Συγγραφέας:Κιουσοπούλου, Αντωνία
 
Τίτλος:Χρόνος και ηλικίες στη βυζαντινή κοινωνία
 
Υπότιτλος:Η κλίμακα των ηλικιών από τα αγιολογικά κείμενα της μέσης εποχής (7ος-11ος αι.)
 
Τίτλος σειράς:Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας
 
Αριθμός σειράς:30
 
Τόπος έκδοσης:Αθήνα
 
Εκδότης:Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς
 
Έτος έκδοσης:1997
 
Σελίδες:167
 
Αριθμός τόμων:1 τόμος
 
Γλώσσα:Ελληνικά
 
Θέμα:Κοινωνική ενσωμάτωση
 
Νοοτροπίες και συμπεριφορές
 
Τοπική κάλυψη:Βυζαντινή κοινωνία
 
Χρονική κάλυψη:7ος-11ος αι.
 
Περίληψη:Στόχος της μελέτης είναι η διερεύνηση, μέσα από τα αγιολογικά κείμενα, του τρόπου με τον οποίο αρθρωνόταν η κλίμακα των ηλικιών στην αντίληψη των Βυζαντινών. Έναν ειδικότερο στόχο αποτέλεσε η στάση της βυζαντινής κοινωνίας απέναντι στην παιδική ηλικία και τη νεότητα και η αναζήτηση ενδεχόμενων αλλαγών σε αυτήν κατά τη διάρκεια των βυζαντινών χρόνων. Η μελέτη της κοινωνικής λειτουργίας των Βίων των αγίων έδειξε ότι δεν είναι μόνον το εκκλησιαστικό μοντέλο για την παιδική ηλικία, τη νεότητα και τα γηρατειά που αποδεσμεύεται μέσα από τα κείμενα αυτά, αλλά και η εικόνα για τα διάφορα στάδια της ανθρώπινης ζωής που η κοινωνία είχε δημιουργήσει ως απάντηση στις δικές της ανάγκες και που οι συγγραφείς των Βίων τη μετέφεραν προσαρμοσμένη στα δικά τους ιδεολογικά μέτρα, ακριβώς επειδή ήθελαν να βρίσκονται σε αντιστοιχία προς την κοινωνική πραγματικότητα. Έτσι, εκείνο που αναδείχθηκε ή έγινε προσπάθεια να αναδειχθεί δεν ήταν τόσο το περιεχόμενο καθεμιάς ηλικίας όσο η σημασία του ηλικιακού συστήματος για τη μέτρηση του χρόνου στη βυζαντινή κοινωνία σε συνάρτηση με τις ιστορικά διαμορφωμένες δομές της.
 
Άδεια χρήσης:Αυτό το ψηφιοποιημένο βιβλίο του ΙΑΕΝ σε όλες του τις μορφές (PDF, GIF, HTML) χορηγείται με άδεια Creative Commons Attribution - NonCommercial (Αναφορά προέλευσης - Μη εμπορική χρήση) Greece 3.0
 
Το Βιβλίο σε PDF:Κατέβασμα αρχείου 5.75 Mb
 
Εμφανείς σελίδες: 46-65 από: 170
-20
Τρέχουσα Σελίδα:
+20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/47/gif/46.gif&w=600&h=91530. Κιουσοπούλου, Χρόνος και ηλικίες

Η ΜΕΤΡΗΣΗ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ ΣΤΟΥΣ ΒΙΟΥΣ

Διατρέχοντας τους Βίους, παρατηρούμε ευθύς αμέσως ότι, παρόλο που έχουν συγκεκριμένα αφηγηματικά πρότυπα και παρά το γεγονός ότι αναφέρονται σε "υπερβατικά" πρόσωπα, τα κείμενα αυτά δεν είναι ανιστορικά. Ο συγγραφέας ενός αγιολογικού κειμένου ενδιαφέρεται να τοποθετήσει το βιογραφούμενο πρόσωπο μέσα στον χρόνο. Πρώτον, όντας πολλές φορές ένας άνθρωπος που έζησε στο περιβάλλον του αγίου, τοποθετεί τον εαυτόν του σε σχέση με εκείνον.62 Ορίζει δηλαδή τη χρονολογική σχέση του αγίου με την εποχή κατά την οποία γράφεται ο Βίος του. Δεύτερον, τοποθετεί τον άγιο σε σχέση με σύγχρονά του σημαντικά γεγονότα, γεγονότα που θα τα λέγαμε ιστορικά, όπως η βασιλεία ενός αυτοκράτορα, ένας πόλεμος, ή μια φυσική καταστροφή.63 Στην αντίληψη του συγγραφέα ο άγιος είναι ιστορικό, άρα υπαρκτό πρόσωπο, αντίληψη που επιβεβαιώνει και η συστηματική χρήση του αορίστου ως γραμματικού

—————————————

62. Βίος Θεοδώρου του Συκεώτη: ο συγγραφέας γνώρισε τον άγιο και ήταν μαθητής του· Βίος Στεφάνου του Νέου, 89: ο συγγραφέας λέγει ότι γράφει τον Βίο 42 χρόνια μετά τον θάνατο του αγίου· Βίος Βλασίου: ο συγγραφέας λέγει ότι έγραψε τον Βίο κατά προτροπή ενός μαθητή του αγίου· Βίος Λουκά του Στυλίτη: ο συγγραφέας υπήρξε για 27 χρόνια μαθητής του αγίου. Ο Θεοφάνης υπήρξε για 40 χρόνια μαθητής του Μιχαήλ Μαλεΐνου.

63. Η γέννηση του Θεόδωρου του Συκεώτη προσδιορίζεται χρονικά σε σχέση με τη βασιλεία του Ιουστινιανού. Στον Βίο του Βλασίου ο μόνος χρονολογικός προσδιορισμός είναι η βασιλεία του Λέοντα. Το ίδιο συμβαίνει και στον Βίο του Κωνσταντίνου του εξ Ιουδαίων, όπου αναφέρεται ο Βασίλειος ο Α'. Στον Βίο του Πέτρου χρονολογικά σημεία αναφοράς του συγγραφέα είναι η άνοδος στον θρόνο και ο θάνατος των εικονολατρών ή των εικονομάχων αυτοκρατόρων.

Σελ. 46
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/47/gif/47.gif&w=600&h=91530. Κιουσοπούλου, Χρόνος και ηλικίες

χρόνου της αφήγησης. Τέλος, το σημαντικότερο, η ζωή του αγίου εξιστορείται με χρονολογική σειρά. Στον ευρύτερο χρόνο της ιστορίας, όπως ο ίδιος τον συλλαμβάνει, ο βιογράφος υπάγει τον χρόνο της ζωής του αγίου. Ο χρόνος αυτός, ο χρόνος της ζωής του αγίου, είναι τακτοποιημένος, καθώς τα γεγονότα διαδέχονται το ένα το άλλο χωρίς αναχρονισμούς και πρωθύστερες περιγραφές. Παρατηρούμε με λίγα λόγια ότι ο συγγραφέας αρθρώνει τη διήγησή του με βάση την έννοια του (ιστορικού) χρόνου. Και αυτό, όχι μόνον γιατί του το επιβάλλει το γραμματειακό είδος, η βιογραφία εν προκειμένω, αλλά και ως επιλογή.

Ακριβώς η χρήση του χρόνου ως επιλογή, ή καλύτερα ο τρόπος που επιλέγουν οι συγγραφείς των Βίων για να ξεδιπλώσουν τον ιστορικό χρόνο, είναι που θα μας απασχολήσει. Πιο συγκεκριμένα, θα εξετάσουμε πώς μετράται ο χρόνος στα κείμενα αυτά, έχοντας πάντοτε κατά νουν ότι είναι κείμενα προπαγανδιστικά, συχνά μάλιστα και πολεμικά. Απώτερος στόχος μας είναι ασφαλώς να συλλάβουμε την αίσθηση του χρόνου που είχαν οι Βυζαντινοί, και να τη συνυφάνουμε με την ταξινόμηση των ηλικιών που είναι, το ζητούμενο της έρευνας. Από αυτήν την άποψη, δεν μας ενδιαφέρουν εδώ τόσο οι καταβολές του χρονολογικού συστήματος που χρησιμοποιούν οι συγγραφείς των Βίων, όσο το αν αυτό βρίσκεται σε αντιστοιχία με την κοινή αίσθηση. Ούτως ή άλλως, η διερεύνηση του τρόπου με τον οποίο μετράται ο χρόνος μέσα στα συγκεκριμένα κείμενα είναι, κατά τη γνώμη μου, απαραίτητη, για να ελεγχθεί η αξιοπιστία των πληροφοριών που μας δίνουν τα κείμενα ως προς το κυρίως θέμα μας.

