Συγγραφέας:Μερτύρη, Αντωνία
 
Τίτλος:Η καλλιτεχνική εκπαίδευση των νέων στην Ελλάδα (1836-1945)
 
Τίτλος σειράς:Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας
 
Αριθμός σειράς:36
 
Τόπος έκδοσης:Αθήνα
 
Εκδότης:Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς
 
Έτος έκδοσης:2000
 
Σελίδες:703
 
Αριθμός τόμων:1 τόμος
 
Γλώσσα:Ελληνικά
 
Θέμα:Εκπαίδευση-Τριτοβάθμια
 
Παιδεία-Εκπαίδευση
 
Τοπική κάλυψη:Ελλάδα
 
Χρονική κάλυψη:1836-1945
 
Περίληψη:Στόχος του βιβλίου αυτού είναι η ανίχνευση των όρων και των συνθηκών, βάσει των οποίων η προαγωγή του ωραίου μέσω της διεύρυνσης του πεδίου αντίληψης, και η αισθητική διαπαιδαγώγηση γενικότερα, όπως αυτές παρέχονταν από το «Σχολείον των Τεχνών» της Αθήνας (αργότερα «Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών»), μοναδικού φορέα καλλιτεχνικής εκπαίδευσης στη χώρα μας για ενάμισι περίπου αιώνα, συνέβαλαν στη διαμόρφωση της Νεοελληνικής Τέχνης αλλά και δημιούργησαν τις προϋποθέσεις για την εκδήλωση μιας γηγενούς εικαστικής κίνησης με έντονα αρθρωμένα τα ατομικά στοιχεία και τον πλουραλισμό στην έκφραση.
 
Άδεια χρήσης:Αυτό το ψηφιοποιημένο βιβλίο του ΙΑΕΝ σε όλες του τις μορφές (PDF, GIF, HTML) χορηγείται με άδεια Creative Commons Attribution - NonCommercial (Αναφορά προέλευσης - Μη εμπορική χρήση) Greece 3.0
 
Το Βιβλίο σε PDF:Κατέβασμα αρχείου 21.52 Mb
 
Εμφανείς σελίδες: 20-39 από: 706
-20
Τρέχουσα Σελίδα:
+20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/54/gif/20.gif&w=600&h=915

δι ζωγραφική. Περιηγήσεις εις την έκθεσιν»10-, οι εκτιμήσεις τους ήταν αρκετά διαφοροποιημένες από εκείνες παλαιοτέρων συναδέλφων τους, εφόσον το περιεχόμενο τους, όντας απαλλαγμένο από τις ιδεαλιστικές κυρίως φορτίσεις του παρελθόντος, αλλά και από κάποιες πολιτικά υποκινούμενες προσωπικές υπαγορεύσεις και συμφέροντα, στρεφόταν τώρα αποκλειστικά στο ποιόν του εκφραστικού αποτελέσματος. Αντλούσαν μάλιστα τα επιχειρήματα της κρίσης από τις εκδηλώσεις μετάπλασης του διεθνούς εικαστικού λεξιλογίου.

Αφετηρία καινούριων εξελίξεων για τις καλλιτεχνικές σπουδές στον ελληνικό χώρο στάθηκε το έτος 1910, καθώς σύμφωνα με τις προβλέψεις του Νόμου ΓΧΙΑ'11 το Καλλιτεχνικό Τμήμα του Πολυτεχνείου ανεξαρτητοποιείται οριστικά από τη λειτουργία του αντιστοίχου των Βιομηχάνων Τεχνών, με την υπαγωγή του στην αρμοδιότητα του Υπουργείου των Εκκλησιαστικών και της Δημοσίας Εκπαιδεύσεως. Σύμφωνα επίσης με το εκδοθέν στις 27 Ιουλίου 1910 Βασιλικό Διάταγμα «Περί εκτελέσεως του ΓΧΙΑ' νόμου "Περί Σχολείου των Καλών Τεχνών"»12, σαφής υπήρξε η πρόθεση των αρμοδίων όχι μόνο να καθορίσουν ρητά πλέον την αποστολή του στη «μόρφωσιν θεωρητικώς και πρακτικώς» εικαστικών δημιουργών, αλλά και να καταστήσουν εφικτή και αποτελεσματικότερη την εκτέλεσή της με τη δημιουργία της κατάλληλης υλικοτεχνικής υποδομής καθώς και με την κατανομή των κτιριακών εγκαταστάσεων του Μετσοβίου στις δύο Σχολές, ανάλογα με τις λειτουργικές τους ανάγκες. Έτσι, παράλληλα με τη θεσμοθέτηση σημαντικών βελτιώσεων στην οργάνωση των σπουδών και την αναλυτική κατάρτιση των προγραμμάτων διδασκαλίας κατά τμήμα και τάξεις, προεβλέπετο για πρώτη φορά στην ιστορία του ιδρύματος και η ρύθμιση των περιουσιακών του στοιχείων, κυρίως δε η αντικειμενική διαχείριση των μορφωτικών μέσων τα οποία αυτό διέθετε, και η απόδοση της στα αρμόδια όργανα. Πρόσθετο, αλλά όχι δευτερεύον στοιχείο για τις αλλαγές που επιδιώκονταν από την Πολιτεία στο χώρο της καλλιτεχνικής εκπαίδευσης, είναι εν προκειμένω και η πρόβλεψη σχετικά με την ανάληψη της διευθύνσεως της αρμόδιας Σχολής στο εξής από καλλιτέχνη, ο οποίος μάλιστα θα έπρεπε να θεωρείται αναγνωρισμένος. Η νύξη την οποία είχε ήδη κάνει διά του άρθρου 2 ο εισηγητής του Νόμου ΓΧΙΑ' στο ελληνικό κοινοβούλιο, σχετικά με ενδεχόμενη ανάθεση της διευθύνσεως του Σχολείου σε άτομο που έως τότε ανήκε στο προσωπικό της Εθνικής Πινακοθήκης, αλλά και για την καταβολή του μισθού του «εκ του ταμείου της Αρχαιολογικής Εταιρείας», δεν άφηνε αμφιβολίες για το περιεχόμενο της συγκεκριμένης υπόδειξης όσον αφορά το πρόσωπο και το ρόλο του νέου διευθυντή, που δεν ήταν άλλος

10. Εφ. Ακρόπολις, 1 Ιουνίου 1896.

11. Κώστας Η. Μπίρης, Ιστορία του Εθνικού Μετσοβίου Πολυτεχνείου, Αθήναι, Ε.Μ.Π., 1957, σ. 422-3.

12. Ε.τ.Κ., φ. 272, 27 Αυγούστου 1910.

Σελ. 20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/54/gif/21.gif&w=600&h=915

από τον προϊστάμενο των Συλλογών του Μετσοβίου Πολυτεχνείου και παράλληλα καθηγητή της Ελαιογραφίας στο ίδιο ίδρυμα, από το 1904, ζωγράφο Γεώργιο Ιακωβίδη.

Κατά την εικοσάχρονη θητεία του Ιακωβίδη στο πηδάλιο της Σχολής (διετέλεσε διευθυντής της έως το 1930), ο ρόλος της αναβαθμίστηκε αλλά και διευρύνθηκε η φήμη της στην ελληνική κοινωνία, με την όλο και μεγαλύτερη συμμετοχή των μελών της εκπαιδευτικής της κοινότητας σε διάφορες εκθεσιακές διοργανώσεις, και βέβαια με την ανάληψη εκτέλεσης εκ μέρους τους, σειράς δημοσίων και ιδιωτικών παραγγελιών. Εκτός από τις σημαντικές αλλαγές που επέφερε στη διδασκαλία η καθιέρωση των εργαστηρίων κατά το ακαδημαϊκό έτος 1925-1926, και τη δυνατότητα που αυτή παρείχε στους σπουδαστές της Σχολής να επιλέγουν, μετά την ολοκλήρωση της προπαρασκευαστικής τάξης, το εργαστήριο της αρεσκείας τους, καθώς και τον καθηγητή που το διηύθυνε, καταλυτικής σημασίας όσον αφορά τη συμβολή του εν λόγω ιδρύματος στην αισθητική διαπαιδαγώγηση, υπήρξε και ο διορισμός στις τάξεις του των ζωγράφων Νικολάου Λύτρα (γιου του Νικηφόρου Λύτρα) και Κωνσταντίνου Παρθένη, το 1923 και 1929 αντιστοίχως. Και οι δύο αυτοί δάσκαλοι κατά γενική ομολογία των σπουδαστών τους, διεύρυναν τους προσανατολισμούς των νέων δημιουργών προς κάποια εντελώς πρωτόγνωρα για το αισθητήριο τους πεδία έκφρασης, αλλά και διευκόλυναν την ανάδειξη εκ μέρους τους ορισμένων απόλυτα προσωπικών μορφοπλαστικών στοιχείων.

