Συγγραφέας:Μερτύρη, Αντωνία
 
Τίτλος:Η καλλιτεχνική εκπαίδευση των νέων στην Ελλάδα (1836-1945)
 
Τίτλος σειράς:Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας
 
Αριθμός σειράς:36
 
Τόπος έκδοσης:Αθήνα
 
Εκδότης:Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς
 
Έτος έκδοσης:2000
 
Σελίδες:703
 
Αριθμός τόμων:1 τόμος
 
Γλώσσα:Ελληνικά
 
Θέμα:Εκπαίδευση-Τριτοβάθμια
 
Παιδεία-Εκπαίδευση
 
Τοπική κάλυψη:Ελλάδα
 
Χρονική κάλυψη:1836-1945
 
Περίληψη:Στόχος του βιβλίου αυτού είναι η ανίχνευση των όρων και των συνθηκών, βάσει των οποίων η προαγωγή του ωραίου μέσω της διεύρυνσης του πεδίου αντίληψης, και η αισθητική διαπαιδαγώγηση γενικότερα, όπως αυτές παρέχονταν από το «Σχολείον των Τεχνών» της Αθήνας (αργότερα «Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών»), μοναδικού φορέα καλλιτεχνικής εκπαίδευσης στη χώρα μας για ενάμισι περίπου αιώνα, συνέβαλαν στη διαμόρφωση της Νεοελληνικής Τέχνης αλλά και δημιούργησαν τις προϋποθέσεις για την εκδήλωση μιας γηγενούς εικαστικής κίνησης με έντονα αρθρωμένα τα ατομικά στοιχεία και τον πλουραλισμό στην έκφραση.
 
Άδεια χρήσης:Αυτό το ψηφιοποιημένο βιβλίο του ΙΑΕΝ σε όλες του τις μορφές (PDF, GIF, HTML) χορηγείται με άδεια Creative Commons Attribution - NonCommercial (Αναφορά προέλευσης - Μη εμπορική χρήση) Greece 3.0
 
Το Βιβλίο σε PDF:Κατέβασμα αρχείου 21.52 Mb
 
Εμφανείς σελίδες: 10-29 από: 706
-20
Τρέχουσα Σελίδα:
+20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/54/gif/10.gif&w=600&h=915

κές δυνατότητες τον δεσμεύουν να τα «αναπληρώσει». Έτσι ο πιθανός ισχυρισμός πως η υπόθεση ύπαρξης κάποιας «νομοτέλειας» στην εξέλιξη του αντιληπτικού μοντέλου, αποβλέπει στη μείωση της σημασίας του προσωπικού ιδιώματος ως αποκλειστικού εκφραστικού φορέα, είναι μάλλον ατυχής έως επιπόλαιος, εφόσον ναι μεν εκείνη που συνδράμει στη μετάπλαση της καλλιτεχνικής ευαισθησία δεν είναι παρά η αυτόνομη διαρκής αναζήτηση και η αποκρυστάλλωση σε όλες τις εκδηλώσεις της ενός καινούριου περιεχομένου του κόσμου, από την άλλη πλευρά όμως, σχεδόν πάντα, το πέρασμα σε ένα νέο στυλ υποδηλώνει την καταγωγή του στην απήχηση όσων προηγήθηκαν, ακόμη και αν αυτό στέκεται ικανό με τη νεοτερικότητά του, να χαράξει από μόνο του κάποιες καθοριστικές τομές στο συνεχές της παράδοσης.

Με δεδομένη την αίσθηση ότι η εξέλιξη των αντιληπτικών προτύπων βρίσκεται σε μια αδιάκοπη ροή, ανάλογη εκείνης των μετασχηματισμών στους οποίους υπόκεινται οι εκάστοτε κοινωνικές διαρθρώσεις, δε μένει παρά να δεχτούμε εδώ και τον παρεμβατικό ρόλο των εκπαιδευτικών μηχανισμών, αλλά και της παιδείας γενικότερα, ως προσδιοριστικών — διαμεσολαβητικών παραγόντων στη διατύπωση και τη διάδοση μιας σειράς απόψεων και αξιακών κρίσεων για το ύφος, η περιοδικότητα ή η συνέχεια των οποίων, ως επαναλαμβανόμενων ερεθισμάτων και κινήτρων έκφρασης, αντικατοπτρίζουν όχι μόνο τις ατομικές διαφορές κάθε δημιουργού στη συνάντηση του με την παράδοση, τις εμπειρίες του παρόντος ή και τις προκλήσεις του μέλλοντος, όχι μόνο το γούστο τη εποχής του, αλλά και τις αρχές της κοσμοεικόνας της κοινωνίας που η δράση του συγκεκριμένου δημιουργού εκπροσωπεί με την ιδιαιτερότητα των διαδρομών της.

Στόχος της παρούσας μελέτης είναι ακριβώς να ανιχνευτούν οι όροι και οι συνθήκες, βάσει των οποίων η προαγωγή του ωραίου μέσω της διεύρυνσης του πεδίου αντίληψης, και η αισθητική διαπαιδαγώγηση γενικότερα, όπως αυτές παρέχονταν από το «Σχολείον των Τεχνών» της Αθήνας (αργότερα «Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών»), μοναδικού φορέα καλλιτεχνικής εκπαίδευσης στη χώρα μας για ενάμισι περίπου αιώνα, συνέβαλαν στη διαμόρφωση της Νεοελληνικής Τέχνης αλλά και δημιούργησαν τις προϋποθέσεις για την εκδήλωση μιας γηγενούς εικαστικής κίνησης με έντονα αρθρωμένα τα ατομικά στοιχεία και τον πλουραλισμό στην έκφραση.

Καταρχάς είχε ενδιαφέρον να εντοπιστούν οι παράγοντες εκείνοι, που συνέτειναν στη σύσταση ενός ιδρύματος συναφούς τόσο με την ανάπτυξη των οικοδομικών τεχνών και τη διαχείριση του δομημένου περιβάλλοντος όσο και με τη διάδοση νέων αισθητικών προτύπων, για την εφαρμογή τους στα προγράμματα της ανοικοδόμησης. Το εν λόγω ενδιαφέρον προέκυψε κυρίως από τον τρόπο λειτουργίας του Πολυτεχνικού αυτού Σχολείου, πειραματικά στην αρχή ως «Σχολείου των Κυριακών και εορτών», όπου σύμφωνα με την κοινοποίηση της σύστασης του, «θέλει παραδωθεί τα στοιχειώδη μαθηματικά, η αρχιτεκτονική και η ιχνο-

Σελ. 10
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/54/gif/11.gif&w=600&h=915

ιχνογραφία»1, και βέβαια από τους ρυθμούς της εξέλιξης του και τη συστοιχία του με συγκεκριμένες κάθε φορά ανάγκες της ελληνικής κοινωνίας. Ειδικότερα άξιζε νομίζω να εξεταστεί το πως αρθρωνόταν η απαίτηση ορθολογισμού στις επιλογές, οι οποίες χαρακτήριζαν την αναπτυξιακή πολιτική του υπό διαμόρφωση κράτους, κυρίως με τη συγκρότηση ενός καθεστώτος οργανωτικής παρέμβασης από τους αρμόδιους φορείς, αλλά και το πως αποτυπωνόταν, μέσα στα κοινωνικά συμφραζόμενα του, ο ρόλος της τέχνης ως μορφοποιητικού παράγοντα, που εγγυόταν αφενός την καταγραφή της ντόπιας πολιτιστικής κληρονομιάς στην εθνική μνήμη και αφετέρου την εξασφάλιση ενός νέου περιβάλλοντος, διεθνών προδιαγραφών. Έτσι, παράλληλα με την αναζήτηση του αρχειακού υλικού, που αφορά την ίδρυση και τη λειτουργία του Σχολείου στα πρώτα βήματά του, η έρευνα στράφηκε στη διερεύνηση των παραγόντων εκείνων που συνέβαλαν στη χάραξη των κατευθύνσεων τις οποίες επρόκειτο να ακολουθήσουν οι σπουδαστές του, σε συνάρτηση με την εκτίμηση της ανταπόκρισης των παραγόντων αυτών στα όποια ανακαινιστικά αιτούμενα αλλά και τις προκλήσεις της μετεπαναστατικής εποχής.

Ότι η τομή που συντελέστηκε ευθύς εξαρχής στην αλυσίδα της παράδοσης, ήταν περισσότερο φανερή στον τομέα της αρχιτεκτονικής και των εφαρμοσμένων τεχνών, δεν ήταν τυχαίο. Χωρίς αμφιβολία στην ταύτιση του αισθητικού ιδεώδους με το «κλασσικό» και τα ελληνορωμαϊκά πρότυπα, συνέβαλε τόσο η διάθεση των εκπροσώπων της νέας άρχουσας τάξης του τόπου να δώσουν την επίφαση του πολιτισμού που τους «έπρεπε», μέσω του αιτήματος αναγέννησης του αρχαίου κλέους, για λόγους κυρίως προπαγανδιστικούς αλλά και λόγους ιδεολογικής χειραγώγησης, όσο και η πίεση των προβλημάτων που ανέκυψαν από τις ραγδαίες αλλαγές στο διεθνή ορίζοντα χάριν της ασυγκράτητης εξέλιξης της βιομηχανικής τεχνολογίας, με την οποία η νεοελληνική κοινωνία επιθυμούσε να συμπορευθεί, έστω και αν μετέφερε στη συμπεριφορά της όλες εκείνες τις αναστολές και τα συμπλέγματα που χαρακτηρίζουν ένα κράτος της περιφέρειας.

