Συγγραφέας:Σαλίμπα, Ζιζή
 
Τίτλος:Γυναίκες εργάτριες στην ελληνική βιομηχανία και στη βιοτεχνία (1870-1922)
 
Τίτλος σειράς:Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας
 
Αριθμός σειράς:37
 
Τόπος έκδοσης:Αθήνα
 
Εκδότης:Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς
 
Έτος έκδοσης:2002, 2004
 
Σελίδες:366
 
Αριθμός τόμων:1 τόμος
 
Γλώσσα:Ελληνικά
 
Θέμα:Μαθητεία και εργασία
 
Τοπική κάλυψη:Ελλάδα
 
Χρονική κάλυψη:1870-1922
 
Περίληψη:Η εργασία αυτή έχει ως αντικείμενο την ιχνογράφηση της φυσιογνωμίας της ελληνίδας εργάτριας από την εμφάνισή της στον κόσμο της μισθωτής εργασίας ως τη Μικρασιατική Καταστροφή και την άφιξη των προσφύγων στην Ελλάδα το 1922, χρονολογία κατά την οποία αλλάζει το κοινωνικό σκηνικό στις ελληνικές πόλεις. Όταν το 1870 αρχίζουν τα πρώτα φουγάρα των εργοστασίων να ξεφυτρώνουν ένα-ένα σαν τα μανιτάρια στον Πειραιά, και η Αθήνα να αποκτά σιγά-σιγά τα χαρακτηριστικά ευρωπαϊκής μεγαλούπολης, τότε εμφανίζονται επί της οθόνης του ιστορικού γίγνεσθαι οι πρώτες εργάτριες. Ποιες ήταν αυτές οι νεοφερμένες γυναίκες; Από πού προέρχονταν; Πώς εντάσσονταν στον κόσμο του καθημερινού μόχθου; Πώς αξιοποιούσαν τον καθημερινό χρόνο τους; Ποιες ήταν οι συλλογικές αναπαραστάσεις των άλλων γι’ αυτές;
 
Άδεια χρήσης:Αυτό το ψηφιοποιημένο βιβλίο του ΙΑΕΝ σε όλες του τις μορφές (PDF, GIF, HTML) χορηγείται με άδεια Creative Commons Attribution - NonCommercial (Αναφορά προέλευσης - Μη εμπορική χρήση) Greece 3.0
 
Το Βιβλίο σε PDF:Κατέβασμα αρχείου 12.88 Mb
 
Εμφανείς σελίδες: 59-78 από: 370
-20
Τρέχουσα Σελίδα:
+20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/59.gif&w=600&h=915

και έπρεπε εκείνη την ώρα να βρουν κάποιο μαγαζί ανοικτό για να ψωνίσουν.

Ο καθορισμός του δεκάωρου εργασίας των γυναικών είχε και οικονομικές επιπτώσεις. Η υπέρβαση του ωραρίου σήμαινε επιπλέον χρήματα για τις εργάτριες. Έτσι, εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων, η παραβίαση του εργάσιμου χρόνου γινόταν με τη συγκατάθεση των ίδιων των εργατριών.21 Αδιαφορώντας για την παραπάνω κούραση και εξάντληση, για την κακή κατάσταση της υγείας της, η εργάτρια έπρεπε να εξασφαλίσει όσο το δυνατόν περισσότερα χρήματα για την επιβίωση τη δική της και της οικογένειάς της.

2. ΤΟ ΒΙΒΛΙΑΡΙΟ ΕΡΓΑΣΙΑΣ

Εκτός από τον καθορισμό των ωρών εργασίας και των κατωτάτων ορίων ηλικίας για τις εργαζόμενες γυναίκες στη βιομηχανία-βιοτεχνία, ο νόμος 4029 της 24 Ιανουαρίου/7 Φεβρουαρίου 1912 «περί εργασίας γυναικών και ανηλίκων» θεσπίζει το βιβλιάριο εργασίας. Συγκεκριμένα, δεν επιτρέπεται σε κανέναν. εργοδότη η χρησιμοποίηση προσώπου κάτω των 16 ετών, αδιακρίτως φύλου, εφόσον το πρόσωπο αυτό δεν είναι εφοδιασμένο με βιβλιάριο εργασίας. Τα βιβλιάρια εργασίας εκδίδονται δωρεάν από το δήμαρχο ή το δήμο όπου είναι εγκατεστημένη η επιχείρηση, ή από το δήμο καταγωγής του εργαζόμενου. Τα βιβλιάρια χορηγούνται στους δημάρχους από το Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας. Την έκδοση του βιβλιαρίου ζητά προφορικά το ίδιο το πρόσωπο, ο πατέρας του ή ο αντιπρόσωπος του. Ο δήμαρχος υποχρεώνεται να εκδόσει το βιβλιάριο μέσα σε διάστημα το πολύ τριών ημερών από την αίτηση. Ο δήμαρχος σημειώνει στο βιβλιάριο το ονοματεπώνυμο του προσώπου, τον τόπο και τη χρονολογία γέννησής του. Επίσης, σε ειδική στήλη του βιβλιαρίου πιστοποιείται από το δημοτικό γιατρό, ύστερα από εξέταση, ότι το πρόσωπο είναι υγιές, εμβολιασμένο και ικανό να εργασθεί.

Η καθιέρωση του βιβλιαρίου εργασίας είχε σκοπό να θέσει υπό τον έλεγχο και την προστασία του κράτους την παιδική εργασία. Με τη διαδικασία αυτή πιστοποιούνταν η ηλικία του προσώπου που ήθελε να εργασθεί. Επιβάλλοντας ο νόμος ως κατώτατο όριο ηλικίας αρχικά το 12ο και αργότερα το 14ο έτος τυπικά απέβλεπε στο να έχουν τελειώσει τη δημοτική εκπαίδευση τα παιδιά πριν εργασθούν. Όμως, αυτό στην ουσία δεν μπορούσε να εφαρμοσθεί, γιατί δεν απαιτούνταν πιστοποιητικό περάτωσης της υποχρεωτικής εκπαίδευσης για την έκδοση του βιβλιαρίου εργασίας.

Η εξακρίβωση της πραγματικής ηλικίας των γυναικών ήταν δύσκολη. Στην

21. Υπουργείον Εθνικής Οικονομίας, Διεύθυνσις Εργασίας, Εκθέσεις... 1921, ό.π.,

σ. 79.

Σελ. 59
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/60.gif&w=600&h=915

Ελλάδα μέχρι το 1922, σε αντίθεση με τους άνδρες, δεν υπήρχαν για τις γυναίκες ληξιαρχικές πράξεις γέννησης, ούτε εκδίδονταν πιστοποιητικά γέννησης από τους δήμους. Το μόνο μέσο για να πιστοποιήσει κανείς την ηλικία του ήταν οι εγγραφές των ιερέων που έκαναν τις βαφτίσεις ή οι προφορικές δηλώσεις των μαρτύρων.

Όταν οι κάτοικοι ήταν ετεροδημότες, η διαδικασία έκδοσης του βιβλιαρίου ήταν εξαιρετικά πολύπλοκη, δεδομένου ότι ο δήμαρχος της έδρας της επιχείρησης έπρεπε να απευθυνθεί στο δήμαρχο του τόπου καταγωγής του εργαζόμενου προσώπου για την εξακρίβωση της ηλικίας του ή στο Υπουργείο των Εσωτερικών όταν επρόκειτο για αλλοδαπούς και, επειδή όλα αυτά έπρεπε να γίνουν μέσα σε τρεις μέρες, συνήθως ακολουθούνταν άλλη απλούστερη οδός. Ο δήμαρχος εξέδιδε το βιβλιάριο εργασίας με τη μαρτυρία δύο γνωστών προσώπων, που συνήθως ήταν συνάδελφοι του πατέρα, της μητέρας ή του επιτρόπου του ανήλικου προσώπου.22 Έτσι το προσωπικό της Επιθεώρησης Εργασίας όσες φορές έτυχε να ελέγξει τα στοιχεία του βιβλιαρίου βρέθηκε σε αδιέξοδο, γιατί παιδιά κάτω από 12 ετών είχαν δηλώσει μεγαλύτερη ηλικία από την πραγματική τους προκειμένου να εργασθούν.

Ας δούμε στη συνέχεια τις ευθύνες που αναλάμβανε από το νόμο ο εργοδότης για τα βιβλιάρια εργασίας των εργαζομένων ανηλίκων.

Στο βιβλιάριο ο εργοδότης κατέγραφε μόνο την ημερομηνία έναρξης και λήξης της εργασίας, ενώ απαγορευόταν οποιαδήποτε άλλη σημείωση, έστω και συμβολική. Το βιβλιάριο φυλασσόταν από τον εργοδότη, ο οποίος ήταν υποχρεωμένος να το επιδεικνύει στους εποπτεύοντες για την εφαρμογή του νόμου υπαλλήλους και να το επιστρέφει στο εργαζόμενο πρόσωπο με τη λύση της σύμβασης εργασίας.23

Ο θεσμός του βιβλιαρίου εργασίας ως τεκμήριο ταυτότητας και ελέγχου του εργαζόμενου προσώπου δεν ήταν νέος. Κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα οι εργοδότες ασκούσαν έλεγχο στην κινητικότητα των εργατών, γιατί οι τελευταίοι δεν μπορούσαν να αναζητήσουν αλλού εργασία αφού οι εργοδότες κρατούσαν στα χέρια τους τα βιβλιάρια εργασίας των εργατών τους.24 Οι ιδιοκτήτες των εργοστασίων του Πειραιά, κυρίως των κλωστοϋφαντουργείων και των σιδηρουργείων, ακολουθούσαν πιστά τις κανονιστικές διατάξεις του βιβλιαρίου.

22. Υπουργείον Εθνικής Οικονομίας, Διεύθυνσις Εργασίας, Εκθέσεις... 1921, ό.π., σ. 13' Panayota Tsopela-Saliba, Le profil..., ό.π., σ. 54-55· Μιχάλης Ρηγίνος, Μορφές παιδικής εργασίας..., ό.π., σ. 96-99.

23. Σπ. Μ. Αντύπας, Ελληνική Εργατική Νομοθεσία, Αθήνα 1938, σ. 454.

24. Βλ. Jacques Donzelot, L'invention du social, Παρίσι 1984, σ. 143-144· François Ewald, Ιστορία τον Κράτους Πρόνοιας, μτφρ. Μαρία Κορασίδου, Αθήνα 2000, σ. 105106" Μαρία Κορασίδου, Όταν η αρρώστια απειλεί. Επιτήρηση και έλεγχος του πληθυσμού στην Ελλάδα του 19ου αιώνα, Αθήνα 2002, σ. 130-131.