Τη γνωριμία των νεαρών καλλιτεχνών με τις κατακτήσεις του μοντερνισμού στις διάφορες εκδηλώσεις του, ευνόησε και ο διορισμός του γλύπτη Κωνσταντίνου Δημητριάδη, που ανέλαβε παράλληλα και τη διεύθυνση της ισότιμης πλέον με το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών, το 1930, λίγο δηλαδή μετά την ψήφιση του αναδιοργανωτικού Νόμου 479113. Πράγματι, πέρα από την υιοθέτηση, προσωπικά, για τη διαμόρφωση της δικής του εκφραστικής του γλώσσας, στοιχείων προερχόμενων από το λεξιλόγιο της διεθνούς πρωτοπορίας, όλες οι ενέργειες του Δημητριάδη ως διευθυντή μιας καλλιτεχνικής σχολής, είχαν σαν στόχο τους την απεξάρτηση των εκπαιδευτικών προγραμμάτων από τα ακαδημαϊκά διδάγματα και την κατάρτισή τους με βάση τις πλέον σύγχρονες παιδαγωγικές και αισθητικές αντιλήψεις. Επί της θητείας του (1930-1943) λειτούργησαν επίσης οι «Καλλιτεχνικοί Σταθμοί», ενώ με πρωτοβουλία του ίδιου, το 1934, η Ελλάδα συμμετείχε για πρώτη φορά στη Μπιεννάλε της Βενετίας. Εδώ παρουσίασαν έργα τους αρκετοί καθηγητές της Σχολής αλλά και ορισμένοι πρώην μαθητές της, όπως ήταν ο γλύπτης Μιχαήλ Τόμπρος, ο οποίος αργότερα, το 1938, εντάχθηκε και αυτός στο διδακτικό προσωπικό του Ιδρύματος, για να εμπλουτίσει έτσι με τον πλουραλισμό του ιδιώματος του, το δυναμικό του.

13. Ε.τ.Κ., φ. 225, 3 Ιουλίου 1930.

Σελ. 21
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/54/gif/22.gif&w=600&h=915

Στο γενικότερο κλίμα της ανέλιξης των καλλιτεχνικών σπουδών που παρατηρείται κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1930, συνέδραμε αποφασιστικά και η εκλογή του Γιάννη Κεφαλληνού ως δασκάλου στο εργαστήριο της Χαρακτικής, το οποίο έμελλε να αναδειχθεί σε πραγματικό φυτώριο νέων ταλέντων με υψηλή κατάρτιση, προσαρμοσμένη στις σύγχρονες ανάγκες. Ιδιαίτερα εποικοδομητικός όσον αφορά την ποιότητα των παρεχομένων γνώσεων, υπήρξε όμως και ο διορισμός, το 1939, του Παντελή Πρεβελάκη για τη διδασκαλία της Ιστορίας και της Επιστήμης της Τέχνης στη νεοϊδρυθείσα εκείνη τη χρονιά έδρα, καθώς, χάρη στις παιδαγωγικές του ικανότητες αλλά και στους τρόπους με τους οποίους προσέγγιζε τα σχετικά με το αντικείμενο του θέματα, συνέβαλε στην καλλιέργεια και την ανάδειξη, και στην Ελλάδα, της Ιστορίας της Τέχνης ως ειδικού επιστημονικού κλάδου.

Παράλληλα με την αξιοποίηση των στοιχείων τα οποία προέκυψαν από την αξιολόγηση της εκπαιδευτικής συνεισφοράς των καθηγητών της Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών, άλλα και της εικαστικής παραγωγής των ίδιων και των μαθητών τους, ως βασικών συντελεστών στη μετάπλαση της καλλιτεχνικής ευαισθησίας, έγινε εδώ προσπάθεια να ανιχνευτούν και οι συνθήκες εκδήλωσης της εν λόγω μετάπλασης από ιστορική σκοπιά, με πρόθεση την κατανόηση των διαφόρων εκφραστικών ποιοτήτων, ως μορφοποιημένων κρίσεων του δημιουργού τους, για το χώρο που ο ίδιος αντιπροσώπευε και τη θέση του στο χρόνο. Ως εκ τούτου κρίθηκε αναγκαίος ο εντοπισμός και η ανάλυση των χαρακτηριστικών εκείνων που προσέδωσαν στις ποιότητες αυτές κάποια δυνατότητα παρέμβασης στη σύσταση ενός νέου περιβάλλοντος, μέσω της εκτίμησης των διαρθρωτικών ιδιοτήτων τους, αλλά και της όποιας προσδιοριστικής ισχύος τους, σε συνάρτηση με την αναζήτηση των προϋποθέσεων δημιουργίας του ευρύτερου πολιτιστικού, κοινωνικο-οικονομικού και ιδεολογικού υπόβαθρου της εποχής.

Πολύτιμη πηγή άντλησης πληροφοριών για την εξαγωγή συμπερασμάτων σχετικών με το είδος της υποδοχής της οποίας έτυχαν στον ελληνικό χώρο, οι προσανατολισμένες στο μοντερνισμό διεθνείς εκφραστικές αναζητήσεις και τάσεις, υπήρξε και στην παρούσα φάση ο τύπος της εποχής, καθώς στις διατυπωμένες θέσεις και κρίσεις των τότε αρθρογράφων και κριτικών τέχνης αντανακλάται ξεκάθαρα το μέγεθος της ανταπόκρισης των τάσεων αυτών στις απαιτήσεις όχι μόνο των μελών της εκπαιδευτικής κοινότητας του ιδρύματος, αλλά και σε εκείνες του ευρύτερου φιλότεχνου κοινού κατά τη διαμόρφωση του αισθητηρίου του. Οι προκύπτουσες από τον τύπο πληροφορίες αναφορικά με τα τεκταινόμενα στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών και τους παρεμφερείς με αυτή χώρους, παρουσιάζουν επίσης ενδιαφέρον, και πέρα από μια αυστηρά συγκεκριμένη καλλιτεχνική άποψη, εφόσον ανεξάρτητα από την παρεμβατική δυνατότητα του περιεχομένου τους εν είδει ασκήσεως κριτικής στη, σταδιακή έστω, μεταστροφή των αισθητικών πεποιθήσεων και του γούστου, συνιστούν

Σελ. 22
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/54/gif/23.gif&w=600&h=915

ως ένα βαθμό δείκτες της στάσης της κοινωνίας απέναντι στην τέχνη και το ρόλο της ως μηχανισμού επικοινωνίας και έκφρασης, μέσα στο πλαίσιο των εκάστοτε ιστορικών συνθηκών, αλλά και των μεταβολισμών στους οποίους υπόκειται το κοινωνικό σώμα στα διάφορα εξελικτικά του στάδια.

Μετά το πέρας της παρούσας προσπάθειας θα ήθελα να εκφράσω τις ευχαριστίες μου προς όλους όσοι συνέδραμαν στο ενδεχόμενο εκπλήρωσης των στόχων και της αποστολής της. Μεγάλο μέρος των ευχαριστιών οφείλεται να αποδοθεί στα μέλη της επιστημονικής επιτροπής του Ιστορικού Αρχείου Ελληνικής Νεολαίας της Γενικής Γραμματείας Νέας Γενιάς, τα οποία δέχτηκαν να εντάξουν την εν λόγω μελέτη στα ερευνητικά ενδιαφέροντα του προγράμματος, δηλαδή στους κ.κ. Σπύρο Ασδραχά, Τριαντάφυλλο Σκλαβενίτη και Γιάννη Γιαννουλόπουλο, ιδιαίτερα δε στον τελευταίο, καθώς από τη μεριά του δασκάλου και -γιατί όχι του «καθοδηγητή»,- συνέβαλε τα μέγιστα ώστε αυτή η απόπειρα να ακολουθήσει, φαντάζομαι με σύνεση, το «μονοπάτι» που της έλαχε... Α. Μ.

Χίος, στο τέλος του αιώνα.

Σελ. 23
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/54/gif/24.gif&w=600&h=915 01 - 0002.htm

ΛΕΥΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

Σελ. 24
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/54/gif/25.gif&w=600&h=915

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ

Το χρονικό της ιδρύσεως του «Σχολείου των Τεχνών» και τα πρώτα βήματα

Σελ. 25
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/54/gif/26.gif&w=600&h=915 01 - 0002.htm

ΛΕΥΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

Σελ. 26
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/54/gif/27.gif&w=600&h=915

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ

Η τεχνική εκπαίδευση κατά την Καποδιστριακή περίοδο: Οι προδρομικές προσπάθειες, η φύση και η αναγκαιότητά

τους

Όταν με τη σύσταση του νεοελληνικού κράτους άρχισε να συγκροτείται και να λειτουργεί, βάσει κάποιων σύγχρονων προδιαγραφών, «αστικού» κατά κάποιον τρόπο χαρακτήρα -στη σύγκριση τους τουλάχιστον με τις επικρατούσες παραδοσιακές προδιαγραφές την προεπαναστατική εποχή-, η κρατική μηχανή, ένα από τα πιο σημαντικά προβλήματα τα οποία κλήθηκαν να αντιμετωπίσουν οι ιθύνοντες όσο και οι αρμόδιοι φορείς για κάθε τομέα δραστηριότητας, είχε να κάνει με την ανάγκη εκσυγχρονισμού των διαδικασιών λήψης των αποφάσεων, αλλά και των ενεργειών τους, για την υλοποίηση, σε ένα εύλογο χρονικό διάστημα, των στόχων που η κάθε απόφαση έθετε. Η ανάγκη αυτή εκσυγχρονισμού σχετίζονταν με μια εν δυνάμει αντιπροσωπευτική των προβλέψεων ή και των οραμάτων τους, αναδιοργάνωση της δομής του πολιτικο-κοινωνικού συστήματος, σε συνάρτηση πάντοτε με τη δυνατότητα εκμετάλλευσης των όποιων προϋποθέσεων παρέμβασης τους στα κοινά, που προσέφερε η νέα πραγματικότητα και ο, επίσημος πλέον, ένθεσμός τους ρόλος.

