Συγγραφέας:Παπαγεωργίου, Γιώργος
 
Τίτλος:Η μαθητεία στα επαγγέλματα (16ος-20ός αι.)
 
Τίτλος σειράς:Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας
 
Αριθμός σειράς:3
 
Τόπος έκδοσης:Αθήνα
 
Εκδότης:Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς
 
Έτος έκδοσης:1986
 
Σελίδες:192
 
Αριθμός τόμων:1 τόμος
 
Γλώσσα:Ελληνικά
 
Θέμα:Μαθητεία και εργασία
 
Τοπική κάλυψη:Ελλάδα
 
Χρονική κάλυψη:16ος-20ός αι.
 
Περίληψη:Η παρούσα μελέτη, βασισμένη σε γνωστές αλλά και άγνωστες αρχειακές πηγές, προσπαθεί να αποκρυπτογραφήσει τους μηχανισμούς που διέπουν τα παραδοσιακά συστήματα μαθητείας και να αναζητήσει τους τρόπους προσαρμογής της παιδικής και νεανικής ηλικίας σε αυτά.
 
Άδεια χρήσης:Αυτό το ψηφιοποιημένο βιβλίο του ΙΑΕΝ σε όλες του τις μορφές (PDF, GIF, HTML) χορηγείται με άδεια Creative Commons Attribution - NonCommercial (Αναφορά προέλευσης - Μη εμπορική χρήση) Greece 3.0
 
Το Βιβλίο σε PDF:Κατέβασμα αρχείου 6.69 Mb
 
Εμφανείς σελίδες: 30-49 από: 194
-20
Τρέχουσα Σελίδα:
+20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/3/gif/30.gif&w=600&h=9153. Παπαγεωργίου, Μαθητεία στα επαγγέλματα

περιοχές που έλειπαν αυτές οι δυνατότητες ή ήταν ισχνές και περιορισμένες, οι εκεί πραγματευτάδες, που απέβλεπαν στην οικογενειακή διαδοχή, ή άλλοι έξω-επαγγελματικοί γονείς, που επιθυμούσαν να προσανατολίσουν τα παιδιά τους στο επάγγελμα αυτό, τα έστελναν συνήθως στην Κωνσταντινούπολη, όπου υπήρχαν όλες οι προϋποθέσεις για μια ολοκληρωμένη θεωρητική και πρακτική εκπαίδευση1.

2. Γεωγραφική και κοινωνική προέλευση των μαθητευομένων

Επιχειρώντας κανείς μια ανίχνευση στην προέλευση των παιδιών που πρωτοέρχονταν στη συντεχνία, θα διαπιστώσει ότι ένα μέρος του εργατικού αυτού δυναμικού ήταν συγγενείς των συντεχνιακών μελών, και κυρίως γιοι των μαστόρων, που ήθελαν να συνεχίσουν το επάγγελμα του πατέρα τους, ενώ το υπόλοιπο προέρχονταν από εξω-επαγγελματικές οικογένειες.

Τα παιδιά με εξω-συντεχνιακή προέλευση κατάγονταν συνήθως από φτωχά οικογενειακά στρώματα και έρχονταν στις συντεχνίες από τα χωριά η τα γύρω προάστια και σπανιότερα από πιο απομακρυσμένες περιοχές. Οι εξω-επαγγελματικές πηγές εφοδιασμού σε εργατική δύναμη των συντεχνιών είναι πολύ δύσκολο να επισημανθούν στην ευρύτερη ελληνική γεωγραφική κλίμακα, επειδή τα συντεχνιακά αρχεία, όσα σώζονται, σιωπούν.

Πιο συγκεκριμένα, μέχρι τα τέλη σχεδόν του 18ου αιώνα, το παιδί που προσλαμβάνεται από κάποιο μάστορα σπάνια δηλώνεται στη συντεχνία, για ευνόητους λόγους. Αλλά κι αργότερα, από τη στιγμή δηλαδή που έγινε υποχρεωτική για το συντεχνιακό μέλος

——————————————

1. Ο Αναστάσιος Γούδας στο πολύτιμο έργο του, Βίοι Παράλληλοι, μας δίνει αρκετά τέτοια παραδείγματα. Η Κωνσταντινούπολη, η πιο μεγάλη βιοτεχνική κυψέλη της οθωμανικής αυτοκρατορίας, αποτελούσε το πιο σημαντικό "εκπαιδευτήριο" των χριστιανών τεχνιτών. Έτσι βλέπουμε ότι πολλοί κοντουράδες από τη γειτονική Θράκη πήγαιναν στην Πόλη για να "σπουδάσουν" καλύτερα την τέχνη τους. Βλ. ΑΘΛΓΘ 11 (1944-45), σ. 168.

Σελ. 30
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/3/gif/31.gif&w=600&h=9153. Παπαγεωργίου, Μαθητεία στα επαγγέλματα

η γνωστοποίηση της πρόσληψης του μαθητευόμενου στους άλλους συναδέλφους του, πάλι τα στοιχεία που έχουμε στη διάθεση μας είναι ανεπαρκή, αφού στα συντεχνιακά έγγραφα σημειώνεται μόνο το όνομα και το επώνυμο του προσλαμβανόμενου1, και όχι ο τόπος καταγωγής του, εκτός από σπάνιες περιπτώσεις2. Κατά συνέπεια η έλλειψη επαρκών δεδομένων δεν μας επιτρέπει να παρακολουθήσουμε την κίνηση της εξω-επαγγελματικής ανανέωσης των συντεχνιών, έστω και κατά μείζονες γεωγραφικές περιφέρειες, εκτός από λίγες περιπτώσεις, όπως στην Κωνσταντινούπολη3 και την Ήπειρο.

Για τον ηπειρωτικό χώρο ειδικότερα υπάρχει ένα πλήθος έμμεσων πληροφοριών που σε συνδυασμό με αντίστοιχα παραδείγματα από την Πόλη, μας δίνουν την ευχέρεια να προχωρήσουμε σε μια γενικότερη διαπίστωση, η οποία πιθανότατα ισχύει και γι' άλλες ελληνικές περιοχές: δηλ. κάθε συντεχνία, ανάλογα με την ειδίκευση των μελών της, απορροφά συνήθως παιδιά που ο τόπος καταγωγής τους έχει να παρουσιάσει κάποια παράδοση στο ίδιο επάγγελμα.

Έτσι, στα Γιάννενα η συντεχνία των ψωμάδων και των σιμιτζήδων (κουλουράδων) ανανεώνεται κυρίως με νεανικό εργατικό

——————————————

1. Πολλές φορές μάλιστα δεν γράφονταν ούτε τα επώνυμα, αλλά μόνο τα ονόματα των πατεράδων των παιδιών. Βλ. Δημ. Μάνακας, "Εσνάφιαρουφέτια (συντεχνιαι) Διδυμότειχου", ΑΘΛΓΘ 20 (1955), σ. 142.

2. Στους φορολογικούς καταλόγους των γιαννιώτικων συντεχνιών (1812-1819) παρατηρούμε ότι σε αρκετούς συντεχνίτες δηλώνεται o τόπος καταγωγής τους με ένα δεύτερο επίθετο αμέσως μετά το επώνυμο τους. Π.χ. Πάνος Καραμπούκας Αργυροκαστρίτης, Χατζή Διαμαντής Βελτσιστινός, Μίτζης από Κλαζιάδες (σημερινό Δροσοχώρι).

3. Βλ. την πολύτιμη εργασία του A. Γ. Πασπάτη, Υπόμνημα περί του Γραικικού Νοσοκομείου, σ. 141: "Αι συντεχνίαι εις την Κωνσταντινούπολιν καθώς και εις τας μεγαλουπόλεις της οθωμανικής αυτοκρατορίας σύγκεινται πολλάκις από άνδρας του αυτού τόπου· καθώς οι χαλκείς (καλαντζήδες) και στρωματοποιοί (χαλάτζηδες) από την Τραπεζούντα και τα περίχωρα αυτής. Οι κρεοπώλαι και κτίσται από το Αργυρόκαστρον και τα περίχωρα των Ιωαννίνων".

