Συγγραφέας:Σαλίμπα, Ζιζή
 
Τίτλος:Γυναίκες εργάτριες στην ελληνική βιομηχανία και στη βιοτεχνία (1870-1922)
 
Τίτλος σειράς:Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας
 
Αριθμός σειράς:37
 
Τόπος έκδοσης:Αθήνα
 
Εκδότης:Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς
 
Έτος έκδοσης:2002, 2004
 
Σελίδες:366
 
Αριθμός τόμων:1 τόμος
 
Γλώσσα:Ελληνικά
 
Θέμα:Μαθητεία και εργασία
 
Τοπική κάλυψη:Ελλάδα
 
Χρονική κάλυψη:1870-1922
 
Περίληψη:Η εργασία αυτή έχει ως αντικείμενο την ιχνογράφηση της φυσιογνωμίας της ελληνίδας εργάτριας από την εμφάνισή της στον κόσμο της μισθωτής εργασίας ως τη Μικρασιατική Καταστροφή και την άφιξη των προσφύγων στην Ελλάδα το 1922, χρονολογία κατά την οποία αλλάζει το κοινωνικό σκηνικό στις ελληνικές πόλεις. Όταν το 1870 αρχίζουν τα πρώτα φουγάρα των εργοστασίων να ξεφυτρώνουν ένα-ένα σαν τα μανιτάρια στον Πειραιά, και η Αθήνα να αποκτά σιγά-σιγά τα χαρακτηριστικά ευρωπαϊκής μεγαλούπολης, τότε εμφανίζονται επί της οθόνης του ιστορικού γίγνεσθαι οι πρώτες εργάτριες. Ποιες ήταν αυτές οι νεοφερμένες γυναίκες; Από πού προέρχονταν; Πώς εντάσσονταν στον κόσμο του καθημερινού μόχθου; Πώς αξιοποιούσαν τον καθημερινό χρόνο τους; Ποιες ήταν οι συλλογικές αναπαραστάσεις των άλλων γι’ αυτές;
 
Άδεια χρήσης:Αυτό το ψηφιοποιημένο βιβλίο του ΙΑΕΝ σε όλες του τις μορφές (PDF, GIF, HTML) χορηγείται με άδεια Creative Commons Attribution - NonCommercial (Αναφορά προέλευσης - Μη εμπορική χρήση) Greece 3.0
 
Το Βιβλίο σε PDF:Κατέβασμα αρχείου 12.88 Mb
 
Εμφανείς σελίδες: 76-95 από: 370
-20
Τρέχουσα Σελίδα:
+20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/76.gif&w=600&h=915

γεγονός ότι στην Ελλάδα η εργατική νομοθεσία καθιερώθηκε συγκριτικά πολύ αργότερα απ' ό,τι στις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες, επωφελούμενη από τα πρότυπα αυτών των χωρών χωρίς ενδιάμεσες δοκιμές. Πράγματι, το χάσμα ανάμεσα στο νόμο και την κοινωνία γεφυρώθηκε με τη μη εφαρμογή του νόμου.67

Το ωράριο εργασίας

Πριν τη θέσπιση του νόμου 4029 της 24-1/7-2-1912 «περί εργασίας γυναικών και ανηλίκων» δεν υπήρχε καμία νομοθετική πρόνοια για την ημερήσια διάρκεια της εργασίας των γυναικών στα κλωστοϋφαντουργεία. Όλες ανεξαιρέτως οι γυναίκες ανεξαρτήτως ηλικίας εργάζονταν όσο και οι άνδρες, από την ανατολή μέχρι τη δύση του ηλίου.

Από τα στοιχεία που διαθέτουμε, θα δώσουμε μερικά παραδείγματα για τα ωράρια εργασίας των κλωστοϋφαντουργείων. Στο εργοστάσιο του Ρετσίνα το 1887 οι γυναίκες εργάζονταν το χειμώνα από τις 6 το πρωί μέχρι τις 6.30 το απόγευμα με μισή ώρα διακοπή για το γεύμα, ενώ το καλοκαίρι από τις 5 το πρωί μέχρι τις 6.30 το απόγευμα με ενδιάμεση διακοπή μιάμισης ώρας.68 Το 1894 το ωράριο στο εργοστάσιο Ρετσίνα μεταβλήθηκε προς το καλύτερο για το προσωπικό. Οι γυναίκες εργάζονταν το χειμώνα από τις 8 το πρωί μέχρι τις 5 το απόγευμα με τρία τέταρτα διακοπή για το γεύμα, ενώ το καλοκαίρι εργάζονταν από τις 6 το πρωί μέχρι τις 7 το απόγευμα με διακοπή 1 ώρας και 15 λεπτών.69 Η μείωση των ωρών της καθημερινής εργασίας αποτελεί ένα κοινωνικό ζήτημα το οποίο απασχολεί τους γυναικείους συλλόγους, τους δημοσιογράφους και τους πρώτους πυρήνες του εργατικού κινήματος.70 Όταν ο εργοστασιάρχης Λυγινός, το Μάιο του 1894, μειώνει το ωράριο εργασίας του προσωπικού στο νηματουργείο του κατά ένα τέταρτο της ώρας (δηλαδή το προσωπικό εργαζόταν 11 ώρες και 45 λεπτά), το γεγονός μπαίνει στην εφημερίδα, η οποία με τη σειρά της προτρέπει και τους άλλους βιομήχανους, που δεν έχουν προχωρήσει στη βελτίωση του ωραρίου του εργατικού προσωπικού, να πράξουν το ίδιο.71 Το κλωστοϋφαντουργείο Λαδόπουλου στη Σύρο

67. Αντώνης Λιάκος, Εργασία και πολιτική..., ό.π., σ. 285.

68. Καλλιρρόη Παρρέν, «Γυναίκες εν τη ελληνική βιομηχανία. Τετρακόσιαι...», ό.π. και Μιχάλης Ρηγίνος, Μορφές παιδικής εργασίας..., ό.π., σ. 86-87.

69. Γ. Β. [Γαβριηλίδης Βλάσης], «Ο εργατικός κόσμος εν Ελλάδι. Ημερομίσθια 2 δραχμών. Σκέψεις - Τύποι - Εικόνες - Επεισόδια», Ακρόπολις, αρ. 4400, 9-5-1894.

70. Η Καλλιρρόη Παρρέν και η ομάδα του περιοδικού Εφημερίς των Κυριών διαμαρτύρονται για το ωράριο εργασίας των γυναικών στα κλωστοϋφαντουργεία. Η Ευγενία Ζωγράφου υποβάλλει υπόμνημα στη Βουλή, το οποίο συζητήθηκε στις 16-3-1898.

71. Ανώνυμος, «Αι ώραι εργασίας. Πρωτοβουλία αξιέπαινος», Νέα Εφημερίς, αρ. 133, 14-5-1894 και Ανώνυμος, «Το εργατικόν ζήτημα», Νέα Εφημερίς, αρ. 134, 15-5-1894.

Σελ. 76
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/77.gif&w=600&h=915

το 1895 έχει ωράριο εργασίας από τις 6 π.μ. έως τις 8 μ·μ.72 Το 1906 στην Πάτρα, στο εργοστάσιο υφαντουργίας και νηματουργίας Αργ. Αποσκίτου οι ώρες εργασίας είναι 11 έως 12.73 Στο υπόμνημα του Εργατικού Κέντρου Αθηνών αναφέρεται ότι ο εργάσιμος χρόνος των απασχολουμένων στην κλωστοϋφαντουργία είναι από 10 έως 12 ώρες, αναλόγως της εργασίας και των εποχών, με ανάπαυση μιας ώρας ενδιάμεσα.74 Η παράθεση αυτών των παραδειγμάτων μας δείχνει ότι από τον 19ο αιώνα μέχρι τη θέσπιση του νόμου η διάρκεια εργασίας στα κλωστοϋφαντήρια ήταν 11-12 ώρες.

Η εφαρμογή του νόμου συνάντησε αρκετές δυσκολίες τόσο από την πλευρά των εργοδοτών, όσο και από την πλευρά των εργατριών. Η υποχρεωτική δεκάωρη εργασία για τις γυναίκες στα εργοστάσια του Πειραιά το 1912 παραβιάζεται λόγω μεγάλης συσσώρευσης εργασίας. Η παραβίαση του δεκάωρου υπενθυμίζουμε ότι γίνεται με τη συναίνεση των ίδιων των εργατριών, οι οποίες αμείβονται επιπλέον για την υπερεργασία τους. Η αμοιβή τους για δυόμισι ώρες εργασίας ισοδυναμεί με το 1/3 του ημερομισθίου τους.75 Αντίθετα, το 1913 στη Λάρισα και στο Βόλο εφαρμόζεται ο νόμος.76 Αυτό, σύμφωνα με την άποψη του επιθεωρητή εργασίας, αποδίδεται στο γεγονός ότι οι εργάτριες αμείβονται κατ' αποκοπή και οι εργοδότες δεν έχουν κανένα συμφέρον να παραβαίνουν το νόμο.

Ας στραφούμε πάλι στον εσωτερικό χώρο των κλωστοϋφαντουργείων για να εξετάσουμε το θέμα της αναλογίας του χώρου για τους εργαζομένους. Πράγματι, η ανεπάρκεια του χώρου είναι ένα γεγονός που επισημαίνεται από τα πρώτα χρόνια της λειτουργίας των εργοστασίων στην Ελλάδα. Η Καλλιρρόη Παρρέν μας δίνει μια ανάγλυφη εικόνα της κατάστασης στο υφαντουργείο του Ρετσίνα κατά το 1887: «Αι μάλλον δε καθ' ημάς ταλαιπωρούμεναι είναι βεβαίως αι εν τοις υφαντηρίοις εργαζόμεναι, ων η συνώθησις είναι όντως ασφυκτική. Εκατόν είκοσιν ιστοί (εργαλειοί) εισί τοποθετημένοι εις απόστασιν απ' αλλήλων μόλις ημίσεως μέτρου, εις τρόπον ώστε η δυστυχής εργάτις μόλις δύναται να κινηθή εν τω περιορισμένω τούτω υπό την κυριότητά της χώρω».77

72. Βασιλική Θεοδώρου - Χρήστος Λούκος, Το αρχείο της βιομηχανίας «Κλωστήριον και Υφαντήριον Ε. Λαδοπούλου Υιών εν Σύρω», Αθήνα 1996, σ. 27.

73. Γ. Κορδάτος, Ιστορία του ελληνικού εργατικού κινήματος, Αθήνα '1972, σ. 207.

74. Εργατικόν Κέντρον Αθηνών, Οι εργάται της Ελλάδος..., ό.π., σ. 21.

75. Υπουργείον Εθνικής Οικονομίας, Διεύθυνσις Εργασίας, Εκθέσεις... 1921, ό.π.,

σ. 67.

76. Υπουργείον Εθνικής Οικονομίας, «Γενικαί Εκθέσεις... 1913», ό.π., σ. 171.