Σελ. 60
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/61.gif&w=600&h=915

Η εφημερίδα Σφαίρα μας πληροφορεί για το 1880 ότι τα βιομηχανικά καταστήματα, για να μην παρουσιάζουν προβλήματα στην παραγωγή εξαιτίας της έλλειψης εργατικού δυναμικού, είχαν συνάψει σύμβαση μεταξύ τους, σύμφωνα με την οποία απαγορευόταν η πρόσληψη εργατών από άλλα εργοστάσια εάν δεν υπήρχε ρητή δήλωση στο βιβλιάριο τους ότι είχαν απολυθεί και ότι μπορούσαν ελεύθερα να εργασθούν σε άλλα εργοστάσια. Η δημοσίευση αυτή έγινε με αφορμή την «παράλειψη» των εργοδοτών να δηλώσουν τη λύση της εργασίας του εργαζομένου προσώπου, καθιστώντας με αυτό τον τρόπο δύσκολη έως και αδύνατη, βάσει της σύμβασης, την πρόσληψή του από άλλο εργοστάσιο.25 Όσον αφορά τη γραπτή ιατρική πιστοποίηση ότι το πρόσωπο ήταν υγιές και ικανό προς εργασία, που αναγραφόταν σε ειδική σελίδα του βιβλιαρίου, το μέτρο αυτό στόχευε στην προφύλαξη από τις ασθένειες όχι μόνο του ίδιου του ανηλίκου, αλλά και όλων των υπολοίπων που συγχρωτίζονταν μαζί του. Λόγω των συνθηκών διαβίωσης τα εργατικά στρώματα ιδιαίτερα μαστίζονταν από τρεις μεταδοτικές ασθένειες: τη φυματίωση, την ευλογιά και την ελονοσία. Λόγω διαφόρων προλήψεων, αλλά και ελλιπούς ενημέρωσης δεν είχε ενσωματωθεί στις πρακτικές των εργαζομένων η ιατρική επίσκεψη και η λήψη μέτρων, όπως είναι ο δαμαλισμός, καθώς και η τήρηση των κανόνων υγιεινής, με αποτέλεσμα οι ασθένειες αυτές να παρουσιάζουν έξαρση. Όμως, το μέτρο αυτό τηρούνταν εντελώς τυπικά, οι δημοτικοί γιατροί πιστοποιούσαν στο βιβλιάριο την ικανότητα χωρίς να εξετάζουν εξονυχιστικά τον ανήλικο.26 Ενώ, λοιπόν, η ιατρική εξέταση θα μπορούσε να συμβάλει ουσιαστικά στην καταπολέμηση των ασθενειών και στην ενημέρωση των εργαζομένων για τις συνθήκες υγιούς διαβίωσης, απέβη εντελώς αναποτελεσματική. Έτσι φθάνουμε στο συμπέρασμα ότι η διάταξη του νόμου για τη χορήγηση των βιβλιαρίων εφαρμόστηκε επιπόλαια, τόσο από τις υπεύθυνες αρχές όσο και από τους ίδιους τους εργαζόμενους. Ας εξετάσουμε, όμως, εάν πραγματικά εκείνη την εποχή ήταν για λόγους κοινωνικούς εφικτή η εφαρμογή της. Η ανάγκη για επιβίωση της οικογένειας ήταν τόσο μεγάλη, ώστε και τα νεότερα μέλη της, τα παιδιά, έπρεπε να συνεισφέρουν με την εργασία τους. Επιπλέον, δεν πρέπει να λησμονούμε ότι βρισκόμαστε στην εποχή των Βαλκανικών Πολέμων, κατά την οποία ο προστάτης της οικογένειας μπορούσε να είναι επιστρατευμένος και το κόστος ζωής (είδη διατροφής, ενδυμασίας, ενοίκιο, θέρμανση, φωτισμός) ήταν υψηλό. Πραγματικά, για λόγους διαδικαστικούς, αλλά και ουσιαστικούς, ο σκοπός για τον οποίο θεσπίστηκε από το νόμο το βιβλιάριο εργασίας παρέμεινε ανέφικτος. Παρόλα αυτά πιστεύω ότι με το βιβλιάριο εργασίας νομιμοποιείται μια κα

25. Βλ. Σφαίρα, αρ. 11, 17-3-1880.

26. Υπουργείον Εθνικής Οικονομίας, Διεύθυνσις Εργασίας, Εκθέσεις... 1921, ό.π.,

σ. 13.

Σελ. 61
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/62.gif&w=600&h=915

κατηγορία εργαζομένων στην οποία ανήκουν τα εργαζόμενα κορίτσια και η οποία μέχρι τότε δεν φαινόταν πουθενά, ούτε στα αρχεία του δήμου και πιθανόν ούτε στα κατάστιχα της επιχείρησης, με αποτέλεσμα να υφίσταται ακόμα περισσότερη εκμετάλλευση από τους εργοδότες.

3. ΟΙ ΘΕΣΕΙΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΓΙΑ ΤΙΣ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΣΤΟ ΕΡΓΟΣΤΑΣΙΟ

Η συγκέντρωση της παραγωγικής διαδικασίας και η εισαγωγή μηχανών στον καθορισμένο χώρο του εργοστασίου επιφέρουν σημαντικές αλλαγές στην οργάνωση της εργασίας. Στις περισσότερες μεταποιητικές μονάδες, ιδίως στον τομέα της βαμβακουργίας, ισχύει το σύστημα της καθετοποίησης της παραγωγής, το οποίο επιτρέπει έναν ακόμα μεγαλύτερο καταμερισμό της εργασίας κατά στάδια επεξεργασίας του προϊόντος. Πραγματικά, το γυναικείο εργατικό δυναμικό συγκεντρώνεται στις μεγάλες μονάδες, όπου ισχύει η μηχανοποίηση και ο καταμερισμός των εργασιών.

Για τη σχέση των γυναικών με τις μηχανές είναι ενδιαφέρον να αναφερθούμε στη Michelle Perrot, η οποία εντοπίζει ότι στα εργοστάσια του 19ου αιώνα ξαναβρίσκουμε το σχήμα που ισχύει στις πρωτόγονες κοινωνίες: μόλις εισάγεται μια μηχανή κάπως πιο δύσκολη στη χρήση της, την οικειοποιούνται οι άντρες, ενώ οι γυναίκες απομακρύνονται από τη συγκεκριμένη αυτή δουλειά.27 Συγκεκριμένα στα εργοστάσια η τεχνομάθεια είναι αποκλειστικό πεδίο των ανδρών. Οι νέες θέσεις εργασίας που δημιουργούνται με την εκμηχάνιση και απαιτούν τεχνική εξειδίκευση προορίζονται αποκλειστικά για τους άνδρες. Πρέπει επίσης να λάβουμε υπόψη μας ότι είναι πολύ δύσκολο οι γυναίκες να χειρισθούν τον βαρύ μηχανικό εξοπλισμό, όπως για παράδειγμα τα μηχανήματα του τυπογραφείου ή τις σιγαροποιητικές μηχανές, γιατί απαιτείται μεγάλη σωματική δύναμη. Στο σημείο αυτό θα ήθελα να τονίσω ότι αρκετές από τις παλαιές «παραδοσιακές» θέσεις εργασίας διατηρούνται και συνυπάρχουν στο εργοστάσιο με τις νέες. Εδώ εμπίπτει η ειδικότητα της υφάντριας. Η θέση αυτή ανήκει στην κορυφή της πυραμίδας της γυναικείας απασχόλησης στο εργοστάσιο. Οι έμπειρες και δεξιοτέχνισσες εργάτριες μπορούν να εξελιχθούν σε υφάντριες.

Πριν εξετάσουμε για τον κάθε κλάδο ξεχωριστά τις θέσεις εργασίας που καταλαμβάνουν οι γυναίκες, ας δούμε τις ιδιότητες που προσδιορίζουν τη φύση της γυναικείας εργασίας. Γνωρίζοντας τον κίνδυνο της γενίκευσης, τις καταγράφω: η πειθαρχία του σώματος και της σκέψης στον περιορισμένο χώρο του εργοστασίου, η συνεχής επανάληψη ορισμένων κινήσεων κατά το διάστημα εκτέ

27. Michelle Perrot, Η εργασία των γυναικών στην Ευρώπη 19ος-20ός αιώνας, μτφρ. Δήμητρα Σαμίου, Ερμούπολη Σύρου 1988, σ. 31.

Σελ. 62
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/63.gif&w=600&h=915

εκτέλεσης της εργασίας, η ευκολία της εκμάθησης, η οποία γίνεται επί τόπου, η επιδεξιότητα και η ευλυγισία των χεριών, καθώς και η καταβολή αμοιβής ταυτοχρόνως με την ανάληψη εργασίας.

4. Η ΕΡΓΑΤΡΙΑ ΤΩΝ ΚΛΩΣΤΟΫΦΑΝΤΟΥΡΓΕΙΩΝ Από το μεταξουργείο στο κλωστοϋφαντουργείο

Η εικόνα της εργάτριας των κλωστοϋφαντουργείων ποικίλλει. Η γυναικεία εργασία παρουσιάζεται διαφοροποιημένη αναλόγως με το είδος του νήματος. Υπάρχει μια ιεραρχία ανάμεσα στις ευγενείς (μετάξι, μαλλί) και στις κατώτερες ίνες (βαμβάκι), η οποία επιβάλλει διαφορετική επεξεργασία για την καθεμία.28 Επίσης, ως προς το μέγεθος, υπάρχουν μεγάλα εργοστάσια που λειτουργούν με τεχνητή κινητήρια δύναμη (υδροκίνητα, ατμοκίνητα, ηλεκτροκίνητα) και βιοτεχνίες με χειροκίνητους αργαλειούς. Οι γυναίκες εργάζονται σ' όλο το φάσμα της παραγωγικής διαδικασίας: στα κλωστήρια, στα βαφεία και στα υφαντήρια.

Από τον τομέα της μεταξουργίας, ο οποίος έχει από νωρίς σπάσει το φράγμα της οικιακής οικονομίας, ξεκινάει η προσέλευση των γυναικών στο εργοστάσιο. Η μεταξοβιομηχανια εντάσσεται πρώτη στο εργοστασιακό σύστημα παραγωγής, με την έννοια της συγκέντρωσης του μηχανικού εξοπλισμού κάτω από μία στέγη. Το πρώτο ατμοκίνητο μεταξουργείο, που ανήκει στον Λουκά Ράλλη, λειτουργεί από το 184429 στον Πειραιά. Για το εργατικό προσωπικό του μεταξουργείου γνωρίζουμε ότι το 1847 απασχολούνται εκατό περίπου άτομα, τα οποία στην πλειοψηφία τους είναι «άπορα κορίτσια».30 Σε μια πόλη όπως ο Πειραιάς, που το 1848 ο πληθυσμός της δεν ξεπερνούσε τους 5.279 κατοίκους,31 η πρώτη αυτή παρουσία των εργατριών δεν πρέπει να πέρασε απαρατήρητη. Στις αρχές του 1855 ιδρύεται το πρώτο ατμοκίνητομεταξουργείο στην Αθήνα με την επωνυμία «Αθανάσιος Γ. Δουρούτης και Σία». Νεαρές κοπέλες, που στα πρώτα χρόνια της λειτουργίας του μεταξουργείου φθάνουν τις 250-260, εργάζονται εκεί αφού πρώτα διδάσκονται την τέχνη της

28. Annie Fourcault, Femmes à l'usine en France dans l'entre-deux-guerres, Παρίσι 1982, σ. 65-66.

29. Χριστίνα Αγριαντώνη, Οι απαρχές της εκβιομηχάνισης στην Ελλάδα τον 19ο αιώνα, Αθήνα 1986, σ. 40.