Σελ. 31
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/3/gif/32.gif&w=600&h=9153. Παπαγεωργίου, Μαθητεία στα επαγγέλματα

δυναμικό που προέρχεται από τα Ζαγοροχώρια1· η συντεχνία των κρασοπούλων και ρακοπούλων επιλέγει τα περισσότερα τσιράκια της από την περιοχή της Ζίτσας2· στις συντεχνίες των τσαρτζήδων (υφασματεμπόρων) και γουναράδων διεισδύουν πιο εύκολα τα παιδιά που κατάγονται, από το Ζαγόρι3 και τα Γραμμενοχώρια4· τη συντεχνία των αγωγιατών και χανιτζήδων εφοδιάζει με μαθητευόμενους το Μέτσοβο και τα γύρω χωριά5· στους ραφτάδες και καποτάδες συντεχνίτες της ίδιας πόλης προσφέρεται άφθονη νεανική εργατική δύναμη από τις περιοχές των Τζουμέρκων, Μαλακασίου, Μετσόβου και Ασπροποτάμου6· η συντεχνία των χρυσικών και

——————————————

1. Βλ. Ιω. Βογιατζίδης, "Περί της συνθηματικής γλώσσης των αρτοποιών Ζαγορίου", Λαογραφία Η' (1924-25), σ. 155.

2. Βλ. Γ. Παπαγεωργίου, Οι συντεχνίες στα Γιάννενα κατά τον 19ο και τις αρχές του 20ού αιώνα, Ιωάννινα 1982, σ. 77 και 192.

3. Βλ. επιστολή αχρονολόγητη του Σταύρου Ιωάννου προς τον Αλή πασά, ΑΣΙ, φάκ. Πολιτεία Ιωαννίνων-Ισνάφια.

4. Βλ. Αγγ. Χατζημιχάλη, "Το ισνάφι των γουναράδων", Συνεταιριστής, αρ. 104-106 (1955), σ. 84-85.

5. Τα περισσότερα μέλη της γιαννιώτικης συντεχνίας των αγωγιατών ήταν Μετσοβίτες. Το φαινόμενο αυτό ερμηνεύεται εύκολα αν αναλογιστούμε ότι εκείνοι γνώριζαν καλύτεροι από κάθε άλλον τις ανυπέρβλητες σχεδόν δυσκολίες που παρουσιάζονταν τον χειμώνα στο ψηλότερο σημείο (σημερινή Κατάρα) της διάβασης του εμπορικού δρόμου Γιαννίνων-Γρεβενών και κατάφερναν να τις ξεπεράσουν· βλ. Αθ. Πετρίδης, Νεοελληνικά ανάλεκτα φιλολογικού Συλλόγου Παρνασσός, τ. Α΄, μέρος Β΄, Αθήναι 1871, σ. 57. Ενδεικτικό είναι ακόμη το γεγονός ότι το μοναστήρι του Ιωάννου του Προδρόμου στο Νησί των Γιαννίνων, που ανήκε στη συντεχνία των χανιτζήδων και κρασοπούλων της πόλης, ανακαινίζεται εσωτερικά το 1891 με χρηματική συνδρομή αποκλειστικά του Ιωάννη Παπαζήση Μετσοβίτη, όπως μαρτυρεί η υπέρθυρος μικρογράμματη επιγραφή στην είσοδο του ναού: "Εν έτει 1891 Απριλίου 28 εδιορθόθη ά/πασα η Ζωγραφία δι' εξόδων / Ιωάννου Πα/πα Ζήσου Μετσοβίτου Χαντζή". Βλ. A. Ξυγγόπουλος, "Μεσαιωνικά μνημεία Ιωαννίνων", Η.Χ. 1 (1926), σ. 57, σημ. 2. Πβ. και Αθανασία Τούρτα, "Νεκτάριος και Θεοφάνης οι Αψαράδες και η μονή Προδρόμου στο Νησί Ιωαννίνων", Η.Χ. 22 (1980), πίνακας 8.

6. Η Αγγ. Χατζημιχάλη στην εργασία της Ραπτάδες-Χρυσοραπτάδες και καποτάδες, ανάτυπο από το Αφιέρωμα στη μνήμη του Μανόλη 

Σελ. 32
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/3/gif/33.gif&w=600&h=9153. Παπαγεωργίου, Μαθητεία στα επαγγέλματα

αργυροχόων προσλαμβάνει παιδιά που προέρχονται από τις Καλαρρυτες1· οι νέοι που γίνονται δεκτοί στις συντεχνίες των καλαντζήδων και καζαντζήδων (χαλκουργών) κατάγονται από τα ορεινά χωριά της Θεσπρωτίας2, των Τζουμέρκων, των Αγράφων3 και της περιοχής των Κουρέντων4· η συντεχνία των κτιστάδων, που σύμφωνα με την Αγγελική Χατζημιχάλη είναι πολυπληθέστατη και αριθμεί γύρω στα 400-450 μέλη, τροφοδοτείται κυρίως από την περιφέρεια της Κόνιτσας5, τα μαστοροχώρια των Τζουμέρκων (Πράμαντα, Άγναντα, Σκλούπο, Κουτσοβίτσα, Ραφταναίους, Κουκουλίτσα, Γρετσίστα) και τα Χουλιαροχώρια (Μιχαλίτσι, Δοβίσδαινα, Βασταβέτσι και Χουλιαράδες)6.

Στην Άρτα οι συντεχνίες των καποτάδων και ραφτάδων δείχνουν

——————————————

Τριανταφυλλίδη, Αθήνα I960, σ. 468-469, αναφερόμενη στη σύνθεση των γιαννιώτικων αυτών συντεχνιών λέγει χαρακτηριστικά τα εξής: "Και των δύο τούτων ισναφιών οι τεχνίτες των Γιαννίνων είναι: Μετσοβίτες, Σερρακιώτες, Καλλαρυτινοί, Αγναντίτες, Φουρκιώτες, Ματσακιώτες και γενικά Τζουμερκιώτες, Ασπροποταμίτες και λίγοι Γιαννιώτες".

1. Οι χρυσοχόοι και ασημουργοί των Καλαρρυτών ήταν ονομαστοί για την τέχνη τους και παρουσιάζονταν ως πιο επικίνδυνοι ανταγωνιστές για τους ομοτέχνους των Ιωαννίνων. Βλ. Γ. Παπαγεωργίου, Οι συντεχνίες στα Γιάννενα, σ. 255-256, όπου και η σχετική βιβλιογραφία.

2. Βλ. Κ. Φαλτάιτς, Οι πλανόδιοι ηπειρώται τεχνίται και η εθνική μας υπόθεσις, εν Αθήναις 1928, σ. 14-15.

3. Βλ. εφημ. Αυγη (3 Δεκεμβρίου 1866) και εφημ. Παλιγγενεσία (4 Σεπτεμβρίου 1881).

4. Βλ. Στ. Παπαδόπουλος, Η χαλκοτεχνία στον ελληνικό χώρο (1900-1975) κατά τις προφορικές μαρτυρίες των χαλκουργών, Ναύπλιο 1982, σ. 94, αλλά και τον σχετικό πίνακα, σ. 55.

5. Βλ. αναφορά του αυστριακού πρόξενου στα Γιάννενα Gajetan Zagorski προς το Υπουργείο Εμπορίου της Αυστροουγγαρίας στο Nachrichten über Industrie Handel und Verkehr, aus dem Statistischen Departement im K. K. Handels-Ministerium, Wien 1884, σ. 299. Πβ. και εφημ. Αυγή (5 Μαΐου 1870).

6. Βλ. Χρίστος Σούλης, "Τα κουδαρίτικα των Χουλιαροχωρίων της Ηπείρου, ήτοι περί της συνθηματικής γλώσσης των κτιστών των Χουλιαροχωρίων της Ηπείρου", Η.Χ. 5 (1930), σ. 161-162.

