Συγγραφέας:Κιουσοπούλου, Αντωνία
 
Τίτλος:Χρόνος και ηλικίες στη βυζαντινή κοινωνία
 
Υπότιτλος:Η κλίμακα των ηλικιών από τα αγιολογικά κείμενα της μέσης εποχής (7ος-11ος αι.)
 
Τίτλος σειράς:Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας
 
Αριθμός σειράς:30
 
Τόπος έκδοσης:Αθήνα
 
Εκδότης:Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς
 
Έτος έκδοσης:1997
 
Σελίδες:167
 
Αριθμός τόμων:1 τόμος
 
Γλώσσα:Ελληνικά
 
Θέμα:Κοινωνική ενσωμάτωση
 
Νοοτροπίες και συμπεριφορές
 
Τοπική κάλυψη:Βυζαντινή κοινωνία
 
Χρονική κάλυψη:7ος-11ος αι.
 
Περίληψη:Στόχος της μελέτης είναι η διερεύνηση, μέσα από τα αγιολογικά κείμενα, του τρόπου με τον οποίο αρθρωνόταν η κλίμακα των ηλικιών στην αντίληψη των Βυζαντινών. Έναν ειδικότερο στόχο αποτέλεσε η στάση της βυζαντινής κοινωνίας απέναντι στην παιδική ηλικία και τη νεότητα και η αναζήτηση ενδεχόμενων αλλαγών σε αυτήν κατά τη διάρκεια των βυζαντινών χρόνων. Η μελέτη της κοινωνικής λειτουργίας των Βίων των αγίων έδειξε ότι δεν είναι μόνον το εκκλησιαστικό μοντέλο για την παιδική ηλικία, τη νεότητα και τα γηρατειά που αποδεσμεύεται μέσα από τα κείμενα αυτά, αλλά και η εικόνα για τα διάφορα στάδια της ανθρώπινης ζωής που η κοινωνία είχε δημιουργήσει ως απάντηση στις δικές της ανάγκες και που οι συγγραφείς των Βίων τη μετέφεραν προσαρμοσμένη στα δικά τους ιδεολογικά μέτρα, ακριβώς επειδή ήθελαν να βρίσκονται σε αντιστοιχία προς την κοινωνική πραγματικότητα. Έτσι, εκείνο που αναδείχθηκε ή έγινε προσπάθεια να αναδειχθεί δεν ήταν τόσο το περιεχόμενο καθεμιάς ηλικίας όσο η σημασία του ηλικιακού συστήματος για τη μέτρηση του χρόνου στη βυζαντινή κοινωνία σε συνάρτηση με τις ιστορικά διαμορφωμένες δομές της.
 
Άδεια χρήσης:Αυτό το ψηφιοποιημένο βιβλίο του ΙΑΕΝ σε όλες του τις μορφές (PDF, GIF, HTML) χορηγείται με άδεια Creative Commons Attribution - NonCommercial (Αναφορά προέλευσης - Μη εμπορική χρήση) Greece 3.0
 
Το Βιβλίο σε PDF:Κατέβασμα αρχείου 5.75 Mb
 
Εμφανείς σελίδες: 18-37 από: 170
-20
Τρέχουσα Σελίδα:
+20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/47/gif/18.gif&w=600&h=91530. Κιουσοπούλου, Χρόνος και ηλικίες

Αφετηριακή υπόθεση της έρευνας αποτελεί η σκέψη ότι οι Βίοι ως κατηγορία κειμένων, που εξιστορούν τη ζωή ενός ανθρώπου από τη γέννηση ως τον θάνατό του, είναι μια πηγή προνομιακή για την ανασύσταση της κλίμακας των ηλικιών στη συλλογική συνείδηση των Βυζαντινών. Βεβαίως, η μελέτη της παιδικής ηλικίας και της νεότητας, όπως άλλωστε και των γηρατειών, στο Βυζάντιο δεν θα βασιζόταν μόνον στους Βίους των αγίων. Όπως θα εξηγήσω, τα αγιολογικά κείμενα πρέπει να ελεγχθούν ως προς την πληροφοριακή τους αξία, επειδή είναι κείμενα προπαγανδιστικά. Επιπλέον, ο άγιος ως πρόσωπο που πλάθεται από τα κείμενα είναι χωρίς αμφιβολία μία εξαιρετική περίπτωση. Επιβάλλεται εντούτοις να εξεταστεί ποιον ρόλο είχε η εξαίρεση μέσα στις κανονικότητες της βυζαντινής κοινωνίας. Θα ήταν πιο ακριβές εντέλει, αν έλεγα ότι η αξιοποίηση των Βίων μπορεί να συμβάλει στη διερεύνηση του τρόπου με τον οποίο η κοινωνία αυτή ταξινομούσε και αντιμετώπιζε τις διάφορες ηλικιακές ομάδες των μελών της, με όλες βεβαίως τις επιφυλάξεις που γεννά ο χαρακτήρας των κειμένων.

Σελ. 18
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/47/gif/19.gif&w=600&h=91530. Κιουσοπούλου, Χρόνος και ηλικίες

TA ΚΕΙΜΕΝΑ

Τα κείμενα, οι Βίοι των αγίων, θέτουν πολλά και σοβαρά μεθοδολογικά προβλήματα στον ερευνητή. Δεν είναι μόνον ο όγκος του αγιολογικού υλικού που καθιστά την περιήγηση στους Βίους των αγίων μίαν επίπονη προσπάθεια. Είναι κυρίως το γεγονός ότι ο ιστορικός, προκειμένου να αξιοποιήσει αυτά τα τόσο πολυάριθμα και ποικίλα κείμενα ως πηγή πληροφοριών για τη μελέτη της βυζαντινής κοινωνίας, χρειάζεται να τα κατατάξει σε επιμέρους κατηγορίες. Εξάλλου, επειδή οι Βίοι φαίνεται ότι είχαν μεγάλη διάδοση, ένα σοβαρό πρόβλημα σχετίζεται με τη χειρόγραφη παράδοσή τους, πρόβλημα του οποίου η επίλυση προϋποθέτει τη φιλολογική καταρχήν προσέγγιση των κειμένων. Καθίσταται, κατά συνέπεια, πρακτικά αδύνατον να αποκτήσει ένας ερευνητής εποπτεία ολόκληρου του διαθέσιμου αγιολογικού υλικού. Με αυτές τις προϋποθέσεις, ήταν ιδιαιτέρως δύσκολο να επιλεγούν οι Βίοι, που ως αντιπροσωπευτικοί θα συγκροτούσαν το corpus των πρόσφορων για τη συγκεκριμένη μελέτη κειμένων.

Παρά ταύτα, επειδή ορισμένα κριτήρια έπρεπε να χρησιμοποιηθούν ώστε το τεράστιο αυτό υλικό να τεθεί υπό έλεγχο, χρησιμοποίησα τα κριτήρια εκείνα που κατά τη γνώμη μου ήταν αναγκαίο να συνεκτιμηθούν για τη διατύπωση και την επεξεργασία των ερωτημάτων που γεννώνται σχετικά με τη συλλογική εικόνα για τις ηλικίες στα βυζαντινά χρόνια.

Ως πρώτο, λοιπόν, κριτήριο ομαδοποίησης των Βίων επελέγη το χρονολογικό, σύμφωνα με την κλασική διαίρεση της βυζαντινής ιστορίας σε πρώιμη, μέση και ύστερη εποχή. Διέκρινα τους Βίους αναλόγως προς την εποχή κατά την οποία συντάχθηκε το κείμενο

Σελ. 19
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/47/gif/20.gif&w=600&h=91530. Κιουσοπούλου, Χρόνος και ηλικίες

και προς την εποχή όπου έζησε ο βιογραφούμενος άγιος. Καθώς μεγάλος αριθμός Βίων σώζεται σε χειρόγραφα που χρονολογούνται πολύ αργότερα από τη στιγμή όπου το κείμενο συντάχθηκε για πρώτη φορά και επειδή η παρέμβαση του Συμεών του Μεταφραστή τον 10ο αιώνα είναι για πολλούς Βίους απροσδιόριστη, περιορίστηκα στα σαφώς χρονολογημένα κείμενα και επικέντρωσα την προσοχή μου στους Βίους της μέσης εποχής, για λόγους που θα εκθέσω αμέσως πιο κάτω.

Παράλληλα, ένα άλλο κριτήριο που χρησιμοποίησα ήταν το φύλο του αγίου και διέκρινα τους Βίους των αγίων γυναικών από τους Βίους των ανδρών αγίων κατά περιόδους.