77. Καλλιρρόη Παρρέν, «Γυναίκες εν τη ελληνική βιομηχανία. Τετρακόσιαι...», ό.π." Γ. Β. [Γαβριηλίδης Βλάσης], «Ο εργατικός κόσμος εν Ελλάδι. Ημερομίσθια...», ό.π.· Panayota Tsopela-Saliba, Le profil..., ό.π., σ. 26· Μιχάλης Ρηγίνος, Μορφές παιδικής εργασίας..., ό.π., σ. 87.

Σελ. 77
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/78.gif&w=600&h=915

Αλλά και πολύ αργότερα, το 1913, η Επιθεώρηση Εργασίας εντοπίζει το πρόβλημα της ανεπάρκειας του χώρου, το οποίο αποβαίνει εις βάρος της υγείας των εργαζομένων.78

Συχνά ο ρυθμός της ζωής των εργατριών στο κλωστοϋφαντουργείο διακοπτόταν απότομα από εργατικό ατύχημα. Γεγονός που μπορεί μεν να αναστάτωνε το μικρόκοσμο τους, πιο πέρα όμως πολύ σπάνια γινόταν γνωστό. Ακόμη και ο τύπος της εποχής, που θα μπορούσε ίσως να ευαισθητοποιήσει την κοινή γνώμη, σπανίως δημοσίευε είδηση για εργατικό ατύχημα. Και όταν ακόμη έφτανε σ' αυτό το σημείο, οι πληροφορίες που έδινε ήταν ελλιπέστατες, ο δημοσιογράφος χωρίς σχόλια κατέγραφε την ημερομηνία του ατυχήματος, το όνομα της εργάτριας και το είδος του τραύματος.

Στα κλωστήρια παρατηρούνται τα περισσότερα ατυχήματα εξαιτίας των οδοντωτών τροχών των μηχανημάτων. Προσπαθώντας οι εργάτριες να καθαρίσουν τους τροχούς που γύριζαν με ταχύτητα, χωρίς προηγουμένως να σταματήσουν το μηχάνημα, ή να αφαιρέσουν κάποια κλωστή από το μηχάνημα, μπορούσε να σκαλώσει το μανίκι τους ή, ακόμα χειρότερα, και η κοτσίδα τους σε αυτούς. Έτσι παρατηρούνται ακρωτηριασμοί χεριών, συνθλίψεις δακτύλων, αποκοπή φάλαγγας δακτύλων. Θα πρέπει να τονισθεί ότι οι εργάτριες παθαίνουν πολύ λιγότερα θανατηφόρα ατυχήματα από τους εργάτες. Τούτο οφείλεται στο γεγονός ότι οι ειδικότητες των εργατών σχετίζονται με τη λειτουργία και τη συντήρηση του μηχανολογικού εξοπλισμού. Οι μηχανικοί, οι λιπαντές, οι θερμαστές και οι βοηθοί τους είχαν πολύ μεγαλύτερες πιθανότητες να πάθουν ακόμη και θανατηφόρο ατύχημα απ' ό,τι οι ανειδίκευτες εργάτριες.

Μέχρι να θεσπισθεί ο νόμος «περί υγιεινής και ασφαλείας των εργατών και περί ωρών εργασίας» που επέβαλε προφυλακτικά καλύμματα στους οδοντωτούς τροχούς, οι εργοστασιάρχες για λόγους οικονομίας σπανίως τα προμηθεύονταν. Με προφυλακτικά καλύμματα εφοδιάστηκαν αμέσως μετά την ψήφιση του νόμου σχεδόν όλα τα εργοστάσια για δύο κυρίως λόγους: Πρώτον, διότι αφού υπήρχε ο νόμος που προέβλεπε καλύμματα για τις μηχανές, δεν μπορούσαν πλέον να ισχυριστούν οι εργοδότες ότι τα ατυχήματα οφείλονταν στην επιπολαιότητα ή την απροσεξία των εργατριών. Δεύτερον, διότι οι εργάτριες μπορούσαν να κινούνται με μεγαλύτερη ευχέρεια κατά τη διάρκεια της εργασίας τους, με αποτέλεσμα να έχουν μεγαλύτερη παραγωγικότητα.

Όσο για τα αίτια των εργατικών ατυχημάτων, ένα μεγάλο μέρος από αυτά πρέπει να οφείλεται στην ελλιπή ενημέρωση των εργατριών από τους υπεύθυνους επιστάτες-αρχιεργάτες για τον χειρισμό και τους κινδύνους που εγκυμονεί η χρήση των μηχανημάτων. Αλλά και οι ίδιοι αρχιεργάτες είναι πολύ αμφίβολο αν είχαν την απαιτούμενη τεχνογνωσία και εμπειρία ώστε να καθοδηγούν

78. Υπουργείον Εθνικής Οικονομίας, «Γενικαί Εκθέσεις... 1913», ό.π., σ. 164.

Σελ. 78
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/79.gif&w=600&h=915

γούν τις εργάτριες και να τις προφυλάσσουν από τους κινδύνους του μηχανολογικού εξοπλισμού. Επίσης, θα πρέπει να λάβουμε υπόψη μας ότι το κοπιαστικό ωράριο των κλωστοϋφαντουργείων μείωνε τα αντανακλαστικά των εργατριών, έτσι ώστε αυτές να μην είναι σε θέση να ελέγχουν τις κινήσεις τους.

Από το 1913 το σώμα των επιθεωρητών εργασίας κάνει συστάσεις στις εργάτριες να φορούν στολή με μανίκια μέχρι τον αγκώνα και εφαρμοστά γάντια, ώστε να μην υπάρχουν προεξοχές. Επίσης, προτείνει στους εργοστασιάρχες να χορηγούν σε φθηνή τιμή ύφασμα για τις στολές των εργατριών, ώστε αυτές να μπορούν να πληρώνουν το αντίτιμο σε μηνιαίες δόσεις. Σύμφωνα πάντα με τα σχόλια των επιθεωρητών εργασίας, οι εργάτριες αντιδρούσαν στην καθιέρωση στολής από αμάθεια και από διάθεση κοκεταρίας.

Πρέπει να υπογραμμιστεί ότι την εποχή που μελετάμε δεν υπήρχε ο θεσμός της υποχρεωτικής ασφάλισης. Πριν από το νόμο 551/31-12-1914 «περί ευθύνης προς αποζημίωσιν των εξ ατυχήματος παθόντων εργατών ή υπαλλήλων», δεν υπήρχε καμία πρόβλεψη για παροχή αποζημίωσης, φαρμακοϊατρικής-νοσοκομειακής περίθαλψης ή εξόδων κηδείας. Μια διάταξη του Ρωμαϊκού Δικαίου για αποζημίωση από τον εργοδότη ίσχυε μόνο όταν ο παθών ή τα συντηρούμενα απ' αυτόν πρόσωπα κατόρθωναν να αποδείξουν ότι το αδίκημα οφειλόταν σε υπαιτιότητα του εργοδότη.79 Και, βεβαίως, ο κάθε κατηγορούμενος εργοδότης ελλείψει νόμου μπορούσε να επικαλεσθεί στο δικαστήριο την επιπολαιότητα ή την απροσεξία του εργάτη και να απαλλαγεί από κάθε υποχρέωση. Τα περισσότερα ατυχήματα των εργατριών δεν πρέπει να ακολουθούσαν τη δικαστική οδό για πολλούς λόγους. Πρώτα-πρώτα, γιατί οι ίδιες αγνοούσαν τα δικαιώματά τους, έπειτα γιατί φοβόντουσαν τον εργοδότη και στήριζαν τις ελπίδες τους στα ανθρωπιστικά του αισθήματα και τέλος, γιατί η καταφυγή στο δικαστήριο σήμαινε απόλυση από το εργοστάσιο, πείνα και δυστυχία.

Ακόμη και αν φθάνανε στην καταγγελία του ατυχήματος, μια επιτροπή από το Υπουργείο πήγαινε στο εργοστάσιο και εξέταζε την κατάσταση του μηχανικού εξοπλισμού. Σχεδόν πάντοτε, όμως, τα συμπεράσματα της επιτροπής ήταν ευνοϊκά για τον εργοδότη και δυσμενή για την παθούσα εργάτρια. Αλλά και ο δρόμος προς το δικαστήριο ήταν δύσβατος, υπήρχε εκμετάλλευση από δικηγόρους, καθώς και άρνηση από τις άλλες εργάτριες και τους εργάτες να προσέλθουν ως μάρτυρες υπέρ της παθούσας στο δικαστήριο,80 ενώ ο εργοδότης είχε την οικονομική άνεση να πληρώσει ψευδομάρτυρες προκειμένου να

79. Πρβλ. Σπύρος Κορώνης, Η εργατική πολιτική των ετών 1909-1918, Αθήνα 1944, σ. 57.

80. Για το ζήτημα των ατυχημάτων και τα δυσμενή αποτελέσματα που είχαν για τους εργάτες βλ. Υπουργείον Εθνικής Οικονομίας, Διεύθυνσις Εργασίας, Εκθέσεις... 1921, ό.π., σ. 33-35.

Σελ. 79
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/80.gif&w=600&h=915

απαλλαγεί από την κατηγορία. Σε περίπτωση ανικανότητας προς εργασία λόγω σοβαρού ατυχήματος, όπως π.χ. ακρωτηριασμού, το εργατικό προσωπικό δεν αποζημιωνόταν, αλλά εγκαταλείπονταν στην τύχη του. Ελάχιστοι εργοδότες παρείχαν μικρή χρηματική αποζημίωση.81 Οι στενοί δεσμοί της παθούσας εργάτριας με τους συμπατριώτες της, που αναπτύσσονταν μέσα από φιλόπτωχους συλλόγους και τοπικά σωματεία, συνέβαλαν σε μια πρόσκαιρη λύση του προβλήματος, παρέχοντας βοηθήματα είτε σε είδος (καύσιμες ύλες, τρόφιμα τις γιορτινές ημέρες), είτε σε χρήμα για τα έξοδα νοσηλείας και ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης.

Ο νόμος 551/31-12-1914 περί «ευθύνης προς αποζημίωσιν των εξ ατυχήματος παθόντων εργατών ή υπαλλήλων» ορίζει ότι οι εργοδότες είναι υποχρεωμένοι να αποζημιώνουν τους εργαζόμενους εάν παρά τη θέληση τους πάθουν ατύχημα κατά την εργασία τους. Βεβαίως, δικαίωμα για αποζημίωση έχουν αυτοί που λόγω ατυχήματος διακόπουν την εργασία τους για διάστημα περισσότερο από τέσσερις ημέρες. Σε περίπτωση θανάτου ο νόμος ορίζει ότι η αποζημίωση δίδεται αναλογικά στους συγγενείς. Τα χρηματικά ποσά που δίνονται στον παθόντα ποικίλλουν ανάλογα με το μισθό και το βαθμό ανικανότητας που έχει προκαλέσει το ατύχημα. Και αυτός ο νόμος παρουσίαζε δυσκολίες στην εφαρμογή του, αφενός μεν γιατί οι ιδιοκτήτες των μικρών επιχειρήσεων δεν ασφάλιζαν το προσωπικό, προσπαθώντας με κάθε τρόπο να αποφύγουν την ασφαλιστική αποζημίωση, αφετέρου δε επειδή οι εργαζόμενοι είχαν άγνοια για τις διατυπώσεις που απαιτούσαν οι νομικές διατάξεις.