30. Βάσιας Τσοκόπουλος, Πειραιάς, 1835-1870. Εισαγωγή στην Ιστορία του Ελληνικού Μάντσεστερ, Αθήνα 1984, σ. 242.

31. Yannis Bafounis, La formation d'une ville nouvelle: Le Pirée au XIX siècle (1835-1879), Thèse de Doctorat de 3ème cycle Paris IV, Παρίσι 1985, σ. 16.

Σελ. 63
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/64.gif&w=600&h=915

μεταξοκλωστικής από ένα γάλλο ειδικό και πέντε γαλλίδες αναπηνίστριες.32 Από το 1870 αρχίζει με γοργό ρυθμό η ίδρυση των πρώτων εργοστασίων βαμβακουργίας. Στον Πειραιά λειτουργούν 9 ατμοκίνητα εργοστάσια κλωστοϋφαντουργίας.33 Η εκμηχάνιση στον τομέα αυτό δημιουργεί θέσεις ανειδίκευτης εργασίας, κατάλληλες για τις νεοαφιχθείσες κοπέλες στην πόλη, που δεν διαθέτουν καμία τεχνογνωσία και έχουν ανάγκη από χρήματα για να εξασφαλίσουν την επιβίωση τους. Στο σημείο αυτό κρίνω σκόπιμο να επανέλθουμε στην πρώτη αριθμητική αποτίμηση των εργατριών στα ατμοκίνητα κλωστοϋφαντουργεία της χώρας, όπως καταγράφεται το 1875 από τον Αλέξανδρο Μανσόλα. Συνολικά έχουμε 696 άνδρες και 1.632 γυναίκες. Ο αριθμός των γυναικών αναλύεται ως εξής: 608 (37,3%) εργάζονται στα βαμβακοκλωστήρια, 819 (50,1%) στα μεταξουργεία, 21 (1,3%) στα εκκοκκιστήρια και 184 (11,3%) στα υφαντήρια. Το γεγονός ότι η πλειοψηφία των γυναικών φαίνεται ότι εργάζεται στα μεταξουργεία δικαιολογείται πλήρως, γιατί, όπως ήδη έχουμε σχολιάσει, αυτός ο κλάδος εντάσσεται πρώτος στο εργοστασιακό σύστημα παραγωγής. Όμως, η εικόνα της αρμονικής συνύπαρξης που μας δίνουν οι αριθμοί για τη γυναικεία απασχόληση στους τομείς της μεταξοβιομηχανίας και της βαμβακουργίας γρήγορα αλλοιώνεται. Το μεταξουργείο της Αθήνας κλείνει το 1875, ενώ του Πειραιά λειτουργεί μέχρι το 1880. Φαίνεται ότι η μεταξουργία ως παραγωγική δραστηριότητα ειδών πολυτελείας δεν μπορεί να μαζικοποιηθεί στο χρονικό πλαίσιο της μελέτης μας και μεταφέρεται από τα αστικά κέντρα στις σηροτροφικές επαρχίες, αποτελώντας μια εποχική-συμπληρωματική απασχόληση του αγροτικού πληθυσμού.34 Αντίθετα, πολύ γρήγορα διαδίδεται η παραγωγή και η εμπορευματοποίηση του βαμβακερού νήματος. Το 1882 στα οκτώ εργοστάσια βαμβακουργίας του Πειραιά (νηματουργεία, υφαντήρια, βαφεία) εργάζονται 1.316 εργάτριες. Έχουμε, δηλαδή, ένα ποσοστό 65,8% εργατριών στον

32. Για το χρονικό της ίδρυσης και για τη λειτουργία του Μεταξουργείου της Αθήνας βλ. Χριστίνα Αγριαντώνη - Μαρία-Χριστίνα Χατζηϊωάννου, Το Μεταξουργείο της Αθήνας, Αθήνα 1995.

33. Το εργοστάσιο των Αδελφών Ρετσίνα ιδρύθηκε το 1870, το Νηματουργείον και Βαφείον Ελληνικής Βαμβακουργικής Εταιρείας, πρώην Αδελφών Βολανάκη, το 1870, το Κλωστήριον Δημόκα το 1870, το Κλωστήριο Κ. Παναγιωτόπουλου το 1872, το Νηματοποιείον Λυγινού και Σία το 1872, το Υφαντήριον και Κλωστήριον Τζάτσου και Σταμόπουλου το 1874, το Νηματοποιείον, Υφαντήριον και Βαφείον Γεωργίου και Σωτηρίου Βαρουξάκη το 1876, το Υφαντήριον και Κλωστήριον Γεωργίου Ν. Νικολέση το 1877. Βλ. Παντολέων Καμπούρογλου, Ιστορία του Πειραιώς από του 1833-1882 έτους, Αθήνα 1883, σ. 78-82.

34. Christina Agriantoni, «Le sort de la soie en Grèce au XIX siècle: du déclassement des productions domestiques à la marginalisation d'une industrie rural», Cultural and Commercial Exchanges between the Orient and the Greek World, Αθήνα 1991, σ. 37-54.

Σελ. 64
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/65.gif&w=600&h=915

τομέα της βαμβακουργίας σε σύνολο 2.000 γυναικών που εργάζονται στα βιομηχανικά καταστήματα της πόλης.35

Το 1894 ο ιδιοκτήτης της εφημερίδας Ακρόπολις Βλάσης Γαβριηλίδης δημοσιεύει μια σειρά άρθρων με τη μορφή αφιερωμάτων για τον εργατικό κόσμο στην Ελλάδα με τίτλο «Ο εργατικός κόσμος εν Ελλάδι». Για τις συνθήκες ζωής και εργασίας των εργατριών στα κλωστοϋφαντουργεία, τις «φαμπρικούδες», αφιερώνει ένα άρθρο. Σύμφωνα με το εν λόγω άρθρο, οι εργάτριες των κλωστοϋφαντουργείων στη συντριπτική πλειοψηφία τους κατάγονται από την Υδρα, τις Σπέτσες, τον Πόρο και τη Σαντορίνη. Ακόμα συναντά κανείς και εργάτριες από τα χωριά της Αττικής και τη Σαλαμίνα.36

Στην απογραφή του 1907 στην υποκατηγορία «υφανταί, εριουργοί, φλανελλοποιοί, ταπητουργοί, μεταξουργοί, νηματουργοί, ξάντες» έχουμε 2.050 άνδρες και 3.939 γυναίκες. Όπως διαπιστώνουμε, ο αριθμός των γυναικών υπερβαίνει αυτό των ανδρών. Στην βιομηχανική απογραφή του 1920 οι γυναίκες που απασχολούνται στην υφαντουργία είναι 7.119 και οι άνδρες 8.915. Ο αριθμός των γυναικών στην υφαντουργία αντιπροσωπεύει σε ποσοστά το 29,10% επί του συνόλου των εργαζομένων γυναικών στη βιομηχανία και το 44,4% επί του συνόλου των εργαζομένων προσώπων στην υφαντουργία. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να διευκρινίσω ότι στα εργαζόμενα πρόσωπα στην υφαντουργία, εκτός από το καθεαυτό εργατικό δυναμικό, περιλαμβάνονται οι διευθύντριες και τα εργαζόμενα μέλη της οικογένειας-ιδιοκτήτριας της επιχείρησης.

Η μορφή της εργάτριας των κλωστοϋφαντουργείων καθιερώνεται, αποτελώντας ένα από τα σύμβολα του κοινωνικού και οικονομικού μετασχηματισμού. Σ' ένα νεοσύστατο κράτος όπως η Ελλάδα, που προσπαθεί να διαρρήξει τις κυρίαρχες δομές του οθωμανικού παρελθόντος, η βιομηχανία και ο κόσμος της εργασίας συνθέτουν τα απαραίτητα στοιχεία για την είσοδο της σε μια αναπτυξιακή διαδικασία που αντιστοιχεί στα δυτικά πρότυπα.

Για το λόγο αυτό θεωρώ ενδιαφέρον να ξεκινήσω τη μελέτη των χαρακτηριστικών που καθορίζουν το εργασιακό καθεστώς και τη συμπεριφορά της εργάτριας στο χώρο του εργοστασίου από τα κλωστοϋφαντουργεία.

Η ηλικία

Τα στοιχεία που αφορούν την ηλικία των εργατριών στην κλωστοϋφαντουργία είναι ελάχιστα και ασαφή για τα πρώτα χρόνια της μελέτης μας.

Το 1894, σύμφωνα με τις παρατηρήσεις του Βλάση Γαβριηλίδη για τις «φαμπρικούδες», στα κλωστοϋφαντουργεία κυριαρχούν οι κοπέλες ηλικίας από

35. Παντολέων Καμπούρογλου, ό.π.

36. Γ. Β. [Γαβριηλίδης Βλάσης], «Ο εργατικός κόσμος εν Ελλάδι. Οι φαμπρικούδες. Σκέψεις - Τύποι - Εικόνες - Επεισόδια», Ακρόπολις, αρ. 4405, 14-5-1894.

Σελ. 65
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/66.gif&w=600&h=915

16 έως 22 ετών, όμως, μπορεί να συναντήσει κανείς και κορίτσια 8, 9 και 10 ετών, όπως και μεσόκοπες ή ακόμη και μεγάλης ηλικίας γυναίκες, συνήθως χήρες, οι οποίες εργάζονται για να θρέψουν τα παιδιά τους ή για να συμπληρώσουν την προίκα της κόρης τους.37

Από τις 300 εργάτριες του νηματουργείου Λυγινού στον Πειραιά το 1898, ένα ποσοστό 10% έχει ηλικία κάτω των 12 και άνω των 25, έως 50 ετών.38 Από τη βιομηχανική απογραφή του 1920 έχουμε ένα κατά ηλικία διαχωρισμό των εργατριών με όριο τα 18 χρόνια. Έτσι, από τις 5.817 εργάτριες, οι 2.043 (35,10%) είναι κάτω από 18 ετών. Για το 1921 μια αναλυτικότερη κλίμακα ηλικιών των εργαζομένων γυναικών σε συνδυασμό με τα χρόνια παραμονής τους στην κλωστοϋφαντουργία μας δίνει η Επιθεώρηση Εργασίας. Από τις 1949 εργάτριες οι:

— 44 είναι 12 ετών (δεν έχουν συμπληρώσει 1 χρόνο εργασίας)

— 149 είναι 12-14 ετών (έχουν συμπληρώσει από 1 έως 3 χρόνια εργασίας)

— 756 είναι 14-18 ετών (417 έχουν συμπληρώσει από 1 έως 3 χρόνια και 339 από 3 έως 5 χρόνια εργασίας)

— 552 είναι 18-22 ετών (7 έχουν συμπληρώσει από 3 έως 5 χρόνια εργασίας, 414 από 5 έως 10 χρόνια εργασίας και 131 από 10 έως 15 χρόνια εργασίας)

— 448 είναι πάνω από 22 ετών (163 έχουν συμπληρώσει από 10 έως 15 χρόνια εργασίας και 285 πάνω από 15 χρόνια εργασίας).

Η κλίμακα των ηλικιών σε ποσοστά είναι: 2,2% 12 ετών, 7,6% 12-14 ετών, 38,8% 14-18 ετών, 28,3% 18-22 ετών, 23,1% πάνω από 22 ετών.

