Συγγραφέας:Κιουσοπούλου, Αντωνία
 
Τίτλος:Χρόνος και ηλικίες στη βυζαντινή κοινωνία
 
Υπότιτλος:Η κλίμακα των ηλικιών από τα αγιολογικά κείμενα της μέσης εποχής (7ος-11ος αι.)
 
Τίτλος σειράς:Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας
 
Αριθμός σειράς:30
 
Τόπος έκδοσης:Αθήνα
 
Εκδότης:Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς
 
Έτος έκδοσης:1997
 
Σελίδες:167
 
Αριθμός τόμων:1 τόμος
 
Γλώσσα:Ελληνικά
 
Θέμα:Κοινωνική ενσωμάτωση
 
Νοοτροπίες και συμπεριφορές
 
Τοπική κάλυψη:Βυζαντινή κοινωνία
 
Χρονική κάλυψη:7ος-11ος αι.
 
Περίληψη:Στόχος της μελέτης είναι η διερεύνηση, μέσα από τα αγιολογικά κείμενα, του τρόπου με τον οποίο αρθρωνόταν η κλίμακα των ηλικιών στην αντίληψη των Βυζαντινών. Έναν ειδικότερο στόχο αποτέλεσε η στάση της βυζαντινής κοινωνίας απέναντι στην παιδική ηλικία και τη νεότητα και η αναζήτηση ενδεχόμενων αλλαγών σε αυτήν κατά τη διάρκεια των βυζαντινών χρόνων. Η μελέτη της κοινωνικής λειτουργίας των Βίων των αγίων έδειξε ότι δεν είναι μόνον το εκκλησιαστικό μοντέλο για την παιδική ηλικία, τη νεότητα και τα γηρατειά που αποδεσμεύεται μέσα από τα κείμενα αυτά, αλλά και η εικόνα για τα διάφορα στάδια της ανθρώπινης ζωής που η κοινωνία είχε δημιουργήσει ως απάντηση στις δικές της ανάγκες και που οι συγγραφείς των Βίων τη μετέφεραν προσαρμοσμένη στα δικά τους ιδεολογικά μέτρα, ακριβώς επειδή ήθελαν να βρίσκονται σε αντιστοιχία προς την κοινωνική πραγματικότητα. Έτσι, εκείνο που αναδείχθηκε ή έγινε προσπάθεια να αναδειχθεί δεν ήταν τόσο το περιεχόμενο καθεμιάς ηλικίας όσο η σημασία του ηλικιακού συστήματος για τη μέτρηση του χρόνου στη βυζαντινή κοινωνία σε συνάρτηση με τις ιστορικά διαμορφωμένες δομές της.
 
Άδεια χρήσης:Αυτό το ψηφιοποιημένο βιβλίο του ΙΑΕΝ σε όλες του τις μορφές (PDF, GIF, HTML) χορηγείται με άδεια Creative Commons Attribution - NonCommercial (Αναφορά προέλευσης - Μη εμπορική χρήση) Greece 3.0
 
Το Βιβλίο σε PDF:Κατέβασμα αρχείου 5.75 Mb
 
Εμφανείς σελίδες: 30-49 από: 170
-20
Τρέχουσα Σελίδα:
+20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/47/gif/30.gif&w=600&h=91530. Κιουσοπούλου, Χρόνος και ηλικίες

ΟΙ ΒΙΟΙ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΚΑΙ ΤΟ ΚΟΙΝΟ ΤΟΥΣ

Μεγάλος αριθμός των αγιολογικών κειμένων έφθασε ως τις ημέρες μας, επειδή τα κείμενα αυτά αντιγράφηκαν πολλές φορές τόσο στη βυζαντινή όσο και σε μεταγενέστερες εποχές. Έτσι, δεν είναι σπάνιο ένας Βίος να απαντά σε περισσότερα από δύο χειρόγραφα.34 Η μεγάλη χειρόγραφη παράδοση και κατά συνέπεια η μεγάλη διάδοση ορισμένων, τουλάχιστον, Βίων θέτει ένα βασικό ερώτημα: Ποιο ήταν το κοινό των Βίων; ή αλλοιώς, ποιοι βυζαντινοί και πώς ενδιαφέρονταν για τους Βίους των αγίων; Η απάντηση στο ερώτημα αυτό έχει σημασία καθεαυτήν· συγχρόνως, μας επιτρέπει να συλλάβουμε, μέσα από τους αποδέκτες τους, τη συγκρότηση των μηνυμάτων που τα αγιολογικά κείμενα σκόπευαν να εκπέμψουν. Επομένως, μας δίνει τη δυνατότητα -στο πλαίσιο της έρευνας για την κλίμακα των ηλικιών στο Βυζάντιο- να ελέγξουμε την πληροφοριακή αξία τους ως προς το κύριο θέμα που μας απασχολεί.

Πρόκειται, ωστόσο, για μιαν απάντηση που, όταν επιχειρήσουμε να τη δώσουμε, διαπιστώνουμε ότι δεν είναι καθόλου αυτονόητη, όπως ενδεχομένως εκ πρώτης όψεως φαίνεται. Καταρχήν, είναι αξιοσημείωτο ότι το ίδιο το ερώτημα δεν έχει απασχολήσει τους πολυάριθμους μελετητές των αγιολογικών κειμένων, οι οποίοι συνήθως το παρακάμπτουν με μιαν αόριστη αναφορά στην ευρεία απήχηση που είχαν τα κείμενα αυτά. Στις λίγες εκείνες περιπτώσεις, όπου, υπαινικτικά έστω, αντιμετωπίζεται το ζήτημα, οι παρατηρήσεις

—————————————

24. Ο Ν. G. Wilson, "Books and Readers in Byzantium", Byzantine Books and Bookmen, Washington 1975, 1-15, υπολογίζει ότι ανέρχονται σε 693 τα χειρόγραφα με Βίους αγίων που περιλαμβάνονται στο εορτολόγιο και έχουν διασκευασθεί από τον Μεταφραστή.

Σελ. 30
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/47/gif/31.gif&w=600&h=91530. Κιουσοπούλου, Χρόνος και ηλικίες

που διατυπώνονται γεννούν άλλα ερωτήματα. Για παράδειγμα, η διαπίστωση ότι ένας Βίος γράφτηκε για να διαβαστεί μπροστά σε ακροατήριο την ημέρα της εορτής του αγίου25 γεννά ερωτήματα του τύπου: σε ποιον χώρο γινόταν συνήθως η ανάγνωση, μπροστά σε ποιους ακροατές και, δεδομένης της μεγάλης έκτασης των κειμένων, πόσην ώρα διαρκούσε; Ή ερωτήματα πιο σύνθετα σχετικά, ας πούμε, με την τύχη του κειμένου μετά την πρώτη απαγγελία του.

Η διαθέσιμη λοιπόν βιβλιογραφία δεν είναι βοηθητική για να κατανοήσουμε ποιο ήταν το κοινό των Βίων. Πολύ περισσότερο, όταν συνειδητοποιούμε ότι το σχετικό ερώτημα έχει και άλλες παραμέτρους, η ανάλυση των οποίων θα φώτιζε σημαντικές πλευρές της φυσιογνωμίας του βυζαντινού πολιτισμού. Επιπλέον, γίνεται αμέσως σαφές ότι είναι ένα από τα ερωτήματα εκείνα που για να τα αντιμετωπίσει ο ερευνητής προσκρούει σε μια σειρά κοινών τόπων, η διαμόρφωση των οποίων συνιστά από μόνη της ένα ιστοριογραφικό πρόβλημα. Η βεβαιότητα, λόγου χάρη, ότι η μοναστηριακή πρακτική παρέμεινε αναλλοίωτη ανά τους αιώνες δρα αποτρεπτικά στην ανάγκη να διερευνηθεί με ιστορικούς όρους η αλληλεπίδρασή της με την κοινωνία, ιδίως σε εποχές, όπως η βυζαντινή, όπου τα μοναστήρια είχαν βαρύνοντα κοινωνικό ρόλο.

Μία πρώτη προσέγγιση του ζητήματος, που συνεπάγεται η μεγάλη χειρόγραφη παράδοση των κειμένων, θα στηριζόταν στις αναγνωστικές συνήθειες των Βυζαντινών. Πιο συγκεκριμένα, θα σχηματίζαμε μίαν ιδέα, αν ήταν δυνατόν να ανασυγκροτήσουμε τη βιβλιοθήκη ενός Βυζαντινού. Καθώς μάλιστα οι διαφορετικοί αναγνώστες προϋποθέτουν και διαφορετική χρήση των κειμένων, θα ήταν σκόπιμο να αναζητήσουμε τη βιβλιοθήκη ενός ανθρώπου, που δεν θα ήταν, τουλάχιστον καταρχήν, ούτε λόγιος ούτε εκκλησιαστικός 

—————————————

25. Πρβλ. Βίο Λουκά του Στειριώτη, 22· ο Δ. Τσουγκαράκης επίσης υποστηρίζει ότι ο Βίος του Λεόντιου γράφτηκε στην Κωνσταντινούπολη και ότι η πρώτη του παρουσίαση έγινε την ημέρα της εορτής του αγίου (D. Tsougarakis, The Life of Leontios Patriarch of Jerusalem, Leiden - New York - Köln 1993, 13-18).