Θα αφήσουμε κατά μέρος τον χρόνο του συγγραφέα και θα επικεντρώσουμε την προσοχή μας στον χρόνο της ζωής του αγίου. Οι Βίοι τους οποίους μελέτησα διακρίνονται σε δύο κατηγορίες. Σε εκείνους, όπου ο συγγραφέας κάνει μια συστηματική αριθμητική διαβάθμιση του χρόνου αναφερόμενος στην ηλικία του αγίου (π.χ. Θεόδωρος ο Συκεώτης, Στέφανος ο Νέος) και σε εκείνους όπου δεν γίνεται αριθμητική αναφορά στην ηλικία του αγίου, αλλά στα μετά

Σελ. 47
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/47/gif/48.gif&w=600&h=91530. Κιουσοπούλου, Χρόνος και ηλικίες

τον εξαγνισμό του χρόνια της ζωής του (π.χ. Βλάσιος, Πέτρος, Κωνσταντίνος ο εξ Ιουδαίων, Αθανάσιος, Νίκων).

Σε όλους τους Βίους, μετά το προοίμιο, όπου τοποθετείται ο άγιος εν σχέσει προς τον παρόντα χρόνο, τον χρόνο του αφηγητή, η διήγηση ξεκινά τη στιγμή της γέννησης του αγίου. Ο άγιος γεννιέται, γεγονός που αποτελεί καθεαυτό μίαν τομή στον χρόνο. Στη συνέχεια, παρακολουθούμε τη ζωή του κατά ηλικίες. Είναι παιδί, ανήκει δηλαδή σε ξεχωριστή ηλικιακή κατηγορία, ως τα 12 χρόνια του. Στην κατηγορία αυτήν, όπως θα δούμε, τον κατατάσσει το γεγονός ότι βρίσκεται υπό τη φροντίδα των γονέων του.

Ένα χρονικό ορόσημο στη διάρκεια της παιδικής ηλικίας είναι τα 7 χρόνια. Εκεί τοποθετείται το "τέλος της πρώτης ηλικίας", όπως απαντά σε ορισμένα κείμενα, και τότε αρχίζει η εκπαίδευση του αγίου. Η τάση του όμως προς το θείο δεν εκδηλώνεται λόγω της εκπαίδευσής του· κυρίως σχετίζεται με την ψυχοσύνθεση και την ηθική του διαπαιδαγώγηση,

Στην ηλικία των 12-14 χρόνων ο άγιος εισέρχεται σε νέα φάση της ζωής του. Είναι η εποχή όπου κατά κανόνα αποφασίζει να μπει σε μοναστήρι. Στα κείμενα η ηλικία αυτή δεν δηλώνεται πάντοτε ή μόνον αριθμητικά. Συχνά, ο συγγραφέας για να δηλώσει το πέρασμα στην εφηβεία χρησιμοποιεί ένα βιολογικό χαρακτηριστικό, τον "ίουλο", σπανίως όμως προκειμένου για τους άνδρες αγίους αυτής της εποχής, εν αντιθέσει προς τις γυναίκες, την ώρα του γάμου. Η περίοδος της ήβης, που διακρίνεται από τις οριστικές για τη ζωή του αποφάσεις που παίρνει ο άγιος και από τους πειρασμούς της σάρκας με τους οποίους έχει να αντιπαλέψει, τελειώνει γύρω στα 20 χρόνια του.

Από την ηλικία των 20 χρόνων και ύστερα αρχίζει η περίοδος κατά τη διάρκεια της οποίας το βιογραφούμενο πρόσωπο αγιάζει και περνάει σε άλλη κοινωνική κατηγορία από αυτήν που ως τότε ανήκε. Η τομή συντελείται, όταν ο άγιος αρχίζει τα θαύματά του. Αυτό είναι ένα άλλο χρονικό ορόσημο στη ζωή του, ορόσημο που επίσης δεν δηλώνεται πάντοτε αριθμητικά. Πάντως, όταν αναφέρεται η ηλικία του, ο άγιος δεν είναι ποτέ μικρότερος των 30 

Σελ. 48
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/47/gif/49.gif&w=600&h=91530. Κιουσοπούλου, Χρόνος και ηλικίες

χρόνων. Στο ενδιάμεσο διάστημα, από τα 20 ως τα 30 χρόνια, οι χρονολογικοί προσδιορισμοί της ζωής του αγίου είναι αραιοί· οσάκις γίνεται σχετική μνεία, αφορά την παραμονή του αγίου σε έναν τόπο και όχι την ηλικία του. Κατά τη διάρκεια της περιόδου που αρχίζει με τη θαυματοποιό δράση του και τελειώνει με τον θάνατο του αγίου, ο χρόνος δεν υπολογίζεται πια σε σχέση με την ηλικία, αλλά επί τη βάσει των ετών που περνά σε κάθε τόπο ή ακριβέστερα επί τη βάσει εξωτερικών γεγονότων.64 Μοιάζει σαν ο χρόνος να μην αφορά πια τον άγιο, αλλά την κοινωνία, με την οποία ξαναέρχεται σε επαφή μέσω των θαυμάτων του, αφού έχει ολοκληρώσει το "αχρονικό" στάδιο, ανάμεσα στα 20 και τα 30 του χρόνια, της προσπάθειάς του να μπει στην πορεία για την τελείωση. Η ηλικία του αγίου, κατά την περίοδο της ωριμότητάς του, αναφέρεται περιστασιακά·65 δηλώνεται συνήθως, όταν εκείνος πεθαίνει και είναι για τους περισσότερους πολύ προχωρημένη. Στο τέλος του κειμένου ο βιογράφος κάνει συχνά έναν χρονολογικό απολογισμό της ζωής του αγίου, αναφερόμενος στις κυριότερες περιόδους του μοναστικού του σταδίου.66

Παρατηρούμε ότι η συστηματική αριθμητική μέτρηση της ηλικίας φαίνεται αναγκαία ως τα 20 χρόνια. Οι αριθμοί μοιάζουν να

—————————————

64. Χαρακτηριστικός εν προκειμένω είναι ο Βίος του Λουκά του Στειριώτη. Ο βιογράφος μοιάζει σαν να οργάνωσε τη διήγησή του με άξονα τα χρόνια που αντιστοιχούν στις διάφορες φάσεις της ενήλικης ζωής του Λουκά: αναφέρεται ότι ο άγιος έζησε 10 χρόνια κοντά στον στυλίτη της Ζημενάς και στο ευκτήριο του μάρτυρα Προκοπίου· πέρασε τα επόμενα 12 χρόνια στο ερημητήριό του στο όρος Ιωαννίτζη στη Φωκίδα· πήγε ύστερα για 3 χρόνια στο χωριό Καλάμιον και άλλα 3 χρόνια στο νησάκι Αμπελών και τέλος έζησε 7 χρόνια στο Στείρι της Φωκίδας (Βίος Λουκά του Στειριώτη, 36).

65. Ο Στέφανος, για παράδειγμα, 42 χρόνων ανέβηκε στην κορυφή του βουνού (Βίος Στεφάνου, 113) και 49 χρόνων άρχισε μια περίοδο σκληρότερης άσκησης (ό.π., 148). Η ηλικία του Πέτρου αναφέρεται επίσης όταν o άγιος ήταν 47, 50 και 58 χρόνων. Ο Δαυίδ εξάλλου από τη Μυτιλήνη στα 16 χρόνια του γίνεται μοναχός, στα 46 πρεσβύτερος και στα 66 πεθαίνει. Ενδιαμέσως, όταν εκείνος είναι 56 χρόνων, πεθαίνει η μητέρα του.