Το γεγονός ότι δεν εμφανίζονται εργάτριες κάτω από 12 ετών δεν πρέπει να μας προκαλεί έκπληξη. Υπενθυμίζω ότι με βάση το νόμο 4029/24-1-1912 «περί εργασίας γυναικών και ανηλίκων» απαγορεύεται η εργασία παιδιών που δεν έχουν συμπληρώσει το 12ο έτος της ηλικίας τους στις βιομηχανικές, βιοτεχνικές, μεταλλευτικές, μεταφορικές, οικοδομικές και εμπορικές επιχειρήσεις. Έτσι δεν αποκλείεται ορισμένες μικρές εργάτριες να δήλωναν επισήμως ηλικία 12 ετών στα βιβλιάρια εργασίας, ενώ στην πραγματικότητα να ήταν μικρότερες. Πάντως, το ποσοστό των εργατριών ηλικίας 12 ετών, αν και πρέπει να περιλαμβάνει και εργάτριες μικρότερης ηλικίας, είναι μικρό σε σχέση με τα υπόλοιπα. Το μεγαλύτερο ποσοστό εργατριών έχει ηλικία από 14 έως 18 ετών. Με βάση αυτό το δείγμα μπορούμε να υποθέσουμε ότι δεν έχουμε πολλές περιπτώσεις κοριτσιών ηλικίας κάτω από 12 ετών που εργάζονται στην κλωστοϋφαντουργία. Αυτό μπορεί να αποδοθεί είτε στην εφαρμογή της νομοθεσίας, είτε στα ήθη και τη νοοτροπία της ελληνικής οικογένειας, σύμφωνα με τα οποία το κορίτσι μόνο σε περίπτωση εσχάτης πενίας διαβαίνει το κατώφλι του εργοστασίου σε παιδική ηλικία.

37. Στο ίδιο. 38. Ευγενία Ζωγράφου, «Πώς εργάζονται...», ό.π., σ. 34.

Σελ. 66
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/67.gif&w=600&h=915

Το μέγεθος και η γεωγραφική συγκέντρωση των επιχειρήσεων κλωστοϋφαντουργίας

Από τον πίνακα παρατηρούμε ότι το μεγαλύτερο ποσοστό (85,3 % επί του συνόλου των εργαζομένων γυναικών στην υφαντουργία απασχολείται στις επιχειρήσεις με προσωπικό άνω των 25 ατόμων. Πραγματικά, οι εργάτριες συγκεντρώνονται στις επιχειρήσεις όπου επικρατεί η εκμηχάνιση της παραγωγής και ο καταμερισμός έργου.

ΠΙΝΑΚΑΣ 7

Κατανομή των εργαζομένων γυναικών στην υφαντουργία κατά μέγεθος επιχείρησης, 1920

Επιχειρήσεις κατά μέγεθος

Αριθμός επιχειρήσεων

Σύνολο εργαζομένων (Άνδρες+Γυναίκες )

Γυναίκες

% Γυναίκες

1-5 ατόμων

226

643

337

4,7

6-25 ατόμων

51

741

712

10,0

25 και άνω

73

7.531

6.070

85,3

Σύνολο

350

8.915

7.119

100,0

Πηγή: ΥΕΟ, ΓΣΥΕ, Απογραφή βιοτεχνικών και βιομηχανικών καταστημάτων της 1812-1920, Αθήνα 1926.

Πηγή: ΥΕΟ, ΓΣΥΕ, Απογραφή βιοτεχνικών και βιομηχανικών καταστημάτων της 1812-1920, Αθήνα 1926.

Γεωγραφικά οι κλωστοϋφαντουργικές επιχειρήσεις εντοπίζονται κυρίως στο συγκρότημα Αθηνών-Πειραιώς,39 στη Σύρο και στις μακεδονικές πόλεις Έδεσσα-Βέροια-Νάουσα.40 Ειδικότερα για το συγκρότημα Αθηνών-Πειραιώς θα ήθελα να επισημάνω ότι ενώ στην αρχή τα εργοστάσια κτίζονται στον Πειραιά, σιγά-σιγά αρχίζουν και αναπτύσσονται κατά μήκος του σιδηροδρόμου κοντά στα «νέα προάστια», όπως η Αλυσίδα, τα Πατήσια και αργότερα η Ν. Ιωνία.

Οι θέσεις εργασίας

Τις εργάτριες κλωστοϋφαντουργίας μπορούμε να τις χωρίσουμε σε δύο κατηγορίες: στις ανειδίκευτες, που αποτελούν την πλειοψηφία του κλάδου, και σ' αυτές που εκτελούν εξειδικευμένη εργασία.

39. Για τη συγκέντρωση του εργατικού πληθυσμού στην Αθήνα και τον Πειραιά βλ. Πέτρος Πιζάνιας, Οι φτωχοί των πόλεων. Η τεχνογνωσία της επιβίωσης στην Ελλάδα τον Μεσοπόλεμο, Αθήνα 1993, σ. 27.

40. Για την ανάπτυξη της κλωστοϋφαντουργίας στις πόλεις της Μακεδονίας βλ. Χρήστος Χατζηϊωσήφ, Η γηραιά σελήνη. Η βιομηχανία στην ελληνική οικονομία, 1830-1940, Αθήνα 1993, σ. 90-95.

Σελ. 67
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/68.gif&w=600&h=915

Ένα απόσπασμα από την έκθεση της επόπτριας Μαρίας Δεσύπρη μας δίνει μια σαφή εικόνα για την έννοια της ανειδίκευτης εργασίας: «Εν τη βιομηχανία ο ρόλος της εργατρίας περιορίζεται εις την παθητικήν επίβλεψιν του διά της μηχανής εκτελουμένου έργου, διά τούτο φαίνεται αρκετή η πρακτική εξειδίκευσις την οποίαν αποκτά η εργάτρια δι' απ' ευθείας παρακολουθήσεως επί τινα χρόνον της εργασίας συναδέλφου τινός. Δεν πρέπει ως εκ τούτου να θεωρηθή ως υπερβολικόν το ότι σχεδόν ουδεμία εργάτρια εν Αθήναις κατανοεί τελείως το εκτελούμενον έργον, κατέχει δηλαδή εκείνο το οποίον χαρακτηρίζεται επιτυχώς διά της αγγλικής φράσεως "industrial intelligence"».41

Στα κλωστήρια εργάζονται με προσηλωμένα τα μάτια τους στις ατράκτους των αυτόματων κλωστήρων που περιστρέφονται μανιασμένα, επιβλέποντας το νήμα προκειμένου να μην κοπεί. Εφόσον συμβεί κάτι τέτοιο, με τα χέρια τους συνδέουν το νήμα για να συνεχιστεί η ομαλή λειτουργία του μηχανήματος. Στα υφαντήρια οι εργάτριες παρακολουθούν συνεχώς τους αργαλειούς και όταν χρειαστεί διορθώνουν την κλωστή.

Εκτός από τις βασικές αυτές εργασίες υπάρχουν και άλλες που αφορούν την προετοιμασία του νήματος για ύφανση. Το διάσιμο, το τύλιγμα και το μίτωμα ανήκουν στις προπαρασκευαστικές εργασίες του υφαντήριου. Εξαιτίας του σύντομου χρονικού διαστήματος, από ένα έως τρεις μήνες, που απαιτεί η εκμάθηση τους μπορούμε, νομίζω, να θεωρήσουμε ότι και οι εργασίες αυτές δεν απαιτούν ειδική τεχνική κατάρτιση. Ας δούμε, όμως, από κοντά τι ακριβώς έκαναν οι γυναίκες στο υφαντήριο κατά την προπαρασκευαστική διαδικασία. Οι διαστρούδες τακτοποιούσαν το νήμα για να αποτελέσει στη συνέχεια το στημόνι. Οι καρουλούδες τύλιγαν την κλωστή σε μασούρια για το υφάδι του υφάσματος. Οι γυναίκες που δούλευαν για το μίτωμα περνούσαν το στημόνι του αργαλειού στα μιτάρια.

Στο εξειδικευμένο προσωπικό του εργοστασίου ανήκουν οι υφάντριες και οι κλώστριες. Οι τελευταίες επιστατούν τις εργάτριες στο διάσιμο και στο τύλιγμα του νήματος και ξεμπλέκουν το νήμα που μπλοκάρει στα μηχανήματα. Οι υφάντριες, αν και εργάζονται σε μηχανοκίνητους και όχι σε χειροκίνητους αργαλειούς, συνεχίζουν κατά παράδοση ένα γυναικείο επάγγελμα, την υφαντική.

Στις μικρές αγγελίες των εφημερίδων οι εργοδότες εκδηλώνουν με σαφή τρόπο τις προτιμήσεις τους.42 Είναι χαρακτηριστικό ότι αναγράφεται η ειδι

41. Υπουργείον Εθνικής Οικονομίας, Διεύθυνσις Εργασίας, Εκθέσεις... 1921, ό.π., σ. 75' Panayota Tsopela-Saliba, Le profil..., ό.π., σ. 60· Μιχάλης Ρηγίνος, Μορφές παιδικής εργασίας..., ό.π., σ. 73.

42. Για τις μικρές αγγελίες αποδελτίωσα συστηματικά δύο εφημερίδες, μία πειραϊκή, τη Σφαίρα από το 1899 έως το 1922 και μία αθηναϊκή με τίτλο Νέα Εφημερίς από το 1894 έως και το 1900.

Σελ. 68
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/69.gif&w=600&h=915

ειδικότητα της εργάτριας που ζητούν να προσλάβουν. Συνήθως στο κείμενο της μικρής αγγελίας η ειδικότητα της εργάτριας συνοδεύεται από τη λέξη «πεπειραμένη». Ζητούνται πεπειραμένες υφάντριες, μεταξοϋφάντριες, εργάτριες μηχανών πλεκτικής. Μια απόπειρα αποκωδικοποίησης αυτού του τύπου των αγγελιών μας οδηγεί στις εξής διαπιστώσεις:

α. Υπάρχει σαφής διαχωρισμός ανάμεσα στο εξειδικευμένο και στο ανειδίκευτο προσωπικό, τόσο ως προς τη φύση της εργασίας, όσο και ως προς τις χρηματικές απολαβές.

β. Το γυναικείο εξειδικευμένο προσωπικό στα κλωστοϋφαντουργεία δεν είναι μόνιμο, αλλά προσωρινό και, προφανώς, μετακινείται από το ένα εργοστάσιο στο άλλο μόλις πετυχαίνει καλύτερες συνθήκες εργασίας και μεγαλύτερες απολαβές.