Σελ. 31
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/47/gif/32.gif&w=600&h=91530. Κιουσοπούλου, Χρόνος και ηλικίες

αξιωματούχος ή μοναχός. Προς αυτήν την κατεύθυνση είναι χρήσιμη η περίπτωση του Ευστάθιου Βοήλα.

Ο Ευστάθιος Βοήλας ήταν ένας αξιωματούχος που καταγόταν από την Καππαδοκία και ζούσε τον 11ο αιώνα στις ανατολικές επαρχίες της αυτοκρατορίας.26 Στη διαθήκη του (1059) όρισε η περιουσία του να περιέλθει στην εκκλησία που είχε ιδρύσει, μαζί και η προσωπική του βιβλιοθήκη. "Και ταύτα μεν αφιέρωνται εν τω αγίω ναώ, ίνα δε έχωσι την χρήσιν και την δεσποτείαν αι δύο θυγατέρες μου, εις ψάλλειν, εις αναγιγνώσκειν και εκμανθάνειν",27 παραγγέλλει ρητώς. Η βιβλιοθήκη του απαρτιζόταν από 80 βιβλία αντίστοιχα προς τις εξής κατηγορίες που προκύπτουν από την απαρίθμηση που κάνει ο ίδιος: βιβλικά (10), λειτουργικά (33), πατέρες (15), απόκρυφα (1), διάφορα χριστιανικά (2), κανονικό δίκαιο (3), μη θρησκευτικά (10), απροσδιόριστα (2), αγιολογικά (4). Δεν είναι γνωστό πώς απέκτησε ο Βοήλας αυτά τα βιβλία. Ο C. Mango υποθέτει ότι συγκεντρώθηκαν κατά τη διάρκεια αρκετών γενεών και ότι θα αποτελούσαν μάλλον μιαν οικογενειακή βιβλιοθήκη, αφού ο ίδιος ο Βοήλας δεν ήταν καλλιεργημένος.28 Την υπόθεση αυτήν ο Mango τη στηρίζει στην ύπαρξη βιβλίων όπως ο Αίσωπος και ο Αχιλλέας Τάτιος, τα οποία αποδίδει σε κάποιον λόγιο πρόγονο του Ευστάθιου. Στο σύνολο πάντως των ογδόντα βιβλίων τα τέσσερα είναι αγιολογικά. Αναφέρονται τα τρία: ο Βίος του Μιχαήλ Μαλεΐνου, ο Βίος του Νήφωνα και ο Βίος του Φίλωνα. Προφανώς τα αγιολογικά αυτά κείμενα δεν γεννούν τις ίδιες απορίες για την ύπαρξή τους στη βιβλιοθήκη του Βοήλα με αυτές που δημιουργούν οι άλλες κατηγορίες των βιβλίων, που αναφέρθηκαν. Θα είχε πάντως ενδιαφέρον αν γνωρίζαμε γιατί ο Βοήλας επέλεξε, αν τους επέλεξε, τους Βίους αυτούς· για παράδειγμα τον πρώτο Βίο, όπου βιογραφείται ο περίπου σύγχρονός του Μιχαήλ ο Μαλεΐνος (ο Μαλεΐνος

—————————————

26. Ρ. Lemerle, Cinq études sur le XIe siècle byzantin, Paris 1977, 15-63.

27. Lemerle, ό.π., 25.

28. Mango, Βυζάντιο..., ό.π., 283.

Σελ. 32
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/47/gif/33.gif&w=600&h=91530. Κιουσοπούλου, Χρόνος και ηλικίες

πέθανε το 961). Ως προς το συγκεκριμένο κείμενο, γνωρίζουμε ότι αναφέρεται στον εκ μητρός θείο του αυτοκράτορα Νικηφόρου Φωκά, τον Μιχαήλ Μαλεΐνο, ο οποίος προερχόταν από τις μεγάλες οικογένειες της Καππαδοκίας, Υπήρξε διδάσκαλος του Αθανασίου, του ιδρυτή της Λαύρας, εξ ου και το χειρόγραφο όπου σώζεται το κείμενο βρίσκεται στο Άγιον Όρος. Ο Βίος αυτός δεν είναι από τους πιο διαδεδομένους. Έτσι, μπορούμε να υποθέσουμε ότι το ενδιαφέρον του Βοήλα για τον Βίο αυτόν επήγαζε από την κοινή του καταγωγή με τους Μαλεΐνους και από το γεγονός ότι ο Μαλεΐνος συγγένευε εξ αγχιστείας με την αυτοκρατορική οικογένεια των Μακεδόνων, προς τους οποίους ο Βοήλας κάνει επανειλημμένως επίδειξη νομιμοφροσύνης και υπακοής.

Η περίπτωση του Βοήλα είναι σημαντική, εκτός των άλλων, και από τη σκοπιά που μας ενδιαφέρει το ζήτημα εδώ. Για να αποκτήσει όμως αποδεικτική αξία, πρέπει να συγκριθεί με ανάλογες περιπτώσεις ή, ακριβέστερα, η βιβλιοθήκη του να συγκριθεί με άλλες σύγχρονές της βιβλιοθήκες. Οι ενδείξεις για άλλες βιβλιοθήκες είναι περιορισμένες.29 Υπέθετα ότι ολόκληρες βιβλιοθήκες θα ήταν δυνατόν να ανασυσταθούν μέσα από τις δωρεές ιδιωτών προς τα μοναστήρια του Αγίου Όρους, όπως θα σώζονταν στα αρχεία τους. Η υπόθεση αποδείχθηκε αβάσιμη· οσάκις γίνεται λόγος για δωρεά βιβλίων σε μια μονή, δεν είναι καθόλου σαφές αν ο δωρητής τα είχε στην κατοχή του ή τα παρήγγειλε για να τα δωρήσει.30 Μία

—————————————

29. Επισκόπηση των σωζόμενων βιβλιοθηκών κάνει ο Η. Hunger, Ο κόσμος τον βυζαντινού βιβλίου. Γραφή και ανάγνωση στο Βυζάντιο, μετ. Γ. Βασίλαρος, επιμ. Τ. Κόλιας, Αθήνα 1995, 176-179. Για όσες πάντως ιδιωτικές βιβλιοθήκες της μέσης ή της ύστερης εποχής μπορούμε να σχηματίσουμε μίαν ιδέα, διαπιστώνουμε ότι ανήκαν σε ιδιαιτέρως μορφωμένα πρόσωπα (π.χ. Φώτιος, Θεόδωρος Μετοχίτης) και επομένως δεν είναι συγκρίσιμες με τη βιβλιοθήκη του Βοήλα.

30. Βλ. ως ενδεικτική της σημειούμενης ασάφειας την περίπτωση του μοναχού Θεόδωρου του Σκαράνου (J. Bompaire, Actes de Xèropotamou, Paris 1964, 79-83), o οποίος με τη διαθήκη του (14ος αιώνας) δίνει μαζί με εικόνες μια σειρά λειτουργικών βιβλίων ("Ευαγγέλιον καθημερινόν βέβρανον, και Απόστολος καθημερινός... Χρυσόστομος, μέγας Βασίλειος, προηγιασμένην,

Σελ. 33
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/47/gif/34.gif&w=600&h=91530. Κιουσοπούλου, Χρόνος και ηλικίες

πάντως αναφορά εντοπίζεται στη Διάταξη του Μιχαήλ Ατταλειάτη.31

Ο Μιχαήλ Ατταλειάτης, υψηλός αξιωματούχος και λόγιος, ίδρυσε περί τα μέσα του 11ου αιώνα στη Ραιδεστό ένα πτωχοκομείο, το οποίο ένωσε με το μικρό μοναστήρι του Χριστού του Πανοικτίρμονος που είχε ιδρύσει νωρίτερα στην Κωνσταντινούπολη. Στη Διάταξη απαριθμούνται τα βιβλία που περιέρχονται στο μοναστήρι. Αναφέρονται τέσσερεις κατηγορίες βιβλίων. Αυτά που είχε στην κατοχή του ο ίδιος ο Ατταλειάτης, όσα δώρισε ο πραιπόσιτος Ιωάννης, όσα δώρισε ο μοναχός Μιχαήλ, ηγούμενος στο μοναστήρι, και τέλος όσα περιήλθαν στη μονή μετά τον θάνατο του Ατταλειάτη και του γιου του, με δωρεά του μοναχού Ιωάννη, που υπήρξε πνευματικός πατέρας του κτίτορα. Τα βιβλία που δωρίζει ο Ατταλειάτης είναι λειτουργικά, κυρίως ευαγγέλια, ψαλτήρια και μηναία όλου του χρόνου, καθώς και κείμενα των Πατέρων. Δωρίζει επίσης τέσσερεις τόμους με κείμενα του Συμεών του Μεταφραστή. Ανάμεσα στα τέσσερα βιβλία του πραιπόσιτου υπάρχει βιβλίο που περιέχει ένα κείμενο του Χρυσόστομου, τον Βίο του Αγίου Αρτεμίου και "ετέρων αγίων τους Βίους". Δυο μηναία, για τον μήνα Ιανουάριο το πρώτο και τους μήνες Φεβρουάριο ως Απρίλιο το δεύτερο, περιλαμβάνονται στα υπόλοιπα δώδεκα βιβλία που δωρίζονται στο μοναστήρι.