66. Βλ. ενδεικτικά Βίο Λαζάρου, 588.

Σελ. 49
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/47/gif/50.gif&w=600&h=91530. Κιουσοπούλου, Χρόνος και ηλικίες

έχουν σημασία.67 Για παράδειγμα κανένας, από τους αγίους τουλάχιστον που μελέτησα, δεν έκανε κάτι, όταν ήταν 5, 11, 13, 15 ή 17 χρόνων. Αντίθετα, αναφέρονται οι ηλικίες των 9, 12, 14, 16 και 18 χρόνων. Είναι σαφές ότι οι αριθμοί επιλέγονται από τον συγγραφέα με ορισμένο κάθε φορά κριτήριο· δεν είναι όμως δυνατόν να διακρίνουμε στην επιλογή αυτή μια γραμμή ενιαία για όλους τους Βίους. Ο αναγνώστης εξάλλου σχηματίζει την εντύπωση ότι ο βιογράφος αναφέρει την ηλικία του αγίου κατά την περίοδο της αγιοσύνης του, μόνον όταν τη θυμάται. Αλλά και στους Βίους όπου δεν υπάρχουν αριθμητικές αναφορές στην ηλικία του αγίου, η παιδική και εφηβική περίοδος της ζωής του είναι σαφώς διακριτές. Και στις περιπτώσεις αυτές, ο χρόνος διαβαθμίζεται αναλόγως προς την ηλικία του αγίου, αλλά χωρίς αριθμούς. Εκείνο που καταρχήν συνάγεται από τα προηγούμενα είναι ότι ο βιογράφος περιοδολογεί συστηματικά τη ζωή του ήρωά του έχοντας την ανάγκη της ακριβούς μέτρησης του χρόνου. Προκύπτει επίσης ότι ο συγγραφέας έχει την ανάγκη, αλλά και τη γνώση της αριθμητικής μέτρησης του χρόνου κατά έτη.

Με τα ως τώρα δεδομένα γεννάται το ερώτημα αν και κατά πόσον εξυπηρετεί την αφήγηση η απαρίθμηση των ηλικιών, αρχής γινομένης από την παιδική ηλικία του αγίου. Το ερώτημα τίθεται με μεγαλύτερη έμφαση, αν σκεφθούμε ότι στην πορεία του αγίου δεν υπάρχει εξέλιξη· με άλλα λόγια, δεν είναι ο χρόνος ή τα γεγονότα που φέρνουν την επιδιωκόμενη αλλαγή στην, προδιαγεγραμμένη άλλωστε, ζωή του, αλλά η έφεσή του που εκδηλώνεται και

—————————————

67. Ο Ševčenko, "Hagiography...", ό.π., 21, εντοπίζει στον Βίο του Στεφάνου επίδραση από τον Ωριγένη ως προς τη χρήση του τέλειου αριθμού έξι στην εξιστόρηση της ζωής του αγίου. Η χρήση ωστόσο του αριθμού έξι δεν προκύπτει πάντοτε, σύμφωνα με το χρονολογικό διάγραμμα της ζωής του Στέφανου που δίνει ο βιογράφος: Ο Στέφανος 6 χρόνων αρχίζει την εκπαίδευσή του, 16 χρόνων κείρεται μοναχός, 31 χρόνων αρχίζει τα θαύματά του, 42 χρόνων ανεβαίνει στην κορυφή του βουνού, 49 χρόνων "στειλοειδές μικρόν έγκλειστρον εν τω τόπω ανοικοδομήσας" εγκαθίσταται εκεί και 53 χρόνων υφίσταται το μαρτύριό του.

Σελ. 50
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/47/gif/51.gif&w=600&h=91530. Κιουσοπούλου, Χρόνος και ηλικίες

εκφράζεται κατά τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή.

Εφόσον ισχύουν οι παρατηρήσεις που έχουν διατυπωθεί ως προς τον "στρατευμένο" χαρακτήρα των Βίων, τότε είναι πιθανόν ότι ο χρόνος -ακριβέστερα ο τρόπος με τον οποίο μετράται ο χρόνος- υπηρετεί τον σκοπό για τον οποίο γράφονται τα κείμενα αυτά. Αποβλέποντας δηλαδή ο συγγραφέας στη διδαχή χρησιμοποιεί ένα στοιχείο που για να λειτουργήσει πρέπει να είναι οικείο στον αποδέκτη του Βίου. Άρα, η έννοια του χρόνου μετρήσιμου κατά έτη και διαβαθμισμένου με βάση τις διάφορες φάσεις της ανθρώπινης ζωής, όπως τη χρησιμοποιεί ο συγγραφέας, πρέπει να είναι μια έννοια κατανοητή.

Τα κείμενα, για τα οποία γίνεται εδώ λόγος, έχουν γραφτεί ανάμεσα στον 7ο και τον 11ο αιώνα. Την εποχή αυτή, οι φορείς της εκκλησιαστικής εξουσίας επιλέγουν ως άγιο τον μοναχό, θέλοντας να ενισχύσουν τον μοναχισμό που εντάσσεται στους κόλπους της επίσημης Εκκλησίας. Μέσα εξάλλου στη γενικότερη εκκλησιαστική πολιτική που είναι η κατά Χριστόν άσκηση της καθημερινής ζωής και προκειμένου να συγκεράσουν την πολιτική αυτή με τον ειδικότερο στόχο τους προβάλλουν ως πρότυπα ανθρώπους που τουλάχιστον ως την ώρα που αγιάζουν έχουν μια σχεδόν φυσιολογική ζωή. Είναι παιδιά, σοφότερα βεβαίως και ησυχότερα από τα άλλα, που ζουν με τους γονείς τους, γίνονται νέοι που παρά την έλξη τους για το θείο βασανίζονται από σαρκικές επιθυμίες και υπόκεινται ως έναν βαθμό αρχικά στις συμβάσεις της τάξης και του περιβάλλοντός τους.

Στη μέση εποχή, κατά την εύστοχη παρατήρηση του A. Καζντάν, οι άγιοι εξημερώθηκαν και σε αντίθεση με τους αγίους της πρώιμης εποχής δεν ζούσαν πια στο περιθώριο της κοινωνίας απορρίπτοντάς την.68 Δεν είναι ίσως άσχετη προς τη σημειούμενη "εξημέρωση" του βυζαντινού αγίου η αισθητική επιλογή, που γίνεται αυτήν την εποχή και απαντά με πολλές ευκαιρίες και μέσα στα κείμενά μας, να ζωγραφίζεται ο άγιος, όπως ήταν στην 

—————————————

68. Kazhdan, "Ο τέλειος μοναχός...", ό.π., 206-208.

Σελ. 51
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/47/gif/52.gif&w=600&h=91530. Κιουσοπούλου, Χρόνος και ηλικίες

πραγματικότητα.69 Από την άλλη πλευρά, η έρευνα που έγινε για τους δυτικούς Βίους αγίων της ίδιας εποχής κατέδειξε ότι όσο πιο λαϊκό ήταν το κοινό τους, τόσο πιο απομακρυσμένο, με υπεράνθρωπα χαρακτηριστικά διαγραφόταν το πρόσωπο του αγίου.70 Αν προσαρμόσουμε τα αποτελέσματα αυτής της έρευνας για τους δυτικούς αγίους στα βυζαντινά πράγματα, μπορούμε βάσιμα να υποστηρίξουμε ότι το "εξημερωμένο", άρα οικείο, πρόσωπο του αγίου που σχηματίζεται κατά τη μέση εποχή είχε αποδέκτες κυρίως τους ανθρώπους που σχετίζονταν καθ' οιονδήποτε τρόπο με την Εκκλησία. Ενισχύονται, έτσι, οι σκέψεις μας ως προς τους αποδέκτες των Βίων, οι οποίοι, διαπιστώνουμε τώρα, αποκτούν ως πρότυπο συμπεριφοράς πρόσωπα που τους μοιάζουν.