Τελειώνοντας, θα πρέπει να σημειώσουμε ότι τα θέματα ασφάλισης των εργαζόμενων γυναικών και παροχής ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης τα ενστερνίσθηκε και τα εφάρμοσε πρώτα το φιλανθρωπικό σωματείο Σύλλογος των Κυριών υπέρ της Γυναικείας Παιδεύσεως στο Εργαστήριο Απόρων Γυναικών.

Η αμοιβή

Για την αμοιβή των εργατριών στην κλωστοϋφαντουργία διαθέτουμε περιορισμένα ποσοτικά στοιχεία, που είναι εξαιρετικά αποσπασματικά και άνισα κατανεμημένα στο χρόνο και στο χώρο. Ωστόσο, θα προσπαθήσω να διερευνήσω τους σταθμητούς και να εντοπίσω κάποιους από τους αστάθμητους παράγοντες που επηρεάζουν την αμοιβή, καθώς και τις μισθολογικές διαφοροποιήσεις. Για την περίοδο από το 1870 έως το 1913 οι πληροφορίες μας βασίζονται στον ημερήσιο τύπο και στο αρχείο της επιχείρησης κλωστοϋφαντουργίας «Αφοί Λαδόπουλοι». Από το 1913 έως το 1922 οι εκθέσεις της Επιθεώρησης Εργασίας

81. Βλ. Καλλιρρόη Παρρέν, «Δυστυχείς εργάτιδες», ό.π.· Panayota Tsopela-Saliba, ό.π., σ. 47" Μιχάλης Ρηγίνος, ό.π., σ. 86.

Σελ. 80
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/81.gif&w=600&h=915

αποτελούν την κύρια πηγή των πληροφοριών μας. Επειδή, όπως είδαμε, στην κλωστοϋφαντουργία ισχύει ο κατά φύλα καταμερισμός των θέσεων εργασίας, δεν θα με απασχολήσουν ιδιαίτερα οι μισθολογικές ανισότητες που εμφανίζονται ανάμεσα στα δύο φύλα.

Ας ξεκινήσουμε από τα ποσοτικά στοιχεία για να δούμε την αμοιβή σε διάφορες χρονικές στιγμές.

Η Χριστίνα Αγριαντώνη συγκεντρώνει μερικές πληροφορίες για τα μέσα επίπεδα του ημερομισθίου το 1875 σε τρία ατμοκίνητα νηματουργεία του Πειραιά:82

Επιχείρηση Γυναίκες ή κορίτσια

Νηματουργείο Λιγυνού 1,25 δρχ.

Νηματουργείο Βαρουξάκη 1,50 »

Νηματουργείο Ρετσίνα 1,50 »

Το 1876 ο Αλέξανδρος Μανσόλας αναφέρει ότι τα ημερομίσθια των γυναικών στα νηματουργεία ήταν από 1 έως 1,50 δρχ.83 Την ίδια εποχή οι τιμές διατίμησης του ψωμιού στον Πειραιά κυμαίνονταν ανάλογα με την ποιότητα από 0,36 έως 0,48 η οκά,84 και τα φθηνότερα όσπρια, τα φασόλια, είχαν 0,43 δρχ. η οκά.85 Έχοντας ως δείγμα το ψωμί και τα όσπρια, κυρίως όμως το ψωμί, το οποίο αποτελεί και το βασικό στοιχείο της καθημερινής διατροφής των ανθρώπων, παρατηρούμε ότι οι μισθοί των γυναικών ήταν σε χαμηλό επίπεδο.

Το 1894 ο Βλάσιος Γαβριηλίδης στο άρθρο που αφιερώνει για τις «φαμπρικούδες» ρίχνει φως και στο θέμα της αμοιβής τους.86 Σύμφωνα με τις πληροφορίες που μας δίνει το άρθρο, το ημερομίσθιο των εργατριών διαφοροποιείται ανάλογα με τη θέση και το είδος εργασίας που εκτελούν. Κατά κανόνα ο μέσος όρος των ημερομισθίων δεν υπερβαίνει τις 2 δρχ. Οι υφάντριες, οι «αργαλειούδες», όπως αποκαλούνται, φθάνουν να κερδίζουν μέχρι και 4 δρχ. ημερησίως, γιατί συνήθως εργάζονται κατ' αποκοπή, με το τόπι του υφάσματος. Αλλά, βεβαίως, αυτές δεν εκπροσωπούν την πλειοψηφία των εργατριών. Επιπλέον, δεν είναι δυνατό να εργάζεται κανείς για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα υπό το κράτος του άγχους και του ανταγωνισμού, διατηρώντας ταυτόχρονα

82. Χριστίνα Αγριαντώνη, Οι απαρχές της εκβιομηχάνισης..., ό.π., σ. 196.

83. Αλέξανδρος Μανσόλας, Απογραφικοί πληροφορίαι περί των εν Ελλάδι ατμοκίνητα>ν βιομηχανικών καταστημάτων, Αθήνα 1876, σ. 10.

84. Πέτρος Πιζάνιας - Γιώργος Μητροφάνης, Κίνηση των τιμών στην Ελλάδα ιθ'αρχές κ' αι. Πειραιάς - Ερμούπολη - Πάτρα, Αθήνα 1991, σ. 1163-1164.

85. Στο ίδιο, σ. 489.

86. Γ. Β. [Γαβριηλίδης Βλάσης], «Ο εργατικός κόσμος εν Ελλάδι. Οι φαμπρικούδες...», ό.π.

Σελ. 81
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/82.gif&w=600&h=915

υψηλές αποδόσεις. Οι κοπέλες που εργάζονται ως «καλαμούδες»,87 «διαστρούδες»88 και «ανεμούδες»,89 οι οποίες αποτελούν τον κύριο όγκο των εργατριών, κερδίζουν από 0,80 λεπτά έως και 2 δρχ. ημερησίως. Αναφορικά με τα κατώτατα ημερομίσθια, σύμφωνα με το άρθρο, στο εργοστάσιο Πυρρή υπάρχουν κορίτσια τα οποία λαμβάνουν 60 λεπτά, καθώς και ηλικιωμένες γυναίκες που αμείβονται μόνο με 1,50 δρχ. ημερησίως. Από το ποσό αυτό δεν έχουν αφαιρεθεί οι κρατήσεις που γίνονται στις εργάτριες για το φόρεμα της δουλειάς, ποσό 10 δρχ. περίπου. Ας τονισθεί ότι αυτό το φόρεμα φθείρεται πολύ γρήγορα, λαδώνεται και μουτζουρώνεται συνεχώς.

Αργότερα, το 1898, από την έρευνα της Ευγενίας Ζωγράφου για τις συνθήκες ζωής και εργασίας των εργατριών αντλούμε τις παρακάτω πληροφορίες για τα ημερομίσθια σε τρία κλωστοϋφαντουργεία του Πειραιά:90

Εργοστάσιο Ημερομίσθια (σε δραχμές)

Νηματουργείο Λυγινού 0,50-1,70 (μέσος όρος 1)

Υφαντουργείο Αφών Ρετσίνα 0,50-5

Υφαντήριο Σημίτη 0,80-3,50 (μέσος όρος 2,50)

Από τα αναφερόμενα στοιχεία στην έρευνα προκύπτει ότι ελάχιστες είναι οι εργάτριες που αμείβονται με το ανώτατο ημερομίσθιο. Η τιμή στη διατίμηση του ψωμιού είναι από 0,45 έως 0,60 δρχ. η οκά, αναλόγως με την ποιότητα, και η μέση τιμή των φασολιών 0,53 δρχ. η οκά. Τα γυναικεία ημερομίσθια εξακολουθούν να κυμαίνονται σε χαμηλά επίπεδα.

Το 1913 η πρώτη έκθεση των επιθεωρητών εργασίας μας παρέχει μια σειρά από πληροφορίες για το ημερομίσθιο των εργατριών της κλωστοϋφαντουργίας σε διάφορες περιοχές της Ελλάδας. Οι εργάτριες των υφαντουργείων του Πειραιά λαμβάνουν ως ημερομίσθιο μέχρι και 4,50 δρχ., ενώ οι εργάτριες των υφαντουργείων του Βόλου έχουν ανώτατο ημερομίσθιο 2,50 δρχ. και αυτές της Λάρισας ακόμα λιγότερο, 1,50 δρχ. Ας σημειωθεί, πάντως, ότι το κατώτατο όριο του ημερομισθίου είναι το ίδιο περίπου σ' όλες τις πόλεις και κυμαίνεται γύρω στις 0,50 δρχ.91 Εδώ διαπιστώνουμε ότι υπάρχει, όσον αφορά τα ανώτατα όρια των ημερομισθίων, μια γεωγραφική διαφοροποίηση, γεγονός

87. Αυτές που περιτύλιγαν το νήμα στα μασούρια, ξετυλίγοντάς το ταυτόχρονα από την ανέμη.

88. Αυτές που εργάζονταν στις διάστρες, στα όργανα της υφαντικής με τα οποία γινόταν η προετοιμασία του στημονιού.

89. Αυτές που εργάζονταν στις ανέμες, όργανα υφαντικής τα οποία χρησιμοποιούνται για το τύλιγμα του νήματος.

90. Ευγενία Ζωγράφου, «Πώς εργάζονται αι γυναίκες μας», ό.π.

91. Υπουργείον Εθνικής Οικονομίας, «Γενικαί εκθέσεις... 1913», ό.π., σ. 182-184.

Σελ. 82
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/83.gif&w=600&h=915

που δικαιολογείται αν λάβουμε υπόψη μας ότι το κόστος ζωής είναι υψηλότερο στο συγκρότημα Αθηνών-Πειραιώς.

Ας στραφούμε τώρα στη μισθολογική εικόνα που σχηματίζεται με βάση τα στοιχεία που μας δίνει το 1921 η επιθεωρήτρια εργασίας Άννα Μακροπούλου για τις εργάτριες των κλωστοϋφαντουργείων του Πειραιά:92 Από τις 1.949 εργάτριες κλωστοϋφαντουργείων:

47 μαθητευόμενες παίρνουν ημερομίσθιο από 2 δρχ.

238 βοηθοί υφαντουργείων » » από 2 έως 4 δρχ.

486 βοηθοί κλωστηρίων » » από 4 έως 6 »

466 εργάτριες νηματουργείων » » από 6 έως 8 »

712 υφάντριες » » από 9 έως 10 »

Στο σημείο αυτό τίθεται ένα ερώτημα: τι κάνουν το μισθό τους οι εργάτριες, τον δίνουν στην οικογένεια ή τον αποταμιεύουν για να συγκεντρώσουν την προίκα τους; Για να απαντήσουμε θα πρέπει να συνδέσουμε την οικογένεια της εργάτριας με την αμοιβή της. Ανιχνεύοντας το οικογενειακό καθεστώς των εργατριών στα κλωστοϋφαντουργεία του Πειραιά, η έρευνα της Επιθεώρησης Εργασίας μας δίνει με αριθμούς μια απάντηση.93

Από τις 1.949 εργάτριες είναι: 251 χήρες. Από αυτές 20 χωρίς παιδιά, 231 με ανήλικα παιδιά έως και 7 ετών.

