Συγγραφέας:Σαλίμπα, Ζιζή
 
Τίτλος:Γυναίκες εργάτριες στην ελληνική βιομηχανία και στη βιοτεχνία (1870-1922)
 
Τίτλος σειράς:Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας
 
Αριθμός σειράς:37
 
Τόπος έκδοσης:Αθήνα
 
Εκδότης:Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς
 
Έτος έκδοσης:2002, 2004
 
Σελίδες:366
 
Αριθμός τόμων:1 τόμος
 
Γλώσσα:Ελληνικά
 
Θέμα:Μαθητεία και εργασία
 
Τοπική κάλυψη:Ελλάδα
 
Χρονική κάλυψη:1870-1922
 
Περίληψη:Η εργασία αυτή έχει ως αντικείμενο την ιχνογράφηση της φυσιογνωμίας της ελληνίδας εργάτριας από την εμφάνισή της στον κόσμο της μισθωτής εργασίας ως τη Μικρασιατική Καταστροφή και την άφιξη των προσφύγων στην Ελλάδα το 1922, χρονολογία κατά την οποία αλλάζει το κοινωνικό σκηνικό στις ελληνικές πόλεις. Όταν το 1870 αρχίζουν τα πρώτα φουγάρα των εργοστασίων να ξεφυτρώνουν ένα-ένα σαν τα μανιτάρια στον Πειραιά, και η Αθήνα να αποκτά σιγά-σιγά τα χαρακτηριστικά ευρωπαϊκής μεγαλούπολης, τότε εμφανίζονται επί της οθόνης του ιστορικού γίγνεσθαι οι πρώτες εργάτριες. Ποιες ήταν αυτές οι νεοφερμένες γυναίκες; Από πού προέρχονταν; Πώς εντάσσονταν στον κόσμο του καθημερινού μόχθου; Πώς αξιοποιούσαν τον καθημερινό χρόνο τους; Ποιες ήταν οι συλλογικές αναπαραστάσεις των άλλων γι’ αυτές;
 
Άδεια χρήσης:Αυτό το ψηφιοποιημένο βιβλίο του ΙΑΕΝ σε όλες του τις μορφές (PDF, GIF, HTML) χορηγείται με άδεια Creative Commons Attribution - NonCommercial (Αναφορά προέλευσης - Μη εμπορική χρήση) Greece 3.0
 
Το Βιβλίο σε PDF:Κατέβασμα αρχείου 12.88 Mb
 
Εμφανείς σελίδες: 51-70 από: 370
-20
Τρέχουσα Σελίδα:
+20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/51.gif&w=600&h=915

Από την εργάτρια των κλωστοϋφαντουργείων ως τη μαθητευόμενη κοπέλα του μοδιστράδικου ένας ολόκληρος κόσμος κρύβεται κάτω από την ομπρέλα του γενικού όρου «εργάτρια». Θέλοντας να αναδείξω τις ομοιότητες που συμβάλλουν στην ολική σύνθεση του προφίλ της εργάτριας και, παράλληλα, να αξιοποιήσω τις διαφορές που μας οδηγούν τελικά στην ανακάλυψη όχι του ενός γενικευμένου, αλλά των πολλαπλών προσώπων της εργάτριας, ανάλογα με το είδος της εκτελούμενης εργασίας, εστίασα την παρατήρηση στις επικρατέστερες μορφές εργασίας, σχολιάζοντας την καθεμία ξεχωριστά.

1. ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΓΡΟΤΙΚΟ-ΕΟΡΤΟΛΟΓΙΚΟ ΧΡΟΝΟ ΣΤΟΝ ΩΡΟΛΟΓΙΑΚΟ ΧΡΟΝΟ

Παρακολουθώντας την ένταξη της εργάτριας στην πόλη, διαπιστώνουμε ότι η έννοια του χρόνου μεταβάλλεται, επιβάλλοντας ένα νέο ρυθμό στην καθημερινότητά της, διαφορετικό από εκείνον της αγροτικής ζωής. Ο χρόνος κυριαρχεί και εντείνει τη διχοτόμηση του χώρου ανάμεσα στο ιδιωτικό, στην κατοικία, και στο δημόσιο, στο εργασιακό και κοινωνικό περιβάλλον.

Πώς σηματοδοτούνται οι αλλαγές αυτές της αντίληψης του χρόνου στο νέο περιβάλλον της ελληνικής πόλης; Ποιες διαδικασίες ακολουθούνται για την εγκαθίδρυση του ωρολογιακά προσδιορισμένου χρόνου εργασίας; Πώς προσαρμόζεται η εργάτρια στο νέο χρόνο;

Στον αγροτικό κόσμο, σύμφωνα με το αγροτικό-εορτολογικό ημερολόγιο που πρότεινε ο François Lebrun1 «ο χρόνος είναι κυκλικός, σαν μια ρόδα που γυρίζει συνεχώς. Οι εποχές, που εναλλάσσονται με αμετάβλητο τρόπο καθορίζοντας τις αγροτικές ασχολίες, και οι θρησκευτικές εορτές χρησιμεύουν και

1. Το ημερολόγιο του François Lebrun παρουσιάζει τις κυριότερες αγροτικές ασχολίες και θρησκευτικές εορτές κατά τρόπο γενικό, χωρίς να λαμβάνει υπόψη του τις τοπικές ιδιαιτερότητες. Το ημερολόγιο αυτό είναι απολύτως συμβατό με τον ελληνικό αγροτικό κόσμο. Βλ. François Lebrun, L'Europe et le monde, XVI, XVII, XVIII siècle, Παρίσι 1987 και Robert Muchembled, Société, culture et mentalités dans la France moderne XVI-XVIII siècle, Παρίσι 1994, σ. 88-97.

Σελ. 51
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/52.gif&w=600&h=915

ως σημεία αναφοράς για τους αγρότες». Στα δικαστικά αρχεία η ανάκληση της μνήμης από τους ενεχόμενους για τον χρονικό εντοπισμό των γεγονότων γινόταν σε σχέση με τις θρησκευτικές εορτές και τις αγροτικές εργασίες, που συνδέονται με τις εποχές.2 Η Κυριακή, καθώς και οι εορτάσιμες ημέρες του χρόνου ήταν αργίες για τους αγρότες. Η απασχόληση των γυναικών στην ύπαιθρο ήταν συνεχής, ο καθημερινός ελεύθερος χρόνος τους ήταν μηδαμινός. Εκτός από τις δουλειές στα χωράφια και τη φροντίδα του λαχανόκηπου και των κατοικίδιων ζώων, οι γυναίκες ήταν επιφορτισμένες με το νοικοκυριό και την φροντίδα των παιδιών, εργασίες που επαναλάμβαναν καθημερινά και σε ορισμένες στιγμές της ημέρας. Ο χρόνος εργασίας στα χωράφια άρχιζε με την ανατολή και τελείωνε με τη δύση του ήλιου. Ο ιστορικός Ε. P. Thompson, που αφιερώνει ένα μεγάλο μέρος του βιβλίου του Customs in common στο μετασχηματισμό της αντίληψης του χρόνου και στον τρόπο με τον οποίο επηρέασε ο χρόνος την πειθαρχία μέσα στην εργασία, επισημαίνει ότι στις αγροτικές κοινωνίες η μέτρηση του χρόνου καθορίζεται από τη δουλειά που πρέπει να γίνει. Οι ίδιοι οι αγρότες κυριαρχούσαν στον χρόνο τους και ασχολούνταν με κάτι που εξυπηρετούσε μια αναγκαιότητα. Έτσι ο διαχωρισμός ανάμεσα στην «εργασία» και στη «ζωή» δεν ήταν έντονος. Οι κοινωνικές σχέσεις και η εργασία εμπλέκονταν, ενώ ο εργάσιμος χρόνος δεν ήταν καθορισμένος βάσει ωραρίου, μπορούσε να επιμηκυνθεί ή να επιταχυνθεί.3

Κατά τη δεκαετία του 1870 οι περισσότερες κοπέλες στην πόλη για να εργασθούν κατευθύνονταν προς τα εργοστάσια, κυρίως στα κλωστοϋφαντήρια, γιατί εκεί μπορούσαν χωρίς να διαθέτουν τεχνογνωσία να αμειφθούν αμέσως. Η εργασία στο ατμοκίνητο εργοστάσιο δεν απαιτεί ιδιαίτερες τεχνικές γνώσεις, απαιτεί όμως συγχρονισμό με την κίνηση των μηχανημάτων και, ταυτόχρονα, πειθαρχία του σώματος για την όσο το δυνατό μεγαλύτερη αποδοτικότητα. Πράγματα, δηλαδή, που προϋποθέτουν τον υπολογισμό του χρόνου. Ο χρόνος εργασίας που επιβάλλει το εργοστάσιο, ήταν το πρώτο και κυριότερο πράγμα στο οποίο έπρεπε να μάθουν να πειθαρχούν οι εργαζόμενοι. Το ρολόι, σύμβολο της πολυτέλειας και της κοινωνικής ανόδου, ήταν άγνωστο εξάρτημα. Οι μηχανισμοί μέτρησης του χρόνου ανήκαν πάντα στους άλλους. Ηταν η καμπάνα της εκκλησίας της ενορίας τους, ο χαρακτηριστικός θόρυβος της μηχανής του τρένου, το σφύριγμα στο εργοστάσιο που τις καλούσε στη δουλειά, το κουδούνι που σήμαινε την έναρξη και την παύση της ή οι δείχτες του ρολογιού που ήταν, σπανίως, κρεμασμένο στον τοίχο του εργοστασίου. Όσον αφορά την

2. Βλ. Ζιζή Σαλίμπα, «Μόνη και έγκυος: Από τα έγγραφα του Πρωτοκλήτου Δικαστηρίου των Ανατολικών Σποράδων», Η Σάμος από τα βυζαντινά χρόνια μέχρι σήμερα, τ. Β', Αθήνα 1998, σ. 255-262.

3. Ε. P. Thompson, Customs in common, Λονδίνο 1991, σ. 358.

Σελ. 52
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/53.gif&w=600&h=915

ανάγνωση της ώρας από το ρολόι, νομίζω ότι ελαχιστότατες από τις εργάτριες τη γνώριζαν. Τόσο για τον εργοδότη, όσο και για τις εργάτριες ο χρόνος ήταν έννοια ταυτόσημη με τη χρηματική αμοιβή.