Χρήσιμη επίσης είναι η μνεία ενός αριθμού βιβλίων που περιέρχονται στη βιβλιοθήκη της μονής της Πάτμου. Ο ιερομόναχος Ιωσήφ, ως ηγούμενος της μονής, παραλαμβάνει 11 βιβλία "χάριν

—————————————

παρακλητικήν, ψαλτήριν, μηναίων κομμάτια τρία έχων μήνας ε΄, Θεολόγος, τυπικόν του αγίου Σάββα..., Θεοτοκάριν..., αναγνωστικόν πανηγυρικον") στον ναό της Παναγίας. Στο ίδιο το κείμενο της διαθήκης ο Σκαράνος δηλώνει ότι ο κυρ Ισαάκης κρατεί έναντι ενός χρέους 10 υπερπύρων ως ενέχυρα τα εξής βιβλία: "έξη θεολογικά και μηναία δύο, ευαγγέλιν, ψαλτήριν, παρακλητικήν όλα βέβρανα". Γίνεται φανερό από το κείμενο ότι είναι άλλα τα βιβλία που δωρίζει στον ναό της Παναγίας.

31. Ρ. Gautier, "La diataxis de Michel Attaliate", RΕΒ 39 (1981), 5-143.

Σελ. 34
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/47/gif/35.gif&w=600&h=91530. Κιουσοπούλου, Χρόνος και ηλικίες

του χρέους του Γρηγορίου των πεντήκοντα υπερπύρων". Ανάμεσα στα βιβλία αυτά, τα περισσότερα των οποίων είναι λειτουργικά, βρίσκεται "βιβλιδάριον έχον τα θαύματα των ασωμάτων και τον βίον" ενός αγίου.32

Αυτές οι τρεις βιβλιοθήκες ή, ακριβέστερα, αυτά τα τρία σύνολα βιβλίων είναι τα μόνα που μπόρεσα να εντοπίσω για την εξεταζόμενη εποχή. Αλλά και κατά τους μεταγενέστερους χρόνους, νομίζω ότι, εφόσον το εκδεδομένο αρχειακό υλικό των μοναστηριών δεν μας παρέχει αντίστοιχες πληροφορίες, θα είναι δύσκολο να λανθάνουν και άλλα παρόμοια σύνολα. Τα συγκεκριμένα πάντως έχουν ως κοινά χαρακτηριστικά τη χρονική στιγμή κατά την οποία μνημονεύονται, δηλαδή μέσα στον 11ο αιώνα, και το γεγονός ότι αποτελούν δωρεά σε μοναστηριακά ιδρύματα. Αυτό το τελευταίο χαρακτηριστικό θα μπορούσε να συνιστά έναν σημαντικό περιορισμό, καθώς δεν γνωρίζουμε αν τα βιβλία αυτά αποτελούσαν το σύνολο των βιβλίων που είχε στην κατοχή του ο εκάστοτε δωρητής ή αν ο ίδιος έκανε μιαν επιλογή ανάλογη προς τον προορισμό της δωρεάς. Προκειμένου για τη βιβλιοθήκη του Βοήλα, με δεδομένο τον αριθμό και την ποικιλία των βιβλίων του και λαμβάνοντας υπόψη ότι στην ουσία τα κληροδοτεί στις θυγατέρες του, μπορούμε βάσιμα να υποθέσουμε ότι δεν θα είχε στην κατοχή του και άλλα βιβλία, Έτσι, παρόλο που οι γνωστές περιπτώσεις αριθμητικά δεν είναι πολλές, πρέπει, όπως συχνά συμβαίνει στη μελέτη του Βυζαντίου, να αρκεσθούμε σε αυτές, για να κάνουμε ορισμένες παρατηρήσεις και υποθέσεις. Παρατηρούμε καταρχήν ότι σε αντίθεση με τα λειτουργικά βιβλία, τα μεμονωμένα αγιολογικά κείμενα που μνημονεύονται είναι λίγα και αποτελούν μόνον το 1-3% του συνόλου. Ο μικρός αριθμός των Βίων έχει πιθανώς σχέση με το κόστος της αντιγραφής τους. Καθώς όμως οι αναφερόμενοι Βίοι περιλαμβάνονται

—————————————

32. Έρα Βρανούση, "Ο καθηγούμενος της μονής Πάτμου Ιωσήφ Ιασίτης και η αρχαιότερη αναγραφή χειρογράφων της μονής", Δελτίο της Χριστιανικής και Αρχαιολογικής Εταιρείας 4 (1964), 349. Ευχαριστώ τον κύριο N. Οικονομίδη που μου υπέδειξε το άρθρο αυτό.

Σελ. 35
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/47/gif/36.gif&w=600&h=91530. Κιουσοπούλου, Χρόνος και ηλικίες

σε έναν κώδικα μαζί με άλλα κείμενα (π.χ. πατερικά), η υπόθεση αυτή μάλλον δεν ευσταθεί. Εκ πρώτης όψεως φαίνεται ότι επρόκειτο για μιαν επιλογή άσχετη προς το κόστος του βιβλίου. Αναζητώντας την ταυτότητα των προσώπων που είχαν τα βιβλία με τους Βίους αγίων παρατηρούμε ότι αυτοί στις γνωστές μας περιπτώσεις ήταν μικροί αξιωματούχοι. Ο Ατταλειάτης, περισσότερο μορφωμένος και πιο πλούσιος, δεν φαίνεται να είχε στην κατοχή του μεμονωμένους Βίους. Τα μηναία που δωρίζει, ανήκουν ούτως ή άλλως στην κατηγορία των λειτουργικών βιβλίων. Ίσως δεν είναι σύμπτωση το γεγονός ότι, διατρέχοντας τα σημειώματα των κωδίκων,33 εντοπίζουμε τα ονόματα αξιωματούχων που αναλαμβάνουν τα έξοδα της αντιγραφής ενός ή περισσοτέρων Βίων. To κόστος ενός βιβλίου αυτήν την εποχή δεν είναι εύκολο να υπολογισθεί, εφόσον ήταν συνάρτηση του όγκου του, της εικονογράφησής του και της εν γένει ποιότητάς του.34 Ενδεικτικά πάντως υπενθυμίζεται ότι τα ένδεκα βιβλία που παρέλαβε ο ηγούμενος Ιωσήφ αντιστοιχούσαν σε ένα χρέος ύψους 50 νομισμάτων.35 Τα πέντε κατά μέσον όρον νομίσματα που θα ήταν η αξία ενός βιβλίου δεν ήταν ποσόν ευκαταφρόνητο για την εποχή, ούτε όμως και απαγορευτικό για έναν μικρό αξιωματούχο.36

—————————————

33. Φλωρεντία Ευαγγελάτου-Νοταρά, Σημειώματα ελληνικών κωδίκων ως πηγή διά την έρευναν τον οικονομικού και κοινωνικού βίου του Βυζαντίου. Από του 9ου αιώνος μέχρι του έτους 1204, Αθήναι 1982, αρ. 97, 349, 429· π.χ. βλ. το ακόλουθο σημείωμα (Νοταρά, ό.π., 162) που αναγράφεται σε μηναίο του Ιανουαρίου (1057): "Ετελειώθη διά χειρός Συμεών μοναχού του αμαρτωλού μηνί Ιανουαρίω ιε', ινδικτιώνος ι', έτους ςφξε'. οι αναγιγνώσκοντες εύχεσθέ μοι διά Κύριον· επτά γαρ απήρτισα μέχρις άρτι Θεού βοηθούντος βιβλία των μεταφράσεων του Λογοθέτου. ...Εύχεσθε [...] τω διδούντι την έξοδον των βιβλίων τούτων ος έστι Πόθος πατρίκιος της συγκλήτου μέχρις άρτι δέδωκε νομίσματα ρν΄".

34. Βλ. Hunger, ό.π., 51-55.

35. Στον Βίο του Λάζαρου (σελ. 536) διαβάζουμε ότι ένας μοναχός βρήκε έξω από το μοναστήρι ένα νόμισμα τεταρτηρό και σκέφθηκε να το κρατήσει για να αγοράσει ένα ψαλτήριο: "είτα και ψαλτήριον ευρείν διηρεύνα, ευρίσκει μεν, ο δε το βιβλίον πιπράσκων νόμισμα ιστάμενον επεζήτει".

36. Η Vassiliki Kravari, "Note sur le prix des manuscrits (IXe-XVe

Σελ. 36
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/47/gif/37.gif&w=600&h=91530. Κιουσοπούλου, Χρόνος και ηλικίες

Με τα ως τώρα δεδομένα, γεννάται το ερώτημα αν έχει σημασία και αν επομένως πρέπει να ερμηνευθεί ο μικρός αριθμός των Βίων που απαντούν σε αυτές τις ιδιωτικές βιβλιοθήκες. Επίσης προκύπτει το ερώτημα αν είναι τυχαίο ότι στις γνωστές μας τουλάχιστον περιπτώσεις εκείνοι που έχουν στην κατοχή τους τέτοια κείμενα είναι μικροί αξιωματούχοι,37 άνθρωποι δηλαδή κατά τεκμήριο μέτριας μόρφωσης, ενώ άλλοι με υψηλότερη μόρφωση, όπως ο Ατταλειάτης, δεν φαίνεται να διαθέτουν αγιολογικά κείμενα. Στο πρώτο ερώτημα φοβούμαι ότι δεν μπορώ να απαντήσω, παρεκτός αν το συσχετίσω με την υπόθεση που κάνω ως προς το δεύτερο ερώτημα. Υποθέτω δηλαδή ότι ένας Βίος θα συμπεριλαμβανόταν στα χρήσιμα εκείνα βιβλία που ο Κεκαυμένος θεωρούσε, χωρίς όμως να τα κατονομάζει, ότι έπρεπε να διαβάζει τακτικά, κατά μόνας και ολόκληρα ένας αξιωματούχος.38 Λόγω της μόρφωσής του ένας μικρός αξιωματούχος θα μπορούσε να αρκεσθεί στον Βίο ενός μόνον αγίου, με τον οποίο μάλιστα κάτι τον συνέδεε, π.χ. κοινή καταγωγή, ίδιο όνομα κ.ο.κ.