297 παντρεμένες. Από αυτές 65 χωρίς παιδιά, 232 με παιδιά έως και 5 ετών.

642 ορφανές. Από αυτές 460 από πατέρα, 110 από μητέρα, 72 από πατέρα και μητέρα.

759 ανύπαντρες με γονείς (πολυμελείς οικογένειες 6-14 ατόμων).

Στην πλειοψηφία τους οι εργάτριες των κλωστοϋφαντουργείων είναι ανύπαντρες κοπέλες (71,90% επί του συνόλου) που συνεισφέρουν στην επιβίωση της οικογένειάς τους. Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, από τις παραπάνω εργάτριες μόνο 10-12 αποταμιεύουν τα χρήματά τους και από αυτές μόνο 3-4 μπορούν να διαθέσουν την αμοιβή τους για την προετοιμασία της προίκας τους.

Υπενθυμίζω ότι οι εργάτριες είναι νεαρές κοπέλες που διαμένουν με την οικογένειά τους στην πόλη. Κατά κανόνα η αμοιβή τους αποτελεί τμήμα-συμπλήρωμα του «οικογενειακού προϋπολογισμού». Δεν είναι σπάνιες οι περιπτώσεις στις οποίες μια ολόκληρη οικογένεια εργάζεται στο ίδιο εργοστάσιο. Μια οικογένεια τριών ή τεσσάρων ατόμων το 1894 στο εργοστάσιο Ρετσίνα μπορεί να φθάνει τις 15 έως και 20 δρχ. ημερομίσθιο.94 Το ημερομίσθιο, επίσης,

92. Υπουργείον Εθνικής Οικονομίας, Διεύθυνσις Εργασίας, Εκθέσεις... 1921, ό.π.,

σ. 84.

93. Στο ίδιο, σ. 82.

94. Γ. Β. [Γαβριηλίδης Βλάσης], «Ο εργατικός κόσμος... Ημερομίσθια...», ό.π.

Σελ. 83
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/84.gif&w=600&h=915

αποτελεί ασφαλιστική δικλείδα για την ανεργία που πλήττει τους άνδρες της οικογένειας, οι οποίοι στηρίζονται σε ένα αβέβαιο μεροκάματο, όπως οι κτίστες, οι μπογιατζήδες και οι πλανόδιοι πωλητές.

Στη συνέχεια θα σχολιάσουμε τις επικρατέστερες μορφές αμοιβής για τις εργαζόμενες γυναίκες στον κλάδο της κλωστοϋφαντουργίας.

Από τότε που διάβηκαν το κατώφλι των εργοστασίων οι γυναίκες πληρώνονταν σε χρήμα και όχι σε είδος, όπως συνέβαινε με άλλα γυναικεία επαγγέλματα, π.χ. τις υπηρέτριες. Η πληρωμή των ημερομισθίων σε χρήμα, δηλαδή στο επίσημο νόμισμα του κράτους, κατοχυρώνεται και νομοθετικά με το νόμο 4030/24-1-1912 ο οποίος κωδικοποιείται και εξειδικεύεται στη συνέχεια με το βασιλικό διάταγμα της 24 Ιουλίου/21 Αυγούστου 1920. Στο ίδιο διάταγμα ξεκαθαρίζεται το θέμα των κρατήσεων από τους μισθούς. Συγκεκριμένα, επιτρέπονται μόνο οι κρατήσεις για τη χορήγηση αντιτίμου τροφίμων και ειδών πρώτης ανάγκης, οι προκαταβολές μισθού που λαμβάνει το εργατικό προσωπικό και τα πρόστιμα.95 Στο σημείο αυτό δεν θα ασχοληθώ περισσότερο με τα συσσίτια, θα σχολιάσουμε όμως όλα τα άλλα θέματα που αφορούν τη μισθοδοσία.

Θα ξεκινήσουμε από τις κρατήσεις μισθού για τη χορήγηση ειδών πρώτης ανάγκης. Ερευνώντας τα αρχεία της επιχείρησης «Κλωστήριον και Υφαντήριον Ε. Λαδοπούλου Υιών εν Σύρω» εντόπισα ενυπόγραφα σημειώματα-τεκμήρια της χορήγησης στις εργάτριες υφασμάτων που παράγει το εργοστάσιο. Πραγματικά, το εργοστάσιο χορηγούσε προϊόντα του, όπως δρίλια εαρινά, προσόψια και αλατζάδες στις εργάτριες, το αντίτιμο των οποίων το κρατούσε τμηματικά από το μισθό τους. Δεν γνωρίζω πώς καθοριζόταν η τιμή αγοράς αυτών των προϊόντων, ούτε τον τρόπο με τον οποίο υπολογίζονταν οι τμηματικές καταβολές για την κάθε εργάτρια. Τα σημειώματα αρχίζουν το 1897 και τελειώνουν το 1910.96 Παρά το γεγονός ότι δεν διαθέτω συγκεκριμένα τεκμήρια για άλλα εργοστάσια, φαίνεται ότι η χορήγηση υφασμάτων στις εργάτριες συνηθιζόταν ως πρακτική και αλλού. Ειδικά για τον Πειραιά το 1898, σύμφωνα με τη μαρτυρία της Ευγενίας Ζωγράφου, δεν συνηθιζόταν η χορηγία ειδών με το σύστημα των κρατήσεων.97

Εκτός όμως από παροχές σε είδος στο εργοστάσιο Λαδόπουλου δίδονται

95. Για μια εκτεταμένη ανάλυση του νόμου βλ. Σπ. Μ. Αντύπας, Ελληνική Εργατική Νομοθεσία, Αθήνα 1938, σ. 517-530.

96. Γενικά Αρχεία του Κράτους (ΓΑΚ), Αρχεία Νομού Κυκλάδων, Δημοτικό Αρχείο Ερμούπολης, Το Αρχείο της βιομηχανίας «Κλωστήριον και Υφαντήριον Ε. Λαδοπούλου Υιών εν Σύρω», Προσωπικό, φάκ. 4.

97. Η Ευγενία Ζωγράφου απευθύνει έκκληση προς τους εργοστασιάρχες να χορηγούν προϊόντα του εργοστασίου τους (φανέλες, πανιά) έναντι τμηματικών καταβολών. Βλ. Ευγενία Ζωγράφου, «Πώς εργάζονται αι γυναίκες μας», ό.π., σ. 60.

Σελ. 84
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/85.gif&w=600&h=915

και χρηματικά δάνεια προς τις εργάτριες. Συγκρίνοντας τα δάνεια που δόθηκαν το 1908 με την κατάσταση μισθοδοσίας των εργατριών του ίδιου έτους μπορώ να πω ότι το ποσό που έδιναν ως δάνειο κυμαινόταν στα ίδια επίπεδα με το μισθό δύο εβδομάδων που αναλογούσε σε κάθε εργάτρια. Υπολόγισα ότι η ολική εξόφληση γινόταν μετά από 6 μήνες με τμηματικές κρατήσεις από τη μισθοδοσία.98 Εδώ θα ήθελα να τονίσω ότι σε μια μικρή πόλη, όπως ήταν η Ερμούπολη, με ένα προσωπικό το οποίο εργαζόταν οικογενειακώς και για χρόνια στο ίδιο εργοστάσιο, όπως αποδεικνύεται και από τα αρχειακά τεκμήρια, η επιστροφή του δανείου εθεωρείτο σίγουρη. Δεν γνωρίζω, λόγω της έλλειψης αρχειακών πηγών στις οποίες είχα πρόσβαση, τι γινόταν στα εργοστάσια του Πειραιά, όπου σημειωνόταν συχνή μετακίνηση των εργατριών και δεν αναπτύσσονταν προσωπικές σχέσεις ανάμεσα σε αυτές και στο διοικητικό προσωπικό.

Ας γυρίσουμε όμως πίσω στον Πειραιά για να δούμε το καθεστώς των κρατήσεων που ίσχυε για τις εργάτριες. Από την έρευνα της Ευγενίας Ζωγράφου για τις συνθήκες ζωής και εργασίας των εργατριών στον Πειραιά το 1898 θα αντλήσουμε τα στοιχεία μας. Στα περισσότερα εργοστάσια γίνονταν κρατήσεις 10 % επί των δεκαπενθήμερων πληρωμών. Οι εργοστασιάρχες κρατούσαν αυτό το ποσό για να το αποδώσουν στις εργάτριες μόνο σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης, δηλαδή αρρώστιας. Οι κρατήσεις όμως χρησίμευαν και ως μέσον εκβιασμού των εργοστασιαρχών προς τις εργάτριες που ήθελαν να εγκαταλείψουν το εργοστάσιο. Πολλές από τις εργάτριες όταν έβρισκαν αλλού δουλειά με μεγαλύτερη αμοιβή έχαναν τις καταθέσεις τους.99

Στα περισσότερα εργοστάσια οι εργάτριες πλήρωναν πρόστιμο όταν από αμέλειά τους χαλούσαν τα μηχανήματα (οι αργαλειοί) ή τα προϊόντα (νήματα, υφάσματα) του εργοστασίου. Το ποσόν του προστίμου επιβαλλόταν αυθαίρετα από τον εργοδότη και πήγαινε κατά κανόνα υπέρ του ταμείου του εργοστασιάρχη.100

Μετά τον σχολιασμό των μισθολογικών θεμάτων θα εξετάσουμε τους δύο επικρατέστερους τρόπους αμοιβής: την αμοιβή με την απόδοση και την αμοιβή με το χρόνο. Σε πολλά κλωστοϋφαντουργεία εφαρμόζονταν και οι δύο τρόποι πληρωμής ανάλογα με τη θέση εργασίας που κατείχε η κάθε εργάτρια. Στα περισσότερα εργοστάσια οι γυναίκες με την ειδικότητα της υφάντριας αμείβονταν ανάλογα με την απόδοση της εργασίας τους. Η αμοιβή υπολογιζόταν με βάση τους πήχεις υφάσματος που είχε παραγάγει η εργάτρια συνολικά κατά το διάστημα που μεσολαβούσε από τη μια μισθοδοσία στην άλλη. Συνήθως οι

98. ΓΑΚ, Αρχεία Νομού Κυκλάδων, Δημοτικό Αρχείο Ερμούπολις, ό.π., φάκ. 1 και 4.

99. Ευγενία Ζωγράφου, ό.π., σ. 42" Μιχάλης Ρηγίνος, Μορφές παιδικής εργασίας..., ό.π., σ. 90.

100. Εργατικόν Κέντρον Αθηνών, Οι εργάται της Ελλάδος..., ό.π., σ. 21.