Στον τομέα της ανάπτυξης του αστικού όσο και του περιφερειακού χώρου, σε μια Ελλάδα με έντονα τα σημάδια της ερήμωσης και της καταστροφής, συνεπεία των αλλεπάλληλα δυσμενών για το έθνος και την πορεία του συνθηκών, αλλά και του δεκάχρονου σχεδόν Απελευθερωτικού Αγώνα, η κρατική παρέμβαση εκδηλώθηκε άμεσα, δυναμικά και εν μέρει ορθολογικά, με τις επιλογές της στην κατάρτιση προγραμμάτων γενικότερης ανασυγκρότησης, στην πρακτική τους αξιολόγηση και την προώθηση της διεκπεραίωσής τους.

Συγκεκριμένα, για την καλύτερη εφαρμογή των σχεδίων της Πολιτείας σε σχέση με την εκτέλεση διαφόρων έργων εγγειοβελτιωτικού χαρακτήρα, όπως π.χ., έργων οδοποιίας, γεφυροποιίας, αποχέτευσης κ.λπ., αλλά και ως προς την παραγωγή και τη διαχείριση του δομημένου περιβάλλοντος, αμέσως μετά την εκλογή Κυβερνήτη, εκφράστηκε η ανάγκη συντονισμού και ελέγχου των

Σελ. 27
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/54/gif/28.gif&w=600&h=915

ενεργειών των υπευθύνων στους παραπάνω τομείς, με την υπαγωγή τους στην αρμοδιότητα μιας δημόσιας αρχής.

Σύμφωνα με τον οργανισμό του συσταθέντος, το καλοκαίρι του 1829, «Σώματος των επί της οχυρωματοποιίας και αρχιτεκτονικής αξιωματικών»: «...καμμία οικοδομή, ούτε επισκευή πολεμικών ή πολιτικών κτηρίων δεν θέλει γίνεσθαι παρά από το σώμα των οχυρωματοποιών και αρχιτεκτόνων ή υπό την διεύθυνσιν αυτού»1. Μεταξύ των μελών του, που στην πλειοψηφία τους ήταν Έλληνες στρατιωτικοί -ο ταγματάρχης Θ. Βαλλιάνος, ο υπολοχαγός Δ. Σταυρίδης και οι λοχαγοί Εμμ. Μανιτάκης, Καλλέργης και Ησαΐας—, συγκαταλέγονταν ο Γάλλος λοχαγός Debeau και ο ομοεθνής του υποσυνταγματάρχης Garnot, ο οποίος μάλιστα ηγείτο του «Σώματος».

Τα επιτεύγματα των δύο τελευταίων, που μαζί με άλλους συναδέλφους τους, όπως οι Adubard, Peytier και Audoy, από τη στρατιά του μαρκήσιου Nicola Joseph Maison (1771-1840), είχαν συμβάλλει, με εντολή του Γάλλου στρατάρχη, στη διάνοιξη και την κατασκευή των πρώτων αμαξωτών δρόμων στην ελληνική επικράτεια2, στάθηκαν αφορμή ώστε να ευνοηθεί ακόμη περισσότερο η προσέλευση ξένων ειδικών στη χώρα3. Άλλωστε η εμπειρία τους και η χρησιμοποίηση τους σε καίριας σημασίας θέσεις του κρατικού μηχανισμού, κρινόταν ικανή αφενός να διευρύνει το γνωστικό ορίζοντα των ελλήνων ομοτέχνων τους όσον αφορά την κατάρτισή τους, θεωρητική και πρακτική, πάνω στα αντίστοιχα αντικείμενα, και αφετέρου να επιτύχει την εξοικείωσή τους με τα νέα επαγγελματικά δεδομένα, καθώς και να ενθαρρύνει την εισαγωγή των δεδομένων αυτών4.

1. Ιωάννης Τραυλός - Αγγελική Κόκκου, «Πολεοδομία και Αρχιτεκτονική», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ. ΙΓ', Αθήναι, Εκδοτική Αθηνών, 1977, σ. 515-528.

2. Εκτός από τη συμβολή της Στρατιάς του Μαιζώνος στην κατασκευή μιας σειράς τεχνικών έργων, σημαντικά υπήρξαν και τα αποτελέσματα των ερευνών της Expedition Scientifique du Moree που τη συνόδευε, όσον αφορά την καταγραφή και μελέτη διαφόρων αρχαιολογικών ευρημάτων. Βλ. Fani-Maria Tsigakou, La Grèce retrouvée. Artistes et voyageurs des années romantiques, Paris, Seghers, 1984, σ. 61-2, 161.

3. Ήδη πριν από την κάθοδο του στην Ελλάδα, ο Καποδίστριας είχε επισημάνει την έλλειψη καταρτισμένων ατόμων σε όλους τους τομείς. Για το λόγο αυτό συχνά απευθυνόταν σε γνωστούς του Έλληνες της διασποράς ή ξένους φιλέλληνες και τους ζητούσε τη συμβολή τους στην αντιμετώπιση του ζητήματος. Στην ουσία η εν λόγω πολιτική δεν ήταν παρά η συνέχεια εκείνης η οποία είχε διαμορφωθεί κατά τη διάρκεια της Επανάστασης, μετά την ευνοϊκή υποδοχή που έτυχαν όλοι οι επώνυμοι αλλά και οι ανώνυμοι ξένοι υπήκοοι, που προσφέρθηκαν να υπερασπιστούν τα δίκαια του έθνους στον Αγώνα για την ανεξαρτησία του. Βλ. I. Α. Καποδίστριας, Επιστολαί, μετ. Μιχαήλ Γ. Σχινάς, Αθήναι, 1841-1843, τ. Α', σ. 137, 216.

4. Για τη διευκόλυνση της εγκατάστασης ξένων τεχνικών στο νεοσύστατο κράτος και γενικά για τις δυνατότητές τους στη μετάδοση τεχνολογικών γνώσεων βλ. Μ. ΚαρδαμιτσηΑδάμη, «Οι πρώτοι Έλληνες μηχανικοί», Τεχνικά Χρονικά, τ. 8, τχ. 4, Οκτώβριος-Δεκέμβριος 1988, σ. 63-89.

Σελ. 28
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/54/gif/29.gif&w=600&h=915

Η επιτυχία τέτοιου είδους προβλέψεων εξηρτάτο βέβαια τόσο από το ενδεχόμενο συνάφειας των αποτελεσμάτων τους προς την ιδιάζουσα μετεπαναστατική πραγματικότητα, όσο και από τη χρονική συνέχεια στην απόδοσή τους. Τις προϋποθέσεις αυτές η κυβέρνηση προσπάθησε αρκετά εύστοχα να τις δημιουργήσει, μέσω κυρίως της ιεράρχησης των στόχων της στην άσκηση της εσωτερικής πολιτικής, κοντολογίς με τη διεύρυνση του σχολικού δικτύου στην ελεύθερη επικράτεια αλλά και με την εκπαιδευτική και κοινωνική μεταρρύθμιση εν γένει, την αναγκαιότητα της οποίας συχνά ετόνιζε.

«Κατά την γνώμην μου», έγραφε ο Καποδίστριας σε επιστολή του της 8ης Σεπτεμβρίου 1830, με αποδέκτη τον De Saint - Vincent, «άλλο δεν πρόκειται προς το παρόν και επί τινα έτη ακόμα ειμή να προπαρασκευασθώσι τα στοιχεία της καλής κοινωνικής τε και πολιτικής διακοσμήσεως, διά της μαθήσεως, της εργασίας και του καιρού. Εντεύθεν και καταγίνομαι μετ' επιμονής μάλιστα εις τα τρία ταύτα" να συστήσω εις πάσαν κοινότητα εν ή περισσότερα αλληλοδιδακτικά σχολεία' να βάλω θεμέλια τυπικών σχολείων και σχολείων τεχνών και εργόχειρων" να δώσω τέλος εις το πλήθος, συνιστάμενον όλον σχεδόν εκ πενήτων και ακτημόνων, κάρπωσιν ιδιοκτησίας διά κλήρου γης παραχωρουμένων εις τας οικογενείας των γεωργών με συνθήκας επιεικείς... Τούτου γενομένου, οι άνθρωποι θέλουσι απαλλαχθή από την όντως δουλείαν την καταπιέζουσαν αυτούς και ελεύθεροι κατασταθέντες θέλουσι απολαύση κοινοτήτας, όχι ως πρότερον τη ενεργεία του ισχυροτέρου, αλλά τη δυνάμει των νόμων. Τότε και σύστημα δημοτικόν ευκόλως θέλει διοργανισθή και εξ αυτού κατ' αναγκαιοτάτην ακολουθίαν θέλει προκύψη και εθνική αντιπροσωπεία...»5.

