασία» και στη «ζωή» δεν ήταν έντονος. Οι κοινωνικές σχέσεις και η εργασία εμπλέκονταν, ενώ ο εργάσιμος χρόνος δεν ήταν καθορισμένος βάσει ωραρίου, μπορούσε να επιμηκυνθεί ή να επιταχυνθεί.3

Κατά τη δεκαετία του 1870 οι περισσότερες κοπέλες στην πόλη για να εργασθούν κατευθύνονταν προς τα εργοστάσια, κυρίως στα κλωστοϋφαντήρια, γιατί εκεί μπορούσαν χωρίς να διαθέτουν τεχνογνωσία να αμειφθούν αμέσως. Η εργασία στο ατμοκίνητο εργοστάσιο δεν απαιτεί ιδιαίτερες τεχνικές γνώσεις, απαιτεί όμως συγχρονισμό με την κίνηση των μηχανημάτων και, ταυτόχρονα, πειθαρχία του σώματος για την όσο το δυνατό μεγαλύτερη αποδοτικότητα. Πράγματα, δηλαδή, που προϋποθέτουν τον υπολογισμό του χρόνου. Ο χρόνος εργασίας που επιβάλλει το εργοστάσιο, ήταν το πρώτο και κυριότερο πράγμα στο οποίο έπρεπε να μάθουν να πειθαρχούν οι εργαζόμενοι. Το ρολόι, σύμβολο της πολυτέλειας και της κοινωνικής ανόδου, ήταν άγνωστο εξάρτημα. Οι μηχανισμοί μέτρησης του χρόνου ανήκαν πάντα στους άλλους. Ηταν η καμπάνα της εκκλησίας της ενορίας τους, ο χαρακτηριστικός θόρυβος της μηχανής του τρένου, το σφύριγμα στο εργοστάσιο που τις καλούσε στη δουλειά, το κουδούνι που σήμαινε την έναρξη και την παύση της ή οι δείχτες του ρολογιού που ήταν, σπανίως, κρεμασμένο στον τοίχο του εργοστασίου. Όσον αφορά την

2. Βλ. Ζιζή Σαλίμπα, «Μόνη και έγκυος: Από τα έγγραφα του Πρωτοκλήτου Δικαστηρίου των Ανατολικών Σποράδων», Η Σάμος από τα βυζαντινά χρόνια μέχρι σήμερα, τ. Β', Αθήνα 1998, σ. 255-262.

3. Ε. P. Thompson, Customs in common, Λονδίνο 1991, σ. 358.

Σελ. 52
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/53.gif&w=600&h=915

ανάγνωση της ώρας από το ρολόι, νομίζω ότι ελαχιστότατες από τις εργάτριες τη γνώριζαν. Τόσο για τον εργοδότη, όσο και για τις εργάτριες ο χρόνος ήταν έννοια ταυτόσημη με τη χρηματική αμοιβή.

Τι μένει, όμως, από το αγροτικό παρελθόν στο εργατικό παρόν της εκπαιδευόμενης στην έννοια του «εργοστασιακού χρόνου» εργάτριας; Οι εργάτριες παρέμεναν προσκολλημένες στο θρησκευτικό-αγροτικό χρόνο. Επέμεναν στον εορτασμό των Χριστουγέννων, του Πάσχα, επέμεναν να εκτελούν τα θρησκευτικά τους καθήκοντα τις ημέρες των νηστειών και να παρακολουθούν τις ακολουθίες των Χαιρετισμών. Από τις εφημερίδες γινόταν θόρυβος για να πεισθούν οι εργοστασιάρχες να αλλάξουν το ωράριο εργασίας τις Παρασκευές των Χαιρετισμών, προκειμένου το προσωπικό να πηγαίνει στην εκκλησία χωρίς να υπόκειται σε χρηματικό πρόστιμο λόγω εγκατάλειψης της εργασίας του.4 Φαίνεται ότι το αίτημα των εργαζομένων, που υποστηρίχθηκε και από τις εφημερίδες, έγινε αποδεκτό από τους εργοστασιάρχες.5 Εκτός από τα πανηγύρια την ημέρα της εορτής του ενοριακού ναού, κάθε εργοστάσιο είχε και το δικό του προστάτη άγιο. Τη μέρα της γιορτής γινόταν πανηγύρι που συνοδευόταν από εκκλησιασμό του προσωπικού στην πλησιέστερη του εργοστασίου εκκλησία. Το εργοστάσιο «Ανώνυμη Υφαντουργική Εταιρεία το Φάληρον» γιόρταζε στις 29 Ιουνίου, ημέρα των Αγίων Αποστόλων Πέτρου και Παύλου,6 ενώ το προσωπικό του εργοστασίου Μ. Βολωνάκη γιόρταζε της Παναγίας το δεκαπενταύγουστο.7 Όπως σημειώνει ο Γάλλος ιστορικός Gérard Noiriel, η αρμονία ανάμεσα στον εργοδότη και στους εργαζόμενους συντελείται μέσω του θρησκευτικού πνεύματος, το οποίο νομιμοποιεί τις φιλανθρωπικές συμπεριφορές από μέρους του εργοδότη.8

Ας επανέλθουμε όμως στο θέμα του χρόνου εργασίας, για να δούμε πώς καθορίζεται και τα αιτήματα που διαμορφώνονται για την ελάττωσή του.