Αξιολογώντας τις προτάσεις των αρχιτεκτόνων και των συναφών με την οικοδομική τέχνη τεχνιτών για τη παραγωγή και τη διαχείριση του δομημένου περιβάλλοντος, θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι το κλασσικό υπόδειγμα λειτουργεί εν προκειμένω ως σημείο αναφοράς για μια μεθοδολογία, που όχι μόνο απαντάει σε ιδεολογικά προηγούμενα και αιτήματα έκφρασης, αλλά και που καλείται να αντιμετωπίσει προβλήματα σύγχρονα και συγκεκριμένα. Η συνεχώς αυξανόμενη πολυπλοκότητα των αστικών κέντρων και ιδίως της Αθήνας μετά την ανακήρυξη της σε πρωτεύουσα και «Βασιλική Καθέδρα»2, οδηγεί

1. Β.Δ. «Περί εκπαιδεύσεως εις την Αρχιτεκτονικήν», Εφημερίς της Κυβερνήσεως (Ε.τ.Κ.), φ. 82, 31 Δεκεμβρίου 1836/12 Ιανουαρίου 1837.

2. Σπύρος Μαρκεζίνης, Πολιτική Ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδος, τ. Α' (1828-1864), Αθήναι, Πάπυρος, 1966, σ. 125-130. Στέφανος Π. Παπαγεωργίου, Θέματα Νεότερης Ελληνικής Ιστορίας, Αθήνα, Παπαζήσης, 2000, Κεφ. 7: «Αθήνα. Η νέα πρωτεύουσα του Ελληνικού Βασιλείου».

Σελ. 11
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/54/gif/12.gif&w=600&h=915

στην επινόηση νέων ειδών κτισμάτων σχεδιασμένων βάσει των υπαγορεύσεων της πολεοδομικής ανασυγκρότησης, στο βαθμό μάλιστα κατά τον οποίο η τελευταία υποδηλώνει κάποια αντίστοιχα στοιχεία μεταρρύθμισης και ορθολογικής προσαρμογής στις απαιτήσεις μιας, δειλά έστω, μετασχηματιζόμενης κοινωνίας. Από τη στιγμή λοιπόν που ο ρόλος της πόλης ως πεδίου δράσης και κοινωνικής έκφρασης γίνεται κοινή συνείδηση, ο συνολικός χαρακτήρας της οφείλει να προσαρμοστεί σε συνθήκες και λειτουργίες χώρου τέτοιες, ώστε να αποπνέουν μια αίσθηση υφολογικής ενότητας όπως και χρηστικότητας, προκειμένου να καλυφθούν οι ανάγκες του πληθυσμού της. Όσον αφορά τώρα ειδικά τον τομέα της απήχησης των προαναφερομένων αλλαγών στα υπό διαμόρφωση γηγενή καλλιτεχνικά περιβάλλοντα και την αισθητική διαπαιδαγώγηση των νέων, όπως προέκυψε από την προσέγγιση των πηγών, των μαρτυριών και των τεκμηρίων που υπάρχουν σχετικά με την κατάρτιση των προγραμμάτων σπουδών του Σχολείου των Τεχνών ήδη από το ξεκίνημα της λειτουργίας του, αλλά και πολύ περισσότερο από τα εκθέματα των μαθητών του στους εκεί διοργανωθέντες ετήσιους διαγωνισμούς, αυτή ήταν κάτι παραπάνω από την αναμενόμενη. Είχε μάλιστα αντίκτυπο ακόμη και σε καθαρά προσωπικές επιλογές και την εκδήλωσή τους, όποτε τουλάχιστον κάτι τέτοιο ενθαρρυνόταν από τις ίδιες τις εκπαιδευτικές διαδικασίες.

Παρά τον πειραματικό πολλές φορές χαρακτήρα τους ή και τις αδόκιμες απολήξεις του στυλ τους, ιδίως κατά την αναπαραγωγή αρχαίων προτύπων, τα πονήματα των μαθητών του Σχολείου, που είδαν το φως της δημοσιότητας στις εν λόγω εκδηλώσεις, δείχνουν πράγματι μια αξιοθαύμαστη συνέπεια, ο θεματικός και τεχνοτροπικός ιστός της οποίας σηματοδοτούσε εν προκειμένω την αναγωγή των ιδεωδών του νεοκλασσικισμού σε κυρίαρχη καλαισθησία. Επιπλέον, όσο κι αν μοιάζει παράδοξο για ένα κράτος που μετρούσε, θα λέγαμε, εκ του μηδενός, τις δυνατότητές του για ανασυγκρότηση, αυτή υπήρξε άμεσα συνυφασμένη με την προσδοκία παρακολούθησης της διεθνούς πραγματικότητας και των συγχρόνων προσανατολισμών σκέψης και δράσης.

Στην τροποποίηση της έννοιας του κλασσικού και ταυτόχρονα στη διάχυσή της στα κοινωνικά ήθη, συνέβαλαν και οι παρεμβάσεις των πρώτων δασκάλων του Πολυτεχνικού Σχολείου, που στην πλειοψηφία τους, ντόπιοι ή ξένοι υπήκοοι αδιακρίτως, επιχειρούσαν να συνδέσουν το περιεχόμενο των πρακτικών τους με τα δεδομένα έκφρασης αλλά και τα αιτούμενα του ευρωπαϊκού ακαδημαϊσμού. Αν κρίνει κάποιος με βάση το σύνολο των προσπαθειών τους στους τομείς που ο καθένας τους αντιπροσώπευε, εύκολα αντιλαμβάνεται το εύρος της εξάρτησής τους από όλα όσα καλλιεργούνταν αλλά και προβάλλονταν τότε ως δόκιμο ύφος στα μεγάλα καλλιτεχνικά ιδρύματα της Γηραιάς Ηπείρου, όπως ήταν οι Ακαδημίες Καλών Τεχνών της Ρώμης, του Μονάχου, του Βερολίνου, της Βιέννης και των Παρισίων.

Η εν λόγω εξάρτηση είχε στην προκειμένη περίπτωση τις αφορμές της αφε-

Σελ. 12
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/54/gif/13.gif&w=600&h=915

αφενός στην υιοθέτηση ιδεών και αρχών οι οποίες κινούνταν, ήδη από τα προεπαναστατικά χρόνια, στο ιδεολογικό πλαίσιο του Διαφωτισμού, και αφετέρου στην ανάπτυξη ενός είδους ρομαντικού ρεαλισμού, που μάλιστα υπεβοηθείτο σταθερά από τον απόηχο του Φιλελληνισμού και τις συνακόλουθες αξιολογήσεις του περιεχομένου του στη συσχέτιση του με τις υπαγορεύσεις του παρόντος.

Αντιπροσωπευτικές της εκδήλωσης ενός γενικότερου φαινομένου στην ελληνική τέχνη κατά τις πρώτες μετεπαναστατικές δεκαετίες, είναι οι συνθέσεις που αναφέρονται σε ιστορικά θέματα και αποτελούν δείγματα γραφής δημιουργών οι οποίοι ή έλαβαν οι ίδιοι προσωπικά μέρος στον εθνικο-απελευθερωτικό Αγώνα, οπότε και κατέθεταν τις μαρτυρίες τους υπό μορφή ντοκουμέντου, ή ανέλαβαν, ως χαρισματικοί κληρονόμοι πλέον της παρακαταθήκης του, να διαιωνίσουν συμβολικά τις αξίες του στη συλλογική μνήμη, με την καλλιέργεια ενός ύφους σαφώς επηρεασμένου από την ατμόσφαιρα των επιπτώσεών του στην καθημερινότητα που επακολούθησε.

Τίποτε δεν αντανακλά καλύτερα αυτή την καθολική διάθεση μνημείωσης της Εθνεγερσίας, όσο οι πίνακες ζωγραφικής που αναπαριστάνουν επεισόδια και σκηνές ηρωισμού από τον κύκλο των δρωμένων της. Σε συνθέσεις, όπως είναι για παράδειγμα εκείνες του Γεωργίου Μαργαρίτη, ο οποίος σημειωτέον χρημάτισε και καθηγητής στο Σχολείο των Τεχνών, με θέμα τη ζωή και τη δράση του αγωνιστή Γεωργίου Καραϊσκάκη, έχουμε ξεκάθαρη την πρόθεση του καλλιτέχνη να συμμεριστεί τις προσδοκίες της γενιάς του αλλά και τις ιδεολογικές εξάρσεις της. Η γλώσσα που μεταχειρίζεται παρουσιάζει ανάλογες φορτίσεις, ιδίως όσον αφορά την απόδοση της μορφής και την ένταξη της εκφραστικότητάς της στις ιδιοτυπίες ενός σκηνικού που συγχέεται με την εξιδανίκευση του χώρου και το ρόλο του ως πλαισίου εκτέλεσης της ηρωικής πράξης αλλά και του πατριωτικού καθήκοντος.