Για να επανέλθουμε όμως στη μέτρηση του χρόνου, πρέπει να σημειώσουμε πως η επιλογή να σχεδιάζεται ο άγιος ως οικείο πρόσωπο μας επιτρέπει να εξηγήσουμε το γιατί ο συγγραφέας δεν κάνει αυθαιρεσίες ως προς τις διάφορες περιόδους της ζωής του βιογραφούμενου. Ενδεικτικά αναφέρεται ότι η περιοδολόγηση που κάνουν οι συγγραφείς των Βίων δεν απέχει από τη διάκριση των ηλικιών

—————————————

69. Πολύ παραστατική είναι η σχετική περιγραφή στον Βίο του Θεόδωρου του Συκεώτη (σελ. 109). Οι μοναχοί "επόθησαν το ομοίωμα του προσώπου αυτού [του αγίου] λαβείν... μνήμης αυτού διηνεκούς χάριν" και κάλεσαν έναν ζωγράφο που παρακολούθησε από μια τρύπα του τοίχου τον Θεόδωρο "ίνα σημειούμενος το είδος του πρόσωπου δυνηθή καθ' ομοίωσιν γράψαι αυτόν". Ανάλογα περιστατικά από Βίους παραθέτει η Κωνσταντίνα Μέντζου-Μεϊμάρη, "Απεικονίσεις δημοφιλών αγίων". Πρακτικά Α' Διεθνούς Συμποσίου: Η καθημερινή ζωή στο Βυζάντιο. Τομές και συνέχειες στην ελληνιστική και ρωμαϊκή παράδοση, Αθήνα 1989, 587-602. Από την πλευρά της ιστορίας της βυζαντινής ζωγραφικής και των αισθητικών της επιλογών εξετάζουν το ζήτημα οι Kazhdan - Manguire, "Byzantine Hagiographical Texts...", ό.π., 1-22.

70. B. Gazelles, Le corps de sainteté d'après Jehan Bouche d'Or, Jehan Paulus et quelques Vies des XIIe et XIIIe siècles, Genève 1982: η παραπομπή από τον A. Vauchez, "Saints admirables et saints imitables: Les fonctions de l'hagiographie ont-elles changé aux derniers siècles du Moyen Age?", Les fonctions des saints dans le monde occidental (IIIe-XIIIe siècle), École française de Rome, Rome 1991, 169.

Σελ. 52
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/47/gif/53.gif&w=600&h=91530. Κιουσοπούλου, Χρόνος και ηλικίες

που περιέχεται στη βυζαντινή νομοθεσία. Σύμφωνα με το δίκαιο, που στις σχετικές του διατάξεις δεν αλλάζει από τη ρωμαϊκή εποχή, οι άνθρωποι ήταν "ίνφαντες" ή "νήπιοι" ως τα 7 χρόνια τους, "άνηβοι" θεωρούνταν τα αγόρια ως τα 14 χρόνια τους και τα κορίτσια ως τα 12 και "αφήλικες" όλοι ως τα 25 χρόνια τους.71 Αυτή η διαπίστωση, ότι ο άγιος σχεδιάζεται ως οικείο πρόσωπο, μας επιτρέπει επίσης να ερμηνεύσουμε μια φαινομενική αντίφαση που διαπερνά τους Βίους: το γεγονός ότι, ενώ τον άγιο τον ενδιαφέρει μόνον ο χρόνος της σωτηρίας, ο βιογράφος του επιμένει στην περιοδολόγηση της επίγειας ζωής του.

Στη γραμμική και τελολογική αίσθηση του χρόνου που ως χριστιανός είχε ο βιογράφος,72 ήταν απαραίτητη η αναφορά στα στάδια της ζωής του αγίου που προετοίμασαν ήδη από τη γέννησή του (κάποτε και πριν από αυτήν) την επίτευξη του σκοπού, του "τέλους". Ακόμη πιο απαραίτητη ήταν η αναφορά στην αρχή και στην κατάληξη της ιστορίας, αναφορά που οργανώνει τον χρόνο. Αυτός ο ευθύγραμμος χρόνος διαιρείται σε κλάσματα που αντιστοιχούν σε έτη. Στα έτη, πρώτον, που περικλείουν οι ηλικιακές φάσεις της ανθρώπινης ζωής και έπειτα στα έτη που περνά ο άγιος στους διάφορους τόπους. Είναι γνωστό ότι από πολύ νωρίς η ζωή του Χριστού έγινε το πρότυπο που όφειλε να μιμηθεί κάθε χριστιανός.73 Η εξιστόρησή της απετέλεσε το πλαίσιο μέσα στο οποίο δομήθηκε και η εξιστόρηση της ζωής των περισσοτέρων αγίων. Επιπλέον, ο χριστιανικός χρόνος είναι χρόνος διαβαθμισμένος με βάση το γεγονός της γέννησης του Χριστού που επιβάλλει τη χρονολόγηση

—————————————

71. Μ. Τουρτόγλου, "Οι ανήλικοι στο βυζαντινό και μεταβυζαντινό ποινικό δίκαιο", ανατ. από τα Πρακτικά της Ακαδημίας Αθηνών 60 (1985), 367.

72. A. J. Gourevitch, Les catégories de la culture médiévale, Paris 1983, 96-154.

73. Μ. Harl, "Les modèles d'un temps idéal dans quelques récits de Vie des Pères Cappadociens", Le Temps chrétien de la fin de l'Antiquité au Moyen Age IIIe-XIIIe siècles, Paris 1984, 222-224. Βλ. επίσης και Browning, "The Low Level Saint's...", ό.π., 123.

Σελ. 53
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/47/gif/54.gif&w=600&h=91530. Κιουσοπούλου, Χρόνος και ηλικίες

σε σχέση με αυτό.74 Επομένως στην πνευματική συγκρότηση του βιογράφου που κατά τεκμήριο ήταν μοναχός, η χρονολογική μέτρηση ήταν όχι μόνον ανάγκη, αλλά και υποχρέωση. Οι αριθμοί που επιλέγονταν είχαν συμβολική σημασία και πάντως φαίνεται ότι ανακαλούσαν συγκεκριμένα γεγονότα ή σύμβολα. Για παράδειγμα, έχει διατυπωθεί η άποψη ότι o αριθμός 18 που συχνά απαντά στα κείμενα αντιστοιχεί προς τα αρχικά του ονόματος Ιησούς (ιη΄).75 Σε γενικές γραμμές εξάλλου, οι συγγραφείς των Βίων χρησιμοποιούσαν το Ιπποκράτειο σχήμα, που επιβίωσε κατά τον μεσαίωνα. Σύμφωνα με το σχήμα αυτό η ζωή του ανθρώπου χωρίζεται σε 7 ηλικίες: τη νηπιακή (ως τα 7 χρόνια), την παιδική (7-14 χρόνια), την εφηβεία (14-21 χρόνια), τη νεότητα (21-28 χρόνια), την ωριμότητα (28-50 χρόνια), τα γηρατειά (70 χρόνια) και το έσχατον γήρας (100 χρόνια).76

Ωστόσο, έχω τη γνώμη ότι αυτή η λόγια, ή αλλοιώς εκκλησιαστική, αντίληψη του χρόνου, που μόλις περιγράψαμε, συστηματοποιεί και κωδικοποιεί μίαν άλλη, κοσμικότερη και ίσως λαϊκότερη, αντίληψη. Αν δεχθούμε ότι στην προκαπιταλιστική κοινωνία ο χρόνος ταυτίζεται με το περιεχόμενό του, τότε η μόνη σαφής χρονολόγηση, για το διάστημα τουλάχιστον της ανθρώπινης ζωής, που μπορούσε να γίνει ευρέως κατανοητή ήταν αυτή που βασίζεται στην ηλικία, καθώς συνδέεται με βιολογικά χαρακτηριστικά που όλοι παρακολουθούσαν. Οι συγγραφείς των Βίων, λοιπόν, χρησιμοποιούν τις ηλικίες ως έναν τρόπο μέτρησης του χρόνου με τον

—————————————

74. J. Le Goff, Ο πολιτισμός της μεσαιωνικής Δύσης, μετ. Ρίκα Μπενβενίστε, Θεσσαλονίκη 1993, 244.

75. G. J. M. Bartenick (éd.), Callinicos Vie d'Hypatios, (Sources Chrétiennes 177), Paris 1977, 77· η παραπομπή στο A. Le Boulluec, "Les schémas biographiques dans quelques Vies spirituelles des IVe et Ve siècles: Les itinéraires de l'ascèse", Le Temps chrétien de la fin de l'Antiquité au Moyen Age IIIe-XIIIe siècles, Paris 1984, 250, όπου και άλλα παρόμοια παραδείγματα.