Ένα τρίτο κριτήριο ήταν η διάκριση των κειμένων σε Βίους κοσμικών και σε Βίους μη κοσμικών αγίων. Οι Βίοι των ανθρώπων που αγίασαν ως ασκητές, μοναχοί ή ιερωμένοι είναι, ευλόγως, πολυαριθμότεροι από τους άλλους, τους συγκριτικά ελάχιστους, Βίους των ανθρώπων, οι οποίοι αγίασαν χωρίς να περιβληθούν το σχήμα του μοναχού ή του κληρικού και έζησαν κάνοντας ελεημοσύνες και θαύματα, έξω από το οργανωμένο σώμα της Εκκλησίας.

Μία ακόμη ταξινόμηση βασίστηκε στη διάδοση του καθενός κειμένου· έπρεπε, δηλαδή, να μελετηθούν Βίοι που από τη χειρόγραφη παράδοσή τους φαίνεται ότι ήταν διαδεδομένοι και, δυνάμει τουλάχιστον, επηρέασαν συγγραφείς και κοινό, αλλά και Βίοι που διασώθηκαν σε περιορισμένον αριθμό χειρογράφων και επομένως εικάζεται ότι είχαν περιορισμένη απήχηση.

Ένα ακόμη κριτήριο, το οποίο έλαβα υπόψη, ήταν η ιδιότητα και η μικρή ή μεγάλη μόρφωση του συγγραφέα.

Τέλος, όλα τα κείμενα που επελέγησαν εξιστορούν τη ζωή αγίων που περιλαμβάνονται στο Συναξάριο της Μεγάλης Εκκλησίας, ανήκουν δηλαδή στο επίσημο εορτολόγιο. Ασφαλώς, το κριτήριο αυτό ενέχει στοιχεία αυθαιρεσίας, καθώς δεν είναι γνωστό πώς και με ποιες προϋποθέσεις ένας άνθρωπος συγκαταλεγόταν στη χορεία των αγίων.5

—————————————

5. C. Mango, "The Saints", The Byzantines, ed. G. Cavallo, The University

Σελ. 20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/47/gif/21.gif&w=600&h=91530. Κιουσοπούλου, Χρόνος και ηλικίες

Με βάση τα προαναφερθέντα "εξωτερικά" κριτήρια, που έπρεπε να συνεκτιμηθούν, έγινε η επιλογή των κειμένων και συγκροτήθηκε o πρώτος κατάλογος των προς μελέτη Βίων. Ο κατάλογος συμπληρώθηκε με βάση "εσωτερικά" κριτήρια που σχετίζονταν με το ύφος του κειμένου και την αντιπροσωπευτικότητά του στο σύνολο της αγιολογικής παραγωγής μιας περιόδου. Αποδελτιώθηκαν έτσι συνολικά πενήντα τρεις Βίοι. Από αυτούς οι δέκα γράφτηκαν ή αναφέρονται σε αγίους που έζησαν κατά την πρώιμη εποχή, οι είκοσι τέσσερεις συντάχθηκαν κατά τη μέση εποχή, και οι επτά κατά τους παλαιολόγειους χρόνους και αφορούν άνδρες αγίους. Από τους πενήντα τρεις Βίους δώδεκα αναφέρονται σε γυναίκες που αγίασαν, και προέρχονται πέντε από την πρώιμη, έξι από τη μέση και ένας από την ύστερη εποχή.

Είναι προφανές ότι ο κύριος όγκος του υλικού μας προέρχεται από τη μέση εποχή (7ος-11ος αι.). Οι αιώνες που αντιστοιχούν στη μέση βυζαντινή εποχή θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως οι χρυσοί αιώνες της αγιολογίας. Όχι μόνον επειδή τότε γράφτηκαν τα περισσότερα κείμενα, αλλά κυρίως επειδή τότε παρήχθησαν τα περισσότερα ερεθίσματα για τη συγγραφή τους. Από αυτήν την άποψη, ήταν ευχερέστερο να μην περιληφθούν, παρά μόνον δειγματοληπτικά, στη μελέτη μου οι πρώιμοι Βίοι, οι οποίοι άλλωστε απηχούν τη μεταβατική εποχή των πρώτων βυζαντινών αιώνων. Εξετάστηκαν οι Βίοι των εξής αγίων, των οποίων η λατρεία τοποθετείται στην πρώιμη εποχή: Αντωνίου, Γαλακτίωνος και Επιστήμης, Τρύφωνος, Πορφυρίου επισκόπου Γάζης, Νικολάου αρχιεπισκόπου Μύρων, Νικολάου της Σιών, Γεωργίου, Θεοδώρου του

—————————————

of Chicago Press, Chicago 1997, 261-263. Μέσα πάντως στους εξεταζόμενους Βίους είναι αξιοσημείωτα τα γεγονότα που περιγράφει ο Νικήτας Στηθάτος και αφορούν τη λατρεία που θέλησε να καθιερώσει ο Συμεών ο Νέος Θεολόγος για το πρόσωπο του πνευματικού του πατέρα. Ο Συμεών κατηγορήθηκε για την πρωτοβουλία του αυτή και αναγκάστηκε να απολογηθεί ενώπιον της Πατριαρχικής Συνόδου (Βίος Συμεών του Νέου Θεολόγου, 110-112).

Σελ. 21
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/47/gif/22.gif&w=600&h=91530. Κιουσοπούλου, Χρόνος και ηλικίες

Τήρωνος, Υπατίου, και Συμεών του Νέου του Στυλίτη. Εξετάστηκαν επίσης οι Βίοι των αγίων γυναικών: Μαρίας της Αιγυπτίας, Μελανίας, Ευφροσύνης, Ματρώνας και Θέκλας.

Κατά τη μέση εποχή η βυζαντινή Εκκλησία εδραίωσε τη δύναμή της, αποκρυστάλλωσε το δογματικό της σύστημα, διαμόρφωσε τους θεσμούς της και, το σπουδαιότερο στη δική μας συνάφεια, ενδιαφέρθηκε να διευρύνει την επιρροή της στο κοινωνικό πεδίο. Στο πεδίο αυτό έπρεπε να ανταγωνιστεί την κοσμική εξουσία, η οποία κατά τη διάρκεια ολόκληρης της μέσης εποχής αποτελούσε τον κυριότερό της αντίπαλο. Η συνύπαρξη και η αντιπαλότητα της κοσμικής με την εκκλησιαστική εξουσία, ως δύο διακριτών πόλων -που κατά καιρούς έπαιρνε διάφορες μορφές και ορισμένες στιγμές οξύνθηκε- συνιστά το πλαίσιο μέσα στο οποίο πρέπει να εγγράψουμε τη μελέτη των Βίων αυτής της περιόδου. Δεν είναι τυχαίο ότι η παραγωγή Βίων πυκνώνει κατά την περίοδο που η αντιπαλότητα κορυφώθηκε: στην περίοδο της εικονομαχίας. Όπως επισημαίνουν οι μελετητές, μετά τη σχετική παρακμή που γνώρισε από τα μέσα του 7ου αιώνα και μετά, η αγιολογία άνθησε και πάλι στις αρχές του 9ου αιώνα. Υπολογίζεται ότι κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου γράφτηκαν περίπου 70 Βίοι.6 Λιγότεροι, αλλά ιδιαιτέρως σημαντικοί είναι οι Βίοι του 10ου αιώνα, την εποχή της ίδρυσης των μεγάλων μοναστηριών στη βυζαντινή επαρχία, και ακόμη πιο λίγοι οι Βίοι του 11ου αιώνα.

Από τον 7ο αιώνα θα εξετάσουμε καταρχήν δύο Βίους: τον Βίο του Θεόδωρου του Συκεώτη και τον Βίο του Ιωάννη του Ελεήμονος.7 Στον πρώτο διακρίνουμε τα μορφολογικά και ιδεολογικά

—————————————

6. L. Rydén, "New Forms of Hagiography: Heroes and Saints", The 17th International Byzantine Congress, Major Papers, Washington 1986, 537-554.

7. Ο Βίος του Ιωάννη του Ελεήμονος θα εξεταστεί στην έκδοση του Delehaye. Στην έκδοση αυτή, το κείμενο αποτελεί συμπίλημα του Βίου που έγραψε ο Λεόντιος Νεαπόλεως και του εγκωμίου που συνέταξε για τον άγιο ο Σωφρόνιος. Επιπλέον το κείμενο αυτό είναι προγενέστερο του σωζόμενου σχετικού κειμένου του Μεταφραστή: βλ. τα σχόλια του Delehaye, Βίος Ιωάννη, 8.