Τι μένει, όμως, από το αγροτικό παρελθόν στο εργατικό παρόν της εκπαιδευόμενης στην έννοια του «εργοστασιακού χρόνου» εργάτριας; Οι εργάτριες παρέμεναν προσκολλημένες στο θρησκευτικό-αγροτικό χρόνο. Επέμεναν στον εορτασμό των Χριστουγέννων, του Πάσχα, επέμεναν να εκτελούν τα θρησκευτικά τους καθήκοντα τις ημέρες των νηστειών και να παρακολουθούν τις ακολουθίες των Χαιρετισμών. Από τις εφημερίδες γινόταν θόρυβος για να πεισθούν οι εργοστασιάρχες να αλλάξουν το ωράριο εργασίας τις Παρασκευές των Χαιρετισμών, προκειμένου το προσωπικό να πηγαίνει στην εκκλησία χωρίς να υπόκειται σε χρηματικό πρόστιμο λόγω εγκατάλειψης της εργασίας του.4 Φαίνεται ότι το αίτημα των εργαζομένων, που υποστηρίχθηκε και από τις εφημερίδες, έγινε αποδεκτό από τους εργοστασιάρχες.5 Εκτός από τα πανηγύρια την ημέρα της εορτής του ενοριακού ναού, κάθε εργοστάσιο είχε και το δικό του προστάτη άγιο. Τη μέρα της γιορτής γινόταν πανηγύρι που συνοδευόταν από εκκλησιασμό του προσωπικού στην πλησιέστερη του εργοστασίου εκκλησία. Το εργοστάσιο «Ανώνυμη Υφαντουργική Εταιρεία το Φάληρον» γιόρταζε στις 29 Ιουνίου, ημέρα των Αγίων Αποστόλων Πέτρου και Παύλου,6 ενώ το προσωπικό του εργοστασίου Μ. Βολωνάκη γιόρταζε της Παναγίας το δεκαπενταύγουστο.7 Όπως σημειώνει ο Γάλλος ιστορικός Gérard Noiriel, η αρμονία ανάμεσα στον εργοδότη και στους εργαζόμενους συντελείται μέσω του θρησκευτικού πνεύματος, το οποίο νομιμοποιεί τις φιλανθρωπικές συμπεριφορές από μέρους του εργοδότη.8

Ας επανέλθουμε όμως στο θέμα του χρόνου εργασίας, για να δούμε πώς καθορίζεται και τα αιτήματα που διαμορφώνονται για την ελάττωσή του.

Στα πρώτα κείμενα που μιλούν για τις εργάτριες στην πόλη ο χρόνος προσδιορίζεται συχνότερα με βάση την ανατολή και τη δύση του ήλιου παρά με την ώρα, τα τέταρτα και τα λεπτά. Ο εργάσιμος χρόνος στα κείμενα καταγράφεται ως «εργατική ώρα». Στο εργοστάσιο κατασκευής παιγνιοχάρτων «Ελπίς», στην Κέρκυρα το 1887, οι εργάτριες «μεταβαίνουσι δε από πρωίας και παραμένουν δι' όλης της ημέρας».9 Η μεγάλη διάρκεια του εργάσιμου χρόνου δικαιολογεί πλήρως για τις γυναίκες το ρητό «αργία μήτηρ πάσης κακίας»,

4. Βλ. Σφαίρα, αρ. 5409, 4-3-1900.

5. Βλ. Σφαίρα, αρ. 5415, 11-3-1900.

6. Βλ. Σφαίρα, αρ. 5190, 26-6-1899.

7. Βλ. Σφαίρα, αρ. 4004, 14-8-1895.

8. Gérard Noiriel, Les ouvriers dans la société française XIXe-XXe siècle, Παρίσι 1986, σ. 66.

9. Μιχαήλ Μητσάκης, «Εν βιομηχανικόν κατάστημα», Εστία, αρ. 587, 29-3-1887.

Σελ. 53
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/54.gif&w=600&h=915

γιατί «η εργατική ώρα, από της ανατολής του ηλίου μέχρι δύσεως δεν αφίνει αυταίς ευρύ στάδιον εξαχρειώσεως...».10 Κάθε άλλη ενασχόληση εκτός από το εργοστάσιο, το νοικοκυριό, τον εκκλησιασμό και τη φροντίδα των παιδιών θεωρείται όχι μόνο ως σπατάλη χρόνου, αλλά και ως ηθικά ύποπτη.

Κατά τα πρώτα χρόνια της λειτουργίας των εργοστασίων (1870-1890) δεν έχω εντοπίσει οργανωμένες κινητοποιήσεις των εργατών για την νομοθετική κατοχύρωση της χρονικής διάρκειας εργασίας των γυναικών. Το ζήτημα του χρόνου εργασίας, μαζί με τον καθορισμό κατωτάτου ορίου ηλικίας για την εργασία των γυναικών, την απαγόρευση της νυχτερινής εργασίας, την καθιέρωση υποχρεωτικής εκπαίδευσης, τη λήψη μέτρων για την προστασία της μητρότητας, αποτελούν τα κυριότερα αιτήματα για τη θέσπιση προστατευτικών νόμων για την εργάτρια.

Στην Ελλάδα οι πρώτες φωνές διαμαρτυρίας προκειμένου να θεσπισθούν προστατευτικοί νόμοι για την εργάτρια, προέρχονται από γυναίκες διανοούμενες που ανήκουν στην αστική τάξη. Η διευθύντρια του περιοδικού Εφημερίς των Κυριών Καλλιρρόη Παρρέν ζητά το 1890 να καθορισθούν με νόμο οι ώρες εργασίας των γυναικών.11

Οι πρώτοι που κάνουν μνεία για τα θέματα εργασίας των γυναικών, ειδικότερα για το ωράριο, είναι οι σοσιαλιστές που ασπάζονταν τις ιδέες του Σταύρου Καλλέργη. Εμπνευσμένος από τους ευρωπαίους σοσιαλιστές με τους οποίους έχει επαφές, ο Καλλέργης προσπαθεί να εφαρμόσει σχετικά με τη γυναικεία εργασία την απόφαση της Εργατικής Συνδιάσκεψης του Βερολίνου που έγινε από τις 15 έως τις 28-3-1890. Στη Συνδιάσκεψη αποφασίστηκε ότι «θα ήτο επιθυμητόν, τα κοράσια και αι γυναίκες ηλικίας ανωτέρας των 16 ετών να μη εργάζωνται εν τοις εργοστασίοις μήτε τη νύκτα μήτε την Κυριακήν, η πραγματική εργασία των να μη υπερβαίνη καθ' εκάστη τας 11 ώρας, διακοπτομένων τούτων δι' αναπαύσεως μιας και ημισείας ώρας τουλάχιστον. Δύναται να ορισθώσι εξαιρέσεις δι' είδη τινά βιομηχανιών. Δέον να ληφθή πρόνοια παρεμποδίσεως των γυναικών από ιδιαιτέρως επικινδύνων τη υγιεία ενασχολήσεων, και ίνα αι λεχώναι μη ώσι δεκταί εν τοις εργοστασίοις τας πρώτας 4 εβδομάδας μετά τον τοκετόν».12 Έτσι, την Πρωτομαγιά του 1893 ο Κεντρικός Σοσιαλιστικός

10. Ε. Κ. Ασώπιος, «Αι γυναίκες εν τη ταχυδρομική και τηλεγραφική υπηρεσία», Αττικόν Ημερολόγιον εκδιδόμενον υπό Ειρηναίου Ασωπίου του έτους 1890, σ. 111-120.

11. Καλλιρρόη Παρρέν, «Δυστυχείς εργάτιδες», Εφημερίς των Κυριών, αρ. 191, 9-12-1890" Panayota Tsopela-Saliba, Le profil de l'ouvrière dans l'industrie et l'artisanat en Grèce 1870-1922, Mémoire de DEA, Université Paris I-Panthéon-Sorbonne, Παρίσι 1989, σ. 50· Μιχάλης Ρηγίνος, Μορφές παιδικής εργασίας στη βιομηχανία και τη βιοτεχνία 1870-1940, Αθήνα 1995, σ. 91.

12. Ανώνυμος, «Εργατική συνδιάσκεψις εν Βερολίνω», Οικονομική Επιθεώρησις, αρ. 159, Απρίλιος 1890, σ. 97-101.

Σελ. 54
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/55.gif&w=600&h=915

στικός Όμιλος, που ίδρυσε ο Σταύρος Καλλέργης, προβάλλει το αίτημα να περιορισθούν οι εργάσιμες ώρες «εις οκτώ καθ' εκάστην κατ' ανώτατον όριον και ολιγώτερον διά τας κοπιώδεις και ανθυγιεινάς εργασίας και διά τους παίδας και τας γυναίκας». Στο τελικό όμως ψήφισμα της συγκέντρωσης του Ομίλου στις 2 Μαΐου δεν περιλαμβάνεται το συγκεκριμένο αίτημα.13

Η δημοσιογράφος Ευγενία Ζωγράφου, ύστερα από επιτόπια έρευνα που έκανε για τις συνθήκες ζωής και εργασίας της εργάτριας το 1898, η οποία δημοσιεύθηκε το 1903,14 με υπόμνημά της προς τη Βουλή ζητά και αυτή την ψήφιση νόμου για την προστασία της εργάτριας. Κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης αυτής στις 16-3-1898 ο βουλευτής Γ. Φιλάρετος ζητά να ψηφισθεί και να εφαρμοστεί νόμος για τις εργάσιμες ώρες, το όριο ηλικίας της παιδικής εργασίας και τα θέματα υγείας και ασφάλειας των εργατριών, τονίζοντας ότι πρέπει να ληφθεί υπόψη ο γαλλικός νόμος της 12-6-1893 «περί υγιεινής και ασφαλείας των εργατών εν τοις βιομηχανικοίς καταστήμασιν».15

Πραγματικά, όπως διαπιστώνουμε από τις γραπτές πηγές, ο χρόνος μετασχηματίζεται και συγκεκριμενοποιείται μέσα από τα αιτήματα των ενδιαφερομένων για τη νομοθετική προστασία των εργατριών. Βεβαίως, το κάθε εργοστάσιο, το κάθε εργαστήριο εφαρμόζει το δικό του ωράριο εργασίας. Όσον αφορά τις ημέρες των αργιών εξαιτίας των θρησκευτικών εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, δεν ισχύει κανένας κανόνας. Εδώ θα ήθελα να τονίσω ότι αρκετά από τα εργοστάσια επιλέγουν τις θρησκευτικές εορτές για να κλείσουν, είτε επειδή έχουν απόθεμα προϊόντων μεγαλύτερο από αυτό που μπορούν να διαθέσουν (εργοστάσια νηματουργίας), είτε για να επισκευάσουν τα μηχανήματά τους.16 Επειδή ο εργατικός κόσμος είχε ταυτίσει στη μνήμη του και στην κουλτούρα του τις μεγάλες θρησκευτικές εορτές με την έννοια της αργίας, θα ήταν προφανώς πιο εύκολο να δεχθεί απώλεια του ημερομισθίου του κατά τη διάρκεια τους, παρά οποιαδήποτε άλλη χρονική στιγμή. Επιπλέον, ας μην ξεχνάμε ότι η ελληνική βιομηχανία βρίσκεται ακόμη στα σπάργανα και ο εξορθολογισμός των εργασιών δεν έχει προχωρήσει σε τέτοιο βαθμό, ώστε τα εργοστάσια να συντονίζουν τις εργασίες τους, και ιδιαίτερα την παραγωγή τους, με τις απαιτήσεις της αγοράς.