3

Σελ. 33
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/3/gif/34.gif&w=600&h=9153. Παπαγεωργίου, Μαθητεία στα επαγγέλματα

σαφή προτίμηση στα παιδιά που κατεβαίνουν από το Συρράκο, τις Καλαρρύτες και το Ματσούκι1.

Η μελέτη και η σύγκριση των δεδομένων αυτών αποκαλύπτει. μια ποικιλία, τόσο γεωγραφικής προέλευσης των μαθητευομένων, με αδιαφιλονίκητη την επικράτηση του ορεινού χώρου, όσο και κοινωνικής διαστρωμάτωσης, με έκδηλη την υπερίσχυση του φτωχού εργατικού δυναμικού.

3. Είδη και διάρκεια μαθητείας

Οι περισσότεροι γονείς οδηγούσαν τα παιδιά τους στη συντεχνία για να διευκολύνουν τη δική τους προβληματική οικονομική θέση, χωρίς να εξασφαλίζουν, έστω και τα πιο υποτυπώδη εχέγγυα των απαραίτητων συνθηκών εργασίας και διαβίωσης τους. Για το μόνο που ενδιαφέρονταν οι κηδεμόνες ή οι επίτροποι των ανηλίκων παιδιών ήταν πώς να φύγουν αυτά το γρηγορότερο από κοντά τους και να μάθουν κάποια τέχνη ή επάγγελμα, αδιαφορώντας για τη μεταχείριση που θα έχουν από τους μάστορές τους, αλλά και για την αντίδραση ή αντίσταση που θα έδειχνε η παιδική ηλικία, στερημένη από γονική προστασία, στους κινδύνους και πειρασμούς που ελλόχευαν στην πόλη2. "Να, σου παραδίνω το παιδί μου, το

——————————————

1. Βλ. Ιω. Λαμπρίδης, Ηπειρωτικά Μελετήματα, Έκδοση Εταιρείας Ηπειρωτικών Μελετών, Ιωάννινα 21971, τχ. 5, μέρος B', σ. 50, όπου αναφέρονται επιγραμματικά τα εξής: "Επειδή δε υπό των Αρταίων εμπόρων και ραπτών (καποτάδων) παρελαμβάνοντο και νέοι ως υπηρέται και βοηθοί εκ της ποιμενικής τάξεως των χωρίων Ματσούκη, Καλαρύτης και Σεράκου έμαθον και ούτοι [...] και εγένοντο ράπται έμποροι και ιδιοκτήται πλοίων και κύριοι φορτίων".

2. Αποκαλυπτική είναι η μαρτυρία του Γάλλου πρόξενου στα Γιάννενα Ε. Grasset: "Les enfants sont ainsi de bonne heure de gagner leur vie et c' est un avantage pour la famille [...] Cette domesticité révolte les uns. Cet abanton des autres dans le milieu corrompu d'une ville turque les expose à des tentations aux quelles ils doivent succomper [...] Et si à ces séductions il vient se mêler parfois quelques idées ou manoeuvres, comment des adolescents peu attachés à une famille qui les désole,

Σελ. 34
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/3/gif/35.gif&w=600&h=9153. Παπαγεωργίου, Μαθητεία στα επαγγέλματα

κρέας είναι δικό σου, τα κόκκαλα είναι δικά μου". Αυτή είναι συνήθως η στερεότυπη φράση, με διάφορες βέβαια παραλλαγές, στα εδάφη της οθωμανικής αυτοκρατορίας, που χρησιμοποιούσε ο πατέρας παραδίνοντας το παιδί του στον μάστορα1.

Επισημαίνονται ακόμη και περιπτώσεις κατά τις οποίες ο πατέρας δεν συνοδεύει το παιδί του στην πόλη, αλλά εξουσιοδοτεί για τη σύμβαση μαθητείας του γιου του κάποιο συγχωριανό η συμπατριώτη τους που ζει και εργάζεται εκεί. Η δοκιμασία των παιδιών αυτών καθώς και των γονέων τους αποτυπώνεται πολύ εύστοχα σε άρθρο του περιοδικού Εβδομάς από τον Βλάση Σκορδέλη2:

"Παις δεκαετής ή δωδεκαετής το πολύ λαμβάνει την ευχήν των γονέων του, κάμνει τον σταυρόν του και αναχωρεί εκ του μικρού χωρίου του. Εν μικρά πήρα εξηρτημένη από του ώμου έχει τον δεύτερον χιτώνα του και ολίγον άρτον ως μόνα εφόδια. Κατά την τελευταίαν στιγμήν του αποχαιρετισμού ο πατήρ αποτείνει προς τον ξενητευόμενον υιόν του τας τελευταίας πατρικάς συμβουλάς του.

- Να μη ξεχνάς, παιδί μου, την εκκλησιά, να ήσαι τίμιος και να θυμάσαι την μητέρα σου και τα αδέλφια σου. Άιντε! πήγαινε 'ς το καλό! o θεός μαζή σου! έχε την ευχή μου!

——————————————

pourraient ils ne pas y prêter 1'orreille". Correspondance Politique des Consuls, Turquie-Janina 7 (1862-1866), f. 275r-276r.

1. Στα Γιάννενα, σύμφωνα με την προφορική μαρτυρία του ογδονταπεντάχρονου τσαρουχά Γεωργίου ΙΙάικου, ο πατέρας ή η μάννα του μικρού παιδιού, που θεωρούσε μεγάλο ευεργέτημα να προσληφθεί ο γιος τους από ένα μάστορα στη δουλειά "για να φάει ψωμί", του έλεγε φεύγοντας: "κρέας σού δίνω κόκκαλα να πάρω". Για τα Βαλκάνια γενικότερα βλ. Ζ. Shkodra, Esnafet Squiptare, Tiranë 1973, σ. 93, J. Hadživasiljević, Južna Stara Srbija, τ. 1, Beograd 1909, σ. 68, H. Kreševljaković, "Ecnafi i obrti u Bosni i Hercegovini 1463-1878" στο Zbornik za Narodni Zivot i Običaje, τχ, 35, Zagreb 1951, σ. 87. Σύμφωνα μάλιστα με τον Νικ. Καζαντζάκη, (Αναφορά στον Γκρέκο, εκδ. Ελ. Καζαντζάκη, Αθήνα, σ. 66), στην Κρήτη τη φράση, "το κρέας δικό σου τα κόκκαλα δικά μου", απηύθυναν στον δάσκαλο και οι γονείς, που πήγαιναν για πρώτη φορά τα παιδιά τους στο σχολείο.

2. Βλ. Βλασ. Σκορδέλης, "Εικών εκ του σύγχρονου ιδιωτικού Βίου", Εβδομάς, 30 Ιουνίου 1890, σ. 2.

Σελ. 35
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/3/gif/36.gif&w=600&h=9153. Παπαγεωργίου, Μαθητεία στα επαγγέλματα

Ο μικρός ασπάζεται με δάκρυα την τραχείαν χείρα του πατρός του, ότε ούτος εμβάλλει εις την χείρα του υιού του 4-5 κερμάτια, το μόνον κεφάλαιον, διά να εισέλθη εις τον πολυκύμαντον κόσμον. Η μήτηρ κλαίει, ασπάζεται το παιδί της και εγχειρίζει εις αυτό ζεύγος περιποδίων, έργον των χειρών της καινουργές. Μετ' ολίγον ο παις γίνεται άφαντος όπισθεν των λόφων, οι δε γονείς επιστρέφουσιν εις την οικίαν των μεταξύ θλίψεως και χαράς αορίστων ελπίδων.

Ο μικρός ταξιδιώτης -ας είπωμεν την αλήθειαν- οδοιπορών δεν κάμνει σχέδια· η ηλικία του δεν γνωρίζει ακόμη τον κόσμον. Η μόνη ευχή του είναι να δυνηθή ευκόλως ν' ανεύρη εν τη πόλει τον συμπατριώτην του, όστις προ έξ μηνών είχεν αναχωρήση εκ του χωρίου του. Ήρκει ν' ανεύρη αυτόν· όλα τα άλλα ο Θεός θα τα έφερνε δεξιά.