Η εν λόγω παραστατική κατοχύρωση της ιστορικότητας είχε στην προκειμένη περίπτωση πολλές εκδοχές, που εκπλήσσουν κάποτε με τις διεξόδους τις οποίες δίνει η προσφυγή στα συνακόλουθα με την έμπνευση του καλλιτέχνη, ιδεολογικά ερείσματα. Έτσι, ακόμη και όταν γίνεται προσπάθεια να ρωπογραφηθεί η ιστορία, η ηρωική μεταρσίωση της πραγματικότητας δεν παύει να είναι και πάλι το κυρίως αιτούμενο. Χρωματικά εφέ και λεπτοδουλεμένες αφηγηματικές ενδείξεις συνθέτουν το ρεπερτόριο της έπαρσης" μιας έπαρσης με βυρωνικές συνήθως απολήξεις που παραπέμπουν στην εξεγερμένη και κάποτε «πικρόχολη», θρηνολογία της φαναριώτικης λογοτεχνίας και του προσκείμενου σε αυτή «αθηναϊκού ρομαντισμού»:

«Είσθε σεις την νύκτα όταν άνεμος χειμώνος

Το παράθυρόν μου σείη, Και με χείρας σταυρωμένας τους αιθέρας βλέπω

μόνος,

Και το όμμα μου δακρύει.

Σελ. 13
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/54/gif/14.gif&w=600&h=915

Είσθε σεις σκιαί των πρώτων στρατηγών μας και

προμάχων,

και ωχραί κ'αιματωμέναι κατεβαίνετ' εκ των βράχων!

(...)

Τί απέγιναν, ω φίλοι, αι ημέραι μας αι τότε;

Πού αι δόξαι μας αι πρώται; (...)

Αλλ' εις τους ψαλμούς μου φίλοι!

Τέρπεσθε κι' ενθουσιάτε.

Με κυκλούτε και βοάτε.

Χαίρετε, Οδυσσεύ! Γκούρα! Παπαφλέσσα! Κυριακούλη!

Βότσαρη και Υψηλάντη! Καραΐσκε και Μιαούλη!

Έρχεσθε και την κιθάραν κρούοντες του ποιητού σας,

Γύρω μου επικαλείσθε τας επικήδειους Μούσας»3.

Τα παραπάνω στοιχεία, τα οποία και χαρακτηρίζουν όπως προαναφέρθηκε, ως ένα πειστικό βαθμό, τις πρώτες εκδηλώσεις διαμόρφωσης της νεοελληνικής τέχνης, λειτούργησαν ως υποδειγματικά πρότυπα γραφής έως τα μέσα περίπου του 19ου αιώνα, για να ατονήσουν σιγά σιγά μετά την έξωση του Όθωνα και την απομάκρυνση των φορέων της βαυαρικής κουλτούρας από το Σχολείο των Τεχνών.

Ωστόσο, αν επήλθαν κάποιες διαφοροποιήσεις στον τρόπο έκφρασης των ελλήνων εικαστικών δημιουργών και τις προσλαμβάνουσες παραστάσεις τους, διαφοροποιήσεις που βέβαια συνδέονταν εν προκειμένω και με το περιεχόμενο της εκπαίδευσής τους, αυτές ταιριάζει νομίζω να αξιολογηθούν με τη συνεκτίμηση κάποιων ευρύτερων παραγόντων, όπως ήταν τα ανακαινιστικά αιτήματα των καιρών και οι διεθνείς κοινωνικο-οικονομικές ανακατατάξεις, παρά να αποδοθούν απλά σε αυτή καθεαυτή τη δυναστική μεταβολή και τις παρενέργειές της στο πολιτιστικό γίγνεσθαι του τόπου. Ασφαλώς η αλλαγή στο πηδάλιο του Πολυτεχνικού Σχολείου και η ανάληψη της διευθύνσεώς του από στρατιωτικούς, μετά την αναγκαστική παραίτηση του Λύσανδρου Καυταντζόγλου, ενός ανθρώπου με υψηλή κλασσικιστική παιδεία, «ακαδημαϊκών» θα λέγαμε προδιαγραφών, και εν τέλει προσκείμενων στην καλαισθησία των Βαυαρών και τη βαυαρική κουλτούρα, είχαν τις επιπτώσεις τους στο σύνολο σχεδόν των πρωτοβουλιών αποσαφήνισης εκ νέου της εκπαιδευτικής αποστολής του ιδρύματος. Όμως, ούτε η ανατροπή των συσχετισμών που είχαν διαμορφωθεί στις τάξεις του τις δύο προηγούμενες δεκαετίες υπέρ της καλλιέργειας των «Ωραίων τεχνών» και του ακαδημαϊκού προσανατολισμού των παρεχόμενων σε αυτό γνώσεων και δεξιοτήτων, ούτε η θεσμική κατοχύρωση της εν λόγω ανατροπής μέσω της ένταξης στα προγράμματα σπουδών κάποιων απόλυτα εξειδικευμένων τεχνικών μαθημάτων, μπορούν να

3. Παναγιώτης Σούτσος, «Αι σκιαί», από τον κύκλο ποιημάτων Η κιθάρα (1835).

Σελ. 14
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/54/gif/15.gif&w=600&h=915

κριθούν ως αποφασιστικοί παράγοντες για τη μετακίνηση ορισμένων εκ των βασικών σημείων αναφοράς που για τριάντα περίπου χρόνια οριοθετούσαν το πλαίσιο της αισθητικής παιδείας στη χώρα μας. Θα πρέπει ίσως να θεωρηθεί σημαντικότερο το γεγονός της αλλοίωσης των παραδοσιακών συστατικών, τόσο στην έκφραση της επίσημης ιδεολογίας όσο και στον κοινωνικό προβληματισμό, και βέβαια των, εμφανών ή μη, συνεπειών της στη μεταστροφή όλων σχεδόν των κυρίαρχων τότε πολιτικών, οικονομικών και πολιτιστικών συντεταγμένων.

Αναπόφευκτη είναι ίσως η υπεραπλούστευση στην αντιμετώπιση ζητημάτων που αφορούν το εύρος της σημασίας των παραπάνω αλλοιώσεων κατά τη διαμόρφωση των αισθητικών κριτηρίων και την αλλαγή του γούστου. Και τούτο διότι η όποια διαφοροποίηση πραγματοποιήθηκε σταδιακά, για να καλύψει διάστημα μεγαλύτερο του μισού αιώνα. Συνοψίζοντας μπορεί πάντως κανείς να ισχυριστεί πως οι δομικές αλλαγές που σημειώθηκαν στην ελληνική κοινωνία το χρονικό αυτό διάστημα, και που βέβαια επηρέασαν, άμεσα ή έμμεσα, κάθε τομέα δραστηριοτήτων, συνδέονταν αφενός με τις μεταβολές οι οποίες επήλθαν στον εξωτερικό ορίζοντα και τις επιπτώσεις τους στις εθνικές προτεραιότητες, άρα και στην ιδεολογία, και αφετέρου με την εκδήλωση μιας σειράς ποιοτικών μετασχηματισμών, που η γενικότερη επενέργειά τους προδίκαζε μια αυξημένη αίσθηση σταθερότητας και τάση αναδημιουργίας.

Όσον αφορά τις επιρροές που άσκησε στην άρθρωση των εσωτερικών, πολιτικών, καταρχήν, επιλογών η ανατροπή των ισορροπιών κυρίως στη Βαλκανική Χερσόνησο, θα πρέπει να υπογραμμίσουμε εδώ ιδιαίτερα την εμβέλεια τους στη διάγνωση της ανάγκης προώθησης των εθνικών συμφερόντων, μέσω του εκσυγχρονισμού του κράτους και των λειτουργιών του σε όλα τα επίπεδα. Κάτι τέτοιο έθιγε ασφαλώς και την αίγλη κάποιων παλαιότερα διατυπωμένων ισχυρισμών οι οποίοι σχετίζονταν με τις προοπτικές εθνικής ανόρθωσης και την πραγματοποίησή της αποκλειστικά με την παρέμβαση της ευρωπαϊκής κηδεμονίας. Η διάψευση αυτού του είδους των προσδοκιών είχε λοιπόν τις επιπτώσεις της και στη προδιαγραφή των όποιων επίσημων στρατηγικών αναφορικά με την ανασύνταξη τόσο της κυρίαρχης ιδεολογίας όσο και των πολιτιστικών στοχεύσεων, καθώς η σύγκληση προς ρεαλιστικότερους στόχους άρχιζε να κλονίζει τα ταμπού κάθε ξενόφερτης επίδρασης, στην οποία ανήκε το δίχως άλλο και ο άκαμπτος κλασσικισμός, έναντι της ανάδειξης ενός ανανεωμένου εθνισμού και της συσπείρωσης των ενδιαφερόντων των φορέων του, με πυρήνα κάποιες τοπικές αξίες.