γ. Η επαγγελματική εξέλιξη και η μετάβαση από την κατηγορία του ανειδίκευτου προσωπικού σ' αυτήν του εξειδικευμένου δεν εξυπακούεται. Είναι πολύ λιγότερο δαπανηρό για τους εργοδότες να προσλαμβάνουν ήδη εξειδικευμένο προσωπικό, παρά να το εκπαιδεύουν στο εργοστάσιο. Αυτό δικαιολογείται, όπως θα αναλύσουμε στο επόμενο κεφάλαιο, από το γεγονός ότι η επαγγελματική ζωή των γυναικών στο εργοστάσιο είναι βραχύβια. Ένα απόσπασμα από την αγόρευση στη Βουλή των Ελλήνων του εργοστασιάρχη και βουλευτή Θεόδωρου Ρετσίνα είναι αποκαλυπτικό: «Η εκγύμνασις [προσωπικού] απαιτεί κόπους και δαπάνας, το δε σπουδαιότερον είνε, ότι τα βιομηχανικά προϊόντα, τα οποία θα παραγάγωσι οι ανειδήμονες ούτοι τεχνίται, θα είνε μικράς αξίας, ένεκα της οποίας ο διαγωνισμός αυτών προς προϊόντα ξένης προελεύσεως καθίσταται δυσχερής. Παραλείπω δε να είπω ότι το θήλυ προσωπικόν διατελεί εν αδαημοσύνη, διότι, μόλις εκγυμνασθώσι εις τοιούτον σημείον ώστε να παραγάγωσιν τι άξιον λόγου, συνάπτουσι γάμους, και δεν επανέρχονται εις τας εργασίας των...».43

Το ζήτημα της επιστασίας των γυναικών από άνδρες και όχι από γυναίκες, ιδίως κατά τα πρώτα χρόνια της λειτουργίας των κλωστοϋφαντουργείων στην Ελλάδα, λαμβάνει διαστάσεις. Οι εργοδότες, παρά τον κίνδυνο της σεξουαλικής παρενόχλησης που εγκυμονεί για τις κοπέλες εργάτριες η παρουσία των επιστατών, προτιμούν να προσλαμβάνουν άνδρες. Το 1889 η Καλλιρρόη Παρρέν σε άρθρο της στο περιοδικό Εφημερίς των Κυριών για τις εργάτριες του κλωστοϋφαντουργείου Ρετσίνα στον Πειραιά αναφέρεται στο θέμα της επιστασίας των γυναικών από άνδρες του κλωστηρίου: «αγνοούμεν κατά πόσον ο συναγελασμός ούτος ανδρών και γυναικών συντελεί εις το κόσμιον των ηθών

43. «Αγόρευσις Θεοδώρου Ρετσίνα Βουλευτού Αττικής κατά την συζήτησιν επί του Νομοσχεδίου περί τελωνειακού δασμολογίου 30-1-1907», Σφαίρα, αρ. 7528, 6-2-1907.

Σελ. 69
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/70.gif&w=600&h=915

των τελευταίων τούτων...».44 Στη συνέντευξη που παίρνει η Ευγενία Ζωγράφου από τον ιδιοκτήτη κλωστοϋφαντουργείου στον Πειραιά, Σημίτη, όταν τον ρωτάει για το θέμα των ανδρών επιστατών αυτός απαντάει ότι οι εργάτριες έχουν επικεφαλής «εργάτας σοβαρούς, ώστε να εμπνέουν όχι φόβον, αλλά σέβας».45 Ας κρατήσουμε τις λέξεις «φόβος» και «σέβας» από τη φράση. Οι λέξεις αυτές έχουν διπλή σημασία, από τη μια πλευρά γίνεται μια δήλωση ότι οι εργοδότες έχουν περισσότερη εμπιστοσύνη στους άνδρες εργάτες, γιατί είναι ικανοί να επιβάλλουν την απαραίτητη τάξη και πειθαρχία, ενώ από την άλλη πλευρά υπονοούνται ανεπιθύμητες καταστάσεις που μπορεί να συμβαίνουν σε άλλα εργοστάσια. Η ίδια η δημοσιογράφος στις επόμενες σελίδες αναφέρει ότι δυο-τρεις εργάτριες του Πειραιά της κατήγγειλαν ότι «σ' ένα-δυο εργοστάσια κτυπούν οι αρχιεργάτες τις εργάτριες».46 Δεν έχω άλλες ενδείξεις από τις πηγές για το αν πράγματι οι εργάτριες πέφτουν θύματα ξυλοδαρμών τακτικά ή κατ' εξαίρεσιν ή ακόμη αν πρόκειται για ψευδείς καταγγελίες από μέρους τους.

Συνθήκες εργασίας

Ας μεταφερθούμε στο εσωτερικό των εργοστασίων για να σχολιάσουμε τις συνθήκες εργασίας που επικρατούν εκεί. Θα ξεκινήσουμε από την περιγραφή των ίδιων των εργοστασίων.

Από άποψη αρχιτεκτονικής μορφής παρατηρούμε ότι ισχύουν δύο τύποι κτιρίων: τα μονώροφα, οδοντωτά κυρίως, και τα πολυώροφα κλωστοϋφαντουργεία. Τα οδοντωτά κτίρια προήλθαν από την Ευρώπη όπου, σύμφωνα με την Κωνσταντίνα Δεμίρη, η δημιουργία τους οφείλεται στην ανάγκη για μεγάλους μονώροφους χώρους παραγωγής με ομοιόμορφο φωτισμό από την οροφή. Το συγκρότημα Λόγγου-Κύρτση-Τούρπαλη, που χτίστηκε στη Νάουσα το 1874, όταν ακόμη η περιοχή ανήκε στην οθωμανική επικράτεια, αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα.47 Ο ενιαίος φωτισμός της οροφής μειώνει τους κινδύνους οφθαλμολογικών παθήσεων (θάμπωμα), αλλά παρουσιάζει προβλήματα ως προς την θερμότητα. Σημειώνονται απώλειες της εσωτερικής θερμότητας, κρύο το χειμώνα, ζέστη το καλοκαίρι και διαρροές από τη στέγη.48 Τα πολυώροφα κτίρια με τα πλάγια παράθυρα εξαιτίας των αυξομειώσεων του φωτισμού δημιουργούν οφθαλμολογικά προβλήματα στους εργαζόμενους που αναγκάζονται να πη

44. Καλλιρρόη Παρρέν, «Γυναίκες εν τη ελληνική βιομηχανία. Τετρακόσιαι εργάτιδες εν τω εργοστασίω Ρετσίνα», Εφημερίς των Κυριών, αρ. 28, 13-9-1887.

45. Ευγενία Ζωγράφου, «Πώς εργάζονται...», ό.π., σ. 40.

46. Στο ίδιο, σ. 60.

47. Κωνσταντίνα Δεμίρη, Τα ελληνικά κλωστοϋφαντουργεία, Αθήνα 1991, σ. 105.

48. Στο ίδιο, σ. 38.

Σελ. 70
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/71.gif&w=600&h=915

πηγαινοέρχονται κατά πλάτος στο χώρο κατά τη διάρκεια της εργασίας τους.49 Η καθαριότητα των χώρων, η υγιεινή και η ασφάλεια των εργαζομένων σ' όλα τα εργοστάσια και όχι μόνο στα κλωστοϋφαντουργεία αποτελεί αρμοδιότητα της κρατικής μέριμνας. Από το 1898 το Υπουργείο Εσωτερικών προχωρεί στη σύσταση επιτροπής για την επιθεώρηση των εργοστασίων.50 Έργο της επιτροπής είναι η επιτόπια επίσκεψη στα εργοστάσια και η συγγραφή έκθεσης με περιεχόμενο την επικρατούσα κατάσταση, προκειμένου στη συνέχεια το Υπουργείο να φροντίσει ώστε να ληφθούν τα κατάλληλα μέτρα. Στάθηκε αδύνατον, παρά τις προσπάθειές μου, να εντοπίσω την έκθεση-πόρισμα, ώστε να μπορώ να μεταφέρω στη μελέτη την εικόνα της επιτροπής για τις συνθήκες εργασίας από τη σκοπιά της υγιεινής και ασφάλειας των εργαζομένων και ειδικότερα των εργατριών.

Όμως, αν λάβουμε υπόψη μας τα σχόλια των εφημερίδων, η σύσταση της επιτροπής «προς επιθεώρησιν των εργοστασίων» πρέπει να προκάλεσε ανησυχίες σε κάποιους που είχαν πρόσβαση στον τύπο, προφανώς στους κεφαλαιούχους-ιδιοκτήτες των εργοστασίων. Η εύθραυστη εικόνα της ακμάζουσας ελληνικής βιομηχανίας θα μπορούσε εύκολα να αμαυρωθεί από την παρουσίαση της στα χαρτιά των αρμοδίων του Υπουργείου. Ωστόσο, δεν θα ήταν υπερβολή να πούμε ότι οι βιομήχανοι μπορεί και να φοβόντουσαν την επέμβαση του κράτους εντός των τειχών του εργοστασίου τους. «Αι υπό των δημοσίων υπηρεσιών συνιστώμεναι επιτροπαί νομίζουσιν ότι εκπληρούσι το καθήκον αυτών, αν διαλαλήσωσιν εις το ελληνικόν δημόσιον ότι άπαντα τα ελληνικά ατμόπλοια είνε σεσηπότα και άπαντα τα εργοστάσια του Πειραιώς έχουσι λέβητας και μηχανάς πεπαλαιωμένας ή απείρους μηχανικούς και θερμαστάς. Φοβούμεθα πολύ μήπως ο πολύς ζήλος των εναποτελούντων την επιτροπήν ταύτην γίνη πρόξενος μεγάλης ηθικής και υλικής ζημίας εις την βιομηχανίαν ημών».51

Δεν είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε τι απέγινε τελικά αυτή η επιτροπή, αν και πώς ολοκλήρωσε το έργο της και τι χρονική διάρκεια ζωής είχε, όμως αυτό με κανένα τρόπο δεν υποβαθμίζει την αξία του εγχειρήματος. Το κράτος εκδηλώνει την πρόθεσή του για άσκηση ελέγχου στις συνθήκες υγιεινής και ασφάλειας των εργαζομένων που επικρατούν στα εργοστάσια. Μέχρι να θεσπισθούν νομοθετικές ρυθμίσεις για τις συνθήκες υγιεινής, το κράτος έκανε ελέγχους στα εργοστάσια. Ο διευθυντής ή ο υποδιευθυντής της αστυνομίας και ο αστίατρος της πόλης επιθεωρούσαν τα εργοστάσια.52 Οι επιθεωρήσεις αυτές

49. Στο ίδιο, σ. 38.

50. Σφαίρα, αρ. 4865, 3-6-1898.

51. Ανώνυμος, «Η επιτροπή προς επιθεώρησιν των εργοστασίων», Σφαίρα, αρ. 4833, 27-4-1898.

52. Ανώνυμος, «Η υγιεινή των εργατών», Σφαίρα, αρ. 7730, 11-10-1907.

Σελ. 71
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/72.gif&w=600&h=915

γίνονταν συστηματικά; Ποιες ήταν οι κυρώσεις που επιβάλλονταν στους ιδιοκτήτες των εργοστασίων; Πρόκειται για ερωτήματα που αδυνατώ να απαντήσω γιατί δεν έχουμε σαφή εικόνα για τις ενέργειες των κρατικών φορέων πριν τη θέσπιση των σχετικών νόμων.

Μεταξύ των εργατικών νομοσχεδίων που υποβλήθηκαν το 1911 στη Διπλή Αναθεωρητική Βουλή, προέχουσα θέση κατέχει ο νόμος 3934 της 19-111911 «περί υγιεινής και ασφαλείας των εργατών και περί ωρών εργασίας». Ο νόμος αυτός θέτει τις πρώτες γραμμές για τα μέτρα που πρέπει να λάβουν οι εργοδότες προκειμένου να τηρηθούν οι στοιχειώδεις όροι υγιεινής, όπως λ.χ. καθαριότητας, αερισμού, επαρκούς φωτισμού, και για τις προφυλάξεις από τους κινδύνους στους οποίους εκτίθεται το εργατικό προσωπικό όταν χειρίζεται μηχανές που βρίσκονται εγκατεστημένες στους χώρους εργασίας του.