Από όσα ήδη αναφέραμε, συνάγεται ότι το αναγνωστικό κοινό των Βίων ήταν περιορισμένο. Με άλλα λόγια, κάποιοι άνθρωποι που προφανώς είχαν την οικονομική δυνατότητα και τη μόρφωση ενδιαφέρονταν να αποκτήσουν το κείμενο ενός μόνον Βίου, χωρίς να χρειάζονται περισσότερους. Αναλογούσε, θα λέγαμε, ένας Βίος σε

—————————————

siècle)", Hommes et richesses dans l'Empire byzantin VIIIe-XVe siècle, Paris 1991, 375-384 συγκεντρώνει τις διαθέσιμες πληροφορίες σε έναν πίνακα και παραθέτει, προκειμένου για τον 11ο αιώνα, τις εξής τιμές για ένα βιβλίο: 1 νόμισμα, 1,8 νομ., 1,5 νομ., 3 νομ., 12 νομ., 21 νομ., 24 νομ. και 26 νομ., χωρίς να μπορεί βεβαίως να προσδιορίσει επακριβώς τις διαφορές ανάμεσα στο βιβλίο που στοίχισε 1 νόμισμα και στο ακριβότερο που στοίχισε 26 νομίσματα.

37. Πρβλ. την περίπτωση, τον 12ο ή 13ο αιώνα, του σπαθάριου Κωνσταντίνου Κραμβονίτη, που είχε έναν τόμο με Βίους, όπως αναφέρει o R. Browning, "Literacy in the Byzantine World", Byzantine and Modern Greek Studies 4 (1978), 45· βλ. επίσης και Νοταρά, ό.π., 183.

38. Κεκαυμένος Στρατηγικόν, μετ. Δ. Τσουγκαράκης, Αθήνα 1993, 198-199.

Σελ. 37
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/47/gif/38.gif&w=600&h=91530. Κιουσοπούλου, Χρόνος και ηλικίες

μιαν ιδιωτική βιβλιοθήκη, όπως αυτή ασφαλώς νοείται με τα μέτρα εκείνης της εποχής, γεγονός που υποδηλώνει μικρή διάδοση των αγιολογικών κειμένων.

Εντούτοις γνωρίζουμε, το είπαμε άλλωστε εξαρχής, ότι τα κείμενα αυτά είχαν ευρεία διάδοση. Το αρχικό μας άρα ερώτημα ως προς τους αποδέκτες τους εξακολουθεί να ισχύει. Θα ήταν λοιπόν σκόπιμο να το προσεγγίσουμε και με άλλον τρόπο. Πιθανόν θα ήταν αποτελεσματικότερο, αν αντιστρέφαμε το ερώτημα και το θέταμε από την πλευρά του συγγραφέα. Αν αναρωτιόμασταν δηλαδή γιατί γραφόταν ένας Βίος.

Κατά κανόνα, o συγγραφέας ενός Βίου στον πρόλογο του κειμένου του εξηγεί πώς αποφάσισε να εξιστορήσει τη ζωή και τα θαύματα του αγίου, είτε γιατί όντας μαθητής του θέλησε να καταγράψει τον βίο του δασκάλου του ως παράδειγμα προς μίμηση, είτε κατά προτροπή ή παραγγελία39 κάποιου άλλου που επίσης γνώριζε τον άγιο. Οι συγγραφείς αρκετών Βίων της μέσης εποχής είναι μοναχοί που ανήκαν στη μονή που είχε ιδρύσει ο βιογραφούμενος από αυτούς άγιος, Υπάρχει και το ενδεχόμενο ορισμένοι Βίοι να γράφονταν κατά παραγγελία κάποιου ιδιώτη με οικονομικό ή άλλο αντάλλαγμα.40 Πολλοί Βίοι της μέσης περιόδου, πάντως, αποτελούν την αποκρυστάλλωση προφορικών διηγήσεων, που κυκλοφορούσαν για τον συγκεκριμένο άγιο ως τη στιγμή της σύνταξής τους.41 Συνυφασμένο με τα κίνητρα του συγγραφέα ήταν ασφαλώς

—————————————

39. Περιπτώσεις τέτοιων παραγγελιών αναλύει ο Efthymiadis, "The Byzantine Hagiographer...", ό.π., 65-70.

40. Κανένα από τα εξεταζόμενα κείμενα δεν μπορεί να στηρίξει αυτήν τη σκέψη, η οποία εντούτοις δεν είναι σκόπιμο να αποκλεισθεί, αν λάβουμε υπόψη την παρατήρηση της Κ. Γαλαταριώτου ότι ο Νεόφυτος τον 12ο αι. έγραψε κατά παραγγελία πολλά κείμενα, μεταξύ αυτών και ένα εγκώμιο στον Άγιο Διομήδη (βλ. Catia Galatariotou, The Making of a Saint. The Life, Times and Sanctification of Néophytes the Recluse, Cambridge University press 1990,181-182).

41. Patlagean, "Sainteté et pouvoir", ό.π., 101. Ενδιαφέρον παρουσιάζει το προοίμιο του Βίου των τριών αδελφών από τη Μυτιλήνη (σελ. 213): "τα δε εξ αυτών... κατορθώματα... διασαφήσομεν, σποράδην πως προς της

Σελ. 38
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/47/gif/39.gif&w=600&h=91530. Κιουσοπούλου, Χρόνος και ηλικίες

και το κοινό στο οποίο απευθυνόταν και ο τρόπος με τον οποίο γινόταν το κείμενο γνωστό.

Ως προς τον τρόπο της διάδοσής τους, τα ίδια τα κείμενα δεν είναι πολύ αποκαλυπτικά. Από τον πρόλογό τους δεν γίνεται πάντοτε σαφές αν οι Βίοι προορίζονταν να διαβαστούν μπροστά σε ακροατήριο ή για προσωπική ανάγνωση. Στις περισσότερες περιπτώσεις, δηλώνεται ότι ο Βίος απευθύνεται σε ακροατήριο42 και σε άλλες ο συγγραφέας απευθύνεται γενικά στους "αναγιγνώσκοντες".43 Μερικές φορές δεν υπάρχει καμία σχετική αναφορά. Ίσως όμως δεν είναι τυχαίο ότι στο προοίμιο δύο γνωστών Βίων της μέσης εποχής, του Βίου του Λουκά του Στειριώτη και του Βίου του Νίκωνα, δηλώνεται ότι προορισμός των κειμένων αυτών είναι οι ακροατές.44 Τόσο το ένα όσο και το άλλο κείμενο γράφτηκαν μέσα στη μονή που ο καθένας από τους αγίους είχε ιδρύσει και απευθύνονταν

—————————————

αληθείας αυτής συνειλοχότες, τα μεν εκ παλαιών συγγραμμάτων, τα δε εξ ανδρών θεοφιλών τε ευαρετών, εκείνοις αυτοίς τοις σεβασμίοις πατράσιν ακριβώς, ανέκαθεν και αδιαστάτως παρηκολουθηκότων, και ουκ από φήμης ακηκοότες".

42. Βίος Γαλακτίωνος και Επιστήμης, 35: "Διήγησιν ξένην και παράδοξον ακούσατε σήμερον παρ' εμού, αγαπητοί, ήτις εστίν χρήσιμος ταις υμετέραις ψυχαίς"· Βίος Λαζάρου, 534: "ίνα εάν τινες ακούσαντές τι περί του πατρός μη πιστεύωσι, τούτοις επερωτώντες το αληθές εξ αυτών ωσίν ιδίοις μανθάνωσιν και ούτως και περί των λοιπών". Βίος Στεφάνου, 127: "Φρίττουσί μου τα οστά και νεφροί καρδίας αισθάνονται... ω συνετόν και πιστόν ακροατήριον, ότε και μόνον εις μνήμην τα τότε πραχθέντα λάβοιμι"· ό.π., 132: "αύτη δε εστίν, ω πιστότατοι ακροαταί, η προμνημονευθείσα εν τοις έμπροσθεν... θυγάτηρ..."· ό.π., 97: "ο τίμιος... νεανίας... εν καιρώ της αναγνώσεως τελουμένης, προ της ιεράς κιγκλίδος ιστάμενος, και τω αναγνώστη προσέχων, εκ μόνης ανακροάσεως μανθάνειν αυτόν το αναγιγνωσκόμενον, και επί στόματος φέρειν, είτε μαρτύριον, είτε βίον, είτε και Πατρός τινός διδασκαλίαν"· Βίος Νικηφόρου, 404: "ω ιερόν και θεοφιλές συνάγυρμα".