Γύρω στα 1880 μπορούμε πια να αναγνωρίσουμε όλα τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα μιας βαθιάς τομής, με όλα τα συνακόλουθά της στον κοινωνικό στίβο, ενώ αν οι χρονολογίες είναι, σύμφωνα με τον Sir Ernst Combrich, «τα απαραίτητα στηρίγματα για να κρεμούμε το μεγάλο πίνακα της Ιστορίας»4, τό-

4. Ernst Η. Combrich, Το χρονικό της Τέχνης, μετ. Λίνα Κάσδαγλη, Αθήνα, Μ.I.E.T., 1998, σ. 171.

Σελ. 15
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/54/gif/16.gif&w=600&h=915

τότε σίγουρα το 1881, όταν η Ελλάδα προσάρτησε τη Θεσσαλία και μέρος της Ηπείρου, προσφέρεται σαν σταθερό υποστήριγμα - ορόσημο. Και τούτο γιατί η σημασία της εν λόγω συγκυρίας δεν έγκειται απλά και μόνο στη διεύρυνση του γεωπολιτικού βάθρου της χώρας, με την απόκτηση μάλιστα κάποιων εδαφών, ιδιαίτερα εύφορων, ούτε στην αύξηση του πληθυσμού της επικράτειας και εν τέλει στην υλοποίηση, ως ένα βαθμό, των προσδοκιών που συνδέονταν με τη «Μεγάλη Ιδέα». Τη σπουδαιότητά της ενισχύει ακόμη περισσότερο μια αλυσίδα παραγόντων, που η δυναμική τους συνδέεται με την ανάδυση νέων ποιοτήτων ζωής, συνυφασμένων ιδίως με τις διαδικασίες ένταξης των ντόπιων παραγωγικών δυνάμεων στο αναπτυξιακό γίγνεσθαι του τόπου. Πράγματι την ίδια εποχή, η επιτάχυνση της αστικοποίησης εντείνεται και οι ρυθμοί ανάκαμψης της οικονομίας, ως συνέπεια της διεύρυνσης του τομέα των ιδιωτικών επιχειρήσεων, της εμπορευματοποίησης των αγροτικών προϊόντων και του κοινωνικού καταμερισμού της εργασίας, είναι περισσότερο αποτελεσματικοί. Παράλληλα ενισχύεται η τεχνική υποδομή των αστικών κέντρων όσο και της υπαίθρου, με την ολοκλήρωση μιας σειράς σημαντικών δημοσίων έργων. Επιπλέον, παρότι δεν είναι εύκολο να προσδιορίσουμε απόλυτα, με σημερινά κριτήρια, τις συνθήκες επιβίωσης και διαστρωμάτωσης του πληθυσμού, από τα τεκμήρια που υπάρχουν μπορούμε να υποθέσουμε, αν όχι να ισχυριστούμε, πως η αναπτυξιακή πολιτική, κυρίως των κυβερνήσεων του Χαριλάου Τρικούπη, συνέτεινε στη μείωση των ανισοκατανομών στα εισοδήματα και έδωσε κάποια ουσιαστικά κίνητρα για την ανάπτυξη της μεσαίας τάξης, την ενδυνάμωση του ρόλου της οποίας είχε επιδιώξει άλλωστε να την εντάξει συνειδητά, θα λέγαμε, ο ίδιος ο κρατικός παρεμβατισμός στους κατευθυνόμενους ρυθμούς του κοινωνικού μετασχηματισμού ήδη από τη σύσταση του νεοελληνικού κράτους, με τη θέσπιση εν μέρει της «δωρεάν παιδείας» και την παραχώρηση διαφόρων μορφωτικών διευκολύνσεων.

Η ανακατάταξη στον κοινωνικό χάρτη, χάριν της σταδιακής μετάβασης αγροτικών ή ημιαστικών πληθυσμών στην κατάσταση του μέσου αστού, και της τόνωσης του κύρους τους, διευκόλυνε και την αλλαγή στις συλλογικές νοοτροπίες, ιδιαίτερα όσον αφορά τη διάθεση συμμετοχής του πολίτη, οποιασδήποτε κοινωνικής βαθμίδας, στα κοινά και την ανάληψη πρωτοβουλιών εκ μέρους του για δημιουργικές παρεμβάσεις ακόμη και στον πνευματικό χώρο, μέσω κάποιων έμπρακτων πλέον γηγενών πολιτιστικών κατακτήσεων. Αυτή η τελευταία περίπτωση κατά την οποία η αυτόνομη ιδιωτική πρωτοβουλία του μέσου αστού συνέβαλε ως ένα βαθμό στην εξέλιξη των πνευματικών διεργασιών και της κουλτούρας, αξίζει νομίζω να υπογραμμιστεί ιδιαίτερα, κυρίως όταν επιχειρείται να αξιολογηθεί το μέγεθος και η ποιότητα των εν λόγω παρεμβάσεων, τόσο στη μετάπλαση της καλαισθησίας και τη διαφοροποίηση του γούστου της εποχής όσο και στην ευθεία, κάποτε, αμφισβήτηση ορισμένων ήδη ευυπόληπτων εκφραστικών προτάσεων.

Αν δεχτούμε την άποψη ότι πάνω στα επιτεύγματα του ανθρώπινου πολιτισμού

Σελ. 16
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/54/gif/17.gif&w=600&h=915

σμού καθρεφτίζονται, έστω και αμυδρά, οι συμβάσεις, οι συνθήκες και τα περιβάλλοντα εντός των οποίων αυτά πραγματοποιήθηκαν, τότε θα καταλάβουμε γιατί κατά την εικοσαετία που μεσολαβεί έως το γύρισμα του αιώνα, διαμορφώνεται μια πιο ολοκληρωμένη σχέση μεταξύ των ενδιαφερόντων των δημιουργών και εκείνων του ευρύτερου κοινού, το είδος της οποίας προσδιορίζουν αφενός το ίδιο το πολιτιστικό προϊόν και αφετέρου οι εκδηλώσεις για την υποδοχή του. Και στην προκειμένη περίπτωση «ο μεγάλος νεκροθάλαμος της ιστορίας της λογοτεχνίας, στον οποίο ο καθένας μπορεί», σύμφωνα με τον Heinrich Heine, «να αναζητάει τους πεθαμένους του»5, προσφέρεται για γόνιμα συμπεράσματα.

Τη θέση των «Οδοιπόρων» και των κάθε είδους «Περιπλανώμενων»6, που όντας διαψευσμένοι από την εμβέλεια των αναφορών τους στο παρόν, άρα και εσωτερικά ηττημένοι, πορεύονταν ολομόναχοι, δίχως κίνητρο και ελπίδα δικαίωσης της παρουσίας τους, ή έστω των εμμονών τους, στα μονοπάτια της αναπόλησης τους, ερχόταν τώρα να πάρει ο απλός καθημερινός άνθρωπος και τα πεπρωμένα του, στο άκομψο, όμως απόλυτα παραστατικό, σχήμα του οποίου διακρίνει κανείς έκδηλη την αξιοπρέπεια του μόχθου.

Ίσως για εκείνους που είχαν συνηθίσει να αναζητούν τα ισοδύναμα του στοχασμού τους στον εξαίσιο κομπασμό του παραστήματος ημιθέων και ηρώων, η «ασπούδαχτη», στέρεα λογική φτιαξιά ενός «Ζητιάνου»7 ή ενός ηλιοκαμένου επαρχιώτη που δουλεύει αδιαμαρτύρητα τη γη, να φάνταζε σαν επιπόλαιο καπρίτσιο ή και -γιατί όχι- σαν το αποτέλεσμα κάποιων σατιρικών/σαρκαστικών διαθέσεων, που «νομιμοποιούνταν» πρόσκαιρα με τη διακωμώδηση των ηθών στο κωμειδύλλιο και την αστική φάρσα. Εντούτοις αν αναλογιστούμε τις πραγματικές διαστάσεις της εν λόγω μεταστροφής των προτιμήσεων, τότε θα καταλάβουμε γιατί στην πλειοψηφία τους οι τεχνίτες του λόγου και στην Ελλάδα του «τέλους του αιώνα», έδειχναν απόλυτα πεπεισμένοι για την επίκαιρη δραστικότητα τέτοιου είδους ρεαλιστικών επιλογών.

Θα ήταν πάντως παρακινδυνευμένο να συνδέσουμε την ηθογραφική αυτή φάση της ελληνικής λογοτεχνίας αποκλειστικά με τις παρενέργειες μιας φθίνουσας ιδεολογίας στη συμπεριφορά των πολιτών και με τα επακόλουθά της στη συλλογική συνείδηση, ή και τους ευρύτερους εθνικούς προσανατολισμούς. Απλώς η απαγκίστρωση από τις φορτίσεις του παρελθόντος, και βέβαια η απαξίωση των εκπροσώπων της να εκμεταλλευτούν το διεγερτικό άλλοτε στοιχείο της ουτοπίας χρησιμοποιώντας το ως προοπτικό βάθος στη σύνθεση της εικόνας

5. Heinrich Heine, Η Ρομαντική Σχολή, μετ. Ν. Μ. Σκουτερόπουλος, Αθήνα, Στιγμή, 1993, σ. 33.

6. Αναφορά στον «Οδοιπόρο» του Παναγιώτη Σούτσου και τον «Περιπλανώμενο» του Αλεξάνδρου Σούτσου.

7. Αναφορά στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Ανδρέα Καρκαβίτσα.

Σελ. 17
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/54/gif/18.gif&w=600&h=915

νας των προσδοκιών τους, μπορούσε να τους φέρνει πιο κοντά στην πραγματικότητα του περίγυρου και ταυτόχρονα να τους διευκολύνει να προσεγγίζουν χωρίς ενδιάμεσα παραπλανητικά φίλτρα, τόσο τα μορφικά συστατικά του εν λόγω περίγυρου όσο και την αυθεντικότητα τους, ή ό,τι είχε ενδεχομένως διασωθεί από αυτήν:

«Στα πατρικά ιερά βιβλία για πάντα κοιμηθήτε, (Τάφοι σας είναι) λόγια αρχαία, νεκροσαβανωμένα, Κ' εσείς, κοράκια ξαφνισμένα, βουβαθήτε! Εμένα η ζωντανή ζωή βροντοσαλπίζει, εμένα. Όσο το χέρι της ζωής κρατεί με πιο σφιχτά Και της ιδέας πιο στέρεα καβαλλικεύω το άτι, Τόσο πιο αχόρταγα ρουφώ ταγέρι του βουνού, Τόσο πιο αξέταστα μιλώ τη γλώσσα του χωριάτη. (...)