Την ίδια χρονιά το Υπουργείο Γεωργίας, Εμπορίου και Βιομηχανίας μετονομάσθηκε σε Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας. Το 1912 στο Υπουργείο αυτό υπάχθηκε το νεοδημιουργηθέν σώμα των επιθεωρητών εργασίας με σκοπό την έρευνα και τη μελέτη των συνθηκών υγιεινής και ασφάλειας των εργατών, καθώς και τον έλεγχο για την τήρηση των εργατικών νόμων. Οι πληροφορίες που μας δίνουν οι εκθέσεις των επιθεωρητών εργασίας αποτελούν μία από τις βασικές πηγές μου για τη μελέτη της ζωής της εργάτριας μέσα στο χώρο του εργοστασίου. Πρόκειται για φυλλάδια-δελτία τα οποία μας παρέχουν στοιχεία για τις χρονιές 1912-13 και 1920-22. Οι επιθεωρητές, κυρίως οι δύο επιθεωρήτριες εργασίας Μαρία Δεσύπρη [Σβώλου] και Άννα Μακροπούλου, παρακολουθούν την εργάτρια στο χώρο εργασίας της, ενώ ταυτοχρόνως αποτυπώνουν το προφίλ της.53 Όμως, θα πρέπει να τονίσω ότι πρόκειται για έμμεσες πληροφορίες και όχι για άμεσες, αφού οι ίδιες οι εργάτριες παραμένουν σιωπηλές αφήνοντας τρίτα πρόσωπα να μιλούν γι' αυτές. Πόση δόση αμεροληψίας περιέχουν τα σχόλια, οι περιγραφές των χώρων εργασίας και οι προσωπικές εκτιμήσεις των επιθεωρητών, ιδίως των επιθεωρητριών, για το εργασιακό και κοινωνικό καθεστώς της εργάτριας; Πώς επηρεάζει την αναπαράσταση της πραγματικότητας το «πολιτισμικό σοκ» που υφίστανται οι επιθεωρητές, οι οποίοι ανήκουν στην ελίτ της δημοσιοϋπαλληλίας, όταν διαβαίνουν την κύρια είσοδο του εργοστασίου και συναντώνται με το εργατικό προσωπικό; Τα σχόλια και οι περιγραφές των επιθεωρητών μεταφέρουν την αντίληψη που είχε για την εργάτρια και για το κράτος «πρόνοιας» αυτή η ομάδα των επιθεωρητών που ανήκε στους διανοούμενους της ελληνικής κοινωνίας οι οποίοι εκείνη την εποχή

53. Στην Αγγλία οι πρώτες γυναίκες επιθεωρήτριες εργασίας εμφανίζονται το 1893. Πρόκειται για τις Mary Paterson και May Abraham, βλ. Barbara Harrison, Not only the dangerous trades. Women's work and health in Britain 1880-1940, Έξετερ 1996, σ. 184-186.

Σελ. 72
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/73.gif&w=600&h=915

ανέλαβαν δημόσια αξιώματα.54 Όμως, τα ποσοτικά στοιχεία που μας παρέχει το σώμα των επιθεωρητών εργασίας για την οικογενειακή κατάσταση, το μορφωτικό επίπεδο των εργατριών, την ηλικία και τους μισθούς μας δίνουν αξιόπιστες ενδείξεις για το κοινωνικό προφίλ της εργάτριας.

Ας αρχίσουμε λοιπόν την περιδιάβαση μας στο εσωτερικό των κλωστοϋφαντουργείων για να γνωρίσουμε από κοντά τις συνθήκες στις οποίες δουλεύουν οι εργάτριες.

Πολλά από τα εργοστάσια είναι εγκατεστημένα σε χώρους που έχουν κτισθεί για άλλο σκοπό.55 Ένα νηματουργείο στην Ερμούπολη με 120 εργάτριες στεγάζεται σε κτίριο το οποίο άλλοτε ήταν βουστάσιο.56 Βεβαίως, όσα από τα εργοστάσια είναι νέα έχουν κτισθεί με καλύτερες προδιαγραφές απ' ό,τι τα παλαιά. Για το 1921 η επόπτρια εργασίας Μαρία Δεσύπρη [Σβώλου] αναφέρει ότι από τα 10 κλωστοϋφαντουργεία τα 4 που είναι καινούργια πληρούν τις προϋποθέσεις του νόμου.57

Τα εργοστάσια δεν έχουν ειδικές αίθουσες για εστιατόριο-κυλικείο, νιπτήρες και ιματιοφυλάκια. Για το θέμα της σίτισης των εργατριών στο εργοστάσιο πρέπει να λάβουμε υπόψη μας τόσο το χρόνο μεσημβρινής διακοπής που ορίζεται από τη νομοθεσία, όσο και την απόσταση των εργατριών από την κατοικία τους. Με το βασιλικό διάταγμα της 25/28 Σεπτεμβρίου 1913 ορίζεται για τα κλωστήρια μία ώρα διακοπή για το μεσημβρινό γεύμα. Η χρονική στιγμή έναρξης και λήξης της διακοπής καταγράφεται σε πίνακα που βρίσκεται μέσα στους χώρους εργασίας.58 Μέχρι τότε δεν είχε ληφθεί καμία πρόνοια από το κράτος για τη μεσημβρινή διακοπή. Κάθε εργοστάσιο είχε το δικό του κανονισμό. Το 1894 στο εργοστάσιο Ρετσίνα το χειμώνα το προσωπικό είχε διάλειμμα 45 λεπτά, ενώ το καλοκαίρι μία ώρα και 15 λεπτά.59 Το 1898 στο νηματουργείο του Λυγινού οι εργάτριες διέκοπταν την εργασία τους για μία ώρα το καλοκαίρι και για 45 λεπτά το χειμώνα.60 Προφανώς όσες εργάτριες έμεναν κοντά στο χώρο της εργασίας τους πήγαιναν για μεσημεριανό φαγητό στο

54. Γι' αυτό τον κύκλο διανοουμένων που αντιτασσόταν στον φιλελευθερισμό του 19ου αιώνα και πίστευε στον προστατευτικό και παρεμβατικό χαρακτήρα του κράτους βλ. Αντώνης Λιάκος, Εργασία και πολιτική στην Ελλάδα του Μεσοπολέμου, Το Διεθνές Γραφείο Εργασίας και η ανάδυση των κοινωνικών θεσμών, Αθήνα 1993, σ. 214-217.

55. Υπουργείον Εθνικής Οικονομίας, «Γενικαί Εκθέσεις... 1913», ό.π., σ. 163-164.

56. Αθανάσιος Τσακαλώτος, Περί της δημοσίας υγείας εν Σύρω και ιδία της φυματιώσεως, Αθήνα 1914, σ. 26.

57. Υπουργείον Εθνικής Οικονομίας, Διεύθυνσις Εργασίας, Εκθέσεις... 1921, ό.π.,

σ. 59.

58. Για περισσότερες λεπτομέρειες βλ. Σπ. Μ. Αντύπας, Ελληνική Εργατική Νομοθεσία, Αθήνα 1938, σ. 457-458.

59. Γ. Β. [Γαβριηλίδης Βλάσης], «Ο εργατικός κόσμος... Οι φαμπρικούδες...», ό.π.

60. Ευγενία Ζωγράφου, «Πώς εργάζονται...», ό.π., σ. 35.

Σελ. 73
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/74.gif&w=600&h=915

σπίτι τους, οι υπόλοιπες γευμάτιζαν στις αίθουσες όπου δούλευαν ή στο προαύλιο του εργοστασίου ή ακόμη κατέφευγαν στα γειτονικά μικρομάγαζα. Από τα στοιχεία που διαθέτω, η πρακτική της δωρεάν σίτισης των εργατριών εφαρμοζόταν μόνο στο Εργαστήριο Απόρων Γυναικών που, όπως θα δούμε σε επόμενο κεφάλαιο, αποτελούσε ένα φιλανθρωπικό σχήμα. Το 1907 ο δήμαρχος Πειραιά σε συνεργασία με το φιλανθρωπικό σωματείο Σύνδεσμος προς Προστασίαν της Εργάτιδος παρείχε δωρεάν συσσίτιο στις άπορες εργάτριες του Πειραιά, χωρίς τη βοήθεια των εργοδοτών. Από τις 352 εργάτριες κλωστοϋφαντουργείων της Αθήνας το 1921, οι 272 τρώνε στο εργοστάσιο επειδή κατοικούν μακριά.61 Στην πύλη του εργοστασίου συγκεντρώνονται οι μικροπωλητές για να πουλήσουν στις εργάτριες ελιές, τυρί, πορτοκάλια, σταφύλια, ρέγγες και οτιδήποτε άλλο φαγώσιμο κακής ποιότητας.62 Το ψωμί, απαραίτητο στοιχείο της διατροφής, το φέρνουν οι εργάτριες συνήθως από το σπίτι τους.

Από άποψη καθαριότητας τα κλωστοϋφαντουργεία υστερούν. Έχουν ξύλινα δάπεδα που πολύ δύσκολα καθαρίζονται, δεν έχουν συστήματα εξαερισμού, με αποτέλεσμα να επικρατεί υγρασία, δυσοσμία και σκόνη από τις ίνες των πρώτων υλών. Ιδιαίτερα η έλλειψη απορροφητικών συστημάτων είναι πολύ επιβλαβής για την υγεία, γιατί όχι μόνο εμποδίζει την κανονική αναπνοή, αλλά και υποβοηθά την ανάπτυξη ασθενειών του αναπνευστικού συστήματος, των ματιών, του δέρματος και του πεπτικού συστήματος.63 Πολλά από τα εργοστάσια υποχρεώνονται να βάλουν συστήματα εξαερισμού και απορρόφησης, γιατί σύμφωνα με το άρθρο 17 του νόμου 4029 της 24 Ιανουαρίου/7 Φεβρουαρίου 1912 «περί εργασίας γυναικών και ανηλίκων» και το βασιλικό διάταγμα περί εκτελέσεως του νόμου, η εργασία στα κλωστήρια και υφαντήρια απαγορεύεται ως επικίνδυνη και ανθυγιεινή για τις γυναίκες κάτω των 18 ετών, εκτός αν κατά την κρίση του επιθεωρητή εργασίας υπάρχουν τέτοια συστήματα που αίρουν τους κινδύνους για την υγεία των εργαζομένων.

Στο σημείο αυτό επιβάλλονται ορισμένες παρατηρήσεις για την πρόσληψη της έννοιας της καθαριότητας και γενικότερα των εννοιών της υγιεινής από τα ενεχόμενα πρόσωπα και τις δυνατότητες εφαρμογής του σχετικού νόμου. Ας ξεκινήσουμε από τους εργοδότες, που ανήκουν στην αστική τάξη, και το εργατικό προσωπικό, για το οποίο ο προϊστάμενος του Σώματος Επιθεωρήσεως Εργασίας γράφει: «... δεν υπάρχει ακόμη παρ' ημίν το ένστικτον και η γνώσις της υγιεινής και καθαριότητος, και τούτο όχι μόνον παρά ταις εργατικαίς τάξεσι, αλλά και παρά ταις εργοδοτικαίς και αστικαίς καλουμέναις τοιαύταις».64

61. Υπουργείον Εθνικής Οικονομίας, «Γενικαί Εκθέσεις... 1913», ό.π., σ. 59.