Ο πρώτος νόμος για το χρόνο εργασίας που θεσπίστηκε στην Ελλάδα το

13. Βλ. Γιάννης Ληξουριώτης, «Προστατευτικός νομοθετικός παρεμβατισμός και η εμφάνιση του εργατικού δικαίου στην Ελλάδα: Η περίπτωση της παιδικής εργασίας», Βενιζελισμός και αστικός εκσυγχρονισμός, Γ. Θ. Μαυρογορδάτος - Χ. Χατζηιωσήφ (επιμ.), Ηράκλειο 1988, σ. 212" Panayota Tsopela-Saliba, ό.π., σ. 51.

14. Ευγενία Ζωγράφου, «Πώς εργάζονται αι γυναίκες μας», Δημοσιεύματα, τ. 4, Αθήνα 1903.

15. Εφημερίς των συζητήσεων της Βουλής, Συνεδρίασις της 16-3-1898, σ. 460-461.

16. Βλ. Σφαίρα, αρ. 5434, 4-4-1900.

Σελ. 55
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/56.gif&w=600&h=915

1909 ήταν για την «Κυριακή αργία». Στο σημείο αυτό θα πρέπει να επισημάνω το διαχωρισμό ανάμεσα στην εργάτρια του εργοστασίου και σ' αυτήν του εργαστηρίου. Ενώ στα εργοστάσια από την αρχή της λειτουργίας τους, δηλαδή από τη δεκαετία του 1870, είχε καθιερωθεί εθιμικά η Κυριακή ως μέρα αργίας, στα εργαστήρια, όπως θα δούμε πιο αναλυτικά στο σχετικό κεφάλαιο, λόγω της φύσης της εργασίας αρκετές φορές δεν εφαρμοζόταν η αργία της Κυριακής.

Αργότερα, κατά το διάστημα της εφαρμογής της πολιτικής του Ελευθέριου Βενιζέλου (1910-1920), που είχε ως πρότυπο τον δυτικό φιλελευθερισμό, αναγνωρίσθηκε η αναγκαιότητα της κοινωνικής πολιτικής. Στα πλαίσια αυτά έχουμε και τις πρώτες νομοθετικές παρεμβάσεις του κράτους για την προστασία των εργαζόμενων, ιδιαίτερα των γυναικών και των ανηλίκων.

Παράλληλα, το Εργατικό Κέντρο Αθηνών ζητά το 1911 από το κράτος τη θέσπιση προστατευτικών νόμων υπέρ των εργατών και των εργατριών. Σχετικά με το χρόνο εργασίας των γυναικών στη βιομηχανία-βιοτεχνία, ζητά την απαγόρευση της νυχτερινής εργασίας και την προστασία της εγκύου γυναίκας.17

Με το νόμο 4029 της 24 Ιανουαρίου/7 Φεβρουαρίου 1912 «περί εργασίας γυναικών και ανηλίκων» έχουμε τα πρώτα μέτρα για την προστασία των γυναικών. Όσον αφορά το χρόνο, θεσμοθετείται η διάρκεια της εργάσιμης μέρας, η ενδιάμεση ανάπαυση και λαμβάνονται ειδικά μέτρα για τις εγκύους. Επίσης, απαγορεύεται για τις γυναίκες η νυχτερινή εργασία. Συγκεκριμένα για τα παιδιά (αγόρια και κορίτσια) που δεν έχουν υπερβεί το 14ο έτος της ηλικίας τους, ο εργάσιμος χρόνος δεν επιτρέπεται να είναι μεγαλύτερος από 6 ώρες. Βάσει του νόμου απαγορεύεται να χρησιμοποιούνται παιδιά που δεν έχουν συμπληρώσει το 12ο έτος της ηλικίας τους ως εργάτες. Η απαγόρευση αυτή δεν ισχύει για τα παιδιά άνω των 10 ετών που απασχολούνται στην επιχείρηση των γονέων τους ή των κηδεμόνων τους, με την προϋπόθεση ότι δεν κάνουν χρήση μηχανικής ενέργειας.

Για τις γυναίκες δεν επιτρέπεται ο χρόνος εργασίας να είναι μεγαλύτερος από 10 ώρες, ενώ το Σάββατο και τις παραμονές των καθορισμένων από το νόμο εορτών (παραμονή Χριστουγέννων, Ευαγγελισμού) δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερος από 8 ώρες. Η ώρα εργασίας υπολογίζεται από τη στιγμή της εισόδου στον χώρο, στο εργοστάσιο-εργαστήριο, μέχρι τη στιγμή της εξόδου, αφαιρώντας τον χρόνο για ενδιάμεσες διακοπές. Στον ίδιο νόμο καθορίζεται ότι τα παιδιά πρέπει να διακόπτουν την εργασία τους τουλάχιστον για μισή ώρα, ενώ οι γυναίκες για δύο ώρες. Επίσης δεν επιτρέπεται η χρησιμοποίηση εργατριών για 8 συνολικά εβδομάδες πριν και μετά τον τοκετό και οπωσδήποτε

17. Εργατικόν Κέντρον Αθηνών, Οι εργάται της Ελλάδος προς την Διπλήν Βουλήν των Ελλήνων, Αθήνα 1911, σ. 41-42.

Σελ. 56
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/57.gif&w=600&h=915

ποτε όχι πριν την παρέλευση 4 εβδομάδων από τον τοκετό. Μέσα σ' αυτό το χρονικό διάστημα οι εργάτριες θεωρούνται ως αδειούχες και δεν επιτρέπεται η οριστική αντικατάσταση τους.18 Εκτός από την Κυριακή, που είναι μέρα αργίας, οι γυναίκες δεν επιτρέπεται να εργάζονται την ημέρα των Χριστουγέννων, του Ευαγγελισμού και τη Δευτέρα του Πάσχα. Το σώμα των επιθεωρητών και επιθεωρητριών εργασίας είναι αρμόδιο για τη σωστή εφαρμογή των νόμων.

Η εφαρμογή του ωραρίου εργασίας σχετίζεται με τη φύση της εργασίας που εκτελούν οι γυναίκες στον τομέα της μεταποίησης. Στα εργοστάσια, όπου η πειθαρχία της εργασίας είναι επιβεβλημένη για το συγχρονισμό της παραγωγής, σε γενικές γραμμές το ωράριο εφαρμόζεται. Εδώ θα πρέπει να λάβουμε υπόψη μας ότι για τον εργοδότη-εργοστασιάρχη που εφαρμόζει το σύστημα αμοιβής σύμφωνα με την απόδοση, ο νόμος περί ωρών εργασίας αποτελεί μια συμφέρουσα λύση· θέτει κάποιο ανώτατο όριο στο κόστος των μισθών, στο οποίο μπορεί να ανταποκριθεί ο εργοδότης. Ενώ στα βιοτεχνικά εργαστήρια, όπου ο ρυθμός της παραγωγής είναι ακανόνιστος γιατί προσαρμόζεται ανάλογα με τη ζήτηση της πελατείας, η εφαρμογή ενός ενιαίου ωραρίου καθημερινής εργασίας είναι ανέφικτη. Ακόμη και για την Επιθεώρηση Εργασίας είναι πολύ δύσκολος ο έλεγχος των μικρών βιοτεχνικών μονάδων.

Κατά την άποψή μου, αυτό που έχει σημασία είναι ότι το ίδιο το κράτος χωρίς κοινωνικούς αγώνες και εργατικές διεκδικήσεις επικυρώνει την έννοια του εργάσιμου χρόνου. Οι νόμοι για τις ώρες εργασίας, ανεξάρτητα αν εφαρμόζονταν ή όχι, υποδηλώνουν τη βούληση των αρχών να εκσυγχρονίσουν και να εξευρωπαΐσουν την Ελλάδα. Ο αργός χρόνος είναι συνυφασμένος με το ανατολικό-οθωμανικό παρελθόν, ο επιταχυνόμενος χρόνος ταυτίζεται με την οικονομική και βιομηχανική ανάπτυξη της Δύσης. Παρόλα αυτά ίχνη του εργάσιμου χρόνου που καθορίζεται από το καθημερινό δρομολόγιο του ήλιου, ανακαλύπτει κανείς μέχρι σήμερα με την εφαρμογή του χειμερινού-θερινού ωραρίου στις δημόσιες υπηρεσίες, στις βιομηχανίες-βιοτεχνίες και τα εμπορικά καταστήματα.

Μετά από αυτές τις γενικές διαπιστώσεις, νομίζω ότι επιβάλλεται να σχολιάσουμε την εφαρμογή των διατάξεων του νόμου για τις πιο ευάλωτες ομάδες γυναικών: τα κορίτσια από 12 μέχρι 14 χρονών και τις έγκυες γυναίκες που στη συνέχεια αποκτούν βρέφη. Η εξάωρη εργασία που επιβάλλει ο νόμος για τα κορίτσια κάτω των 14 ετών, δεν εφαρμόζεται ποτέ γιατί οι επιχειρήσεις δεν έχουν οργανώσει την παραγωγή τους με βάση αυτή τη διάρκεια. Επιπλέον, στα εργαστήρια που απασχολούνται τα κορίτσια ως βοηθοί είναι δύσκολο, αλλά και δαπανηρό για τον εργοδότη να κατανέμει τις εργασίες, γιατί θα πρέπει να λειτουργούν με εναλλασόμενο κάθε έξι ώρες προσωπικό

18. Σπ. Μ. Αντύπας, Ελληνική Εργατική Νομοθεσία, Αθήνα 1938, σ. 419-423.

Σελ. 57
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/58.gif&w=600&h=915

κό.19 Όσον αφορά την παύση εργασίας πριν και μετά τον τοκετό, η διάταξη αυτή παρά τον ανθρωπιστικό της χαρακτήρα δεν εφαρμόζεται.20 Ας μην ξεχνάμε ότι οι εργάτριες αντιμετωπίζουν έντονο βιοποριστικό πρόβλημα και δεν είναι εύκολο να χάνουν μεροκάματα. Επιπλέον, στην Ελλάδα δεν υπάρχει ειδικό ταμείο μητρότητας που να δίνει χρηματικό βοήθημα στις γυναίκες-εργάτριες κατά το διάστημα που δικαιούνται να διακόπτουν την εργασία τους πριν και μετά τον τοκετό. Αλλά και η προσωρινή αντικατάσταση της εργάτριας με άλλη που προβλέπει ο νόμος, μπορεί να αποτελεί απειλή για την ίδια, γιατί ποιος εγγυάται ότι επιστρέφοντας στην εργασία της ο εργοδότης δεν θα βρει μιαν αφορμή για να την απολύσει; Οι γυναίκες-εργάτριες με παιδιά, κυρίως βρέφη, σύμφωνα με την επικρατούσα αντίληψη αποδίδουν λιγότερο από τις ανύπαντρες" δεν είναι αφοσιωμένες στο έργο τους και λείπουν όταν τα παιδιά τους αρρωσταίνουν. Αυτό σημαίνει ότι δεν μπορούν να πειθαρχήσουν στην εργασία τους και στο χρόνο κατά τη διάρκεια της εργασίας τους.