Ειδύλλια ροδομάγουλα και μοσκοβολισμένα, Για σας δεν ήρθα στο χωριό. Χωριάτη, ήρθα για σένα' Το δέντρο αδρό που ρίζωσε στα βάθια της ψυχής σου Φέρνει λουλούδι ζωντανό στα χείλη σου το λόγο. Κ' ήρθα να πάρω απ' το δεντρί, να κόψω απ' το λουλούδι, Και να τα πάω στην άβροχη, στη ρημασμένη χώρα, Που πείνασε για πράσινο και δίψασε για δρόσος, Να γίνη δάσος η ζωή και η τέχνη περιβόλι»8.

Τί πιο ξεκάθαρο και ειλικρινές από την ομολογία και το ρυθμό των «Εκατό φωνών» στο ξεφάντωμα μιας εποχής που αναζητάει καινούρια ερείσματα, κίνητρα και διεξόδους προκειμένου να εκπέμψει το σήμα της, να το αποσαφηνίσει με γνώριμους ήχους και να αποδώσει το σχήμα των βεβαιοτήτων της όπως πραγματικά τους αρμόζει!

Τους κοντινούς συγγενείς του Παλαμά και των ομολόγων του σ' αυτή τη διάχυτη πολυφωνία, εντοπίζει κανείς στις φιγούρες των εικόνων του Νικηφόρου Λύτρα, ενός καλλιτέχνη που όχι μόνο αντιπαρήλθε με επιτυχία τις όποιες δυσκολίες προέκυπταν από την αναθεώρηση των ακαδημαϊκών συμβάσεων στην πλούσια παραγωγή του, αλλά και που συνέδεσε το όνομά του με το σημαντικότερο ίσως κεφάλαιο της αισθητικής παιδείας στην Ελλάδα του 19ου αιώνα.

Για να συλλάβουμε με ποιον τρόπο και γιατί ο τήνιος δάσκαλος αντιπροσωπεύει μια μετάβαση, την οποία και θα χαρακτηρίζαμε απόλυτα καθοριστική για τη μετάπλαση της εδώ καλλιτεχνικής ευαισθησίας, αρκεί να σταθούμε στο

8. Κωστή Παλαμά, «Εκατό φωνές», από την ποιητική συλλογή Η ασάλευτη ζωή (1904)' εδώ η παραπομπή στη γ' έκδοση, Αθήνα, Εστία, 1926, σ. 22, 55.

Σελ. 18
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/54/gif/19.gif&w=600&h=915

σχεδιασμό της σύνθεσής του «Το Ψαριανό μοιρολόι»9, που τοποθετείται γύρω στα 1887 με 1888.

Από μια πρώτη ματιά ο πίνακας του θα μπορούσε ίσως να θεωρηθεί επιμελώς «ανολοκλήρωτος». Ωστόσο αυτό το «non finito» δεν ήταν στην περίπτωσή του ένα απλό σκηνοθετικό εφεύρημα της στιγμής, για να παγιδεύσει την εντύπωση του θεατή στον υπογραμμισμένο από τον τίτλο της, συναισθηματικό φόρτο της εικόνας. Η επιλογή αποφυγής του τελικού φινιρίσματος επέτρεψε στον καλλιτέχνη να αναδείξει το περιεχόμενο της παράστασης με καθαρά ζωγραφικούς όρους και μέσα, ενώ ό,τι αναφέρεται στην καινοτομία της και την καθορίζει, δεν είναι πλέον αυτή καθεαυτή η έκθεση του υπό διαπραγμάτευση περιστατικού, αλλά η σύλληψη της μαρτυρίας του, η κατάθεση και η συσχέτισή της, άμεσα, με την τραγικότητα της πραγματικότητας και την κριτική της εποπτεία.

Εκτός από τον πλούτο των διατυπώσεων που διακρίνει τη μορφοπλαστική του γλώσσα και την εκδήλωσή της στις διάφορες φάσεις της δημιουργικής πορείας του, πολύτιμες όσο και σαφείς πληροφορίες για την αξιολόγηση της προσφοράς του Νικηφόρου Λύτρα αλλά και εκείνης των άλλων συναδέλφων του ζωγράφων και γλυπτών, που δίδαξαν το ίδιο διάστημα στο Καλλιτεχνικό τμήμα του Μετσόβιου Πολυτεχνείου, παρέχει ο τύπος της εποχής με την κάλυψη περιστατικών αναφερόμενων στην εκπαιδευτική τους δράση και την ανάληψη πρωτοβουλιών από μέρους τους, για την αναβάθμιση των σπουδών και τη διεύρυνση των οριζόντων των σπουδαστών τους.

Από τις δημοσιεύσεις και τα καλλιτεχνικά ρεπορτάζ των σχολιαστών της επικαιρότητας πληροφορούμαστε επίσης τα σχετικά με τις διάφορες εκθεσιακές διοργανώσεις και τη συμμετοχή των μελών της εκπαιδευτικής κοινότητας του παραπάνω ιδρύματος σε αυτές. Αντιπροσωπευτικά της εξελικτικής πορείας την οποία ακολούθησαν εκείνη την εποχή οι καλλιτεχνικές σπουδές στη χώρα μας, είναι για παράδειγμα όσα καταγράφονται στις στήλες των εφημερίδων αναφορικά με τη συμμετοχή καθηγητών και σπουδαστών του Πολυτεχνείου στα Γ' και Δ' Ολύμπια, στις εκθέσεις του Καλλιτεχνικού τμήματος του Φιλολογικού Συλλόγου «Παρνασσός», ή σε εκείνη του Ζαππείου Μεγάρου, που διοργανώθηκε στα 1896, επ' ευκαιρία της αναβίωσης του θεσμού των Ολυμπιακών Αγώνων. Μέσα από την ανάγνωση τέτοιου είδους δημοσιευμάτων μας δίνεται η δυνατότητα να αξιολογήσουμε και το ποιόν των κυρίαρχων τότε αισθητικών κριτηρίων και να τα συγκρίνουμε ιδίως με τις αξιακές κρίσεις για το ύφος που είχαν διατυπωθεί και επικρατήσει κατά την Οθωνική περίοδο. Πράγματι, όπως προκύπτει από τις αναλύσεις των αρθρογράφων που σχολίασαν τα παραπάνω πολιτιστικά δρώμενα -χαρακτηριστικά αναφέρουμε το άρθρο του Εμμ. Ροΐδη: «Η εν Ελλάδι

9. Λάδι σε μουσαμά. Αθήνα, Εθνική Πινακοθήκη.

Σελ. 19
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/54/gif/20.gif&w=600&h=915

δι ζωγραφική. Περιηγήσεις εις την έκθεσιν»10-, οι εκτιμήσεις τους ήταν αρκετά διαφοροποιημένες από εκείνες παλαιοτέρων συναδέλφων τους, εφόσον το περιεχόμενο τους, όντας απαλλαγμένο από τις ιδεαλιστικές κυρίως φορτίσεις του παρελθόντος, αλλά και από κάποιες πολιτικά υποκινούμενες προσωπικές υπαγορεύσεις και συμφέροντα, στρεφόταν τώρα αποκλειστικά στο ποιόν του εκφραστικού αποτελέσματος. Αντλούσαν μάλιστα τα επιχειρήματα της κρίσης από τις εκδηλώσεις μετάπλασης του διεθνούς εικαστικού λεξιλογίου.

Αφετηρία καινούριων εξελίξεων για τις καλλιτεχνικές σπουδές στον ελληνικό χώρο στάθηκε το έτος 1910, καθώς σύμφωνα με τις προβλέψεις του Νόμου ΓΧΙΑ'11 το Καλλιτεχνικό Τμήμα του Πολυτεχνείου ανεξαρτητοποιείται οριστικά από τη λειτουργία του αντιστοίχου των Βιομηχάνων Τεχνών, με την υπαγωγή του στην αρμοδιότητα του Υπουργείου των Εκκλησιαστικών και της Δημοσίας Εκπαιδεύσεως. Σύμφωνα επίσης με το εκδοθέν στις 27 Ιουλίου 1910 Βασιλικό Διάταγμα «Περί εκτελέσεως του ΓΧΙΑ' νόμου "Περί Σχολείου των Καλών Τεχνών"»12, σαφής υπήρξε η πρόθεση των αρμοδίων όχι μόνο να καθορίσουν ρητά πλέον την αποστολή του στη «μόρφωσιν θεωρητικώς και πρακτικώς» εικαστικών δημιουργών, αλλά και να καταστήσουν εφικτή και αποτελεσματικότερη την εκτέλεσή της με τη δημιουργία της κατάλληλης υλικοτεχνικής υποδομής καθώς και με την κατανομή των κτιριακών εγκαταστάσεων του Μετσοβίου στις δύο Σχολές, ανάλογα με τις λειτουργικές τους ανάγκες. Έτσι, παράλληλα με τη θεσμοθέτηση σημαντικών βελτιώσεων στην οργάνωση των σπουδών και την αναλυτική κατάρτιση των προγραμμάτων διδασκαλίας κατά τμήμα και τάξεις, προεβλέπετο για πρώτη φορά στην ιστορία του ιδρύματος και η ρύθμιση των περιουσιακών του στοιχείων, κυρίως δε η αντικειμενική διαχείριση των μορφωτικών μέσων τα οποία αυτό διέθετε, και η απόδοση της στα αρμόδια όργανα. Πρόσθετο, αλλά όχι δευτερεύον στοιχείο για τις αλλαγές που επιδιώκονταν από την Πολιτεία στο χώρο της καλλιτεχνικής εκπαίδευσης, είναι εν προκειμένω και η πρόβλεψη σχετικά με την ανάληψη της διευθύνσεως της αρμόδιας Σχολής στο εξής από καλλιτέχνη, ο οποίος μάλιστα θα έπρεπε να θεωρείται αναγνωρισμένος. Η νύξη την οποία είχε ήδη κάνει διά του άρθρου 2 ο εισηγητής του Νόμου ΓΧΙΑ' στο ελληνικό κοινοβούλιο, σχετικά με ενδεχόμενη ανάθεση της διευθύνσεως του Σχολείου σε άτομο που έως τότε ανήκε στο προσωπικό της Εθνικής Πινακοθήκης, αλλά και για την καταβολή του μισθού του «εκ του ταμείου της Αρχαιολογικής Εταιρείας», δεν άφηνε αμφιβολίες για το περιεχόμενο της συγκεκριμένης υπόδειξης όσον αφορά το πρόσωπο και το ρόλο του νέου διευθυντή, που δεν ήταν άλλος

10. Εφ. Ακρόπολις, 1 Ιουνίου 1896.