43. Πρβλ. Βίος Θέκλας, 168: "Παρατηρείν μέντοι αξιώ τε νυν, τους τε αύθις ίσως εντευξομένους τω συγγράμματι τούτω... ως ουκ έξω του σκοπού των πάλαι συγγραφέντων είρηται".

44. Βίος Νίκωνος, 161: "διά τούτο... και οι βίοι αυτών εν ταις βίβλοις εγράφησαν, ίνα μη μόνον ακούοντες επαινώμεν, αλλ' ίνα και ποθήσαντες την αυτών πολιτείαν ζηλώσωμεν".

Σελ. 39
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/47/gif/40.gif&w=600&h=91530. Κιουσοπούλου, Χρόνος και ηλικίες

στους μοναχούς που εγκαταβίωναν εκεί. Στον Βίο, μάλιστα, του Λουκά, δηλώνεται ότι είναι προορισμένος να διαβάζεται την ημέρα της εορτής του αγίου.45 Στην προκειμένη περίπτωση το αναζητούμενο κοινό είναι μάλλον συγκεκριμένο: απαρτιζόταν από τους μοναχούς και τους πιστούς που τιμούσαν τη μνήμη του αγίου.46 Μπορούμε κατά συνέπεια να υποθέσουμε ότι οι Βίοι απευθύνονταν καταρχήν στους μοναχούς, των οποίων τη συνοχή και την ενότητα στόχευαν να ενισχύσουν. Το γεγονός ότι τα κείμενα αυτά σώθηκαν σε πολλά χειρόγραφα, που περιέχουν περισσότερους του ενός Βίους,47 υποδεικνύει ότι ο κυριότερος χώρος διάδοσης και απήχησής των ήταν τα μοναστήρια. Την υπόθεση αυτή ενισχύει η διαπίστωση, στην οποία ήδη καταλήξαμε, ότι το αναγνωστικό κοινό των Βίων ήταν περιορισμένο, πολύ περισσότερο καθώς ορισμένοι Βίοι γράφονταν για να απαγγελθούν. Θα είμαστε ίσως πιο ακριβείς, επομένως, αν λέγαμε ότι περιορισμένο ήταν εντέλει το λαϊκό αναγνωστικό κοινό των Βίων. Από την άλλη πλευρά, πρέπει να λάβουμε υπόψη την πληροφορία που περιέχεται στον Βίο του Ανδρέα του Σαλού ότι ο άγιος ως νέος πήγαινε συχνά στην εκκλησία της Αγίας Σοφίας για να διαβάσει Βίους,48 καθώς και την πληροφορία που περιέχεται στον Βίο του Θεοδώρου του Στουδίτη, ότι, νέος και αυτός, πήγαινε στην εκκλησία και διάβαζε Βίους "των πριν διαλαμψάντων αγίων".49

Τέλος, υπάρχουν οι Βίοι που αναφέρονται σε φανταστικά 

—————————————

45. Βίος Λουκά του Στειριώτη, 159: "δείκνυται δε μάλλον και εκ του σήμερον εις εορτήν ημίν προκειμένου Λουκά".

46. Πρβλ. Βίο Νικηφόρου, 427, όπου ο συγγραφέας στο τέλος του κειμένου του ζητεί από τον Θεό να προστατεύει "ιερείς, βασιλείς, τους εν υπεροχή και πάντα τον λαόν".

47. Σύμφωνα με τον εκδότη του Βίου του Θεοδώρου του Συκεώτη (σελ, xxiv-xx), ο ένας από τους τρεις κώδικες, στους οποίους σώζεται o Βίος, γραμμένος τον 11o αιώνα, περιέχει και τον Βίο του Ανδρέα του Σαλού και προοριζόταν για ιδιωτική ανάγνωση μέσα στο κελί, εξ ου και ο αντιγραφέας παρέλειψε τα κομμάτια που δεν τον ενδιέφεραν.

48. Βίος Ανδρέα του Σαλού, 622.

49. Βίος Θεοδώρου του Στουδίτη (Β), 237.

Σελ. 40
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/47/gif/41.gif&w=600&h=91530. Κιουσοπούλου, Χρόνος και ηλικίες

πρόσωπα.50 Οι Βίοι αυτοί ήταν λίγοι σε σχέση με τους υπόλοιπους. Από τη στιγμή όπου η αγιολογία διαμορφώθηκε ως ξεχωριστό γραμματειακό είδος, θα υπήρχαν ορισμένα αγιολογικά κείμενα που δεν θα είχαν συγκεκριμένο κοινό και στόχο. Οι αποδέκτες των κειμένων αυτών, όπως και οι συγγραφείς τους, πρέπει μάλλον να αναζητηθούν στα λόγια στρώματα, στα οποία ούτως ή άλλως απευθυνόταν ο έντεχνος λόγος. Η περίπτωσή τους όμως νομίζω ότι δεν επηρεάζει τη γενική εικόνα που προσπαθούμε να σχηματίσουμε εδώ ως προς την απήχηση του κύριου όγκου των Βίων.

Είναι αυτονόητο ότι οι υποθέσεις και οι σκέψεις που διατύπωσα πρέπει να επαληθευθούν στην πορεία της έρευνας. Μιας έρευνας όμως κοπιώδους που δεν μπορεί παρά να είναι συλλογική. Κυρίως διότι για να εξαχθούν ασφαλή συμπεράσματα μέσα στη διαχρονία πρέπει να γίνει συστηματική δουλειά όσον αφορά τη χειρόγραφη παράδοση και το ύφος του καθενός κειμένου, τη χρονική στιγμή της σύνταξής του, τον συγγραφέα και τους αντιγραφείς του.51 (Ασφαλώς δεν είναι δυνατόν να επιχειρήσω στο πλαίσιο αυτής της εργασίας πρωτογενή μελέτη της χειρόγραφης παράδοσης των Βίων. Χρησιμοποιώ ενδεικτικά ορισμένες περιπτώσεις εκδεδομένων Βίων, βασιζόμενη στις πληροφορίες που δίνουν οι εκδότες τους). Χρειάζεται ακόμη να γίνει συστηματική μελέτη της εγγραμματοσύνης στο Βυζάντιο κατά εποχές, κοινωνικά στρώματα και περιοχές. Και πρέπει να τεθεί με σύγχρονους ιστοριογραφικούς όρους, και όχι μόνον γλωσσικούς, τι συνιστούσε λόγιο και τι λαϊκότροπο στη βυζαντινή κουλτούρα.

Θεωρώ ότι τα αγιολογικά κείμενα είναι χρήσιμα για την επεξεργασία παρομοίων ερωτημάτων και επίσης ότι είναι πολλαπλώς χρήσιμα για την επεξεργασία ερωτημάτων που σχετίζονται με την προφορικότητα ως συστατικό του γραπτού λόγου, ή με την κατά

—————————————

50. Βλ. πρόχειρα, Mango, "Saints", ό.π., 270-272.

51. Μίαν απόπειρα συστηματικής προσέγγισης ορισμένων Βίων της μέσης εποχής υπό αυτό το πρίσμα κάνει ο Efthymiadis, ό.π., 59-79, ο οποίος καταλήγει επίσης στη διαπίστωση ότι τα αγιολογικά κείμενα γράφονταν για να απαγγελθούν μπροστά σε ακροατήριο.

Σελ. 41
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/47/gif/42.gif&w=600&h=91530. Κιουσοπούλου, Χρόνος και ηλικίες

μόνας ανάγνωση και αντίστοιχα την απαγγελία ως μέσα μετάδοσης γνώσης και μηνυμάτων στη συγκεκριμένη κοινωνία.52 Η εικόνα, για παράδειγμα, του ανθρώπου που διαβάζει σιωπηρά ή του αντιγραφέα που αντιγράφει από άλλο χειρόγραφο και όχι καθ' υπαγόρευση δεν έχει επαρκώς μελετηθεί για το Βυζάντιο, εν αντιθέσει προς τη Δύση, όπου η τομή τοποθετείται στον 12ο αιώνα.53 Στους Βίους εντοπίζουμε συχνά σκηνές, που σε συνδυασμό με την εικονογραφία μπορεί να διαλευκάνουν τη μορφή του βυζαντινού αναγνώστη.54 Τα αγιολογικά κείμενα είναι, εν κατακλείδι, χρήσιμα για τη μελέτη του μείζονος προβλήματος της διαπλοκής του γραπτού και του προφορικού πολιτισμού στο Βυζάντιο.55 Τα ζητήματα αυτά, ωστόσο, ξεπερνούν τα όρια της δικής μου έρευνας.

Για τις ανάγκες πάντως αυτού του κεφαλαίου, παρά τις πενιχρές πληροφορίες που διαθέτουμε, φάνηκε πώς δεν πρέπει να ήταν πολλοί όσοι, έξω από τα μοναστήρια, όπως οι θυγατέρες του Βοήλα,

—————————————

52. Αυτού του τύπου ερωτήματα ανάμεσα σε άλλα, διατυπώνει, βασιζόμενη κυρίως στην ιστοριογραφία και τον Διγενή Ακρίτα, η Evelyne Patlagean, "Discours écrit, discours parlé. Niveaux de culture à Byzance aux VIIIe-XIe siècles", Annales É.S.C., 1979, 264-278. Η Patlagean επιμένει στη σχέση της λόγιας παραγωγής με τους φορείς της εξουσίας στη βυζαντινή κοινωνία. Νύξεις για τις αναγνωστικές συνήθειες των Βυζαντινών ως προς τη μεγαλόφωνη ή τη σιωπηρή ανάγνωση κάνει και ο Hunger, ό.π., 163-170.