- Ποίον αφήνει ο Θεός;

Φθάνει εις την πόλιν και μετά τινας περιπετείας ευρίσκει τον συμπατριώτην του, τη βοηθεία δε αυτού εισέρχεται ως υπηρέτης...".

Από την άλλη μεριά, οι μάστορες προσλάμβαναν τους μαθητευόμενους με ευχαρίστηση, γιατί ήταν αναγκαίοι και τις περισσότερες φορές τούς έπαιρναν χωρίς αμοιβή ή σαν πολύ φτηνή εργατική δύναμη. Απαραίτητα όμως, τόσο το τσιράκι τώρα όσο και ο κάλφας αργότερα, έπρεπε να είναι ομόθρησκοι προς τους μάστορες τους, αν και σε μερικές περιοχές, παρά τον κανόνα, συνυπάρχουν αλλόθρησκοι αλλά και αλλοεθνείς συντεχνίτες, συγκροτώντας τις λεγόμενες μικτές συντεχνίες.

Στα τουρκοκρατούμενα εδάφη η μαθητεία δεν ήταν νομικά κατοχυρωμένη και το κλείσιμο της συμφωνίας, που γινόταν ανάμεσα στον κηδεμόνα του μικρού παιδιού και τον μελλοντικό εκπαιδευτή του, έμενε πάντα σχεδόν σε προφορικό επίπεδο. Είχαμε όμως την τύχη να περιέλθει στα χέρια μας ένα τέτοιο συμφωνητικό, που το παραθέτουμε στο Παράρτημα1. Ανάμεσα στα τόσα ενδιαφέροντα στοιχεία που παρουσιάζει το παραπάνω "μαρτυρικόν γράμμα",

——————————————

1. Βλ. Παράρτημα, αριθ. εγγρ. 4.

Σελ. 36
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/3/gif/37.gif&w=600&h=9153. Παπαγεωργίου, Μαθητεία στα επαγγέλματα

είναι και το γεγονός ότι το κύρος του και η ισχύς του "εν παντί κριτηρίω δικαιοσύνης" απορρέει από τις υπογραφές των κατοίκων της κοινότητας, στην οποία ανήκουν τόσο ο μάστορας όσο και ο μαθητευόμενος.

Αντίθετα, στις περιοχές που είχαν γνωρίσει τη βενετική κυριαρχία ή τη Φραγκοκρατία γενικότερα το συμβόλαιο μαθητείας είχε νομική κάλυψη, αφού εγγραφόταν κάθε φορά ως ξεχωριστή συμβολαιογραφική πράξη στους νοταριακούς κώδικες1, την οποία υπέγραφαν οι τοπικοί συμβολαιογράφοι και οι "παρακαλετοί" μάρτυρες2. Στις παραπάνω συμβάσεις μάλιστα οριζόταν και ποινική ρήτρα, τόσο για τον μάστορα όσο και για τον μαθητευόμενο, σε περίπτωση που ο ένας από τους δύο αθετούσε τις υποχρεώσεις του3.

Και στις δύο περιπτώσεις συνήθως η συμφωνία περιλάμβανε τον υποχρεωτικό χρόνο μαθητείας του νέου, την πιθανή αμοιβή του και την τυχόν διατροφή και ενδυμασία του4. Γενικά όμως ο μάστορας είχε απόλυτη ελευθερία στο να επιβάλει τους όρους, κάτω από τους όποιους θα δεχόταν τον μαθητευόμενο, αφού η προσφορά ήταν μεγαλύτερη από τη ζήτηση, τουλάχιστον μέχρι τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα.

Όταν ο μάστορας τελικά προσλάμβανε το παιδί, ήταν υποχρεωμένος στη συνέχεια, σύμφωνα με τις σχετικές συντεχνιακές διατάξεις, να το δηλώσει στη συντεχνία του, γιατί ο μαθητευόμενος

——————————————

1. Βλ. Στ. Δ. Καββάδας, Οι κώδικες της Χίου, μέρος Α΄, Χίος 1950, σ. 88.

2. Βλ. Κων. Μέρτζιος, "Σταχυολογήματα", ό.π., σ. 254-255.

3. Βλ. Ιωάννης Κίσκηρας, Η σύμβασις μαθητείας εν τη βενετοκρατούμενη Κρήτη (μετ' ανεκδότων εγγράφων εκ του Archivio di Stato της Βενετίας), Αθήναι 1968, σ. 10.

4. Στον κώδικα του Πυργιού της Χίου (1722-1726) αναφέρεται ρητά από τον τοπικό συμβολαιογράφο, σε σχετική νοταριακή πράξη της 26ης Δεκεμβρίου 1722, ότι ο μάστορας είναι υποχρεωμένος να δώσει στο κοπέλι "δια ρόγαν σελλάνια (ασλάνια) 15 τον κάθε χρόνον και να τον εντύνη και να τον παπουτζόνη και τον ταγίζη κατά την τάξιν των κοπεληών". Βλ. Στ. Καββάδας, Οι κώδικες της Χίου, μέρος Α΄, σ. 88-89.

Σελ. 37
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/3/gif/38.gif&w=600&h=9153. Παπαγεωργίου, Μαθητεία στα επαγγέλματα

μπορεί να εξουσιαζόταν και να κηδεμονευόταν από τον εκπαιδευτή του, αλλά στην ουσία βρισκόταν κάτω από την αυθεντία της εσναφικής οργάνωσης,

"Σημειώνομεν", αναφέρει εγγραφή στον συντεχνιακό κώδικα των τεκτόνων της Φιλιππούπολης, "εις το κατάστιχον τους μαθητάδες οπού στοιχούνι, του μιστό τους, να ξευρουνι τουν κυριό τους"1.

Επίσης, στο καταστατικό της συντεχνίας των μπακάληδων της Μοσχόπολης αναφέρεται ρητά: "όταν έχη τινάς χρείαν διά χουζμικιάρην, πρώτον να τον στοιχήση, ομπροστά εις το ρουφέτιον και ύστερα να τον εμπάση εις το εργαστήριον του, ειδέ και κρυφά κάμη καμμίαν συμφωνίαν να είναι το χουσμέτι του δούλου χαμένον και να μη πιασθή εις το ρουφέτιον"2. Αλλά και στη Ζάκυνθο η Γερουσία υποχρεώνει το 1840 όλους τους αρχιτεχνίτες και εμπόρους του νησιού να καταγράφουν τα παιδιά, που έρχονται να μαθητεύσουν κοντά τους, στους αντίστοιχους συντεχνιακούς κώδικες3.

Σε όλα σχεδόν τα συντεχνιακά καταστατικά υπήρχαν ειδικά άρθρα, που καθόριζαν τον τρόπο μαθητείας του τσιρακιού, με μικρές κατά τόπους ή κατά επαγγέλματα αποκλίσεις. Συνολικά οι συντεχνιακοί κανονισμοί, σε συνάρτηση με τις σωζόμενες μαθητειακές συμβάσεις και άλλες μαρτυρίες, μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι προέβλεπαν τέσσερα είδη μαθητείας.

Στην πρώτη περίπτωση το παιδί προσλαμβάνεται από τον μάστορά του, για τρία χρόνια συνήθως, χωρίς αμοιβή, αλλά ο τελευταίος είναι υποχρεωμένος να του προσφέρει φαγητό και κατοικία4.

——————————————

1. Βλ. Μυρτ. Αποστολίδης, "Τα αρχεία του εν Φιλιππουπόλει εσναφίου των τεκτόνων", ΑΘΛΓΘ 1 (1934-35), σ. 110.

2. Βλ. Ν. Βέης, "Εκ του καταστίχου της συντεχνίας των παντοπωλών της Μοσχοπόλεως", ό.π., σ. 527.