76. Elizabeth Sears, The Ages of Man. Medieval Interpretations, Princeton University Press 1986, 38-47.

Σελ. 54
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/47/gif/55.gif&w=600&h=91530. Κιουσοπούλου, Χρόνος και ηλικίες

οποίο το κοινό τους ήταν εξοικειωμένο, ακριβώς γιατί ήθελαν, όπως είπαμε, ο άγιος να είναι οικείο πρόσωπο. Ο χρόνος δηλαδή γίνεται ένα μέσο διδαχής στην οποία σκόπευε ο Βίος.

Πρόθεση άλλωστε του βιογράφου δεν ήταν μόνον να γίνει γνωστή η ιστορία του αγίου, αλλά και να μείνει στη μνήμη των ανθρώπων που θα την άκουγαν ή θα τη διάβαζαν. Γι' αυτό δίνει έμφαση στον χρόνο που περνάει ο άγιος κατά τα διάφορα στάδια της ενήλικης ζωής του. Για τον ίδιο λόγο, νομίζω, τονίζει τη στενή χρονική σχέση που είχε ο ίδιος με τον άγιο. Η μαρτυρία του βιογράφου γίνεται αξιόπιστη, όχι μόνον επειδή έζησε ο ίδιος τα γεγονότα, αλλά και επειδή τα γεγονότα παρουσιάζονται ως πρόσφατα. Ο μεσαιωνικός άνθρωπος, ο οποίος αντιλαμβανόταν τον χρόνο σε συνάρτηση με τα γεγονότα της δικής του καθημερινότητας, δεν μπορούσε να συλλάβει την παραδειγματική αξία ενός προσώπου που η ζωή του χανόταν μέσα σε απροσδιόριστο και μακρινό παρελθόν. Ένα τέτοιο πρόσωπο ανήκε στη δικαιοδοσία των χρονογράφων και αφορούσε πεπαιδευμένους αναγνώστες. Πολύ συνειδητά επίσης ο βιογράφος χρησιμοποιεί ως πλαίσιο αναφοράς γεγονότα, όπως οι λιμοί ή οι πλημμύρες, τα οποία ο αποδέκτης του Βίου είχε το περιθώριο να θεωρήσει ως πλαίσιο αναφοράς και της δικής του ζωής. Ακόμη και γεγονότα, όπως η άνοδος στον θρόνο ή η βασιλεία ενός αυτοκράτορα -γεγονότα που εκ των υστέρων μας επιτρέπουν να τοποθετήσουμε στον χρόνο τον Βίο- στη λογική του συγγραφέα αναφέρονται όταν είχαν επιπτώσεις στην ευρύτερη κοινωνία. Χαρακτηριστικοί είναι οι Βίοι της εικονομαχικής περιόδου, όπου η δράση χρονολογείται εν σχέσει προς τη βασιλεία ενός εικονομάχου ή ενός εικονολάτρη αυτοκράτορα (π.χ. Βίος Πλάτωνα).77 Με εξαίρεση

—————————————

77. Αξιοσημείωτος είναι ο συνδυασμός χρονολογικών σημείων αναφοράς που κάνει ο μοναχός Σάββας στον Βίο του Ιωαννίκιου, 381: "Τω δε πέμπτω έτει της ευσεβούς βασιλείας Μιχαήλ και Θεοδώρας, τετάρτω δε της ορθοδοξίας, εννενηκοστώ τετάρτω της του πατρός ημών Ιωαννικίου ζωής, πεντηκοστώ δε δευτέρω της εκ κόσμου αναχωρήσεως και εξακισχιλιοστώ τριακοστώ πεντηκοστώ πέμπτω από κτίσεως κόσμου, δεκάτη ινδικτιώνι και μηνί νοεμβρίω πρώτη..." πέθανε ο άγιος.

Σελ. 55
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/47/gif/56.gif&w=600&h=91530. Κιουσοπούλου, Χρόνος και ηλικίες

τον Βίο του Αθανασίου της Λαύρας και τον Βίο του Ευθυμίου του Νέου, όπου ο χρόνος της ζωής του αγίου μετράται με βάση τα έτη από κτίσεως κόσμου, σε κανένα άλλο από τα κείμενα που μελέτησα δεν διακρίνεται μια ημερολογιακή αντίληψη του χρόνου στην εξιστόρηση της ζωής του άγίου. Σε ορισμένα μόνον κείμενα, στο τέλος της αφήγησης, ο συγγραφέας τοποθετεί τον θάνατο του βιογραφούμενου προσώπου σε συγκεκριμένο ημερολογιακό έτος.

Πιστεύω κατά συνέπεια ότι οι Βίοι, ανεξάρτητα από το κοινό προς το οποίο απευθύνονταν, αποτελούν μίαν αξιόπιστη πηγή πληροφόρησης για την έννοια του χρόνου όπως διαμορφώθηκε στα βυζαντινά χρόνια. Είτε είχαν αποδέκτες, όπως υποστηρίζω, κυρίως μέσα στις μοναστικές κοινότητες στην ενίσχυση των οποίων απέβλεπαν, είτε απευθύνονταν σε ευρύτερα στρώματα πιστών, οι Βίοι αντανακλούν καταρχήν την ευαισθησία στη χρονολόγηση που χαρακτηρίζει εν γένει τη χριστιανική θρησκεία. Αλλά, αν υπάρχει ένας συλλογικός χρόνος που μέσα σε μίαν κοινωνία ενοποιεί τους επιμέρους χρόνους, αυτός προκειμένου για την αγροτική βυζαντινή κοινωνία της μέσης εποχής μπορεί να εντοπιστεί στους Βίους ακριβώς λόγω του χαρακτήρα τους, Ο χρόνος, με άλλα λόγια, δεν ήταν δυνατόν να συλληφθεί παρά μόνον σε σχέση με την ανθρώπινη ζωή, ακριβώς γιατί σε μιαν αγροτική κοινωνία δεν μπορεί να είναι αφηρημένος.

Στο σημείο αυτό θα ήθελα να διατυπώσω μιαν ακόμη σκέψη. Διαπιστώνω ότι τα περισσότερα κείμενα του 10ου αιώνα, τα κείμενα δηλαδή που συνιστούν τον κορμό της αγιολογικής παραγωγής αυτής της περιόδου, έχουν περιορισμένες αριθμητικές αναφορές στην ηλικία του αγίου. Κάνω λοιπόν τη σκέψη ότι, όσο προχωρούμε στον βυζαντινό μεσαίωνα, η αριθμητική μέτρηση του χρόνου, έκφραση της λογιοσύνης και της δέσμευσης του συγγραφέα απέναντι στο δογματικό του σύστημα, υποχωρεί. Παραμένει όμως το κοινωνικό της υπόβαθρο που εξυπηρετεί αμεσότερα τους σκοπούς του κειμένου, αφού η μη λόγια αίσθηση του χρόνου δεν είναι αριθμητική. Είναι πιθανόν ότι αυτή η αλλαγή συνδέεται με την κρίση που 

Σελ. 56
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/47/gif/57.gif&w=600&h=91530. Κιουσοπούλου, Χρόνος και ηλικίες

αρχίζει να περνάει το μοναστικό ιδεώδες από το τέλος του 10ου αιώνα και ύστερα ως αποτέλεσμα της εμφάνισης ενός ανταγωνιστικού προς αυτό μοντέλου κοσμικού ήρωα, ο οποίος στην ουσία διαγράφεται ως μη ιστορικό πρόσωπο. Αποτελεί πάντως ένδειξη της προσαρμοστικότητας και άρα της ιστορικότητας των επιλογών που κάνουν οι φορείς της θρησκευτικής εξουσίας στο Βυζάντιο. Καταξιωμένοι εκφραστές τους είναι βεβαίως οι συγγραφείς των Βίων.