Σελ. 85
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/86.gif&w=600&h=915

πληρωμές γίνονταν στο τέλος (το Σάββατο) κάθε πρώτης ή δεύτερης εβδομάδας. Η αμοιβή σύμφωνα με την απόδοση επέφερε πολύ μεγαλύτερα κέρδη από την ημερήσια,101 όμως όχι μόνο εγκυμονούσε οικονομικό κίνδυνο, αλλά έβλαπτε και την υγεία των εργατριών. Όταν ο αργαλειός πάθαινε βλάβη τότε η υφάντρια δεν πληρωνόταν μέχρι να διορθωθεί.102 Οι υφάντριες για να κερδίσουν περισσότερα χρήματα επέβλεπαν και διεύθυναν 2 και 3 αργαλειούς ταυτοχρόνως. Αλλά η κατάσταση αυτή δημιουργούσε άγχος και διάφορες στομαχικές παθήσεις.103 Εκτός από τις υπόλοιπες εργάτριες και οι επιστάτριες των διαφόρων τμημάτων του υφαντουργείου αμείβονταν με βάση τη χρονική διάρκεια της εργασίας τους.104 Από τις καταστάσεις μισθοδοσίας των ετών 1908-1913 του εργοστασίου Ε. Λαδόπουλου στη Σύρο σχηματίζεται μια εικόνα του τρόπου με τον οποίο αμείβονταν οι εργάτριες ανάλογα με την ειδικότητά τους. Με ημερομίσθιο αμείβονταν αυτές που απασχολούνταν στο μίτωμα,105 στους πάγκους, στα μασούρια, στις ανέμες, η επιστάτρια και η ράπτρια. Με αμοιβή σύμφωνα με την απόδοση αμείβονταν οι καρουλούδες. Ενώ οι εργάτριες του υφαντήριου, οι διαστρούδες και αυτές που εργάζονταν στα τόπια αμείβονταν, όπως φαίνεται ανάλογα με το πρόσωπο, άλλοτε σύμφωνα με την απόδοση και άλλοτε με ημερομίσθιο.106

Αφού παρακολουθήσαμε τη διαμόρφωση των ημερομισθίων και εξετάσαμε τις μορφές αμοιβής των εργατριών, θα περάσουμε στα κριτήρια που καθορίζουν το ύψος του ημερομισθίου.

Καταρχάς θα πρέπει να διευκρινίσω ότι στο χρονικό πλαίσιο της μελέτης μου δεν υπάρχει κανένας νόμος για τον προσδιορισμό του κατώτατου ορίου του ημερομίσθιου. Από τα διαθέσιμα στοιχεία και από τις μισθολογικές καταστάσεις του κλωστοϋφαντηρίου Λαδοπούλου, το ημερομίσθιο των εργατριών διαφοροποιείται ως προς το ποσό ακόμη και γι' αυτές που κατέχουν την ίδια θέση

101. Βλ. Υπουργείον Εθνικής Οικονομίας, Διεύθυνσις Εργασίας, Εκθέσεις... 1921, ό.π., σ. 84 και τις μισθοδοσίες της επιχείρησης «Κλωστήριον και Υφαντήριον Ε. Λαδοπούλου Υιών εν Σύρω». Βλ. ΓΑΚ, Αρχεία Νομού Κυκλάδων, Δημοτικό Αρχείο Ερμούπολης, ό.π., φάκ. 1 και 4.

102. Ευγενία Ζωγράφου, ό.π., σ. 51.

103. Υπουργείον Εθνικής Οικονομίας, Διεύθυνσις Εργασίας, Εκθέσεις... 1921, ό.π., σ. 84" Panayota Tsopela-Saliba, Le profil..., ό.π., σ. 40· Μιχάλης Ρηγίνος, Μορφές παιδικής εργασίας..., ό.π., σ. 73.

104. ΓΑΚ, Αρχεία Νομού Κυκλάδων, Δημοτικό Αρχείο Ερμούπολης, ό.π.

105. Αυτές που περνούν τα νήματα του αργαλειού στα μιτάρια, δηλαδή στα εξαρτήματα με τα οποία μετακινούνται τα νήματα του στημονιού για να περνά μέσα από αυτά η σαίτα.

106. Ευχαριστώ τον καθηγητή Χρήστο Λούκο που μου παραχώρησε για τη μελέτη μου αυτό το υλικό πριν τη ταξινόμησή του. Βλ. ΓΑΚ, Αρχεία Νομού Κυκλάδων, Δημοτικό Αρχείο Ερμούπολης, ό.π., Υφαντήριο-Μισθοδοσία.

Σελ. 86
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/87.gif&w=600&h=915

εργασίας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι τα λόγια δύο εργατριών του εργοστασίου Ρετσίνα στον Πειραιά στην Ευγενία Ζωγράφου: «Γράψε, είπε μια μητέρα, να τους αυξήσουν το μεροδούλι- έχει πέντε χρόνια στου Ρετσίνα —και μου εδείκνυεν ένα παιδί ασθενικό δεκατεσσάρων ετών— και παίρνει 60 λεπτά την ημέραν, ενώ αυτό που είνε 8 χρόνων παίρνει 80 λεπτά στο κλωστήριον».107 Προφανώς, η φυσική κατάσταση των μικρών ανειδίκευτων εργατριών έπαιζε ρόλο στον καθορισμό του ημερομισθίου τους. Στα μάτια του υπεύθυνου για τον καθορισμό της αμοιβής των εργατριών μια ευτραφής εργάτρια, με μάγουλα ρόδινα, μ' ένα παρουσιαστικό που απέπνεε υγεία θα μπορούσε να αποδώσει περισσότερο στην εργασία της από μια άλλη με καχεκτικό παρουσιαστικό. Αυτό που κυρίως ενδιαφέρει τον εργοδότη είναι η απόδοση της εργασίας και με βάση αυτή αμείβονται οι εργάτες. Σύμφωνα με τον Μιχάλη Ρηγίνο, η βραχυχρόνια παραμονή των εργατριών στο εργοστάσιο δεν επιτρέπει τον σχηματισμό μιας μισθολογικής κλίμακας με βάση την αρχαιότητα, έτσι το βασικό κριτήριο είναι ο βαθμός αποδοτικότητάς τους.108

Ένα άλλο θέμα είναι ποιος παίρνει τα χρήματα, η ίδια η εργαζόμενη ή κάποιο άλλο πρόσωπο; Δεν υπάρχει κανένας κανονισμός που να ρυθμίζει αυτό το ζήτημα. Πιθανότατα, όταν εργάζονται στο ίδιο εργοστάσιο και άλλα μέλη της ίδιας οικογένειας τα χρήματα μπορεί να τα παίρνει ο πατέρας ή ο αδελφός. Υπάρχει, όμως, και η περίπτωση του μέθυσου πατέρα ή του κακού αδελφού που έρχεται στο εργοστάσιο για να εισπράξει τις αποδοχές της εργάτριας. Πολλές φορές τα άρρενα μέλη της οικογένειας της εργάτριας σπεύδουν στο εργοστάσιο πριν από το τέλος της εβδομάδας και ζητούν προκαταβολές στο όνομα της εργαζόμενης εργάτριας. Οι ίδιες τότε υπό το κράτος του φόβου των μελλοντικών ξυλοδαρμών ικετεύουν με δάκρυα στα μάτια τον υπεύθυνο του εργοστασίου να καταβάλει μέρος της αμοιβής τους.109 Ο αρμόδιος διευθυντής του εργοστασίου Ρετσίνα σχολιάζει: «Εμείς προσπαθούμεν να δίδουμε το χρήμα εις αυτήν την εργαζομένην κόρην αλλ' όταν την δέρνουν εις το σπίτι και έρχεται και σου λέγει μόνη της, δώστα του πατέρα!, τότε τι να της κάμωμεν εμείς;».110 Όταν οι εργάτριες αρνούνται να αποδεχθούν την κατάσταση αυτή, προκαλούνται επεισόδια που περιγράφονται και στις εφημερίδες. Ο άεργος αδελφός εργάτριας του νηματουργείου Λυγινού περίμενε την αδελφή του στην έξοδο του εργοστασίου για να της πάρει το μισθό της και όταν αυτή αρνήθηκε,

107. Ευγενία Ζωγράφου, «Πώς εργάζονται αι γυναίκες μας», ό.π., σ. 50.

108. Βλ. Μιχάλης Ρηγίνος, Παραγωγικές δομές και εργατικά ημερομίσθια στην Ελλάδα (1909-1936), Αθήνα 1987, σ. 250-251.

109. Γ. Β. [Γαβριηλίδης Βλάσης], «Ο εργατικός κόσμος... Ημερομίσθια...», ό.π.

110. Ευγενία Ζωγράφου, ό.π., σ. 39-40· Panayota Tsopela-Saliba, Le profil... ό.π., σ. 42.

Σελ. 87
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/88.gif&w=600&h=915

διά της βίας την οδήγησε στο σπίτι όπου της επιτέθηκε «διά των χειρών και των ποδών» αφήνοντάς την αναίσθητη από τα κτυπήματα στο κεφάλι και το στήθος.111 Ενώ οι γυναίκες έχουν κατακτήσει τη μισθωτή εργασία, δεν έχουν πάντοτε λόγο για την τύχη του μισθού τους.

Ολοκληρώνοντας την περιδιάβαση μας στα κλωστοϋφαντουργεία, ας δώδουμε τα βασικά χαρακτηριστικά που συνθέτουν το προφίλ της εργάτριας: πρόκειται για νέες κοπέλες που απασχολούνται στο εργοστάσιο μέχρι την ώρα του γάμου τους. Η εργασία που εκτελούν δεν απαιτεί καμία εξειδίκευση, ενώ τους εξασφαλίζει αμέσως μια ικανοποιητική, σε σχέση με τα άλλα επαγγέλματα, αμοιβή. Ο μισθός τους, που κυμαίνεται σε σταθερά επίπεδα, χρησιμεύει ως απαραίτητο συμπλήρωμα για την οικονομική επιβίωση της οικογένειάς τους.

5. ΟΙ ΚΑΠΝΕΡΓΑΤΡΙΕΣ

Η εμπορική και η βιομηχανική επεξεργασία του καπνού και η διαμόρφωση των θέσεων εργασίας

Πριν εστιάσουμε τον φακό μας στις συνθήκες εργασίας των γυναικών της βιομηχανίας καπνού είναι απαραίτητες μερικές πληροφορίες για τα ελληνικά καπνά, προκειμένου να συνδέσουμε το θέμα της γυναικείας απασχόλησης με τις μεταβολές που συντελούνται στη διαδικασία της εμπορικής και βιομηχανικής επεξεργασίας του προϊόντος. Τα χρονικά όρια της μελέτης μας συμπίπτουν με την περίοδο κατά την οποία το εμπόριο και η επεξεργασία του καπνού αποκτούν ιδιαίτερη σημασία για την εθνική οικονομία, ενώ παράλληλα οι καπνεργάτες συνδικαλίζονται.

Από εμπορευματολογική άποψη τα ελληνικά καπνά υπάγονται στην κατηγορία των ανατολικών καπνών και χρησιμοποιούνται από τη διεθνή καπνοβιομηχανία για την κατασκευή τσιγάρων, αφού αναμιχθούν στα σιγαροποιητικά εργοστάσια του εξωτερικού με καπνά άλλων προελεύσεων. Όσα από τα ελληνικά καπνά είναι κατώτερης ποιότητας συνήθως προορίζονται για την εγχώρια κατανάλωση. Η εξαγωγή των ελληνικών τσιγάρων είναι προβληματική την εποχή αυτή, αφενός μεν γιατί αντιμετωπίζει το σοβαρό ανταγωνισμό των ξένων καπνοβιομηχανιών, αφετέρου δε γιατί οι υψηλοί εισαγωγικοί δασμοί που επιβάλλουν στα σιγαρέτα τα ξένα κράτη καθιστούν σχεδόν αδύνατη την πώληση τους στο εξωτερικό.