3. Βλ. A. Ζώης, Αι εν Ζακύνθω συντεχνίαι, σ. 30 και 35.

4. Βλ. Μ. Καλινδέρης, Αι συντεχνίαι της Κοζάνης, σ. 29. Πβ. και Π. Παπαχριστοδούλου, "Τα εσνάφια και η οικονομική και πνευματική άνθιση του ελληνισμού επί Τουρκοκρατίας", ΑΘΛΓΘ 16 (1951), σ. 59.

Σελ. 38
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/3/gif/39.gif&w=600&h=9153. Παπαγεωργίου, Μαθητεία στα επαγγέλματα

Στη δεύτερη τα έξοδα διατροφής της πρώτης χρονιάς αναλαμβάνει, εξ ολοκλήρου ο πατέρας του μαθητευόμενου, γεγονός που είχε ως συνέπεια τη συντόμευση της άμισθης μαθητείας, αφού κιόλας τη δεύτερη χρονιά ο νέος αμείβεται από τον μάστορα του με ετήσιο μισθό, έστω κι αν αυτός είναι πάντα πενιχρός και ασήμαντος1. Μια τρίτη μορφή μαθητείας έχουμε όταν οι μαθητευόμενοι παίρνουν από την αρχή κάποια υποτυπώδη αμοιβή από τους δασκάλους τους βιοτέχνες ή εμπόρους, αλλά αναλαμβάνουν σχεδόν ολοκληρωτικά οι ίδιοι τα έξοδα φαγητού και ενδυμασίας2. Τέλος, στην τέταρτη κατηγορία ανήκουν οι μαθητευόμενοι που εξασφαλίζουν από τους μάστορές τους μισθό, ενδυμασία, τροφή, στέγη και την πληρωμή των φόρων τους: ακόμη εσιμφωνήθη όπου ο ανάστασης διά τούτους τους δύο χρόνους να πάρη μαζή του τον ντήνον διά ουσμεκιάρην εις το εργαστήρι του να τον δουλεύη και να τον υπακούγη ως μάστουραν οπού τον είχεν και αυτός να τον προσέχει και έχει να του δίδει διακόσια γρόσια τους δύο χρόνους και να του κάμει τα συνηθισμένα φορέματα να τραβήξει και τα έξοδά του [...] και τα χαρατζοχάρτια του3.

Βέβαια, παρατηρούνται σποραδικά μερικές ασήμαντες διαφοροποιήσεις ανάμεσα, στους μάστορες, οι οποίες μάλλον οφείλονται στην τήρηση ή μη μερικών άγραφων συντεχνιακών εθίμων. Για παράδειγμα υπήρχε η συνήθεια να προσφέρει ο μάστορας στον αρχάριο μαθητή του ένα ζευγάρι παπούτσια ή τσαρούχια κι ένα φέσι, είτε κατά τη στιγμή της πρόσληψης του, είτε στις μεγάλες γιορτές της Χριστιανοσύνης (Χριστούγεννα-Πάσχα). Αυτή την παράδοση όμως λίγοι μάστορες την ακολουθούσαν, όπως συμπεραίνεται, τόσο

——————————————

1. Βλ. Μ. Καλινδέρης, ό.π., σ. 29.

2. Για τον τύπο αυτό μαθητείας βλ. Ν. Βέης, "Εκ του καταστίχου της συντεχνίας των παντοπωλών της Μοσχοπόλεως", ό.π., σ. 527. Πβ. και Μ. Αποστολίδης, "Δύο έγγραφα εκ Φιλιππουπόλεως", Θρακικά 2 (1929), σ. 330-331.

3. Βλ. Παράρτημα, αριθ. εγγρ. 4. Πβ. και Στ. Καββάδας, Οι Κώδικες της Χίου, μέρος Α΄, σ. 88.

Σελ. 39
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/3/gif/40.gif&w=600&h=393 3. Παπαγεωργίου, Μαθητεία στα επαγγέλματα

ΧΑΡΤΗΣ

Σελ. 40
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/3/gif/41.gif&w=600&h=393 3. Παπαγεωργίου, Μαθητεία στα επαγγέλματα

ΧΑΡΤΗΣ

Σελ. 41
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/3/gif/42.gif&w=600&h=9153. Παπαγεωργίου, Μαθητεία στα επαγγέλματα

από γραπτές1, όσο και από προφορικές μαρτυρίες2.

Οι μικρές αυτές διαφορές ή παραλλαγές από μάστορα σε μάστορα δεν επηρεάζουν άμεσα τη διαπίστωση, ότι από τα τέσσερα είδη μαθητείας φαίνεται ως επικρατέστερο το τρίτο, ανεξάρτητα από τις τοπικές και χρονικές συγκυρίες, όπου το τσιράκι έχει αρχικά ασήμαντες αποδοχές, που αυξάνουν προοδευτικά με τον καιρό, παραμένοντας όμως πάντα σε χαμηλά επίπεδα.

Ο συνηθισμένος χρόνος μαθητείας στον ευρύτερο βαλκανικό χώρο ήταν τρία χρόνια (1001 μέρες3), αν και το χρονικό αυτό διάστημα μπορούσε να ποικίλλει όχι μόνο από συντεχνία σε συντεχνία, αλλά και από τόπο σε τόπο4. Παρόλο που οι συντεχνιακές διατάξεις ήταν πάντα σαφείς στο θέμα αυτό, στην πραγματικότητα όμως τη διάρκεια εκπαίδευσης καθόριζε ο μάστορας, ανάλογα με τις προσωπικές του ανάγκες. Έτσι, φθάνουμε σε περιπτώσεις που η μαθητεία, εξαιτίας περισσότερο της αρνητικής στάσης του μάστορα και λιγότερο της περιορισμένης παιδευτικής ικανότητας του παιδιού, όχι μόνο ξεπερνούσε τα τέσσερα και πέντε χρόνια5, αλλά

——————————————

1. Επιχειρώντας μια μικρή στατιστική προσέγγιση στις προσλήψεις των παιδιών που πραγματοποιήθηκαν από τους μαστόρους της συντεχνίας των δουλγέρηδων της Φιλιππούπολης, παρατηρούμε ότι μόνο ένας μάστορας από τους 25 στο διάστημα 1851-1853 στοιχίζει τον μαθητή του "διά χρονικήν κι' ένα φέσι και πλύσιμου γρ. 200". Βλ. Μ. Αποστολίδης, "Τα αρχεία του εν Φιλιππουπόλει εσναφίου τεκτόνων", ΑΘΛΓΘ 1 (1934-35), σ. 119.

2. Βλ. Στ. Παπαδόπουλος, Η χαλκοτεχνία στον ελληνικό χώρο, σ. 100.

3. Βλ. Georges Vadja, "Les corps de métiers en Turquie d'après deux publications de Vl. Gordlevskij", Reçue des Études Islamiques, Paris 1934, τεύχ. Α΄, σ. 85. Πβ. και Halil Inalcik, "Ο σχηματισμός κεφαλαίου στην οθωμανική αυτοκρατορία", στον τόμο Οικονομική δομή των βαλκανικών χωρών στα χρόνια της Οθωμανικής κυριαρχίας, ΙΕ'-ΙΘ' αι. Αθήνα 1979, σ. 511.

4. Ο Αλ. Φλωράκης, Η λαϊκή λιθογλυπτική της Τήνου, Αθήνα 1981, σ. 86-87, αναφερόμενος στους μαθητευόμενους μαρμαράδες του νησιού λέγει ότι: "ο παραγιός μένει στη δούλεψη του αφεντικού όσο να μάθη καλά τη δουλειά. Ποτέ όμως λιγότερο από 4 χρόνια".

5. Βλ. Τόμος εκκλησιαστικός, ονομαζόμενος θησαυρός νέος, και παλαιός της Αγίας Γραφής, πάνυ ωφέλιμος της ψυχής, και των Αγίων Πατέρων

Σελ. 42
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/3/gif/43.gif&w=600&h=9153. Παπαγεωργίου, Μαθητεία στα επαγγέλματα

έφθανε τα εφτά ή οχτώ και μερικές φορές διαρκούσε ακόμη πιο πολύ1.