11. Κώστας Η. Μπίρης, Ιστορία του Εθνικού Μετσοβίου Πολυτεχνείου, Αθήναι, Ε.Μ.Π., 1957, σ. 422-3.

12. Ε.τ.Κ., φ. 272, 27 Αυγούστου 1910.

Σελ. 20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/54/gif/21.gif&w=600&h=915

από τον προϊστάμενο των Συλλογών του Μετσοβίου Πολυτεχνείου και παράλληλα καθηγητή της Ελαιογραφίας στο ίδιο ίδρυμα, από το 1904, ζωγράφο Γεώργιο Ιακωβίδη.

Κατά την εικοσάχρονη θητεία του Ιακωβίδη στο πηδάλιο της Σχολής (διετέλεσε διευθυντής της έως το 1930), ο ρόλος της αναβαθμίστηκε αλλά και διευρύνθηκε η φήμη της στην ελληνική κοινωνία, με την όλο και μεγαλύτερη συμμετοχή των μελών της εκπαιδευτικής της κοινότητας σε διάφορες εκθεσιακές διοργανώσεις, και βέβαια με την ανάληψη εκτέλεσης εκ μέρους τους, σειράς δημοσίων και ιδιωτικών παραγγελιών. Εκτός από τις σημαντικές αλλαγές που επέφερε στη διδασκαλία η καθιέρωση των εργαστηρίων κατά το ακαδημαϊκό έτος 1925-1926, και τη δυνατότητα που αυτή παρείχε στους σπουδαστές της Σχολής να επιλέγουν, μετά την ολοκλήρωση της προπαρασκευαστικής τάξης, το εργαστήριο της αρεσκείας τους, καθώς και τον καθηγητή που το διηύθυνε, καταλυτικής σημασίας όσον αφορά τη συμβολή του εν λόγω ιδρύματος στην αισθητική διαπαιδαγώγηση, υπήρξε και ο διορισμός στις τάξεις του των ζωγράφων Νικολάου Λύτρα (γιου του Νικηφόρου Λύτρα) και Κωνσταντίνου Παρθένη, το 1923 και 1929 αντιστοίχως. Και οι δύο αυτοί δάσκαλοι κατά γενική ομολογία των σπουδαστών τους, διεύρυναν τους προσανατολισμούς των νέων δημιουργών προς κάποια εντελώς πρωτόγνωρα για το αισθητήριο τους πεδία έκφρασης, αλλά και διευκόλυναν την ανάδειξη εκ μέρους τους ορισμένων απόλυτα προσωπικών μορφοπλαστικών στοιχείων.

Τη γνωριμία των νεαρών καλλιτεχνών με τις κατακτήσεις του μοντερνισμού στις διάφορες εκδηλώσεις του, ευνόησε και ο διορισμός του γλύπτη Κωνσταντίνου Δημητριάδη, που ανέλαβε παράλληλα και τη διεύθυνση της ισότιμης πλέον με το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών, το 1930, λίγο δηλαδή μετά την ψήφιση του αναδιοργανωτικού Νόμου 479113. Πράγματι, πέρα από την υιοθέτηση, προσωπικά, για τη διαμόρφωση της δικής του εκφραστικής του γλώσσας, στοιχείων προερχόμενων από το λεξιλόγιο της διεθνούς πρωτοπορίας, όλες οι ενέργειες του Δημητριάδη ως διευθυντή μιας καλλιτεχνικής σχολής, είχαν σαν στόχο τους την απεξάρτηση των εκπαιδευτικών προγραμμάτων από τα ακαδημαϊκά διδάγματα και την κατάρτισή τους με βάση τις πλέον σύγχρονες παιδαγωγικές και αισθητικές αντιλήψεις. Επί της θητείας του (1930-1943) λειτούργησαν επίσης οι «Καλλιτεχνικοί Σταθμοί», ενώ με πρωτοβουλία του ίδιου, το 1934, η Ελλάδα συμμετείχε για πρώτη φορά στη Μπιεννάλε της Βενετίας. Εδώ παρουσίασαν έργα τους αρκετοί καθηγητές της Σχολής αλλά και ορισμένοι πρώην μαθητές της, όπως ήταν ο γλύπτης Μιχαήλ Τόμπρος, ο οποίος αργότερα, το 1938, εντάχθηκε και αυτός στο διδακτικό προσωπικό του Ιδρύματος, για να εμπλουτίσει έτσι με τον πλουραλισμό του ιδιώματος του, το δυναμικό του.

13. Ε.τ.Κ., φ. 225, 3 Ιουλίου 1930.

Σελ. 21
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/54/gif/22.gif&w=600&h=915

Στο γενικότερο κλίμα της ανέλιξης των καλλιτεχνικών σπουδών που παρατηρείται κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1930, συνέδραμε αποφασιστικά και η εκλογή του Γιάννη Κεφαλληνού ως δασκάλου στο εργαστήριο της Χαρακτικής, το οποίο έμελλε να αναδειχθεί σε πραγματικό φυτώριο νέων ταλέντων με υψηλή κατάρτιση, προσαρμοσμένη στις σύγχρονες ανάγκες. Ιδιαίτερα εποικοδομητικός όσον αφορά την ποιότητα των παρεχομένων γνώσεων, υπήρξε όμως και ο διορισμός, το 1939, του Παντελή Πρεβελάκη για τη διδασκαλία της Ιστορίας και της Επιστήμης της Τέχνης στη νεοϊδρυθείσα εκείνη τη χρονιά έδρα, καθώς, χάρη στις παιδαγωγικές του ικανότητες αλλά και στους τρόπους με τους οποίους προσέγγιζε τα σχετικά με το αντικείμενο του θέματα, συνέβαλε στην καλλιέργεια και την ανάδειξη, και στην Ελλάδα, της Ιστορίας της Τέχνης ως ειδικού επιστημονικού κλάδου.

Παράλληλα με την αξιοποίηση των στοιχείων τα οποία προέκυψαν από την αξιολόγηση της εκπαιδευτικής συνεισφοράς των καθηγητών της Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών, άλλα και της εικαστικής παραγωγής των ίδιων και των μαθητών τους, ως βασικών συντελεστών στη μετάπλαση της καλλιτεχνικής ευαισθησίας, έγινε εδώ προσπάθεια να ανιχνευτούν και οι συνθήκες εκδήλωσης της εν λόγω μετάπλασης από ιστορική σκοπιά, με πρόθεση την κατανόηση των διαφόρων εκφραστικών ποιοτήτων, ως μορφοποιημένων κρίσεων του δημιουργού τους, για το χώρο που ο ίδιος αντιπροσώπευε και τη θέση του στο χρόνο. Ως εκ τούτου κρίθηκε αναγκαίος ο εντοπισμός και η ανάλυση των χαρακτηριστικών εκείνων που προσέδωσαν στις ποιότητες αυτές κάποια δυνατότητα παρέμβασης στη σύσταση ενός νέου περιβάλλοντος, μέσω της εκτίμησης των διαρθρωτικών ιδιοτήτων τους, αλλά και της όποιας προσδιοριστικής ισχύος τους, σε συνάρτηση με την αναζήτηση των προϋποθέσεων δημιουργίας του ευρύτερου πολιτιστικού, κοινωνικο-οικονομικού και ιδεολογικού υπόβαθρου της εποχής.

Πολύτιμη πηγή άντλησης πληροφοριών για την εξαγωγή συμπερασμάτων σχετικών με το είδος της υποδοχής της οποίας έτυχαν στον ελληνικό χώρο, οι προσανατολισμένες στο μοντερνισμό διεθνείς εκφραστικές αναζητήσεις και τάσεις, υπήρξε και στην παρούσα φάση ο τύπος της εποχής, καθώς στις διατυπωμένες θέσεις και κρίσεις των τότε αρθρογράφων και κριτικών τέχνης αντανακλάται ξεκάθαρα το μέγεθος της ανταπόκρισης των τάσεων αυτών στις απαιτήσεις όχι μόνο των μελών της εκπαιδευτικής κοινότητας του ιδρύματος, αλλά και σε εκείνες του ευρύτερου φιλότεχνου κοινού κατά τη διαμόρφωση του αισθητηρίου του. Οι προκύπτουσες από τον τύπο πληροφορίες αναφορικά με τα τεκταινόμενα στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών και τους παρεμφερείς με αυτή χώρους, παρουσιάζουν επίσης ενδιαφέρον, και πέρα από μια αυστηρά συγκεκριμένη καλλιτεχνική άποψη, εφόσον ανεξάρτητα από την παρεμβατική δυνατότητα του περιεχομένου τους εν είδει ασκήσεως κριτικής στη, σταδιακή έστω, μεταστροφή των αισθητικών πεποιθήσεων και του γούστου, συνιστούν

Σελ. 22
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/54/gif/23.gif&w=600&h=915

ως ένα βαθμό δείκτες της στάσης της κοινωνίας απέναντι στην τέχνη και το ρόλο της ως μηχανισμού επικοινωνίας και έκφρασης, μέσα στο πλαίσιο των εκάστοτε ιστορικών συνθηκών, αλλά και των μεταβολισμών στους οποίους υπόκειται το κοινωνικό σώμα στα διάφορα εξελικτικά του στάδια.