Σελ. 22
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/47/gif/23.gif&w=600&h=91530. Κιουσοπούλου, Χρόνος και ηλικίες

χαρακτηριστικά που προσδιόρισαν την αγιολογική παραγωγή κατά τους επόμενους αιώνες, ενώ ο δεύτερος μπορεί να καταλεχθεί λόγω του περιεχομένου του στην ομάδα με τους Βίους των επισκόπων που συντάσσονταν κατά την προηγούμενη περίοδο. Από τον 7ο αιώνα θα εξετάσουμε επίσης, ως αντιπροσωπευτικόν της σχετικής θεματολογίας, τον Βίο του Αλυπίου του Στυλίτη,

Η εικονομαχία, όπως είναι αναμενόμενο, ανέδειξε πολλούς μάρτυρες, τους οποίους η εικονολατρική πλευρά, που τελικά επικράτησε, χρειαζόταν για να νομιμοποιήσει το δίκαιο των θέσεών της και όλη την αναταραχή που προκλήθηκε. Ο I. Ševčenko παρατηρεί ότι στις δύο φάσεις της εικονομαχίας αντιστοιχούν δύο ομάδες Βίων.8 Στην πρώτη ομάδα περιλαμβάνονται 12 Βίοι· από αυτούς θα εξετάσουμε δύο: τον Βίο του Στέφανου του Νέου, από τον οποίο γνωρίζουμε ότι άντλησαν και άλλοι Βίοι της περιόδου (όπως o Βίος του Ανδρέα του εν Κρίσει, του Παύλου του Νεώτερου και του πατριάρχη Γερμανού), και τον Βίο του Πλάτωνος Σακκουδίωνος, ο οποίος συνδέεται με το κέντρο της εικονολατρίας που ήταν η μονή Στουδίου. Η δεύτερη ομάδα περιλαμβάνει διπλάσιον αριθμό Βίων και παρουσιάζει μεγαλύτερη ποικιλία και ως προς τα πρόσωπα και ως προς το ύφος των κειμένων. Αυτήν την περίοδο (τέλος 8ου και 9ος αιώνας) συντάχθηκαν οι Βίοι ανθρώπων που έδρασαν κατά τη διάρκεια της εικονομαχίας, είτε ως εκκλησιαστικοί αξιωματούχοι, είτε ως μοναχοί. Από τη δεύτερη ομάδα θα εξετάσουμε τους Βίους του Πέτρου της Ατρώας, του Ιωαννίκιου, του Θεόδωρου του Στουδίτη, του Μακάριου της Πελεκητής, του Νικηφόρου του Μηδικίου και των αδελφών Δαυίδ, Συμεών και Γεωργίου από τη Μυτιλήνη.

Το τέλος της εικονομαχίας εσήμανε την ενίσχυση του μοναχισμού. Άγιοι αναδείχθηκαν οι ιδρυτές των μεγάλων μοναστηριών. Η λεπτομερής περιγραφή της ζωής τους και της δράσης τους ήλθε να ερμηνεύσει την ίδρυση αυτών των μοναστηριών, να την τοποθετήσει

—————————————

8. I. Ševčenko, "Hagiography of the Iconoclast Period", Iconoclasm, ed. A. Bryer - J. Herrin, Birmingham 1977, 1-42 [= Ideology, Letters and Culture in Byzantine World, Variorum Reprints, London 1982, αρ. V].

Σελ. 23
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/47/gif/24.gif&w=600&h=91530. Κιουσοπούλου, Χρόνος και ηλικίες

στον χρόνο και να της δώσει προοπτική. Δεν αποτελεί ασφαλώς σύμπτωση ότι συγγραφείς αυτών των Βίων ήταν μοναχοί που εγκαταβίωσαν στη συγκεκριμένη μονή. Τότε γράφονται, οι Βίοι του Κωνσταντίνου του εξ Ιουδαίων, του Ευθυμίου του Νέου, του Βλάσιου του εξ Αμορίου, του Λουκά του Στειριώτη, του Λουκά του Στυλίτη, του Μιχαήλ Μαλεΐνου, του Νίκωνα του Μετανοείτε και του Αθανασίου της Λαύρας, τους οποίους και θα εξετάσουμε.

Στην ίδια περίοδο γράφονται και τρεις Βίοι κοσμικών αγίων, ο Βίος του Φιλάρετου, ο Βίος του Ανδρέα του κατά Χριστόν Σαλού και ο Βίος του Βασιλείου του Νέου. Από αυτούς θα μας απασχολήσουν οι δύο πρώτοι, οι οποίοι είναι εκδεδομένοι. Επίσης θα ασχοληθούμε με τους Βίους έξι αγίων γυναικών της ίδιας εποχής: της Αθανασίας της Αίγινας, της αυτοκράτειρας Θεοδώρας, της Θωμαΐδος της Λέσβου, της Θεοδώρας της Θεσσαλονίκης, της Θεοκτίστης και της Μαρίας της Νέας.

Τον 11ο αιώνα ενισχύθηκε ο τύπος του πολιτικού αγίου σύμφωνα με τον χαρακτηρισμό της R. Morris,9 η οποία περιλαμβάνει στην κατηγορία αυτήν τον Λάζαρο τον Γαλησιώτη, τον Συμεών τον Νέο Θεολόγο και τον Κύριλλο τον Φιλεώτη. Θα μελετήσουμε τους Βίους των τριών αυτών αγίων και ιδιαιτέρως τον Βίο του Κύριλλου, ο οποίος βρίσκεται στο όριο της εποχής όπου βρισκόμαστε. Από τον 12ο αιώνα και ύστερα, όπως παρατηρεί ο A. Καζντάν, o κοσμικός ήρωας νίκησε τον κατεξοχήν ανταγωνιστή του, τον ασκητή, και η αγιολογία παρήκμασε.10

Ο μεγάλος αριθμός των αγιολογικών κειμένων αυτής της περιόδου επιτρέπει τη διάκρισή τους σε ομάδες αναλόγως προς το ύφος τους. Έτσι, κατά τον Ševčenko, απαντούν Βίοι "χαμηλού", "μεσαίου" και "υψηλού" ύφους. Στους πρώτους κατατάσσονται από τους

—————————————

9. Rosemary Morris, "The Political Saint of the Eleventh Century", The Byzantine Saint, ed. S. Hackel, London 1981, 43-50.

10. A. Kazhdan, "Ο τέλειος μοναχός ή o τέλειος πολεμιστής; Ο συγκερασμός των κοινωνικών ιδανικών στο Βυζάντιο", Δωδώνη 15/1 (1986), 203-206.

Σελ. 24
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/47/gif/25.gif&w=600&h=91530. Κιουσοπούλου, Χρόνος και ηλικίες

Πίνακας των υπό εξέτασιν Βίων11

  Άγιος  Χρόνος θανάτου του Συγγραφέας Χρόνος συγγραφής
1.  Θεόδωρος Συκεώτης 613 Γεώργιος μαθητής του, ηγούμενος στη μονή του μετά 641
2.  Ιωάννης Ελεήμων περί 620   μετά 641
3.  Αλύπιος Στυλίτης 610-641 μαθητής του μετά 641
4.  Στέφανος ο Νέος περί 765 Στέφανος o Διάκονος 807
5.  Πλάτων Σακκουδίωνος 814 Θεόδωρος Στουδίτης 814-826
6. Δαυίδ, Γεώργιος,  Συμεών τέλος 8ου αι. άγνωστος περί 863-865
7.   Φιλάρετος 792 μοναχός Νικήτας εγγονός 821-822
8.  Νικηφόρος Μηδικίου 813 μοναχός Θεοστήρικτος 824-835
9.   Θεόδωρος Στουδίτης 826 στουδίτης μοναχός σύγχρονος περί 868 12
10. Πέτρος Ατρώας 837 μοναχός Σάββας περί 847
11.  Ιωαννίκιος 846 μοναχός Σάββας περί 847
12.  Μακάριος Πελεκητής 829-842 ηγούμενος Σάββας μετά 842
13. Κωνσταντίνος εξ Ιουδαίων τέλος 9ου αι. άγνωστος μοναχός περί 900
14. Ευθύμιος ο Νέος 898 Βασίλειος μητροπολίτης Θεσσαλονίκης μετά 905
15. Βλάσιος 909-912 στουδίτης μοναχός 10ος αι.