Μέχρι το 1900 η συμβολή του καπνού στην εθνική οικονομία δεν είναι σημαντική. Από το 1901 μέχρι το 1914, όμως, παρατηρείται αύξηση τόσο της

111. Σφαίρα, αρ. 4927, 14-8-1898.

Σελ. 88
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/89.gif&w=600&h=915

καλλιεργούμενης έκτασης, όσο και της παραγόμενης ποσότητας, γεγονός το οποίο αποδίδεται στην αύξηση της ζήτησης στην εσωτερική και εξωτερική αγορά. Το 1914 η καλλιέργεια και η μεταποίηση του καπνού αυξάνεται απότομα. Αυτό οφείλεται κυρίως σε δύο γεγονότα: πρώτον, στην απελευθέρωση της Ανατολικής Μακεδονίας και της Θράκης, κατεξοχήν καπνοπαραγωγικών περιοχών, και δεύτερον, στην εισροή των προσφυγικών ομογενών πληθυσμών που προέρχονται από καπνοπαραγοίγικές χώρες και γνωρίζουν την καλλιέργεια και την επεξεργασία του καπνού.

Ο καπνός υφίσταται τρεις διαδοχικές επεξεργασίες: τη χωρική, την εμπορική και τη βιομηχανική. Στην παρούσα μελέτη δεν θα μας απασχολήσει η χωρική επεξεργασία του καπνού που εκτελείται αποκλειστικά από τους καπνοπαραγωγούς αγρότες και τους καπνοκαλλιεργητές. Αυτή συνίσταται στον αρχικό διαχωρισμό του καπνού κατά ποιότητες και στην τακτοποίηση του σε δέματα. Αντίθετα, θα ασχοληθούμε με τους εργαζόμενους, κυρίως με τις γυναίκες, που απασχολούνται στις καπναποθήκες, στο μέρος δηλαδή που συντελείται η εμπορική επεξεργασία του καπνού, καθώς και στα καπνεργοστάσια, όπου γίνεται η βιομηχανική επεξεργασία, δηλαδή η μετατροπή του καπνού σε τσιγάρα.

Ας ξεκινήσουμε από την εμπορική επεξεργασία των καπνών, που είναι εντελώς διαφορετική από τη χωρική. Τα στάδια που ακολουθεί είναι: ο καθαρισμός του καπνού από τα φύλλα που έχουν υποστεί αλλοιώσεις, ο διαχωρισμός του κατά ποιότητες, η κατάταξή του κατά μεγέθη και κατά χρώματα, αναλόγως βεβαίως με τη ζήτηση της αγοράς, και τέλος η δεματοποίησή του με σκοπό τη διατήρηση της ποιότητας και τη μεταφορά του στην αγορά ή στο καπνεργοστάσιο. Υπάρχουν τέσσερις κυρίως τρόποι επεξεργασίας που εφαρμόζονται αναλόγως με την ποιότητα και τον τύπο των καπνών.112 Η δαπάνη εμπορικής επεξεργασίας αποτελεί το 20 έως και 50% επί του συνολικού κόστους του καπνού. Τα καπνά που καλλιεργούνται στην Ελλάδα, λόγω του τύπου τους, απαιτούν μεγάλες δαπάνες επεξεργασίας. Αυτό σημαίνει τεράστιο κόστος για τον καπνέμπορο, καθώς και για τα παραρτήματα των ξένων εμπορικών οίκων στην Ελλάδα και μείωση της ανταγωνιστικότητας των ελληνικών καπνών στη διεθνή αγορά.

Οι εργασίες στις καπναποθήκες κατανέμονταν κατά ειδικότητες και κατά

112. Οι τρόποι επεξεργασίας ήταν οι εξής: 1) μπασμάς (κατεργασία καλή και δευτέρα), 2) μπασμάς σειρά παστάλ, μπασή μπαγλή, 3) αρμαθοδέματα (καλούπια) τύπου Σμύρνης, 4) αρμαθοδέματα τύπου Ντιζή-Ντενγκί. Το πρώτο και το δεύτερο σύστημα είχαν πολύ δαπανηρή επεξεργασία από την άποψη του κόστους εργασίας. Η επεξεργασία του καπνού σε μπασμά προσέδιδε στον καπνό πολυτελή και ποιοτική εμφάνιση, βλ. Βασίλειος Γ. Βαρβερόπουλος, Αρχείον Οικονομικών και Κοινωνικών Επιστημών, τ. 15, τχ. Β' (Απρίλιος-Ιούνιος), Αθήνα 1935, σ. 151-152.

Σελ. 89
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/90.gif&w=600&h=915

φύλα. Οι στιβαδόροι φρόντιζαν για την αποθήκευση των ανεπεξέργαστων καπνών. Αυτοί κανόνιζαν πώς θα τοποθετηθούν τα δέματα ώστε να αερίζονται για να μη σαπίσουν. Επίσης εφάρμοζαν κάποιο σύστημα μετακίνησης των δεμάτων σε τακτά διαστήματα, κυρίως τον Απρίλιο και τον Ιούλιο, μήνες κατά τους οποίους συντελείται η φυσική ζύμωση του καπνού. Ο πρώτος διαχωρισμός του καπνού κατά ποιότητες γινόταν από τους αχταρματζήδες, γέρους τεχνίτες, παλιούς καπνάδες. Στη συνέχεια τα καπνά πήγαιναν στους ντεκτσήδες, ειδικότητα περιζήτητη που απαιτούσε μεγάλη τεχνογνωσία. Οι ντεκτσήδες επεξεργάζονταν τα καπνά πρώτης ποιότητας. Ένας καλός ντεκτσής έβγαζε μέχρι και 300 γραμμάρια καπνό ημερησίως. Για να γίνει ένα δέμα απαιτούσε από μία έως είκοσι μέρες, αναλόγως με την ποιότητα του καπνού και την ικανότητα του ντεκτσή. Όσα φύλλα δεν ήταν κατάλληλα ο ντεκτσής τα πετούσε. Απ' αυτά οι γυναίκες έκαναν τα παστάλια, ματσάκια με καπνό κατώτερης ποιότητας. Οι ντεκτσήδες κάθονταν στο πάτωμα σε μια ψάθα ανά δύο σε κάθε παράθυρο. Οι γυναίκες που έφτιαχναν τα παστάλια κάθονταν δίπλα τους. Σε δύο ντεκτσήδες αναλογούσε μία γυναίκα.113 Στη συνέχεια οι δέτες έφτιαχναν τα δέματα του καπνού. Σύμφωνα με αυτή τη μέθοδο οι γυναίκες χρησιμοποιούνταν στις καπναποθήκες μόνο ως πασταλτζούδες. Εδώ παρατηρείται και η εξής ιδιομορφία: οι ειδικότητες συνδέονταν μεταξύ τους. Για την ακρίβεια, χωρίς ντεκτσή δεν μπορούσαν να δουλέψουν οι πασταλτζούδες και αντίστροφα.

Οι αναλογίες όμως αυτές ανατράπηκαν όταν τέθηκε το επίμαχο θέμα του τύπου επεξεργασίας των καπνών, που προκάλεσε σοβαρές αναταραχές στους εργαζόμενους στις καπναποθήκες. Ο καπνός εξαγόταν ανεπεξέργαστος, υπό διακομετακόμιση, συνήθως στην Τεργέστη, όπου υπήρχαν φθηνότερα εργατικά χέρια για την επεξεργασία του και τη διάθεσή του στη συνέχεια στις διεθνείς αγορές. Είναι φανερό ότι με αυτό το σύστημα οι ανδρικές ειδικότητες απαξιώνονταν. Οι εργοδότες είχαν ανάγκη από ανειδίκευτο εργατικό δυναμικό, γι' αυτό προτιμούσαν να προσλαμβάνουν γυναίκες, προφανώς με χαμηλότερο ημερομίσθιο. Οι πρώτες απόπειρες για την εξαγωγή ανεπεξέργαστων καπνών σημειώθηκαν το 1909 στο Βόλο από τους εμπορικούς οίκους Σακιρτζιάν και Ματουσιάν.114 Εξαιτίας των κινητοποιήσεων των εργαζομένων ματαιώθηκαν οι εξαγωγές. Αργότερα, από το 1916 μέχρι και το 1919, τα καπνά εξάγονταν με τη στοιχειώδη επεξεργασία.

Ας περάσουμε στη συνέχεια στην καπνοβιομηχανία.

Γύρω στο 1885 εμφανίζονται τα πρώτα ελληνικά χειροποίητα τσιγάρα. Στην αρχή αυτά κατασκευάζονται συνήθως στο πίσω μέρος του καπνοπωλείου.

113. Σαπφώ Αγγελούδη, «Η Καβάλα ως καπνούπολη», Αρχαιολογία, τχ. 18, Φεβρουάριος 1986, σ. 48-53.

114. Βλ. Βασίλειος Γ. Βαρβερόπουλος, ό.π., σ. 165.

Σελ. 90
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/91.gif&w=600&h=915

Σ' αυτή τη διαδικασία γυναίκες καθισμένες στο δάπεδο ταξινομούν τα φύλλα, ενώ οι άνδρες αναλαμβάνουν το κόψιμο, την κατασκευή χαρμανιών (ανάμιξη ποικιλιών καπνού), και το φρεσκάρισμα, δηλαδή το ράντισμα των φύλλων καπνού.115 Το 1890 έχουμε τα πρώτα εργοστάσια κατασκευής τσιγάρων στην Ελλάδα. Η κοπή του καπνού γινόταν με χειροποίητο χαβάνι και με τη βοήθεια υποτυπωδών εργαλείων γεμίζονταν τα σιγαρόχαρτα.

Μετά την εκμηχάνιση της μεταποιητικής διαδικασίας του καπνού, που συντελέσθηκε γύρω στο 1909, με την εισαγωγή της καπνοκοπτικής μηχανής και αργότερα με την σιγαροποιητική μηχανή σημειώνονται πολλές μεταβολές. Η μαζική παραγο^γή τσιγάρων απαιτεί και συσκευασία. Έτσι, πλάι στις καπνοβιομηχανίες ανθίζουν κυτιοποιεία, τυπογραφεία και λιθογραφεία που αναλαμβάνουν τη συσκευασία των τσιγάρων σε πακέτα. Υπάρχουν όμως και περιπτώσεις στις οποίες οι καπνοβιομήχανοι προσθέτουν στις επιχειρήσεις τους αντίστοιχα τμήματα. Εξαιτίας της εκμηχάνισης, του καταμερισμού της εργασίας και της δημιουργίας θέσεων ανειδίκευτης εργασίας αυξάνεται η συμμετοχή των γυναικών. Στην καπνοβιομηχανία οι θέσεις κατανέμονται κατά φύλα. Οι άνδρες δουλεύουν στην παρασκευή μίγματος (χαρμάνι), ως τροχιστές μαχαιριών κοπής καπνού, ως μηχανικοί στις καπνοκοπτικές μηχανές, ως τρίφτες, ως χειριστές των σιγαροποιητικών μηχανών, ως τορναδόροι, ηλεκτρολόγοι και αχθοφόροι. Οι περισσότερες γυναίκες δουλεύουν ως εργάτριες διαλογής φύλλων καπνού, ως βοηθοί στις σιγαροποιητικές μηχανές (πολύ λίγες), στη συσκευή σιγαρέτων, στο τμήμα επικόλλησης ταινιών στα κουτιά και στη συσκευασία δεμάτων.