Από την άλλη μεριά υπήρχαν οι επίσημες συντεχνιακές δεσμεύσεις, που απαιτούσαν τρία χρόνια μαθητείας ως αναγκαία και στις πιο ευνοϊκές συνθήκες, είτε δηλαδή επρόκειτο για γιους των μαστόρων είτε για τους πιο ικανούς και ευφυείς μαθητευόμενους με εξω-επαγγελματική προέλευση, αλλά συχνά καταστρατηγούνταν, O μικρότερος χρόνος μαθητείας οφειλόταν κυρίως στην ευφυΐα του τσιρακιού, που συναρτιόταν τις περισσότερες φορές με τον παράγοντα ηλικία αλλά και την καλή διάθεση του μάστορα.

Η μεγαλύτερη χρονική διάρκεια μαθητείας θα πρέπει ν' αποδοθεί σίγουρα στον ανασταλτικό ρόλο των μαστόρων, που δεν επιθυμούσαν την ανέλιξη των παραγιών τους για δυο κυρίως λόγους: Πρώτον, γιατί έτσι εξασφάλιζαν την πλήρη προσφορά απλήρωτης εργασίας για ένα σημαντικό χρονικό διάστημα και δεύτερον, γιατί ανέβαλλαν την ολοκλήρωση ενός πιθανού ανταγωνιστή.

Χαρακτηριστική είναι η εκμυστήρευση-ομολογία ενός αρχιτεχνίτη χαλκουργού. "να σου πω δε βγάζαμε πολλά τσιράκια - τσιράκια τα λέγαμε, διότι είχαμε την κατάρα από τους μπαρμπάδες μας να μη βγάζουμε τσιράκια, διότι μας έβγανε τα μάτια έπειτα- άνοιγε μαγαζί"2.

Αλλά για την παράταση της μαθητείας καταλογίζεται ένα μεγάλο μέρος ευθυνών και στις ίδιες τις συντεχνίες, που κρατούσαν συνήθως σκόπιμα μια παθητική στάση ή εμφανίζονταν ανεκτικές στην έκδηλη εκμετάλλευση του μαθητευόμενου.

Αντίθετα, οι γιοι των μαστόρων ή των συγγενών τους γνώριζαν μια ασύγκριτα ευνοϊκότερη μεταχείριση, απ' ό,τι οι άλλοι

——————————————

ποιήματα εκκλησιαστικά, και άγια και ωφέλιμα λόγια του Δεσπότου Χριστού, και της κυρίας Θεοτόκου, προς κοινήν ωφέλειαν των ψυχών και ορθοδόξων χριστιανών..., Ενετίησιν 1802, σ. ιδ'.

1. Σύμφωνα με τον περιηγητή Ε. M. Cousinery (Voyage dans la Macédoine, τ. Α΄, σ. 50) η συνολική μαθητεία του ασκούμενου στη συντεχνία των βυρσοδεψών της Θεσσαλονίκης διαρκούσε 20 χρόνια.

2. Στ. Παπαδόπουλος, Η χαλκοτεχνία στον ελληνικό χώρο, σ. 98.

Σελ. 43
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/3/gif/44.gif&w=600&h=9153. Παπαγεωργίου, Μαθητεία στα επαγγέλματα

μαθητευόμενοι. Οι πρώτοι δηλαδή δεν πλήρωναν καθόλου ή διέθεταν πολύ ελάχιστα χρήματα για την εκπαίδευσή τους, μαθήτευαν κοντά στους δικούς τους ακριβώς τον αναγκαίο χρόνο ή και λιγότερο και το κυριότερο είχαν πιο ανθρώπινες συνθήκες διατροφής και διαβίωσης1.

Όπως είναι φυσικό, τα συντεχνιακά μέλη που είχαν γιους-μαθητές φρόντιζαν, όσο πιο γρήγορα γινόταν, να τους προωθήσουν, εξασφαλίζοντας την άμεση διαδοχή, ενώ τα παιδιά που προέρχονταν από εξω-επαγγελματικές οικογένειες, τα παρεμπόδιζαν συνεχώς και παραβίαζαν τις συμφωνημένες διάρκειες μαθητείας για την εξακολούθηση της παροχής δωρεάν εργασίας.

4. Είδος εργασίας

Κατά τη διάρκεια της "πρωτοβάθμιας" εκπαίδευσής τους οι μαθητευόμενοι ήταν υποχρεωμένοι να προσφέρουν στους συντεχνίτες υπηρεσίες, όχι μόνο επαγγελματικές στα εργαστήρια, αλλά και στα σπίτια τους καθαρά υπηρετικές. Αρκετές φορές μάλιστα, ο μάστορας ζητούσε επιτακτικά από το τσιράκι του πολλές και βαριές εκδουλεύσεις, που έρχονταν σε πλήρη αντίθεση με τις σωματικές και πνευματικές δυνατότητες της ηλικίας του. Ανάμεσα στα πολυπληθή και ποικίλα υπηρετικά καθήκοντα των τσιρακιών ξεχωρίζουν: το άναμμα της φωτιάς, το μαγείρεμα, το κουβάλημα ξύλων για θέρμανση, η μεταφορά του νερού από το πηγάδι η τη βρύση, το πλύσιμο πιάτων και ρούχων, το ζύμωμα του ψωμιού, το γυάλισμα των παπουτσιών του μάστορα και το ξεσκόνισμα των ρούχων του, η καθαριότητα του σπιτιού και η απασχόληση των μικρών παιδιών των αφεντικών τους,

Την παραπάνω πραγματικότητα μας αποδίδει με πολύ πειστικό

——————————————

1. Μπορούμε να υποστηρίξουμε εδώ ότι ειδικότερα οι γιοι των συντεχνιακών μελών δεν έπαιρναν μισθό, επειδή οι σχέσεις τους με τους γονείς τους χαρακτηρίζονταν από τα ισχύοντα δίκαια των εποχών ως οικογενειακές σχέσεις και όχι ως συμβάσεις εργασίας.

Σελ. 44
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/3/gif/45.gif&w=600&h=9153. Παπαγεωργίου, Μαθητεία στα επαγγέλματα

τρόπο ο Ιω. Μακρυγιάννης στα Απομνημονεύματά του, όταν μας εξιστορεί την παιδική του ηλικία: "Σηκωθήκαμεν όλη η φαμελιά και συγγενείς και πήγαμεν εις Λιβάδια [...] Εγώ έγινα ως εφτά χρονών. Με βάλαν να εργάζωμαι σε έναν εκατό παράδες τον χρόνον, τον άλλον χρόνον πέντε γρόσια. Αφού έκανα πολλές δουλειές, ήθελαν να κάνω κι' άλλες δουλειές ταπεινές του σπιτιού και να περιποιώμαι τα παιδιά. Τότε αυτό ήταν ο θάνατός μου. Δεν ήθελα να κάνω αυτό το έργον και μ' έδερναν και οι αφεντάδες και οι συγγενείς [...] και την ίδια 'πηρεσία ξακολουθούσα κάμποσον καιρόν. Τότε διά να γλιτώσω από αυτήν την 'πηρεσίαν, ότι η φιλοτιμία μου δεν μ' άφηνε ήσυχον ούτε μέρα ούτε νύχτα, άρχισα ξύλο, τρύπημα κεφάλια των παιδιών και της ίδιας μου μητέρας και έφευγα μέσα στις ράχες. και μ' αυτό βαρέθηκαν και με λευτέρωσαν, ότι αυτήνη η 'πηρεσία μ' είχε καταντήσει να χαθώ"1.