Τι επιπτώσεις είχε για τις εργάτριες η θέσπιση νόμων για τη χρονική διάρκεια της εργασίας τους ; Η μισθωτή εργασία, αναπόφευκτα, οδηγεί τις γυναίκες εκτός των οικογενειακών τειχών, επιβάλλοντας πειθαρχία όχι μόνο στο χρόνο εργασίας, αλλά και σ' όλο τον υπόλοιπο. Οι εργάτριες έπρεπε να διευθετούν το χρόνο τους έτσι ώστε να ανταποκρίνονται και στο νοικοκυριό και στις οικογενειακές φροντίδες. Σε αντίθεση με το αγροτικό τους παρελθόν, κατά το οποίο μπορούσαν να ρυθμίζουν οι ίδιες το πότε θα έκαναν τις δουλειές τους και πώς θα τις ιεραρχούσαν, αφού τα καθήκοντα που τους ανέθεταν εναρμονίζονταν με το ρόλο τους στην οικογένεια, στην πόλη ως εργάτριες έπρεπε να εξοικειωθούν με την επιτάχυνση του χρόνου. Αν αργοπορούσαν λίγα λεπτά, μπορεί να έχαναν το πρωινό τρένο και να υποβάλλονταν σε πρόστιμο.

Εκτός από τις εργάτριες, οι πλανόδιοι έμποροι ρύθμιζαν το χρόνο τους με βάση τον εργοστασιακό χρόνο για να προλάβουν το διάλειμμα ή την ώρα εξόδου των εργατριών και να στηθούν στην πύλη του εργοστασίου για να τους πουλήσουν τα προϊόντα τους.

Από την άλλη μεριά υπήρχε και ο μικρόκοσμος των εμπορικών καταστημάτων της εργατικής γειτονιάς απ' όπου εφοδιαζόταν η εργάτρια τρόφιμα, μαναβικά και ψιλικά. Αυτός ο μικρόκοσμος είχε το δικό του ρολόι που υπάκουε στους ρυθμούς αυτών των γυναικών, οι οποίες γύριζαν το βράδυ από τη δουλειά

19. Υπουργείον Εθνικής Οικονομίας, Διεύθυνσις Εργασίας, Εκθέσεις του προσωπικού Επιθεωρήσεως Εργασίας επί της εφαρμογής των εργατικών νόμων το έτος 1921, Αθήνα 1923, σ. 14.

20. Υπουργείον Εθνικής Οικονομίας, «Γενικαί Εκθέσεις των Επιθεωρητών Εργασίας του έτους 1913», Δελτίον τον Υπουργείον Εθνικής Οικονομίας, τχ. 4, Εργασία και Κοινωνική Πρόνοια, Δεκ. 1914, σ. 172-173 και Υπουργείον Εθνικής Οικονομίας, Διεύθυνσις Εργασίας, Εκθέσεις... 1921, ό.π., σ. 54.

Σελ. 58
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/59.gif&w=600&h=915

και έπρεπε εκείνη την ώρα να βρουν κάποιο μαγαζί ανοικτό για να ψωνίσουν.

Ο καθορισμός του δεκάωρου εργασίας των γυναικών είχε και οικονομικές επιπτώσεις. Η υπέρβαση του ωραρίου σήμαινε επιπλέον χρήματα για τις εργάτριες. Έτσι, εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων, η παραβίαση του εργάσιμου χρόνου γινόταν με τη συγκατάθεση των ίδιων των εργατριών.21 Αδιαφορώντας για την παραπάνω κούραση και εξάντληση, για την κακή κατάσταση της υγείας της, η εργάτρια έπρεπε να εξασφαλίσει όσο το δυνατόν περισσότερα χρήματα για την επιβίωση τη δική της και της οικογένειάς της.

2. ΤΟ ΒΙΒΛΙΑΡΙΟ ΕΡΓΑΣΙΑΣ

Εκτός από τον καθορισμό των ωρών εργασίας και των κατωτάτων ορίων ηλικίας για τις εργαζόμενες γυναίκες στη βιομηχανία-βιοτεχνία, ο νόμος 4029 της 24 Ιανουαρίου/7 Φεβρουαρίου 1912 «περί εργασίας γυναικών και ανηλίκων» θεσπίζει το βιβλιάριο εργασίας. Συγκεκριμένα, δεν επιτρέπεται σε κανέναν. εργοδότη η χρησιμοποίηση προσώπου κάτω των 16 ετών, αδιακρίτως φύλου, εφόσον το πρόσωπο αυτό δεν είναι εφοδιασμένο με βιβλιάριο εργασίας. Τα βιβλιάρια εργασίας εκδίδονται δωρεάν από το δήμαρχο ή το δήμο όπου είναι εγκατεστημένη η επιχείρηση, ή από το δήμο καταγωγής του εργαζόμενου. Τα βιβλιάρια χορηγούνται στους δημάρχους από το Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας. Την έκδοση του βιβλιαρίου ζητά προφορικά το ίδιο το πρόσωπο, ο πατέρας του ή ο αντιπρόσωπος του. Ο δήμαρχος υποχρεώνεται να εκδόσει το βιβλιάριο μέσα σε διάστημα το πολύ τριών ημερών από την αίτηση. Ο δήμαρχος σημειώνει στο βιβλιάριο το ονοματεπώνυμο του προσώπου, τον τόπο και τη χρονολογία γέννησής του. Επίσης, σε ειδική στήλη του βιβλιαρίου πιστοποιείται από το δημοτικό γιατρό, ύστερα από εξέταση, ότι το πρόσωπο είναι υγιές, εμβολιασμένο και ικανό να εργασθεί.

Η καθιέρωση του βιβλιαρίου εργασίας είχε σκοπό να θέσει υπό τον έλεγχο και την προστασία του κράτους την παιδική εργασία. Με τη διαδικασία αυτή πιστοποιούνταν η ηλικία του προσώπου που ήθελε να εργασθεί. Επιβάλλοντας ο νόμος ως κατώτατο όριο ηλικίας αρχικά το 12ο και αργότερα το 14ο έτος τυπικά απέβλεπε στο να έχουν τελειώσει τη δημοτική εκπαίδευση τα παιδιά πριν εργασθούν. Όμως, αυτό στην ουσία δεν μπορούσε να εφαρμοσθεί, γιατί δεν απαιτούνταν πιστοποιητικό περάτωσης της υποχρεωτικής εκπαίδευσης για την έκδοση του βιβλιαρίου εργασίας.

Η εξακρίβωση της πραγματικής ηλικίας των γυναικών ήταν δύσκολη. Στην

21. Υπουργείον Εθνικής Οικονομίας, Διεύθυνσις Εργασίας, Εκθέσεις... 1921, ό.π.,

σ. 79.

Σελ. 59
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/60.gif&w=600&h=915

Ελλάδα μέχρι το 1922, σε αντίθεση με τους άνδρες, δεν υπήρχαν για τις γυναίκες ληξιαρχικές πράξεις γέννησης, ούτε εκδίδονταν πιστοποιητικά γέννησης από τους δήμους. Το μόνο μέσο για να πιστοποιήσει κανείς την ηλικία του ήταν οι εγγραφές των ιερέων που έκαναν τις βαφτίσεις ή οι προφορικές δηλώσεις των μαρτύρων.

Όταν οι κάτοικοι ήταν ετεροδημότες, η διαδικασία έκδοσης του βιβλιαρίου ήταν εξαιρετικά πολύπλοκη, δεδομένου ότι ο δήμαρχος της έδρας της επιχείρησης έπρεπε να απευθυνθεί στο δήμαρχο του τόπου καταγωγής του εργαζόμενου προσώπου για την εξακρίβωση της ηλικίας του ή στο Υπουργείο των Εσωτερικών όταν επρόκειτο για αλλοδαπούς και, επειδή όλα αυτά έπρεπε να γίνουν μέσα σε τρεις μέρες, συνήθως ακολουθούνταν άλλη απλούστερη οδός. Ο δήμαρχος εξέδιδε το βιβλιάριο εργασίας με τη μαρτυρία δύο γνωστών προσώπων, που συνήθως ήταν συνάδελφοι του πατέρα, της μητέρας ή του επιτρόπου του ανήλικου προσώπου.22 Έτσι το προσωπικό της Επιθεώρησης Εργασίας όσες φορές έτυχε να ελέγξει τα στοιχεία του βιβλιαρίου βρέθηκε σε αδιέξοδο, γιατί παιδιά κάτω από 12 ετών είχαν δηλώσει μεγαλύτερη ηλικία από την πραγματική τους προκειμένου να εργασθούν.

Ας δούμε στη συνέχεια τις ευθύνες που αναλάμβανε από το νόμο ο εργοδότης για τα βιβλιάρια εργασίας των εργαζομένων ανηλίκων.

Στο βιβλιάριο ο εργοδότης κατέγραφε μόνο την ημερομηνία έναρξης και λήξης της εργασίας, ενώ απαγορευόταν οποιαδήποτε άλλη σημείωση, έστω και συμβολική. Το βιβλιάριο φυλασσόταν από τον εργοδότη, ο οποίος ήταν υποχρεωμένος να το επιδεικνύει στους εποπτεύοντες για την εφαρμογή του νόμου υπαλλήλους και να το επιστρέφει στο εργαζόμενο πρόσωπο με τη λύση της σύμβασης εργασίας.23

Ο θεσμός του βιβλιαρίου εργασίας ως τεκμήριο ταυτότητας και ελέγχου του εργαζόμενου προσώπου δεν ήταν νέος. Κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα οι εργοδότες ασκούσαν έλεγχο στην κινητικότητα των εργατών, γιατί οι τελευταίοι δεν μπορούσαν να αναζητήσουν αλλού εργασία αφού οι εργοδότες κρατούσαν στα χέρια τους τα βιβλιάρια εργασίας των εργατών τους.24 Οι ιδιοκτήτες των εργοστασίων του Πειραιά, κυρίως των κλωστοϋφαντουργείων και των σιδηρουργείων, ακολουθούσαν πιστά τις κανονιστικές διατάξεις του βιβλιαρίου.

22. Υπουργείον Εθνικής Οικονομίας, Διεύθυνσις Εργασίας, Εκθέσεις... 1921, ό.π., σ. 13' Panayota Tsopela-Saliba, Le profil..., ό.π., σ. 54-55· Μιχάλης Ρηγίνος, Μορφές παιδικής εργασίας..., ό.π., σ. 96-99.

23. Σπ. Μ. Αντύπας, Ελληνική Εργατική Νομοθεσία, Αθήνα 1938, σ. 454.

24. Βλ. Jacques Donzelot, L'invention du social, Παρίσι 1984, σ. 143-144· François Ewald, Ιστορία τον Κράτους Πρόνοιας, μτφρ. Μαρία Κορασίδου, Αθήνα 2000, σ. 105106" Μαρία Κορασίδου, Όταν η αρρώστια απειλεί. Επιτήρηση και έλεγχος του πληθυσμού στην Ελλάδα του 19ου αιώνα, Αθήνα 2002, σ. 130-131.