—————————————

11. Ο πίνακας συντάχθηκε με βάση τους αντίστοιχους πίνακες στα άρθρα των Evelyne Patlagean, "Sainteté et pouvoir", The Byzantine Saint, ed. S. Hackel, London 1981, 88-92· S. Efthymiadis, "The Byzantine Hagiographer and his Audience in the Ninth and Tenth Centuries", Metaphrasis. Redactions and Audiences in Middle Byzantine Hagiography, ed. Chr. Hogel, The Research Council of Norway 1996, 78-79· A. Kazhdan - H. Maguire, "Byzantine Hagiographical Texts as Sources on Art", DOP 45 (1991), 21-22.

12. Ο Βίος σώζεται σε δύο τουλάχιστον εκδοχές· η μία έχει συνταχθεί από τον στουδίτη μοναχό Μιχαήλ, για τον οποίο τίποτα δεν είναι γνωστό, και η άλλη συντάχθηκε τον 10ο αιώνα από τον Θεόδωρο Δαφνοπάτη (βλ. Kazhdan-Maguire, ό.π., 22).

Σελ. 25
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/47/gif/26.gif&w=600&h=91530. Κιουσοπούλου, Χρόνος και ηλικίες

Άγιος

Χρόνος θανάτου του

Συγγραφέας

Χρόνος συγγραφής

16.

 Λουκάς ο Στειριώτης

953

άγνωστος

953-962

17.

 Λουκάς ο Στυλίτης

979

άγνωστος

980-985

18.

 Μιχαήλ Μαλεΐνος

961

Θεοφάνης μαθητής του

μετά 961

19.

 Νίκων

περί 1005

άγνωστος μοναχός

μετά 102513

20.

 Ανδρέας ο Σαλός

άγνωστος Νικήτας

10ος αι.

21.

 Αθανάσιος Αθωνίτης

1001

αθωνίτης μοναχός

περί 1025 14

22.

 Συμεών Νέος Θεολόγος

1022

Νικήτας Στηθάτος

μετά 1052

23.

 Λάζαρος Γαλησιώτης

1053

Γρηγόριος μαθητής του

μετά 1053

24.  Κύριλλος Φιλεώτης 1110 Νικόλαος Καλοσκεπηνός περί 1143
25. Αθανασία Αίγινας 9ος αι. άγνωστος 843-886
26. Μαρία η Νέα περί 902 άγνωστος μετά 1025
27. Θεοδώρα Θεσσαλονίκης 892 Γρηγόριος κληρικός 894
28. Θεοδώρα αυτοκράτειρα 867 άγνωστος 870
29. Θωμαΐς άγνωστος περί 960
30. Θεοκτίστη τέλος 9ου αι. Νικήτας Μάγιστρος αρχές 10ου αι.

ερευνητές όσοι φαίνεται ότι στόχευαν σε ένα λαϊκό κοινό, όπως είναι ο Βίος του Θεόδωρου του Συκεώτη, ο Βίος του Πέτρου της Ατρώας, ο Βίος του Λουκά του Στειριώτη, ο Βίος του Νίκωνα και ο Βίος του Λάζαρου.15 Ο μεγάλος αριθμός των Βίων επιτρέπει

—————————————

13. Ο σωζόμενος Βίος είναι πιθανόν ότι αποτελείται από τρία μέρη προερχόμενα από διαφορετικό συγγραφέα· το πρώτο φαίνεται ότι έχει συνταχθεί λίγο μετά τον θάνατο του αγίου, περί το 1005, το δεύτερο λίγο πριν το 1025 και το τρίτο από τον ηγούμενο της μονής, το 1149 (βλ. τα σχόλια του εκδότη Οδ. Λαμψίδη, Βίος Νίκωνος, 377-380).

14. Σώζονται δύο κείμενα του Βίου αυτού: Ο Βίος A έχει συνταχθεί από άνθρωπο, προφανώς πεπαιδευμένο, στην Κωνσταντινούπολη, και ο Βίος Β γράφτηκε από μοναχό της Λαύρας λίγο μετά τον θάνατο του αγίου τον 11ο αιώνα (βλ. τα σχόλια του εκδότη J. Noret, Βίος Αθανασίου, cv-cxxix).

15. R. Browning, "The Low Level Saint's Life in the Early Byzantine World", The Byzantine Saint, ed. S. Hackel, London 1981, 117.

Σελ. 26
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/47/gif/27.gif&w=600&h=91530. Κιουσοπούλου, Χρόνος και ηλικίες

επίσης τη διάκρισή τους σε ομάδες αναλόγως προς τον αριθμό των χειρογράφων που σώζονται -και επομένως αναλόγως προς τη διάδοσή τους. Για παράδειγμα, μεγάλη διάδοση φαίνεται, ότι είχε ο Βίος του Λουκά του Στειριώτη που περιέχεται σε πολλά χειρόγραφα, ενώ ο Βίος του Λουκά του Στυλίτη σώθηκε σε ένα μόνον χειρόγραφο.16

Με την εξαίρεση των Βίων των κοσμικών αγίων και των αγίων γυναικών, που θα εξετάσουμε ξεχωριστά, το μοτίβο γύρω από το οποίο εξιστορείται η ζωή των αγίων που μελετήσαμε είναι το εξής: Δηλώνονται η καταγωγή του αγίου, η κοινωνική θέση των γονέων του, η από την παιδική του ηλικία σχέση με τον Θεό και η έφεσή του προς τον μοναχισμό, η κουρά και η άσκησή του ως μοναχού, η εποχή των θαυμάτων και της ίδρυσης του μοναστηριού του και τέλος ο θάνατός του. Σε ορισμένες περιπτώσεις γίνεται λόγος και για τα μεταθανάτια θαύματά του.

Η μελέτη της ζωής των αγίων, που περιλαμβάνονται στην κατηγορία αυτή, αναδεικνύει ως κοινό τους χαρακτηριστικό το γεγονός ότι όλοι σε κάποια στιγμή της ζωής τους εκάρησαν μοναχοί. Διαγράφεται έτσι ο τύπος του αγίου της μέσης εποχής που ήταν ο μοναχός με ποικίλα πρόσωπα: ο μοναχός που δρούσε ως πνευματικός καθοδηγητής, ο μοναχός που διατηρούσε σχέσεις με την πολιτική εξουσία, ο μοναχός που γινόταν μεσολαβητής ανάμεσα στα ηγετικά κοινωνικά στρώματα και τα χαμηλότερα.17 Η βυζαντινή κοινωνία δεν χρειαζόταν πια τον άγιο της προηγούμενης περιόδου· εκείνος ήταν αναχωρητής και κατέφευγε στην έρημο, ήταν σαλός και προκαλούσε τους κατοίκους των πόλεων με την αντικοινωνική συμπεριφορά του, ήταν ευνούχος μοναχός.18 Ο άγιος της μέσης

—————————————

16. Βλ. την ανάλυση του θέματος στο επόμενο κεφάλαιο. Όσον αφορά πάντως τον Βίο του Λουκά του Στειριώτη βλ. τα εισαγωγικά σχόλια του εκδότη του Δ. Σοφιανού στην χρησιμοποιούμενη εδώ έκδοση, σελ. 22-26· για τον Λουκά τον Στυλίτη, βλ. H. Delehaye, Les Saints stylites, (Subs. Hag. 14), Bruxelles 1923 (ανατ. 1962), lxxxvii.

17. Patlagean, "Sainteté et pouvoir", ό.π., 96-97.

18. Rydén, ό.π., 540.

Σελ. 27
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/47/gif/28.gif&w=600&h=91530. Κιουσοπούλου, Χρόνος και ηλικίες

εποχής δεν ζούσε στις πόλεις, που άλλωστε είχαν παρακμάσει· κρατούσε έναν χαλαρό φυσικό δεσμό με την Κωνσταντινούπολη και τα άλλα μεγάλα αστικά κέντρα, αλλά η δράση του τοποθετείται κυρίως στις επαρχίες της αυτοκρατορίας.19 Ακόμη και όσοι άγιοι γεννήθηκαν στην Κωνσταντινούπολη, όπως ο Στέφανος, δεν παρέμειναν για πολύν καιρό στην πρωτεύουσα. Ο άγιος μοναχός κλήθηκε αυτήν την εποχή να λειτουργήσει ως πρότυπο κοινωνικής συμπεριφοράς, ακριβώς γιατί τότε απέκτησαν ιδιαίτερο βάρος μέσα στη βυζαντινή κοινωνία τα μοναστήρια, τα οποία είχαν πλέον περάσει στον έλεγχο της Εκκλησίας. Γνωρίζουμε, για παράδειγμα, από τη μελέτη του N. Σβορώνου ότι οι άγιοι που ίδρυσαν μοναστήρια στη Βαλκανική κατά τον 10ο αιώνα διαδραμάτισαν συγκεκριμένον πολιτικό ρόλο στο πλαίσιο της εξωτερικής πολιτικής των Μακεδόνων.20