Μετά το πέρας της παρούσας προσπάθειας θα ήθελα να εκφράσω τις ευχαριστίες μου προς όλους όσοι συνέδραμαν στο ενδεχόμενο εκπλήρωσης των στόχων και της αποστολής της. Μεγάλο μέρος των ευχαριστιών οφείλεται να αποδοθεί στα μέλη της επιστημονικής επιτροπής του Ιστορικού Αρχείου Ελληνικής Νεολαίας της Γενικής Γραμματείας Νέας Γενιάς, τα οποία δέχτηκαν να εντάξουν την εν λόγω μελέτη στα ερευνητικά ενδιαφέροντα του προγράμματος, δηλαδή στους κ.κ. Σπύρο Ασδραχά, Τριαντάφυλλο Σκλαβενίτη και Γιάννη Γιαννουλόπουλο, ιδιαίτερα δε στον τελευταίο, καθώς από τη μεριά του δασκάλου και -γιατί όχι του «καθοδηγητή»,- συνέβαλε τα μέγιστα ώστε αυτή η απόπειρα να ακολουθήσει, φαντάζομαι με σύνεση, το «μονοπάτι» που της έλαχε... Α. Μ.

Χίος, στο τέλος του αιώνα.

Σελ. 23
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/54/gif/24.gif&w=600&h=915 01 - 0002.htm

ΛΕΥΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

Σελ. 24
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/54/gif/25.gif&w=600&h=915

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ

Το χρονικό της ιδρύσεως του «Σχολείου των Τεχνών» και τα πρώτα βήματα

Σελ. 25
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/54/gif/26.gif&w=600&h=915 01 - 0002.htm

ΛΕΥΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

Σελ. 26
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/54/gif/27.gif&w=600&h=915

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ

Η τεχνική εκπαίδευση κατά την Καποδιστριακή περίοδο: Οι προδρομικές προσπάθειες, η φύση και η αναγκαιότητά

τους

Όταν με τη σύσταση του νεοελληνικού κράτους άρχισε να συγκροτείται και να λειτουργεί, βάσει κάποιων σύγχρονων προδιαγραφών, «αστικού» κατά κάποιον τρόπο χαρακτήρα -στη σύγκριση τους τουλάχιστον με τις επικρατούσες παραδοσιακές προδιαγραφές την προεπαναστατική εποχή-, η κρατική μηχανή, ένα από τα πιο σημαντικά προβλήματα τα οποία κλήθηκαν να αντιμετωπίσουν οι ιθύνοντες όσο και οι αρμόδιοι φορείς για κάθε τομέα δραστηριότητας, είχε να κάνει με την ανάγκη εκσυγχρονισμού των διαδικασιών λήψης των αποφάσεων, αλλά και των ενεργειών τους, για την υλοποίηση, σε ένα εύλογο χρονικό διάστημα, των στόχων που η κάθε απόφαση έθετε. Η ανάγκη αυτή εκσυγχρονισμού σχετίζονταν με μια εν δυνάμει αντιπροσωπευτική των προβλέψεων ή και των οραμάτων τους, αναδιοργάνωση της δομής του πολιτικο-κοινωνικού συστήματος, σε συνάρτηση πάντοτε με τη δυνατότητα εκμετάλλευσης των όποιων προϋποθέσεων παρέμβασης τους στα κοινά, που προσέφερε η νέα πραγματικότητα και ο, επίσημος πλέον, ένθεσμός τους ρόλος.

Στον τομέα της ανάπτυξης του αστικού όσο και του περιφερειακού χώρου, σε μια Ελλάδα με έντονα τα σημάδια της ερήμωσης και της καταστροφής, συνεπεία των αλλεπάλληλα δυσμενών για το έθνος και την πορεία του συνθηκών, αλλά και του δεκάχρονου σχεδόν Απελευθερωτικού Αγώνα, η κρατική παρέμβαση εκδηλώθηκε άμεσα, δυναμικά και εν μέρει ορθολογικά, με τις επιλογές της στην κατάρτιση προγραμμάτων γενικότερης ανασυγκρότησης, στην πρακτική τους αξιολόγηση και την προώθηση της διεκπεραίωσής τους.

Συγκεκριμένα, για την καλύτερη εφαρμογή των σχεδίων της Πολιτείας σε σχέση με την εκτέλεση διαφόρων έργων εγγειοβελτιωτικού χαρακτήρα, όπως π.χ., έργων οδοποιίας, γεφυροποιίας, αποχέτευσης κ.λπ., αλλά και ως προς την παραγωγή και τη διαχείριση του δομημένου περιβάλλοντος, αμέσως μετά την εκλογή Κυβερνήτη, εκφράστηκε η ανάγκη συντονισμού και ελέγχου των

Σελ. 27
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/54/gif/28.gif&w=600&h=915

ενεργειών των υπευθύνων στους παραπάνω τομείς, με την υπαγωγή τους στην αρμοδιότητα μιας δημόσιας αρχής.

Σύμφωνα με τον οργανισμό του συσταθέντος, το καλοκαίρι του 1829, «Σώματος των επί της οχυρωματοποιίας και αρχιτεκτονικής αξιωματικών»: «...καμμία οικοδομή, ούτε επισκευή πολεμικών ή πολιτικών κτηρίων δεν θέλει γίνεσθαι παρά από το σώμα των οχυρωματοποιών και αρχιτεκτόνων ή υπό την διεύθυνσιν αυτού»1. Μεταξύ των μελών του, που στην πλειοψηφία τους ήταν Έλληνες στρατιωτικοί -ο ταγματάρχης Θ. Βαλλιάνος, ο υπολοχαγός Δ. Σταυρίδης και οι λοχαγοί Εμμ. Μανιτάκης, Καλλέργης και Ησαΐας—, συγκαταλέγονταν ο Γάλλος λοχαγός Debeau και ο ομοεθνής του υποσυνταγματάρχης Garnot, ο οποίος μάλιστα ηγείτο του «Σώματος».

Τα επιτεύγματα των δύο τελευταίων, που μαζί με άλλους συναδέλφους τους, όπως οι Adubard, Peytier και Audoy, από τη στρατιά του μαρκήσιου Nicola Joseph Maison (1771-1840), είχαν συμβάλλει, με εντολή του Γάλλου στρατάρχη, στη διάνοιξη και την κατασκευή των πρώτων αμαξωτών δρόμων στην ελληνική επικράτεια2, στάθηκαν αφορμή ώστε να ευνοηθεί ακόμη περισσότερο η προσέλευση ξένων ειδικών στη χώρα3. Άλλωστε η εμπειρία τους και η χρησιμοποίηση τους σε καίριας σημασίας θέσεις του κρατικού μηχανισμού, κρινόταν ικανή αφενός να διευρύνει το γνωστικό ορίζοντα των ελλήνων ομοτέχνων τους όσον αφορά την κατάρτισή τους, θεωρητική και πρακτική, πάνω στα αντίστοιχα αντικείμενα, και αφετέρου να επιτύχει την εξοικείωσή τους με τα νέα επαγγελματικά δεδομένα, καθώς και να ενθαρρύνει την εισαγωγή των δεδομένων αυτών4.

1. Ιωάννης Τραυλός - Αγγελική Κόκκου, «Πολεοδομία και Αρχιτεκτονική», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ. ΙΓ', Αθήναι, Εκδοτική Αθηνών, 1977, σ. 515-528.

2. Εκτός από τη συμβολή της Στρατιάς του Μαιζώνος στην κατασκευή μιας σειράς τεχνικών έργων, σημαντικά υπήρξαν και τα αποτελέσματα των ερευνών της Expedition Scientifique du Moree που τη συνόδευε, όσον αφορά την καταγραφή και μελέτη διαφόρων αρχαιολογικών ευρημάτων. Βλ. Fani-Maria Tsigakou, La Grèce retrouvée. Artistes et voyageurs des années romantiques, Paris, Seghers, 1984, σ. 61-2, 161.

3. Ήδη πριν από την κάθοδο του στην Ελλάδα, ο Καποδίστριας είχε επισημάνει την έλλειψη καταρτισμένων ατόμων σε όλους τους τομείς. Για το λόγο αυτό συχνά απευθυνόταν σε γνωστούς του Έλληνες της διασποράς ή ξένους φιλέλληνες και τους ζητούσε τη συμβολή τους στην αντιμετώπιση του ζητήματος. Στην ουσία η εν λόγω πολιτική δεν ήταν παρά η συνέχεια εκείνης η οποία είχε διαμορφωθεί κατά τη διάρκεια της Επανάστασης, μετά την ευνοϊκή υποδοχή που έτυχαν όλοι οι επώνυμοι αλλά και οι ανώνυμοι ξένοι υπήκοοι, που προσφέρθηκαν να υπερασπιστούν τα δίκαια του έθνους στον Αγώνα για την ανεξαρτησία του. Βλ. I. Α. Καποδίστριας, Επιστολαί, μετ. Μιχαήλ Γ. Σχινάς, Αθήναι, 1841-1843, τ. Α', σ. 137, 216.