Σελ. 60
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/61.gif&w=600&h=915

Η εφημερίδα Σφαίρα μας πληροφορεί για το 1880 ότι τα βιομηχανικά καταστήματα, για να μην παρουσιάζουν προβλήματα στην παραγωγή εξαιτίας της έλλειψης εργατικού δυναμικού, είχαν συνάψει σύμβαση μεταξύ τους, σύμφωνα με την οποία απαγορευόταν η πρόσληψη εργατών από άλλα εργοστάσια εάν δεν υπήρχε ρητή δήλωση στο βιβλιάριο τους ότι είχαν απολυθεί και ότι μπορούσαν ελεύθερα να εργασθούν σε άλλα εργοστάσια. Η δημοσίευση αυτή έγινε με αφορμή την «παράλειψη» των εργοδοτών να δηλώσουν τη λύση της εργασίας του εργαζομένου προσώπου, καθιστώντας με αυτό τον τρόπο δύσκολη έως και αδύνατη, βάσει της σύμβασης, την πρόσληψή του από άλλο εργοστάσιο.25 Όσον αφορά τη γραπτή ιατρική πιστοποίηση ότι το πρόσωπο ήταν υγιές και ικανό προς εργασία, που αναγραφόταν σε ειδική σελίδα του βιβλιαρίου, το μέτρο αυτό στόχευε στην προφύλαξη από τις ασθένειες όχι μόνο του ίδιου του ανηλίκου, αλλά και όλων των υπολοίπων που συγχρωτίζονταν μαζί του. Λόγω των συνθηκών διαβίωσης τα εργατικά στρώματα ιδιαίτερα μαστίζονταν από τρεις μεταδοτικές ασθένειες: τη φυματίωση, την ευλογιά και την ελονοσία. Λόγω διαφόρων προλήψεων, αλλά και ελλιπούς ενημέρωσης δεν είχε ενσωματωθεί στις πρακτικές των εργαζομένων η ιατρική επίσκεψη και η λήψη μέτρων, όπως είναι ο δαμαλισμός, καθώς και η τήρηση των κανόνων υγιεινής, με αποτέλεσμα οι ασθένειες αυτές να παρουσιάζουν έξαρση. Όμως, το μέτρο αυτό τηρούνταν εντελώς τυπικά, οι δημοτικοί γιατροί πιστοποιούσαν στο βιβλιάριο την ικανότητα χωρίς να εξετάζουν εξονυχιστικά τον ανήλικο.26 Ενώ, λοιπόν, η ιατρική εξέταση θα μπορούσε να συμβάλει ουσιαστικά στην καταπολέμηση των ασθενειών και στην ενημέρωση των εργαζομένων για τις συνθήκες υγιούς διαβίωσης, απέβη εντελώς αναποτελεσματική. Έτσι φθάνουμε στο συμπέρασμα ότι η διάταξη του νόμου για τη χορήγηση των βιβλιαρίων εφαρμόστηκε επιπόλαια, τόσο από τις υπεύθυνες αρχές όσο και από τους ίδιους τους εργαζόμενους. Ας εξετάσουμε, όμως, εάν πραγματικά εκείνη την εποχή ήταν για λόγους κοινωνικούς εφικτή η εφαρμογή της. Η ανάγκη για επιβίωση της οικογένειας ήταν τόσο μεγάλη, ώστε και τα νεότερα μέλη της, τα παιδιά, έπρεπε να συνεισφέρουν με την εργασία τους. Επιπλέον, δεν πρέπει να λησμονούμε ότι βρισκόμαστε στην εποχή των Βαλκανικών Πολέμων, κατά την οποία ο προστάτης της οικογένειας μπορούσε να είναι επιστρατευμένος και το κόστος ζωής (είδη διατροφής, ενδυμασίας, ενοίκιο, θέρμανση, φωτισμός) ήταν υψηλό. Πραγματικά, για λόγους διαδικαστικούς, αλλά και ουσιαστικούς, ο σκοπός για τον οποίο θεσπίστηκε από το νόμο το βιβλιάριο εργασίας παρέμεινε ανέφικτος. Παρόλα αυτά πιστεύω ότι με το βιβλιάριο εργασίας νομιμοποιείται μια κα

25. Βλ. Σφαίρα, αρ. 11, 17-3-1880.

26. Υπουργείον Εθνικής Οικονομίας, Διεύθυνσις Εργασίας, Εκθέσεις... 1921, ό.π.,

σ. 13.

Σελ. 61
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/62.gif&w=600&h=915

κατηγορία εργαζομένων στην οποία ανήκουν τα εργαζόμενα κορίτσια και η οποία μέχρι τότε δεν φαινόταν πουθενά, ούτε στα αρχεία του δήμου και πιθανόν ούτε στα κατάστιχα της επιχείρησης, με αποτέλεσμα να υφίσταται ακόμα περισσότερη εκμετάλλευση από τους εργοδότες.

3. ΟΙ ΘΕΣΕΙΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΓΙΑ ΤΙΣ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΣΤΟ ΕΡΓΟΣΤΑΣΙΟ

Η συγκέντρωση της παραγωγικής διαδικασίας και η εισαγωγή μηχανών στον καθορισμένο χώρο του εργοστασίου επιφέρουν σημαντικές αλλαγές στην οργάνωση της εργασίας. Στις περισσότερες μεταποιητικές μονάδες, ιδίως στον τομέα της βαμβακουργίας, ισχύει το σύστημα της καθετοποίησης της παραγωγής, το οποίο επιτρέπει έναν ακόμα μεγαλύτερο καταμερισμό της εργασίας κατά στάδια επεξεργασίας του προϊόντος. Πραγματικά, το γυναικείο εργατικό δυναμικό συγκεντρώνεται στις μεγάλες μονάδες, όπου ισχύει η μηχανοποίηση και ο καταμερισμός των εργασιών.

Για τη σχέση των γυναικών με τις μηχανές είναι ενδιαφέρον να αναφερθούμε στη Michelle Perrot, η οποία εντοπίζει ότι στα εργοστάσια του 19ου αιώνα ξαναβρίσκουμε το σχήμα που ισχύει στις πρωτόγονες κοινωνίες: μόλις εισάγεται μια μηχανή κάπως πιο δύσκολη στη χρήση της, την οικειοποιούνται οι άντρες, ενώ οι γυναίκες απομακρύνονται από τη συγκεκριμένη αυτή δουλειά.27 Συγκεκριμένα στα εργοστάσια η τεχνομάθεια είναι αποκλειστικό πεδίο των ανδρών. Οι νέες θέσεις εργασίας που δημιουργούνται με την εκμηχάνιση και απαιτούν τεχνική εξειδίκευση προορίζονται αποκλειστικά για τους άνδρες. Πρέπει επίσης να λάβουμε υπόψη μας ότι είναι πολύ δύσκολο οι γυναίκες να χειρισθούν τον βαρύ μηχανικό εξοπλισμό, όπως για παράδειγμα τα μηχανήματα του τυπογραφείου ή τις σιγαροποιητικές μηχανές, γιατί απαιτείται μεγάλη σωματική δύναμη. Στο σημείο αυτό θα ήθελα να τονίσω ότι αρκετές από τις παλαιές «παραδοσιακές» θέσεις εργασίας διατηρούνται και συνυπάρχουν στο εργοστάσιο με τις νέες. Εδώ εμπίπτει η ειδικότητα της υφάντριας. Η θέση αυτή ανήκει στην κορυφή της πυραμίδας της γυναικείας απασχόλησης στο εργοστάσιο. Οι έμπειρες και δεξιοτέχνισσες εργάτριες μπορούν να εξελιχθούν σε υφάντριες.

Πριν εξετάσουμε για τον κάθε κλάδο ξεχωριστά τις θέσεις εργασίας που καταλαμβάνουν οι γυναίκες, ας δούμε τις ιδιότητες που προσδιορίζουν τη φύση της γυναικείας εργασίας. Γνωρίζοντας τον κίνδυνο της γενίκευσης, τις καταγράφω: η πειθαρχία του σώματος και της σκέψης στον περιορισμένο χώρο του εργοστασίου, η συνεχής επανάληψη ορισμένων κινήσεων κατά το διάστημα εκτέ

27. Michelle Perrot, Η εργασία των γυναικών στην Ευρώπη 19ος-20ός αιώνας, μτφρ. Δήμητρα Σαμίου, Ερμούπολη Σύρου 1988, σ. 31.

Σελ. 62
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/63.gif&w=600&h=915

εκτέλεσης της εργασίας, η ευκολία της εκμάθησης, η οποία γίνεται επί τόπου, η επιδεξιότητα και η ευλυγισία των χεριών, καθώς και η καταβολή αμοιβής ταυτοχρόνως με την ανάληψη εργασίας.

4. Η ΕΡΓΑΤΡΙΑ ΤΩΝ ΚΛΩΣΤΟΫΦΑΝΤΟΥΡΓΕΙΩΝ Από το μεταξουργείο στο κλωστοϋφαντουργείο

Η εικόνα της εργάτριας των κλωστοϋφαντουργείων ποικίλλει. Η γυναικεία εργασία παρουσιάζεται διαφοροποιημένη αναλόγως με το είδος του νήματος. Υπάρχει μια ιεραρχία ανάμεσα στις ευγενείς (μετάξι, μαλλί) και στις κατώτερες ίνες (βαμβάκι), η οποία επιβάλλει διαφορετική επεξεργασία για την καθεμία.28 Επίσης, ως προς το μέγεθος, υπάρχουν μεγάλα εργοστάσια που λειτουργούν με τεχνητή κινητήρια δύναμη (υδροκίνητα, ατμοκίνητα, ηλεκτροκίνητα) και βιοτεχνίες με χειροκίνητους αργαλειούς. Οι γυναίκες εργάζονται σ' όλο το φάσμα της παραγωγικής διαδικασίας: στα κλωστήρια, στα βαφεία και στα υφαντήρια.

Από τον τομέα της μεταξουργίας, ο οποίος έχει από νωρίς σπάσει το φράγμα της οικιακής οικονομίας, ξεκινάει η προσέλευση των γυναικών στο εργοστάσιο. Η μεταξοβιομηχανια εντάσσεται πρώτη στο εργοστασιακό σύστημα παραγωγής, με την έννοια της συγκέντρωσης του μηχανικού εξοπλισμού κάτω από μία στέγη. Το πρώτο ατμοκίνητο μεταξουργείο, που ανήκει στον Λουκά Ράλλη, λειτουργεί από το 184429 στον Πειραιά. Για το εργατικό προσωπικό του μεταξουργείου γνωρίζουμε ότι το 1847 απασχολούνται εκατό περίπου άτομα, τα οποία στην πλειοψηφία τους είναι «άπορα κορίτσια».30 Σε μια πόλη όπως ο Πειραιάς, που το 1848 ο πληθυσμός της δεν ξεπερνούσε τους 5.279 κατοίκους,31 η πρώτη αυτή παρουσία των εργατριών δεν πρέπει να πέρασε απαρατήρητη. Στις αρχές του 1855 ιδρύεται το πρώτο ατμοκίνητομεταξουργείο στην Αθήνα με την επωνυμία «Αθανάσιος Γ. Δουρούτης και Σία». Νεαρές κοπέλες, που στα πρώτα χρόνια της λειτουργίας του μεταξουργείου φθάνουν τις 250-260, εργάζονται εκεί αφού πρώτα διδάσκονται την τέχνη της

28. Annie Fourcault, Femmes à l'usine en France dans l'entre-deux-guerres, Παρίσι 1982, σ. 65-66.

29. Χριστίνα Αγριαντώνη, Οι απαρχές της εκβιομηχάνισης στην Ελλάδα τον 19ο αιώνα, Αθήνα 1986, σ. 40.