53. Βλ. για τη Δύση Ρ. Saenger, "Silent Reading: Its Impact on Late Medieval Script and Society", Viator 13 (1982), 367-414.

54. Στον Βίο, π.χ., του Θεόδωρου του Στουδίτη (στ. 153), διαβάζουμε: "Αύται αί βίβλοι, ας ο θεοφόρος Πατήρ υπηγόρευσε, και γλώσση σοφωτάτη ετράνωσεν... Όθεν και τη χάριτι πλεονάζων, πολλήν κατά πάσαν ημέραν την εργασίαν επήγε, γράφων αυτός, άλλοις υπαγορεύων, τα πρακτέα υποτιθείς, τοις θείοις πείθων εμμελετάν". Από τον Βίο επίσης της Αθανασίας της Aίγινας (σελ. 213) μαθαίνουμε ότι η Αθανασία μάζευε τις γειτόνισσές της τις Κυριακές και τις εορτάσιμες ημέρες και τους διάβαζε τις Γραφές.

55. Το ζήτημα θέτουν οι A. Ρ. Kazhdan - G. Constable, People and Power in Byzantium. An Introduction to Modern Byzantine Studies, Washington 1982, 102-103.

Σελ. 42
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/47/gif/43.gif&w=600&h=91530. Κιουσοπούλου, Χρόνος και ηλικίες

χρησιμοποιούσαν τους Βίους, "εις το αναγιγνώσκειν και εκμανθάνειν". Έγινε επίσης φανερό πως, παρά το γεγονός ότι δεν σχετίζεται άμεσα με τη διερεύνηση της κλίμακας των ηλικιών που είναι το θέμα της συγκεκριμένης έρευνας το αν οι Βίοι προορίζονταν για ακροατές ή για αναγνώστες, ήταν αναγκαίο να εξεταστεί και αυτή η πλευρά, για να σκιαγραφηθούν οι αποδέκτες των κειμένων.

Χρησιμοποιώντας τις ενδείξεις που παρέθεσα και λαμβάνοντας υπόψη το περιεχόμενο των Βίων, το οποίο θα αναλύσουμε και στη συνέχεια, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι πρόκειται για κείμενα που στόχευαν μεν στην ανάδειξη του μοναστικού ιδεώδους, αλλά ήταν προορισμένα να λειτουργήσουν καταρχήν στο εσωτερικό της Εκκλησίας. Η νομιμοποίηση, η ενίσχυση και η συνοχή των μοναστικών κοινοτήτων πιστεύω ότι ήταν το κυρίως ζητούμενο της μεγάλης αγιολογικής παραγωγής, αυτής τουλάχιστον της περιόδου.56 Με δεδομένο, μάλιστα, το κλίμα του ατομικισμού που διέκρινε τον βυζαντινό μοναχισμό,57 οι Βίοι λειτουργούσαν ως συνεκτικό στοιχείο μεταξύ των μοναχών που είχαν έτσι κοινή αναφορά στον ιδρυτή

—————————————

56. Η λειτουργία των Βίων εξαγγέλλεται ήδη στον Βίο του Αντωνίου, όπου δηλώνεται "προγραμματικά" (P.G., t 26, 837): "Οίδα δε, ότι και υμείς ακούσαντες, μετά του θαυμάσαι τον άνδρα, θελήσετε και ζηλώσαι την εκείνου πρόθεσιν· έστιν γαρ μοναχοίς ικανός χαρακτήρ προς άσκησιν ο Αντωνίου βίος". Πιο συγκεκριμένος στην περιγραφή της καθημερινότητας του αγίου είναι ο βιογράφος του Συμεών του Νέου Θεολόγου. Ο Συμεών "ως από βαλανείου λελουμένος τοις δάκρυσι... είτα ταις θείαις ωμίλει Γραφαίς και τους των προασκησάντων βίους αναγιγνώσκων τα εκείνων εις εαυτόν συνελέγετο κατορθώματα" (Βίος Συμεών του Νέου Θεολόγου, 36-38). Χαρακτηριστική είναι και η πληροφορία που περιέχεται στον Βίο του Παύλου του Λάτρους, ότι ο άγιος συγκέντρωνε τους μοναχούς της μονής του και τους διάβαζε αποσπάσματα από την Αγία Γραφή, ή συνηθέστερα από ένα βιβλίο γραμμένο "οίκοθεν" με περιστατικά των "εαυτού πράξεων". Την πληροφορία σχολιάζει ο A. Kazhdan, "Hagiographical Notes (1-4)", Byzantion 53 (1983), 544 [= Authors and Texts in Byzantium, Variorum Reprints, London 1993, αρ. IΙΙ] και αναρωτιέται αν αυτό το βιβλίο ήταν ένα είδος ημερολογίου που κρατούσε ο Παύλος. Για τη δική μας ανάλυση έχει ενδιαφέρον το γεγονός ότι ο Παύλος είχε συνείδηση της συνεκτικής λειτουργίας του αναγνώσματος αυτού.

57. Kazhdan-Constable, ό.π., 146.

Σελ. 43
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/47/gif/44.gif&w=600&h=91530. Κιουσοπούλου, Χρόνος και ηλικίες

του μοναστηριού. Τα αγιολογικά κείμενα αποτελούσαν ούτως ή άλλως συστατικό της μοναστικής κουλτούρας.58 Επιπλέον, το γεγονός ότι μέσα από τους Βίους αναδεικνύεται η σημασία της εγγραμματοσύνης για τους μοναχούς59 υποδηλώνει ότι οι δυνάμει αναγνώστες αυτών των μακροσκελών κειμένων ήταν συγκεντρωμένοι ως επί το πλείστον στα μοναστήρια. Κατά συνέπεια δεν ήταν οι λαϊκοί το κοινό στο οποίο πρωτίστως απευθύνονταν οι Βίοι, αλλά οι μοναχοί. Βεβαίως και οι λαϊκοί διάβαζαν ή άκουγαν άλλους να διαβάζουν αυτά τα κείμενα και το πιθανότερο είναι ότι ο κύκλος των λαϊκών που ως ακροατές έρχονταν σε επαφή με τους Βίους ήταν κατά πολύ ευρύτερος από όσους τα διάβαζαν κατά μόνας.

Ωστόσο, δεν στόχευε στους λαϊκούς ο ηθικοπλαστικός χαρακτήρας

—————————————

58. Στο ίδιο συμπέρασμα καταλήγει, αλλά από άλλον δρόμο, η Patricia Karlin-Hayter, "Où l'abeille butine. La culture littéraire monastique à Byzance aux VIIIe et IXe siècles". Le Monachisme à Byzance et en Occident du VIIIe au Xe siècles. Aspects internes et relations avec la société, éd. A. Dierkens - D. Misone - J.-M. Sansterre, Revue Benedectine 103 (1993), 111. Τη διαπίστωση ότι οι Βίοι προορίζονταν να λειτουργήσουν στο εσωτερικό κυρίως των μοναστηριών ενισχύει η παρατηρούμενη αντίδραση στις θεολογικές απόψεις που εκφράζουν τα κείμενα αυτά από ανθρώπους που κινούνταν επίσης μέσα στο πλαίσιο της επίσημης Εκκλησίας, αλλά αντιμετώπιζαν πιο ορθολογικά τα ζητήματα της πίστης: βλ. σχετικά G. Dagron, "L'ombre d'un doute: L'hagiographie en question, VIe-XIe siècle", DOP 46 (1992), 59-68.

59. Το επίπεδο της εγγραμματοσύνης των μοναχών σχολιάζουν όλοι οι ερευνητές που ασχολήθηκαν με την εγγραμματοσύνη στο Βυζάντιο: βλ. Browning, "Literacy in the Byzantine World", ό.π.· του ιδίου, "Further Reflections on Literacy in Byzantium", ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟΝ. Studies in Honor Speros Vryonis Jr., New York 1993, 69-84· N. Oikonomides, "Mount Athos: Levels of Literacy", DOP 42 (1988), 167-178. Εκφράσεις αυτής της εγγραμματοσύνης σχολιάζει και η Karlin-Hayter, ό.π. Βλ. παράλληλα την "Υποτύπωσιν" του Θεόδωρου του Στουδίτη (P.G., t. 99, 1713), στο ακόλουθο σημείο: "Δει ειδέναι ότι, εν αις ημέραις αργίαν άγομεν των σωματικών έργων, κρούει ο βιβλιοφύλαξ το ξύλον άπαξ, και συνάγονται οι αδελφοί εις τον τόπον των βιβλίων και λαμβάνει έκαστος βιβλίον και αναγιγνώσκει έως οψέ". Τα βιβλία αυτά οφείλουν να επιστρέψουν οι μοναχοί όταν κρούσει πάλι το ξύλο ο βιβλιοφύλαξ "προ των σημαντήρων του λυχνικού".