4. Για τη διευκόλυνση της εγκατάστασης ξένων τεχνικών στο νεοσύστατο κράτος και γενικά για τις δυνατότητές τους στη μετάδοση τεχνολογικών γνώσεων βλ. Μ. ΚαρδαμιτσηΑδάμη, «Οι πρώτοι Έλληνες μηχανικοί», Τεχνικά Χρονικά, τ. 8, τχ. 4, Οκτώβριος-Δεκέμβριος 1988, σ. 63-89.

Σελ. 28
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/54/gif/29.gif&w=600&h=915

Η επιτυχία τέτοιου είδους προβλέψεων εξηρτάτο βέβαια τόσο από το ενδεχόμενο συνάφειας των αποτελεσμάτων τους προς την ιδιάζουσα μετεπαναστατική πραγματικότητα, όσο και από τη χρονική συνέχεια στην απόδοσή τους. Τις προϋποθέσεις αυτές η κυβέρνηση προσπάθησε αρκετά εύστοχα να τις δημιουργήσει, μέσω κυρίως της ιεράρχησης των στόχων της στην άσκηση της εσωτερικής πολιτικής, κοντολογίς με τη διεύρυνση του σχολικού δικτύου στην ελεύθερη επικράτεια αλλά και με την εκπαιδευτική και κοινωνική μεταρρύθμιση εν γένει, την αναγκαιότητα της οποίας συχνά ετόνιζε.

«Κατά την γνώμην μου», έγραφε ο Καποδίστριας σε επιστολή του της 8ης Σεπτεμβρίου 1830, με αποδέκτη τον De Saint - Vincent, «άλλο δεν πρόκειται προς το παρόν και επί τινα έτη ακόμα ειμή να προπαρασκευασθώσι τα στοιχεία της καλής κοινωνικής τε και πολιτικής διακοσμήσεως, διά της μαθήσεως, της εργασίας και του καιρού. Εντεύθεν και καταγίνομαι μετ' επιμονής μάλιστα εις τα τρία ταύτα" να συστήσω εις πάσαν κοινότητα εν ή περισσότερα αλληλοδιδακτικά σχολεία' να βάλω θεμέλια τυπικών σχολείων και σχολείων τεχνών και εργόχειρων" να δώσω τέλος εις το πλήθος, συνιστάμενον όλον σχεδόν εκ πενήτων και ακτημόνων, κάρπωσιν ιδιοκτησίας διά κλήρου γης παραχωρουμένων εις τας οικογενείας των γεωργών με συνθήκας επιεικείς... Τούτου γενομένου, οι άνθρωποι θέλουσι απαλλαχθή από την όντως δουλείαν την καταπιέζουσαν αυτούς και ελεύθεροι κατασταθέντες θέλουσι απολαύση κοινοτήτας, όχι ως πρότερον τη ενεργεία του ισχυροτέρου, αλλά τη δυνάμει των νόμων. Τότε και σύστημα δημοτικόν ευκόλως θέλει διοργανισθή και εξ αυτού κατ' αναγκαιοτάτην ακολουθίαν θέλει προκύψη και εθνική αντιπροσωπεία...»5.

Τεκμήριο για την ορθότητα των επιλογών και κατ' επέκταση των εγχειρημάτων της Πολιτείας, συνιστά ο πλουραλισμός ο οποίος διέκρινε τη σύνθεση του περιεχομένου των προγραμμάτων σπουδών, ακόμη και εκείνων που αφορούσαν τη στοιχειώδη σχολική βαθμίδα, καθώς έδειχναν να είναι άμεσα συνδεδεμένα με την ανάγκη επαγγελματικού προσανατολισμού των νέων, από τα πρώτα κιόλας μαθητικά τους βήματα.

Δεν είναι τυχαίο για παράδειγμα ότι, παράλληλα με τις «τρεις κλάσεις Ελληνικών μαθημάτων», μέσα στο Ορφανοτροφείο της Αίγινας λειτουργούσαν διάφορα εργαστήρια πρακτικών τεχνών, όπως της ραπτικής, της τυπογραφικής και λιθογραφικής τέχνης, της βιβλιοδετικής, της ωρολογοποιίας, της λεπτουργικής, της ξυλουργικής, της σιδηρουργικής, των οικοδομών και της αρχιτεκτονικής, της τορνευτικής, της πλεκτικής κ.ά., με στόχο αποκλειστικό τη μετάδοση μιας στοιχειώδους, έστω, τεχνογνωσίας, στους τροφίμους εκείνους που διέθεταν την ανάλογη με τη φύση του αντικειμένου έφεση και επιδεξιότητα.

Λεπτομέρειες για τη διδασκαλία των πρακτικών αυτών μαθημάτων στα παραπάνω εργαστήρια αλλά και για τη σκοπιμότητά της όσον αφορά την

5. I. Α. Καποδίστριας, ό.π., τ. Δ', σ. 97-8.

Σελ. 29
Φόρμα αναζήτησης
Αναζήτηση λέξεων και φράσεων εντός του βιβλίου: Η καλλιτεχνική εκπαίδευση των νέων στην Ελλάδα (1836-1945)
Αποτελέσματα αναζήτησης
    Ψηφιοποιημένα βιβλία
    Σελίδα: 10
    

    κές δυνατότητες τον δεσμεύουν να τα «αναπληρώσει». Έτσι ο πιθανός ισχυρισμός πως η υπόθεση ύπαρξης κάποιας «νομοτέλειας» στην εξέλιξη του αντιληπτικού μοντέλου, αποβλέπει στη μείωση της σημασίας του προσωπικού ιδιώματος ως αποκλειστικού εκφραστικού φορέα, είναι μάλλον ατυχής έως επιπόλαιος, εφόσον ναι μεν εκείνη που συνδράμει στη μετάπλαση της καλλιτεχνικής ευαισθησία δεν είναι παρά η αυτόνομη διαρκής αναζήτηση και η αποκρυστάλλωση σε όλες τις εκδηλώσεις της ενός καινούριου περιεχομένου του κόσμου, από την άλλη πλευρά όμως, σχεδόν πάντα, το πέρασμα σε ένα νέο στυλ υποδηλώνει την καταγωγή του στην απήχηση όσων προηγήθηκαν, ακόμη και αν αυτό στέκεται ικανό με τη νεοτερικότητά του, να χαράξει από μόνο του κάποιες καθοριστικές τομές στο συνεχές της παράδοσης.

    Με δεδομένη την αίσθηση ότι η εξέλιξη των αντιληπτικών προτύπων βρίσκεται σε μια αδιάκοπη ροή, ανάλογη εκείνης των μετασχηματισμών στους οποίους υπόκεινται οι εκάστοτε κοινωνικές διαρθρώσεις, δε μένει παρά να δεχτούμε εδώ και τον παρεμβατικό ρόλο των εκπαιδευτικών μηχανισμών, αλλά και της παιδείας γενικότερα, ως προσδιοριστικών — διαμεσολαβητικών παραγόντων στη διατύπωση και τη διάδοση μιας σειράς απόψεων και αξιακών κρίσεων για το ύφος, η περιοδικότητα ή η συνέχεια των οποίων, ως επαναλαμβανόμενων ερεθισμάτων και κινήτρων έκφρασης, αντικατοπτρίζουν όχι μόνο τις ατομικές διαφορές κάθε δημιουργού στη συνάντηση του με την παράδοση, τις εμπειρίες του παρόντος ή και τις προκλήσεις του μέλλοντος, όχι μόνο το γούστο τη εποχής του, αλλά και τις αρχές της κοσμοεικόνας της κοινωνίας που η δράση του συγκεκριμένου δημιουργού εκπροσωπεί με την ιδιαιτερότητα των διαδρομών της.

    Στόχος της παρούσας μελέτης είναι ακριβώς να ανιχνευτούν οι όροι και οι συνθήκες, βάσει των οποίων η προαγωγή του ωραίου μέσω της διεύρυνσης του πεδίου αντίληψης, και η αισθητική διαπαιδαγώγηση γενικότερα, όπως αυτές παρέχονταν από το «Σχολείον των Τεχνών» της Αθήνας (αργότερα «Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών»), μοναδικού φορέα καλλιτεχνικής εκπαίδευσης στη χώρα μας για ενάμισι περίπου αιώνα, συνέβαλαν στη διαμόρφωση της Νεοελληνικής Τέχνης αλλά και δημιούργησαν τις προϋποθέσεις για την εκδήλωση μιας γηγενούς εικαστικής κίνησης με έντονα αρθρωμένα τα ατομικά στοιχεία και τον πλουραλισμό στην έκφραση.

    Καταρχάς είχε ενδιαφέρον να εντοπιστούν οι παράγοντες εκείνοι, που συνέτειναν στη σύσταση ενός ιδρύματος συναφούς τόσο με την ανάπτυξη των οικοδομικών τεχνών και τη διαχείριση του δομημένου περιβάλλοντος όσο και με τη διάδοση νέων αισθητικών προτύπων, για την εφαρμογή τους στα προγράμματα της ανοικοδόμησης. Το εν λόγω ενδιαφέρον προέκυψε κυρίως από τον τρόπο λειτουργίας του Πολυτεχνικού αυτού Σχολείου, πειραματικά στην αρχή ως «Σχολείου των Κυριακών και εορτών», όπου σύμφωνα με την κοινοποίηση της σύστασης του, «θέλει παραδωθεί τα στοιχειώδη μαθηματικά, η αρχιτεκτονική και η ιχνο-