62. Γ. Β. [Γαβριηλίδης Βλάσης], ό.π.· Ευγενία Ζωγράφου, ό.π., σ. 34.

63. Υπουργείον Εθνικής Οικονομίας, «Γενικαί Εκθέσεις... 1913», ό.π., σ. 164-165.

64. Υπουργείον Εθν. Οικονομίας, Διεύθυνσις Εργασίας, Εκθέσεις... 1921, ό.π., σ. 18.

Σελ. 74
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/75.gif&w=600&h=915

Και στην Ελλάδα από τον προηγούμενο αιώνα η ολοένα και περισσότερο εξαπλωνόμενη συνήθεια της καθαριότητας αποτελεί προνόμιο και βασικό χαρακτηριστικό της αστικής τάξης. Πώς όμως στην οπτική του επιθεωρητή δύο κόσμοι που βρίσκονται σε αντιπαράθεση μοιάζουν να συγκλίνουν σ' έναν συγκεκριμένο χώρο, στο εργοστάσιο; Η απάντηση απαιτεί να ανιχνεύσουμε δύο στοιχεία: το ρόλο του επιθεωρητή και το χώρο του εργοστασίου. Καταρχάς ο επιθεωρητής είναι ο εκπρόσωπος του κράτους, το οποίο με το νόμο περί υγιεινής και καθαριότητας εκφράζει μια πολιτική υπέρ της δημόσιας υγείας στους χώρους εργασίας. Είναι αμερόληπτος, αταξικός στην εκφορά του λόγου του και φαίνεται ότι επιθυμεί να κρατήσει ίσες αποστάσεις τόσο από τους εργαζόμενους όσο και από τους εργοδότες. Όσον αφορά τον τρόπο με τον οποίο συνδέεται η έννοια της καθαριότητας με το εργοστάσιο στις αντιλήψεις του ιδιοκτήτη του, μπορούμε να συμπεράνουμε ότι η τήρηση των κανόνων υγιεινής δεν έχει ξεπεράσει ακόμη τα όρια του ιδιωτικού του χώρου, δηλαδή της κατοικίας του, ώστε ο ίδιος ο ιδιοκτήτης να ενεργοποιηθεί για την λήψη μέτρων. Από την άλλη μεριά, οι εργαζόμενες δεν έχουν καμία απαίτηση, ούτε μπορούν να διακρίνουν καμία διαφορά, πρώτον, γιατί δεν έχουν εκπαιδευθεί στις συνήθειες της καθαριότητας, —μπορεί και να μην γνωρίζουν τη χρήση των νιπτήρων ή την ύπαρξη των μικροβίων— και δεύτερον, γιατί προφανώς στα κλωστοϋφαντουργεία επικρατούν καλύτερες συνθήκες υγιεινής απ' ό,τι στα άλλα εργαστήρια, ακόμη και στην κατοικία τους.

Για να τηρηθούν όμως οι όροι υγιεινής και καθαριότητας θα πρέπει να υπάρχουν και τα στοιχειώδη μέσα, κυρίως νερό τρεχούμενο σε αφθονία. Στον Πειραιά, την κυριότερη βιομηχανική πόλη, παρατηρείται έλλειψη νερού, αφού το ελάχιστο νερό μεταφέρεται από μακριά. Στις άλλες πόλεις υπάρχει νερό αλλά δεν υπάρχουν υδραγωγεία, με αποτέλεσμα τα εργοστάσια να υδρεύονται από πηγάδια. Επιπλέον, σε πολλές συνοικίες που είναι εγκατεστημένα εργοστάσια δεν υπάρχουν υπόνομοι.85 Άρα, ακόμη και να διαθέτουν τα εργοστάσια τις εγκαταστάσεις, με την έλλειψη νερού η μέριμνα για την καθαριότητα γίνεται ανώφελη.

Ο νόμος «περί υγιεινής και ασφαλείας των εργατών και περί ωρών εργασίας» ανήκει σε μια σειρά νομοσχεδίων που άμεσα ή έμμεσα στόχευαν στην προστασία των εργαζομένων.66 Όπως είδαμε, δεν υπήρχε καμία υποδομή για την προσαρμογή της ελληνικής κοινωνίας στο πλαίσιο που όριζε ο νόμος. Ο Αντώνης Λιάκος αποδίδει αυτή την ασυμβατότητα του νόμου με τις ανάγκες και τις ρυθμίσεις που ήταν διατεθειμένη η ελληνική κοινωνία να δεχτεί, στο

65. Υπουργείον Εθνικής Οικονομίας, Διεύθυνσις Εργασίας, Εκθέσεις... 1921, ό.π.,

σ. 18.

66. Για την έννοια της υγιεινής στους χώρους των εργατριών και. τους κινδύνους που εγκυμονεί η έλλειψή της βλ. Barbara Harrison, Not only the dangerous trades..., ό.π.

Σελ. 75
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/76.gif&w=600&h=915

γεγονός ότι στην Ελλάδα η εργατική νομοθεσία καθιερώθηκε συγκριτικά πολύ αργότερα απ' ό,τι στις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες, επωφελούμενη από τα πρότυπα αυτών των χωρών χωρίς ενδιάμεσες δοκιμές. Πράγματι, το χάσμα ανάμεσα στο νόμο και την κοινωνία γεφυρώθηκε με τη μη εφαρμογή του νόμου.67

Το ωράριο εργασίας

Πριν τη θέσπιση του νόμου 4029 της 24-1/7-2-1912 «περί εργασίας γυναικών και ανηλίκων» δεν υπήρχε καμία νομοθετική πρόνοια για την ημερήσια διάρκεια της εργασίας των γυναικών στα κλωστοϋφαντουργεία. Όλες ανεξαιρέτως οι γυναίκες ανεξαρτήτως ηλικίας εργάζονταν όσο και οι άνδρες, από την ανατολή μέχρι τη δύση του ηλίου.

Από τα στοιχεία που διαθέτουμε, θα δώσουμε μερικά παραδείγματα για τα ωράρια εργασίας των κλωστοϋφαντουργείων. Στο εργοστάσιο του Ρετσίνα το 1887 οι γυναίκες εργάζονταν το χειμώνα από τις 6 το πρωί μέχρι τις 6.30 το απόγευμα με μισή ώρα διακοπή για το γεύμα, ενώ το καλοκαίρι από τις 5 το πρωί μέχρι τις 6.30 το απόγευμα με ενδιάμεση διακοπή μιάμισης ώρας.68 Το 1894 το ωράριο στο εργοστάσιο Ρετσίνα μεταβλήθηκε προς το καλύτερο για το προσωπικό. Οι γυναίκες εργάζονταν το χειμώνα από τις 8 το πρωί μέχρι τις 5 το απόγευμα με τρία τέταρτα διακοπή για το γεύμα, ενώ το καλοκαίρι εργάζονταν από τις 6 το πρωί μέχρι τις 7 το απόγευμα με διακοπή 1 ώρας και 15 λεπτών.69 Η μείωση των ωρών της καθημερινής εργασίας αποτελεί ένα κοινωνικό ζήτημα το οποίο απασχολεί τους γυναικείους συλλόγους, τους δημοσιογράφους και τους πρώτους πυρήνες του εργατικού κινήματος.70 Όταν ο εργοστασιάρχης Λυγινός, το Μάιο του 1894, μειώνει το ωράριο εργασίας του προσωπικού στο νηματουργείο του κατά ένα τέταρτο της ώρας (δηλαδή το προσωπικό εργαζόταν 11 ώρες και 45 λεπτά), το γεγονός μπαίνει στην εφημερίδα, η οποία με τη σειρά της προτρέπει και τους άλλους βιομήχανους, που δεν έχουν προχωρήσει στη βελτίωση του ωραρίου του εργατικού προσωπικού, να πράξουν το ίδιο.71 Το κλωστοϋφαντουργείο Λαδόπουλου στη Σύρο

67. Αντώνης Λιάκος, Εργασία και πολιτική..., ό.π., σ. 285.

68. Καλλιρρόη Παρρέν, «Γυναίκες εν τη ελληνική βιομηχανία. Τετρακόσιαι...», ό.π. και Μιχάλης Ρηγίνος, Μορφές παιδικής εργασίας..., ό.π., σ. 86-87.

69. Γ. Β. [Γαβριηλίδης Βλάσης], «Ο εργατικός κόσμος εν Ελλάδι. Ημερομίσθια 2 δραχμών. Σκέψεις - Τύποι - Εικόνες - Επεισόδια», Ακρόπολις, αρ. 4400, 9-5-1894.

70. Η Καλλιρρόη Παρρέν και η ομάδα του περιοδικού Εφημερίς των Κυριών διαμαρτύρονται για το ωράριο εργασίας των γυναικών στα κλωστοϋφαντουργεία. Η Ευγενία Ζωγράφου υποβάλλει υπόμνημα στη Βουλή, το οποίο συζητήθηκε στις 16-3-1898.

71. Ανώνυμος, «Αι ώραι εργασίας. Πρωτοβουλία αξιέπαινος», Νέα Εφημερίς, αρ. 133, 14-5-1894 και Ανώνυμος, «Το εργατικόν ζήτημα», Νέα Εφημερίς, αρ. 134, 15-5-1894.

Σελ. 76
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/77.gif&w=600&h=915

το 1895 έχει ωράριο εργασίας από τις 6 π.μ. έως τις 8 μ·μ.72 Το 1906 στην Πάτρα, στο εργοστάσιο υφαντουργίας και νηματουργίας Αργ. Αποσκίτου οι ώρες εργασίας είναι 11 έως 12.73 Στο υπόμνημα του Εργατικού Κέντρου Αθηνών αναφέρεται ότι ο εργάσιμος χρόνος των απασχολουμένων στην κλωστοϋφαντουργία είναι από 10 έως 12 ώρες, αναλόγως της εργασίας και των εποχών, με ανάπαυση μιας ώρας ενδιάμεσα.74 Η παράθεση αυτών των παραδειγμάτων μας δείχνει ότι από τον 19ο αιώνα μέχρι τη θέσπιση του νόμου η διάρκεια εργασίας στα κλωστοϋφαντήρια ήταν 11-12 ώρες.

Η εφαρμογή του νόμου συνάντησε αρκετές δυσκολίες τόσο από την πλευρά των εργοδοτών, όσο και από την πλευρά των εργατριών. Η υποχρεωτική δεκάωρη εργασία για τις γυναίκες στα εργοστάσια του Πειραιά το 1912 παραβιάζεται λόγω μεγάλης συσσώρευσης εργασίας. Η παραβίαση του δεκάωρου υπενθυμίζουμε ότι γίνεται με τη συναίνεση των ίδιων των εργατριών, οι οποίες αμείβονται επιπλέον για την υπερεργασία τους. Η αμοιβή τους για δυόμισι ώρες εργασίας ισοδυναμεί με το 1/3 του ημερομισθίου τους.75 Αντίθετα, το 1913 στη Λάρισα και στο Βόλο εφαρμόζεται ο νόμος.76 Αυτό, σύμφωνα με την άποψη του επιθεωρητή εργασίας, αποδίδεται στο γεγονός ότι οι εργάτριες αμείβονται κατ' αποκοπή και οι εργοδότες δεν έχουν κανένα συμφέρον να παραβαίνουν το νόμο.