Οι Βίοι της ύστερης εποχής ακολουθούν με αυστηρότητα τους αφηγηματικούς κανόνες του είδους. Οι συγγραφείς τους ήταν λόγιοι μοναχοί που στην πλειονότητά τους βρίσκονταν μέσα στο κλίμα του παλαμισμού. Η ιδεολογική τους ανάγκη να επιστρέψουν στις ρίζες του δόγματος και της πίστης αντανακλάται και στη μορφή των αγιολογικών κειμένων της περιόδου. Επιπλέον, κατά τους παλαιολόγειους χρόνους κοσμικοί λόγιοι ανέλαβαν να ξαναγράψουν Βίους παλαιότερων εποχών.21 Η τυποποίηση των αγιολογικών κειμένων κατά την εποχή αυτήν είναι ο λόγος για τον οποίο

—————————————

19. Ο Καζντάν κρίνοντας το βιβλίο του Μ. Kaplan κάνει για τις ανάγκες της βιβλιοκριτικής του έναν υπολογισμό ο οποίος είναι ενδεικτικός. Υπολογίζει λοιπόν ότι Βίοι που αποτελούν "urban provincial units", όπως τους χαρακτηρίζει, προέρχονται 15 από τον 5ο αιώνα, 6 από τον 6ο αιώνα, 10 από τον 7ο αιώνα, 1 ή 2 από τον 9ο αιώνα, και 6 από τον 10ο αιώνα. Βίοι που αποτελούν "αγροτικές ενότητες", προέρχονται 7 από τον 7ο αιώνα και 19 από τον 9ο και 10ο αιώνα (βλ. A. Kazhdan, "One more agrarian history of Byzantium. Michel Kaplan, Les hommes et la terre à Byzance du VIe au XIe siècle: Propriété et exploitation du sol, Paris 1992", Byzantinoslavica LV/1 (1994), 74-75.

20. Ν. Σβορώνος, Η σημασία της ίδρυσης τον Αγίου Όρους για την ανάπτυξη του ελλαδικού χώρου, Καρυές 1987.

21. Alice-Mary Talbot, "Old Wine in New Bottles: The Rewriting

Σελ. 28
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/47/gif/29.gif&w=600&h=91530. Κιουσοπούλου, Χρόνος και ηλικίες

δεν περιέλαβα εντέλει στη μελέτη μου τους ύστερους Βίους. Ασφαλώς οι Βίοι αυτοί απηχούν ως έναν βαθμό την εποχή τους.22 Ως προς το ζητούμενο όμως της έρευνας, έκρινα ότι λόγω των συνθηκών υπό τις οποίες παρήχθησαν δεν θα προσέφεραν στη διεύρυνση της προβληματικής μου. Ενδεικτικά πάντως μελετήθηκαν οι Βίοι του Ρωμύλου, του Γερμανού του Αγιορείτη, του Αθανασίου των Μετεώρων, του Μάξιμου του Καυσοκαλυβίτη, του Νήφωνα, του πατριάρχη Αθανασίου και του μητροπολίτη Ηράκλειας Ιωάννη. Εξετάστηκε, τέλος, και ο Βίος της Ελισάβετ, που θεωρείται ότι γράφτηκε κατά τον 13ο αιώνα, αν και η δράση της αγίας τοποθετείται έξι αιώνες νωρίτερα.23

Μέσα λοιπόν από τους Βίους της μέσης κυρίως εποχής, θα ορίσουμε τις ηλικιακές ομάδες που συγκροτούνται και θα προσεγγίσουμε τη θέση της καθεμιάς μέσα στη βυζαντινή κοινωνία. Προηγουμένως, όμως, πρέπει να ελεγχθεί μια από τις βασικές υποθέσεις της έρευνας που επιχειρείται: η υπόθεση ότι τα κείμενα αυτά αποτελούν προνομιακή πηγή για το εξεταζόμενο θέμα. Γι' αυτό πρέπει να διερευνηθεί πρωτίστως το κοινό των Βίων και να εξεταστεί έπειτα πώς μετρούν τον χρόνο οι συγγραφείς τους.

—————————————

of Saints Lives in the Palaeologan Period", The Twilight of Byzantium, ed. S. Curćić - D. Mouriki, Princeton 1991, 15-26.

22. Βλ. σχετικά Angeliki Laiou-Thomadakis, "Saints and Society in the Late Byzantine Empire", Charanis Studies. Essays in Honor of Peter Charanis, ed. Angeliki Laiou-Thomadakis, New Brunswick N.J. 1980, 84-114.

23. A. P. Kazhdan, "Hagiographical Notes", Byzantion 56 (1986), 169-170 [= Authors and Texts in Byzantium, Variorum Reprints, London 1993, αρ. VI].

Σελ. 29
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/47/gif/30.gif&w=600&h=91530. Κιουσοπούλου, Χρόνος και ηλικίες

ΟΙ ΒΙΟΙ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΚΑΙ ΤΟ ΚΟΙΝΟ ΤΟΥΣ

Μεγάλος αριθμός των αγιολογικών κειμένων έφθασε ως τις ημέρες μας, επειδή τα κείμενα αυτά αντιγράφηκαν πολλές φορές τόσο στη βυζαντινή όσο και σε μεταγενέστερες εποχές. Έτσι, δεν είναι σπάνιο ένας Βίος να απαντά σε περισσότερα από δύο χειρόγραφα.34 Η μεγάλη χειρόγραφη παράδοση και κατά συνέπεια η μεγάλη διάδοση ορισμένων, τουλάχιστον, Βίων θέτει ένα βασικό ερώτημα: Ποιο ήταν το κοινό των Βίων; ή αλλοιώς, ποιοι βυζαντινοί και πώς ενδιαφέρονταν για τους Βίους των αγίων; Η απάντηση στο ερώτημα αυτό έχει σημασία καθεαυτήν· συγχρόνως, μας επιτρέπει να συλλάβουμε, μέσα από τους αποδέκτες τους, τη συγκρότηση των μηνυμάτων που τα αγιολογικά κείμενα σκόπευαν να εκπέμψουν. Επομένως, μας δίνει τη δυνατότητα -στο πλαίσιο της έρευνας για την κλίμακα των ηλικιών στο Βυζάντιο- να ελέγξουμε την πληροφοριακή αξία τους ως προς το κύριο θέμα που μας απασχολεί.

Πρόκειται, ωστόσο, για μιαν απάντηση που, όταν επιχειρήσουμε να τη δώσουμε, διαπιστώνουμε ότι δεν είναι καθόλου αυτονόητη, όπως ενδεχομένως εκ πρώτης όψεως φαίνεται. Καταρχήν, είναι αξιοσημείωτο ότι το ίδιο το ερώτημα δεν έχει απασχολήσει τους πολυάριθμους μελετητές των αγιολογικών κειμένων, οι οποίοι συνήθως το παρακάμπτουν με μιαν αόριστη αναφορά στην ευρεία απήχηση που είχαν τα κείμενα αυτά. Στις λίγες εκείνες περιπτώσεις, όπου, υπαινικτικά έστω, αντιμετωπίζεται το ζήτημα, οι παρατηρήσεις

—————————————

24. Ο Ν. G. Wilson, "Books and Readers in Byzantium", Byzantine Books and Bookmen, Washington 1975, 1-15, υπολογίζει ότι ανέρχονται σε 693 τα χειρόγραφα με Βίους αγίων που περιλαμβάνονται στο εορτολόγιο και έχουν διασκευασθεί από τον Μεταφραστή.

Σελ. 30
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/47/gif/31.gif&w=600&h=91530. Κιουσοπούλου, Χρόνος και ηλικίες

που διατυπώνονται γεννούν άλλα ερωτήματα. Για παράδειγμα, η διαπίστωση ότι ένας Βίος γράφτηκε για να διαβαστεί μπροστά σε ακροατήριο την ημέρα της εορτής του αγίου25 γεννά ερωτήματα του τύπου: σε ποιον χώρο γινόταν συνήθως η ανάγνωση, μπροστά σε ποιους ακροατές και, δεδομένης της μεγάλης έκτασης των κειμένων, πόσην ώρα διαρκούσε; Ή ερωτήματα πιο σύνθετα σχετικά, ας πούμε, με την τύχη του κειμένου μετά την πρώτη απαγγελία του.