Σελ. 44
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/47/gif/45.gif&w=600&h=91530. Κιουσοπούλου, Χρόνος και ηλικίες

των Βίων. Η διαπίστωση εξάλλου, που προκύπτει από την ανάλυση επιμέρους επεισοδίων, ότι ο άγιος συναλλάσσεται με όλα τα κοινωνικά στρώματα, δεν πιστοποιεί ότι τα αγιολογικά κείμενα απευθύνονταν στο σύνολο της κοινωνίας.60 Αντίθετα, πιστεύω ότι στην περίπτωση αυτή η "στρατολόγηση" μοναχών από όλα τα κοινωνικά στρώματα ήταν ένας από τους στόχους της συγγραφής ενός Βίου. Είναι, για παράδειγμα, ενδεικτική η πληροφορία που περιέχεται στον Βίο του ότι ο πατριάρχης Αθανάσιος αποφάσισε να γίνει μοναχός, αφού διάβασε τον Βίο του Αλυπίου.61 Με το ίδιο πνεύμα ερμηνεύονται και οι πληροφορίες από τον Βίο του Ανδρέα του Σαλού και τον Βίο του Θεόδωρου του Στουδίτη που αναφέρθηκαν προηγουμένως.

Ιδωμένοι υπό αυτό το πρίσμα οι Βίοι, ως κείμενα δηλαδή "στρατευμένα" και προπαγανδιστικά του μοναστικού τρόπου ζωής, με τη μορφή που πήρε κατά τη μέση εποχή, αποκτούν αξία για τη μελέτη της κοινωνικής ιστορίας όχι τόσο διότι αναδεικνύουν τα στοιχεία που συγκροτούν το εκκλησιαστικό μοντέλο κοινωνικής συμπεριφοράς, όσο επειδή μας προκαλούν να ανιχνεύσουμε τους κανόνες και τους κώδικες που συγκροτημένοι από την κοινωνία επιλέγονταν από την Εκκλησία για την εξυπηρέτηση της δικής της πολιτικής. Επομένως, τα κείμενα αυτά ανακαλούν μοντέλα και συστήματα αναπαραστάσεων που η ίδια η βυζαντινή κοινωνία είχε διαμορφώσει, που η Εκκλησία τα χρησιμοποίησε και που είναι ερευνητέο ως ποιον βαθμό εντέλει τα επηρέασε. Ανάμεσα στα συστήματα αυτά εκείνο που μας ενδιαφέρει στη δική μας συνάφεια είναι ασφαλώς το σύστημα της μέτρησης και της αναπαράστασης του χρόνου.

—————————————

60. Patlagean, "Ancienne hagiographie...",ό.π., 108-109.

6l. H. Delehaye, "La Vie d'Athanase Patriarche de Constantinople (1289-1293,1303-1309)", Mélanges d'Hagiographie grecque et latine (Subs. Hag. 42), Bruxelles 1966, 131.

Σελ. 45
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/47/gif/46.gif&w=600&h=91530. Κιουσοπούλου, Χρόνος και ηλικίες

Η ΜΕΤΡΗΣΗ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ ΣΤΟΥΣ ΒΙΟΥΣ

Διατρέχοντας τους Βίους, παρατηρούμε ευθύς αμέσως ότι, παρόλο που έχουν συγκεκριμένα αφηγηματικά πρότυπα και παρά το γεγονός ότι αναφέρονται σε "υπερβατικά" πρόσωπα, τα κείμενα αυτά δεν είναι ανιστορικά. Ο συγγραφέας ενός αγιολογικού κειμένου ενδιαφέρεται να τοποθετήσει το βιογραφούμενο πρόσωπο μέσα στον χρόνο. Πρώτον, όντας πολλές φορές ένας άνθρωπος που έζησε στο περιβάλλον του αγίου, τοποθετεί τον εαυτόν του σε σχέση με εκείνον.62 Ορίζει δηλαδή τη χρονολογική σχέση του αγίου με την εποχή κατά την οποία γράφεται ο Βίος του. Δεύτερον, τοποθετεί τον άγιο σε σχέση με σύγχρονά του σημαντικά γεγονότα, γεγονότα που θα τα λέγαμε ιστορικά, όπως η βασιλεία ενός αυτοκράτορα, ένας πόλεμος, ή μια φυσική καταστροφή.63 Στην αντίληψη του συγγραφέα ο άγιος είναι ιστορικό, άρα υπαρκτό πρόσωπο, αντίληψη που επιβεβαιώνει και η συστηματική χρήση του αορίστου ως γραμματικού

—————————————

62. Βίος Θεοδώρου του Συκεώτη: ο συγγραφέας γνώρισε τον άγιο και ήταν μαθητής του· Βίος Στεφάνου του Νέου, 89: ο συγγραφέας λέγει ότι γράφει τον Βίο 42 χρόνια μετά τον θάνατο του αγίου· Βίος Βλασίου: ο συγγραφέας λέγει ότι έγραψε τον Βίο κατά προτροπή ενός μαθητή του αγίου· Βίος Λουκά του Στυλίτη: ο συγγραφέας υπήρξε για 27 χρόνια μαθητής του αγίου. Ο Θεοφάνης υπήρξε για 40 χρόνια μαθητής του Μιχαήλ Μαλεΐνου.

63. Η γέννηση του Θεόδωρου του Συκεώτη προσδιορίζεται χρονικά σε σχέση με τη βασιλεία του Ιουστινιανού. Στον Βίο του Βλασίου ο μόνος χρονολογικός προσδιορισμός είναι η βασιλεία του Λέοντα. Το ίδιο συμβαίνει και στον Βίο του Κωνσταντίνου του εξ Ιουδαίων, όπου αναφέρεται ο Βασίλειος ο Α'. Στον Βίο του Πέτρου χρονολογικά σημεία αναφοράς του συγγραφέα είναι η άνοδος στον θρόνο και ο θάνατος των εικονολατρών ή των εικονομάχων αυτοκρατόρων.

Σελ. 46
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/47/gif/47.gif&w=600&h=91530. Κιουσοπούλου, Χρόνος και ηλικίες

χρόνου της αφήγησης. Τέλος, το σημαντικότερο, η ζωή του αγίου εξιστορείται με χρονολογική σειρά. Στον ευρύτερο χρόνο της ιστορίας, όπως ο ίδιος τον συλλαμβάνει, ο βιογράφος υπάγει τον χρόνο της ζωής του αγίου. Ο χρόνος αυτός, ο χρόνος της ζωής του αγίου, είναι τακτοποιημένος, καθώς τα γεγονότα διαδέχονται το ένα το άλλο χωρίς αναχρονισμούς και πρωθύστερες περιγραφές. Παρατηρούμε με λίγα λόγια ότι ο συγγραφέας αρθρώνει τη διήγησή του με βάση την έννοια του (ιστορικού) χρόνου. Και αυτό, όχι μόνον γιατί του το επιβάλλει το γραμματειακό είδος, η βιογραφία εν προκειμένω, αλλά και ως επιλογή.

Ακριβώς η χρήση του χρόνου ως επιλογή, ή καλύτερα ο τρόπος που επιλέγουν οι συγγραφείς των Βίων για να ξεδιπλώσουν τον ιστορικό χρόνο, είναι που θα μας απασχολήσει. Πιο συγκεκριμένα, θα εξετάσουμε πώς μετράται ο χρόνος στα κείμενα αυτά, έχοντας πάντοτε κατά νουν ότι είναι κείμενα προπαγανδιστικά, συχνά μάλιστα και πολεμικά. Απώτερος στόχος μας είναι ασφαλώς να συλλάβουμε την αίσθηση του χρόνου που είχαν οι Βυζαντινοί, και να τη συνυφάνουμε με την ταξινόμηση των ηλικιών που είναι, το ζητούμενο της έρευνας. Από αυτήν την άποψη, δεν μας ενδιαφέρουν εδώ τόσο οι καταβολές του χρονολογικού συστήματος που χρησιμοποιούν οι συγγραφείς των Βίων, όσο το αν αυτό βρίσκεται σε αντιστοιχία με την κοινή αίσθηση. Ούτως ή άλλως, η διερεύνηση του τρόπου με τον οποίο μετράται ο χρόνος μέσα στα συγκεκριμένα κείμενα είναι, κατά τη γνώμη μου, απαραίτητη, για να ελεγχθεί η αξιοπιστία των πληροφοριών που μας δίνουν τα κείμενα ως προς το κυρίως θέμα μας.

Θα αφήσουμε κατά μέρος τον χρόνο του συγγραφέα και θα επικεντρώσουμε την προσοχή μας στον χρόνο της ζωής του αγίου. Οι Βίοι τους οποίους μελέτησα διακρίνονται σε δύο κατηγορίες. Σε εκείνους, όπου ο συγγραφέας κάνει μια συστηματική αριθμητική διαβάθμιση του χρόνου αναφερόμενος στην ηλικία του αγίου (π.χ. Θεόδωρος ο Συκεώτης, Στέφανος ο Νέος) και σε εκείνους όπου δεν γίνεται αριθμητική αναφορά στην ηλικία του αγίου, αλλά στα μετά

Σελ. 47
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/47/gif/48.gif&w=600&h=91530. Κιουσοπούλου, Χρόνος και ηλικίες

τον εξαγνισμό του χρόνια της ζωής του (π.χ. Βλάσιος, Πέτρος, Κωνσταντίνος ο εξ Ιουδαίων, Αθανάσιος, Νίκων).