Η σταδιακή, μέσω επιμέρους θεμάτων, προσέγγιση των Βίων έκανε, νομίζω, φανερό ότι αυτό που επιχειρήθηκε ως τώρα ήταν να ελεγχθεί η αξία τους ως πηγής για τη συγκεκριμένη έρευνα.

Οι συνθήκες υπό τις οποίες γράφονταν οι Βίοι, άλλα και το περιεχόμενό τους, καθιστούν σαφές ότι μέσα από τα κείμενα αυτά, όσα τουλάχιστον έχουν παραδοθεί, αναδύεται ο λόγος των élites που εκφράζουν την εκάστοτε πολιτική της βυζαντινής εκκλησίας. Ξέρουμε όμως ότι "η κουλτούρα των élites διαμορφώνεται σε μεγάλο βαθμό μέσα από μια διαδικασία με υλικά που δεν της ανήκουν καθεαυτά".78 Τα "υλικά" που δεν ανήκαν στον δογματικό λόγο της Εκκλησίας ή αλλοιώς τα υλικά που η Εκκλησία αντλούσε από υφιστάμενους κοινωνικούς κώδικες ήταν ενδιαφέρον να εντοπιστούν. Γι' αυτό έπρεπε να εξεταστεί η λειτουργία των κειμένων, τόσο ως προς την παραγωγή όσο και ως προς την πρόσληψή τους. Οι δυνατότητες όμως να μελετηθούν οι Βίοι από την πλευρά των αποδεκτών τους ήταν περιορισμένες, καθώς δεν υπάρχει τρόπος να διερευνηθεί το πώς αποκωδικοποιούσε η απροσδιόριστη κοινωνικά ομάδα των μοναχών τα εκπεμπόμενα μηνύματα. Έτσι, διερευνήθηκαν οι στόχοι των συγγραφέων και σε σχέση με αυτούς το πώς χρησιμοποιείται ο χρόνος μέσα στα κείμενα.

—————————————

78. R. Chartier, "Η διανοητική ιστορία σήμερα: πολιτισμικά συστήματα, νοητικές αναπαραστάσεις, κειμενικές πραγματικότητες", μετ. Ε. Γαζή, Διανοητική Ιστορία. Όψεις μιας σύγχρονης συζήτησης, Αθήνα 1996, 48-49.

Σελ. 57
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/47/gif/58.gif&w=600&h=91530. Κιουσοπούλου, Χρόνος και ηλικίες

Η επιλογή των συγγραφέων να πλάσουν τον άγιο ως οικείο πρόσωπο αποδεικνύεται βοηθητική για την ερευνά μας. Η διαβάθμιση του χρόνου με βάση τις ηλικιακές φάσεις της ζωής του αγίου παίζει σημαντικό ρόλο στην αφήγηση, ακριβώς για να σχεδιασθεί το οικείο πρόσωπο του αγίου. Το ηλικιακό μοντέλο, που αναδύεται μέσα από τους Βίους, βασίζεται στους βιολογικούς κύκλους της ανθρώπινης ζωής και γι' αυτό έχει τις ρίζες του στη βυζαντινή κοινωνία πολύ περισσότερο από όσο στα πατερικά κείμενα. Θεωρώ ενδεικτικό, για παράδειγμα, ότι οι συγγραφείς των Βίων απομακρύνονται και τελικώς ξεχνούν το σχήμα των τριών ηλικιών του Μωυσή που η καθεμιά κάλυπτε 40 χρονιά της ζωής του.79

Τα αγιολογικά κείμενα λοιπόν μπορούν να χρησιμεύσουν ως πηγή για τη μελέτη των ηλικιών στο Βυζάντιο, επειδή αντλούν στοιχεία από έναν κοινωνικό κώδικα. Χρειάζεται, κατά συνέπεια, να αναλύσουμε αυτόν τον κώδικα στα καθέκαστον σημεία του, για να γίνει κατανοητό μέσα σε ποιες κοινωνικές συνθήκες διαμορφώθηκε.

—————————————

79. M. Harl, "Les trois quarantaines de la vie de Moise, schéma idéal de la vie du moine évêque chez les Pères Cappadociens", Revue des Études Grecques 80 (1967), 407-412.

Σελ. 58
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/47/gif/59.gif&w=600&h=915 30. Κιουσοπούλου, Χρόνος και ηλικίες

ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ

ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΚΑΙ Ο ΧΡΟΝΟΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΤΟΥΣ

Σελ. 59
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/47/gif/60.gif&w=600&h=915 30. Κιουσοπούλου, Χρόνος και ηλικίες
Σελ. 60
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/47/gif/61.gif&w=600&h=91530. Κιουσοπούλου, Χρόνος και ηλικίες

Ο ΑΓΙΟΣ ΩΣ ΠΑΙΔΙ

Από τα κείμενα που επελέγησαν νομίζω ότι είναι χρήσιμο να παρατεθεί, συνοπτικά βεβαίως, η περιγραφή της παιδικής ηλικίας καθενός αγίου, ώστε να συγκεντρωθούν και να αναδειχθούν οι πληροφορίες που μπορούν να μας οδηγήσουν στη συγκρότηση μιας τυπολογίας.

Ο Θεόδωρος ο Συκεώτης γεννήθηκε στη Συκεώνα, ένα χωριό κοντά στην Άγκυρα. Η γιαγιά του είχε πανδοχείο και η μητέρα του ήταν εταίρα· τον απέκτησε από τη σχέση της με έναν αξιωματούχο, περαστικό από το πανδοχείο της μητέρας της, η οποία και τη βοήθησε στην ανατροφή του Θεόδωρου. Όταν ο άγιος έγινε 6 χρόνων, η μητέρα του σκέφθηκε να τον στείλει στην Κωνσταντινούπολη στην υπηρεσία του αυτοκράτορα· ο άγιος Γεώργιος όμως που παρουσιάστηκε σε όραμα την απέτρεψε και της προείπε τη μελλοντική εξέλιξη του παιδιού. Σε ηλικία 8 χρονών ο άγιος άρχισε κοντά σε έναν δάσκαλο τα πρώτα του μαθήματα ως τα 12 χρόνια του, οπότε αρρώστησε από πανούκλα. Στο διάστημα αυτό ήταν ήδη διακριτή η έφεσή του προς τον Θεό· συγχρόνως όμως ήταν ένα παιδί που συγχρωτιζόταν με τους συνομηλίκους του και έπαιζε μαζί τους, αν και ξεχώριζε από αυτούς λόγω της ωριμότητας και της γλυκύτητάς του.

Ο Αλύπιος ο Στυλίτης καταγόταν από την Αδριανούπολη της Παφλαγονίας. Η μητέρα του, ενώ τον κυοφορούσε, είδε ένα σημαδιακό γι' αυτόν όνειρο. Ο πατέρας του πέθανε, όταν ο άγιος ήταν τριών χρόνων. Τότε η μητέρα του τον πήγε στην εκκλησία "κηδεμόνα των ορφανών και χηρών μόνον επισταμένη αγαθόν τον Κύριον", όπου τον απογαλάκτισε και τον παρέδωσε στον μητροπολίτη

Σελ. 61
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/47/gif/62.gif&w=600&h=91530. Κιουσοπούλου, Χρόνος και ηλικίες

που τον ανέθρεψε "πνευματικώ... γάλακτι γράμμασί τε και θείων λόγων ηδύσμασι". Σύμφωνα με την άλλη εκδοχή του Βίου του, ο μητροπολίτης ανέθρεψε τον Αλύπιο "τα ιερά διδάσκων λόγια και προς την των γραμμάτων προπαιδείαν εκπονούμενος".