30. Βάσιας Τσοκόπουλος, Πειραιάς, 1835-1870. Εισαγωγή στην Ιστορία του Ελληνικού Μάντσεστερ, Αθήνα 1984, σ. 242.

31. Yannis Bafounis, La formation d'une ville nouvelle: Le Pirée au XIX siècle (1835-1879), Thèse de Doctorat de 3ème cycle Paris IV, Παρίσι 1985, σ. 16.

Σελ. 63
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/64.gif&w=600&h=915

μεταξοκλωστικής από ένα γάλλο ειδικό και πέντε γαλλίδες αναπηνίστριες.32 Από το 1870 αρχίζει με γοργό ρυθμό η ίδρυση των πρώτων εργοστασίων βαμβακουργίας. Στον Πειραιά λειτουργούν 9 ατμοκίνητα εργοστάσια κλωστοϋφαντουργίας.33 Η εκμηχάνιση στον τομέα αυτό δημιουργεί θέσεις ανειδίκευτης εργασίας, κατάλληλες για τις νεοαφιχθείσες κοπέλες στην πόλη, που δεν διαθέτουν καμία τεχνογνωσία και έχουν ανάγκη από χρήματα για να εξασφαλίσουν την επιβίωση τους. Στο σημείο αυτό κρίνω σκόπιμο να επανέλθουμε στην πρώτη αριθμητική αποτίμηση των εργατριών στα ατμοκίνητα κλωστοϋφαντουργεία της χώρας, όπως καταγράφεται το 1875 από τον Αλέξανδρο Μανσόλα. Συνολικά έχουμε 696 άνδρες και 1.632 γυναίκες. Ο αριθμός των γυναικών αναλύεται ως εξής: 608 (37,3%) εργάζονται στα βαμβακοκλωστήρια, 819 (50,1%) στα μεταξουργεία, 21 (1,3%) στα εκκοκκιστήρια και 184 (11,3%) στα υφαντήρια. Το γεγονός ότι η πλειοψηφία των γυναικών φαίνεται ότι εργάζεται στα μεταξουργεία δικαιολογείται πλήρως, γιατί, όπως ήδη έχουμε σχολιάσει, αυτός ο κλάδος εντάσσεται πρώτος στο εργοστασιακό σύστημα παραγωγής. Όμως, η εικόνα της αρμονικής συνύπαρξης που μας δίνουν οι αριθμοί για τη γυναικεία απασχόληση στους τομείς της μεταξοβιομηχανίας και της βαμβακουργίας γρήγορα αλλοιώνεται. Το μεταξουργείο της Αθήνας κλείνει το 1875, ενώ του Πειραιά λειτουργεί μέχρι το 1880. Φαίνεται ότι η μεταξουργία ως παραγωγική δραστηριότητα ειδών πολυτελείας δεν μπορεί να μαζικοποιηθεί στο χρονικό πλαίσιο της μελέτης μας και μεταφέρεται από τα αστικά κέντρα στις σηροτροφικές επαρχίες, αποτελώντας μια εποχική-συμπληρωματική απασχόληση του αγροτικού πληθυσμού.34 Αντίθετα, πολύ γρήγορα διαδίδεται η παραγωγή και η εμπορευματοποίηση του βαμβακερού νήματος. Το 1882 στα οκτώ εργοστάσια βαμβακουργίας του Πειραιά (νηματουργεία, υφαντήρια, βαφεία) εργάζονται 1.316 εργάτριες. Έχουμε, δηλαδή, ένα ποσοστό 65,8% εργατριών στον

32. Για το χρονικό της ίδρυσης και για τη λειτουργία του Μεταξουργείου της Αθήνας βλ. Χριστίνα Αγριαντώνη - Μαρία-Χριστίνα Χατζηϊωάννου, Το Μεταξουργείο της Αθήνας, Αθήνα 1995.

33. Το εργοστάσιο των Αδελφών Ρετσίνα ιδρύθηκε το 1870, το Νηματουργείον και Βαφείον Ελληνικής Βαμβακουργικής Εταιρείας, πρώην Αδελφών Βολανάκη, το 1870, το Κλωστήριον Δημόκα το 1870, το Κλωστήριο Κ. Παναγιωτόπουλου το 1872, το Νηματοποιείον Λυγινού και Σία το 1872, το Υφαντήριον και Κλωστήριον Τζάτσου και Σταμόπουλου το 1874, το Νηματοποιείον, Υφαντήριον και Βαφείον Γεωργίου και Σωτηρίου Βαρουξάκη το 1876, το Υφαντήριον και Κλωστήριον Γεωργίου Ν. Νικολέση το 1877. Βλ. Παντολέων Καμπούρογλου, Ιστορία του Πειραιώς από του 1833-1882 έτους, Αθήνα 1883, σ. 78-82.

34. Christina Agriantoni, «Le sort de la soie en Grèce au XIX siècle: du déclassement des productions domestiques à la marginalisation d'une industrie rural», Cultural and Commercial Exchanges between the Orient and the Greek World, Αθήνα 1991, σ. 37-54.

Σελ. 64
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/65.gif&w=600&h=915

τομέα της βαμβακουργίας σε σύνολο 2.000 γυναικών που εργάζονται στα βιομηχανικά καταστήματα της πόλης.35

Το 1894 ο ιδιοκτήτης της εφημερίδας Ακρόπολις Βλάσης Γαβριηλίδης δημοσιεύει μια σειρά άρθρων με τη μορφή αφιερωμάτων για τον εργατικό κόσμο στην Ελλάδα με τίτλο «Ο εργατικός κόσμος εν Ελλάδι». Για τις συνθήκες ζωής και εργασίας των εργατριών στα κλωστοϋφαντουργεία, τις «φαμπρικούδες», αφιερώνει ένα άρθρο. Σύμφωνα με το εν λόγω άρθρο, οι εργάτριες των κλωστοϋφαντουργείων στη συντριπτική πλειοψηφία τους κατάγονται από την Υδρα, τις Σπέτσες, τον Πόρο και τη Σαντορίνη. Ακόμα συναντά κανείς και εργάτριες από τα χωριά της Αττικής και τη Σαλαμίνα.36

Στην απογραφή του 1907 στην υποκατηγορία «υφανταί, εριουργοί, φλανελλοποιοί, ταπητουργοί, μεταξουργοί, νηματουργοί, ξάντες» έχουμε 2.050 άνδρες και 3.939 γυναίκες. Όπως διαπιστώνουμε, ο αριθμός των γυναικών υπερβαίνει αυτό των ανδρών. Στην βιομηχανική απογραφή του 1920 οι γυναίκες που απασχολούνται στην υφαντουργία είναι 7.119 και οι άνδρες 8.915. Ο αριθμός των γυναικών στην υφαντουργία αντιπροσωπεύει σε ποσοστά το 29,10% επί του συνόλου των εργαζομένων γυναικών στη βιομηχανία και το 44,4% επί του συνόλου των εργαζομένων προσώπων στην υφαντουργία. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να διευκρινίσω ότι στα εργαζόμενα πρόσωπα στην υφαντουργία, εκτός από το καθεαυτό εργατικό δυναμικό, περιλαμβάνονται οι διευθύντριες και τα εργαζόμενα μέλη της οικογένειας-ιδιοκτήτριας της επιχείρησης.

Η μορφή της εργάτριας των κλωστοϋφαντουργείων καθιερώνεται, αποτελώντας ένα από τα σύμβολα του κοινωνικού και οικονομικού μετασχηματισμού. Σ' ένα νεοσύστατο κράτος όπως η Ελλάδα, που προσπαθεί να διαρρήξει τις κυρίαρχες δομές του οθωμανικού παρελθόντος, η βιομηχανία και ο κόσμος της εργασίας συνθέτουν τα απαραίτητα στοιχεία για την είσοδο της σε μια αναπτυξιακή διαδικασία που αντιστοιχεί στα δυτικά πρότυπα.

Για το λόγο αυτό θεωρώ ενδιαφέρον να ξεκινήσω τη μελέτη των χαρακτηριστικών που καθορίζουν το εργασιακό καθεστώς και τη συμπεριφορά της εργάτριας στο χώρο του εργοστασίου από τα κλωστοϋφαντουργεία.

Η ηλικία

Τα στοιχεία που αφορούν την ηλικία των εργατριών στην κλωστοϋφαντουργία είναι ελάχιστα και ασαφή για τα πρώτα χρόνια της μελέτης μας.

Το 1894, σύμφωνα με τις παρατηρήσεις του Βλάση Γαβριηλίδη για τις «φαμπρικούδες», στα κλωστοϋφαντουργεία κυριαρχούν οι κοπέλες ηλικίας από

35. Παντολέων Καμπούρογλου, ό.π.

36. Γ. Β. [Γαβριηλίδης Βλάσης], «Ο εργατικός κόσμος εν Ελλάδι. Οι φαμπρικούδες. Σκέψεις - Τύποι - Εικόνες - Επεισόδια», Ακρόπολις, αρ. 4405, 14-5-1894.

Σελ. 65
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/66.gif&w=600&h=915

16 έως 22 ετών, όμως, μπορεί να συναντήσει κανείς και κορίτσια 8, 9 και 10 ετών, όπως και μεσόκοπες ή ακόμη και μεγάλης ηλικίας γυναίκες, συνήθως χήρες, οι οποίες εργάζονται για να θρέψουν τα παιδιά τους ή για να συμπληρώσουν την προίκα της κόρης τους.37

Από τις 300 εργάτριες του νηματουργείου Λυγινού στον Πειραιά το 1898, ένα ποσοστό 10% έχει ηλικία κάτω των 12 και άνω των 25, έως 50 ετών.38 Από τη βιομηχανική απογραφή του 1920 έχουμε ένα κατά ηλικία διαχωρισμό των εργατριών με όριο τα 18 χρόνια. Έτσι, από τις 5.817 εργάτριες, οι 2.043 (35,10%) είναι κάτω από 18 ετών. Για το 1921 μια αναλυτικότερη κλίμακα ηλικιών των εργαζομένων γυναικών σε συνδυασμό με τα χρόνια παραμονής τους στην κλωστοϋφαντουργία μας δίνει η Επιθεώρηση Εργασίας. Από τις 1949 εργάτριες οι:

— 44 είναι 12 ετών (δεν έχουν συμπληρώσει 1 χρόνο εργασίας)

— 149 είναι 12-14 ετών (έχουν συμπληρώσει από 1 έως 3 χρόνια εργασίας)

— 756 είναι 14-18 ετών (417 έχουν συμπληρώσει από 1 έως 3 χρόνια και 339 από 3 έως 5 χρόνια εργασίας)

— 552 είναι 18-22 ετών (7 έχουν συμπληρώσει από 3 έως 5 χρόνια εργασίας, 414 από 5 έως 10 χρόνια εργασίας και 131 από 10 έως 15 χρόνια εργασίας)

— 448 είναι πάνω από 22 ετών (163 έχουν συμπληρώσει από 10 έως 15 χρόνια εργασίας και 285 πάνω από 15 χρόνια εργασίας).