Στα πρώτα κείμενα που μιλούν για τις εργάτριες στην πόλη ο χρόνος προσδιορίζεται συχνότερα με βάση την ανατολή και τη δύση του ήλιου παρά με την ώρα, τα τέταρτα και τα λεπτά. Ο εργάσιμος χρόνος στα κείμενα καταγράφεται ως «εργατική ώρα». Στο εργοστάσιο κατασκευής παιγνιοχάρτων «Ελπίς», στην Κέρκυρα το 1887, οι εργάτριες «μεταβαίνουσι δε από πρωίας και παραμένουν δι' όλης της ημέρας».9 Η μεγάλη διάρκεια του εργάσιμου χρόνου δικαιολογεί πλήρως για τις γυναίκες το ρητό «αργία μήτηρ πάσης κακίας»,

4. Βλ. Σφαίρα, αρ. 5409, 4-3-1900.

5. Βλ. Σφαίρα, αρ. 5415, 11-3-1900.

6. Βλ. Σφαίρα, αρ. 5190, 26-6-1899.

7. Βλ. Σφαίρα, αρ. 4004, 14-8-1895.

8. Gérard Noiriel, Les ouvriers dans la société française XIXe-XXe siècle, Παρίσι 1986, σ. 66.

9. Μιχαήλ Μητσάκης, «Εν βιομηχανικόν κατάστημα», Εστία, αρ. 587, 29-3-1887.

Σελ. 53
Φόρμα αναζήτησης
Αναζήτηση λέξεων και φράσεων εντός του βιβλίου: Γυναίκες εργάτριες στην ελληνική βιομηχανία και στη βιοτεχνία (1870-1922)
Αποτελέσματα αναζήτησης
    Ψηφιοποιημένα βιβλία
    Σελίδα: 34
    

    στην Ελλάδα, η πλειοψηφία των εργατριών (55,48%) συγκεντρώνεται στις επιχειρήσεις μεγάλου μεγέθους.

    — Υπάρχει έντονη γεωγραφική συγκέντρωση της γυναικείας απασχόλησης στο Νομό Αττικής-Βοιωτίας.

    — Το ποσοστό των γυναικών-εργοδοτριών επί του συνόλου των εργαζομένων γυναικών είναι εξαιρετικά μικρό (3,19%).

    — Υπερισχύουν οι εργάτριες ηλικίας άνω των 18 ετών.

    7. ΠΡΟΣ ΤΗ ΣΥΓΚΡΟΤΗΣΗ ΤΗΣ ΓΥΝΑΙΚΕΙΑΣ ΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΔΥΝΑΜΗΣ

    Η επιλεκτική μετανάστευση

    Η οικογενειακής μορφής αγροτική ιδιοκτησία και η εκμετάλλευση αγροτικών προϊόντων προς εξαγωγή που απαιτούν εντατικοποίηση της εργασίας, όπως η καλλιέργεια της σταφίδας, συγκρατούν τον αγροτικό πληθυσμό στην ύπαιθρο. Όπως παρατηρεί ο Βασίλης Παναγιωτόπουλος: «Ο μηχανισμός της αγροτικής εξόδου, στην κλασική και αναγνωρίσιμη μορφή του, της διάλυσης δηλαδή των αγροτικών ισορροπιών και της μετατροπής των κατεστραμμένων αγροτών σε βιομηχανικούς εργάτες στην πόλη, δεν ελειτούργησε στην περίπτωση της ελληνικής οικονομίας».13 Πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι στον ελληνικό χώρο δεν έχουμε φαινόμενα βίαιης αποστέρησης των αγροτών από τις ιδιοκτησίες τους, έτσι ώστε αυτοί στη συνέχεια να τροφοδοτήσουν την πόλη με φθηνά εργατικά χέρια. Όμως, παρουσιάζονται μικρότερης έκτασης μετακινήσεις προς την πόλη εξαιτίας της οικονομικής δυσπραγίας που αντιμετωπίζει ο πληθυσμός της υπαίθρου, οι οποίες αξίζει τον κόπο να σχολιαστούν. Ο κόσμος της υπαίθρου επικοινωνεί με τον κόσμο της πόλης με την ανάπτυξη του δικτύου των θαλάσσιων συγκοινωνιών, με τις ακτοπλοϊκές γραμμές που προσεγγίζουν στα μικρά και μεγάλα λιμάνια της Ελλάδας εξυπηρετώντας και την εσωτερική ενδοχώρα με το οδικό δίκτυο και με το σιδηροδρομικό δίκτυο Αθηνών-Πελοποννήσου και Θεσσαλίας.

    Είναι πιθανό ότι τα κίνητρα των μεταναστών αγροτικής προέλευσης δεν δημιουργούνται μόνο από την ανάγκη επαγγελματικής απασχόλησης. Η έκρηξη του φαινομένου της αστικής ανάπτυξης τροφοδοτεί κάθε είδους όνειρα, ουτοπίες, ενθουσιασμούς, προκαταλήψεις για την πόλη. Η πόλη παρουσιάζεται, κυρίως για τους αγρότες, ως ο ιδανικός τόπος εξεύρεσης εργασίας και επιλογής

    13. Βασίλης Παναγιωτόπουλος, «Αγροτική έξοδος και σχηματισμός της εργατικής δύναμης», Νεοελληνική πόλη. Οθωμανικές κληρονομιές και Ελληνικό Κράτος, τ. Β', Αθήνα 1985, σ. 521-531.