Σε όλους τους Βίους, μετά το προοίμιο, όπου τοποθετείται ο άγιος εν σχέσει προς τον παρόντα χρόνο, τον χρόνο του αφηγητή, η διήγηση ξεκινά τη στιγμή της γέννησης του αγίου. Ο άγιος γεννιέται, γεγονός που αποτελεί καθεαυτό μίαν τομή στον χρόνο. Στη συνέχεια, παρακολουθούμε τη ζωή του κατά ηλικίες. Είναι παιδί, ανήκει δηλαδή σε ξεχωριστή ηλικιακή κατηγορία, ως τα 12 χρόνια του. Στην κατηγορία αυτήν, όπως θα δούμε, τον κατατάσσει το γεγονός ότι βρίσκεται υπό τη φροντίδα των γονέων του.

Ένα χρονικό ορόσημο στη διάρκεια της παιδικής ηλικίας είναι τα 7 χρόνια. Εκεί τοποθετείται το "τέλος της πρώτης ηλικίας", όπως απαντά σε ορισμένα κείμενα, και τότε αρχίζει η εκπαίδευση του αγίου. Η τάση του όμως προς το θείο δεν εκδηλώνεται λόγω της εκπαίδευσής του· κυρίως σχετίζεται με την ψυχοσύνθεση και την ηθική του διαπαιδαγώγηση,

Στην ηλικία των 12-14 χρόνων ο άγιος εισέρχεται σε νέα φάση της ζωής του. Είναι η εποχή όπου κατά κανόνα αποφασίζει να μπει σε μοναστήρι. Στα κείμενα η ηλικία αυτή δεν δηλώνεται πάντοτε ή μόνον αριθμητικά. Συχνά, ο συγγραφέας για να δηλώσει το πέρασμα στην εφηβεία χρησιμοποιεί ένα βιολογικό χαρακτηριστικό, τον "ίουλο", σπανίως όμως προκειμένου για τους άνδρες αγίους αυτής της εποχής, εν αντιθέσει προς τις γυναίκες, την ώρα του γάμου. Η περίοδος της ήβης, που διακρίνεται από τις οριστικές για τη ζωή του αποφάσεις που παίρνει ο άγιος και από τους πειρασμούς της σάρκας με τους οποίους έχει να αντιπαλέψει, τελειώνει γύρω στα 20 χρόνια του.

Από την ηλικία των 20 χρόνων και ύστερα αρχίζει η περίοδος κατά τη διάρκεια της οποίας το βιογραφούμενο πρόσωπο αγιάζει και περνάει σε άλλη κοινωνική κατηγορία από αυτήν που ως τότε ανήκε. Η τομή συντελείται, όταν ο άγιος αρχίζει τα θαύματά του. Αυτό είναι ένα άλλο χρονικό ορόσημο στη ζωή του, ορόσημο που επίσης δεν δηλώνεται πάντοτε αριθμητικά. Πάντως, όταν αναφέρεται η ηλικία του, ο άγιος δεν είναι ποτέ μικρότερος των 30 

Σελ. 48
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/47/gif/49.gif&w=600&h=91530. Κιουσοπούλου, Χρόνος και ηλικίες

χρόνων. Στο ενδιάμεσο διάστημα, από τα 20 ως τα 30 χρόνια, οι χρονολογικοί προσδιορισμοί της ζωής του αγίου είναι αραιοί· οσάκις γίνεται σχετική μνεία, αφορά την παραμονή του αγίου σε έναν τόπο και όχι την ηλικία του. Κατά τη διάρκεια της περιόδου που αρχίζει με τη θαυματοποιό δράση του και τελειώνει με τον θάνατο του αγίου, ο χρόνος δεν υπολογίζεται πια σε σχέση με την ηλικία, αλλά επί τη βάσει των ετών που περνά σε κάθε τόπο ή ακριβέστερα επί τη βάσει εξωτερικών γεγονότων.64 Μοιάζει σαν ο χρόνος να μην αφορά πια τον άγιο, αλλά την κοινωνία, με την οποία ξαναέρχεται σε επαφή μέσω των θαυμάτων του, αφού έχει ολοκληρώσει το "αχρονικό" στάδιο, ανάμεσα στα 20 και τα 30 του χρόνια, της προσπάθειάς του να μπει στην πορεία για την τελείωση. Η ηλικία του αγίου, κατά την περίοδο της ωριμότητάς του, αναφέρεται περιστασιακά·65 δηλώνεται συνήθως, όταν εκείνος πεθαίνει και είναι για τους περισσότερους πολύ προχωρημένη. Στο τέλος του κειμένου ο βιογράφος κάνει συχνά έναν χρονολογικό απολογισμό της ζωής του αγίου, αναφερόμενος στις κυριότερες περιόδους του μοναστικού του σταδίου.66

Παρατηρούμε ότι η συστηματική αριθμητική μέτρηση της ηλικίας φαίνεται αναγκαία ως τα 20 χρόνια. Οι αριθμοί μοιάζουν να

—————————————

64. Χαρακτηριστικός εν προκειμένω είναι ο Βίος του Λουκά του Στειριώτη. Ο βιογράφος μοιάζει σαν να οργάνωσε τη διήγησή του με άξονα τα χρόνια που αντιστοιχούν στις διάφορες φάσεις της ενήλικης ζωής του Λουκά: αναφέρεται ότι ο άγιος έζησε 10 χρόνια κοντά στον στυλίτη της Ζημενάς και στο ευκτήριο του μάρτυρα Προκοπίου· πέρασε τα επόμενα 12 χρόνια στο ερημητήριό του στο όρος Ιωαννίτζη στη Φωκίδα· πήγε ύστερα για 3 χρόνια στο χωριό Καλάμιον και άλλα 3 χρόνια στο νησάκι Αμπελών και τέλος έζησε 7 χρόνια στο Στείρι της Φωκίδας (Βίος Λουκά του Στειριώτη, 36).

65. Ο Στέφανος, για παράδειγμα, 42 χρόνων ανέβηκε στην κορυφή του βουνού (Βίος Στεφάνου, 113) και 49 χρόνων άρχισε μια περίοδο σκληρότερης άσκησης (ό.π., 148). Η ηλικία του Πέτρου αναφέρεται επίσης όταν o άγιος ήταν 47, 50 και 58 χρόνων. Ο Δαυίδ εξάλλου από τη Μυτιλήνη στα 16 χρόνια του γίνεται μοναχός, στα 46 πρεσβύτερος και στα 66 πεθαίνει. Ενδιαμέσως, όταν εκείνος είναι 56 χρόνων, πεθαίνει η μητέρα του.

66. Βλ. ενδεικτικά Βίο Λαζάρου, 588.

Σελ. 49
Φόρμα αναζήτησης
Αναζήτηση λέξεων και φράσεων εντός του βιβλίου: Χρόνος και ηλικίες στη βυζαντινή κοινωνία
Αποτελέσματα αναζήτησης
    Ψηφιοποιημένα βιβλία
    Σελίδα: 30
    30. Κιουσοπούλου, Χρόνος και ηλικίες

    ΟΙ ΒΙΟΙ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΚΑΙ ΤΟ ΚΟΙΝΟ ΤΟΥΣ

    Μεγάλος αριθμός των αγιολογικών κειμένων έφθασε ως τις ημέρες μας, επειδή τα κείμενα αυτά αντιγράφηκαν πολλές φορές τόσο στη βυζαντινή όσο και σε μεταγενέστερες εποχές. Έτσι, δεν είναι σπάνιο ένας Βίος να απαντά σε περισσότερα από δύο χειρόγραφα.34 Η μεγάλη χειρόγραφη παράδοση και κατά συνέπεια η μεγάλη διάδοση ορισμένων, τουλάχιστον, Βίων θέτει ένα βασικό ερώτημα: Ποιο ήταν το κοινό των Βίων; ή αλλοιώς, ποιοι βυζαντινοί και πώς ενδιαφέρονταν για τους Βίους των αγίων; Η απάντηση στο ερώτημα αυτό έχει σημασία καθεαυτήν· συγχρόνως, μας επιτρέπει να συλλάβουμε, μέσα από τους αποδέκτες τους, τη συγκρότηση των μηνυμάτων που τα αγιολογικά κείμενα σκόπευαν να εκπέμψουν. Επομένως, μας δίνει τη δυνατότητα -στο πλαίσιο της έρευνας για την κλίμακα των ηλικιών στο Βυζάντιο- να ελέγξουμε την πληροφοριακή αξία τους ως προς το κύριο θέμα που μας απασχολεί.

    Πρόκειται, ωστόσο, για μιαν απάντηση που, όταν επιχειρήσουμε να τη δώσουμε, διαπιστώνουμε ότι δεν είναι καθόλου αυτονόητη, όπως ενδεχομένως εκ πρώτης όψεως φαίνεται. Καταρχήν, είναι αξιοσημείωτο ότι το ίδιο το ερώτημα δεν έχει απασχολήσει τους πολυάριθμους μελετητές των αγιολογικών κειμένων, οι οποίοι συνήθως το παρακάμπτουν με μιαν αόριστη αναφορά στην ευρεία απήχηση που είχαν τα κείμενα αυτά. Στις λίγες εκείνες περιπτώσεις, όπου, υπαινικτικά έστω, αντιμετωπίζεται το ζήτημα, οι παρατηρήσεις

    —————————————

    24. Ο Ν. G. Wilson, "Books and Readers in Byzantium", Byzantine Books and Bookmen, Washington 1975, 1-15, υπολογίζει ότι ανέρχονται σε 693 τα χειρόγραφα με Βίους αγίων που περιλαμβάνονται στο εορτολόγιο και έχουν διασκευασθεί από τον Μεταφραστή.