Ο Στέφανος ο Νέος γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη, Οι εύποροι γονείς του ήταν μεγάλοι σε ηλικία και βασανίζονταν από "απαιδία". Ο Στέφανος γεννήθηκε μετά από επέμβαση της Παναγίας. Σε ηλικία 6 χρόνων άρχισε να διδάσκεται τα ιερά γράμματα. Την εποχήν αυτήν, "εν τοις χρόνοις της αυτού μαθήσεως" έγινε αυτοκράτορας ο Λέων ο Γ' και οι γονείς του αγίου, επειδή φοβήθηκαν για την τύχη του στα μοναστήρια της Κωνσταντινούπολης, όπου τον είχαν αφιερώσει, τον οδήγησαν στο όρος του Αυξεντίου στη Μικρά Ασία. Εκεί, ο Στέφανος, σε ηλικία 16 χρόνων, εκάρη μοναχός.

Ο Πλάτων γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη από γονείς "ων το ευγενές επίσημον και ο τρόπος ουκ αγενέστερος". Η οικογένεια είχε δύο ακόμη παιδιά, κορίτσια, από τα οποία η μία έγινε μοναχή και η άλλη με τον γάμο της απέκτησε υψηλή κοινωνική θέση. Ο Πλάτων, χωρίς να δηλώνεται η ηλικία του, "κομιδή παίς τυγχάνων", έχασε τους γονείς του που πέθαναν σε μια μεγάλη επιδημία, η οποία αποδεκάτισε τον πληθυσμό της Κωνσταντινούπολης.

Ο Θεόδωρος ο Στουδίτης γεννήθηκε και αυτός στην Κωνσταντινούπολη. Οι γονείς του ήταν πλούσιοι, ευγενείς και κυρίως ευσεβείς που φρόντισαν ιδιαιτέρως για την εκπαίδευσή του. "Την μεν ουν πρώτην της ηλικίας επταετηρίδα αρμοζόντως της φύσεως διηνυκώς", άρχισε τη στοιχειώδη εκπαίδευση, συνεχίζοντας κατόπιν με ανώτερου επιπέδου μαθήματα στη γραμματική, τη ρητορική και τη φιλοσοφία.

Ο Πέτρος της Ατρώας είχε γεννηθεί στην Ελαία, κωμόπολη της Μικράς Ασίας. Οι γονείς του ήταν άτεκνοι, αλλά με θεϊκή παρέμβαση απέκτησαν τελικά τρία παιδιά. Τον Πέτρο, όταν γεννήθηκε, η μητέρα του τον αφιέρωσε στον Θεό και μόλις τον απογαλάκτισε, τον παρέδωσε στον τοπικό επίσκοπο. Ο μητροπολίτης έχοντας εκτιμήσει τον Πέτρο, στην ηλικία των 12 χρόνων, "στεφάνω

Σελ. 62
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/47/gif/63.gif&w=600&h=91530. Κιουσοπούλου, Χρόνος και ηλικίες

ιερατικώ την κεφαλήν του παιδός περικείρει".

'Ο Μακάριος της Πελεκητής γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη από γονείς που ήταν "βασιλικαίς τιμαίς τετιμημένοι". Έμεινε ορφανός νωρίς και την ανατροφή του ανέλαβε ένας θείος του: "παρά τινι των συγγενών τα της νηπιότητος επαιδαγωγείτο, ον θείον η συνήθεια καλείν είωθεν", λέγει το κείμενο. Τα χαρακτηριστικά της ωριμότητας που οι άλλοι άνθρωποι, τα αποκτούν με την πάροδο του χρόνου, ο Μακάριος τα είχε εκ φύσεως και γρήγορα τελείωσε την εκπαίδευσή του που περιελάμβανε και "τα θύραθεν".

Ο Νικηφόρος του Μηδικίου γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη από γονείς ευσεβείς και πλούσιους. Είχε άλλα δύο αδέλφια που έγιναν επίσης μοναχοί. Ο πατέρας τους πέθανε, όταν ήταν μικροί, και την ανατροφή τους ανέλαβε η μητέρα τους, της οποίας οι παιδαγωγικές απόψεις περιγράφονται διά μακρών. Μέλημά της υπήρξε το να παραδώσει τους γιους της σε δασκάλους για "την μάθησιν των ιερών γραμμάτων". Σε ηλικία που δεν αναφέρεται, αλλά που πάντως ήταν μετά την εφηβεία, ο Νικηφόρος αποφάσισε να γίνει μοναχός.

Ο Ευθύμιος καταγόταν από την περιοχή της Άγκυρας. Όταν ήταν επτά χρόνων, o πατέρας του πέθανε. Λίγο αργότερα, η μητέρα του "ανάγραπτον αυτόν τοις στρατιωτικοίς εκδίδωσι κώδιξι" για να εξασφαλίσει το μέλλον του, και σε ηλικία που δεν αναφέρεται αποφασίζει να τον παντρέψει. Ο άγιος υπακούει στις επιθυμίες της, αλλά στα 18 χρόνια του εγκαταλείπει τη σύζυγο και τη θυγατέρα του, και γίνεται, μοναχός.

Ο Βλάσιος γεννήθηκε στο Αμόριο. Οι γονείς του, καλοί, ευγενείς και πλούσιοι, είχαν άλλα τρία παιδιά και ενδιαφέρθηκαν για τη διαπαιδαγώγησή τους, Όταν ο άγιος τελείωσε τη στοιχειώδη εκπαίδευση, "επεί τέλος η ακμή της πρώτης ηλικίας ελάμβανε", οι γονείς του ανέθεσαν την εκπαίδευσή του στον "πρόεδρο της μητροπόλεως", κοντά στον οποίο πήρε τον βαθμό του υποδιακόνου.

Ο Αθανάσιος ο Αθωνίτης, κατά κόσμον Αβράμιος, γεννήθηκε στην Τραπεζούντα από γονείς ευγενείς, που όμως πέθαναν πολύ νωρίς· ο πατέρας του, πριν ο ίδιος γεννηθεί, και η μητέρα του

Σελ. 63
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/47/gif/64.gif&w=600&h=91530. Κιουσοπούλου, Χρόνος και ηλικίες

"μετά το γαλακτοφορήσαι". Τον Αθανάσιο ανέλαβε τότε μια γυναίκα, προερχόμενη από την ίδια κοινωνική τάξη με τους γονείς του. Ο άγιος διέφερε από τα άλλα παιδιά, τα οποία συναναστρεφόταν. Μετά το τέλος της "πρώτης ηλικίας" παραδόθηκε σε γραμματιστή, διακρινόμενος από την έφεσή του για μάθηση. Στο τέλος της παιδικής του ηλικίας πέθανε και η θετή του μητέρα.

Ο Νίκων καταγόταν από το θέμα των Αρμενιάκων της Μικράς Ασίας. Οι γονείς του ήταν ευγενείς, πλούσιοι και ενάρετοι. Μετά την "πρώτην ηλικίαν", παιδί δηλαδή ακόμη, ο άγιος διακρινόταν από τους συνομηλίκους του. Μόλις έφθασε στην "ήβη", συνειδητοποίησε την έφεσή του για τον ασκητικό τρόπο ζωής.

Ο Λάζαρος ο Γαλησιώτης καταγόταν από τη Μικρά Ασία. Οι γονείς του δεν ήταν πλούσιοι, αλλά "εκ των ιδίων χειρών ποριζόμενοι τα εις τροφήν". Ήταν άνθρωποι ευσεβείς και είχαν άλλα τέσσερα παιδιά. Όταν γεννήθηκε ο Λάζαρος, ένα φως που έλαμψε και η πρωτοφανής αντίδραση του βρέφους υπήρξαν σημάδια για τη μελλοντική μεγαλοσύνη του. Στα έξι του χρόνια, "επεί και προς λόγου διάρθρωσιν κατήντησεν η φωνή", οι γονείς του τον έστειλαν σε μοναστήρι, όπου έμεινε τρία χρόνια· έπειτα τον έστειλαν "προς μαθητείαν" κοντά σε έναν νοτάριο, όπου έμεινε άλλα τρία χρόνια. Τέλος για άλλα τρία χρόνια τον πήρε ένας θείος του στο μοναστήρι, όπου ζούσε, για να τον εκπαιδεύσει στα της εκκλησίας.