Η κλίμακα των ηλικιών σε ποσοστά είναι: 2,2% 12 ετών, 7,6% 12-14 ετών, 38,8% 14-18 ετών, 28,3% 18-22 ετών, 23,1% πάνω από 22 ετών.

Το γεγονός ότι δεν εμφανίζονται εργάτριες κάτω από 12 ετών δεν πρέπει να μας προκαλεί έκπληξη. Υπενθυμίζω ότι με βάση το νόμο 4029/24-1-1912 «περί εργασίας γυναικών και ανηλίκων» απαγορεύεται η εργασία παιδιών που δεν έχουν συμπληρώσει το 12ο έτος της ηλικίας τους στις βιομηχανικές, βιοτεχνικές, μεταλλευτικές, μεταφορικές, οικοδομικές και εμπορικές επιχειρήσεις. Έτσι δεν αποκλείεται ορισμένες μικρές εργάτριες να δήλωναν επισήμως ηλικία 12 ετών στα βιβλιάρια εργασίας, ενώ στην πραγματικότητα να ήταν μικρότερες. Πάντως, το ποσοστό των εργατριών ηλικίας 12 ετών, αν και πρέπει να περιλαμβάνει και εργάτριες μικρότερης ηλικίας, είναι μικρό σε σχέση με τα υπόλοιπα. Το μεγαλύτερο ποσοστό εργατριών έχει ηλικία από 14 έως 18 ετών. Με βάση αυτό το δείγμα μπορούμε να υποθέσουμε ότι δεν έχουμε πολλές περιπτώσεις κοριτσιών ηλικίας κάτω από 12 ετών που εργάζονται στην κλωστοϋφαντουργία. Αυτό μπορεί να αποδοθεί είτε στην εφαρμογή της νομοθεσίας, είτε στα ήθη και τη νοοτροπία της ελληνικής οικογένειας, σύμφωνα με τα οποία το κορίτσι μόνο σε περίπτωση εσχάτης πενίας διαβαίνει το κατώφλι του εργοστασίου σε παιδική ηλικία.

37. Στο ίδιο. 38. Ευγενία Ζωγράφου, «Πώς εργάζονται...», ό.π., σ. 34.

Σελ. 66
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/67.gif&w=600&h=915

Το μέγεθος και η γεωγραφική συγκέντρωση των επιχειρήσεων κλωστοϋφαντουργίας

Από τον πίνακα παρατηρούμε ότι το μεγαλύτερο ποσοστό (85,3 % επί του συνόλου των εργαζομένων γυναικών στην υφαντουργία απασχολείται στις επιχειρήσεις με προσωπικό άνω των 25 ατόμων. Πραγματικά, οι εργάτριες συγκεντρώνονται στις επιχειρήσεις όπου επικρατεί η εκμηχάνιση της παραγωγής και ο καταμερισμός έργου.

ΠΙΝΑΚΑΣ 7

Κατανομή των εργαζομένων γυναικών στην υφαντουργία κατά μέγεθος επιχείρησης, 1920

Επιχειρήσεις κατά μέγεθος

Αριθμός επιχειρήσεων

Σύνολο εργαζομένων (Άνδρες+Γυναίκες )

Γυναίκες

% Γυναίκες

1-5 ατόμων

226

643

337

4,7

6-25 ατόμων

51

741

712

10,0

25 και άνω

73

7.531

6.070

85,3

Σύνολο

350

8.915

7.119

100,0

Πηγή: ΥΕΟ, ΓΣΥΕ, Απογραφή βιοτεχνικών και βιομηχανικών καταστημάτων της 1812-1920, Αθήνα 1926.

Πηγή: ΥΕΟ, ΓΣΥΕ, Απογραφή βιοτεχνικών και βιομηχανικών καταστημάτων της 1812-1920, Αθήνα 1926.

Γεωγραφικά οι κλωστοϋφαντουργικές επιχειρήσεις εντοπίζονται κυρίως στο συγκρότημα Αθηνών-Πειραιώς,39 στη Σύρο και στις μακεδονικές πόλεις Έδεσσα-Βέροια-Νάουσα.40 Ειδικότερα για το συγκρότημα Αθηνών-Πειραιώς θα ήθελα να επισημάνω ότι ενώ στην αρχή τα εργοστάσια κτίζονται στον Πειραιά, σιγά-σιγά αρχίζουν και αναπτύσσονται κατά μήκος του σιδηροδρόμου κοντά στα «νέα προάστια», όπως η Αλυσίδα, τα Πατήσια και αργότερα η Ν. Ιωνία.

Οι θέσεις εργασίας

Τις εργάτριες κλωστοϋφαντουργίας μπορούμε να τις χωρίσουμε σε δύο κατηγορίες: στις ανειδίκευτες, που αποτελούν την πλειοψηφία του κλάδου, και σ' αυτές που εκτελούν εξειδικευμένη εργασία.

39. Για τη συγκέντρωση του εργατικού πληθυσμού στην Αθήνα και τον Πειραιά βλ. Πέτρος Πιζάνιας, Οι φτωχοί των πόλεων. Η τεχνογνωσία της επιβίωσης στην Ελλάδα τον Μεσοπόλεμο, Αθήνα 1993, σ. 27.

40. Για την ανάπτυξη της κλωστοϋφαντουργίας στις πόλεις της Μακεδονίας βλ. Χρήστος Χατζηϊωσήφ, Η γηραιά σελήνη. Η βιομηχανία στην ελληνική οικονομία, 1830-1940, Αθήνα 1993, σ. 90-95.

Σελ. 67
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/68.gif&w=600&h=915

Ένα απόσπασμα από την έκθεση της επόπτριας Μαρίας Δεσύπρη μας δίνει μια σαφή εικόνα για την έννοια της ανειδίκευτης εργασίας: «Εν τη βιομηχανία ο ρόλος της εργατρίας περιορίζεται εις την παθητικήν επίβλεψιν του διά της μηχανής εκτελουμένου έργου, διά τούτο φαίνεται αρκετή η πρακτική εξειδίκευσις την οποίαν αποκτά η εργάτρια δι' απ' ευθείας παρακολουθήσεως επί τινα χρόνον της εργασίας συναδέλφου τινός. Δεν πρέπει ως εκ τούτου να θεωρηθή ως υπερβολικόν το ότι σχεδόν ουδεμία εργάτρια εν Αθήναις κατανοεί τελείως το εκτελούμενον έργον, κατέχει δηλαδή εκείνο το οποίον χαρακτηρίζεται επιτυχώς διά της αγγλικής φράσεως "industrial intelligence"».41

Στα κλωστήρια εργάζονται με προσηλωμένα τα μάτια τους στις ατράκτους των αυτόματων κλωστήρων που περιστρέφονται μανιασμένα, επιβλέποντας το νήμα προκειμένου να μην κοπεί. Εφόσον συμβεί κάτι τέτοιο, με τα χέρια τους συνδέουν το νήμα για να συνεχιστεί η ομαλή λειτουργία του μηχανήματος. Στα υφαντήρια οι εργάτριες παρακολουθούν συνεχώς τους αργαλειούς και όταν χρειαστεί διορθώνουν την κλωστή.

Εκτός από τις βασικές αυτές εργασίες υπάρχουν και άλλες που αφορούν την προετοιμασία του νήματος για ύφανση. Το διάσιμο, το τύλιγμα και το μίτωμα ανήκουν στις προπαρασκευαστικές εργασίες του υφαντήριου. Εξαιτίας του σύντομου χρονικού διαστήματος, από ένα έως τρεις μήνες, που απαιτεί η εκμάθηση τους μπορούμε, νομίζω, να θεωρήσουμε ότι και οι εργασίες αυτές δεν απαιτούν ειδική τεχνική κατάρτιση. Ας δούμε, όμως, από κοντά τι ακριβώς έκαναν οι γυναίκες στο υφαντήριο κατά την προπαρασκευαστική διαδικασία. Οι διαστρούδες τακτοποιούσαν το νήμα για να αποτελέσει στη συνέχεια το στημόνι. Οι καρουλούδες τύλιγαν την κλωστή σε μασούρια για το υφάδι του υφάσματος. Οι γυναίκες που δούλευαν για το μίτωμα περνούσαν το στημόνι του αργαλειού στα μιτάρια.

Στο εξειδικευμένο προσωπικό του εργοστασίου ανήκουν οι υφάντριες και οι κλώστριες. Οι τελευταίες επιστατούν τις εργάτριες στο διάσιμο και στο τύλιγμα του νήματος και ξεμπλέκουν το νήμα που μπλοκάρει στα μηχανήματα. Οι υφάντριες, αν και εργάζονται σε μηχανοκίνητους και όχι σε χειροκίνητους αργαλειούς, συνεχίζουν κατά παράδοση ένα γυναικείο επάγγελμα, την υφαντική.

Στις μικρές αγγελίες των εφημερίδων οι εργοδότες εκδηλώνουν με σαφή τρόπο τις προτιμήσεις τους.42 Είναι χαρακτηριστικό ότι αναγράφεται η ειδι

41. Υπουργείον Εθνικής Οικονομίας, Διεύθυνσις Εργασίας, Εκθέσεις... 1921, ό.π., σ. 75' Panayota Tsopela-Saliba, Le profil..., ό.π., σ. 60· Μιχάλης Ρηγίνος, Μορφές παιδικής εργασίας..., ό.π., σ. 73.

42. Για τις μικρές αγγελίες αποδελτίωσα συστηματικά δύο εφημερίδες, μία πειραϊκή, τη Σφαίρα από το 1899 έως το 1922 και μία αθηναϊκή με τίτλο Νέα Εφημερίς από το 1894 έως και το 1900.

Σελ. 68
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/69.gif&w=600&h=915

ειδικότητα της εργάτριας που ζητούν να προσλάβουν. Συνήθως στο κείμενο της μικρής αγγελίας η ειδικότητα της εργάτριας συνοδεύεται από τη λέξη «πεπειραμένη». Ζητούνται πεπειραμένες υφάντριες, μεταξοϋφάντριες, εργάτριες μηχανών πλεκτικής. Μια απόπειρα αποκωδικοποίησης αυτού του τύπου των αγγελιών μας οδηγεί στις εξής διαπιστώσεις:

α. Υπάρχει σαφής διαχωρισμός ανάμεσα στο εξειδικευμένο και στο ανειδίκευτο προσωπικό, τόσο ως προς τη φύση της εργασίας, όσο και ως προς τις χρηματικές απολαβές.