Παρόμοιες εμπειρίες βιώνει και ο Αθηναίος Παναγιώτης Σκουζές στο πρώτο στάδιο της μαθητείας του, όταν εργάζεται εντεκαετής σε πραγματευτάδικο εργαστήρι, που έχουν συνεταιρικά οι συμπολίτες του Αντρέας Πεφάνης, Ιωάννης Ζωγράφος και Σπύρος Λυμπέριος Παναγιωτάτζης: "Ήμουν εις χρέος", λέγει, "να παγαίνω εις τα τρία σπίτια να υπηρετώ των μαΐστρων μου -έτζι τότε έλεγον τους μαστόρους τα παιδιά: μαΐστρο και την γυναίκα του μαΐστρα. Έως το μεσημέρι υπηρετούσα εις τα σπίτια της μαΐστρας μου: νερό από την βρύση, σκούπισμα και άλλας υπηρεσίας και τα λοιπά [...] Εις όλα αυτά με μεταχειρίζονταν και με την αράδαν με έστελναν και εμάζευα και εληές από τα ελαιόδεντρα"2.

Αλλά κι αργότερα, όταν ο πατέρας του αναγκάζεται να εγκαταλείψει την Αθήνα, από την τυραννία του Χατζή-Αλή Χασεκή, και να καταφύγει μαζί του στην Χαλκίδα, τον βρίσκουμε να μαθητεύει

——————————————

1. Βλ. Ιω. Μακρυγιάννης, Απομνημονεύματα, σ. 16 .

2. Βλ. Παναγής Σκουζές, Απομνημονεύματα. Η τυραννία τον Χατζή-Αλή Χασεκή στην τουρκοκρατούμενη Αθήνα (1772-1796), επιμέλεια - σχόλια Θαν. Παπαδόπουλου, Αθήνα 1975, σ. 90,

Σελ. 45
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/3/gif/46.gif&w=600&h=9153. Παπαγεωργίου, Μαθητεία στα επαγγέλματα

αρχικά σ' ένα χριστιανό παπουτζή και μετέπειτα σ' ένα οθωμανό ομόλογό του κάτω από τις ίδιες συνθήκες: "Έτζι ο πατήρ μου [,.,] με επήρεν εις Χαλκίδαν. Με βάλλει εις έναν οθωμανόν παπουχτζήν Ουστά Μεγμέτην, διά να μάθω την τέχνην οπού είχα αρχίσει [...] Εις το αργαστήρι ολίγες ώρες εκαθόμουν [.,.] Ο Ουστά Μεγμέτης μάστοράς μου είχεν δύο παιδιά [...] Το μεγαλυτερον ο Αγμέτης ήτον σχεδόν 5 χρονών και ακόμης δεν ημπορούσεν να περιπατά. Ήμουν υποχρεωμένος να τον βαστώ και να τον κο(υ)βαλώ απάνω μου· να κάμνω υπηρεσίας εις το σπίτι, να κουβαλώ νερό και τα λοιπά του σπιτιού [...] Δούλαν δεν είχεν, ήμουν εις το χρέος να κάμνω όλας τας υπηρεσίας του σπιτιού [...] Εγώ ήμουν εις το οσπίτιόν του με την γυναίκαν του Αϊσέ και τα δύο μικρά παιδιά [...] να με βάνει η Κυρία να μαγειρεύω και τα λοιπά. Κάθε βράδυ να με παίρνει εις τα μέσα οσπίτια του χαρεμιού, να με βάνει να της τραγουδώ"1.

Συνεχίζοντας την απαρίθμηση των υπηρετικών καθηκόντων των τσιρακιών οφείλουμε να προσθέσουμε ακόμη ότι πολλές φορές τα ίδια έβγαιναν στην αγορά για ψώνια του σπιτιού2 και κυρίως

——————————————

1. Βλ. Παναγής Σκουζές, 8.71., σ. 98.

2. Βλ. Μακρυγιάννης, Απομνημονεύματα, σ. 19. Εδώ ο Μακρυγιάννης προσλαμβάνεται ως χουζμεκιάρης από τον Θανάση Λιδορίκη με παραπλήσια καθήκοντα, παρά την έντονη αντίδρασή του. Χαρακτηριστικός είναι ο διάλογος που ακολουθεί: «Τότε γυρεύει να μ' αφήση εις το σπίτι του εμένα· δεν ήθελα να κάτζω. Μου είπε: "θα κάτζης και με το στανιόν". Αυτό δεν μπορούσα να το αποφύγω, ότ' είχε την δύναμη. Έκατζα με συμφωνίες, ότι εγώ δούλος δεν κάθομαι. "Κάνω την 'πηρεσια του σπιτιού σου, όμως θα γνωριστώ και με τους κατοίκους να δανειστώ, να κάμω και εμπόριο, ότ' είμαι γυμνός, να ντυθώ (Αυτός ήταν φιλάργυρος, δεν μόδινε τίποτας). Πρώτη συμφωνία αυτήνη, του είπα, και δεύτερον τα ψώνια του σπιτιού σου, να βαστάη η γυναίκα σου τα χρήματα και τον λογαριασμό, ξέρει γράμματα. Και να μου δίνη να της ψωνίζω, να ζυάζη όταν φέρνω το ψώνιο και ό,τι κάνει να πλερώνη. Το ίδιον και εις τ' άλλα ψώνια, να μην λέτε ότι σας έκλεψα· ότι τώρα με βλέπετε γυμνόν και αύριον ντυμένον και θα λέτε ότ' είμαι κλέφτης''. Έκατζα μ' εκείνες τις συμφωνίες...». Πβ. και Αναστ. Γούδας, Βίοι Παράλληλοι τ. Γ΄, εν Αθήναις 1870, σ. 82.

Σελ. 46
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/3/gif/47.gif&w=600&h=9153. Παπαγεωργίου, Μαθητεία στα επαγγέλματα

της κουζίνας1 και μετέφεραν το μεσημεριανό φαγητό του μάστορα στο εργαστήρι2.

Αυτές τις οικιακές υπηρεσίες και όλες όσες προαναφέραμε ο παραγιός τις πρόσφερε μέχρι να έρθει κάποιος καινούργιος μαθητευόμενος που θα τον αντικαθιστούσε, οπότε άρχιζε ουσιαστικά να εισέρχεται στο καθαρά επαγγελματικό στάδιο, περνώντας τις περισσότερες ώρες του στο εργαστήρι του μάστορα. Αλλά και στο εργαστήρι ο μαθητευόμενος υποχρεωνόταν σε βοηθητικές κυρίως ασχολίες.

Έτσι οι κουρείς απαιτούσαν από τα τσιράκια τους να μένουν συνεχώς όρθια δίπλα τους για ν' ακονίζουν τα ξυράφια και ν' απομακρύνουν τις μύγες στη διάρκεια του καλοκαιριού. Οι βυρσοδέψες έστελναν τους μαθητευόμενους να μαζεύουν τα περιττώματα των σκύλων, τα οποία μαζί με την ασβέστη και τα βελανίδια αποτελούσαν τα αναγκαία υλικά για την επεξεργασία του δέρματος, Στη συντεχνία των παπουτζήδων η κύρια απασχόληση του παραγιού ήταν το σκούπισμα και το καθάρισμα του μαγαζιού, το μούσκεμα των σκεβρωμένων πετσιών και το κέρωμα των κλωστών ή των σπάγγων. Οι ίδιοι όφειλαν ακόμη να μαζεύουν από το έδαφος τις πεσμένες πρόκες και τα πεταλάκια και να τακτοποιούν τα εργαλεία των μαστόρων τους. Στη συντεχνία των τσαρουχάδων τα τσιράκια έκαναν τις οξιές, δηλ. τις άκρες από τα ράμματα, πολύ λεπτές, για να μπαίνουν εύκολα στο βελόνι του κάλφα ή του μάστορα. Οι καζάζηδες και ιμπρισιμάδες έβαζαν τα τσιράκια τους να πλένουν τα γαϊτάνια, τα συρίτια και τα κορδόνια ώστε να είναι έτοιμα για πλέξιμο ή κέντημα. Στη συντεχνία των 

——————————————

1. "εδώ περα μας χριάζηται καθ' αυτό δούλος [...] να τον εχο εις το μαγιργιώ και να σκοδάρη εις τα έξω και να παραστέκεται εις τον οντάν όταν ερθη κανένας φίλος [...] να λοιπόν τούτης λογής χαλνούνται οι δούλοι και από το μαγιργιώ να τους κάνουμε σιντρόφους τελιώνη η δουλιά". Βλ. Ηλία Παναγ. Γεωργίου, Νεώτερα στοιχεία περί της Ιστορίας και της συντροφίας των Αμπελακίων, Αθήναι 1950, σ. 23-24.