Η διαθέσιμη λοιπόν βιβλιογραφία δεν είναι βοηθητική για να κατανοήσουμε ποιο ήταν το κοινό των Βίων. Πολύ περισσότερο, όταν συνειδητοποιούμε ότι το σχετικό ερώτημα έχει και άλλες παραμέτρους, η ανάλυση των οποίων θα φώτιζε σημαντικές πλευρές της φυσιογνωμίας του βυζαντινού πολιτισμού. Επιπλέον, γίνεται αμέσως σαφές ότι είναι ένα από τα ερωτήματα εκείνα που για να τα αντιμετωπίσει ο ερευνητής προσκρούει σε μια σειρά κοινών τόπων, η διαμόρφωση των οποίων συνιστά από μόνη της ένα ιστοριογραφικό πρόβλημα. Η βεβαιότητα, λόγου χάρη, ότι η μοναστηριακή πρακτική παρέμεινε αναλλοίωτη ανά τους αιώνες δρα αποτρεπτικά στην ανάγκη να διερευνηθεί με ιστορικούς όρους η αλληλεπίδρασή της με την κοινωνία, ιδίως σε εποχές, όπως η βυζαντινή, όπου τα μοναστήρια είχαν βαρύνοντα κοινωνικό ρόλο.

Μία πρώτη προσέγγιση του ζητήματος, που συνεπάγεται η μεγάλη χειρόγραφη παράδοση των κειμένων, θα στηριζόταν στις αναγνωστικές συνήθειες των Βυζαντινών. Πιο συγκεκριμένα, θα σχηματίζαμε μίαν ιδέα, αν ήταν δυνατόν να ανασυγκροτήσουμε τη βιβλιοθήκη ενός Βυζαντινού. Καθώς μάλιστα οι διαφορετικοί αναγνώστες προϋποθέτουν και διαφορετική χρήση των κειμένων, θα ήταν σκόπιμο να αναζητήσουμε τη βιβλιοθήκη ενός ανθρώπου, που δεν θα ήταν, τουλάχιστον καταρχήν, ούτε λόγιος ούτε εκκλησιαστικός 

—————————————

25. Πρβλ. Βίο Λουκά του Στειριώτη, 22· ο Δ. Τσουγκαράκης επίσης υποστηρίζει ότι ο Βίος του Λεόντιου γράφτηκε στην Κωνσταντινούπολη και ότι η πρώτη του παρουσίαση έγινε την ημέρα της εορτής του αγίου (D. Tsougarakis, The Life of Leontios Patriarch of Jerusalem, Leiden - New York - Köln 1993, 13-18).

Σελ. 31
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/47/gif/32.gif&w=600&h=91530. Κιουσοπούλου, Χρόνος και ηλικίες

αξιωματούχος ή μοναχός. Προς αυτήν την κατεύθυνση είναι χρήσιμη η περίπτωση του Ευστάθιου Βοήλα.

Ο Ευστάθιος Βοήλας ήταν ένας αξιωματούχος που καταγόταν από την Καππαδοκία και ζούσε τον 11ο αιώνα στις ανατολικές επαρχίες της αυτοκρατορίας.26 Στη διαθήκη του (1059) όρισε η περιουσία του να περιέλθει στην εκκλησία που είχε ιδρύσει, μαζί και η προσωπική του βιβλιοθήκη. "Και ταύτα μεν αφιέρωνται εν τω αγίω ναώ, ίνα δε έχωσι την χρήσιν και την δεσποτείαν αι δύο θυγατέρες μου, εις ψάλλειν, εις αναγιγνώσκειν και εκμανθάνειν",27 παραγγέλλει ρητώς. Η βιβλιοθήκη του απαρτιζόταν από 80 βιβλία αντίστοιχα προς τις εξής κατηγορίες που προκύπτουν από την απαρίθμηση που κάνει ο ίδιος: βιβλικά (10), λειτουργικά (33), πατέρες (15), απόκρυφα (1), διάφορα χριστιανικά (2), κανονικό δίκαιο (3), μη θρησκευτικά (10), απροσδιόριστα (2), αγιολογικά (4). Δεν είναι γνωστό πώς απέκτησε ο Βοήλας αυτά τα βιβλία. Ο C. Mango υποθέτει ότι συγκεντρώθηκαν κατά τη διάρκεια αρκετών γενεών και ότι θα αποτελούσαν μάλλον μιαν οικογενειακή βιβλιοθήκη, αφού ο ίδιος ο Βοήλας δεν ήταν καλλιεργημένος.28 Την υπόθεση αυτήν ο Mango τη στηρίζει στην ύπαρξη βιβλίων όπως ο Αίσωπος και ο Αχιλλέας Τάτιος, τα οποία αποδίδει σε κάποιον λόγιο πρόγονο του Ευστάθιου. Στο σύνολο πάντως των ογδόντα βιβλίων τα τέσσερα είναι αγιολογικά. Αναφέρονται τα τρία: ο Βίος του Μιχαήλ Μαλεΐνου, ο Βίος του Νήφωνα και ο Βίος του Φίλωνα. Προφανώς τα αγιολογικά αυτά κείμενα δεν γεννούν τις ίδιες απορίες για την ύπαρξή τους στη βιβλιοθήκη του Βοήλα με αυτές που δημιουργούν οι άλλες κατηγορίες των βιβλίων, που αναφέρθηκαν. Θα είχε πάντως ενδιαφέρον αν γνωρίζαμε γιατί ο Βοήλας επέλεξε, αν τους επέλεξε, τους Βίους αυτούς· για παράδειγμα τον πρώτο Βίο, όπου βιογραφείται ο περίπου σύγχρονός του Μιχαήλ ο Μαλεΐνος (ο Μαλεΐνος

—————————————

26. Ρ. Lemerle, Cinq études sur le XIe siècle byzantin, Paris 1977, 15-63.

27. Lemerle, ό.π., 25.

28. Mango, Βυζάντιο..., ό.π., 283.

Σελ. 32
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/47/gif/33.gif&w=600&h=91530. Κιουσοπούλου, Χρόνος και ηλικίες

πέθανε το 961). Ως προς το συγκεκριμένο κείμενο, γνωρίζουμε ότι αναφέρεται στον εκ μητρός θείο του αυτοκράτορα Νικηφόρου Φωκά, τον Μιχαήλ Μαλεΐνο, ο οποίος προερχόταν από τις μεγάλες οικογένειες της Καππαδοκίας, Υπήρξε διδάσκαλος του Αθανασίου, του ιδρυτή της Λαύρας, εξ ου και το χειρόγραφο όπου σώζεται το κείμενο βρίσκεται στο Άγιον Όρος. Ο Βίος αυτός δεν είναι από τους πιο διαδεδομένους. Έτσι, μπορούμε να υποθέσουμε ότι το ενδιαφέρον του Βοήλα για τον Βίο αυτόν επήγαζε από την κοινή του καταγωγή με τους Μαλεΐνους και από το γεγονός ότι ο Μαλεΐνος συγγένευε εξ αγχιστείας με την αυτοκρατορική οικογένεια των Μακεδόνων, προς τους οποίους ο Βοήλας κάνει επανειλημμένως επίδειξη νομιμοφροσύνης και υπακοής.

Η περίπτωση του Βοήλα είναι σημαντική, εκτός των άλλων, και από τη σκοπιά που μας ενδιαφέρει το ζήτημα εδώ. Για να αποκτήσει όμως αποδεικτική αξία, πρέπει να συγκριθεί με ανάλογες περιπτώσεις ή, ακριβέστερα, η βιβλιοθήκη του να συγκριθεί με άλλες σύγχρονές της βιβλιοθήκες. Οι ενδείξεις για άλλες βιβλιοθήκες είναι περιορισμένες.29 Υπέθετα ότι ολόκληρες βιβλιοθήκες θα ήταν δυνατόν να ανασυσταθούν μέσα από τις δωρεές ιδιωτών προς τα μοναστήρια του Αγίου Όρους, όπως θα σώζονταν στα αρχεία τους. Η υπόθεση αποδείχθηκε αβάσιμη· οσάκις γίνεται λόγος για δωρεά βιβλίων σε μια μονή, δεν είναι καθόλου σαφές αν ο δωρητής τα είχε στην κατοχή του ή τα παρήγγειλε για να τα δωρήσει.30 Μία

—————————————

29. Επισκόπηση των σωζόμενων βιβλιοθηκών κάνει ο Η. Hunger, Ο κόσμος τον βυζαντινού βιβλίου. Γραφή και ανάγνωση στο Βυζάντιο, μετ. Γ. Βασίλαρος, επιμ. Τ. Κόλιας, Αθήνα 1995, 176-179. Για όσες πάντως ιδιωτικές βιβλιοθήκες της μέσης ή της ύστερης εποχής μπορούμε να σχηματίσουμε μίαν ιδέα, διαπιστώνουμε ότι ανήκαν σε ιδιαιτέρως μορφωμένα πρόσωπα (π.χ. Φώτιος, Θεόδωρος Μετοχίτης) και επομένως δεν είναι συγκρίσιμες με τη βιβλιοθήκη του Βοήλα.