Τεκμήριο για την ορθότητα των επιλογών και κατ' επέκταση των εγχειρημάτων της Πολιτείας, συνιστά ο πλουραλισμός ο οποίος διέκρινε τη σύνθεση του περιεχομένου των προγραμμάτων σπουδών, ακόμη και εκείνων που αφορούσαν τη στοιχειώδη σχολική βαθμίδα, καθώς έδειχναν να είναι άμεσα συνδεδεμένα με την ανάγκη επαγγελματικού προσανατολισμού των νέων, από τα πρώτα κιόλας μαθητικά τους βήματα.

Δεν είναι τυχαίο για παράδειγμα ότι, παράλληλα με τις «τρεις κλάσεις Ελληνικών μαθημάτων», μέσα στο Ορφανοτροφείο της Αίγινας λειτουργούσαν διάφορα εργαστήρια πρακτικών τεχνών, όπως της ραπτικής, της τυπογραφικής και λιθογραφικής τέχνης, της βιβλιοδετικής, της ωρολογοποιίας, της λεπτουργικής, της ξυλουργικής, της σιδηρουργικής, των οικοδομών και της αρχιτεκτονικής, της τορνευτικής, της πλεκτικής κ.ά., με στόχο αποκλειστικό τη μετάδοση μιας στοιχειώδους, έστω, τεχνογνωσίας, στους τροφίμους εκείνους που διέθεταν την ανάλογη με τη φύση του αντικειμένου έφεση και επιδεξιότητα.

Λεπτομέρειες για τη διδασκαλία των πρακτικών αυτών μαθημάτων στα παραπάνω εργαστήρια αλλά και για τη σκοπιμότητά της όσον αφορά την

5. I. Α. Καποδίστριας, ό.π., τ. Δ', σ. 97-8.

Σελ. 29
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/54/gif/30.gif&w=600&h=915

επαγγελματική κατάρτιση των μαθητών, παρέχουν τα άρθρα 13, 14, 15 και 16 του «Σχεδίου διοργανισμού και μεταρρυθμίσεως του εν Αιγίνη Ορφανοτροφείου», βάσει των οποίων συμπληρωνόταν ο συνταγμένος από τον Ιωάννη Βενθύλο το καλοκαίρι του 1829, «Οργανισμός» του ιδρύματος. Στις διατάξεις τους περιλαμβανόταν και η προοπτική της διεύρυνσης του προγράμματος προς νέες ειδικότητες, όποτε κρινόταν κάτι τέτοιο εφικτό. Διαβάζουμε σχετικά:

«13. Το Ορφανοτροφείον θέλει έχει κατά το 1 άρθρ. του αυτού διατάγματος εν εργοστάσιον της ραπτικής, εις το οποίον θέλει κόπτονται, ράπτονται και προετοιμάζονται καθ' όλα τα εις μόνους τους υποτρόφους αναγκαιούντα ενδύματα από τους μαθόντας ήδη την τέχνην και αρκετά συγκεκροτημένους εις αυτήν παίδας, ούτοι δε θέλουν είναι υπόχρεοι να διδάσκωσι και να γυμνάζωσιν εις την αυτήν τέχνην αλληλοδιαδόχως και άλλους εκ των υποτρόφων, ώστε ανελλιπείς όντες από το εργοστάσιον οι ράπται και το έθνος να ελαφρύνεται από τα παρόμοια έξοδα και αι εκ της ραπτικής ανάγκαι των υποτρόφων ν' απαντώνται και αυτοί τέλος πάντων εξασκούμενοι εις τα της τέχνης κατά τον ενόντα τρόπον να δύνανται επομένως δ' αυτής να ζώσιν.

14. Θέλει έχει κατά το ΙΑ' άρθρ. του αυτού διατάγματος εν εργοστάσιον βιβλιοδετικόν διά να δένονται τα διάφορα της βιβλιοθήκης, των αποθηκών, τα εκδιδόμενα από το τυπογραφείον και άλλα αναγκαία βιβλία και τα τοιαύτα και διά να μανθάνωσιν αλληλοδιαδόχως την βιβλιοδετικήν τέχνην όσοι εκ των υποτρόφων δείχνονται προσκλινείς εις αυτήν.

15. Θέλει έχει εν τυπογραφείον από δύο πιεστήρια απαρτισμένον και πλήρες από όλα τα αναγκαία. Εις τούτο, δε, προσδιορισμένον ον παρά της Κυβερνήσεως να μην τυπώνονται κατά το Δ' άρθρ. του υπ' αριθ. διατάγματος της Κυβερνήσεως, παρά τα αναγόμενα συγγράμματα εις της Αιγίνης και της Επικρατείας τα διδακτήρια και τα ποιήματα των διδασκάλων, θέλουν μανθάνουσι, γυμνάζονται και εθίζονται εις την τυπογραφικήν και όσοι των υποτρόφων δείχνουσι κλίσιν διά αυτήν την τέχνην.

16. Να παρεισαχθώσι δε εις το Ορφανοτροφείον, όταν αι περιστάσεις το επιτρέπωσιν, η τορνευτική και η πλεκτική, τέχναι ποριστικαί και ωφέλιμοι εις τον ανθρώπινον βίον»6.

Όπου πάλι δεν ήταν δυνατόν να καλυφθεί το πρόγραμμα της διδασκαλίας εντός των χώρων του ιδρύματος, λόγω της ιδιαίτερης φύσης των μαθημάτων, άρα και της ελλείψεως της απαιτούμενης εν προκειμένω υλικοτεχνικής υποδομής

6. Απόστολος Β. Δασκαλάκης, Κείμενα - Πηγαί της Ελληνικής Επαναστάσεως, σειρά τρίτη, (Τα της Παιδείας), τ. Α', Αθήναι 1968, σ. 298-300. Για τις ακριβείς σχέσεις του Ορφανοτροφείου με το Κεντρικόν Σχολείον, βλ. Γιάννης Κόκκωνας, Οι μαθητές του Κεντρικού Σχολείου (1830-1834), Αθήνα, I.A.Ε.Ν., 1997, σ. 22-3 (σημ. 20). Βλ. επίσης, Χρήστος Γ. Κωνσταντινόπουλος, Η επαγγελματική εκπαίδευση στην περίοδο 1828-1832, β' έκδ., Αθήνα, Ο.Α.Ε.Δ., 1984, σ. 21-4, 28, 32-49.

Σελ. 30
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/54/gif/31.gif&w=600&h=915

μής, οι τρόφιμοι αποστέλλονταν προς συμπλήρωση των σπουδών τους σε ειδικά εκπαιδευτήρια, που λειτουργούσαν σε διάφορες πόλεις της ελεύθερης επικράτειας. Σύμφωνα με την έκθεση του Ανδρέα Μουστοξύδη προς το υπουργείο της Παιδείας (31 Δεκεμβρίου 1830)7, πάνω από πενήντα υπότροφοι του Ορφανοτροφείου εκπαιδεύονταν στο πολεμικό δίκροτο «Ελλάς» και τα άλλα εθνικά πλοία, δεκαπέντε έπαιρναν μαθήματα πρακτικής γεωπονικής στη Γεωργική Σχολή της Τίρυνθας8, ενώ δώδεκα είχαν πάει στο Ναύπλιο για εξάσκηση «εις διαφόρους τέχνας»9. Στους τελευταίους συγκαταλέγονταν εκείνοι που παρακολουθούσαν μαθήματα οπλουργικής τέχνης, στο εκεί «Οπλουργείον», αλλά και αυτοί που προορίζονταν «να διδαχθώσι την φαρμακοποιίαν εις το ενταύθα συστηθέν εργαστήριον»10.

Αξιοσημείωτο είναι επίσης το γεγονός πως το σύστημα προέβλεπε κατά κάποιο τρόπο και την επαγγελματική αποκατάσταση των σπουδαστών, εφόσον κάθε απόφοιτος των εν λόγω εργαστηρίων δικαιούτο ως επιβράβευση των προσπαθειών του, μικρό χρηματικό βοήθημα, προκειμένου να εφοδιαστεί ήδη κατά το ξεκίνημα της σταδιοδρομίας του, με τα απαραίτητα για την τέχνη του εργαλεία.

Τα σχετικά με τη χορήγηση του εκπαιδευτικού αυτού επιδόματος, το ύψος του και γενικά για τους όρους της παροχής του, τα πληροφορούμαστε από το σχετικό διάταγμα της 1ης Ιανουαρίου 1831:

«1ον. Ορίζεται δωρεά ενός φοίνικος ανά εβδομάδα δι' όλους τους παίδας του Ορφανοτροφείου, οι οποίοι υπό την προστασίαν της Κυβερνήσεως διδάσκονται τέχνην τινά ή επάγγελμα εντός ή εκτός του ιδρύματος τούτου. 2ον. Εκ

7. Ευάγγελος Ιακ. Μανής, Ανδρέας Μουστοξύδης, 1785-1860, Αθήναι 1960, σ. 55.