2. Βλ. Κων. Φωτόπουλος, "Τα ισνάφια των παπ'τσηδων και κονταρτζήδων", H.H. 1 (1979), σ. 74.

Σελ. 47
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/3/gif/48.gif&w=600&h=9153. Παπαγεωργίου, Μαθητεία στα επαγγέλματα

γουναράδων οι μαθητές διένεμαν αρχικά τις γούνες που ήταν έτοιμες για ράψιμο στο ειδικευμένο εργατικό προσωπικό, άνδρες και γυναίκες, και αργότερα τις συγκέντρωναν ραμμένες πια και σχεδόν ετοιμοπαράδοτες, πληρώνοντας ταυτόχρονα την αξία της εργασίας και κρατώντας παράλληλα το σχετικό λογαριασμό. Οι χαλκωματάδες, όπως και οι άλλοι βιοτέχνες, υποχρέωναν τα μικρά παιδιά ν' ανοίγουν το μαγαζί, αρκετές ώρες πριν ξημερώσει, για να το σκουπίσουν, να καθαρίσουν τα καζάνια, τις κατσαρόλες και τα άλλα σύνεργα της δουλειάς, ούτως ώστε, το πρωί που θα έρχονταν οι μάστορες στο εργαστήρι ν' αρχίζει η σφυρηλάτηση χωρίς καμιά χρονοτριβή. Στη συντεχνία των ξυλουργών τα τσιράκια κουβαλούσαν τα δοκάρια και τα ξεφλούδιζαν ή μετέφεραν τις καρέκλες και τα άλλα έπιπλα στο σπίτι του πελάτη, αν τύχαινε ο αγοραστής να είναι από την ίδια πόλη. Στη συντεχνία των κεραμιδάδων οι μαθητευόμενοι μετέφεραν το ειδικό χώμα και το άπλωναν στο αλώνι για να στεγνώσει, αφού πρώτα το καθάριζαν από τις πέτρες, το κοπάνιζαν και το κοσκίνιζαν. Στη συνέχεια το έβρεχαν για να το πατήσει ο ειδικός "λασπιάς" και την έτοιμη λάσπη κουβαλούσαν στον πάγκο του "καλουπατζή", ο οποίος έκοβε τα κεραμίδια.

Με παραπλήσια βοηθητικά καθήκοντα επωμίζονται και τ' αγόρια που μαθητεύουν σε συντεχνίες μη "στατικές". Τα τσιράκια, για παράδειγμα, των κτιστάδων υποχρεώνονταν να κουβαλούν πέτρες, χώμα, άμμο, και ασβέστη1, να βγάζουν και να βάζουν τα σαμάρια στα ζώα των μαστόρων τους, να τα ποτίζουν και να τα πηγαίνουν για βοσκή2.

Στη συντεχνία των αγωγιατών οι παραγιοί κατά τις μετακινήσεις

——————————————

1. Για την κύρια απασχόληση των παιδιών αυτών γενικά βλ. Α Πασπάτης, Υπόμνημα περί τον Γραικικού Νοσοκομείου, σ 235. Αλ. Μαμμόπουλος, Αγγελική Χατζημιχάλη και η Ηπειρωτική λαϊκή τέχνη, εν Αθήναις 1967, σ. 11-12. Κ. Παπαθανάση-Μουσιοπούλου, "Η συντεχνία των δουλγέρηδων", ό.π., σ. 543.

2. Το ίδιο φαινόμενο παρατηρείται και με τους μαθητευόμενους στις παρέες, κομπανίες η συντροφιές χτιστών. Βλ. Χρ. Κωνσταντινόπουλος, Οι παραδοσιακοί χτίστες της Πελοποννήσου, Αθήνα 1983, σ. 58.

Σελ. 48
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/3/gif/49.gif&w=600&h=9153. Παπαγεωργίου, Μαθητεία στα επαγγέλματα

Υπαίθριος κουρέας με το τσιράκι του.

(Täschner, Alt - Stamb. εικ. 21).

Βλ. και Ελένη Βουραζέλη-Μαρινάκου, Αι εν Θράκη συντεχνίαι των Ελλήνων κατά την Τουρκοκρατίαν, πίνακας ς'.

4

Σελ. 49
Φόρμα αναζήτησης
Αναζήτηση λέξεων και φράσεων εντός του βιβλίου: Η μαθητεία στα επαγγέλματα (16ος-20ός αι.)
Αποτελέσματα αναζήτησης
    Ψηφιοποιημένα βιβλία
    Σελίδα: 30
    3. Παπαγεωργίου, Μαθητεία στα επαγγέλματα

    περιοχές που έλειπαν αυτές οι δυνατότητες ή ήταν ισχνές και περιορισμένες, οι εκεί πραγματευτάδες, που απέβλεπαν στην οικογενειακή διαδοχή, ή άλλοι έξω-επαγγελματικοί γονείς, που επιθυμούσαν να προσανατολίσουν τα παιδιά τους στο επάγγελμα αυτό, τα έστελναν συνήθως στην Κωνσταντινούπολη, όπου υπήρχαν όλες οι προϋποθέσεις για μια ολοκληρωμένη θεωρητική και πρακτική εκπαίδευση1.

    2. Γεωγραφική και κοινωνική προέλευση των μαθητευομένων

    Επιχειρώντας κανείς μια ανίχνευση στην προέλευση των παιδιών που πρωτοέρχονταν στη συντεχνία, θα διαπιστώσει ότι ένα μέρος του εργατικού αυτού δυναμικού ήταν συγγενείς των συντεχνιακών μελών, και κυρίως γιοι των μαστόρων, που ήθελαν να συνεχίσουν το επάγγελμα του πατέρα τους, ενώ το υπόλοιπο προέρχονταν από εξω-επαγγελματικές οικογένειες.

    Τα παιδιά με εξω-συντεχνιακή προέλευση κατάγονταν συνήθως από φτωχά οικογενειακά στρώματα και έρχονταν στις συντεχνίες από τα χωριά η τα γύρω προάστια και σπανιότερα από πιο απομακρυσμένες περιοχές. Οι εξω-επαγγελματικές πηγές εφοδιασμού σε εργατική δύναμη των συντεχνιών είναι πολύ δύσκολο να επισημανθούν στην ευρύτερη ελληνική γεωγραφική κλίμακα, επειδή τα συντεχνιακά αρχεία, όσα σώζονται, σιωπούν.

    Πιο συγκεκριμένα, μέχρι τα τέλη σχεδόν του 18ου αιώνα, το παιδί που προσλαμβάνεται από κάποιο μάστορα σπάνια δηλώνεται στη συντεχνία, για ευνόητους λόγους. Αλλά κι αργότερα, από τη στιγμή δηλαδή που έγινε υποχρεωτική για το συντεχνιακό μέλος

    ——————————————

    1. Ο Αναστάσιος Γούδας στο πολύτιμο έργο του, Βίοι Παράλληλοι, μας δίνει αρκετά τέτοια παραδείγματα. Η Κωνσταντινούπολη, η πιο μεγάλη βιοτεχνική κυψέλη της οθωμανικής αυτοκρατορίας, αποτελούσε το πιο σημαντικό "εκπαιδευτήριο" των χριστιανών τεχνιτών. Έτσι βλέπουμε ότι πολλοί κοντουράδες από τη γειτονική Θράκη πήγαιναν στην Πόλη για να "σπουδάσουν" καλύτερα την τέχνη τους. Βλ. ΑΘΛΓΘ 11 (1944-45), σ. 168.