30. Βλ. ως ενδεικτική της σημειούμενης ασάφειας την περίπτωση του μοναχού Θεόδωρου του Σκαράνου (J. Bompaire, Actes de Xèropotamou, Paris 1964, 79-83), o οποίος με τη διαθήκη του (14ος αιώνας) δίνει μαζί με εικόνες μια σειρά λειτουργικών βιβλίων ("Ευαγγέλιον καθημερινόν βέβρανον, και Απόστολος καθημερινός... Χρυσόστομος, μέγας Βασίλειος, προηγιασμένην,

Σελ. 33
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/47/gif/34.gif&w=600&h=91530. Κιουσοπούλου, Χρόνος και ηλικίες

πάντως αναφορά εντοπίζεται στη Διάταξη του Μιχαήλ Ατταλειάτη.31

Ο Μιχαήλ Ατταλειάτης, υψηλός αξιωματούχος και λόγιος, ίδρυσε περί τα μέσα του 11ου αιώνα στη Ραιδεστό ένα πτωχοκομείο, το οποίο ένωσε με το μικρό μοναστήρι του Χριστού του Πανοικτίρμονος που είχε ιδρύσει νωρίτερα στην Κωνσταντινούπολη. Στη Διάταξη απαριθμούνται τα βιβλία που περιέρχονται στο μοναστήρι. Αναφέρονται τέσσερεις κατηγορίες βιβλίων. Αυτά που είχε στην κατοχή του ο ίδιος ο Ατταλειάτης, όσα δώρισε ο πραιπόσιτος Ιωάννης, όσα δώρισε ο μοναχός Μιχαήλ, ηγούμενος στο μοναστήρι, και τέλος όσα περιήλθαν στη μονή μετά τον θάνατο του Ατταλειάτη και του γιου του, με δωρεά του μοναχού Ιωάννη, που υπήρξε πνευματικός πατέρας του κτίτορα. Τα βιβλία που δωρίζει ο Ατταλειάτης είναι λειτουργικά, κυρίως ευαγγέλια, ψαλτήρια και μηναία όλου του χρόνου, καθώς και κείμενα των Πατέρων. Δωρίζει επίσης τέσσερεις τόμους με κείμενα του Συμεών του Μεταφραστή. Ανάμεσα στα τέσσερα βιβλία του πραιπόσιτου υπάρχει βιβλίο που περιέχει ένα κείμενο του Χρυσόστομου, τον Βίο του Αγίου Αρτεμίου και "ετέρων αγίων τους Βίους". Δυο μηναία, για τον μήνα Ιανουάριο το πρώτο και τους μήνες Φεβρουάριο ως Απρίλιο το δεύτερο, περιλαμβάνονται στα υπόλοιπα δώδεκα βιβλία που δωρίζονται στο μοναστήρι.

Χρήσιμη επίσης είναι η μνεία ενός αριθμού βιβλίων που περιέρχονται στη βιβλιοθήκη της μονής της Πάτμου. Ο ιερομόναχος Ιωσήφ, ως ηγούμενος της μονής, παραλαμβάνει 11 βιβλία "χάριν

—————————————

παρακλητικήν, ψαλτήριν, μηναίων κομμάτια τρία έχων μήνας ε΄, Θεολόγος, τυπικόν του αγίου Σάββα..., Θεοτοκάριν..., αναγνωστικόν πανηγυρικον") στον ναό της Παναγίας. Στο ίδιο το κείμενο της διαθήκης ο Σκαράνος δηλώνει ότι ο κυρ Ισαάκης κρατεί έναντι ενός χρέους 10 υπερπύρων ως ενέχυρα τα εξής βιβλία: "έξη θεολογικά και μηναία δύο, ευαγγέλιν, ψαλτήριν, παρακλητικήν όλα βέβρανα". Γίνεται φανερό από το κείμενο ότι είναι άλλα τα βιβλία που δωρίζει στον ναό της Παναγίας.

31. Ρ. Gautier, "La diataxis de Michel Attaliate", RΕΒ 39 (1981), 5-143.

Σελ. 34
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/47/gif/35.gif&w=600&h=91530. Κιουσοπούλου, Χρόνος και ηλικίες

του χρέους του Γρηγορίου των πεντήκοντα υπερπύρων". Ανάμεσα στα βιβλία αυτά, τα περισσότερα των οποίων είναι λειτουργικά, βρίσκεται "βιβλιδάριον έχον τα θαύματα των ασωμάτων και τον βίον" ενός αγίου.32

Αυτές οι τρεις βιβλιοθήκες ή, ακριβέστερα, αυτά τα τρία σύνολα βιβλίων είναι τα μόνα που μπόρεσα να εντοπίσω για την εξεταζόμενη εποχή. Αλλά και κατά τους μεταγενέστερους χρόνους, νομίζω ότι, εφόσον το εκδεδομένο αρχειακό υλικό των μοναστηριών δεν μας παρέχει αντίστοιχες πληροφορίες, θα είναι δύσκολο να λανθάνουν και άλλα παρόμοια σύνολα. Τα συγκεκριμένα πάντως έχουν ως κοινά χαρακτηριστικά τη χρονική στιγμή κατά την οποία μνημονεύονται, δηλαδή μέσα στον 11ο αιώνα, και το γεγονός ότι αποτελούν δωρεά σε μοναστηριακά ιδρύματα. Αυτό το τελευταίο χαρακτηριστικό θα μπορούσε να συνιστά έναν σημαντικό περιορισμό, καθώς δεν γνωρίζουμε αν τα βιβλία αυτά αποτελούσαν το σύνολο των βιβλίων που είχε στην κατοχή του ο εκάστοτε δωρητής ή αν ο ίδιος έκανε μιαν επιλογή ανάλογη προς τον προορισμό της δωρεάς. Προκειμένου για τη βιβλιοθήκη του Βοήλα, με δεδομένο τον αριθμό και την ποικιλία των βιβλίων του και λαμβάνοντας υπόψη ότι στην ουσία τα κληροδοτεί στις θυγατέρες του, μπορούμε βάσιμα να υποθέσουμε ότι δεν θα είχε στην κατοχή του και άλλα βιβλία, Έτσι, παρόλο που οι γνωστές περιπτώσεις αριθμητικά δεν είναι πολλές, πρέπει, όπως συχνά συμβαίνει στη μελέτη του Βυζαντίου, να αρκεσθούμε σε αυτές, για να κάνουμε ορισμένες παρατηρήσεις και υποθέσεις. Παρατηρούμε καταρχήν ότι σε αντίθεση με τα λειτουργικά βιβλία, τα μεμονωμένα αγιολογικά κείμενα που μνημονεύονται είναι λίγα και αποτελούν μόνον το 1-3% του συνόλου. Ο μικρός αριθμός των Βίων έχει πιθανώς σχέση με το κόστος της αντιγραφής τους. Καθώς όμως οι αναφερόμενοι Βίοι περιλαμβάνονται

—————————————

32. Έρα Βρανούση, "Ο καθηγούμενος της μονής Πάτμου Ιωσήφ Ιασίτης και η αρχαιότερη αναγραφή χειρογράφων της μονής", Δελτίο της Χριστιανικής και Αρχαιολογικής Εταιρείας 4 (1964), 349. Ευχαριστώ τον κύριο N. Οικονομίδη που μου υπέδειξε το άρθρο αυτό.