8. Η Γεωργική Σχολή της Τίρυνθας ιδρύθηκε το φθινόπωρο του 1829, με στόχο την επιμόρφωση των αγροτών. Τον ίδιο σκοπό εξυπηρετούσε και το εκεί ταυτόχρονα δημιουργημένο, «Πρότυπο Αγροκήπιο». Να διευκολυνθεί δηλαδή και πρακτικά, η εξοικείωση των μαθητευομένων με κάποιες καινούριες καλλιεργητικές μεθόδους, η επιμόρφωση τους στη χρήση νέων, βελτιωμένων γεωργικών εργαλείων και γενικά η ενημέρωσή τους με βάση τη γεωπονική επιστήμη της εποχής. Η σχολή λειτούργησε ένα χρόνο μετά, υπό τη διεύθυνση του γεωπόνου Γρηγορίου Παλαιολόγου, στον οποίο οφείλεται ουσιαστικά και η κατάρτιση του προγράμματος σπουδών, κυρίως όμως η εφαρμογή του, σε πειραματικό έστω επίπεδο. Όπως προκύπτει από ένα άρθρο του, δημοσιευμένο στη Γενική Εφημερίδα, φ. 25-1-1830), στη Σχολή προεβλέπετο να διδάσκονται «διά θεωρίας εν ταυτώ και πράξεως αι γνώσεις της τελειοποιημένης και καλώς εννοουμένης σήμερον εν Ευρώπη γεωπονίας, καθώς και διάφοροι εξ αυτής εξαρτώμενοι κλάδοι... Εκτός της απλής γεωργίας και της κτηνοτροφίας θα διδάσκονται εις το παραδειγματικόν σχολείον της Τίρυνθος η φυτοκομία, η δασολογία, η οινοποιία και η ελαιοποιία». Βλ. Γενική Εφημερίς, έτος Ε' (1830), σ. 38 κ.εξ.

9. Μανής, ό.π. Βλ. επίσης Ελένη Ε. Κούκκου, «Ανέκδοτοι επιστολαί του I. Καποδίστρια περί των εν Ευρώπη Ελλήνων ορφανοπαίδων», Πρακτικά Ακαδημίας Αθηνών, τ. 31 (1956), σ. 88.

10. Δασκαλάκης, ό.π., τ. Γ', σ. 1868.

Σελ. 31
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/54/gif/32.gif&w=600&h=915

του ποσού τούτου θα προκαταβληθούν εις έκαστον των μαθητευομένων δέκα λεπτά ανά εβδομάδα. 3ον. Το ποσόν των φοινίκων τούτων, αφαιρουμένων των δέκα λεπτών, τα οποία μνημονεύει το άρθρον 2, θα επέχη από της σήμερον ημέρας, 1ης Ιανουαρίου 1831, θέσιν κεφαλαίου, έως ότου οι μαθητευόμενοι θέλουν τελειοποιηθή εις την τέχνην των ή το επάγγελμά των και κατόπιν προκαταρκτικής εξετάσεως θέλει αναγνωρισθή ότι η διαγωγή των είναι κοσμία και ότι είναι ικανοί να προσπορίζωνται τα προς το ζην διά της ατομικής των εργασίας. Τότε το κεφάλαιον τούτο θα δοθή εκ μέρους της Κυβερνήσεως εις έκαστον τούτων διά να είναι εις θέσιν να αποκτήσουν τα εργαλεία, τα οποία είναι απαραίτητα διά την άσκησιν της τέχνης των ή του επαγγέλματος των»11.

Εκτός από τους μαθητές οι οποίοι προορίζονταν να ασχοληθούν στο μέλλον με τα αντίστοιχα της ειδίκευσής τους επαγγέλματα, υπήρξαν και εκείνοι -κυρίως οι αριστούχοι— που κατατάσσονταν ως ευέλπιδες στη νεοϊδρυθείσα ομώνυμη Σχολή (1829), για δε τους ιδιαίτερα προικισμένους προεβλέπετο η αποστολή τους ως υποτρόφων σε εκπαιδευτήρια της Ευρώπης.

Αντιπροσωπευτική των επιδιώξεων της κυβέρνησης να διευρύνει το γνωστικό ορίζοντα των αποφοίτων του Ορφανοτροφείου, είναι η επιστολή του Καποδίστρια προς τον ελβετό τραπεζίτη και φιλέλληνα Jean - Gabriel Eynard, με ημερομηνία 20 Φεβρουαρίου 1830, όπου και γίνεται λόγος για τη δυνατότητα μετάβασης κάποιων ελληνοπαίδων στη Γαλλία, προκειμένου να συνεχίσουν τις σπουδές τους στο εκεί «Σχολείον τεχνών και εργόχειρων»12:

«Εδώ μας λείπουσι προ πάντων μάστορες. Τάχα αν απέτεινα ευλαβή αίτησιν προς τον βασιλέα της Γαλλίας, ίνα μας δώση ολίγους τόπους εις το σχολείον των τεχνών και εργόχειρων, εγένετο δεκτή; Γράψον μοι. Διότι αν κατορθώναμεν να βάλωμεν εις το σχολείον τούτο μίαν δωδεκάδαν νέων Ελλήνων, ηθέλαμεν έχει εις τρία ή τέσσερα έτη πρωτομάστορας να διδάξωσι άλλους είκοσι»13.

Η διδασκαλία της αρχιτεκτονικής και των οικοδομικών τεχνών στους προηγμένους μαθητές του Ορφανοτροφείου, ανατέθηκε στους αρχιτέκτονες Eduard Schaubert (1804-1860) και Σταμάτη Κλεάνθη (1802-1862)14, που μετά την αποφοίτησή τους από τη «Bauakademie» του Βερολίνου, ήλθαν στην

11. Ό.π., σ. 1598.

12. I. Α. Καποδίστριας, ό.π., τ. Γ', σ. 365.

13. Ό.π.

14. Η πρόσληψη, ο μισθός και γενικά τα εκπαιδευτικά τους καθήκοντα ορίζονταν από το υπ' αριθμ. 1079 (1830) Διάταγμα:

«1ον. Οι κύριοι Σ. Κλεάνθης και Ε. Σχάουμπερτ θέλουν λαμβάνει μισθόν κατά μήνα Φοίνικας 160 διά του Προέδρου του Ορφανοτροφείου, από της 1ης του παρόντος αρχομένου. 2ον. Τόπος της διαμονής αυτών διορίζεται η Αίγινα. 3ον. Θέλουν διδάσκει θεωρητικώς και πρακτικώς τους ήδη προηγμένους νέους του Ορφανοτροφείου, όσοι έχουν κλίσιν και ευφυίαν εις την τέχνην. 4ον. Θέλουν εκπληροί τας διαταγάς της Κυβερνήσεως κατά το άρθρον 1 του διαληφθέντος διατάγματος». (EBE, χφ., αρ. 2142/2-8-1830).

Σελ. 32
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/54/gif/33.gif&w=600&h=915

Ελλάδα αποφασισμένοι να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους, όπου και όποτε τους ζητηθεί15.

Ύστερα από το διορισμό τους στις 15 Ιουνίου 1830, ως αρχιτεκτόνων της κυβερνήσεως16, οι δύο συνεργάτες ανέλαβαν, παράλληλα με τα διδακτικά τους καθήκοντα, και το σχεδιασμό του κτιρίου στο οποίο επρόκειτο να στεγαστεί το Κεντρικό Σχολείο της Αίγινας, που εν τω μεταξύ λειτουργούσε φιλοξενούμενο προσωρινά, στους χώρους του Ορφανοτροφείου. Στους ίδιους αρχιτέκτονες οφείλεται επίσης η σύνταξη του πρώτου πολεοδομικού σχεδίου των «Νέων Αθηνών»17, το οποίο τους ανατέθηκε από τη Διοικητική Επιτροπή το Μάιο του 1832, για να ολοκληρωθεί και να εγκριθεί ένα χρόνο αργότερα, με Βασιλικό Διάταγμα της 29 Ιουνίου/11 Ιουλίου 1833.

Δεν γνωρίζουμε το περιεχόμενο των παρεχομένων γνώσεων στα παραπάνω εργαστήρια, ούτε ποια ήταν ακριβώς η επίδοση των τροφίμων του ιδρύματος σε αυτά. Εντούτοις, αν κρίνουμε από την κατάρτιση την οποία διέθεταν οι δύο νεοδιορισθέντες αρχιτέκτονες του Δημοσίου, κατάρτιση που προκύπτει τόσο από τη λειτουργικότητα των εκπονηθέντων πολεοδομικών τους σχεδίων18 όσο και από την αισθητική στάθμη των ανεγερθέντων από τους ίδιους στα χρόνια

15. Κώστας Η. Μπίρης, Τα πρώτα σχέδια των Αθηνών, Αθήναι 1933, σ. 38.

16. Γενική Εφημερίς, έτος Ε' (1830), σ. 257.