Μετά την περιγραφή των θέσεων εργασίας στο καπνεμπόριο και στην καπνοβιομηχανία, ας δούμε με τη βοήθεια των ποσοτικών στοιχείων που διαθέτουμε τον όγκο του γυναικείου εργατικού δυναμικού.

Οι καπνεργάτριες σε αριθμούς

Από την απογραφή του 1907 έχουμε τα πρώτα αριθμητικά δεδομένα για τους εργαζόμενους στα καπνά. Στην υποκατηγορία «καπνοκόπται, καπνοσυσκευασταί, σιγαροποιοί, καφεκόπται, κατασκευασταί ταμβάκου» εργάζονται 2.079 άνδρες και 746 γυναίκες, με ποσοστά επί του συνόλου 74,60 % και 26,40 % αντιστοίχως. Οι αριθμοί αυτοί είναι ασαφείς και ανακριβείς, αφενός μεν γιατί περιλαμβάνουν μόνο τους εργαζόμενους στη βιομηχανία χωρίς να καταγράφουν τους εργαζόμενους στο καπνεμπόριο, αφετέρου δε γιατί η κατηγορία περιλαμβάνει και τους καφεκόπτες, επάγγελμα που δεν έχει σχέση με τον καπνό. Πι

115. Μάνος Χαριτάτος - Πηνελόπη Γιακουμάκη, Η ιστορία του ελληνικού τσιγάρου, Αθήνα 1997, σ. 60.

Σελ. 91
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/92.gif&w=600&h=915

Πιθανότατα να μπήκε στην ίδια υποκατηγορία γιατί παλαιότερα τα καφεκοπτεία έφτιαχναν και πουλούσαν και τσιγάρα.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της απογραφής του 1920 των βιομηχανικών και βιοτεχνικών επιχειρήσεων, η βιομηχανία καπνού απασχολεί 3.417 γυναίκες. Με κριτήριο τη συμμετοχή των γυναικών στους βιομηχανικούς κλάδους η βιομηχανία καπνού με ποσοστό 13,97 % επί του συνόλου του γυναικείου εργατικού δυναμικού στη βιομηχανία-βιοτεχνία έρχεται τρίτη κατά σειρά μετά την υφαντουργία και τη βιομηχανία ενδυμάτων. Στα ποσοτικά στοιχεία που μας δίνει η απογραφή του 1920 δεν διαχωρίζονται με σαφήνεια τα εργαζόμενα πρόσωπα στην καπνοβιομηχανία από αυτά που εργάζονται στο καπνεμπόριο. Η απογραφή υπολογίζει το δυναμικό που εργάζεται στις καπνοβιομηχανικές επιχειρήσεις γενικώς.

Η κατά φύλο σύνθεση του εργατικού δυναμικού στη βιομηχανία καπνού, σύμφωνα με την απογραφή του 1920, είναι σε ποσοστά: 51,50% άνδρες (9,50% κάτω των 18 ετών και 42,40 % άνω των 18) και 48,50 % γυναίκες (10,72 % κάτω των 18 ετών και 37,74% άνω των 18 ετών).

Μια αναλυτικότερη κατανομή του γυναικείου εργατικού δυναμικού κατά ηλικίες μας δίνει για το 1921 η Επιθεώρηση Εργασίας. Πρόκειται για 1.410 εργάτριες —αρκετά μεγάλο δείγμα— που εργάζονται στις καπναποθήκες των Σερρών και της Θεσσαλονίκης.

Για να εξετάσουμε καλύτερα την κλίμακα των ηλικιών των εργατριών αυτών συνέταξα τον παρακάτω πίνακα με την κατά ηλικία σύνθεση των εργατριών στις καπναποθήκες Σερρών και Θεσσαλονίκης σε αριθμούς και σε ποσοστά επί τοις εκατό.

ΠΙΝΑΚΑΣ 8

Η κατά ηλικία σύνθεση των εργατριών στις καπναποθήκες Σερρών και Θεσσαλονίκης

Ηλικίες

Σύνολο εργατριών

Πόλεις

12-16 αρ· %

17-20 αρ. %

20-30 30-40 αρ. % αρ. %

40-50 αρ. %

50-65

αρ. %

Σέρρες

7 4,4

84 52,8

24 15,0 21 13,2

14 8,9

9 5,7

159

Θεσ/νίκη

77 6,2

623 49,8

384 30,7 73 5,8

54 4,3

40 3,2

1.251

Σύνολο

84 6

707 50,1

408 28,9 94 6,7

68 4,8

49 3,5

1.410

Πηγή: ΥΕΟ, Διεύθυνσις Εργασίας, Εκθέσεις τον προσωπικού επιθεωρήσεως εργασίας επί της εφαρμογής των εργατικών νόμων το έτος 1921, Αθήνα 1923, σ. 52.

Πηγή: ΥΕΟ, Διεύθυνσις Εργασίας, Εκθέσεις τον προσωπικού επιθεωρήσεως εργασίας επί της εφαρμογής των εργατικών νόμων το έτος 1921, Αθήνα 1923, σ. 52.

Από τον πίνακα παρατηρούμε ότι και στις δύο καπνουπόλεις ο μεγαλύτερος όγκος των εργατριών είναι από 17 έως 20 ετών, δηλαδή σε ποσοστά,

Σελ. 92
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/93.gif&w=600&h=915

52,8% για τις Σέρρες, 49,8% για τη Θεσσαλονίκη και 50,1% επί του συνόλου και των δύο πόλεων. Είναι αξιοσημείωτο ότι το ποσοστό των καπνεργατριών ηλικίας 12 έως 16 ετών είναι χαμηλό, 6% επί του συνόλου. Είναι φανερό ότι στο καπνεμπόριο, σε σύγκριση με άλλους κλάδους, όπως π.χ. στην κλωστοϋφαντουργία, οι κοπέλες δεν εργάζονται από μικρή ηλικία. Όπως προκύπτει από τον πίνακα, και μετά τα 20 εξακολουθούν κατά ένα αρκετά σημαντικό ποσοστό (43,9%) να εργάζονται. Πραγματικά, με βάση το βασιλικό διάταγμα 14/26 Αυγούστου 1913 «περί εκτελέσεως του περί εργασίας γυναικών και ανηλίκων ΔΚΘ' νόμου ως προς τα εργοστάσια, εργαστήρια, εμπορικά καταστήματα και πρατήρια παντός είδους» απαγορεύεται να δουλεύουν γυναίκες κάτω των 18 ετών στην κατεργασία καπνών, γιατί λόγω των αναθυμιάσεων θεωρείται πολύ βλαβερή εργασία.116 Επίσης θα πρέπει να αναζητήσουμε τους λόγους για τους οποίους παρατηρείται αυτό το φαινόμενο, στο γεγονός ότι στις πόλεις αυτές έχουν εγκατασταθεί προσφυγικές οικογένειες που ψάχνουν για δουλειά. Όπως ήδη αναφέραμε και παραπάνω, οι πρόσφυγες γνωρίζοντας την τέχνη των καπνών απορροφώνται στον κλάδο της καπνοβιομηχανίας. Ο επόμενος πίνακας καταγράφει τη συμμετοχή των εργατριών στη βιομηχανία καπνού αναλόγως του μεγέθους της επιχείρησης.

ΠΙΝΑΚΑΣ 9

Η συμμετοχή των εργατριών στη βιομηχανία καπνού σύμφωνα με το μέγεθος των επιχειρήσεων, 1920

Μέγεθος επιχειρήσεων

Αριθμός Εργατριών

% συνόλου εργατριών

1-5 ατόμων

98

2,9

6-25 ατόμων

427

12,5

25 και άνω

2.892

84,6

Σύνολο

3.417

100

Πηγή: ΥΕΟ, ΓΣΥΕ, Απογραφή βιοτεχνικών και βιομηχανικών καταστημάτων της 1812-1920, Αθήνα 1926.

Πηγή: ΥΕΟ, ΓΣΥΕ, Απογραφή βιοτεχνικών και βιομηχανικών καταστημάτων της 1812-1920, Αθήνα 1926.

Μπορούμε αμέσως να συμπεράνουμε ότι το μεγαλύτερο ποσοστό (84,6 %) των εργατριών καπνού είναι συγκεντρωμένο στις επιχειρήσεις που απασχολούν από 25 άτομα και πάνω, δηλαδή στις μεγάλες επιχειρήσεις. Από τον πίνακα επαληθεύεται για την καπνοβιομηχανία το σχήμα που ισχύει και για την κλωστοϋφαντουργία, σύμφωνα με το οποίο οι γυναίκες απασχολούνται ως ανειδίκευτο εργατικό δυναμικό στις μεγάλου μεγέθους επιχειρήσεις όπου κυριαρχεί ο καταμερισμός εργασίας και η εκμηχάνιση της παραγωγικής διαδικασίας.

116. Σπ. Μ. Αντύπας, Ελληνική Εργατική Νομοθεσία, Αθήνα 1938, σ. 456.

Σελ. 93
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/94.gif&w=600&h=915

Μετά την εξέταση των ποσοτικών στοιχείων που διαθέτουμε για τον αριθμό των απασχολουμένων εργατριών και την ηλικιακή τους σύνθεση, θα δούμε στη συνέχεια τις συνθήκες εργασίας που επικρατούν στις καπναποθήκες και στα καπνεργοστάσια.

Συνθήκες εργασίας

Για τις συνθήκες εργασίας που επικρατούσαν στην Καβάλα, όπου δούλευε το μισό δυναμικό των καπνεργατών της Ελλάδας, έχουμε την αποκαλυπτική μαρτυρία του συνδικαλιστή-καπνεργάτη Γιώργου Α. Πέγιου: «Οι ώρες δουλειάς τους το καλοκαίρι ήταν 8 και το χειμώνα 7, γιατί το φως της ημέρας δεν επαρκούσε για 8 ώρες. Το ωράριο δουλειάς ήταν: το καλοκαίρι 7 με 11 το πρωί και το απόγευμα 2 με 6. Το χειμώνα 8 με 11.30 το πρωί και το απόγευμα 1.30 με 5. Οι εργάτριες επίσης πιάνανε δουλειά ένα τέταρτο αργότερα από τους άνδρες και σχολούσανε ένα τέταρτο αργότερα από αυτούς. Οι εργάτριες επίσης κάνανε δεκάλεπτο ομαδικό διάλειμμα δυο φορές την ημέρα, πρωί και απόγευμα. Η είσοδος και έξοδος γινόταν με κωδωνοκρουσίες, όπως και τα διαλείμματα. Σε κάθε κεντρική είσοδο των επιχειρήσεων υπήρχε θυρωρός (καβάζης), που φύλαγε την είσοδο. Την ώρα που σχολούσαν οι εργάτες τους έψαχνε σε όλο το σώμα, ακόμη και στα πόδια, για να μην έχουν κλέψει καπνά, τις δε γυναίκες τις έψαχνε η καβάζαινα. Την ώρα της δουλειάς επιτρέπονταν οι καφέδες και τα αναψυκτικά από τα κοντινά καφενεδάκια.