Σελ. 35
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/47/gif/36.gif&w=600&h=91530. Κιουσοπούλου, Χρόνος και ηλικίες

σε έναν κώδικα μαζί με άλλα κείμενα (π.χ. πατερικά), η υπόθεση αυτή μάλλον δεν ευσταθεί. Εκ πρώτης όψεως φαίνεται ότι επρόκειτο για μιαν επιλογή άσχετη προς το κόστος του βιβλίου. Αναζητώντας την ταυτότητα των προσώπων που είχαν τα βιβλία με τους Βίους αγίων παρατηρούμε ότι αυτοί στις γνωστές μας περιπτώσεις ήταν μικροί αξιωματούχοι. Ο Ατταλειάτης, περισσότερο μορφωμένος και πιο πλούσιος, δεν φαίνεται να είχε στην κατοχή του μεμονωμένους Βίους. Τα μηναία που δωρίζει, ανήκουν ούτως ή άλλως στην κατηγορία των λειτουργικών βιβλίων. Ίσως δεν είναι σύμπτωση το γεγονός ότι, διατρέχοντας τα σημειώματα των κωδίκων,33 εντοπίζουμε τα ονόματα αξιωματούχων που αναλαμβάνουν τα έξοδα της αντιγραφής ενός ή περισσοτέρων Βίων. To κόστος ενός βιβλίου αυτήν την εποχή δεν είναι εύκολο να υπολογισθεί, εφόσον ήταν συνάρτηση του όγκου του, της εικονογράφησής του και της εν γένει ποιότητάς του.34 Ενδεικτικά πάντως υπενθυμίζεται ότι τα ένδεκα βιβλία που παρέλαβε ο ηγούμενος Ιωσήφ αντιστοιχούσαν σε ένα χρέος ύψους 50 νομισμάτων.35 Τα πέντε κατά μέσον όρον νομίσματα που θα ήταν η αξία ενός βιβλίου δεν ήταν ποσόν ευκαταφρόνητο για την εποχή, ούτε όμως και απαγορευτικό για έναν μικρό αξιωματούχο.36

—————————————

33. Φλωρεντία Ευαγγελάτου-Νοταρά, Σημειώματα ελληνικών κωδίκων ως πηγή διά την έρευναν τον οικονομικού και κοινωνικού βίου του Βυζαντίου. Από του 9ου αιώνος μέχρι του έτους 1204, Αθήναι 1982, αρ. 97, 349, 429· π.χ. βλ. το ακόλουθο σημείωμα (Νοταρά, ό.π., 162) που αναγράφεται σε μηναίο του Ιανουαρίου (1057): "Ετελειώθη διά χειρός Συμεών μοναχού του αμαρτωλού μηνί Ιανουαρίω ιε', ινδικτιώνος ι', έτους ςφξε'. οι αναγιγνώσκοντες εύχεσθέ μοι διά Κύριον· επτά γαρ απήρτισα μέχρις άρτι Θεού βοηθούντος βιβλία των μεταφράσεων του Λογοθέτου. ...Εύχεσθε [...] τω διδούντι την έξοδον των βιβλίων τούτων ος έστι Πόθος πατρίκιος της συγκλήτου μέχρις άρτι δέδωκε νομίσματα ρν΄".

34. Βλ. Hunger, ό.π., 51-55.

35. Στον Βίο του Λάζαρου (σελ. 536) διαβάζουμε ότι ένας μοναχός βρήκε έξω από το μοναστήρι ένα νόμισμα τεταρτηρό και σκέφθηκε να το κρατήσει για να αγοράσει ένα ψαλτήριο: "είτα και ψαλτήριον ευρείν διηρεύνα, ευρίσκει μεν, ο δε το βιβλίον πιπράσκων νόμισμα ιστάμενον επεζήτει".

36. Η Vassiliki Kravari, "Note sur le prix des manuscrits (IXe-XVe

Σελ. 36
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/47/gif/37.gif&w=600&h=91530. Κιουσοπούλου, Χρόνος και ηλικίες

Με τα ως τώρα δεδομένα, γεννάται το ερώτημα αν έχει σημασία και αν επομένως πρέπει να ερμηνευθεί ο μικρός αριθμός των Βίων που απαντούν σε αυτές τις ιδιωτικές βιβλιοθήκες. Επίσης προκύπτει το ερώτημα αν είναι τυχαίο ότι στις γνωστές μας τουλάχιστον περιπτώσεις εκείνοι που έχουν στην κατοχή τους τέτοια κείμενα είναι μικροί αξιωματούχοι,37 άνθρωποι δηλαδή κατά τεκμήριο μέτριας μόρφωσης, ενώ άλλοι με υψηλότερη μόρφωση, όπως ο Ατταλειάτης, δεν φαίνεται να διαθέτουν αγιολογικά κείμενα. Στο πρώτο ερώτημα φοβούμαι ότι δεν μπορώ να απαντήσω, παρεκτός αν το συσχετίσω με την υπόθεση που κάνω ως προς το δεύτερο ερώτημα. Υποθέτω δηλαδή ότι ένας Βίος θα συμπεριλαμβανόταν στα χρήσιμα εκείνα βιβλία που ο Κεκαυμένος θεωρούσε, χωρίς όμως να τα κατονομάζει, ότι έπρεπε να διαβάζει τακτικά, κατά μόνας και ολόκληρα ένας αξιωματούχος.38 Λόγω της μόρφωσής του ένας μικρός αξιωματούχος θα μπορούσε να αρκεσθεί στον Βίο ενός μόνον αγίου, με τον οποίο μάλιστα κάτι τον συνέδεε, π.χ. κοινή καταγωγή, ίδιο όνομα κ.ο.κ.

Από όσα ήδη αναφέραμε, συνάγεται ότι το αναγνωστικό κοινό των Βίων ήταν περιορισμένο. Με άλλα λόγια, κάποιοι άνθρωποι που προφανώς είχαν την οικονομική δυνατότητα και τη μόρφωση ενδιαφέρονταν να αποκτήσουν το κείμενο ενός μόνον Βίου, χωρίς να χρειάζονται περισσότερους. Αναλογούσε, θα λέγαμε, ένας Βίος σε

—————————————

siècle)", Hommes et richesses dans l'Empire byzantin VIIIe-XVe siècle, Paris 1991, 375-384 συγκεντρώνει τις διαθέσιμες πληροφορίες σε έναν πίνακα και παραθέτει, προκειμένου για τον 11ο αιώνα, τις εξής τιμές για ένα βιβλίο: 1 νόμισμα, 1,8 νομ., 1,5 νομ., 3 νομ., 12 νομ., 21 νομ., 24 νομ. και 26 νομ., χωρίς να μπορεί βεβαίως να προσδιορίσει επακριβώς τις διαφορές ανάμεσα στο βιβλίο που στοίχισε 1 νόμισμα και στο ακριβότερο που στοίχισε 26 νομίσματα.

37. Πρβλ. την περίπτωση, τον 12ο ή 13ο αιώνα, του σπαθάριου Κωνσταντίνου Κραμβονίτη, που είχε έναν τόμο με Βίους, όπως αναφέρει o R. Browning, "Literacy in the Byzantine World", Byzantine and Modern Greek Studies 4 (1978), 45· βλ. επίσης και Νοταρά, ό.π., 183.

38. Κεκαυμένος Στρατηγικόν, μετ. Δ. Τσουγκαράκης, Αθήνα 1993, 198-199.

Σελ. 37
Φόρμα αναζήτησης
Αναζήτηση λέξεων και φράσεων εντός του βιβλίου: Χρόνος και ηλικίες στη βυζαντινή κοινωνία
Αποτελέσματα αναζήτησης
    Ψηφιοποιημένα βιβλία
    Σελίδα: 18
    30. Κιουσοπούλου, Χρόνος και ηλικίες

    Αφετηριακή υπόθεση της έρευνας αποτελεί η σκέψη ότι οι Βίοι ως κατηγορία κειμένων, που εξιστορούν τη ζωή ενός ανθρώπου από τη γέννηση ως τον θάνατό του, είναι μια πηγή προνομιακή για την ανασύσταση της κλίμακας των ηλικιών στη συλλογική συνείδηση των Βυζαντινών. Βεβαίως, η μελέτη της παιδικής ηλικίας και της νεότητας, όπως άλλωστε και των γηρατειών, στο Βυζάντιο δεν θα βασιζόταν μόνον στους Βίους των αγίων. Όπως θα εξηγήσω, τα αγιολογικά κείμενα πρέπει να ελεγχθούν ως προς την πληροφοριακή τους αξία, επειδή είναι κείμενα προπαγανδιστικά. Επιπλέον, ο άγιος ως πρόσωπο που πλάθεται από τα κείμενα είναι χωρίς αμφιβολία μία εξαιρετική περίπτωση. Επιβάλλεται εντούτοις να εξεταστεί ποιον ρόλο είχε η εξαίρεση μέσα στις κανονικότητες της βυζαντινής κοινωνίας. Θα ήταν πιο ακριβές εντέλει, αν έλεγα ότι η αξιοποίηση των Βίων μπορεί να συμβάλει στη διερεύνηση του τρόπου με τον οποίο η κοινωνία αυτή ταξινομούσε και αντιμετώπιζε τις διάφορες ηλικιακές ομάδες των μελών της, με όλες βεβαίως τις επιφυλάξεις που γεννά ο χαρακτήρας των κειμένων.