17. Με το σχέδιο των Κλεάνθη και Schaubert εγκαινιάζεται η πολεοδομική δραστηριότητα στην πόλη των Αθηνών. Το εν λόγω σχέδιο δεν κατόρθωσε ωστόσο να εφαρμοστεί, λόγω των μεγάλων απαλλοτριώσεων που απαιτείτο να γίνουν προκειμένου να εξευρεθούν χώροι εκτέλεσης των προτεινομένων μέτρων διαχείρισης του ήδη δομημένου περιβάλλοντος.

Την αναθεώρηση του ανέλαβε ένα χρόνο μετά, ο γερμανός αρχιτέκτονας και μυστικοσύμβουλος του βασιλιά της Βαυαρίας Λουδοβίκου Α', Leo von Klenze, η πρόταση του οποίου εγκρίθηκε με Β. Δ. της 18/30 Σεπτεμβρίου 1834, χωρίς όμως και αυτή να εφαρμοστεί κατά γράμμα. Ακολούθησαν τα σχέδια των W. von Weiler, Fr. Stauffert, Hoch και Chr. Hansen, που εγκρίθηκαν σταδιακά έως το 1834 και αφορούσαν τροποποιήσεις της πρότασης Klenze. Στον ίδιο περίπου άξονα στράφηκαν και τα σχέδια του λοχαγού του Μηχανικού Γρ. Πετμεζά και της «Ειδικής Επιτροπής...» υπό το συνταγματάρχη Smolensky, το 1843 και 1846 αντίστοιχα. Για τον πολεοδομικό σχεδιασμό της Αθήνας βλ. Μπίρης, Τα πρώτα..., ό.π., και Ιωάννης Τραυλός, Πολεοδομική εξέλιξη των Αθηνών από των προϊστορικών χρόνων μέχρι των αρχών του 19ου αιώνος, Αθήναι 1960.

18. Το πρωτότυπο της πρότασης των Schaubert και Κλεάνθη δεν μας είναι γνωστό. Από τα αντίγραφα όμως που έχουν διασωθεί (Αθήνα. Βιβλιοθήκη Αρχαιολογικής Εταιρείας), προκύπτει ότι επρόκειτο για σύλληψη ιδιαίτερα λειτουργική. Πέρα από την πολεοδομική σημασία του -ορθογωνικό σύστημα, παράλληλοι και κάθετοι λεωφόροι, πάνω από 1000 μέτρα μήκος και 10 με 15 μέτρα πλάτος, αραιή δόμηση και τεράστιοι χώροι πρασίνου-, το εν λόγω σχέδιο θεωρείται πρωτοποριακό και για τις προβλέψεις του όσον αφορά τις ανασκαφές, την καταγραφή και ανάδειξη των αρχαιοτήτων. Εκατόν δέκα εκκλησίες, το τείχος Χασεκή, τα ερειπωμένα κτίσματα και τα μνημεία όλων των περιόδων της αθηναϊκής ιστορίας, είχαν σημειωθεί με ακρίβεια, ενώ είχε καταγραφεί συγχρόνως ως αρχαιολογικός χώρος, μια μεγάλη σε έκταση ζώνη στα βόρεια της Ακρόπολης. Συγκρίνοντας το σχέδιο των Schaubert

Σελ. 33
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/54/gif/34.gif&w=600&h=915

που ακολούθησαν, δημόσιων ή ιδιωτικών οικοδομών19, μπορούμε να σχηματίσουμε κάποια γνώμη για το σύστημα της διδασκαλίας τους και την αποτελεσματικότητα της, στο μέτρο του δυνατού. Άλλωστε το εν λόγω σύστημα απευθυνόταν κατά κανόνα —και άρα έπρεπε να προσαρμοστεί ανάλογα—, σε άτομα με συγκεχυμένο ακόμη «ορίζοντα προσδοκίας», όσον αφορά τη θετική ανταπόκρισή τους στα νέα αναπτυξιακά και τεχνολογικά αιτούμενα. Γεγονός παραμένει πάντως πως στη συγκεκριμένη περίπτωση, γίνεται μια προσπάθεια αναβάθμισης της μετάδοσης των τεχνικών γνώσεων μέσω της οργανωμένης εκπαίδευσης, στα πλαίσια δηλαδή της σχολικής διαδικασίας, με απώτερες βλέψεις τη δημιουργία ενός τεχνολογικά ενημερωμένου αλλά και επαγγελματικά διαμορφωμένου εργατικού δυναμικού, κυρίως στα αστικά κέντρα, τέτοιου που να καλύπτει, σε μόνιμη πλέον βάση, τις σύγχρονες απαιτήσεις οικιστικής ανά-

και Κλεάνθη με εκείνο του Leo von Klenze, εύκολα διαπιστώνει κανείς ότι στη βασική τους σύνθεση, δεν διαφέρουν ουσιαστικά. Το τελευταίο μπορεί να χαρακτηριστεί ως ένα σχέδιο σκοπιμότητας, παρά έμπνευσης, μιας και ο κύριος λόγος μετάκλησης του οραματιστή της «Οθωνούπολης» απέβλεπε στο να ικανοποιηθούν τα αιτήματα όσων κινδύνευαν να πληγούν από τις απαλλοτριώσεις των οικοπέδων τους και να ελαχιστοποιηθεί ταυτόχρονα το κόστος των αποζημιώσεων, προς όφελος του κρατικού προϋπολογισμού.

Έτσι, οι βασικές τροποποιήσεις του αφορούσαν τον περιορισμό του πλάτους των οδών και των διαστάσεων των πλατειών, καθώς και της προβλεπόμενης από τους ομοτέχνους του έκτασης για ανασκαφές, ενώ η πρόταση του να μεταφέρει τη θέση των ανακτόρων από τη σημερινή πλατεία Ομονοίας, στην περιοχή του Κεραμεικού -γεγονός που συνεπάγετο και την εκεί δημιουργία του διοικητικού κέντρου-, δεν ήταν άσχετη με μια πολιτική εξυπηρέτησης από μέρους της Πολιτείας, των συμφερόντων κάποιων πολιτών οικονομικά ισχυρών, ήδη κατόχων γης σε αυτή την περιοχή. Για τη σκοπιμότητα σύστασης του σχεδίου του Klenze βλ. Δ. Ν. Καρύδης, Ανάγνωση Πολεοδομίας, Αθήνα, Ε.Μ.Π. 1990, σελ. 34. Βλ. επίσης, Αγγελική Κόκκου, Η μέριμνα για τις αρχαιότητες στην Ελλάδα και τα πρώτα Μουσεία, Αθήνα, Ερμής, 1977, σ. 56, 75-6. Εκτός από τη σύσταση του πολεοδομικού σχεδίου των Αθηνών, οι Schaubert και Κλεάνθης συνεργάστηκαν το 1834 και στην εκπόνηση των σχεδίων του Πειραιά, ενώ στον πρώτο αποδίδεται επίσης το σχέδιο των Νέων Ψαρών (Ερέτριας), που ολοκληρώθηκε τον ίδιο χρόνο.

19. Ενδεικτικά της υψηλής κατάρτισης την οποία διέθεταν οι δύο αρχιτέκτονες, είναι τα σχέδιά τους για διάφορα οικοδομήματα που αναγέρθηκαν στην Αθήνα τα οθωνικά χρόνια. Αντιπροσωπευτικά αναφέρουμε το σχεδιασμό του Νομισματοκοπείου (κατεδαφίστηκε στα 1937) και του Βασιλικού Τυπογραφείου (αργότερα Πρωτοδικείο) από τον Schaubert και τις ανεγέρσεις του Μεγάρου Αμβροσίου Ράλλη (κατεδαφίστηκε στα 1938), του Μεγάρου της Δούκισσας της Πλακεντίας (σήμερα Βυζαντινό Μουσείο) και της Αγγλικανικής Εκκλησίας του Αγίου Παύλου (επί της οδού Φιλελλήνων, νεογοτθικού ρυθμού) σε σχέδια του Σταμάτη Κλεάνθη. Βλ. Ιωάννης Τραυλός, Νεοκλασσική Αρχιτεχτονιχή στην Ελλάδα, Αθήνα, Εμπορική Τράπεζα, 1967. Σόλων Π. Κυδωνιάτης, Η Ελληνική Αρχιτεχτονιχή Αναγέννηση και η κακοποίηση της. Συμβολή στην Ιστορία του Νεοκλασσικισμού, Αθήνα, Ακαδημία Αθηνών, 1982.

Σελ. 34
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/54/gif/35.gif&w=600&h=915

ανάπτυξης, όπως αυτές τις έθετε, τυπικά έστω, η δημόσια (κρατική) παρέμβαση.