Ας στραφούμε πάλι στον εσωτερικό χώρο των κλωστοϋφαντουργείων για να εξετάσουμε το θέμα της αναλογίας του χώρου για τους εργαζομένους. Πράγματι, η ανεπάρκεια του χώρου είναι ένα γεγονός που επισημαίνεται από τα πρώτα χρόνια της λειτουργίας των εργοστασίων στην Ελλάδα. Η Καλλιρρόη Παρρέν μας δίνει μια ανάγλυφη εικόνα της κατάστασης στο υφαντουργείο του Ρετσίνα κατά το 1887: «Αι μάλλον δε καθ' ημάς ταλαιπωρούμεναι είναι βεβαίως αι εν τοις υφαντηρίοις εργαζόμεναι, ων η συνώθησις είναι όντως ασφυκτική. Εκατόν είκοσιν ιστοί (εργαλειοί) εισί τοποθετημένοι εις απόστασιν απ' αλλήλων μόλις ημίσεως μέτρου, εις τρόπον ώστε η δυστυχής εργάτις μόλις δύναται να κινηθή εν τω περιορισμένω τούτω υπό την κυριότητά της χώρω».77

72. Βασιλική Θεοδώρου - Χρήστος Λούκος, Το αρχείο της βιομηχανίας «Κλωστήριον και Υφαντήριον Ε. Λαδοπούλου Υιών εν Σύρω», Αθήνα 1996, σ. 27.

73. Γ. Κορδάτος, Ιστορία του ελληνικού εργατικού κινήματος, Αθήνα '1972, σ. 207.

74. Εργατικόν Κέντρον Αθηνών, Οι εργάται της Ελλάδος..., ό.π., σ. 21.

75. Υπουργείον Εθνικής Οικονομίας, Διεύθυνσις Εργασίας, Εκθέσεις... 1921, ό.π.,

σ. 67.

76. Υπουργείον Εθνικής Οικονομίας, «Γενικαί Εκθέσεις... 1913», ό.π., σ. 171.

77. Καλλιρρόη Παρρέν, «Γυναίκες εν τη ελληνική βιομηχανία. Τετρακόσιαι...», ό.π." Γ. Β. [Γαβριηλίδης Βλάσης], «Ο εργατικός κόσμος εν Ελλάδι. Ημερομίσθια...», ό.π.· Panayota Tsopela-Saliba, Le profil..., ό.π., σ. 26· Μιχάλης Ρηγίνος, Μορφές παιδικής εργασίας..., ό.π., σ. 87.

Σελ. 77
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/78.gif&w=600&h=915

Αλλά και πολύ αργότερα, το 1913, η Επιθεώρηση Εργασίας εντοπίζει το πρόβλημα της ανεπάρκειας του χώρου, το οποίο αποβαίνει εις βάρος της υγείας των εργαζομένων.78

Συχνά ο ρυθμός της ζωής των εργατριών στο κλωστοϋφαντουργείο διακοπτόταν απότομα από εργατικό ατύχημα. Γεγονός που μπορεί μεν να αναστάτωνε το μικρόκοσμο τους, πιο πέρα όμως πολύ σπάνια γινόταν γνωστό. Ακόμη και ο τύπος της εποχής, που θα μπορούσε ίσως να ευαισθητοποιήσει την κοινή γνώμη, σπανίως δημοσίευε είδηση για εργατικό ατύχημα. Και όταν ακόμη έφτανε σ' αυτό το σημείο, οι πληροφορίες που έδινε ήταν ελλιπέστατες, ο δημοσιογράφος χωρίς σχόλια κατέγραφε την ημερομηνία του ατυχήματος, το όνομα της εργάτριας και το είδος του τραύματος.

Στα κλωστήρια παρατηρούνται τα περισσότερα ατυχήματα εξαιτίας των οδοντωτών τροχών των μηχανημάτων. Προσπαθώντας οι εργάτριες να καθαρίσουν τους τροχούς που γύριζαν με ταχύτητα, χωρίς προηγουμένως να σταματήσουν το μηχάνημα, ή να αφαιρέσουν κάποια κλωστή από το μηχάνημα, μπορούσε να σκαλώσει το μανίκι τους ή, ακόμα χειρότερα, και η κοτσίδα τους σε αυτούς. Έτσι παρατηρούνται ακρωτηριασμοί χεριών, συνθλίψεις δακτύλων, αποκοπή φάλαγγας δακτύλων. Θα πρέπει να τονισθεί ότι οι εργάτριες παθαίνουν πολύ λιγότερα θανατηφόρα ατυχήματα από τους εργάτες. Τούτο οφείλεται στο γεγονός ότι οι ειδικότητες των εργατών σχετίζονται με τη λειτουργία και τη συντήρηση του μηχανολογικού εξοπλισμού. Οι μηχανικοί, οι λιπαντές, οι θερμαστές και οι βοηθοί τους είχαν πολύ μεγαλύτερες πιθανότητες να πάθουν ακόμη και θανατηφόρο ατύχημα απ' ό,τι οι ανειδίκευτες εργάτριες.

Μέχρι να θεσπισθεί ο νόμος «περί υγιεινής και ασφαλείας των εργατών και περί ωρών εργασίας» που επέβαλε προφυλακτικά καλύμματα στους οδοντωτούς τροχούς, οι εργοστασιάρχες για λόγους οικονομίας σπανίως τα προμηθεύονταν. Με προφυλακτικά καλύμματα εφοδιάστηκαν αμέσως μετά την ψήφιση του νόμου σχεδόν όλα τα εργοστάσια για δύο κυρίως λόγους: Πρώτον, διότι αφού υπήρχε ο νόμος που προέβλεπε καλύμματα για τις μηχανές, δεν μπορούσαν πλέον να ισχυριστούν οι εργοδότες ότι τα ατυχήματα οφείλονταν στην επιπολαιότητα ή την απροσεξία των εργατριών. Δεύτερον, διότι οι εργάτριες μπορούσαν να κινούνται με μεγαλύτερη ευχέρεια κατά τη διάρκεια της εργασίας τους, με αποτέλεσμα να έχουν μεγαλύτερη παραγωγικότητα.

Όσο για τα αίτια των εργατικών ατυχημάτων, ένα μεγάλο μέρος από αυτά πρέπει να οφείλεται στην ελλιπή ενημέρωση των εργατριών από τους υπεύθυνους επιστάτες-αρχιεργάτες για τον χειρισμό και τους κινδύνους που εγκυμονεί η χρήση των μηχανημάτων. Αλλά και οι ίδιοι αρχιεργάτες είναι πολύ αμφίβολο αν είχαν την απαιτούμενη τεχνογνωσία και εμπειρία ώστε να καθοδηγούν

78. Υπουργείον Εθνικής Οικονομίας, «Γενικαί Εκθέσεις... 1913», ό.π., σ. 164.

Σελ. 78
Φόρμα αναζήτησης
Αναζήτηση λέξεων και φράσεων εντός του βιβλίου: Γυναίκες εργάτριες στην ελληνική βιομηχανία και στη βιοτεχνία (1870-1922)
Αποτελέσματα αναζήτησης
    Ψηφιοποιημένα βιβλία
    Σελίδα: 59
    

    και έπρεπε εκείνη την ώρα να βρουν κάποιο μαγαζί ανοικτό για να ψωνίσουν.

    Ο καθορισμός του δεκάωρου εργασίας των γυναικών είχε και οικονομικές επιπτώσεις. Η υπέρβαση του ωραρίου σήμαινε επιπλέον χρήματα για τις εργάτριες. Έτσι, εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων, η παραβίαση του εργάσιμου χρόνου γινόταν με τη συγκατάθεση των ίδιων των εργατριών.21 Αδιαφορώντας για την παραπάνω κούραση και εξάντληση, για την κακή κατάσταση της υγείας της, η εργάτρια έπρεπε να εξασφαλίσει όσο το δυνατόν περισσότερα χρήματα για την επιβίωση τη δική της και της οικογένειάς της.

    2. ΤΟ ΒΙΒΛΙΑΡΙΟ ΕΡΓΑΣΙΑΣ

    Εκτός από τον καθορισμό των ωρών εργασίας και των κατωτάτων ορίων ηλικίας για τις εργαζόμενες γυναίκες στη βιομηχανία-βιοτεχνία, ο νόμος 4029 της 24 Ιανουαρίου/7 Φεβρουαρίου 1912 «περί εργασίας γυναικών και ανηλίκων» θεσπίζει το βιβλιάριο εργασίας. Συγκεκριμένα, δεν επιτρέπεται σε κανέναν. εργοδότη η χρησιμοποίηση προσώπου κάτω των 16 ετών, αδιακρίτως φύλου, εφόσον το πρόσωπο αυτό δεν είναι εφοδιασμένο με βιβλιάριο εργασίας. Τα βιβλιάρια εργασίας εκδίδονται δωρεάν από το δήμαρχο ή το δήμο όπου είναι εγκατεστημένη η επιχείρηση, ή από το δήμο καταγωγής του εργαζόμενου. Τα βιβλιάρια χορηγούνται στους δημάρχους από το Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας. Την έκδοση του βιβλιαρίου ζητά προφορικά το ίδιο το πρόσωπο, ο πατέρας του ή ο αντιπρόσωπος του. Ο δήμαρχος υποχρεώνεται να εκδόσει το βιβλιάριο μέσα σε διάστημα το πολύ τριών ημερών από την αίτηση. Ο δήμαρχος σημειώνει στο βιβλιάριο το ονοματεπώνυμο του προσώπου, τον τόπο και τη χρονολογία γέννησής του. Επίσης, σε ειδική στήλη του βιβλιαρίου πιστοποιείται από το δημοτικό γιατρό, ύστερα από εξέταση, ότι το πρόσωπο είναι υγιές, εμβολιασμένο και ικανό να εργασθεί.

    Η καθιέρωση του βιβλιαρίου εργασίας είχε σκοπό να θέσει υπό τον έλεγχο και την προστασία του κράτους την παιδική εργασία. Με τη διαδικασία αυτή πιστοποιούνταν η ηλικία του προσώπου που ήθελε να εργασθεί. Επιβάλλοντας ο νόμος ως κατώτατο όριο ηλικίας αρχικά το 12ο και αργότερα το 14ο έτος τυπικά απέβλεπε στο να έχουν τελειώσει τη δημοτική εκπαίδευση τα παιδιά πριν εργασθούν. Όμως, αυτό στην ουσία δεν μπορούσε να εφαρμοσθεί, γιατί δεν απαιτούνταν πιστοποιητικό περάτωσης της υποχρεωτικής εκπαίδευσης για την έκδοση του βιβλιαρίου εργασίας.

    Η εξακρίβωση της πραγματικής ηλικίας των γυναικών ήταν δύσκολη. Στην

    21. Υπουργείον Εθνικής Οικονομίας, Διεύθυνσις Εργασίας, Εκθέσεις... 1921, ό.π.,

    σ. 79.