β. Το γυναικείο εξειδικευμένο προσωπικό στα κλωστοϋφαντουργεία δεν είναι μόνιμο, αλλά προσωρινό και, προφανώς, μετακινείται από το ένα εργοστάσιο στο άλλο μόλις πετυχαίνει καλύτερες συνθήκες εργασίας και μεγαλύτερες απολαβές.

γ. Η επαγγελματική εξέλιξη και η μετάβαση από την κατηγορία του ανειδίκευτου προσωπικού σ' αυτήν του εξειδικευμένου δεν εξυπακούεται. Είναι πολύ λιγότερο δαπανηρό για τους εργοδότες να προσλαμβάνουν ήδη εξειδικευμένο προσωπικό, παρά να το εκπαιδεύουν στο εργοστάσιο. Αυτό δικαιολογείται, όπως θα αναλύσουμε στο επόμενο κεφάλαιο, από το γεγονός ότι η επαγγελματική ζωή των γυναικών στο εργοστάσιο είναι βραχύβια. Ένα απόσπασμα από την αγόρευση στη Βουλή των Ελλήνων του εργοστασιάρχη και βουλευτή Θεόδωρου Ρετσίνα είναι αποκαλυπτικό: «Η εκγύμνασις [προσωπικού] απαιτεί κόπους και δαπάνας, το δε σπουδαιότερον είνε, ότι τα βιομηχανικά προϊόντα, τα οποία θα παραγάγωσι οι ανειδήμονες ούτοι τεχνίται, θα είνε μικράς αξίας, ένεκα της οποίας ο διαγωνισμός αυτών προς προϊόντα ξένης προελεύσεως καθίσταται δυσχερής. Παραλείπω δε να είπω ότι το θήλυ προσωπικόν διατελεί εν αδαημοσύνη, διότι, μόλις εκγυμνασθώσι εις τοιούτον σημείον ώστε να παραγάγωσιν τι άξιον λόγου, συνάπτουσι γάμους, και δεν επανέρχονται εις τας εργασίας των...».43

Το ζήτημα της επιστασίας των γυναικών από άνδρες και όχι από γυναίκες, ιδίως κατά τα πρώτα χρόνια της λειτουργίας των κλωστοϋφαντουργείων στην Ελλάδα, λαμβάνει διαστάσεις. Οι εργοδότες, παρά τον κίνδυνο της σεξουαλικής παρενόχλησης που εγκυμονεί για τις κοπέλες εργάτριες η παρουσία των επιστατών, προτιμούν να προσλαμβάνουν άνδρες. Το 1889 η Καλλιρρόη Παρρέν σε άρθρο της στο περιοδικό Εφημερίς των Κυριών για τις εργάτριες του κλωστοϋφαντουργείου Ρετσίνα στον Πειραιά αναφέρεται στο θέμα της επιστασίας των γυναικών από άνδρες του κλωστηρίου: «αγνοούμεν κατά πόσον ο συναγελασμός ούτος ανδρών και γυναικών συντελεί εις το κόσμιον των ηθών

43. «Αγόρευσις Θεοδώρου Ρετσίνα Βουλευτού Αττικής κατά την συζήτησιν επί του Νομοσχεδίου περί τελωνειακού δασμολογίου 30-1-1907», Σφαίρα, αρ. 7528, 6-2-1907.

Σελ. 69
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/70.gif&w=600&h=915

των τελευταίων τούτων...».44 Στη συνέντευξη που παίρνει η Ευγενία Ζωγράφου από τον ιδιοκτήτη κλωστοϋφαντουργείου στον Πειραιά, Σημίτη, όταν τον ρωτάει για το θέμα των ανδρών επιστατών αυτός απαντάει ότι οι εργάτριες έχουν επικεφαλής «εργάτας σοβαρούς, ώστε να εμπνέουν όχι φόβον, αλλά σέβας».45 Ας κρατήσουμε τις λέξεις «φόβος» και «σέβας» από τη φράση. Οι λέξεις αυτές έχουν διπλή σημασία, από τη μια πλευρά γίνεται μια δήλωση ότι οι εργοδότες έχουν περισσότερη εμπιστοσύνη στους άνδρες εργάτες, γιατί είναι ικανοί να επιβάλλουν την απαραίτητη τάξη και πειθαρχία, ενώ από την άλλη πλευρά υπονοούνται ανεπιθύμητες καταστάσεις που μπορεί να συμβαίνουν σε άλλα εργοστάσια. Η ίδια η δημοσιογράφος στις επόμενες σελίδες αναφέρει ότι δυο-τρεις εργάτριες του Πειραιά της κατήγγειλαν ότι «σ' ένα-δυο εργοστάσια κτυπούν οι αρχιεργάτες τις εργάτριες».46 Δεν έχω άλλες ενδείξεις από τις πηγές για το αν πράγματι οι εργάτριες πέφτουν θύματα ξυλοδαρμών τακτικά ή κατ' εξαίρεσιν ή ακόμη αν πρόκειται για ψευδείς καταγγελίες από μέρους τους.

Συνθήκες εργασίας

Ας μεταφερθούμε στο εσωτερικό των εργοστασίων για να σχολιάσουμε τις συνθήκες εργασίας που επικρατούν εκεί. Θα ξεκινήσουμε από την περιγραφή των ίδιων των εργοστασίων.

Από άποψη αρχιτεκτονικής μορφής παρατηρούμε ότι ισχύουν δύο τύποι κτιρίων: τα μονώροφα, οδοντωτά κυρίως, και τα πολυώροφα κλωστοϋφαντουργεία. Τα οδοντωτά κτίρια προήλθαν από την Ευρώπη όπου, σύμφωνα με την Κωνσταντίνα Δεμίρη, η δημιουργία τους οφείλεται στην ανάγκη για μεγάλους μονώροφους χώρους παραγωγής με ομοιόμορφο φωτισμό από την οροφή. Το συγκρότημα Λόγγου-Κύρτση-Τούρπαλη, που χτίστηκε στη Νάουσα το 1874, όταν ακόμη η περιοχή ανήκε στην οθωμανική επικράτεια, αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα.47 Ο ενιαίος φωτισμός της οροφής μειώνει τους κινδύνους οφθαλμολογικών παθήσεων (θάμπωμα), αλλά παρουσιάζει προβλήματα ως προς την θερμότητα. Σημειώνονται απώλειες της εσωτερικής θερμότητας, κρύο το χειμώνα, ζέστη το καλοκαίρι και διαρροές από τη στέγη.48 Τα πολυώροφα κτίρια με τα πλάγια παράθυρα εξαιτίας των αυξομειώσεων του φωτισμού δημιουργούν οφθαλμολογικά προβλήματα στους εργαζόμενους που αναγκάζονται να πη

44. Καλλιρρόη Παρρέν, «Γυναίκες εν τη ελληνική βιομηχανία. Τετρακόσιαι εργάτιδες εν τω εργοστασίω Ρετσίνα», Εφημερίς των Κυριών, αρ. 28, 13-9-1887.

45. Ευγενία Ζωγράφου, «Πώς εργάζονται...», ό.π., σ. 40.

46. Στο ίδιο, σ. 60.

47. Κωνσταντίνα Δεμίρη, Τα ελληνικά κλωστοϋφαντουργεία, Αθήνα 1991, σ. 105.

48. Στο ίδιο, σ. 38.

Σελ. 70
Φόρμα αναζήτησης
Αναζήτηση λέξεων και φράσεων εντός του βιβλίου: Γυναίκες εργάτριες στην ελληνική βιομηχανία και στη βιοτεχνία (1870-1922)
Αποτελέσματα αναζήτησης
    Ψηφιοποιημένα βιβλία
    Σελίδα: 51
    

    Από την εργάτρια των κλωστοϋφαντουργείων ως τη μαθητευόμενη κοπέλα του μοδιστράδικου ένας ολόκληρος κόσμος κρύβεται κάτω από την ομπρέλα του γενικού όρου «εργάτρια». Θέλοντας να αναδείξω τις ομοιότητες που συμβάλλουν στην ολική σύνθεση του προφίλ της εργάτριας και, παράλληλα, να αξιοποιήσω τις διαφορές που μας οδηγούν τελικά στην ανακάλυψη όχι του ενός γενικευμένου, αλλά των πολλαπλών προσώπων της εργάτριας, ανάλογα με το είδος της εκτελούμενης εργασίας, εστίασα την παρατήρηση στις επικρατέστερες μορφές εργασίας, σχολιάζοντας την καθεμία ξεχωριστά.

    1. ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΓΡΟΤΙΚΟ-ΕΟΡΤΟΛΟΓΙΚΟ ΧΡΟΝΟ ΣΤΟΝ ΩΡΟΛΟΓΙΑΚΟ ΧΡΟΝΟ

    Παρακολουθώντας την ένταξη της εργάτριας στην πόλη, διαπιστώνουμε ότι η έννοια του χρόνου μεταβάλλεται, επιβάλλοντας ένα νέο ρυθμό στην καθημερινότητά της, διαφορετικό από εκείνον της αγροτικής ζωής. Ο χρόνος κυριαρχεί και εντείνει τη διχοτόμηση του χώρου ανάμεσα στο ιδιωτικό, στην κατοικία, και στο δημόσιο, στο εργασιακό και κοινωνικό περιβάλλον.

    Πώς σηματοδοτούνται οι αλλαγές αυτές της αντίληψης του χρόνου στο νέο περιβάλλον της ελληνικής πόλης; Ποιες διαδικασίες ακολουθούνται για την εγκαθίδρυση του ωρολογιακά προσδιορισμένου χρόνου εργασίας; Πώς προσαρμόζεται η εργάτρια στο νέο χρόνο;

    Στον αγροτικό κόσμο, σύμφωνα με το αγροτικό-εορτολογικό ημερολόγιο που πρότεινε ο François Lebrun1 «ο χρόνος είναι κυκλικός, σαν μια ρόδα που γυρίζει συνεχώς. Οι εποχές, που εναλλάσσονται με αμετάβλητο τρόπο καθορίζοντας τις αγροτικές ασχολίες, και οι θρησκευτικές εορτές χρησιμεύουν και

    1. Το ημερολόγιο του François Lebrun παρουσιάζει τις κυριότερες αγροτικές ασχολίες και θρησκευτικές εορτές κατά τρόπο γενικό, χωρίς να λαμβάνει υπόψη του τις τοπικές ιδιαιτερότητες. Το ημερολόγιο αυτό είναι απολύτως συμβατό με τον ελληνικό αγροτικό κόσμο. Βλ. François Lebrun, L'Europe et le monde, XVI, XVII, XVIII siècle, Παρίσι 1987 και Robert Muchembled, Société, culture et mentalités dans la France moderne XVI-XVIII siècle, Παρίσι 1994, σ. 88-97.