«Όσοι θέλουν οικοδομήσει εις τους τόπους παλαιών εθνικών ή ιδιοκτήτων οικοδομών, ή εις άλλους κενούς τόπους, επί των οποίων έχουν νόμιμον δικαίωμα θέλουν κτίζει κατά τας διασταθμίσεις και το σχέδιον, άτινα ο αρχιτέκτων της πόλεως θέλει διαταχθή να διαγράψη εις αυτούς...»20, όριζε ρητά το Ψήφισμα του Κυβερνήτη τον Απρίλιο του 1929, ενώ λίγο αργότερα και στο Ψήφισμα ΚΕ' της 4ης Ιουνίου 1831, σύμφωνα με το οποίο το κράτος παρείχε κίνητρα για τη δημιουργία νέων οικισμών στις υπό ερήμωση από τον πόλεμο περιοχές, βασική προϋπόθεση όσον αφορά την οικοδομική δραστηριότητα, ήταν η προηγούμενη χάραξη σχεδίου, συντεταγμένου από τους αρμόδιους για την πολεοδομική και αρχιτεκτονική ανασυγκρότηση, φορείς21.

Τόσο το περιεχόμενο των παραπάνω ψηφισμάτων και οι ρυθμοί υλοποίησής τους εκείνα τα χρόνια, όσο και oι κάθε είδους δραστηριότητες στον τομέα των έργων ανοικοδόμησης —ανεγέρσεις δημόσιων κτιρίων, σχολείων και κοινωφελών ιδρυμάτων, αποκατάσταση του συγκοινωνιακού δικτύου και διεύρυνση του με τη διάνοιξη νέων οδικών αρτηριών, κατασκευή νέων λιμένων για τη διευκόλυνση του εμπορίου και των μετακινήσεων, εκπόνηση διαφόρων μελετών πολεοδομικού σχεδιασμού κ.λπ.-, δεν αφήνουν καμιά αμφιβολία για τις προθέσεις της Πολιτείας να προχωρήσει, όσο το δυνατόν δραστικότερα, στην προώθηση των σχεδίων της και να εξασφαλίσει την εφαρμογή τους. Η ορθότητα των επιλογών σε ένα έθνος το οποίο ουσιαστικά ξεκινούσε εκ του μηδενός, εξηρτάτο άλλωστε, όσο και αν τα μέσα υπήρξαν πενιχρά, από το βαθμό της αποδοτικότητας τους, και αυτός με τη σειρά του από τις δυνατότητες απάντησης, αφενός μεν στην ιδιομορφία του χώρου, κυρίως εκεί όπου οι παραδοσιακοί θεσμοί παρέμεναν ισχυροί, και αφετέρου στο σύγχρονο ρόλο τον οποίο φιλοδοξούσε να παίξει το νέο κράτος, με τις ουτοπικές έστω, προοπτικές ένταξής του στο παγκόσμιο οικονομικο-κοινωνικό γίγνεσθαι.

Υπό το πρίσμα αυτής της λογικής, ο επιδιωκόμενος μετασχηματισμός της κοινωνίας, βάσει οργανωμένου εκπαιδευτικού συστήματος, δεν μπορούσε παρά να θεωρηθεί ως άμεση προτεραιότητα, δεδομένου μάλιστα πως, πέρα από την

20. Τραυλός - Κόκκου, ό.π., σ. 515.

21. «Επειδή ο υπέρ των δικαίων της πατρίδος πόλεμος εκτός των λοιπών δυστυχημάτων επέφερε και γενικήν σχεδόν καταστροφήν των πόλεων, κωμών και χωρίων. Επιθυμούντες να συντελέσωμεν εις τον καταλογισμόν της Ελλάδος και να επιταχύνωμεν την αναμόρφωσιν του τόπου καθ' όσον δυνατόν. Ακούσαντες και την γνώμην της Γερουσίας. Ψηφίζομεν: Α) Εις τους θέλοντας ν' ανεγείρουν πόλιν ή προάστιον όπου ήδη υπάρχουν μόνον ερείπια ή οπουδήποτε της Ελλάδος επί γης Εθνικής, άμα διαγραφή το ανήκον σχέδιον, αι γαίαι θέλουν παραχωρείσθαι δωρεάν πλην κατά τας συμφωνίας...». Βλ. Αλέξανδρος Δεσποτόπουλος, «Η οικονομική πολιτική του Καποδίστρια», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ. IB', Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1975, σ. 615-6.

Σελ. 35
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/54/gif/36.gif&w=600&h=915

εύλογη πολιτική βούληση για πνευματική αναβάθμιση του τόπου -ο Καποδίστριας είχε δηλώσει πως: «Η μεγαλύτερη ελπίδα της Ελλάδος βρίσκεται στην εκπαίδευση των νέων της...»22-, η δημιουργία του κρατικού μηχανισμού και η θεσμοθετημένη πλέον ρυθμιστική λειτουργία του, καθιστούσε απαραίτητη την εύρυθμη παραγωγή ενός ανάλογα καταρτισμένου προσωπικού, επιφορτισμένου να εφαρμόζει, χωρίς ανατρεπτικές αποκλίσεις, τις κυβερνητικές αποφάσεις.

Η ίδρυση της Σχολής των Ευελπίδων στο Ναύπλιο το 182923 (αργότερα, τον Ιούνιο του 1834, μεταφέρθηκε στην Αίγινα και από το 1837 λειτούργησε στον Πειραιά), ως μέσης στρατιωτικής σχολής τριετούς φοιτήσεως, θα δώσει για αρκετά χρόνια την επιθυμητή λύση στο θέμα της παροχής τεχνικής εκπαιδεύσεως, με τη διαμόρφωση εξειδικευμένων στελεχών, που προορίζονταν να επανδρώσουν, ως μηχανικοί, τόσο το Σώμα Στρατού όσο και το αρμόδιο για την ανοικοδόμηση τμήμα του δημοσίου τομέα.

Όπως προκύπτει από το πρόγραμμα σπουδών, στη Σχολή διδάσκονταν εκτός από τα αρχαία ελληνικά και τα γαλλικά, «στοιχειώδη μαθηματικά, περιγραφική γεωμετρία, τακτική, οχυρωματική και στρατιωτική τοπογραφία»24. Από τον Μπίρη πληροφορούμαστε ότι υπήρχαν και παραδόσεις μαθημάτων Ιχνογραφίας, Σχεδίασης Κτιρίων και Μηχανών καθώς και Οικοδομικής25, προφανώς για την κατάρτιση εκείνων που επρόκειτο να ασχοληθούν αποκλειστικά με επαγγέλματα συναφή προς τις κατασκευαστικές δραστηριότητες.

Σχετικά με τις καθαρά καλλιτεχνικές σπουδές, κατά την Καποδιστριακή περίοδο δεν μπορεί να γίνει με βεβαιότητα λόγος για την προαγωγή τους με συστηματικό τρόπο26. Ίσως υπήρχε σε λανθάνουσα μόνο κατάσταση, η προδιάθεση από μέρους της Πολιτείας να τονώσει, για λόγους ιδεολογικής επένδυσης της πολιτικής της μάλλον, το καλλιτεχνικό αίσθημα της νέας γενιάς, μέσω

22. G. Chassiotis, L'instruction publique chez les Grecs, Paris, Ernst Leroux, 1881, σ. 137.

23. Πράξις του Κυβερνήτου, αρ. 8683 της 12ης Ιανουαρίου 1829. Γενικά για την πορεία της σχολής βλ. Επαμεινώνδας Κ. Στασινόπουλος, Η Ιστορία της Σχολής των Ευελπίδων. Τα 125 χρόνια της Σχολής (1828-1953), Αθήναι 1954.

24. Georg Ludwig von Maurer, Ο Ελληνικός Λαός. Δημόσιο, ιδιωτικό και εκκλησιαστικό δίκαιο, από την έναρξη του Αγώνα για την Ανεξαρτησία ώς την 31η Ιουλίου 1834, μετ. Όλγα Ρομπάκη, Αθήνα, Τολίδης, 1976, σ. 330.

25. Μπίρης, Ιστορία..., σ. 15-6.

26. Ενδεικτική της έλλειψης συστηματικής διδασκαλίας των καλλιτεχνικών μαθημάτων, τουλάχιστον στις τάξεις του Ορφανοτροφείου, είναι η αναφορά που υπέβαλε στις 12 Μαρτίου 1832, ο Γεώργιος Γεννάδιος προς τον υπουργό της Παιδείας Ιάκωβο Ρίζο Νερουλό, με αφορμή την αναζήτηση τρόπων προκειμένου να αποσαφηνιστεί ο ρόλος του ιδρύματος. Με το να αντιλαμβάνεται την αναβάθμισή του, μέσω της μεταβολής του αποκλειστικά σε επαγγελματική σχολή, τεχνικής κατευθύνσεως, ο Γεννάδιος πρότεινε μεταξύ άλλων τη διδασκαλία του μαθήματος της Ιχνογραφίας, «επειδή αυτή συνηθίζει τον οφθαλμόν εις την κρίσιν

Σελ. 36
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/54/gif/37.gif&w=600&h=915

κυρίως της γνωριμίας της με τα πολιτιστικά επιτεύγματα και το κλασσικό παρελθόν των προγόνων του έθνους.