Ο Συμεών ο Νέος Θεολόγος καταγόταν από την Παφλαγονία. Οι γονείς του, ευγενείς και πλούσιοι, ενώ ήταν "απαλός έτι την ηλικίαν", τον έστειλαν στην Κωνσταντινούπολη, κοντά στους συγγενείς τους, οι οποίοι είχαν υψηλή θέση στην αυτοκρατορική αυλή. Ο Συμεών παραδόθηκε σε γραμματιστή για τα εγκύκλια γράμματα και κατόπιν, "της τελεωτέρας απτόμενος ηλικίας και των τελεωτέρων ήπτετο μαθημάτων". Διδάχθηκε καλλιγραφία και γραμματική, αλλά γλίτωσε από τη φθοροποιό επίδραση της "θύραθεν παιδείας". Με την επιμονή του εκ μητρός θείου του, και παρά τις αρχικές αντιρρήσεις του, έγινε "σπαθαροκουβικουλάριος" και μέλος της συγκλήτου σε ηλικία 14 χρόνων.

Ο Κύριλλος ο Φιλεώτης γεννήθηκε στη Φιλέα, ένα χωριό της

Σελ. 64
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/47/gif/65.gif&w=600&h=91530. Κιουσοπούλου, Χρόνος και ηλικίες

Θράκης, Οι γονείς του δεν μνημονεύονται, αλλά από τα συμφραζόμενα του κειμένου φαίνεται ότι είχαν μεγάλη έγγεια περιουσία. Έμαθε "εκ βρέφους" τα ιερά γράμματα και ήταν ως παιδί "θεοσόφιστος". Λόγω της συμπεριφοράς του τον αποκαλούσαν "παιδαριογέροντα".

Η βραχύλογη εξιστόρηση της ζωής των αγίων ως παιδιών μάς υποδεικνύει καταρχήν αυτό που ήδη έχουμε αναφέρει. Ότι στην αντίληψη των βιογράφων τους τα όρια της παιδικής ηλικίας φθάνουν ως τα 12 χρόνια. Σε ορισμένες περιπτώσεις τα όρια δηλώνονται ρητώς (π.χ. Πέτρος, Νίκων80), ενώ στις περισσότερες, όπως θα δούμε, περιφραστικώς.

Ανάμεσα στη γέννηση και τα 12 χρόνια, ενδιάμεσο χρονολογικό ορόσημο είναι τα 6, 7 ή 8 χρόνια. Εκεί τοποθετείται το "τέλος της πρώτης ηλικίας", όπως απαντά σε ορισμένα κείμενα (π.χ. Βίος Αθανασίου ή Βίος Ιωαννικίου81), και τότε αρχίζει η εκπαίδευση του αγίου. Σε άλλα κείμενα το ενδιάμεσο αυτό ορόσημο συμπίπτει με τον απογαλακτισμό. Δεν είναι σαφές σε ποιαν ακριβώς ηλικία γίνεται, κατά τον συγγραφέα, ο απογαλακτισμός. Στην περίπτωση του Δαυίδ, για παράδειγμα, ο άγιος, "απογαλακτισθείς", στάλθηκε σε παιδοτρίβη, ενώ τον Πέτρο η μητέρα του τον έφερε στον μητροπολίτη μόλις τον απογαλάκτισε. Με τον ίδιο τρόπο δηλώνεται και η στιγμή κατά την οποία πεθαίνει η μητέρα του Αθανασίου. Ασφαλώς δεν έχει τόση σημασία να προσδιορίσουμε με ακρίβεια την ηλικία του απογαλακτισμού. Περισσότερο ενδιαφέρον έχει ο απογαλακτισμός σε συμβολικό επίπεδο, ως η στιγμή και η πράξη που χωρίζει δύο χρονικές περιόδους στη ζωή ενός ανθρώπου82.

—————————————

80. Βίος Νίκωνος, 30· Βίος Πέτρου, 71.

81. Βίος Αθανασίου, 6· Βίος Ιωαννικίου, 333.

82. Για τον ταξικό χαρακτήρα της γαλουχίας ως τρόπου ανατροφής του παιδιού βλ. Joëlle Beaucamp, "L'allaitement: mère ou nourrice?", JÖB 32/2 (1982), 549-558.

Σελ. 65
Φόρμα αναζήτησης
Αναζήτηση λέξεων και φράσεων εντός του βιβλίου: Χρόνος και ηλικίες στη βυζαντινή κοινωνία
Αποτελέσματα αναζήτησης
    Ψηφιοποιημένα βιβλία
    Σελίδα: 46
    30. Κιουσοπούλου, Χρόνος και ηλικίες

    Η ΜΕΤΡΗΣΗ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ ΣΤΟΥΣ ΒΙΟΥΣ

    Διατρέχοντας τους Βίους, παρατηρούμε ευθύς αμέσως ότι, παρόλο που έχουν συγκεκριμένα αφηγηματικά πρότυπα και παρά το γεγονός ότι αναφέρονται σε "υπερβατικά" πρόσωπα, τα κείμενα αυτά δεν είναι ανιστορικά. Ο συγγραφέας ενός αγιολογικού κειμένου ενδιαφέρεται να τοποθετήσει το βιογραφούμενο πρόσωπο μέσα στον χρόνο. Πρώτον, όντας πολλές φορές ένας άνθρωπος που έζησε στο περιβάλλον του αγίου, τοποθετεί τον εαυτόν του σε σχέση με εκείνον.62 Ορίζει δηλαδή τη χρονολογική σχέση του αγίου με την εποχή κατά την οποία γράφεται ο Βίος του. Δεύτερον, τοποθετεί τον άγιο σε σχέση με σύγχρονά του σημαντικά γεγονότα, γεγονότα που θα τα λέγαμε ιστορικά, όπως η βασιλεία ενός αυτοκράτορα, ένας πόλεμος, ή μια φυσική καταστροφή.63 Στην αντίληψη του συγγραφέα ο άγιος είναι ιστορικό, άρα υπαρκτό πρόσωπο, αντίληψη που επιβεβαιώνει και η συστηματική χρήση του αορίστου ως γραμματικού

    —————————————

    62. Βίος Θεοδώρου του Συκεώτη: ο συγγραφέας γνώρισε τον άγιο και ήταν μαθητής του· Βίος Στεφάνου του Νέου, 89: ο συγγραφέας λέγει ότι γράφει τον Βίο 42 χρόνια μετά τον θάνατο του αγίου· Βίος Βλασίου: ο συγγραφέας λέγει ότι έγραψε τον Βίο κατά προτροπή ενός μαθητή του αγίου· Βίος Λουκά του Στυλίτη: ο συγγραφέας υπήρξε για 27 χρόνια μαθητής του αγίου. Ο Θεοφάνης υπήρξε για 40 χρόνια μαθητής του Μιχαήλ Μαλεΐνου.

    63. Η γέννηση του Θεόδωρου του Συκεώτη προσδιορίζεται χρονικά σε σχέση με τη βασιλεία του Ιουστινιανού. Στον Βίο του Βλασίου ο μόνος χρονολογικός προσδιορισμός είναι η βασιλεία του Λέοντα. Το ίδιο συμβαίνει και στον Βίο του Κωνσταντίνου του εξ Ιουδαίων, όπου αναφέρεται ο Βασίλειος ο Α'. Στον Βίο του Πέτρου χρονολογικά σημεία αναφοράς του συγγραφέα είναι η άνοδος στον θρόνο και ο θάνατος των εικονολατρών ή των εικονομάχων αυτοκρατόρων.