Η πόλη έμοιαζε με πραγματική κυψέλη, όταν το ανθρώπινο αυτό μελίσσι μπαινόβγαινε στις καπναποθήκες. Με το σχόλασμα πρώτα των ανδρών οι στενοί δρόμοι της πλημμύριζαν από μια μάζα ανθρώπων που από μακριά διέκρινες μόνο τα κεφάλια τους, καλυμμένα με κόκκινα φέσια και άσπρα ψαθάκια.

Μέχρι να γίνει η αποσυμφόρηση των δρόμων από τους άνδρες, σε 10 λεπτά της ώρας, επακολουθούσε δεύτερο κύμα πλημμύρας. Αυτήν τη φορά από γυναίκες ντυμένες με μαύρες ποδιές και πολύχρωμες ομπρέλες που κρατούσαν ανοικτές για να προφυλαχτούν από τον καλοκαιρινό καυτό ήλιο».117

Ως προς τους χώρους εργασίας έχουμε να παρατηρήσουμε ότι δεν είχαν όλες οι καπναποθήκες και τα καπνεργοστάσια επαρκή φωτισμό και αερισμό. Τα πατώματα ήταν ξύλινα και ήταν δύσκολο να πλυθούν. Η βλαβερή για τον οργανισμό μυρωδιά της νικοτίνης κυριαρχούσε στους χώρους επεξεργασίας του καπνού. Στο Υπόμνημα του Εργατικού Κέντρου Αθηνών για τις συνθήκες εργασίας των εργατών καπνού, αλλά και στις εκθέσεις της Επιθεώρησης Εργασίας διαβάζουμε ότι τα κρατικά καπνεργοστάσια, που στεγάζονταν, με ενοίκιο

117. Γιώργος Α. Πέγιος, Από την ιστορία του συνδικαλιστικού κινήματος της Καβάλας (1922-1953), Αθήνα 1984, σ. 27-28.

Σελ. 94
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/56/gif/95.gif&w=600&h=915

κατά κανόνα, σε παλαιά οικήματα, ήταν υγρά, ανήλια, σκοτεινά, και βρωμερά. Αντίθετα, οι ιδιοκτήτες των ιδιωτικών καπνεργοστασίων φρόντιζαν να τα κτίζουν με ειδικές προδιαγραφές, αντιγράφοντας τα ευρωπαϊκά πρότυπα.118

Ας δούμε τώρα τους παράγοντες που καθορίζουν και διαμορφώνουν την αμοιβή της καπνεργάτριας. Τα ποσοτικά στοιχεία που διαθέτουμε είναι από την Επιθεώρηση Εργασίας. Προκειμένου να εξετάσουμε αναλυτικότερα το θέμα των ημερομισθίων, συνέταξα τους Πίνακες 10 και 11.

ΠΙΝΑΚΕΣ 10 Α, Β

Ημερομίσθια του εργατικού προσωπικού στις καπναποθήκες Σερρών, Θεσσαλονίκης, Καβάλας, 1921

Α. Σε δραχμές

Πόλη

Άνδρες

Γυναίκες

3-6 Γ

7-10 Α

7-10 Γ

10-15 Α

10-15 Γ

15-20 Α

20-22 Α

Σέρρες

Θεσ/νίκη

Καβάλα

433 656 3.138

150 1.251 1.333

10 23 26

23 541 59

28 65 164

136 598 1.048

88 111 298

112 226

117 148

730

190 309 1.919

Σύνολο

4.227

2.734

59

623

257

1.782

497

338

995

2.418

Β. Σε ποσοστά %

Πόλη

Άνδρες

Γυναίκες

3-6 Α

3-6 7-10 Γ Α

7-10 Γ

10-15 Α

10-15 Γ

15-20 Α*

20-22 Α*

Σέρρες

Θεσ/νίκη

Καβάλα

433 656 3.138

150 1.251 1.333

2,3 3,5 0,8

14,5 43,3 4,5

6,5 9,9 5,2

85.5 47,8

78.6

20,3 16,9 9,5

8,9 16,9

27 22,6 23,3

43,9

47.1

61.2

Σύνολο

4.227

2.734

1,4

22,7

6,1

65,0

11,8

12,3

23,5

57,2

* Δεν υπάρχουν γυναίκες σε αυτές τις μισθολογικές κατηγορίες. Πηγή: ΥΕΟ, Διεύθυνσις Εργασίας, Εκθέσεις... 1921, ό.π., σ. 53.

* Δεν υπάρχουν γυναίκες σε αυτές τις μισθολογικές κατηγορίες. Πηγή: ΥΕΟ, Διεύθυνσις Εργασίας, Εκθέσεις... 1921, ό.π., σ. 53.

Αρχικά θα πρέπει να σημειωθεί ότι λόγω της φύσης του προϊόντος υπάρχει εποχική ανεργία 3-4 μηνών, με αποτέλεσμα στο σύνολο του έτους οι αποδοχές των εργαζομένων στην επεξεργασία του καπνού να μειώνονται αισθητά. Επίσης ένα άλλο γεγονός που θα πρέπει να επηρεάζει την αμοιβή είναι ότι το χειμώνα εργάζονται μια ώρα λιγότερο απ' ό,τι το καλοκαίρι. Όμως, λόγω έλλειψης στοιχείων δεν είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε αν ρυθμιζόταν ή όχι αυτό το ζήτημα.

Όσον αφορά τον αριθμό των απασχολουμένων προσώπων κατά φύλα (βλ. Πίνακα 10), παρατηρούμε ότι στη Θεσσαλονίκη οι γυναίκες εργάτριες είναι

118. Βλ. Εργατικόν Κέντρον Αθηνών, Οι εργάται της Ελλάδος..., ό.π., σ. 9 και Υπουργείον Εθνικής Οικονομίας, Διεύθυνσις Εργασίας, Εκθέσεις... 1921, ό.π., σ. 21.

Σελ. 95
Φόρμα αναζήτησης
Αναζήτηση λέξεων και φράσεων εντός του βιβλίου: Γυναίκες εργάτριες στην ελληνική βιομηχανία και στη βιοτεχνία (1870-1922)
Αποτελέσματα αναζήτησης
    Ψηφιοποιημένα βιβλία
    Σελίδα: 76
    

    γεγονός ότι στην Ελλάδα η εργατική νομοθεσία καθιερώθηκε συγκριτικά πολύ αργότερα απ' ό,τι στις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες, επωφελούμενη από τα πρότυπα αυτών των χωρών χωρίς ενδιάμεσες δοκιμές. Πράγματι, το χάσμα ανάμεσα στο νόμο και την κοινωνία γεφυρώθηκε με τη μη εφαρμογή του νόμου.67

    Το ωράριο εργασίας

    Πριν τη θέσπιση του νόμου 4029 της 24-1/7-2-1912 «περί εργασίας γυναικών και ανηλίκων» δεν υπήρχε καμία νομοθετική πρόνοια για την ημερήσια διάρκεια της εργασίας των γυναικών στα κλωστοϋφαντουργεία. Όλες ανεξαιρέτως οι γυναίκες ανεξαρτήτως ηλικίας εργάζονταν όσο και οι άνδρες, από την ανατολή μέχρι τη δύση του ηλίου.

    Από τα στοιχεία που διαθέτουμε, θα δώσουμε μερικά παραδείγματα για τα ωράρια εργασίας των κλωστοϋφαντουργείων. Στο εργοστάσιο του Ρετσίνα το 1887 οι γυναίκες εργάζονταν το χειμώνα από τις 6 το πρωί μέχρι τις 6.30 το απόγευμα με μισή ώρα διακοπή για το γεύμα, ενώ το καλοκαίρι από τις 5 το πρωί μέχρι τις 6.30 το απόγευμα με ενδιάμεση διακοπή μιάμισης ώρας.68 Το 1894 το ωράριο στο εργοστάσιο Ρετσίνα μεταβλήθηκε προς το καλύτερο για το προσωπικό. Οι γυναίκες εργάζονταν το χειμώνα από τις 8 το πρωί μέχρι τις 5 το απόγευμα με τρία τέταρτα διακοπή για το γεύμα, ενώ το καλοκαίρι εργάζονταν από τις 6 το πρωί μέχρι τις 7 το απόγευμα με διακοπή 1 ώρας και 15 λεπτών.69 Η μείωση των ωρών της καθημερινής εργασίας αποτελεί ένα κοινωνικό ζήτημα το οποίο απασχολεί τους γυναικείους συλλόγους, τους δημοσιογράφους και τους πρώτους πυρήνες του εργατικού κινήματος.70 Όταν ο εργοστασιάρχης Λυγινός, το Μάιο του 1894, μειώνει το ωράριο εργασίας του προσωπικού στο νηματουργείο του κατά ένα τέταρτο της ώρας (δηλαδή το προσωπικό εργαζόταν 11 ώρες και 45 λεπτά), το γεγονός μπαίνει στην εφημερίδα, η οποία με τη σειρά της προτρέπει και τους άλλους βιομήχανους, που δεν έχουν προχωρήσει στη βελτίωση του ωραρίου του εργατικού προσωπικού, να πράξουν το ίδιο.71 Το κλωστοϋφαντουργείο Λαδόπουλου στη Σύρο

    67. Αντώνης Λιάκος, Εργασία και πολιτική..., ό.π., σ. 285.

    68. Καλλιρρόη Παρρέν, «Γυναίκες εν τη ελληνική βιομηχανία. Τετρακόσιαι...», ό.π. και Μιχάλης Ρηγίνος, Μορφές παιδικής εργασίας..., ό.π., σ. 86-87.

    69. Γ. Β. [Γαβριηλίδης Βλάσης], «Ο εργατικός κόσμος εν Ελλάδι. Ημερομίσθια 2 δραχμών. Σκέψεις - Τύποι - Εικόνες - Επεισόδια», Ακρόπολις, αρ. 4400, 9-5-1894.

    70. Η Καλλιρρόη Παρρέν και η ομάδα του περιοδικού Εφημερίς των Κυριών διαμαρτύρονται για το ωράριο εργασίας των γυναικών στα κλωστοϋφαντουργεία. Η Ευγενία Ζωγράφου υποβάλλει υπόμνημα στη Βουλή, το οποίο συζητήθηκε στις 16-3-1898.

    71. Ανώνυμος, «Αι ώραι εργασίας. Πρωτοβουλία αξιέπαινος», Νέα Εφημερίς, αρ. 133, 14-5-1894 και Ανώνυμος, «Το εργατικόν ζήτημα», Νέα Εφημερίς, αρ. 134, 15-5-1894.