Κάτι τέτοιο αφήνεται να εννοηθεί από την ίδρυση Μουσείου αρχαιοτήτων στην Αίγινα, που λειτουργούσε στους χώρους του εκεί Ορφανοτροφείου27, και από την παράλληλη διδασκαλία της «σκιαγραφίας», πάνω σε συναφούς περιεχομένου υποδείγματα -συνήθως χαρακτικά τυπώματα και λιθογραφίες προς αντιγραφή-, από τον Πέτρο Χαλικιόπουλο και το ζωγράφο Φ. Βόνζα, στους μαθητές του «Εϋνάρδειου» (Κεντρικού Σχολείου)28. Όσο για τις παραδόσεις του μαθήματος της Ιχνογραφίας στη Σχολή των Ευελπίδων, αυτές εξυπηρετούσαν κατά κανόνα τις ανάγκες ενός γενικότερου προγράμματος διευκόλυνσης της τεχνολογικής εκμάθησης, σχετικού με την όλη φιλοσοφία σχεδιασμού της κατασκευής και της αντιμετώπισής της από τους μαθητευόμενους, και κυρίως από τους αποφοίτους της Σχολής διπλωματούχους μηχανικούς, ως άρτιου, καλαίσθητου και λειτουργικού συνόλου.

του καλού και την χείρα εις την καλλιέργειαν. Έπειτα ενδέχεται να φανώσι και ολίγα τινά επιτήδεια εις τα πλαστικάς τέχνας, εις τας οποίας ημπορεί τις να τα παιδεύση ιδίως...». Βλ. Ξενοφών Αναστασιάδης [ = Ιωάννης Γεννάδιος], Γεωργίου Γενναδίου Βίος, έργα, επιστολαί, Εν Παρισίοις 1926, σ. 308-10.

27. Κόκκου, ό.π., σ. 48, 50, 61-8.

28. Κόκκωνας, ό.π., σ. 25 (υποσ. 23).

Σελ. 37
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/54/gif/38.gif&w=600&h=915 01 - 0002.htm

ΛΕΥΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

Σελ. 38
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/54/gif/39.gif&w=600&h=915

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ

Οι προϋποθέσεις ίδρυσης του Σχολείου των Τεχνών και ο καθορισμός της εκπαιδευτικής του φυσιογνωμίας

(1836-1843)

ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΕΙΣ ΚΑΙ ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΙ

Παρά την ευνόητη αισιοδοξία που διακατείχε το σύνολο σχεδόν του ελληνικού λαού, συνεπεία του παραδειγματικού συχνά ζήλου με τον οποίο ίδιος και οι εκπρόσωποι του ανταποκρίνονταν στα καθήκοντά τους προκειμένου να αποκαταστήσουν τις ζημιές στην υποδομή της χώρας και να καλυτερεύσουν την οικονομική της κατάσταση, η όλο και περισσότερο ζοφερή διαπίστωση των καταστροφών από το μακροχρόνιο απελευθερωτικό Αγώνα, σε συνάρτηση με την πολιτική αστάθεια και τη διόγκωση της, ιδιαίτερα μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια, προδίκαζε την καλλιέργεια ενός εξίσου εύλογου σκεπτικισμού.

Η περίπτωση των Αθηνών, όσον αφορά την εικόνα που παρουσίαζε η πόλη κατά την παράδοση της κυριαρχίας του Κάστρου της (Ακρόπολης) στη βαυαρική φρουρά (Απρίλιος του 1833), δίνει το εύρος των δυσχερειών τις οποίες κλήθηκαν να αντιμετωπίσουν οι αρμόδιοι για την ανοικοδόμησή της φορείς, από τη στιγμή μάλιστα που η πέρα για πέρα δεινή της κατάσταση, ερχόταν σε πλήρη αντίθεση με τις προσδοκίες, τα επιχειρήματα, ή και τα εγχειρήματα, όσων υποστήριζαν την υποψηφιότητα της ως πρωτεύουσας και «Βασιλικής καθέδρας»: Τα περισσότερα από τα οικοδομήματά της, σπίτια και εκκλησίες, παρέμεναν ερειπωμένα και εγκαταλελειμμένα από τους κατοίκους τους, εφόσον ύστερα από την ολοκληρωτική κατάκτηση της πόλης από τα στρατεύματα του Κιουταχή, πριν από έξι χρόνια, σημαντικό μέρος του πληθυσμού της προσπάθησε να καταφύγει στα κοντινότερα νησιά για να διασωθεί. Η καλλιέργεια της γης είχε παραμεληθεί και κάθε άλλη εμπορική ή οικονομική δραστηριότητα είχε ατονήσει.

Επαληθευτικά στοιχεία της αποκαρδιωτικής πραγματικότητας παρέχουν τα σχέδια και οι περιγραφές διαφόρων περιηγητών της εποχής, έστω και αν οι

Σελ. 39
Φόρμα αναζήτησης
Αναζήτηση λέξεων και φράσεων εντός του βιβλίου: Η καλλιτεχνική εκπαίδευση των νέων στην Ελλάδα (1836-1945)
Αποτελέσματα αναζήτησης
    Ψηφιοποιημένα βιβλία
    Σελίδα: 20
    

    δι ζωγραφική. Περιηγήσεις εις την έκθεσιν»10-, οι εκτιμήσεις τους ήταν αρκετά διαφοροποιημένες από εκείνες παλαιοτέρων συναδέλφων τους, εφόσον το περιεχόμενο τους, όντας απαλλαγμένο από τις ιδεαλιστικές κυρίως φορτίσεις του παρελθόντος, αλλά και από κάποιες πολιτικά υποκινούμενες προσωπικές υπαγορεύσεις και συμφέροντα, στρεφόταν τώρα αποκλειστικά στο ποιόν του εκφραστικού αποτελέσματος. Αντλούσαν μάλιστα τα επιχειρήματα της κρίσης από τις εκδηλώσεις μετάπλασης του διεθνούς εικαστικού λεξιλογίου.

    Αφετηρία καινούριων εξελίξεων για τις καλλιτεχνικές σπουδές στον ελληνικό χώρο στάθηκε το έτος 1910, καθώς σύμφωνα με τις προβλέψεις του Νόμου ΓΧΙΑ'11 το Καλλιτεχνικό Τμήμα του Πολυτεχνείου ανεξαρτητοποιείται οριστικά από τη λειτουργία του αντιστοίχου των Βιομηχάνων Τεχνών, με την υπαγωγή του στην αρμοδιότητα του Υπουργείου των Εκκλησιαστικών και της Δημοσίας Εκπαιδεύσεως. Σύμφωνα επίσης με το εκδοθέν στις 27 Ιουλίου 1910 Βασιλικό Διάταγμα «Περί εκτελέσεως του ΓΧΙΑ' νόμου "Περί Σχολείου των Καλών Τεχνών"»12, σαφής υπήρξε η πρόθεση των αρμοδίων όχι μόνο να καθορίσουν ρητά πλέον την αποστολή του στη «μόρφωσιν θεωρητικώς και πρακτικώς» εικαστικών δημιουργών, αλλά και να καταστήσουν εφικτή και αποτελεσματικότερη την εκτέλεσή της με τη δημιουργία της κατάλληλης υλικοτεχνικής υποδομής καθώς και με την κατανομή των κτιριακών εγκαταστάσεων του Μετσοβίου στις δύο Σχολές, ανάλογα με τις λειτουργικές τους ανάγκες. Έτσι, παράλληλα με τη θεσμοθέτηση σημαντικών βελτιώσεων στην οργάνωση των σπουδών και την αναλυτική κατάρτιση των προγραμμάτων διδασκαλίας κατά τμήμα και τάξεις, προεβλέπετο για πρώτη φορά στην ιστορία του ιδρύματος και η ρύθμιση των περιουσιακών του στοιχείων, κυρίως δε η αντικειμενική διαχείριση των μορφωτικών μέσων τα οποία αυτό διέθετε, και η απόδοση της στα αρμόδια όργανα. Πρόσθετο, αλλά όχι δευτερεύον στοιχείο για τις αλλαγές που επιδιώκονταν από την Πολιτεία στο χώρο της καλλιτεχνικής εκπαίδευσης, είναι εν προκειμένω και η πρόβλεψη σχετικά με την ανάληψη της διευθύνσεως της αρμόδιας Σχολής στο εξής από καλλιτέχνη, ο οποίος μάλιστα θα έπρεπε να θεωρείται αναγνωρισμένος. Η νύξη την οποία είχε ήδη κάνει διά του άρθρου 2 ο εισηγητής του Νόμου ΓΧΙΑ' στο ελληνικό κοινοβούλιο, σχετικά με ενδεχόμενη ανάθεση της διευθύνσεως του Σχολείου σε άτομο που έως τότε ανήκε στο προσωπικό της Εθνικής Πινακοθήκης, αλλά και για την καταβολή του μισθού του «εκ του ταμείου της Αρχαιολογικής Εταιρείας», δεν άφηνε αμφιβολίες για το περιεχόμενο της συγκεκριμένης υπόδειξης όσον αφορά το πρόσωπο και το ρόλο του νέου διευθυντή, που δεν ήταν άλλος

    10. Εφ. Ακρόπολις, 1 Ιουνίου 1896.

    11. Κώστας Η. Μπίρης, Ιστορία του Εθνικού Μετσοβίου Πολυτεχνείου, Αθήναι, Ε.Μ.Π., 1957, σ. 422-3.

    12. Ε.τ.Κ., φ. 272, 27 Αυγούστου 1910.